WeRead Powered by ReaderPub
Ενώ διέβαινα - Χρονογραφήματα cover

Ενώ διέβαινα - Χρονογραφήματα

Chapter 21: ΡΕΜΒΑΣΜΟΣ
Open in WeRead

Explore more books like this:

About This Book

A collection of short, humorous chronicle-like sketches offering satirical observations on social customs, human foibles, and public incidents. Entries range from anecdotal reports of disasters and comic episodes that relieve tragedy to reflective essays tracing the origins and contradictions of customs such as dueling, attitudes toward theft, and bathhouse talk. The tone alternates between playful anecdote and ironic analysis, using vivid vignettes and historical context to illuminate cultural habits, moral ambiguities, and the gap between public rhetoric and private behavior.

ΕΠ' ΑΘΗΝΩΝ ΕΙΣ ΦΑΛΗΡΟΝ

Οσάκις συναντήσω τον κ. Σβούρον, είμαι βέβαιος ότι θα περάσω ευθύμους στιγμάς. Διά τούτο όταν προχθές, αναμένων τον τροχιόδρομον διά να κατέλθω εις Φάληρον, τον είδα προ της Ακαδημίας, αναμένοντα επίσης, η χαρά μου δεν υπήρξε μικρά. Ο κ. Σβούρος είνε αθηναϊκός τύπος εις ολίγους γνωστός, εις ον, όσον εις ουδένα εφαρμόζεται το λεγόμενον «οία η μορφή τοιάδε και η ψυχή». Ανάποδη η μορφή του, ανάποδη και η διάνοιά του. Μορφή κωμικώς ανώμαλος και ακανόνιστος, πνεύμα αντιλαμβανόμενον τα πράγματα υπό παράδοξον και απροσδόκητον όψιν. Ουδέποτε γελά, κάμνει όμως πάντοτε τους άλλους να γελούν, ιδίως με την απάθειαν και την φυσικότητα με την οποίαν λέγει τα παραδοξότερα των πραγμάτων. Το μόνον όπερ εις την μορφήν του γελά είνε τα πράσινα μάτια του. Τα άλλα του χαρακτηριστικά δεν γελούν, αλλά μορφάζουν· νομίζεις ότι παντοτεινός μορφασμός τα κρατεί εις μίαν κωμικήν διαστροφήν.

Τον εύρον εξηγούντα εις αφελή γραίαν επαρχιώτισσαν, πρώτην φοράν ερχομένην εις Αθήνας, ότι το Οφθαλμιατρείον ήτο ο ναός της Μητροπόλεως.

 — Μα εγώ, παιδί μου, επέρασα, θαρρώ, από τη Μητρόπολι και μου φάνηκε
αλλοιώτικη, πειο μεγάλη, του είπεν η γραία.

 — Σου φάνηκε. Δεν θυμάσαι τουλάχιστον ότι ήτο έτσι χρωματισμένη, με
κίτρινες ζώνες;

— Ναι, αλήθεια. Μα τα καμπαναριά πού είνε;

— Τα καμπαναριά;…. Έπεσαν με τους σεισμούς της Ζακύνθου.

— Χριστός και Παναγία! είπεν η γραία και έκαμε τον σταυρόν της.

Ο τροχιόδρομος αργεί να έλθη και έξαφνα ο Σβούρος μου λέγει:

— Τι γλισχρότητα που την έχουν αυτοί οι Βέλγοι! Δεν είνε παράδοξον καμμίαν ημέραν, χάριν οικονομίας, να βάλουν τον Βωτύ, αντί ατμαμάξης, να σύρη τον τροχιόδρομον. Αλλά και έτσι η σημερινή ταχύτης της συγκοινωνίας δεν θα ελαττωθή και ο Βωτύ θα εύρη τρόπον ν' αδυνατίση ολίγον.

Επί του τροχιοδρόμου κάθεται δίπλα του πελώριος κύριος, με γαστέρα πελωρίαν και θερμότητα δέκα κλιβάνων, γνώριμός του.

— Φαντάσου, λέγει ούτος απομάσσων τον ιδρώτα του, τι θα γείνη ο κόσμος μετά 500 έτη, ότε υπολογίζουν ότε θα εξαντληθούν οι γαιάνθρακες! Θα παύση πάσα διά του ατμού κίνησις, θα παύσουν οι σιδηρόδρομοι και ο κόσμος θα επανέλθη εις τα παλαιά μέσα της συγκοινωνίας και τα γαϊδουράκια.

Τους λυπούμαι αυτούς που θα ζουν εκείνα τα χρόνια.

— Δεν υπάρχει φόβος να εξαντληθή ποτέ η καύσιμος ύλη.

