ΛΑΪΚΑ ΘΕΑΜΑΤΑ
Ο προ διετίας πλημμυρήσας Ιλισσός μετετόπισε, μετά της κοίτης του, και τα κέντρα των λαϊκών τέρψεων του θέρους. Εκεί όπου επί δεκάδας ετών εσείετο η γη, κατά τας θερινάς νύκτας, υπό τας εκρήξεις της ευθυμίας του πλήθους, υπό τους ήχους των χαλκίνων οργάνων και τους κρότους των ράβδων, εφέτος επικρατεί σκότος και ερημία επί εδάφους παραμορφωθέντος, αγνωρίστου. Αντί της άλλοτε ζωηράς κινήσεως εις την κατάφωτον λεωφόρον Όλγας, την οποίαν επλήρουν αι κραυγαί των μικροπωλητών, τώρα κατά την νύκτα σπανίως συναντάς κανένα περιπατητήν, ρομαντικόν της παρελθούσης γενεάς, ότε τα «έξοχα τα πνεύματα» εζήτουν την ερημίαν αντί των αγυιοπαίδων, οίτινες, σκαρφαλωμένοι εις τα δένδρα, απετέλουν συμπλέγματα γραφικά, διαπιστούντα την γνώμην ότι καταγόμεθα από τετράχειρας, τώρα επί των σκυθρωπών πλατάνων, διανυκτερεύει ο βύας και η κραυγή του διαχύνεται εις την ερημίαν, ως θλιβερά απήχησις της φωνής του Καλίτση.
Αφηρημένος προχθές διευθύνθην προς τα εκεί· και επερίμενα ν' ακούσω την αγριωπήν κραυγήν:
— «Φόρα! Φόρα!» κραυγήν περιέχουσαν όλην την αγρίαν λύσσαν, ήτις εστοίχισεν άλλοτε εις το κράτος 60,000 δρ. διά την αρπαγείσαν γυναίκα του ιπποδρομίου Φουρνιέ. Και επερίμενα να ίδω διά μέσου των κιγκλίδων την ημίγυμνον «μπαρμπουνάραν», δαιμονίζουσαν το κοινόν των κουτσάβων και των αφελών διά των ακκισμών και των μειδιαμάτων και άδουσαν διά βραγχνής φωνής και υπό βροχήν ανθοδεσμών, συριζουσών γύρω της ως βλήματα και διευθυνομένων ιδίως προς το κρεωπωλείον του στήθους της, ενώ εν χορώ οι θαυμασταί επανελάμβανον την επωδόν του άσματος:
Α! α! α! α! α! α!
Αλλ' η σιγή η απόλυτος μ' εξήγαγεν εκ της αφαιρέσεώς μου, ως αφυπνίζει τον κοιμώμενον επιβάτην η στάσις του σιδηροδρόμου. Και η κοιλάς του Ιλισσού μου έκαμεν εντύπωσιν του μαγευμένου δάσους των παραμυθιών, εις το οποίον, αντί της «βασιλοπούλας» εκοιμάτο η φαινομηρίς και γυμνόλαιμος «μπαρμπουνάρα» των λαϊκών θεάτρων.
Αλλ' ο γνωστός ήχος ιπποδρομικού εμβατηρίου έστρεψε την προσοχήν μου και το βήμα μου προς την Πύλην του Αδριανού, όπου αι επελθούσαι μεταβολαί μετέθεσαν το λαϊκόν θέατρον. Εκεί εις μίαν μάνδραν ευρύχωρον εύρον τον κοσμάκην παραδεδομένον εις τας προσφιλείς του τέρψεις και χειροκροτούντα τον εαυτόν του. Διότι εκείνος ο επί της σκηνής στρατιώτης και μάλιστα ο υποδεκανεύς, όστις έρχεται μετ' ολίγον, είνε γνήσιοι τύποι των ελληνικών στρατώνων, εξ εκείνων οίτινες διά της καντάδας εξάγουν από τα μαγειρεία τα δουλικά και τους κεφτέδες. Ο στρατιώτης Πασχάλης συνεννοείται με την ερωμένην του πότε θα γίνη ο γάμος των· αλλ' αύτη πριν ή ορίση την ημέραν του γάμου, διατυπόνει τας αξιώσεις της. Δεν θέλει μεγάλα και αδύνατα πράγματα· μόνο ένα δακτυλιδάκι με μια μικρά μικρά πέτρα, σαν…. στραγάλι. — Γελά ή δεν γελά το κοινόν, το οποίον γνωρίζει από αδάμαντας;
— Και πόσο κάνει αυτό το δακτυλιδάκι;
— Μόνο πεντακόσες δραχμές, Πασχαλάκη μου.
— Πεντακόσες δραχμές! Πάει να πη ότι ο γάμος θα γίνη μετά 500 χρόνια, διότι μόνο μετά 500 χρόνια θα μπορέσω να κάμω 500 δραχμές.
Αλλ' επί τέλους τα συμφωνούν. Απερχόμενος δε ο Πασχαλάκης, συναντάται (με το απαραίτητον τρακάρισμα), με τον υποδεκανέα, όστις ξεκαρδίζεται εις τα γέλια, ακούσας τα περί γάμου σχέδια του στρατιώτου. Και μετά διάλογον ικανώς κωμικόν διευθύνεται προς την θύραν της Λεβρέτας — ως ονομάζεται η ερωμένη, ίσως διά τα κυνικά αισθήματα, τα οποία βραδύτερον αποκαλύπτει.
— Δεν μου λες τι θέλεις αυτού; ερωτά ο στρατιώτης με εύλογον απορίαν.
— Τι θέλω;… την ερωμένην μου, η οποία κατοικεί εδώ.
Ο στρατιώτης εξαγριούται και αποπειράται να ξιφουλκήση, αλλά το ξίφος είνε κολλημένον γερά εις την θήκην του. Και, μετά ματαίας αποπείρας, παρακαλεί τον αντίπαλον να τον βοηθήση.
— Τι θέλεις τώρα; του λέγει ο υποδεκανεύς, αφού τον συνέδραμε να ξιφουλκήση. Να σε γεμίσω γιακάδες;
Αλλά ο Πασχαλάκης, πριν ή αφήση αχαλίνωτον την οργήν του, θέλει να βεβαιωθή περί της απιστίας. Και κρυμμένος παρίσταται εις συνέντευξιν της Λεβρέτας μετά του υποδεκανέως, όστις με την προσήκουσαν αγανάκτησιν την ερωτά αν είνε αληθές ότι πανδρεύεται με κάποιον Πασχαλάκην, «που τον έχομεν στο λόχο και καθαρίζει την… Καλλιόπη».
— Τον Πασχαλάκη! απαντά η φιλάρεσκος. Εκείνη την αρκούδα! Χα! χα!
χα!
Αλλά τα αυτά επαναλαμβάνει και μετ' ολίγον εις τον Πασχαλάκην, ακροωμένου εκ της κρύπτης του υποδεκανέως:
— Τον…! εκείνο το λούστρο!
Και όταν μένουν οι δύο, ο Πασχαλάκης με κωμικωτάτην κίνησιν προτείνει τον πόδα προς τον αντεραστήν:
— Παιδί, έχεις βερνίκι;
Και ούτω καθ' εξής. Η κωμωδία, φαίνεται, είνε ξένη φάρσα, αλλ' οι λαϊκοί υποκριταί κατορθώνουν να της δίδουν τέλειον χρωματισμόν ελληνικόν και να την αρτύουν δι' αφθόνου χονδροκομμένου άλατος.
Και ο πλατύς γέλως του λαού εκχύνεται ελεύθερος, ειλικρινής, ανακουφιστικός από τας ανίας και τους μόχθους της ημέρας.
Έπειτα μία Ιταλίς ετραγούδησε μετά νεαρού συμπατριώτου της και αι ανθοδέσμαι εξετοξεύοντο τόσον προς αυτήν, όσον και προς αυτόν. Κατόπιν ελληνικά άσματα, έπειτα χοροί και γυροβολισμοί ιλιγγιώδεις και επίδειξις ασπρορρούχων, προκαλούντων χειροκροτήματα…. ίσως διά την καθαριότητά των.
