WeRead Powered by ReaderPub
Ενώ διέβαινα - Χρονογραφήματα cover

Ενώ διέβαινα - Χρονογραφήματα

Chapter 1: ΕΝΩ ΔΙΕΒΑΙΝΑ ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑΤΑ ΥΠΟ I. ΚΟΝΔΥΛΑΚΗ (ΔΙΑΒΑΤΟΥ)
Open in WeRead

Explore more books like this:

About This Book

A collection of short, humorous chronicle-like sketches offering satirical observations on social customs, human foibles, and public incidents. Entries range from anecdotal reports of disasters and comic episodes that relieve tragedy to reflective essays tracing the origins and contradictions of customs such as dueling, attitudes toward theft, and bathhouse talk. The tone alternates between playful anecdote and ironic analysis, using vivid vignettes and historical context to illuminate cultural habits, moral ambiguities, and the gap between public rhetoric and private behavior.

The Project Gutenberg eBook of Ενώ διέβαινα - Χρονογραφήματα

This ebook is for the use of anyone anywhere in the United States and most other parts of the world at no cost and with almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included with this ebook or online at www.gutenberg.org. If you are not located in the United States, you will have to check the laws of the country where you are located before using this eBook.

Title: Ενώ διέβαινα - Χρονογραφήματα

Author: Ioannes Kondylakes

Release date: June 14, 2010 [eBook #32815]
Most recently updated: January 6, 2021

Language: Greek

Credits: Produced by Sophia Canoni

*** START OF THE PROJECT GUTENBERG EBOOK ΕΝΏ ΔΙΈΒΑΙΝΑ - ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΉΜΑΤΑ ***

Produced by Sophia Canoni

Note: The tonic system has been changed from polytonic to monotonic. The spelling of the book has not been changed otherwise. Words in italics have been included in _.

Σημείωση: Το τονικό σύστημα έχει αλλάξει από πολυτονικό σε μονοτονικό. Η ορθογραφία του βιβλίου κατά τα άλλα παραμένει ως έχει. Λέξεις με πλάγιους χαρακτήρες έχουν περικλειστεί σε _.

ΕΝΩ ΔΙΕΒΑΙΝΑ

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑΤΑ

ΥΠΟ I. ΚΟΝΔΥΛΑΚΗ (ΔΙΑΒΑΤΟΥ)

ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ 1916

Τυπογραφείον «Εστία» Μάισνερ και Καργαδούρη — 10948

ΦΕΡΤΕ ΑΡΜ!

Και από τα τραγικώτερα των γεγονότων δύσκολον να λείψη το κωμικόν. Διά τούτο οι αληθέστεροι των δραματικών ποιητών είνε εκείνοι, οι οποίοι εις τας τραγωδίας των παρεισάγουν και έν κωμικόν πρόσωπον, το οποίον ενώ μετριάζει την στυγνήν μονοτονίαν της τραγωδίας, εξαίρει εφ' ετέρου διά της αντιθέσεως τους τραγικούς χαρακτήρας και δίδει άρτιον τον χρωματισμόν της αληθείας εις το έργον.

Από την προχθεσινήν τραγωδίαν της φύσεως δεν έλειψαν τα κωμικά επεισόδια. Οι περιγράψαντες τας εκ των πλημμυρών καταστροφάς εις τα παριλίσσια, εις την Κολοκυθούν και τον Πειραιά ανέφεραν πολλά τοιαύτα επεισόδια.

Εις την Κολοκυθούν όνος παρεσύρθη υπό του ποταμού. Μετά διαφόρους δε περιπετείας κατορθώσας να διαφύγη και σωθή εις μέρος ασφαλές, εξέπεμψε διάτορον σάλπισμα, ως διά να εξαγγείλη εις την υφήλιον την θαυμαστήν διάσωσιν.

Εις δε τον Πειραιά, ως έμαθα, συνέβη το εξής· ενώ κατά την αυγήν νέοι τινές περιεφέροντο κατά τα Καμίνια διά να σώσουν κανένα κινδυνεύοντα, ήκουσαν εις το σκότος έρρινον αναφώνημα:

— Φέρτε αρμ!

Έκαστος φαντάζεται την απορίαν των. Τρέχουν προς το μέρος οπόθεν ήλθεν η κραυγή και μετ' ολίγον ανακαλύπτουν κλουβί μέγα, το οποίον επέπλεεν εις τα νερά και, συγκρατηθέν κάπου, διετηρείτο εις ισορροπίαν. Εντός του κλουβιού ευρίσκετο ωραίος παπαγάλος, όστις, ιδών τους νέους, επανέλαβε το παράγγελμα με φωνήν στρατιωτικού φασουλή:

— Φέρτε αρμ!

Όταν δε οι νέοι τον παρέδωκαν εις την κυρίαν εις ην ανήκε της είπαν:

— Το φρονιμώτερον είνε να τον μάθετε να φωνάζη «βοήθεια!»

(Νοέμβριος 1896).

Η ΜΟΝΟΜΑΧΙΑ

Εφ' όσον η μονομαχία παρ' ημίν περιωρίζετο εις ανταλλαγήν σφαιρών χωρίς αποτέλεσμα και σπαθισμούς οίτινες μόνον τον αέρα κατέκοπτον, η κατακραυγή εναντίον «του βαρβάρου εθίμου» μας εφαίνετο περιττός θόρυβος. Η μονομαχία έτεινε να φονεύση εαυτήν διά του γελοίου και το μόνον θύμα της θα ήτο η σοβαρότης αυτής. Η μονομαχία ως διεξήγετο εδώ μέχρι τούδε, εκτός σπανίων τινών εξαιρέσεων, ήτο ψυχαγωγία μάλλον και θα ήτο αδίκημα να στερήση τις μιας ψυχαγωγίας οιασδήποτε τόπον, ο όποιος δεν αφθονεί από διασκεδάσεις. Η δε ελληνική μονομαχία δεν ήτο κοινή τις παιδιά, αλλ' αι φρικιάσεις του δέους, το ριγηλόν αίσθημα της πτέρυγος του θανάτου, της οποίας ηκούετο μόνον το αβλαβές πλατάγημα, απετέλουν εντονωτάτην ηδονικήν συγκίνησιν, ανάλογον με εκείνην ην προ καιρού επενόησαν Άγγλοι τινές εκκεντρικοί. Ούτοι εδοκίμαζον τον διά της αγχόνης θάνατον μέχρι τοιούτου σημείου μόνον, ώστε να δύναται κατόπιν να διηγηθώσι τας εντυπώσεις των.

Αλλά τα τραγικά αποτελέσματα αλλεπαλλήλων μονομαχιών ήρχισαν να μεταβάλωσιν επί το σκυθρωπότερον την φαιδράν όψιν της ελληνικής μονομαχίας και συγχρόνως τας ιδέας εκείνων οίτινες μέχρι τούδε μόνον ευθύμους σκέψεις ήντλουν από «το πεδίον της τιμής». Κατά σύμπτωσιν δε και εκ Γερμανίας έρχονται αιτιάσεις κατά του φραγκικού εθίμου, το οποίον και εις τας χώρας όπου ανεπτύχθη και έφθασεν εις περιωπήν θεσμού, ήρχισε προ πολλού ν' αποβαίνη ανυπόφορον.

Δεν θα ήτο επομένως άκαιρον να γνωρίσωμεν πόθεν μας ήλθε και ποίας περιπετείας διήλθε διά των αιώνων το έθιμον τούτο. Η μονομαχία κατ' αρχάς, εις τον απώτατον μεσαίωνα, παρουσιάζεται υπό μορφήν νομιμωτάτην, ως μέσον δικαστικής αποδείξεως, ως υστάτη διαιτησία. Ελλείψει αποχρωσών αποδείξεων, απεφάσιζε περί της διαφοράς μονομαχία μεταξύ των διαδίκων. Το μέσον τούτο εφηρμόζετο και εις τας ποινικάς δίκας, πολλάκις δε είχε παράδοξα αποτελέσματα, όπως κατά το 1022, ότε ο νικητής έγινε κύριος των κτημάτων, της συζύγου και του υιού του ηττηθέντος.