— Γιατί;

— Διότι, όταν θα εξαντληθούν οι γαιάνθρακες, θ' αρχίσουν να καίουν συγγράμματα. Αλλ' έως τότε οι κανονισμοί των σιδηροδρόμων θα έχουν λάβει μέτρα διά ν' ανακουφισθούν από τους χονδρούς ανθρώπους, θα γίνεται η πληρωμή αναλόγως του βάρους και οι σιδηρόδρομοι, αντί να τους παίρνουν εις την ράχιν των, θα τους σύρουν οπίσω, θα τους ρυμουλκούν, ως μαούνες.

— Θα κάμης μπάνιο; τον ερωτά ο παχύς κύριος, αφού συνήλθεν εκ της συγκινήσεως ην ησθάνθη φανταζόμενος τον εαυτόν του ρυμουλκούμενον υπό του τροχιοδρόμου.

— Μπάνιο δεν θα κάμω, αλλά θα ψαρέψω.

— Δηλαδή;

— Θα πάω για καμμιά γκουβερνάντα.

Εις έν εκ των προ ημών θρανίων μία μυταρού ομιλεί αδιακόπως μυστικά προς παρακαθημένην κυρίαν με ωραία μάτια. Και ενώ κύπτει προς αυτήν, η τεραστία μύτη διευθύνεται απειλητική προς τα ωραία μάτια.

— Νομίζεις μου λέγει ο Σβούρος, ότι από αγάπην της κρυφομιλεί έτσι;

— Αλλά;

— Από ζήλεια για τα ωραία της μάτια.

Και μετ' ολίγον:

— Όταν θα κατέβουμε κάτω να θυμηθής να προσέξωμεν αν θάχη και τα δυο της μάτια αυτή η νόστιμη.

Εκεί κατά του Μακρυγιάννη τα παιδάκια της συνοικίας, παρατεταγμένα εκατέρωθεν της οδού ή προβάλλοντα εκ των θυρών και των παραθύρων γελαστάς μορφάς, φωνάζουν προς τον τροχιόδρομον, με συρτήν φωνήν:

— Στράτα! Στράτα!

Αίφνης ακούεται θρηνώδης κραυγή.

— Χριστός και Παναγία! αναφωνεί κάποια κυρία, θάκοψε κανένα.

— Μην ανησυχείτε, κυρία μου, λέγει ο Σβούρος· ο τροχιόδρομος δεν κόβει, διότι ο Βωτύ από οικονομίαν… δεν τον ακονίζει.

Είνε ευχάριστος ασχολία να παρατηρή κανείς την έκφρασιν των μορφών, αίτινες ατενίζουν τον τροχιόδρομον διαβαίνοντα από την Γαργαρέταν. Εκείνο το νεαρόν προσωπάκι, που μειδιά και κοκκινίζει συγχρόνως, νομίζεις ότι λέγει με φιλάρεσκον λίγυσμα του τραχήλου:

— Πώς ντρέπουμαι!

Εκείνα τα νυσταλέα και σκυθρωπά μούτρα, που προβάλλουν από το παράθυρον και ρίπτουν βλέμμα μίσους και οργής προς τον τροχιόδρομον, φαίνονται ως να του λέγουν:

— Δεν θα σπάσης επί τέλους το πόδι σου, διαόλου κωλοσούρτη, να βρούμε λίγη ησυχία;

Μία θρονιασμένη εις τον εξώστην, κρατεί γαλλικόν μυθιστόρημα ούτως ώστε να φαίνεται το εξώφυλλον. Και το επηρμένον ήθος της λέγει προς τους επιβάτας του τροχιοδρόμου:

— Έχει και η Γαργαρέτα αριστοκρατία. Τι νομίσατε;

Έν άλογον στέκεται εκεί παρά την Καλλιθέαν. Και είνε τόσον ισχνόν, τόσον εξησθενημένον, ώστε δεν έχει δύναμιν ν' απομακρυνθή από τον ζέοντα ήλιον και να καταφύγη υπό σκιάν. Και είνε τόσον σκυθρωπόν και τόσον περιλύπως κρέμονται τα γηραιά του χείλη, ώστε νομίζετε ότι μελετά αυτοκτονίαν.

Κατά την διάβασιν του τροχιοδρόμου, ο Αχαμνόων στρέφει προς αυτόν το σκοτεινόν του βλέμμα και έπειτα τα γωνιώδη νώτα του. Μία ηθοποιός θα ηδύνατο να λάβη μαθήματα μεγαλοπρεπούς περιφρονήσεως από το παλιάλογον αυτό.

— Τι μαύρα τα νερά αυτής της σούδας!