Ελησμόνησα να σημειώσω ότι ο στρατιώτης Πασχαλάκης εφόρει ξίφος μακρόν και μανδύαν ταγματάρχου, ίσως εξ εκείνων οίτινες εσπάρησαν υπό τινων αξιωματικών μας εις την Θεσσαλίαν. Αληθώς τοιούτος πόλεμος δεν ηδύνατο ή να παράσχη οπωσδήποτε ύλην εις κωμικόν θέατρον και τοιούτον θέατρον.
(Μάιος 1898).
ΑΠΟ ΤΟ ΠΑΡΑΘΥΡΟΝ
Μία εκ των σκηνών, αι οποίαι μου έκαμαν εξαιρετικήν εντύπωσιν εις το «Ασομοάρ» του Ζολά είνε εκείνη όπου η Γερβασία, κρατούσα εις την αγκάλην της την μικράν Νανάν, μεταβαίνει να καλέση διά το γεύμα τον σύζυγόν της Κουπώ, τζιγκοεργάτην, εργαζόμενον επί της στέγης υψηλής οικίας. Η σύζυγος τον φωνάζει, το δε νήπιον κινεί προς αυτόν το ροδαλόν του χεράκι και ψελίζει:
— Να με, μπαμπά, να με!
Ο Κουπώ νεύει προς την σύζυγον ότι δεν θ' αργήση. Επειδή την φιλοπονίαν του δεν είχε χαυνώσει ακόμη το οινόπνευμα, ο καλός εργάτης ήθελε να τελειώση την εργασίαν την οποίαν είχεν αρχίσει.
Ενώ δε η Γερβασία τον παρατηρεί μετ' ανησυχίας κινούμενον επί του ολισθηρού και επικλινούς τσίγκου, από έν εκ των απέναντι παραθύρων παρακολουθεί τας κινήσεις του και μία επιμήκης και κίτρινη μορφή γραίας, αλλά με διάφορον αίσθημα. Τον παρατηρεί από ώρας επιμόνως, ως να περιμένη κάτι τι, το οποίον μεγάλως την ενδιαφέρει. Μόνον δε όταν ο Κουπώ ολισθήσας κατεκρημνίσθη και συνετρίβη εις το λιθόστρωτον της οδού, η γραία, ως να ικανοποιήθη η προσδοκία της, απεσύρθη και έκλεισε το παράθυρον.
Την γραίαν εκείνην μου ενθυμίζει η πανταχόθεν της Ευρώπης εκδηλουμένη ανυπομονησία διότι ο Αμερικανικός και Ισπανικός στόλος βραδύνουν να συγκρουσθούν, να καούν, να βυθισθούν, να κοκκινήση από αίμα ο Ατλαντικός, ως εκοκκίνησε προ ημερών ο Ειρηνικός. Η γραία Ευρώπη έχει ανοίξει το παράθυρόν της και αδημονούσα περιμένει την σύγκρουσιν των δύο αντιπάλων στόλων.
— Μα τι, το κρυφτό παίζουν; Κακό χρόνο νάχουν!
Αδημονεί ως εάν επλήρωσε θεωρείον εις παράστασιν βραδύνουσαν και είνε έτοιμη να πετάξη το μαξιλάρι της εις την σκηνήν.
Οι χαρτοπαίκται λέγουν ότι των ανθρώπων ο χαρακτήρ φαίνεται εις τα χαρτιά. Το χαρτοπαικτικόν τούτο αξίωμα σκοπόν κυρίως έχει να πείση τους αφελείς ότι δεν πρέπει να μιλούν όταν τους κλέπτουν εις τα χαρτιά· αλλ' είνε περισσότερον βέβαιον ότι των ανθρώπων η φύσις φαίνεται εις τον πόλεμον. Εν καιρώ πολέμου προ πάντων αποδεικνύεται πόσον η ανθρωπότης απεμακρύνθη ολίγον από την αγρίαν καταγωγήν της. Άτομα βεβαίως υπάρχουν τα οποία ειλικρινώς απεχθάνονται τας αγριότητας του πολέμου, αλλ' η πλειοψηφία της ανθρωπότητος αποτελεί, αν ουχί μέγαν καννίβαλον, τουλάχιστον μέγαν βάρβαρον, ο οποίος κατά βάθος ολίγον διαφέρει από τους προγόνους του, οίτινες έθυον ανθρώπους εις τους θεούς των και οίτινες βραδύτερον τόσον ετέρποντο εις τα θεάματα των αμφιθεάτρων.
Γνωρίζω μίαν κυρίαν, ήτις, ως πάσαι αι ομόφυλοί της, θέλει να φαίνεται ως άγαν ευαίσθητος και ευσπλαχνική. Και οσάκις ακούση να γίνη λόγος περί θανάτου ή ασθενείας έστω και όλως αγνώστου εις αυτήν ανθρώπου δεν παραλείπει να είπη:
— Πώς τον λυπούμαι τον κακομοίρη!
Και όμως κάποτε ελησμόνησε και ωμολόγησεν ότι παρευρέθη εις όλας τας καρατομήσεις των τελευταίων ετών. Αλλ' ήκουσά ποτε και κάποιον, όστις απομακρυνόμενος από μίαν πυρκαϊάν έλεγεν εν απογοητεύσει:
— Ωχ! αδελφέ, πυρκαϊά είν' αυτή, που δεν έχει ούτ' ένα θύμα;
Υπό ολίγην ή πολλήν υπόκρισιν, τοιαύτη είνε η ανθρωπότης εν τω συνόλω ή εν τη μεγάλη πλειονότητι αυτής, όπερ καταντά το αυτό. Είνε μέγα θηρίον, του οποίου η μεγάλη ηδονή ευρίσκεται εις την καταστροφήν. Και αν εκφράζη συμπάθειαν, αύτη έρχεται ως αμοιβή διά την ηδονήν του θεάματος, η οποία, αντιθέτως προς ό,τι γίνεται εις τα θέατρα, δεν πληρόνεται προκαταβολικώς, αλλά κατόπιν, όταν πλέον είνε και ανωφελής.
Όχι πολύ βαθεία ανάλυσις δύναται ν' αποδείξη ότι τα ωραία αισθήματα, όπως και τα ωραία άνθη, έχουν φυτρώσει εις την κόπρον. Η ηδονή της τραγωδίας δεν είνε πολύ ξένη προς αυτήν την φυσικήν αγριότητα. Εις αυτήν δε ίσως πρέπει ν' αναζητήσωμεν και την αρχήν του προς τους νεκρούς σεβασμού. Ο αποθανών δεδικαίωται, διότι είχε την διάκριση ν' αποθάνη και έπαυσε να είνε επικίνδυνος ή οχληρός. Και όχι μόνον δεδικαίωται, αλλά και συμπαθητικός γίνεται και προθύμως του αναγνωρίζονται όλαι αι αρεταί. Ο αποθανών δεδικαίωται δύναται να μεταφρασθή· «Τώρα ποιος τον λογαριάζει;»
Το φαινόμενον τούτο παρουσιάζεται ιδίως κατά τους θανάτους πολιτικών ανδρών. Άνθρωποι οίτινες ζώντας τους απεκάλεσαν προδότας, ηλιθίους και ολετήρας, τους ανακηρύττουν σπουδαίους και μεγάλους μετά θάνατον. Η μεγαλοψυχία δε αύτη αυξάνει αναλόγως προς την τραγικότητα του θανάτου των. Και έχομεν πρόσφατα παραδείγματα, τον Καρνώ, τον Κανόβαν, τον Τρικούπην. Μόνος ο ημέτερος Θοδωράκης απέδειξεν ότι δεν έχει και αυτήν την ανωφελή μεγαλοψυχίαν. Και δεν ηθέλησε να είπη περί του Τρικούπη εκείνο το οποίον με άλλους λόγους λέγουν όλοι, εκείνο το οποίον είπεν ο εχθρός του Γάλλου ευπατρίδου Γκύζη, όταν τον είδεν εξηπλωμένον νεκρόν:
— Έτσι μου φαίνεται μεγαλείτερος.