Έπειτα από του 16ου αιώνος η μονομαχία περιωρίσθη μόνον εις υπεράσπισιν της ιπποτικής τιμής· ενώ δε έως τότε οι μονομάχοι συνεκρούοντο έφιπποι και σιδηρόφρακτοι, ως όργανα έχοντες λόγχας και κοντάρια και ρόπαλα, έκτοτε εμονομάχουν πεζοί και χωρίς αμυντικόν οπλισμόν, μόνον διά του ξίφους.

Αλλά ταχέως έφθασαν εις τοιαύτην κατάχρησιν και τόσον αίμα εχύνετο διά μηδαμινάς αφορμάς, ώστε εδέησε να ληφθώσι δρακόντια μέτρα κατά των μονομαχούντων, σύνοδοι τους ανεθεμάτισαν και βασιλικά θεσπίσματα τους κατεδίκαζον εις θάνατον. Διά των μέτρων δε τούτων τωόντι περιεστάλη η μονομαχία· αλλά κατά τον 18ον αιώνα τόσον πάλιν εγενικεύθη, ώστε και δύο κυρίαι εμονομάχησαν διά δούκα Ρισελιέ. Η Γαλλική επανάστασις κατεδίκασε την μονομαχίαν, δεν ηδυνήθη όμως και να την εξαλείψη

Οι Άγγλοι, πρακτικοί όπως και σήμερον, μετεχειρίζοντο εις τας δικαστικάς μονομαχίας αντικαταστάτας, μονομάχους ειδικούς, ούτω δε και την ζωήν των εξησφάλιζον και περισσότερον εξηρτάτο από αυτούς η επιτυχία.

Εκ των ανωτέρω φαίνεται ότι η μονομαχία, καθιερούσα κατ' αρχάς το δίκαιον της κτηνώδους βίας, εξήρθη κατόπιν εις διαιτησίαν των ζητημάτων της τιμής. Αλλά και πάλιν δεν έχασε τον βάρβαρον και άδικον χαρακτήρα της. Αι ικανοποιήσεις της και εις την τραγικότητα των είνε κωμικαί και πολύ παιδαριώδης η βασιζομένη εις αυτάς τιμή.

Οι παραδεχθέντες το έθιμον της δικαστικής μονομαχίας είχον τουλάχιστον την δικαιολογίαν ότι απέδιδον εις αυτήν οίαν και εις τον όρκον ιεράν σημασίαν, πιστεύοντες ότι η θεία δικαιοσύνη διηύθυνε την πάλην και ενίσχυε τον βραχίονα του έχοντος υπέρ αυτού το δίκαιον. Σήμερον όμως δεν πιστεύομεν να έχη κανείς εκ των μονομαχούντων τοιαύτας αφελείς πεποιθήσεις, ενώ έχουν την ουχ ήττον αφελή ιδέαν ότι η μονομαχία εξαλείφει προσβολάς, τας οποίας δεν δύνανται να εξαλείψουν τα δικαστήρια.

Αλλ' ενώ οι Ευρωπαίοι έχουν τουλάχιστον εθνικάς παραδόσεις, παρ' ημίν ποίος λόγος δύναται να δικαιολογήση τοιούτο μωρόν και άγριον έθιμον; Εγώ τουλάχιστον θεωρώ ως κάλλιον αντιλαμβανόμενον το ζήτημα της τιμής και ως λογικώτερον εκείνον όστις καταφεύγει εις τα δικαστήρια από εκείνον όστις ζητών αμφίβολον ικανοποίησιν από την μονομαχίαν ευρίσκει πολλάκις νέαν προσβολήν. Διότι δεν μου φαίνεται πολύ λογικόν να θεωρήται προσβολή έν ράπισμα διδόμενον καθ' οδόν και να μη θεωρήται αδίκημα μία πιστολιά διδομένη επί του πεδίου της μονομαχίας.

(Νοέμβριος 1896).

ΝΟΣΗΜΑ ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΝΟΣΗΜΑ

Εις μίαν επαρχιακήν πόλιν εγνώρισα κάποιον μεσίτην ελαφρόμυαλον, ο οποίος κατώρθωσε διά της εργασίας του να κάμη περιουσίαν. Τον άνθρωπον τούτον ήκουσα μίαν ημέραν να λέγη: «Εν όσω ήμουν φτωχός, ο κόσμος έλεγεν: «Ο Σπύρος είνε τρελλός. — Τώρα που έκαμα περιουσίαν, ο κόσμος λέγει: — Ο κυρ Σπύρος είνε νευρικός».

Τους λόγους τούτους του κυρ Σπύρου ενθυμούμαι οσάκις βλέπω πουθενά ή ακούω να γίνεται λόγος περί κλεπτομανίας. Όταν κλέψη πτωχός, είνε κλέπτης· όταν κλέψη πλούσιος, πάσχει από κλεπτομανίαν.

Πολύ δύσκολα η νέα εγκληματολογία θα δυνηθή να πείση την κοινήν πείραν, ότι υπάρχουν και κλέπται οι οποίοι δεν είνε κλέπται, οι οποίοι κλέπτουν χωρίς να το θέλουν, από παρόρμησιν νοσηράν, ανωτέραν της βουλήσεως και της σκέψεώς των και ότι πρέπει να κρίνωνται ως ακαταλόγιστοι. Οι μόνοι κλέπται οι άξιοι να θεωρηθούν ανεύθυνοι είνε οι κλέπτοντες ένα ψωμί διά να μη αποθάνωσι της πείνης, ή οι αρπάζοντες ένδυμα ή σκέπασμα διά να μη κοκκαλιάσουν από το ψύχος.

Οι λοιποί είνε κλέπται, κλέπται κατά την κοινοτέραν της λέξεως σημασίαν, και τοσούτο μάλλον κλέπται όσο δεν έχουν απόλυτον ανάγκην του κλεπτομένου αντικειμένου. Δεν πρόκειται περί παθολογικής διαστροφής της ψυχής, αλλά περί υπερτροφίας του ενστίκτου της αρπαγής, το οποίον δεν κατεπολέμησε καταλλήλως η ανατροφή.

Οι άνθρωποι ούτοι υπ' αυτήν την έποψιν ευρίσκονται ακόμη εις ην κατάστασιν τα νήπια, τα οποία εκτείνουν επί πάντα χείρα αρπακτικήν. Όλα δικά μου. Το ζωικόν ένστικτον κυριαρχεί εν αυτοίς. Διατί η κάρια, το γνωστόν πτηνόν εις την Θεσσαλίαν, αρπάζει και συσσωρεύει εις την φωλεάν του παντοία πράγματα, τα οποία δεν της χρησιμεύουν, σαπούνια, κτένια, υφάσματα, νήματα;

Αλλ' οι ημέτεροι κλεπτομανείς δεν είνε δα και τόσον ολίγον εκλεκτικοί. Εις το καφενείον Ζαχαράτου είνε γνωστός ένας κύριος αρκετά εύπορος, όστις δεν αφήνει σχεδόν να περάση ημέρα χωρίς να κλέψη ένα τσουρέκι. Και είνε πολυμήχανος εις στρατηγήματα. Το συνηθέστερον όμως στρατήγημά του είνε το εξής· κρατών εφημερίδα, ην προσποιείται ότι αναγινώσκει, πλησιάζει εις το μέρος όπου είνε σωρευμένα τα τσουρέκια. Και θέτων επ' αυτών την εφημερίδα, διά να την απλώση δήθεν, σύρει υπό την σκέπην αυτής ένα τσουρέκι, έπειτα δε αποσυρόμενος εις μίαν γωνίαν το ενθυλακώνει, υπό τον προστατευτικόν πάντοτε πέπλον της εφημερίδος. Τούτο επαναλαμβάνεται εις όλα τα ζαχαροπλαστεία τα περί την πλατείαν του Συντάγματος, συχνά δε ενσκήπτει και εις τα εμπορικά της οδού Ερμού ο λυμεών ούτος. Εάν ήτο πτωχός πεινών, θα κατεδιώκετο με τα κοντόξυλα, θα παρεδίδετο εις την αστυνομίαν και θα εχαρακτηρίζετο ίσως εις τας εφημερίδας ως «διαβόητος λωποδύτης». Αλλ' επειδή είνε καλής τάξεως, είνε κλεπτομανής· πάσχει ο ταλαίπωρος άνθρωπος!