— Είνε διά να λαμβάνουν ιδέαν οι περιηγηταί διά τα ύδατα της Στυγός.

— Και διά τον μέλανα ζωμόν.

Κατεβαίνομεν εις το Νέον Φάληρον. Και ο Σβούρος μ' ερωτά με τον φυσικώτερον τρόπον:

 — Σε ποια μπάνια, καλέ, θα πάμε; Σ' τα ανδρικά ή στα γυναικεία; Εγώ,
να σου πω, προτιμώ τα γυναικεία.

(Ιούνιος 1898).

ΤΑ ΒΑΣΑΝΑ ΤΗΣ ΝΕΟΤΗΤΟΣ

Επιστρέφων βράδυ από το Ζάππειον, έτυχεν, εν μέσω του πλήθους των περιπατητών, να συμπορεύομαι με όμιλον νεανίσκων, οίτινες ωμίλουν διά το μέγα ζήτημα της ημέρας, διά τας εξετάσεις. Είνε αύτη ίσως η μόνη περίστασις, καθ' ην τα παιδιά έχουν σοβαρότητα γερόντων. Εβάδιζον με την κεφαλήν σκυφτήν, το μέτωπον συννεφιασμένον και το βλέμμα πλήρες μερίμνης. Και όλοι εξέφραζον φόβους ότι θ' απερρίπτοντο, διότι τον ένα εμίσει ο ελληνιστής, τον άλλον δεν εχώνευεν ο «Γάλλος», ο άλλος είχε πάρει πολλά μηδενικά από τον καθηγητήν των λατινικών.

— Α! αυτός ο Λατίνος! ανεφώνησεν είς εξ αυτών, είνε ο Κατιλίνας μου!

Η κωμικοτραγική αύτη αναφώνησις επανέφερε διά μιας την εφηβικήν ευθυμίαν και αντί των απαισιοδόξων ομιλιών και συζητήσεων, αντήχησαν, υπό τον πράσινον θόλον της δενδροστοιχίας, παιδικοί γέλωτες. Ο ένας εμιμείτο την βαρείαν γεροντικήν φωνήν του καθηγητού των λατινικών, ο άλλος τον βήχα του καθηγητού των ιερών και τρίτος τους θυμούς του μαθηματικού:

— Τα μαθηματικά οξύνουν τον νουν, αλλ' όχι και τα κούτσουρα. Δεν είνε τσεκούρια.

Αλλ' όταν απομακρυνθείς τους αφήκα εις την οδόν Πανεπιστημίου, η μελαγχολία και οι φόβοι τούς είχον κυριεύσει εκ νέου και ένας εξ αυτών έλεγε:

— Φαντάσου όμως να σ' αφήσουν στην ίδια τάξι! Με τι μούτρα θα πας να το πης του μπαμπά;

Επεθύμουν να ήμουν εις την ηλικίαν των, αλλά χωρίς να έχω τας εξετάσεις των. Συμβαίνει ενίοτε να βλέπω καθ' ύπνον ότι δίδω εξετάσεις και με κόβει κρύος ιδρώς. Είνε έν από τα μάλλον δυσάρεστα όνειρα που βλέπω. Διά παραπλήσιον δε λόγον, φαίνεται, η Δευτέρα και ο Σεπτέμβριος, η ημέρα και ο μην της επαναλήψεως των μαθημάτων, παρίστανται ως μορφαί κατηφείς και σκοτειναί εις την φαντασίαν μου. Και δεν μου φαίνεται πολύ παράλογος η ιδέα κατά μεν τους παιδικούς και τους εφηβικούς χρόνους να παίζωμεν και να διασκεδάζωμεν, κατά δε το γήρας να σπουδάζωμεν.

Σκεφθήτε ολίγον το πράγμα και θα βεβαιωθήτε ότι έχω δίκαιον. Παίρνομεν ένα παιδί, έχον απόλυτον ανάγκην κινήσεως, μη δυνάμενον να μένη εις την αυτήν θέσιν επί πέντε λεπτά, και το κλείομεν εις τεσσάρας τοίχους και το αναγκάζομεν να μένη ακίνητον επί ώρας, προσηλωμένον εις το βιβλίον του ή εις την φαλάκραν του διδασκάλου του. Δεν θα ήτο φυσικώτερον να υποβληθούν εις τα καθήκοντα ταύτα οι έχοντες ανάγκην ακινησίας γέροντες, αντί να διημερεύουν εις τα καφενεία και να κάμνουν πολεμικά σχέδια; Εάν η παιδεία είνε πράγμα σοβαρόν, και οι γέροντες επίσης είνε σοβαροί, ενώ τα παιδία είνε σοβαρά μόνον όταν είνε άρρωστα, θα ήτο δε και διασκεδαστικόν να βλέπης πρωί πρωί τους πάππους και τας ομηλίκους των κυρίας να διευθύνωνται καθ' ομίλους εις τα σχολεία με την σάκκαν υπό μάλης. Ούτω θα δύναται να γίνη και μία οικονομική καινοτομία· θα λείψη η διάκρισις των σχολείων κατά φύλον, αι δε αρσακειάδες θα συναγελάζωνται εις το αυτό σχολείον με τους άρρενας, χωρίς κανένα κίνδυνον των ηθών. Αι μόναι εκμηστηρεύσεις των θα είνε περί των γεροντικών των ασθενειών, θα παύσουν δε και αι βάρβαροι σχολικαί τιμωρίαι. Διότι ποίος διδάσκαλος θα τολμήση να δείρη ένα εξηντάρην μαθητήν;