Εάν αληθεύουν τα προχθεσινά τηλεγραφήματα (*), ο αμερικανικός στόλος κατεστράφη, αποθανόντος και του Σάμψων μετά των αλλοφύλων, κατεστράφη δε σχεδόν και ο ισπανικός. Τελειοτέραν ικανοποίησιν δεν ηδύνατο να προσδοκά η βλοσυρά γραία. Θα κλείση άρά γε τώρα το παράθυρόν της, ψιθυρίζουσα με ενδόμυχον ευχαρίστησιν: «Τους κακόμοιρους!» ή θα περιμένη να ίδη και τα αμερικανικά παράλια βομβαρδιζόμενα και ν' απολαύση εις την ξηράν την τραγωδίαν, ην εχειροκρότησεν εις το πέλαγος;
(Μάιος 1898).
*) Ήσαν τηλεγραφήματα… εξ Αθηνών.
ΛΗΣΤΩΝ ΙΣΤΟΡΙΑ
Το πανόραμα των κακουργημάτων του Ντεσκερέ εκτυλίσσεται ενώπιον του κακουργιοδικείου Ναυπλίου, ο κόσμος παρακολουθεί το θέαμα και ο ληστής, μη δυνάμενος να ρίψη σφαίρας κατά της πολιτείας και της δικαιοσύνης, ρίπτει περιφρονητικά σκώμματα κατά των νόμων, οίτινες τον θεωρούν Λερναίαν Ύδραν.
— Ποιος θα μου δανείση τώρα μίαν άλλην κεφαλήν, διά να εκτελεσθή η δευτέρα θανατική ποινή;
Και ο απλούς κόσμος, λησμονών επί στιγμήν το αίμα το οποίον έχυσεν ο φοβερός ληστής μετά τόσης σκληρότητος, θαυμάζει την περιφρόνησίν του προς τον θάνατον και εις τα χείλη του ίσως έρχεται κανέν εκ των πολλών ασμάτων, δι' ων η λαϊκή μούσα απηθανάτισε τους μεγάλους ληστάς του παρελθόντος:
Γόνα με γόνα κάθεται ο Καναδός κι' ο Γύφτος…
Ομολογώ δε ότι και εγώ, εις την σημερινήν εποχήν τουλάχιστον, δεν ευρίσκω όλως αδικαιολόγητον τον θαυμασμόν του. Μετά πόλεμον, κατά τον οποίον τόση παρουσιάσθη μικροψυχία, τόση μέριμνα διά το σαρκίον, δεν είνε μικρόν πράγμα να βλέπης ένα άνθρωπον επαναστατούντα κατά της κοινωνίας και των νόμων αυτής και κηρύττοντα πόλεμον κατ' αυτής αδιάλλακτον. Ο άνθρωπος αυτός είνε βεβαίως μέγας κακούργος· αλλά τι πταίει ο δυστυχής λαός, εάν στρεφόμενος γύρω του δεν βλέπει τίποτε άλλο μέγα, ούτε μεταξύ των στρατιωτικών, ούτε μεταξύ των πολιτικών, ούτε μεταξύ των επιστημόνων; Βλέπει μόνον μικρότητα και ευτέλειαν, ψεύδη και υποκρισίαν. Ανδράρια τα οποία ορθούνται επί των τακουνιών των διά να περάσουν ως γίγαντες, ληστάς οι οποίοι περιφέρονται εις τας πόλεις με το προσωπείον εντίμων υποκειμένων. Και επειδή ο άνθρωπος έχει έμφυτον την ανάγκην του θαυμασμού, ο μικρός κόσμος δεν ευρίσκει τίποτε άλλο να θαυμάση, παρά μόνον τους εξέχοντας εις το κακόν, τους μεγάλους ληστάς.
Τι πταίει ο ταλαίπωρος ο κοσμάκης, εάν δεν προσφέρεται ευγενέστερον και υψηλότερον ιδεώδες εις τον θαυμασμόν του και εάν η πρωτογενής του ευρωστία δεν αφίνει την ψυχήν του να καταληφθή από απαισιοδοξίαν και απογοήτευσιν; Ο ληστής είνε μέγας εις το κακόν, αλλ' είνε μέγας οπωσδήποτε. Δεν είνε μικρόν πράγμα να περιφρονή τις τον θάνατον, τον οποίον θεωρούμεν το μέγιστον των ανθρωπίνων δεινών. Όταν μάλιστα ο ληστής έχει ιπποτισμόν τινα, και δεν είνε πολύ σπάνιος ο ληστρικός ιπποτισμός, ευκόλως εξυψούται εις ηρωικήν περιωπήν εις την λαϊκήν συνείδησιν. Ο Μαργώνης, όστις προπέρυσι, διά να μη υποβληθή η σύζυγός του εις τας ενοχλήσεις του εκτοπισμού, επροτίμησε να παραδοθή, εκίνησε συμπαθείας των οποίων δεν ήτον ανάξιος. Αλλ' όταν προ ετών ωδηγήθη διά να καρατομηθή εις το πεδίον του Άρεως ο Τσιμπουκλάρας, όστις ανανδρότατα και απανθρωπότατα εφόνευσε τα δύο τέκνα δημάρχου τινός, τα οποία είχεν αιχμαλωτίσει η συμμορία του, το πλήθος παρ' ολίγον να τον κατασπαράξη. Απέθανε δε ο Τσιμπουκλάρας, ως αποθνήσκουν οι άνανδροι, υπό την γενικήν βδελυγμίαν και περιφρόνησιν. Όταν ηθέλησαν να τον αναβιβάσουν εις το ικρίωμα ευρέθη νεκρός εκ φόβου. Το πλήθος όμως επέμεινεν εν βοή να κοπή και εκαρατομήθη νεκρός, όπως ήτο. Εξ άλλου οι λησταί συνεχίζουν τρόπον τινά την παράδοσιν των κλεφτών και υποκλέπτουν την δόξαν εκείνων εν τη συνειδήσει των απλοϊκών. Όπως ο πυρήν της επαναστάσεως εσχηματίσθη υπό των κλεφτών, ο πυρήν των πρώτων ληστρικών συμμοριών, μετά την επανάστασιν, εσχηματίσθη εκ των διαλυθέντων υπό του Κυβερνήτου ατάκτων σωμάτων, ότε οι Αλβανοί άτακτοι εξέφραζον το παράπονόν των δι' άσματος αρχομένου ως εξής:
Κυβερνήτη νουκ ναντό, ντο τ' μπίνι τακτικό.
Ήτοι ο Κυβερνήτης δεν μας θέλει, θέλει να κάμη τακτικόν στρατόν. Μετά των ατάκτων δε επλημμύρησαν την Ελλάδα τουρκαλβανών συμμορίαι, υποθαλπόμεναι υπό των πολιτευομένων και χρησιμοποιούμεναι εις τας εναντίον του Όθωνος ανταρσίας. Τοιούτοι ήσαν οι εταίροι μεθ' ων ο Μερεδίτης επέδραμε κατά των Πατρών και ελήστευσε την Τράπεζαν. Τόσον δε λυσσώδης και απροκάλυπτος ήτον ο πόλεμος των Άγγλων κατά του Όθωνος, ώστε αγγλικόν πολεμικόν διέσωσε την συμμορίαν και τα λάφυρα από την καταδίωξιν και διεπεραίωσε τον Μερεδίτην εις Επτάνησον και εκείθεν εις Μάλταν. Τον δε αρχιληστήν Τιφιλμπούζην λέγεται ότι αυτός ο Κωλέττης εκάλεσεν εις την Ελλάδα εκ Βιτωλίων.
Όταν δε το 1854 ο Καλλέργης διέλυσε τους οροφύλακας, νέαι δυνάμεις προσετέθησαν εις την ληστείαν, την οποίαν μετά τινα έτη ενίσχυσε και η «λαοσωτήριος» Μεταπολίτευσις.
Εκ των ληστών εκείνων τα εννέα δέκατα ήσαν κοινοί κλέπται και κακούργοι· αλλ' υπήρξαν καί τινες εξαρθέντες εις περιωπήν μυθιστορικών προσωπικοτήτων, εις Ερνάνιδες και Φρα Διαβόλους.