Είχα ακούσει άλλοτε διαφόρους τοιούτους μικροάθλους μιας κυρίας καλής τάξεως. Και προχθές ετοιμαζόμενος να γράψω το άρθρον μου, ηρώτησα ένα γνώριμόν της:

— Τι γίνεται η κυρία τάδε; Εξακολουθεί η κλεπτομανία;

— Όχι, εθεραπεύθη.

— Πώς;

— Επήρε μίαν κληρονομίαν.

Αλλά λέγουν ότι μεταξύ της Αγγλικής αριστοκρατίας υπάρχουν κυρίαι και κύριοι πλουσιώτατοι, περί ων η αστυνομία έχει ειδοποιήσει τους εμπόρους ότι πάσχουν από κλεπτομανίαν και πληρόνει τα κλεπτόμενα είδη εν συνεννοήσει μετά των συγγενών των, διά να μη γίνωνται σκάνδαλα. Τούτο όμως δεν αποδεικνύει παρά μόνον ότι και μεταξύ της αγγλικής αριστοκρατίας, όπως και μεταξύ του όχλου, υπάρχουν άτομα των οποίων η εξέλιξις δεν απεμακρύνθη πολύ από τον κοινόν πρόγονον, τον τετράχειρα Αδάμ του Δαρβίνου. Τούτο άλλως τε απεκάλυψαν επανειλημμέναι δίκαι σκανδαλώδεις, παρουσιάσασαι το κράτος των χυδαιοτάτων ενστίκτων είς τινα των μελών της τάξεως εκείνης.

Εφ' όσον η απεριόριστος πλεονεξία δεν θεωρείται νοσηρά κατάστασις, ούτε δύναται να θεωρηθή, αφού αποτελεί την σφραγίδα του χαρακτήρος και της ενεργείας των περισσοτέρων ανθρώπων, ουδεμία περίπτωσις κλοπής δύναται να θεωρηθή ως αποτέλεσμα ανωμάλου ψυχικής καταστάσεως. Ο κλέπτης κλέπτει και χωρίς ανάγκην, όπως ο φιλάργυρος θησαυρίζει υπέρ τας ανάγκας του, όπως ο πλούσιος πλεονέκτης δεν περιφρονεί και το ασήμαντον κέρδος.

(Νοέμβριος 1896).

ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΚΑΙ ΖΩΑ

Εις τας ιδέας των ανθρώπων παρουσιάζεται μια αντίφασις αξιοπαρατήρητος. Ενώ θεωρούμεν τα ζώα κατώτερά μας και δεν δύναται ακόμη να χωρέση εις το λογικόν μας η θεωρία περί της μεταξύ ανθρώπου και κτηνών συγγενείας, αφ' ετέρου δίδομεν πολλάκις περισσοτέραν πίστιν εις το ένστικτον αυτών παρά εις την ιδικήν μας νοημοσύνην. Πόσοι δεν πιστεύουν ότι ο σκύλος προμαντεύει τους θανάτους και τα δυστυχήματα και ότι θρηνεί ημέρας πριν αποθάνη γνώριμός του άνθρωπος;

Και δεν σας φαίνεται περίεργον ότι οι τοιαύτα πιστεύοντες ουδέποτε σκέπτονται ότι ο σκύλος ουρλιάζει ίσως διά τον επικείμενον θάνατον ομοφύλου του; Είνε και τούτο μία εκ των εκδηλώσεων της παιδαριώδους οιήσεως και του εγωισμού του ανθρώπου, όστις νομίζει ότι τα πάντα γύρω του εδημιουργήθησαν διά να τον υπηρετώσιν εφ' όσον ζη και διά να τον θρηνήσωσιν όταν αποθάνη.

Διά την νοημοσύνην του χοίρου βεβαίως δεν έχουν οι άνθρωποι μεγάλην ιδέαν και όμως εις πολλά μέρη πιστεύουσιν ότι προμαντεύει τας κακοκαιρίας ασφαλέστερον από τους μετεωρολόγους και τα όργανά των.

Εις την Κρήτην διηγούνται περίεργον ανέκδοτον σχετικόν με το χάρισμα τούτο του ρυπαρού τετραπόδου.

Οι Τούρκοι διά ν' αρχίσουν τας νηστείας του Ραμαζανιού και να εορτάσουν το Μπαϊράμι, ήτοι το πάσχα των, πρέπει να ίδουν την νέαν σελήνην. Εις παλαιούς δε χρόνους, ότε η αστρονομία δεν ήρχετο εις επικουρίαν, ούτε υπήρχε το μέσον της τηλεγραφικής συγκοινωνίας, συνέβαινε να μη συμπίπτη ενίοτε το Μπαϊράμι εις τα διάφορα μέρη.

Κατά την εποχήν εκείνην ένας γιανίτσαρος, μεταβαίνων από του ανατολικού μέρους της Κρήτης εις το δυτικόν, εσταμάτησεν εις τον Αποκώρωνα, όπου τον εφιλοξένησεν ένας παπάς. Όταν δε ετοιμάσθη να εξακολουθήση την πορείαν του, ο παπάς του είπε:

— Το καλό που σου θέλω, αγά, μείνε και αύριο φεύγεις.

— Γιατί;

— Γιατί θα σε πιάση βροχή στο δρόμο.

— Πώς το ξέρεις;

— Δεν βλέπεις το γουρούνι ότι κρατεί ξύλα στο στόμα του; Είνε σημείο σίγουρο ότι θάχωμε βροχή.

Ο γιανίτσαρος έπτυσεν, ως κάμνουν οι Μουσουλμάνοι όταν βλέπουν το ακάθαρτον ζώον, και είπε χλευαστικώς προς τον παπάν ότι άφηνεν εις τους χριστιανούς την ανοησίαν και την ασέβειαν να θεωρούν τους χοίρους προφήτας, και ανεχώρησεν. Αλλ' άμα απεμακρύνθη, τον κατέλαβε τοιαύτη βροχή, ώστε διέτρεξε μέγαν κίνδυνον. Μετά τινας ημέρας επιστρέφων εσταμάτησε πάλιν εις του παπά, προς ον είπε:

— Σε βεβαιώ, παπά, ότι ο χοίρος σου έχει περισσότερο νου απ' όλους τους Τούρκους. Εγώ, φεύγοντας από το Κάστρο αφήκα Μπαϊράμι· αλλά στο Ρέθυμνο ευρήκα Ρεμαζάνι κ' εις τα Χανιά σήμερο μόνο εκάμανε Μπαϊράμι!

Αν είχαν ίσην με τον Τούρκον εκείνον ειλικρίνειαν και οι σημερινοί μετεωρολόγοι θα έκαμναν ανάλογον ομολογίαν διά τους εαυτούς των. Σήμερον δεν προμαντεύουν οι αστρονόμοι γεννήσεις μεγάλων ανδρών, και πτώσεις βασιλέων, και πολέμους, όπως άλλοτε· αλλά καίτοι περιορισθέντες μόνον εις την πρόγνωσιν του καιρού, φαίνεται ότι δεν έχουν εις την επιστήμην των όσην πεποίθησιν είχεν ο παπάς εις τον χοίρον του.

Εφέτος οι εν Γαλλία επρομάντευσαν ότι θα έχωμεν βαρύν χειμώνα· και την προφητείαν βασίζουν, όχι εις τα σημεία του ουρανού ή της ατμοσφαίρας, αλλ' εις το προαίσθημα των χελιδόνων. Επειδή αι χελιδόνες ανεχώρησαν ενωρίτερον του συνήθους, υποτίθεται δε ότι τα αποδημητικά πτηνά αναχωρούν εις θερμότερα κλίματα, άμα αισθανθούν επικείμενον το ψύχος, συνεπέραναν ότι θα έχωμεν πρόωρον και βαρύν χειμώνα.

Άρα οι μετεωρολόγοι έχουν μεγαλειτέραν πεποίθησιν εις την σοφίαν των χελιδόνων παρά εις την επιστήμην των.