Αλλά, θα μου πήτε, διατί να σπουδάζουν αφού μετ' ολίγον πρόκειται ν' αποθάνουν; Εν πρώτοις αυτό το «μετ' ολίγον» είνε αρκετά αβέβαιον, ως απέδειξεν ο στρατηγός Ράλλης και προ αυτού έτι πλέον ο Μαθουσάλας. Έπειτα, αφού βάσις της ηθικής και της θρησκείας ημών είνε η πίστις εις την μέλλουσαν ζωήν, διατί τάχα να λαμβάνωμεν υπ' όψιν περισσότερον τας ανάγκας της προσκαίρου ζωής; Εάν μάλιστα έχωμεν προσφάτους τας εκ του Δημοσθένους και του Κικέρωνος αναμνήσεις, θα είνε ρητορικωτέρα η απολογία μας ενώπιον του Πλάστου, όστις, ως γέρων, θα ευρίσκη ηδονήν εις τα λατινικά ρητά, όπως οι παλαιοί δημοσιογράφοι.

Δεν ελπίζω μόλα ταύτα να τύχωσι προσοχής αι θεωρίαι μου, ως συμβαίνει εις αυτόν τον κόσμον δι' όλους τους ορθούς και λογικούς νεωτερισμούς.

Και η ταλαίπωρος ανθρωπότης θα εξακολουθή να βασανίζεται, κατά την ωραιοτέραν της ηλικίαν, διά να διασκεδάση και ν' απολαύση όταν δεν θα έχη πλέον δόντια. Και οι δυστυχέστεροι εξ όλων των ανθρώπων είμεθα ημείς οι Έλληνες, οίτινες διερχόμεθα όλα αυτά τα έτη των δοκιμασιών, χωρίς να μανθάνωμεν τίποτε άρτιον και χρήσιμον. Διδασκόμεθα ελληνικά και ελληνικά δεν μανθάνομεν, διδασκόμεθα λατινικά και λατινικά δεν γνωρίζομεν αποφοιτώντες από το γυμνάσιον, διδασκόμεθα μαθηματικά, γαλλικά, φυσικήν και όταν αποφοιτήσαντες εξετάζομεν τον σάκκον μας, ευρίσκομεν κάτι τι από όλα εν συγχύσει χάους, αλλ' ουδέν αρκετόν και πλήρες. Δι' αυτό το αμφίβολον ωφέλημα εβασανίσθημεν επί τόσα έτη; Και καταρώμενοι τους διδασκάλους μας και εαυτούς, επιχειρούμεν να πάρωμεν κανένα «ψευτοδίπλωμα», διά να ζήσωμεν εις βάρος των εργαζομένων και της πολιτείας ή διά να ψοφήσωμεν εις βάρος ημών αυτών.

Αναγινώσκων προ καιρού μίαν πραγματείαν περί του πώς διδάσκονται οι Έλληνες τραγικοί εις την Οξφόρδην, ενόησα πώς οι Άγγλοι σπουδασταί κατορθόνουν να εννοούν κάλλιον ημών τους Έλληνας συγγραφείς και να παριστάνουν εις το πρωτότυπον την «Αντιγόνην» και τον «Οιδίποδα Τύραννον».

Εκεί οι καθηγηταί δεν περιορίζουν την διδασκαλίαν εις την ξηράν γραμματικήν ανάλυσιν και τα ξηρά σχόλια· αντί δε να προσπαθούν και μεταδώσουν εις τους μαθητάς τον θαυμασμόν των διά τον Γερμανόν εκείνον σχολαστικόν, όστις δεν ενθυμούμαι πόσους τόμους έγραψε περί του συνδέσμου «και», διεγείρουν τον θαυμασμόν και την αγάπην του σπουδαστού προς τον συγγραφέα διά της αισθητικής αναλύσεως του κειμένου και, μετά του ενδιαφέροντος αυτού, κινούν και ποδηγετούν την κρίσιν και την ερευνητικήν του πνεύματός του λειτουργίαν.