Ο Μπίμπιζας, ο οποίος διητάτο εις την Αττικήν και συνήθως ελημέριαζε εις την Καισαριανήν, εισήρχετο εις τας Αθήνας, εξυρίζετο εις το κατά την οδόν Ερμού κουρείον του Καλαματιανού, μετημφιέζετο εις τζέντλεμαν με κυλινδρικόν πίλον και, μεταβαίνων εις την « Ωραίαν Ελλάδα», έπινε τον καφέ του εν μέσω του καλλιτέρου κόσμου των Αθηνών· απερχόμενος δε άφινε το επισκεπτήριόν του — διότι είχε και επισκεπτήρια ο ευγενής άνθρωπος.
Αλλά δεν είχε και μεγάλην ανάγκην να μεταμφιέζεται, παρά μόνον διά να εκπλήττη τον κόσμον, διότι ισχυρός κομματάρχης της Αττικής τον επροστάτευε. Κάποτε μάλιστα συνέλαβε και την δούκισσαν της Πλακεντίας, αλλά χωρίς κανένα κακόν σκοπόν και μόνον διότι έπληττεν εις την μοναξίαν των βουνών και ήθελε να περάση στιγμάς τινας ευαρέστου ομιλίας μετά μιας δουκίσσης. Άλλοτε, ως λέγεται, ενεφανίσθη και προς αυτόν τον Όθωνα και του εζήτησεν αμνηστείαν. Κάποτε δε, ευρών καλάς τινας οικογενείας εις Καισαριανήν, διεσκέδασε μετ' αυτών, ως αληθής ιππότης, άνδρες δε και κυρίαι εγοητεύθησαν από την ευγένειαν και την καλωσύνην του. Είχε δε αληθώς ευγενή ψυχήν, ως αποδεικνύει η προς τα δένδρα στοργή του. Και σώζονται ακόμη αι λεύκαι τας οποίας εφύτευσεν εις την Καισαριανήν και υπό την σκιάν των οποίων τον εφόνευσαν.
Ο Λύγκος ωνομάσθη Παππούς, ίσως διά την ηλικίαν του, αλλά πιθανώτατα και διά την ιδιόρρυθμον αγαθότητά του. Διότι ελήστευε τους ευπόρους, αλλ' εβοήθει τους πτωχούς, επροίκιζε πτωχάς κόρας και ετιμώρει τους αδικούντας, εξασκών ιδίαν δικαιοσύνην, ως αληθής Βασιλεύς των ορέων. Διό και τον θάνατόν του εθρήνησεν η λαϊκή ποίησις:
Μην τον είδετε, τον απαντήσετε το Λύγκο το λεβέντη τον αρχιλιστή…
Αλλ' οι άγριοι ήρωες του Διλεσίου, ένεκα του κακουργήματος των οποίων εκινδύνευσεν αυτή η ανεξαρτησία της Ελλάδος, κατά τον Τάκερμαν, ημαύρωσαν την ρωμαντικήν αίγλην της νεωτέρας κλεφτουριάς. Και μολονότι ο βίος εν Ελλάδι θα καταστή ίσως πολύ μονότονος, ευχής έργον θα είνε η πτώσις της κεφαλής του Ντεσκερέ να σημειώση το τέλος ή την αρχήν του τέλους των ηρωικών χρόνων εις την πατρίδα του Νταβέλη καί τινων πρώην υπουργών.
(Ιούνιος 1898).
ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΕΝΟΣ ΣΤΡΑΤΗΓΟΥ
Διά της αυτοκτονίας του ο στρατηγός Ράλλης ηλάττωσε τον αριθμόν των Ελλήνων στρατηγών κατά ένα και ηύξησε τας απορίας της ανθρωπίνης επιστήμης κατά πολλάς. Από του Αριστοτέλους και του Παρακέλσου μέχρι του Μπρόουν Σεκάρ οι καταγινόμενοι εις την ανακάλυψιν του μυστικού της μακροβιότητος συμφωνούν ότι διά να γίνη τις μακρόβιος πρέπει να είνε κράσεως υγιούς, και όμως ο ημέτερος στρατηγός ήτο καμπούρης και τοιούτον τον εγνώρισεν ο Καποδίστριας και ο Εδμόνδος Αμπού, τοιούτον δε τον εγνωρίσαμεν και ημείς οι αποτελούντες την τετάρτην εκ των ηλικιών ας εγνώρισεν ο μακαρίτης· ο τράχηλός του εβυθίζετο μεταξύ ανυψωμένων ώμων, το στήθος του ήτο βραχύ και τα σκέλη του μακρά ως αράχνης πόδες· κορμός νάνου και σκέλη σχεδόν γίγαντος. Και όμως έφθασεν ακμαιότατος εις ηλικίαν 97 ετών και, αν δεν κατελαμβάνετο εξ ανυπομονησίας, ίσως θα έφθανε τα 120, ίσως και τα 150.
Το δύσκολο ν είνε να φθάση τις εις τα 100, όπως και να υπερβή την ήβην διότι έχει και ο βίος, όπως και οι ωκεανοί, τας επικινδύνους διαβάσεις του, μετά την υπέρβασιν των οποίων η ζωή επί μακρόν εξασφαλίζεται. Ενώ δε αυτός με σκελετόν ούτω διεστραμμένον εκ νόσου των οστών, με όργανα επίσης διεστραμμένα εντός τοιούτου περιβλήματος, έφθασεν εις τα άκρα όρια της ανθρωπίνης ζωής και έφθασε μάλιστα ορχούμενος και ευθυμών, άλλοι κάλλιστα διαπλασμένοι και υγιέστατοι, ως τουλάχιστον κοινώς εννοούμεν την υγείαν, πίπτουν εις την αρχήν μόλις της βιωτικής πορείας, προς γενικήν έκπληξιν. Ο κακόμοιρος, τόσο νέος και τόσο γερός! ποιος το ήλπιζε!
Αλλ' εις το ζήτημα της μακροβιότητος, όπως και εις πολλά άλλα, η επιστήμη παραδέρνει εντός κυκεώνος αντιφάσεων, τας οποίας ηύξησαν, αντί να ελαττώσουν, αι πρόοδοι της στατιστικής.
Ο εκατοντούτης ρωμαίος Μάριος Πολλίων απέδιδε την μακροβιότητά του εις τας δι' ελαίου εντρίψεις τας οποίας έκαμνε και εις τον δι' οίνου βρεγμένον άρτον, τον οποίον έτρωγεν, ενώ οι επίσης δι' ελαίου αλειφόμενοι αθληταί της αρχαιότητος δεν διεκρίνοντο επί μακροβιότητι.
Άλλοι διατείνονται ότι η ραστώνη και η καλοπέρασις είνε η ασφαλεστέρα οδός προς την μακροβιότητα· και όμως είνε γνωστόν ότι ο Άγιος Αντώνιος, ο σύντροφός του Μακάριος και ο Παύλος ο Ερημίτης υπερέβησαν εν τω ασκητικώ βίω τα εκατόν έτη. Ενώ δ' επ' εσχάτων ο Ουίλλιαμ Κίνεαρ συνεπέραινε από τούς εν Αμερική βαθυγήρους ότι η μακροβιότης είνε προνόμιον αποκλειστικόν των πτωχών, όπως και η βασιλεία των ουρανών, εν Σκωτία δε μεταξύ των εσχατογήρων απεδείχθησαν πλειοψηφούντες οι ζητιάνοι, οι κηπουροί και εν γένει πτωχοί άνθρωποι, η στατιστική του Κάρπερ εξ άλλου αποδεικνύει ότι οι πλούσιοι έχουν τρεις πιθανότητας περισσοτέρας από τους πτωχούς διά να φθάσουν τα εκατόν.
Εις την ιστορίαν των μακροβίων η μεγαλοφυία διαγκωνίζει την άνοιαν, ο πολιτικός τον γεωργόν, ο κληρικός τον λαϊκόν, ο εγκρατής τον ακόλαστον και το μόνον ακριβές πόρισμα των παρατηρήσεων της επιστήμης είνε ότι, διά να γίνη κανείς εκατοντούτης, το ασφαλέστερον μέσον είνε να μη αποθάνη.