(Νοέμβριος 1896).

Η ΠΟΛΥΤΕΛΕΙΑ

Μέσα εις τον γυναικείον αναμορφωτικόν θόρυβον αυτών των ημερών μία επικρατεί φωνή· κάτω η πολυτέλεια! Όλοι και όλαι κηρύττονται κατά της πολυτελείας. Ο ιατρός κ. Σκλαβούνος από τας Πάτρας, περίεργος σημαιοφόρος των γυναικών, αι κυρίαι του Αγρινίου, αι κυρίαι ή μάλλον η κυρία της Ενώσεως των Ελληνίδων, όλοι και όλαι επαγγέλλονται να καταπολεμήσουν την γυναικείαν πολυτέλειαν. Ωραίαι φράσεις, τας οποίας δεν ακούομεν πρώτην φοράν, θα τας ακούσωμεν δε πολλάκις ακόμη. Διά να γίνη ένας σύλλογος, έν συνέδριον γυναικείον, πρέπει να υπάρχη και μία στιλπνή πρόφασις· και ποία πρόφασις στιλπνοτέρα αυτής δύναται να υπάρξη; Άλλοτε όταν οι άνδρες ημείς είχομεν την μανίαν των συλλόγων, έκαστος ιδρυόμενος σύλλογος είχε σκοπόν «την αμοιβαίαν των μελών του ανάπτυξιν» και τα τοιαύτα. Τώρα ότε η μανία αύτη κατέλαβε τας γυναίκας, εκάστη ένωσις ή σύνδεσμος ή συνέδριον σκοπόν έχει «την επιδίωξιν της σκοπιμωτέρας εκπαιδεύσεως των θηλέων και την καταπολέμησιν της πολυτελείας.»

Αλλ' είνε πρώτον δυνατός αυτός ο πόλεμος; Το αστείον και το απραγματοποίητον της επαγγελίας αποδεικνύει το ότι ομιλούν κατά της πολυτελείας γυναίκες φορτωμέναι με πτερά και ανθοκήπια. Αυτή η διευθύντρια της «Εφημερίδος των Κυριών» αφ' ενός επαγγέλλεται ότι η Ένωσις θα καταπολεμήση την πολυτέλειαν και αφ' ετέρου λέγει ότι η αυτή Ένωσις θα μεριμνήση διά να κατασκευάζωνται εδώ τα τεχνητά άνθη και να παρασκευάζωνται τα πουλάκια και τα λοιπά κολοκυθάκια της γυναικείας πολυτελείας. Με άλλους λόγους η πολυτέλεια δεν θα καταπολεμηθή, αλλά θα καταστή μάλλον ευπρόσιτος.

Το βέβαιον είνε ότι η πολυτέλεια δεν δύναται να καταπολεμηθή διά συλλόγων. Τουναντίον φρονώ ότι η Ένωσις θα την ενισχύση, διότι θα διευκολύνη την συνάντησιν και τον συγχρωτισμόν γυναικών ανίσων οικονομικών καταστάσεων και διαφόρου κοινωνικής θέσεως, η δε μίμησις και η άμιλλα είνε από τα πρώτιστα ελατήρια της γυναικείας πολυτελείας. Δεν βλέπετε πώς αλληλοπαρατηρούνται και αλληλοεξετάζονται εις τον δρόμον;

Και να σας είπω μίαν ιδέαν που έχω; Μετά δύο ή τρεις συνεδριάσεις αι θεσμοφοριάζουσαι της «Ενώσεως» θα λησμονήσουν όλα τα σοβαρά ζητήματα και θα επανέλθουν εις την προσφιλή των συζήτησιν περί πτερών, ταινιών, χρωμάτων, κουρελίων. Και κάθου γύρευε έπειτα οικιακήν οικονομίαν και λοιπά ανούσια κοροφέξαλα. Αυτά θα τ' αφήσουν εις την «Εφημερίδα των Κυριών» και εις την «Οικογένειαν» να τα κοπανίζουν εις τα γουδιά των, συμφέρον γαρ έχουν αυταί να τα κοπανίζουν.

Μάτην λοιπόν προσπαθούν αι κυρίαι των διαφόρων ενώσεων και μίξεων να μας πείσουν ότι θα εργασθούν κατά της πολυτελείας. Ή δεν το λέγουν ειλικρινώς ή δεν εννοούν τι λέγουν — ας με συγχωρήσουν διά την σκαιότητα της φράσεως.

Άλλως τε εγώ φρονώ ότι η πολυτέλεια είνε απαραίτητος διά την γυναίκα και λυπούμαι εκείνας, αίτινες δεν δύναται να στολίζωνται πολυτελώς, ή δεν εστολίσθησαν αρκούντως υπό της φύσεως, ώστε να μη αισθάνωνται πολύ την ανάγκην του τεχνητού στολισμού.

Προ ημερών εδημοσιεύσαμεν διήγημα της δεσποινίδος Ευγενίας Ζωγράφου, εις το οποίον διεγράφετο, ολίγον μεν αδεξίως, αλλ' αρκετά χαρακτηριστικώς, τύπος γυναικός τρεφούσης αληθή λατρείαν προς τα κοσμήματά της. Η γυνή εκείνη αποθνήσκει, διότι αναγκάζεται να πωλήση τα κοσμήματά της. Τοιαύτη είνε η βάσις του χαρακτήρος πάσης γυναικός. Γυνή δε μη αγαπώσα πολύ ή ολίγον τα στολίδια δεν είνε γυνή. Και ίσα ίσα την τάσιν προς τας ματαιότητας του στολισμού θεωρώ ως την ασφαλεστέραν άγκυραν, ήτις σώζει και θα σώση την γυναίκα από την διαστροφήν του χαρακτήρος αυτής, τον εξανδρισμόν.

Το δυστύχημα όμως είνε ότι δεν δύνανται όλαι να στολίζωνται πολυτελώς και το έτι μεγαλείτερον δυστύχημα ότι η πολυτέλεια κατέστη τύραννος και πληγή των μη πλουσίων οικογενειών, ότι πολλαί διά να επαρκέσουν εις τας μεγάλας του στολισμού των δαπάνας λησμονούν ότι έχουν ένα μόνον σύζυγον ή υποβάλλονται εις σκληροτάτας στερήσεις διά να επαρκούν εις απαιτήσεις του συρμού.

Αλλά δεν μου φαίνεται ότι το κακόν αυτό δύναται να διορθωθή διά συλλόγων. Η υπερβολική, η υπέρ τας δυνάμεις πολυτέλεια, δύναται να καταπολεμηθή αποτελεσματικώτερον διά του εκ των άνω παραδείγματος και υπό των συζύγων και των αδελφών. Αλλ' άνωθεν μεν δίδονται παραδείγματα προθύμως μόνον υπέρ πάσης ελαφρότητος, οι δε σύζυγοι και οι αδελφοί τα θέλουν και τα παθαίνουν. Διότι όταν ευπειθώς υπακούουν εις απαιτήσεις ή όταν βλέπουν την σύζυγον ή την αδελφήν των και φορεί ένδυμα το οποίον αυτοί δεν επλήρωσαν και δεν εκφράζουν καν την έκπληξίν των, το ζήτημα καταντά στενού οικογενειακού χαρακτήρος και είνε αδιακρισία να αναμιγνύεται κανείς εις τα οικογενειακά των άλλων.

(Ιανουάριος 1897).

ΑΝΑΒΙΩΣΙΣ ΤΗΣ ΓΥΜΝΑΣΤΙΚΗΣ

Ο κ. Σπ. Λάμπρος είπέ τινα εις το Αθλητικόν Συνέδριον περί της αναβιώσεως της γυμναστικής εις την νεωτέραν Ελλάδα και έπλεξε δίκαιον εγκώμιον εις τον μακαρίτην Φωκιανόν, τον πρώτον, όστις μετά του Ηρ. Βασιάδου, συνέλαβε την ιδέαν της συνενώσεως των ανά την ελευθέραν και δούλην Ελλάδα αθλητικών σωματείων εις ένα πανελλήνιον αθλητικόν σύλλογον. Αλλά του πρώτου διδασκάλου της γυμναστικής και πρώτου εισαγαγόντος αυτήν εις την Ελλάδα δεν εμνήσθη, ίσως διότι η ανάμνησίς του δεν εσχετίζετο με τον σκοπόν του συνεδρίου.