Μαθητής έχων ενώπιόν του τοιούτον καθηγητήν, αδύνατον να μη τον σεβασθή, αδύνατον να του εξαποστείλη μυίας με χαρτάκια, διά να καθήσουν εις την μύτην του και γελάση η ανιώσα τάξις.

Εδώ τα εννέα δέκατα των μαθητών θεωρούν την εκπαίδευσιν ως αγγαρίαν ανιαράν και προσπαθούν να την αποφεύγουν όσον το δυνατόν. Εκείνη η προσδοκία, η απειλή του κλήρου πόσους άρά γε να έχη κάμει καρδιακούς; Εάν, διά να μανθάνουν το μάθημα, οι Έλληνες μαθηταί κατέβαλλον όσας προσπαθείας κάνουν διά ν' αποφύγουν τον κλήρον, ίσως δεν θα εχώλαινε τόσον η εκπαίδευσις. Εγνώρισα μαθητάς, οίτινες έν μόνον μάθημα εμελέτων, πώς να υπεξαιρούν τον κλήρον εκ της κληρωτίδος. Αλλ' εγνώρισα και καθηγητάς, οίτινες, προς εξουδετέρωσιν της επιμελείας ταύτης, εκάλουν τους μαθητάς εκ του καταλόγου. Όταν όμως ετύχαινε να μη γνωρίζουν τους μαθητάς, συνέβαινον θρασύταται πλαστοπροσωπίαι. Ένας τοιούτος καθηγητής εκάλεσεν ημέραν τινά εις το μάθημα μαθητήν ονομαζόμενον Μαύρον. Αλλ' ο Μαύρος δεν είχε μελετήσει, διότι εξετασθείς και εις το προηγούμενον μάθημα υπέθεσεν ότι δεν θα εκαλείτο τόσον ταχέως. Εν τη αμηχανία του παρεκάλεσε παρακαθήμενον μαθητήν να τον αναπληρώση. Αλλ' εις τον καθηγητήν είχε, φαίνεται, κάμει εντύπωσιν, κατά το προηγούμενον μάθημα, ότι ο Μαύρος ήτο και κατά το χρώμα μαύρος. Διό εξεπλάγη όταν είδεν εμφανιζόμενον ενώπιόν του ένα κατάξανθον νέον. Και, αφού επί τινας στιγμάς τον παρετήρησε, του είπε:

— Δεν μου λες πώς κατώρθωσες από μαύρος να γίνης άσπρος εις τόσο μικρόν διάστημα;

Άλλοι καθηγηταί, αμελέστεροι ή έχοντες πεποίθησιν εις την μνήμην και την όρασίν των, καλούν τους μαθητάς διά του βλέμματος ή εξ ονόματος, χωρίς να συμβουλευθούν τον κατάλογον και χωρίς κλήρον. Αλλά και οι αμελέστεροι εκ των μαθητών εκλέγουν τα τελευταία θρανία και επιμελώς κρύπτονται κατά την κρίσιμον στιγμήν. Ένα τοιούτον ανεκάλυψε μίαν ημέραν ο καθηγητής κ. Γαλάνης.

— Έλα 'δώ 'σύ.

Από στραβού διαβόλου όμως ο κρυπτόμενος ευρέθη να γνωρίζη το μέρος εις το οποίον εξητάσθη· και ο καθηγητής μειδιών του είπε:

— Δεν μου λες ότι είσαι κεκρυμμένος θησαυρός;

Σιγά σιγά δε τα στρατηγήματα ταύτα μεταβάλλονται εις παιγνίδια και η τάξις εις ιπποδρόμιον, του οποίου συνήθως ο κλόουν είνε ο καθηγητής της γαλλικής. Τι γίνεται όταν εισέρχωνται εις το μάθημα οι ταλαίπωροι ούτοι άνθρωποι δεν περιγράφεται. Συριγμοί, μυκηθμοί, κραυγαί θηρίων και βόμβοι εντόμων τους υποδέχονται. Και χάνουν αυτοί τα μυαλά των, οι δε μαθηταί δεν γίνονται σοφώτεροι.

Και τώρα σας παρακαλώ να μου πήτε εν συνειδήσει· δεν είνε φρονιμώτερον να έλθουν εις την θέσιν των παίδων οι γέροντες, αφού μάλιστα ούτως ή άλλως γίνονται παλίμπαιδες;

(Ιούνιος 1898).