Και της αβεβαιότητος ταύτης μάρτυς είνε ο βίος του μακαρίτου στρατηγού, όστις, εάν δεν ενίκησεν εις καμμίαν μάχην, κατώρθωσε ν' ανατρέψη, μετά της υγιεινής, τους κανόνας επί των οποίων κατεσκευάσθη ο Ερμής του Πραξιτέλους. Ουδείς διεσκέδασεν όσον αυτός και επί της βασιλείας του Όθωνος υπήρξεν ο ήρως των αιθουσών. Ο Αμπού τουλάχιστον αναφέρει ότι επί των ημερών του ο ευνοούμενος των κυριών της ανωτέρας τάξεως των Αθηνών ήτο «ένας καμπούρης καταλυματίας, με πόδια γεμάτα κάλους». Ο δε Θ. Δηλιγιάννης και άλλοι σύγχρονοι διέσωσαν την χαριεστάτην ιστορίαν του μοναδικού πολεμικού επεισοδίου του, το οποίον θα εζήλευε και στρατηγός κωμειδυλλίου.
Κατά την επανάστασιν του 54 εξεστράτευσε και ο στρατηγός επί κεφαλής σώματος ιππέων, αφού πανηγυρικώς εμετάλαβεν εις τον Άγιον Γεώργιον, όπου πολλοί ωραίοι οφθαλμοί έχυσαν δάκρυα. Αλλά καθ' οδόν οι ιππείς του ήρχισαν να λιποτακτούν, μεταβαλλόμενοι εις αγωγιάτας, οι ολίγοι δε με τους οποίους έφθασεν εις Καλαμπάκαν ετράπησαν, κατά την πρώτην συμπλοκήν, εις φυγήν, ηναγκάσθη δε και ο στρατηγός να τους ακολουθήση και, προς διευκόλυνσιν της φυγής του, έκαμεν αβαρίαν των αποσκευών του. Ούτω οι Τούρκοι ανεκάλυψαν δισάκκιον, περιέχον μεγάλην συλλογήν εγγράφων· νομίσαντες δε ότι ήσαν σχετικά με την επανάστασιν, τα απέστειλαν εις Κωνσταντινούπολιν, όπου ανεκάλυψαν ότι ήσαν…. ερωτικαί επιστολαί. Και η παράδοσις αναφέρει ότι οι σύζυγοι και οι συγγενείς των ενδιαφερομένων κυριών επλήρωσαν προς εξαγοράν των εγγράφων εκείνων ποσόν ανάλογον με την αποζημίωσιν, δι' ης εξαγοράζομεν σήμερον την Θεσσαλίαν.
Αλλ' ο στρατηγός, αδιαφορών τόσον διά το σκάνδαλον τούτο όσον και διά τους κάλους του, εξηκολούθησε να χορεύη μέχρι των ημερών μας.
Εδώ δε είνε ίσως το μυστήριον της μακροβιότητός του. Αι ορχηστρίδες, φαίνεται, όσαι κατορθόνουν να διαφεύγουν την συγκοπήν, πραγματοποιούν τους ισχυρισμούς του Μπυφώνος και του Χάλλερ, κατά τους οποίους ο άνθρωπος δύναται να ζήση μέχρι 200 ετών. Εκτός δε των νεωτέρων παραδειγμάτων, επί Ρωμαίων η Έλια Κατούλα εχόρευσεν εις τα Γιουβενάλια εν ηλικία 80 ετών. Ο δε ημέτερος στρατηγός ενέτεινε το πεπαλαιωμένον ρεκόρ, χορεύσας εν ηλικία 95 ετών.
Κατά βάθος ήτο αγαθός άνθρωπος και, προκειμένου περί ιππωνειών, εκίνει την έκπληξιν εκείνων οίτινες προμηθεύουν εις το κράτος όνους με τακούνια αντί ημιόνων, διότι ο στρατηγός έκλεπτε μόνον καρδίας. Ήτο δε και αστείος ενίοτε. Παρευρεθείς κατά τα 1850 εις τας εξετάσεις της σχολής των Ευελπίδων, είδεν ένα των μαθητών μη δυνάμενον ν' απαντήση εις την ερώτησιν «Εξ ενός διδομένου σημείου πόσας καθέτους δυνάμεθα να φέρωμεν επί μιας ευθείας;».
— 73, του εψιθύρισεν ο τότε καταλυματίας, και ο μαθητής επανέλαβε την συμβουλήν, διό και απερρίφθη· ως δε συνέβαινε τότε, μετετέθη εις την ναυτικήν σχολήν και σήμερον είνε μέγας και τρανός βαθμοφόρος του ναυτικού.
Μετά της αγαθής δε μνήμης ο στρατηγός καταλείπει πολύτιμα διδάγματα. Δεν είνε, φαίνεται, μέγα αγαθόν η μακροβιότης, αφού οι γέροντες, οι τόσον στερεώς εχόμενοι εις την φεύγουσαν ζωήν, την απορρίπτουν με μίσος άμα υπερβή τα συνήθη όρια. Προ ημερών εν Βιέννη μία κυρία 98 ετών υπό τοιούτου φόβου κατελήφθη επί τη ιδέα ότι θα έφθανε τα 100, ώστε επρόλαβε και ηυτοκτόνησε. Και αυτός ο Θεός ίσως θα έχη βαρυνθή το βαθύ και ατελεύτητον γήρας του. Πολύ δε περισσότερον άνθρωποι ασθενείς, έχοντες νυχθημερόν επικρεμάμενον τον φόβον του θανάτου.
Ίσως οι σοφοί, οι ευρίσκοντες ηδονήν εις την μελέτην και τας επιστημονικάς ερεύνας, δεν βαρύνονται την ζωήν όσον και αν παραταθή και συμφωνούν μετά του Ουγκώ, όστις ηύχετο να ζήση όσον το δυνατόν περισσότερον. Αλλ' ένας στρατηγός των αιθουσών τι θέλει εις αυτόν τον κόσμον, άμα παύση να χορεύη;
Εάν μάλιστα δεν έχη τέκνα και εγγονούς, έρχεται καιρός, καθ' ον μένει κατάμονος εν μέσω αγνώστων, εν μέσω ξένων και αδιαφόρων. Και το συμπέρασμα είνε ότι οι άνδρες πρέπει να μη μένουν άγαμοι, άλλως να προμηθεύωνται εγκαίρως πιστόλι.
Ο Ευστράτιος Ράλλης υπήρξε και κατά τούτο μοναδικός, ότι ήτο στρατηγός της οικονομίας· μοναδική δε και η Ελλάς, διότι μόνη ίσως εκ των κρατών είχε και του οικονομικού κλάδου στρατηγόν.
(Ιούνιος 1898).
ΜΟΥΣΕΙΟΝ ΦΑΝΑΤΙΣΜΟΥ
Μία από τας ατυχείς συνεπείας του κωμικοτραγικού μας πολέμου είνε και ότι έδωκεν αφορμήν να λεχθώσι πολλαί ανοησίαι, πράγμα του οποίου παν άλλο ή έλλειψιν είχαμεν εις την Ελλάδα. Δεν θέλω να κατατάξω εις τας ανοησίας αυτάς και εκείνο το οποίον εγράφη προχθές, ότι ενικήθημεν δι' έλλειψιν φανατισμού και μίσους κατά των Τούρκων και ότι προς διατήρησιν του μίσους, όπερ ενέπνευσεν η εισβολή των Τούρκων εις Θεσσαλίαν, πρέπει ν' αφήσωμεν άθικτα τα ερείπια και τους εξωρυγμένους οφθαλμούς των αγίων εικόνων και μάλιστα ν' αποσταλή εις Θεσσαλίαν ειδικός περί τας τοιχογραφίας και την αρχαιολογίαν ανήρ, διά να διευθετήση τα έργα των νιζάμιδων και των γκέγκιδων κατά τρόπον ώστε να κάμνουν μείζονα και ερεθιστικωτέραν εντύπωσιν. Απ' εναντίας εκτιμώ την πατριωτικήν προαίρεσιν του γράφοντος, ο οποίος διατελεί εισέτι υπό την συγκίνησιν της εν Θεσσαλία περιοδείας του. Και θα εθεώρουν μάλιστα ως φυσικόν συμπλήρωμα της προτάσεώς του να διορισθούν και επιμεληταί και φύλακες του απεράντου τούτου αρχαιολογικού μουσείου, το οποίον θα χρησιμεύη ως φανατιστήριον των εντοπίων και ίσως ως πεδίον μελέτης και περιεργείας διά τους ξένους.