Πολλοί εν τούτοις υπάρχουν ακόμη οι ενθυμούμενοι τον αγαθόν και ολίγον ιδιόρρυθμον Παγώνα ή Παγώντα, όπως τον απεκάλουν οι μη αρχαΐζοντες όπως αυτός, ο οποίος από Παγώνης ίσως έγινε Παγών επί το αρχαιοπρεπέστερον. Ο Παγών ούτος, πρώτος διευθυντής του Διδασκαλείου, με μακράν λευκήν κόμην και βαθύν ατημέλητον πώγωνα, εισήγαγε την γυμναστικήν εις τας νεωτέρας Αθήνας εκ Γερμανίας, όπου είχε σπουδάσει, και συνέταξε το πρώτον νεοελληνικόν εγχειρίδιον γυμναστικής.

Ο Παγών ήτο γνωστός και διά τους ιδιορρύθμους γεωγραφικούς και ιστορικούς του χάρτας, εις τους οποίους παρίστατο η ιστορική και γεωγραφική των εθνών εξέλιξις ως καταρράκτης, του οποίου τας πρώτας δίνας απετέλουν οι Εβραίοι, Ασύριοι και άλλοι ανατολικοί λαοί, οι προηγηθέντες εις τον πολιτισμόν. Διά τούτο ο άτλας ούτος ωνομάσθη υπ' αυτού «Ρους του χρόνου».

Το πρώτον γυμναστήριον ιδρύθη εκεί όπου σήμερον είνε το Πτωχοκομείον, αλλά και εις το Διδασκαλείον, εις την σημερινήν οδόν Θουκυδίδου ιδρύθη έτερον με δύο ή τρία δίζυγα, έν μονόζυγον και μίαν γέφυραν.

Ο Παγών κατέβαλε μεγάλας προσπαθείας διά να διαδώση την γυμναστικήν και πείση περί των ωφελειών αυτής. Ου μόνον δ' εδίδασκεν, αλλά και διά του ιδίου παραδείγματος προσεπάθει να καταδείξη την ευεργετικήν επί της υγείας επίδρασιν της σωμασκίας. Διότι και πεζοπόρος ακούραστος ήτο και κολυμβητής, συχνά δ' εξήρχετο εις εκδρομάς μακράς μετά των μαθητών του.

Αλλ' αι προσπάθειαί του έμειναν άγονοι σχεδόν καθ' ολοκληρίαν. Ο κόσμος εθεώρει ματαίας τας ασκήσεις του και τας περιεφρόνει, σχεδόν όπως περιεφρόνει των σαλτιμπάγκων τα κυβιστήματα. Διά τούτο ολίγοι εκ των μαθητών του επεδόθησαν εις την γυμναστικήν. Όταν δε το 1859, κατά την πρώτην Ολυμπιακήν έκθεσιν, εσκέφθησαν να τελέσωσι και σωματικούς αγώνας, δεν ευρέθησαν νέοι συστηματικώς εξησκημένοι και οι οργανωταί των αγώνων ηναγκάσθησαν να στρατολογήσωσιν από τον δρόμον τους έχοντας φυσικήν τινα ρώμην και δεξιότητα.

Οι αγώνες ετελέσθησαν εις την πλατείαν της Ελευθερίας, όπου εστήθη μόνον διά τους βασιλείς, τους διπλωμάτας και τους ανωτέρους υπαλλήλους μία εξέδρα, ενώ ο λαός αφέθη να θεάται όρθιος. Και κατ' αρχάς μεν έγιναν ιπποδρομίαι, εις τας οποίας έλαβον μέρος και αμαξηλάται με τα χονδρά των άλογα· έπειτα δε ετελέσθησαν κωμικοί και άθλιοι σωματικοί αγώνες, δόλιχοι, αναρρίχησις εις ιστόν, εις την οποίαν έλαβε μέρος και τυφλός τις επαίτης, και ασκωλιασμός. Με το τελευταίον γύμνασμα τουλάχιστον εγέλασαν πολύ οι αφελείς Αθηναίοι της τότε εποχής, διότι συνίστατο εις πήδημα επί φουσκωμένου ασκού και έπεσαν πολλοί, νικητής δε ανεδείχθη επί τέλους εκείνος όστις κατώρθωσε να σταθή επί του ασκού στιγμάς τινας.

Η ταραχώδης εποχή της μεταπολιτεύσεως και της τριετούς κρητικής επαναστάσεως διέκοψε την τέλεσιν των ολυμπιάδων, αίτινες επανελήφθησαν μόνον το 1870. Ετελέσθησαν δε και τότε αγώνες, ουχί όμως πλέον εις την πλατείαν Κουμουνδούρου, αλλ' εις το Παναθηναϊκόν Στάδιον, το οποίον προχείρως εκαθαρίσθη, των θεατών τοποθετηθέντων επί των κλιτύων, οπόθεν εκ διαλειμμάτων κατεκυλίοντο κατά συμπλέγματα και μάζας, ολισθαίνοντες. Αλλά δεν δύναταί τις να είπη ότι οι αγώνες του 70 επέτυχον περισσότερον από τους αγώνας του 59.

Καταφανεστέρα κάπως ήτο η πρόοδος κατά τους αγώνας του 1875, οίτινες επίσης ετελέσθησαν εις το Στάδιον.

Αλλ' η σωμασκία ήρχιζε να διαδίδεται, εισαχθείσα και εις τα σχολεία υποχρεωτικώς. Ο I. Φωκιανός, επιδοθείς ολοψύχως εις την διδασκαλίαν και την ανάπτυξιν της γυμναστικής, συνετέλεσαν υπέρ πάντα άλλον εις την σημερινήν πρόοδον αυτής. Αντί του παλαιού δημοσίου γυμναστηρίου, του οποίου τον χώρον κατέλαβεν η περιοχή του Πτωχοκομείου και εις το οποίον εφονεύθη ο αδελφός του Φωκιανού, πεσών εκ του διζύγου, ιδρύθη το παρά τον Ιλισσόν ευρύ γυμναστήριον. Μικρότερα δε γυμναστήρια ιδρύθησαν ως παραρτήματα των γυμνασίων και λοιπών εκπαιδευτηρίων.

Αλλ' η μεγάλη και οριστική ώθησις προς τα εμπρός εδόθη εις την γυμναστικήν υπό των τελευταίων ολυμπιακών αγώνων. Έκτοτε αληθής γυμναστικός ζήλος ανεπτύχθη καθ' όλην την Ελλάδα και σήμερον τα αθλητικά σωματεία πλησιάζουν εις τα 60. Πιστεύεται δε ότι ουχί ολίγον θα συντελέση υπέρ της προόδου της γυμναστικής και το χθες αρχίσαν συνέδριον και η εξ αυτού προελθούσα ένωσις και κοινοπραξία των απανταχού της Ελλάδος, ελευθέρας και δούλης αθλητικών σωματείων.

(Ιανουάριος 1897).

ΕΝΤΥΠΩΣΕΙΣ ΕΞ ΑΜΕΡΙΚΗΣ ΕΛΛΗΝΟΣ ΜΗ ΜΕΤΑΒΑΝΤΟΣ ΕΙΣ ΑΜΕΡΙΚΗΝ

Πώς ευρέθηκα κατά την χθεσινήν νύκτα αιφνιδίως εις τας Ηνωμένας Πολιτείας της Αμερικής, ενώ εκοιμώμην εις την κατά την οδόν Σκουφά κατοικίαν μου, μόνον ίσως εις τον κοντολογιώτατον εξηγητήν των ονείρων κ. Κουρτίδην θα φανή μυστήριον. Εγώ τουλάχιστον έχω την ιδέαν ότι ωνειρεύθηκα, πράγμα το οποίον μου συμβαίνει ενίοτε όταν κοιμώμαι.