Ο ΚΥΒΕΡΝΗΤΗΣ ΤΗΣ «ΕΝΩΣΕΩΣ»

Μακράν από τον κόσμον, όστις τον ελησμόνησε, και πλησίον του πελάγους, όπερ είδε τα γενναία του τολμήματα, εις την νήσον Μύκονον, απέθανεν ο Σουρμελής. Λέξιν δεν έγραψεν ο τύπος διά τον θάνατόν του και υποθέτω ότι το έπραξεν εκ σεβασμού μάλλον, διότι εκεί όπου αναγράφονται οι προβιβασμοί των ηττημένων και των φυγάδων της Θεσσαλίας, θα ήτον ίσως ανάρμοστον ν' αναγραφή το όνομα εκείνου όστις δεν ηττήθη· εκεί όπου αναφέρονται οι αστακοφάγοι του Τσάγεζι και οι Ταρταρίνοι της Πρεβέζης, οι τρέμοντες προ ανυπάρκτου ή υποδεεστέρου εχθρού, δεν έχει την θέσιν του ο αψηφήσας τον κραταιότατον επί Αζίζ τουρκικόν στόλον και στρέψας τα μικρά του πυροβόλα κατά της ναυαρχίδος του Χόβαρτ.

Πόσον μακράν φαίνονται τα έτη εκείνα, κατά τα οποία το ελληνικόν έθνος τόσην είχε πεποίθησιν εις εαυτό και τόσον ηθικόν σθένος!

Ο Σουρμελής, ανήκων εις το παρελθόν, το οποίον απετέλει συνέχειαν των μεγάλων παραδόσεων του 21, ήτο πλέον ξένος εν μέσω ημών και έκρινεν ότι ήτο καιρός ν' απέλθη. Σήμερον λατρεύομεν νέους θεούς, το μικρόν μας εγώ, την μικράν μας ευζωίαν και τα χρυσά μας σειρήτια, και ο κυβερνήτης της «Ενώσεως» δεν ηδύνατο να γίνη αρνησίθρησκος.

Και τότε η επανάστασις της Κρήτης συνεκίνει και ενεθουσίαζε τον ελληνισμόν ολόκληρον. Αλλά τότε κατά μεν των επαναστατών είχον εκπεμφθή πολλαί μυριάδες τουρκικού στρατού, την δε νήσον απέκλειον πολυάριθμα τουρκικά σκάφη, ων ο αριθμός υπερέβη τα 35. Αφ' ου δε ελληνικά τινα ιστιοφόρα, αποπειραθέντα να διασπάσωσι τον αποκλεισμόν, συνελήφθησαν και το πλήρωμά των εκρεμάσθη εις τας κεραίας, οι εξ Αθηνών διευθύνοντες τον αγώνα ηγόρασαν τρία εκ των ταχυπλόων τα οποία εναυπηγήθησαν διά τον εμφύλιον πόλεμον των Αμερικανών, το «Αρκάδι», την «Ένωσιν» και την «Κρήτην».

Το «Αρκάδι» αρχικώς ωνομάζετο «Όνειρον» (Dream) και ως όνειρον υπήρξεν ο βίος αυτού. Μετά εικοσιτρείς πλόας εις Κρήτην, την 7 Αυγούστου 1867, πολιορκηθέν εις την παραλίαν των Σφακιών υπό τουρκικών ευδρόμων, εβλήθη υπό οβίδος ήτις συνέτριψε τον ένα των τροχών αυτού. Και ο πλοίαρχος Κουρεντής, βλέπων ότι δεν ηδύνατο να διαφύγη, το διηύθυνε προς το τουρκικών «Ιζεδίν» με σκοπόν εμβολής. Αλλά τοιαύτη έφοδος ήτο αδύνατος, διότι το «Ιζεδίν» ήτο υψηλότερον· και εν τη απογνώσει του ο Κουρεντής έρριψε το πλοίον του εις την ακτήν. Εν τη αταξία δε της αποβάσεως των εν αυτώ εθελοντών, λέμβοι ανετράπησαν και επαναστάται τινές επνίγησαν, εν οις και ο αξιωματικός Κοσονάκος.