Επί τέλους μία γνώμη είνε και αυτή, εδώ δε, όπου υπάρχουν τόσαι εφημερίδες και τόσα καφενεία, έκαστος είνε ελεύθερος να λέγη την γνώμην του. Αλλ' εάν δεν είνε ανόητος η γνώμη, τούτο δεν εμποδίζει να μου ενθυμίζη άλλα πράγματα μη διαφέροντα από ανοησίας.
Εγράφη και επανελήφθη πολλάκις ότι οι στρατιώται μας ηπόρουν διατί τους ωδήγουν να πολεμήσουν κατά των Τούρκων, καθ' ων δεν ησθάνοντο κανέν μίσος, ούτε είχον καμμίαν αφορμήν εχθρότητος.
— Τι μούκαμαν εμένα οι Τούρκοι; Μα τι μούκαμαν; τι μούκαμαν; Τα μπρόκολα μούφαγαν ή το πρινοκόκι;
Κατά των ταλαιπώρων Ελλήνων στρατιωτών ελέχθησαν πολλά εις αυτήν την περίστασιν υπό ξένων και ημετέρων, ιδίως υπό εκείνων οίτινες εκ των αθηναϊκών καφενείων έβλεπον τόσον εύκολον την νίκην, την περικύκλωσιν και την εξόντωσιν των Τούρκων. Αλλά κανείς εκ των ξένων τουλάχιστον, δεν ετόλμησε να τους κατηγορήση επί βλακεία. Και είνε βλακεία και κάτι παραπάνω όταν παρίσταται Έλλην στρατιώτης ερωτών με απορίαν ποίαν αφορμήν μίσους έχει κατά των Τούρκων, υπό τον ζυγόν των οποίων υπέστησαν οι πρόγονοί του το φρικτότερον των μαρτυρίων επί τέσσαρας αιώνας, αφού απώλεσαν, την επί του Βυζαντίου και της Ανατολής ηγεμονίαν· κατά των Τούρκων προς τους οποίους διεξήγαγον οι πατέρες ημών απεγνωσμένον επί οκταετίαν αγώνα, ανεκδιήγητα παθόντες εκ της βαρβαρότητος αυτών. Και να εκφράζη την απορίαν αυτήν Έλλην στρατιώτης, καθ' ον χρόνον η Κρήτη σφαδάζει ακόμη αιματόφυρτος υπό την πτέρναν του Τούρκου και τόσοι άλλοι ομοεθνείς στενάζουν υπό τον τουρκικόν ζυγόν! Ως αστεία ενδέχεται να ελέχθησαν τοιαύτα πράγματα και άλλα, ως το αποδιδόμενον εις ένα Ζακύνθιον στρατιώτην, ο οποίος έλεγε δήθεν εις την Ήπειρον:
— Τι να τα κάμω εγώ τα Πέντε Πηγάδια; Δεν έρχονται στο Ζάντε να τους δώσω δέκα πηγάδια; Το Ιμαρέτ τι να το κάμω; Ένα ξεροβούνι που δεν μπορείς να σπείρης ούτε σίκαλη!
Αλλ' οι αστεϊσμοί μόνον εις αστεία συμπεράσματα δύνανται να χρησιμεύσουν.
Εκείνοι δε οίτινες φρονούν ότι δεν ενικήσαμεν διότι δεν ήμεθα θυμωμένοι κατά των Τούρκων, έχουν ήκιστα τιμητικήν ιδέαν διά τους ομοεθνείς των. Περί ενός Εβραίου λέγεται ότι τον ύβρισέ ποτε κάποιος με τας δεινοτέρας των λέξεων, και αυτός ήκουε με υπομονήν ιώβειον τας ύβρεις.
— Γιατί, μωρέ, δεν τον έδειρες; τον ηρώτησαν.
— Γιατί δεν εθύμωσα. Ας μου έδιδε κανένα χαστούκι να θυμώσω, κ'
έβλεπε τι θα τούκανα!
Το χαστούκι εδόθη, αλλ' αντί να θυμώση, ο Εβραίος προσεπάθησε να μειδιάση και είπε προς τον υβριστήν:
— Αι, δεν παύεις τα χωρατά;
Τοιούτους, φαίνεται, φαντάζονται τους Έλληνας οι προτείνοντες τα διεγερτικά του φανατισμού. Θέλουν χαστούκι διά να θυμώσουν και έχουν ανάγκην να θυμώσουν διά να κάμουν τ' άχυρα κομμάτια.
Αλλ' ας μου επιτρέψουν οι αναλαβόντες να θεραπεύσωσι την νοσούσαν ψυχήν του ελληνισμού να μην επιδοκιμάζω τα φάρμακά των, ούτε τον θαυμασμόν των προς τα μεγαλουργήματα του τουρκικού φανατισμού. Ο φανατισμός προϋποθέτει κτηνώδη αμάθειαν, και τοιαύτην ώστε να πιστεύης ότι ο Μωάμεθ έκοψε διά του δακτύλου του εις δύο την σελήνην. Τοιαύτη δε αμάθεια και κτηνωδία ούτε υπάρχει εις την Ελλάδα, ούτε εύχομαι να υπάρξη χάριν οιουδήποτε κέρδους. Αλλ' αρά γε εις τον φανατισμόν ή εις την πειθαρχίαν μάλλον οφείλουν οι Τούρκοι ότι πολεμούν καλά;
Και τότε οι Αμερικανοί, οι οποίοι δεν έχουν κανένα φανατισμόν, διατί πολεμούν με τόσον ηρωισμόν και αυταπάρνησιν;
Θρησκευτικός φανατισμός και απλούν μίσος ενεψύχωσε τους Γερμανούς, ώστε να νικήσωσι τους Γάλλους; Απ' εναντίας σήμερον εις τους πολέμους οι αντίπαλοι στρατοί είνε ως δύο ευγενείς και καλοανατεθραμμένοι άνθρωποι, μονομαχούντες διά λόγους φιλοτιμίας και έτοιμοι να σφίγξωσι τα χέρι μετά την μονομαχίαν.
Κοινώς πιστεύεται ότι η ορμή των Ρώσσων και η ευστάθεια κατά τον πόλεμον οφείλεται εις τον θρησκευτικόν φανατισμόν. Αλλά διατί ο φανατισμός ούτος δεν τους εβοήθησεν εις τους πρώτους κατά του Ναπολέοντος πολέμους; Είνε αληθές ότι εις τον ρωσσικόν στρατόν οι οργανωταί του εφρόντισαν πάντοτε να εμπνεύσουν εξαιρετικόν μίσος κατά των Τούρκων, του προαιώνιου και φυσικού εχθρού, και εις τας σημαίας των συνταγμάτων υπάρχει η επιγραφή «Να στράχ Τούρκαμ» (προς τρόμον των Τούρκων)· αλλ' ο εναντίον των Τούρκων φανατισμός δεν είνε όσον κοινώς υποτίθεται διαδεδομένος. Εις έν διήγημα του Γκάρσιν, υπόθεσιν έχοντος εκ του ρωσσοτουρκικού πολέμου, οι Ρώσσοι στρατιώται παρίστανται αγνοούντες κατ' όνομα τους Τούρκους, την δε Βουλγαρίαν συγχέοντες με την Βουχάραν.
Αν πρόκειται περί θρησκευτικού αισθήματος, διαφέρει. Άλλο θρησκευτικόν αίσθημα, αγνόν και υψηλόν, στοιχείον απαραίτητον ανθρωπισμού, και άλλο φανατισμός κτηνώδης και ηλίθιος. Τοιούτου θρησκευτικού αισθήματος έχομεν τωόντι μεγίστην ανάγκην, επί του οποίου θα στηριχθή η συνείδησις του καθήκοντος, ην η αναρχία και η παράλυσις παντός νόμου κατέστρεψαν εις την Ελλάδα.