Σας βεβαιώ ότι δεν είμαι εξ εκείνων εις τους οποίους επήλθεν η ιδέα, αφού έσωσαν την Ελλάδα από τους Τούρκους, να σώσωσι και την πτωχήν Αμερικήν από την εκδίκησιν των Ισπανών. Και όμως υπό τοιαύτην ιδιότητα, φαίνεται, ευρέθηκα επί της προκυμαίας… της Νέας Υόρκης, υποθέτω, διότι δεν είχα κανένα πρόχειρον Μπέδεκερ, και οι διαβάται, στρατιωτικοί και μη με προσηγόρευον «συνταγματάρχην» — Μόρνιγγ, κόρνελ!

Φαίνεται δε ότι ο τίτλος ούτος μ' εξέπληξεν ολίγον, διό και εξήτασα εις το πλευρόν μου και εύρον ανηρτημένον, ως ξίφος, το μπαστούνι μου! Τότε ενθυμήθηκα ότι τα 9/10 των Αμερικανών είνε συνταγματάρχαι, τινές μάλιστα δις και τρις και δεκάκις συνταγματάρχαι, λαμβάνοντες υπό διάφορα ονόματα δύο και τρεις και δέκα συντάξεις. Και συνεπέρανα ότι μεθ' όσης ευκολίας λαμβάνουν μετά της αυτής και δίδουν τον τίτλον τούτον.

Τωόντι δε πάντες σχεδόν οι παραπορευόμενοι έσυρον εις το λιθόστρωτον με πολλήν υπερηφάνειαν ξύλινα ξίφη και η λέξις «κόρνελ» επέτα από στόματος εις στόμα. Σας βεβαιώ όμως ότι όσην υπερηφάνειαν μου ενέπνεε το αξίωμα του συνταγματάρχου, άλλο τόσον κακόν μου έκανεν ο τίτλος «κόρνελ», καίτοι είμαι άγαμος. Επί τέλους ημείς οι Έλληνες πιθανόν να έχωμεν ελαττώματα, αλλ' αυτά δεν τα υποφέρωμεν! Και ήρχισα ν' απαντώ εις τους χαιρετισμούς με ελληνικόν γρυλλισμόν:

— Είσθε και φαίνεσθε…

Αλλά τι είνε αυτοί! Τρίβω τα μάτια μου…..

Οι Έλληνες στρατηγοί και επιτελείς οι διακριθέντες κατά τας υποχωρήσεις του ελληνοτουρκικού πολέμου! Τι θέλουν αυτοί εδώ;…..Ω δυστυχία σου Αμερική! απεφάσισες λοιπόν να εξασφαλίσης άκοπον θρίαμβον εις τους Ισπανούς;

Και τόσον μεγαλοφώνως εξέφρασα την σκέψιν μου ταύτην, ώστε ένας εκ των Γιάγκιδων συνταγματαρχών μου είπε με μειδίαμα «χαλύβδινον», διότι εδώ τα πάντα είναι χαλύβδινα, πλην των ξιφών:

— Ησυχάσετε….. Εκάμαμε τον υπολογισμόν μας. Τους γενναιοτάτους σας τους προορίζομεν διά την νήσον Κούβαν, όπου δεν μπορούν να υποχωρούν επί πολύ, χωρίς να πέσουν εις την θάλασσαν. Λοιπόν θ' αναγκασθούν να πολεμήσουν εν απογνώσει, θα γίνουν ακουσίως ήρωες.

Τώρα όμως εγέλασα και εγώ γέλωτα ο οποίος αν δεν ήτο από χάλυβα, εξάπαντος θα ήτο εξ αλουμινίου:

— Αλλ' αυτά τα παλληκάρια ξέρουν κι' άλλο μονοπάτι. Αν παραδοθούν;

Ο «κόρνελ» ωχρίασε:

— Αυτό δεν το υπελογίσαμεν!

Είμαι κατάπληκτος. Διά να φαντασθήτε το μήκος της οδού εις την οποίαν εισέρχομαι αυτήν την στιγμήν, αρκεί να σας είπω ότι η απέναντι μου οικία φέρει αριθμόν 2,305! Και το πρώτον πάτωμα εκάστου σπιτιού σηκόνει επί των ώμων του άλλα 20 ή 30 πατώματα· και επάνω από όλα αυτά περνά εναέριος σιδηρόδρομος, και από πάνω ακόμη περνούν αερόστατα και υπέρ όλα αυτά ο ουρανός. Τα εφαντάσθη αυτά ο Ναστραδίν Χότζας, ο οποίος έπαθεν απεριγράπτους συμφοράς, διότι ωνειρεύθη ότι εκάθητο επάνω εις μίαν καθέκλαν, η οποία ήτο επάνω εις ένα αυγό, το οποίον ήτο επάνω εις ένα μιναρέ;

Αλλά διατί τρέχουν έτσι αυτοί οι άνθρωποι;

— Διά να μην τους πατήσουν εκείνοι που τρέχουν κατόπιν, κόρνελ, μου είπε φιλοφρόνως ο υιός του Έδισων, ο οποίος την στιγμήν εκείνην εφωτογράφει την σκέψιν μου.

— Και διατί τρέχουν εκείνοι που έρχονται κατόπιν, αν επιτρέπετε;

— Διότι…

Δεν επρόφθασε να μου απαντήση, ούτε εγώ ν' ακούσω, διότι δεν γνωρίζω πώς ευρέθημεν εντός μεγάλης απόχης, την οποίαν έχουν εις το πρόσθιον μέρος οι τροχιόδρομοι, διά να συλλέγουν, αντί να φονεύουν, τους απροσέκτους διαβάτας. Εις το σωσίβιον αυτό ευρίσκομεν τρεις σκύλους, μίαν αραπίναν με δίοπτρα, ένα Ιταλόν με το οργανέτον του, ένα πλανόδιον Έλληνα ζαχαροπλάστην, ένα παιδάκι μέσα εις το καροτσάκι του. Η αραπίνα εμειδίασε φιλαρέσκως, ο Έλλην προσεπάθει να εύρη ισορροπίαν διά να μ' εναγκαλισθή, το βρέφος έκλαιεν αγγλιστί, οι σκύλοι εγαύγιζαν δεν ενθυμούμαι εις ποίαν γλώσσαν και ο νέος Έδισων μου είπεν:

— Εκαταλάβατε τώρα, κόρνελ, διατί τρέχουν οι Αμερικανοί;

— Δεν εκατάλαβα.

— Διατί;

— Διότι δεν εννοώ αγγλικά.

Τρέχω τώρα, τρέχω μανιωδώς, με την γλώσσαν έξω, με κρουνούς ιδρώτος. Αχ, διατί να μην ήμουν συνταγματάρχης εις την Ελλάδα, να με κηρύξουν στάσιμον; Και εις τον ιλιγγιώδη εκείνον δρόμον διακρίνω συγκεχυμένα, ως εν ονείρω, ανθρώπους λευκούς, μαύρους, κιτρίνους, ερυθροδέρμους, Κινέζους με κοτσίδαν σειομένην εις τον αέρα, αραπάδες με κουδούνια εις τ' αυτιά και την μύτην, των οποίων το κάτω χείλος σαρόνει το έδαφος, Ινδούς επί αγρίων ίππων, επί κεφαλής των οποίων τρέχει ο Μπούφαλο Μπιλ έφιππος, κραδαίνων δόρυ, πέντε ή έξ σιδηροδρόμους, οι οποίοι σφυρίζουν με όλην την δύναμιν του ατμού των, σύνταγμα αμαζόνων, επισειουσών παράδοξα όπλα, τα οποία οι Έλληνες κατατάσσομεν εις τα σαλατικά, ποδήλατα, φωνογράφους, σπίτια από πεπιεσμένον χάρτην, κινηματογράφους, ηλεκτροσκόπια, προβολείς ηλεκτρικούς! Και τρέχουν όλα αυτά, και όλοι αυτοί με ταχύτητα δαιμόνων, με βοήν χιλίων καταρρακτών του Νιαγάρα!

— Ούρρα Αμέρικα!