Μετά την καταστροφήν του «Αρκαδίου» την επανάστασιν της Κρήτης ανέλαβε να επισιτίζη και εφοδιάζη ο πλοίαρχος Σουρμελής διά της «Ενώσεως» και έστιν ότε διά της «Κρήτης». Και εξετέλεσεν 25 πλόας, καθ' ους απεβίβασεν εις Κρήτην 4,000 μαχητάς, 7,000 κιβώτια όπλων και πολεμοφοδίων, 1600 δέματα ενδυμάτων, υποδημάτων και φαρμάκων και 52,000 σάκκους αλεύρου. Απορεί δε τι περισσότερον να θαυμάση τις, την αφοβίαν του εις τας τρικυμίας ή τα τεχνάσματα δι' ων εξηπάτα τα πλοία του αποκλεισμού. Γνωρίζων την νωθρότητα και την μικράν αντοχήν των Τούρκων εις την θάλασσαν, εξέλεγε τας τρικυμιώδεις και σκοτεινάς νύκτας, διά να προσεγγίζη εις τας κρητικάς ακτάς, πάντοτε ασφαλώς εισδύων εις τους μικρούς της νήσου όρμους, χάρις εις τον Κρήτα πλοηγόν του Τζαρδήν.

Αλλά μόλα ταύτα έτυχε πολλάκις, ενώ επλησίαζεν εις Κρήτην, να ευρεθή ενώπιον τουρκικού καταδρομικού, το οποίον ώρμα εναντίον του. Τότε η «Ένωσις», αναπτύσσουσα μεγάλην ταχύτητα και επωφελουμένη το σκότος, απεμακρύνετο· έπειτα δε επιστρέφουσα εις τον αυτόν όρμον, απεβίβαζε το φορτίον της, ενώ το τουρκικόν εξηκολούθει να καταδιώκη την σκιάν της.

Άλλοτε, ενώ εξεφόρτωνε, τουρκικά πλοία επλησίασαν, χωρίς να την ίδωσι, και έκαμναν σημεία διά πυραύλων ή εκανονοβόλουν ασκόπως, διά να την φοβήσουν και την αναγκάσουν να παρουσιασθή. Αλλ' ο Σουρμελής, εννοών το τέχνασμα, έμενεν εις την θέσιν του, έτοιμος να φύγη μεταξύ των εχθρικών πλοίων δι' όλης της δυνάμεως του ατμού, ως έπραξε νύκτα τινά εις Φόδελε και αλλαχού. Πολλάκις δε επροστάτευσε την φυγήν της «Ενώσεως» η σκιά των υψηλών παρά την ακτήν κρητικών βουνών. Αλλά και τα τουρκικά πλοία δεν είχον πολλήν όρεξιν να συμπλακώσι μετά της «Ενώσεως» όταν ήσαν μεμονωμένα. Μίαν νύκτα εις την Τρυπητήν τουρκικόν πλοίον είδε διαβαίνουσαν προ αυτού την «Ένωσιν» αλλ' ηρκέσθη μόνον ν' ανάψη πυρσούς. Και ο Σουρμελής είπε:

— Μας φωτίζουν για να μη σκοντάψωμεν.

Ενίοτε ηναγκάζετο να περιπολή επί ημέρας εις το πέλαγος και εις τας παρά την Κρήτην νήσους, διά να εύρη ευκαιρίαν να προσεγγίση. Και τότε μεγίστη ανησυχία εγεννάτο εν Σύρω και εν Αθήναις και πολλάκις έγιναν πάνδημοι δεήσεις υπέρ της διασώσεως της «Ενώσεως». Μέγας δε ήτο ο ενθουσιασμός και η συγκίνησις όταν οι επτά συνθηματικοί κανονοβολισμοί ανήγγελλον την εμφάνισιν του πλοίου, εις το οποίον τόσαι ελπίδες συνεκεντρούντο. Κατά τον πρώτον πλουν, τον Οκτώβριον 1867, διέτρεξε τον έσχατον κίνδυνον εκ της τρικυμίας και υπέστη σπουδαίας βλάβας. Άλλοτε δε, ενώ κατεδιώκετο παρά την Γαύδον, η μηχανή της επυρακτώθη και ηναγκάσθη να ανακόψη τον δρόμον της, κατ' ευτυχίαν δε το καταδιώκον αυτήν πλοίον είχε παύση την καταδίωξιν, απελπισθέν.

Αλλά και το πλήρωμα της «Ενώσεως» ήτο εκλεκτόν, αποτελούμενον από ναύτας πεπειραμένους, εις τους οποίους ο Σουρμελής είχε μεταδώσει την ψυχραιμίαν και τον ενθουσιασμόν του. Η εκφόρτωσις εγίνετο μετά καταπληκτικής ταχύτητος, των ναυτών βυθιζομένων μέχρις οσφύος εις την θάλασσαν διά να μετακομίζωσι κιβώτια και σάκκους· ο δε χειμών του 67 υπήρξεν εξαιρετικώς δριμύς. Δεκαοκτώ Κρήτες απέθαναν εκ του ψύχους μίαν νύκτα, καθ' ην η «Ένωσις» εξεφόρτωνεν εις την παραλίαν του Αγίου Βασιλείου, πολυάριθμα δε γυναικόπαιδα, περιμένοντα πλοίον διά να έλθωσιν εις την Ελλάδα, απεψύγησαν.