Θέλετε να κάμετε στρατόν καλόν; κάμετε πρώτον πολίτας του καθήκοντος. Διατί επολέμησαν καλά οι εκ των νήσων στρατιώται; Διότι είνε περισσότερον άνθρωποι του καθήκοντος, διότι ολιγώτερον τους διέφθειρεν η αθέμιτος προστασία των βουλευτών.
Αλλά διά να μάθη ο λαός τα καθήκοντά του πρέπει να μάθουν πρώτον τα ιδικά των οι κυβερνώντες αυτόν. Δυστυχώς όμως φαίνεται ότι τοιαύτη ελπίς δεν υπάρχει, αφ' ου μετά τοιούτον πόλεμον ολίγιστοι μεν ετιμωρήθησαν, πολλοί δε ημείφθησαν και αμείβονται, μόνος δε τιμωρηθείς είνε ο πτωχός λαός, όστις θα φορτωθή νέα φορολογικά βάρη διά να πληρωθούν αι αμοιβαί των ηττηθέντων και των αιτίων της ήττης.
Δεν είνε ανάγκη να μετατραπή η Θεσσαλία εις μουσείον διά να μάθουν οι Έλληνες να μισούν τους Τούρκους. Έχουν ιστορίαν και δύνανται εξ αυτής να φρονηματισθούν. Διδάξετε, διαδόσετε την εθνικήν ιστορίαν. Αλλ' απατώνται εκείνοι, οίτινες πιστεύοντες εις αφελή ανέκδοτα, νομίζουν ότι ο λαός δεν γνωρίζει ποίας διαφοράς έχει με τους Τούρκους. Ενίοτε μάλιστα γνωρίζει και κάτι περισσότερον από ημάς. Προ ημερών έμαθα από ένα άνθρωπον του λαού κάτι τι το οποίον δεν εγνώριζα. Κατά τον Μάιον δεν γίνονται γάμοι ένεκα του πένθους διά την άλωσιν της Κωνσταντινουπόλεως. Και αν τούτο δεν είνε ακριβές, αποδεικνύει όμως ότι ο ελληνικός λαός δεν λησμονεί την ιστορίαν του.
(Ιούνιος 1898).
ΤΟ ΣΟΒΑΔΙΣΜΑ
Εις το αλησμόνητον συνέδριον του Αγρινίου δεν έγινε λόγος μόνον διά μπαλώματα των φουστανιών, αλλά και διά μπαλώματα του προσώπου. Απορώ δε πώς οι λαβόντες μέρος εις την κατ' αυτάς γενομένων συζήτησιν περί διαζυγίων δεν συγκατέλεξαν και την πλαστοπροσωπίαν των κυριών και των κυρίων μεταξύ των αιτίων των διαζεύξεων. Κάπου ανέγνωσα προ ετών το εξής, ως γεγονός ιστορικόν αναφερόμενον. Εις το Λονδίνον ενυμφεύθη κάποιος μίαν κυρίαν, η οποία εφαίνετο αρτιμελής, εξαιρέσει μικράς χωλότητος και ολίγης ασχημίας, των οποίων όμως την δυσάρεστον εντύπωσιν εμετρίαζε κάπως σημαντική προιξ. Αλλά την πρώτην μετά τον γάμον νύκτα ανέμενε τον γαμβρόν πολύ δυσάρεστος έκπληξις. Η νεόνυμφος έκαμε την εξής τουαλέταν της νυκτός. Αφήρεσε την ξανθήν της και πλουσίαν κόμην και έμεινε το κρανίον της γυμνόν ως κολοκύνθη· απέβαλε την οδοντοστοιχίαν της και αι σιαγόνες της συνεκολλήθησαν ως σαύρας· εξεβίδωσε την ξυλίνην της κνήμην και έμεινε φρικτόν ερείπιον ανθρώπου, το οποίον ηδύνατο να τρέψη εις φυγήν και κροκόδειλον. Την επιούσαν ο σύζυγος υπέβαλεν αίτησιν διαζυγίου.
Πόσοι άραγε υφίστανται, αν ουχί ομοίαν, τουλάχιστον παραπλησίαν έκπληξιν την πρώτην νύκτα του γάμου ή βραδύτερον; Και αφού ακυρούνται αι κατά τας μεθόδους του Ψευτοθοδώρου πωλήσεις ημιόνων, οίτινες αποδεικνύονται όνοι με τακούνια, καναρινιών, τα οποία αποκαλύπτονται σπουργίτες βαμμένοι, και αρχαιοτήτων, αίτινες ανήκουν εις την σύγχρονον της Αιγίνης κεραμουργίαν, διατί τάχα να μη είνε λόγοι διαλύσεως του γάμου αι πλαστότητες του προσώπου, της κόμης, των οδόντων, του στήθους, των κνημών;
Δεν είνε δε ανάγκη να παρέστη κανείς εις το συνέδριον του Αγρινίου, διά να γνωρίζη ότι το προσωπείον του ψιμμυθίου εξακολουθεί να καλύπτη την μορφήν γυναικών τινων και να παρεντίθεται μεταξύ του γυναικείου προσώπου και των ανδρικών χειλέων.
Άλλοτε η χρήσις του ψιμμυθίου ήτο γενικωτέρα, αλλά σήμερον έγινε τεχνικωτέρα, χάρις εις τας προόδους της χημείας, και συνοδεύεται από παντοία άλλα επινοήματα, άλλας ασχημίας ή φθοράς του χρόνου καλύπτοντα. Αλλ' εις περασμένους καιρούς εθεωρείτο τουλάχιστον ως αθώον στόλισμα, χωρίς του ψεύδους το όνειδος, και απαραίτητον συμπλήρωμα του γυναικείου κόσμου. Οι ψάλται των Καλλάνδων λέγουν μεταξύ των άλλων προς την οικοδέσποιναν επαίνων:
Κυρά μου, όταν στολίζεσαι και βάζεις το φκιασίδι….
Και ένα δημοτικόν τραγούδι μας δίδει την εικόνα πλήθους γυναικών, αι οποίαι τρέχουν προς την παραλίαν, επί τη εμφανίσει ενός πλοίου, όχι δια να μάθουν τα νέα ή να ερωτήσουν περί του απόντος συζύγου, αλλά διά ν' αγοράσουν ψιμμύθιον· και ασθμαίνουσαι ερωτούν:
Βρε καλέ καραβοκύρη, πόσο δίνεις το φκιασίδι;
Ο θωπευτικός δε τρόπος με τον οποίον απευθύνονται προς τον καραβοκύρην και η ερωτότροπος επωδός «μάγια μούκαμες» μαρτυρούν ότι είνε διατεθειμέναι να προβούν εις σοβαράς θυσίας διά το κοκκινάδι, το οποίον, κατά τον καραβοκύρην:
Πέντε γρόσια έχει το δράμι….
Η σεβαστή εν Ναυπλίω κυρία Καλλιόπη Παπαλεξοπούλου μου διηγήθη, ότι, όταν κατά την επανάστασιν του 21 κατέφυγαν εκ Πατρών εις την Ιταλίαν, είχαν βαμμένους τους δακτύλους με κινάν και επί των γυμνών πτερνών των είχαν κολλημένα βαράκια ή φύλλα χρυσού λεπτότατα, κατά την συνήθειαν των οθωμανίδων. Τούτο βεβαίως δεν ήτο ψιμμυθίωμα, αλλ' οπωσδήποτε το πράγμα έχει αναλογίαν τινά, ως αι πλασταί ή χρυσαί ελιαίς, τας οποίας εισήγαγον κατά την Επανάστασιν εις την άλλην Ελλάδα αι γυναίκες της Χίου και του Φαναριού. Και είς τινας νήσους του Αιγαίου, όπου αι γυναίκες δεν φορούν περικνημίδας, αλλά μόνον πτερνοπατημένα υποδήματα, επικρατεί ακόμη η συνήθεια να βάφουν με κοκκινάδι την πτέρναν, χωρίς να παραμελούν, εννοείται, και το πρόσωπον.