— Μα βρε αδελφέ, μα βρε αδελφέ, λέγω ξεγλωσσισμένος προς ένα ερυθρόδερμον, τι κάνετε εδώ; Θα σκάση όλη η Αμερική;

— Δεν ξέρεις τι κάνομεν! μου είπε θαυμάζων ο Ινδός και σείων εν αγανακτήσει το μέγα κέρατον το οποίον του εχρησίμευεν ως πολεμικόν στόλισμα της κεφαλής. Πρόσεξε να μη σ' ακούση κανείς, διότι θα τεθής εις αργίαν δι' απολύσεως, κόρνελ. Κάνομεν διαδήλωσιν και συγχρόνως γενικά γυμνάσια. Δεν βλέπεις ότι εκινητοποιήθησαν όλαι αι δυνάμεις της χώρας;…..

— Πρόσεξε! πρόσεξε!

Παρ' ολίγον να περάση από πάνω μου και να με συντρίψη τεράστιον δολλάριον, το οποίον διήλθε με ταχύτητα ατμομηχανής. Και επί τη διαβάσει του χιλιάδες πίλων ερρίφθησαν εις τον αέρα και βροντώδης ζητωκραυγή εκυλίσθη εις απέραντον μήκος:

— Ούρρα ο στρατάρχης Δόλλαρ!…

Ο Έδισσων! ο Έδισσων! ο στρατηγός Έδισσων!

Έφιππος εις ίππον σιδηρούν, του οποίου οι οφθαλμοί εκπέμπουν ηλεκτρικάς λάμψεις και οι ρώθωνες πυρ, διαβαίνει ο Μόλτκε των Αμερικανών.

— Τι νέα από την Ελλάδα μας, κόρνελ; μ' ερωτά με δημοκρατικήν αφέλειαν. Ο ναύαρχος Σαχτούρης γιατί μας αφήκε ορφανούς; Ο εξάδελφός μου ο Λαμπίκης τι γίνεται; Ο ναύαρχος Λεβίδης;…..

Και χάνεται μέσα εις λαίλαπα και βροντήν ενθουσιασμού.

Εις την Αμερικήν ή εις την Ελλάδα ευρίσκομαι; Επί εβδομάδας τώρα βομβαρδίζεται η Αβάνα και πέφτει ως η Πρέβεζα, αλλά μένει ορθή. Μήπως ο ναύαρχος Κριεζής;…..Ω Θεέ μου, ονειρεύομαι;…..Αλλά πώς μέσα εις τας αγωνιώδεις αυτάς σκέψεις μου έρχεται η ιδέα ότι η Αβάνα ονομάζεται και Χαβάνα διότι…..κόπτει καπνόν;

Ο Χρήστος ο αράπης! Είνε δυνατόν; Μα δεν απέθανε λοιπόν; Ο Χρήστος ο αράπης με ψηλό, με γάντια, με λούσα τζέντλεμαν. Και ανακαγχάζει όταν με ακούη λέγοντα ότι ήλθα να χύσω το αίμα μου υπέρ των αδελφών Κουβαίων.

— Ήρτες για πετσώματα, πες το, μου λέγει.

Κ' εντώ έχει λευτερία κλεφτερία!

Και ξεκαρδίζεται, επαναλαμβάνων με την εύθυμον ηλιθιότητα των αραπάδων:

— Λευτερία κλεφτερία!

Πανικός εις την Νέαν Υόρκην. Ο Ισπανικός στόλος έφθασε. Τι άσχημες που είνε η αραπίνες όταν κλαίουν! Οι Αμερικανοί δεν φωνάζουν πλέον ούρρα, διότι τα τελευταία φείδια έχουν την ουρά.

Μπουμ!… η πρώτη κανονιά, η οποία μ' εξυπνά… Αλλ' όχι, είνε η λάμπα μου η οποία εξερράγη και το πάτωμα φλέγεται. Και ο «κόρνελ» δεν έχει πιστόλι διά να ειδοποιήση τους πυροσβέστας.

(Απρίλιος 1898).

ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ

Είδατε τους Αθηναίους όταν επιστρέφουν από εξοχικήν πανήγυριν ή διασκέδασιν, από την Πεντέλην λ. χ. ή την Καισαριανήν; Το θέαμα είνε αληθώς ωραίον. Τα κάρρα επί των οποίων κάθονται είνε καταστόλιστα από πρασίνους κλάδους, αποτελούντας άλση κινούμενα, από τα οποία προκύπτουν κεφαλαί ευειδείς ή δυσειδείς, κεφαλαί νυμφών ή σιληνών, και φεύγουν ήχοι αυλών και τυμπάνων κρότοι μετά του θριαμβευτικού της τροχηλασίας θορύβου. Καθήμενος εις την πλατείαν του Συντάγματος προ ολίγων ημερών τους παρετήρουν επανερχομένους από την Πεντέλην και ανεπόλουν αρχαίας πανηγύρεις φυσιολατρικάς και μου ήρχετο εις τον νουν έν των χαριεστέρων ποιημάτων του Δ' Αννούντσιο, το οποίον του ενέπνευσαν κλάδοι ανθισμένης αμυγδαλής.

Αλλ' όσον και αν είνε ωραίον το θέαμα δεν εμπνέει εις όλους τας αυτάς σκέψεις. Ο Μαυρογένης, ο οποίος εκάθητο πλησίον μου, εμουρμούριζεν:

 — Έπρεπε να είμαι εγώ εξουσία να σας δείξω! να μάθετε να
καταστρέφετε τα δάση!

Ο Μαυρογένης είνε τόσον φίλος των δένδρων και πάσης πρασινάδας, ώστε έχει απόφασιν, όταν θα λάβη τα 100 ή 200 εκατομμύρια του θείου του Φραγκίσκου Μοροζίνη του Πελοποννησιακού να τα χρησιμοποιήση προς αναδάσωσιν της χώρας.

Του έκαμα την παρατήρησιν ότι εκ της αποκοπής ολίγων κλάδων ουδόλως κινδυνεύουν τα δάση· εξ εναντίας μάλιστα η μικρά αύτη εγχείρισις τα ωφελεί, όπως το κλάδεμα.

— Εγχείρισις, μου είπε, παραδέχομαι· αλλ' όταν έχης ανάγκην από εγχείρισιν, μαραγκόν θα καλέσης να την εκτελέση ή χειρουργόν;

Δίπλα μας εκάθητο περίεργον γερόντιον, ξηρόν, ως ξυλοκέρατον, με υψηλόν περιλαίμιον και λαιμοδέτην της εποχής του Καποδίστρια, με ιματισμόν μαύρον και ευπρεπή και πίλον υψηλόν, το οποίον είχε κίνησίν τινα νευρικήν εις την σιαγόνα, ως μυρικαστικήν. Εφαίνετο προσέχων μετά πολλού ενδιαφέροντος εις την ομιλίαν μας και τα μικρά του πράσινα μάτια παρουσίαζον ενίοτε ζωηρότητα έκτακτον. Έξαφνα εστράφη προς εμέ και μία ισχνή, υποτρέμουσα και διακοπτομένη φωνή μου είπεν:

— Έχει πολύ δίκιο ο κύριος… αν μου επιτρέπετε να λάβω μέρος εις την ομιλίαν σας. Το ζήτημα των δένδρων είνε σπουδαιότατον· πάσα συγκατάβασις, πάσα επιείκια αποτελεί έγκλημα κατά της ανθρωπότητος, διότι τα δένδρα εγκλείουν την ψυχήν του κόσμου. Τα δένδρα πρέπει να κηρυχθούν ιερά και να νομοθετηθούν δρακόντιοι ποιναί όχι μόνον δι' εκείνους οι οποίοι τα κόπτουν ή τα βλάπτουν, αλλά και δι' εκείνους οίτινες μόνον τα εγγίζουν.

Με τόσην ζέσιν ωμίλει, ώστε το κίτρινον πρόσωπόν του εχρωματίσθη.
Έβηξεν ολίγον, επλησίασε το κάθισμά του και εξηκολούθησε:

— Αν ήξευραν οι άνθρωποι την αξίαν των δένδρων και των φυτών, έπρεπε να φυτεύουν παντού, να μην αφήσουν χωράφια, πλατείας, δρόμους, να γίνη ο κόσμος, όπως κατά τους πρώτους αιώνας, δρυμός μέγας. Εδώ εις την Ελλάδα μάλιστα έπρεπεν αι διά τον στρατόν και το ναυτικόν δαπάναι να διατεθούν υπέρ της δενδροφυτείας, να καταρτίσωμεν στρατόν από δενδροκόμους και τους αξιωματικούς να χρησιμοποιήσωμεν διά την επίβλεψιν των δασών και των φυτειών.