Το ψιμμύθιον είνε αρχαίον ως η ασχημία και η φιλαρέσκεια. Εις παναρχαίους τάφους αιγυπτιακούς, ασυριακούς και ελληνικούς ευρέθη κοκκινάδι· και όταν δε ακόμη οι άνδρες ηγνόουν την χρήσιν των μετάλλων και κατεσκεύαζον τα εργαλεία των από λίθους, αι γυναίκες εγνώριζον το ψιμμύθιον. Αι γυναίκες των Εβραίων έκαμνον τόσην χρήσιν αντιμονίου, ώστε ήρχισαν να προκαλώσι την οργήν των αυστηρών προφητών Ιερεμίου και Ιεζεκιήλ. Ο δε Ιώβ, από του κοπρώνος όπου έξυε την λέπραν του, απεκάλει μίαν των θυγατέρων του «δοχείον αντιμονίου». Αλλ' οι Μήδοι, ανεκτικώτεροι των Εβραίων, εψιμμυθιούντο, γυναίκες και άνδρες, και «υπέγραφον» τους οφθαλμούς, ως οι Ιάγοι της σχολής του Αρνιωτάκη.
Επί Ρωμαίων εις τας άλλας υπερβολάς και καταχρήσεις προσετέθη και η του ψιμμυθίου εις βαθμόν τοιούτον, ώστε ο Γιουβενάλης απηύθυνε προς τας κυρίας της εποχής του το ερώτημα: «Είνε πρόσωπον αυτό ή πληγή με έμπλαστρον»; Και από των γυναικών μετεδόθη και εις τους άνδρας, ο δε Ηλιογάβαλος εισήλθεν εις την Ρώμην ψιμμυθιωμένος, ως εταίρα. Και ούτε ο θρησκομανής μεσαίων ηδυνήθη να περιστείλη την χρήσιν του ψιμμυθίου. Είς των Γάλλων πριγκήπων, επί Λουδοβίκου ΙΔ', νομίζω, ου μόνον ηρέσκετο να φορή γυναικεία ενδύματα και να ζη πάντοτε εν μέσω γυναικών και να φέρεται ως αύται, αλλά και εψιμμυθιούτο. Και όμως ο θηλυπρεπής ούτος ανεδεικνύετο εις τας μάχας ατρόμητος.
Την ιστορίαν του ψιμμυθίου ακολουθεί και το βάψιμον της κόμης. Ο Μωάμεθ, όστις έκαμνε νόμους και προσταγάς του αγγέλου Γαβριήλ τας αδυναμίας και τα ελαττώματά του, παρήγγειλεν εις τους οπαδούς του να βάφωνται «διά να φαίνωνται φοβεροί εις τους απίστους». Πολλοί μάλιστα των Τούρκων βάφουν τον μύστακά των πριν αρχίση να λευκαίνεται.
— Έτσι δεν θα εννοήσω ότι ήρχισα να γηράσκω, μου είπε ποτέ είς εξ
αυτών, και δεν θα στενοχωρηθώ.
Δυστυχώς όμως υπάρχουν άλλα βεβαιότερα προμηνύματα του γήρατος, διά τα οποία δεν ευρέθη ακόμη βαφή.
Εις πάσαν εποχήν ευρέθησαν άνδρες υποκλέπτοντες από την γυναικείαν ματαιότητα το ψιμμύθιον. Εις αυτόν τον πρώην αυτοκράτορα της Γερμανίας Γουλιέλμον απεδίδετο ου μόνον χρήσις κορσέ, αλλά και η βαφή των παρειών, αδυναμία την οποίαν είχε και η αυτοκράτειρα. Αλλ' εκεί όπου μάλλον αμιλλάται η ανδρική φιλαρέσκεια προς την γυναικείαν είνε η βαφή της κόμης. Είνε δε τοσούτο μάλλον κωμική και αηδής η αδυναμία αύτη, καθόσον ουδένα απατά· διότι και οι προώρως λευκαινόμενοι δεν αισθάνωνται την ανάγκην να βάφωνται, ούτω δ' απομένει η βαφή της κόμης καθαρώς γεροντική φιλαρέσκεια και πολλάκις συμβαίνει ο πάππος να φέρη την κόμην του εγγονού και ο εγγονός τα μαλλιά του πάππου. Ο βασιλεύς της Ιταλίας φαίνεται ότι ελευκάνθη ταχέως. Επειδή δε η βασίλισσα τού εξέφρασε την ιδέαν να βαφή, ο Ουμβέρτος διέταξε και έβαψαν μαύρα τα δύο κατάλευκα σκυλάκια, τα οποία η Μαργαρίτα, υπεραγαπά και της τα έστειλε με την ερώτησιν:
— Σου αρέσουν έτσι καλλίτερα;
Σήμερον, ως είπα, η χρήσις του κλασικού ψιμμυθίου εξέλιπε σχεδόν, τουλάχιστον εις τας ανωτέρας τάξεις εδώ, όπως και εις την άλλην Ευρώπην, όπου διατηρείται μόνον υπό των ηθοποιών, θεωρείται μάλιστα ως απόδειξις προστυχιάς και χυδαιότητος. Μόνον ερείπια τινά του παρελθόντος, αγωνιώσαι τινές φιλαρέσκειαι και ασχημίαι μη δυνάμεναι να το πάρουν απόφασιν, εξακολουθούν να επιχρίωσι τας ρυτίδας και τας ανωμαλίας, καθ' όσον μάλιστα τα ψιμμύθια, αποτελούμενα από δηλητηριώδεις ουσίας, τοιούτον επιφέρουσιν ερεθισμόν και εξαγρίωσιν εις το δέρμα, ώστε, άμα αρχίση η χρήσις των, δεν δύναται πλέον να παύση. Το ψιμμύθιον όμως έχει και τα καλά του αποτελέσματα, διότι διά της βαθμιαίας δηλητηριάσεως παστρεύει τον κόσμον από τας ασχημογυναίκας, υπηρετούν την φυσικήν επιλογήν. Ούτω δ' ίσως εξηγείται εν μέρει ότι εξέλιπε το γένος των ασχήμων γυναικών, αίτινες προ 30 και 40 ετών απετέλουν την μεγάλην πλειονοψηφίαν εν Αθήναις. Εξ άλλου όμως όσον εκλείπει ο αποτρόπαιος τύπος της «φκιασιδούς» ελαττούνται και τα ψεύδη, τα οποία αι γυναίκες έθετον εις κυκλοφορίαν διά να επιτύχη ο σουλιμάς, τον οποίον κατεσκεύαζον διά να εξωραΐζωνται και διά ν' αυτοκτονούν εν ανάγκη.
Ο κόσμος προόδευσε, μετ' αυτού δε και τα τεχνάσματα της φιλαρεσκείας, γενόμενα λεπτότερα, αλλά και πολυαριθμότερα. Τας χονδροειδείς σκευασίας του ανθρακούχου μολύβδου και του θειούχου υδραργύρου, αι οποίαι επαυξάνουν την ασχημίαν, καταστρέφουν τους οδόντας και μολύνουν την πνοήν, διεδέχθησαν χημικαί σκευασίαι άπειροι, κοσμητικά ύδατα και μυραλοιφαί, ουχί μεν όλως αθώαι και αυταί, αλλ' ολιγώτερον αηδείς και επικίνδυνοι διά τα χείλη των εραστών και συζύγων. Η νεωτέρα δε εξωραϊστική υπόσχεται και κάτι τι το οποίον μόνον διά των γρόνθων εγίνετο μέχρι τούδε… να σιδερώνη τα μούτρα και άλλα μέλη, και εν γένει ν' αναστυλώνη τους ετοιμορρόπους παρθενώνας των γυναικείων θελγήτρων.
Και η λαϊκή δε καλλυντική, καίτοι ακολουθούσα ταπεινοτέρας τρίβους και ενίοτε αναζητούσα εις πράγματα ακατονόμαστα το μυστικόν της ανανεώσεως δεν καθυστερεί. Εις τας επαρχίας καθιστούν ερασμιώτερα τα χείλη διά του φλοιού των καρύων, ο δε οπός των αγγουριών θεωρείται ως δίδων δροσερότητα εις το πρόσωπον. Το βεβαιότερον όμως είνε ότι δίδει εις τας κυρίας οσμήν αγγουροσαλάτας.
(Ιούνιος 1898).