Απηύθυνα βλέμμα απορίας προς τον παρακαθήμενον, όστις, όσον δενδρόφιλος και αν είνε, εφαίνετο ότι έκρινεν υπερβολικήν την τόσην δενδροφιλίαν και είπα προς το γερόντιον:

— Αλλά τότε θα ζώμεν, ως θηρία, εντός των δασών…

 — Ίσως, αλλά θα ζώμεν ενώ τώρα η ζωή του κόσμου είνε μετρημένη. Το
ξέρετε, κύριοι, ότι το τέλος του κόσμου πλησιάζει;

Επροσπαθήσαμεν να δείξωμεν, χωρίς να γελάσωμεν, την κατάπληξιν την οποίαν απαιτεί αποκάλυψις τόσον σοβαρά.

— Το τέλος του κόσμου!

 — Ναι, κύριοι, είπεν ο γέρων με τόνον Ιερεμίου, μετά 400 έτη επί του
πλανήτου μας δεν θα υπάρχη ζωή!

Έπειτα με κίνημα νευρικόν εξήγαγεν εκ του θυλακίου της ρεδιγκότας του λωρίδα αγγλικής εφημερίδος, εφόρεσε τα ματογυάλια του και είπε:

— Αυτό δεν το είπε κανείς προφήτης ωσάν κ' εκείνους του έτους 1000, δεν το λέγω εγώ, δεν το λέγει το τραπεζάκι των πνευματιστών, ούτε ο άγγελος Γαβριήλ διά της δεσποινίδος Κουεδόν εις το Παρίσι. Το λέγει ο σοβαρώτατος των συγχρόνων επιστημόνων, ο κατέχων σήμερον εις την Αγγλίαν την θέσιν του Δάρβιν, ο Τόμψων, όστις, προς τιμήν της μεγάλης επιστημονικής του αξίας, ανυψώθη εις την αγγλικήν αριστοκρατίαν και τώρα ονομάζεται λόρδος Κέλβιν. Ακούσετε.

Υπό το φως του ηλεκτρικού λαμπτήρος, ήρχισε να διαβάζη και να μας εξηγή συγχρόνως τας προρρήσεις τας οποίας ο Άγγλος σοφός έκαμε προ ημερών εις έν επιστημονικόν συνέδριον.

«Όταν η υδρόγειος σφαίρα ήρχισε ν' αποψύχεται, περιεβάλλετο από ατμόσφαιραν εξ αζώτου και ανθρακικού οξέος. Δεν ευρίσκετο αναμφιβόλως εν αυτή οξυγόνον, ως ελεύθερον στοιχείον, αφού δεν ανεκαλύφθη τοιούτον εις τα κοιλώματα των πρωτογενών βράχων, του γρανίτου επί παραδείγματι. Όλον ή σχεδόν όλον το οξυγόνον της σημερινής ατμοσφαίρας παρήχθη υπό του φυτικού κόσμου, όστις, υπό την επίδρασιν του ηλίου, έχει την δύναμιν να εξάγη το οξυγόνον εκ του ύδατος και του ανθρακικού οξέος. Ίσως την πρώτην ποσότητα του οξυγόνου επρομήθευσαν εις την ατμόσφαιραν φυτά οποία η κομφέρδα, ήτις ανθεί υπό τα εντονώτερα καύματα. Το βέβαιον είνε ότι κατ' αυτόν τον τρόπον τα φυτά και τα δένδρα εξηκολούθησαν να παρασκευάζουν τον αέρα διά την αναπνοήν των ζωικών ειδών και συγχρόνως αφήρουν και απεθήκευον τον άνθρακα υπό μορφήν ξύλου και φυλλώματος. Είνε γνωστόν ότι πάσα καύσις καταναλίσκει οξυγόνον και πάσα βλάστησις το αυξάνει. Υπολογίζεται δε ότι η ατμόσφαιρα ημών περιέχει 1,020 εκατομμύρια εκατομμυρίων τόννους οξυγόνου· αλλ' επειδή η μεν βλάστησις ελαττούται, η δε καύσις αυξάνει, ο λόρδος Κέλβιν υπολογίζει ότι μετά 400 έτη το εν τη γηίνη ατμοσφαίρα οξυγόνον θα έχη εξαντληθή, αντικαθιστώμενον υπό ανθρακικού οξέος. Επομένως θα επέλθη και το τέλος της ζωής επί του πλανήτου μας εξ ασφυξίας».

— Βλέπετε, λοιπόν, εξηκολούθησεν ο γέρων, θέτων μετά προσοχής εις το θυλάκιόν του την εφημερίδα, ότι το πράγμα δεν είνε αστείον. Με ασφυξίαν, κύριοι θα πάμε, με ασφυξίαν. Και διά να εννοήσετε πόσον είνε φοβερόν αυτό έπρεπε να πάσχετε, όπως εγώ, από άσθμα. Δεν δύναται κανείς, όσον και αν είνε άπιστος, ν' ακούη απαθώς να τον βεβαιώνουν με τοιαύτα επιχειρήματα περί του προσεχούς τέλους του κόσμου.

Μετά την πρώτην συγκίνησιν ετόλμησα να παρατηρήσω προς τον γέροντα:

— Αφού θα γίνη μετά τεσσάρας αιώνας, τι μας μέλει; Ας φροντίσουν εκείνοι που θα ζουν τότε. Μήπως εμείς θα ζούμε έως τότε;

Ο γέρων ανετινάχθη και με ητένισε με βλέμμα οργίλης εκπλήξεως:

— Δεν το γνωρίζομεν αυτό, δεν το γνωρίζομεν… Η επιστήμη έχει κάμει τόσας ανακαλύψεις, έχει κατορθώσει τόσα, τα οποία προ ολίγων ακόμη ετών θα εθεωρούντο αδύνατα και ανέλπιστα, ώστε τίποτε σήμερον πλέον να μη φαίνεται αδύνατον.

— Ώστε δεν αποκλείετε την ελπίδα να ζήσετε άλλα 400 έτη ακόμη; τον ηρώτησεν ο Μαυρογένης.

— Δεν προεξοφλώ τίποτε, αφού όλα είνε δυνατά.

— Πόσων ετών είσθε, αν επιτρέπετε; του είπα.

— Άνω των εκατόν.

— Αυτός, μωρέ φίλε μου, είνε ο Κουτεντές του παραμυθιού, μου εψιθύρισεν ο Μαυρογένης.

Ο γέρων εξηκολούθησεν, όλως προσέχων εις την ιδέαν του:

— Έπειτα και αν ημείς δεν θα ζώμεν έως τότε, δεν θα ζουν οι απόγονοί μας; Και δεν έχομεν καθήκον να φροντίσωμεν δι' αυτούς; Λοιπόν δένδρα και πάλιν δένδρα να φυτεύωμεν και όχι μόνον να μη κόπτωμεν τα υπάρχοντα, αλλά να κόπτωμεν κάθε χέρι που τα βλάπτει. Διότι αν αφήσωμεν τα πράγματα να πηγαίνουν όπως πηγαίνουν, το τέλος του κόσμου θ' αρχίση από την Ελλάδα.

Έπειτα, αφού επ' ολίγον εσιώπησεν, είπε με την μεγαλειτέραν σοβαρότητα:

— Μετά τετρακόσια χρόνια τα λέμε!

Είχεν ομιλήσει πολύ και με την τελευταίαν φράσιν του ήλθε παροξυσμός του άσθματος τόσον σφοδρός, ώστε εφοβήθημεν ότι θα ετελείωνε. Αλλά δεν τον επανίδαμεν από την εσπέραν εκείνην και πολύ φοβούμαι ότι αυτός όστις εφοβείτο μήπως αποθάνη μετά 400 έτη από έλλειψιν οξυγόνου, απέθανε την νύκτα εκείνην εξ ασθματικής ασφυξίας.

(Μάιος 1898)