Και η «Ένωσις» δεν είχε μόνον τας δυσχερείας της αποβιβάσεως, αλλά και της παραλαβής των γυναικοπαίδων και των τραυματιών ή ασθενούντων την χρονοτριβήν και τα εμπόδια. Επειδή το πλοίον δεν παρελάμβανεν υγιείς, οι θέλοντες να φύγουν μετεχειρίζοντο διάφορα τεχνάσματα διά να φθάσουν και να γίνουν δεκτοί εις την «Ένωσιν». Τινές μετέβαινον εις το πλοίον κολυμβώντες, άλλοι δε, συνδέοντες δύο ασκούς πλήρεις ελαίου, προωρισμένου διά τας εν Αθήναις οικογενείας των, επλησίαζον διά της σχεδίας ταύτης εις το πλοίον και εκραύγαζον:

— Για το Θεό, πνίγομαι!

Εν τοσούτω ένα των πλόων αυτού εξετέλεσεν ο Σουρμελής εις 22 ώρας!

Αφού διά τόσων πλοίων, καταδρομικών και φρεγατών, δεν ηδυνήθη η Τουρκία να κρατήση εν αποκλεισμώ την επαναστατημένην νήσον και η «Ένωσις» εξηκολούθει τους πλόας της μετά τόλμης και δεξιότητος, ην θα εζήλευε και ο περίφημος Αμερικανός πλοίαρχος της «Αλαβάμας», αποφυγούσα πλείστας ενέδρας, η Τουρκία διέταξε τον Αγγλότουρκον ναύαρχον Χόβαρτ να καταδιώξη το πλοίον του Σουρμελή και εις αυτά τα ελληνικά ύδατα.

Ούτω την 2 Δεκεμβρίου 1868, ενώ η «Ένωσις» επέστρεφεν εις Σύρον και απείχε δέκα μίλλια, διέκρινε τρία πλοία, μίαν φρεγάταν και δύο εύδρομα, ακριβώς απέναντι της θέσεως Δελαγράτσια, πλέοντα χωρίς σημαίαν προς το Ασπρονήσι, σημείον κατευθύνσεως της «Ενώσεως». Ο Σουρμελής τα εξέλαβε κατ' αρχάς ως γαλλικά, αλλ' όταν επλησίασεν εις απόστασιν τεσσάρων μιλλίων, διέκρινεν ότι ήσαν τουρκικά και μεταξύ αυτών το «Ιζεδίν». Η «Ένωσις» ενέτεινεν όλας τας δυνάμεις του ατμού της και συγχρόνως το πλήρωμά της ετοιμάσθη προς μάχην. Αίφνης τα τουρκικά ύψωσαν την ερυθράν σημαίαν και ήρχισαν πυροβολούντα. Αλλά συγχρόνως και η «Ένωσις», ήτις έπλεε, προσπαθούσα να μη παρουσιάζη πλευράν προς τον εχθρόν, έβαλε διά του πρυμναίου πυροβόλου της και το βλήμα εύρε τον αριστερόν τροχόν του «Ιζεδίν», το οποίον υπέστη οίαν και το «Αρκάδι» βλάβην και ηναγκάσθη να ταχθή παραπλεύρως της φρεγάτας. Τούτο επωφελήθη ο Σουρμελής και επί ικανήν ώραν έπλεεν ούτως ώστε μεταξύ της «Ενώσεως» και της φρεγάτας να παρεντίθεται το «Ιζεδίν» και επομένως η φρεγάτα δεν ηδύνατο να πυροβολή. Δεύτερον βλήμα του ελληνικού εξερράγη εντός του «Ιζεδίν», όπερ εξηκολούθησε να πυροβολή αστόχως. Επί τέλους το μονόκροτον ετοιμάζεται να εκκενώση όλα του τα πυροβόλα κατά της «Ενώσεως»· αλλά δύο βλήματα αυτής σαρώνουν το κατάστρωμα και συντρίβουν δύο λέμβους της φρεγάτας, ης επέβαινεν ο Χόβαρτ, όστις πάντα ταύτα ανέφερεν εις τας εκθέσεις του.

Επωφεληθείσα η «Ένωσις» την εκ των βολών της σύγχυσιν, εισώρμησεν ολοταχώς εις τον λιμένα της Ερμουπόλεως υπό τα άστοχα των Τούρκων πυρά. Αλλ' ενώ με τοιαύτην ορμήν εισέπλεεν, είδεν εξερχόμενον άλλο πλοίον χωρίς σημαίαν, το οποίον εξέλαβεν ως τουρκικόν. Και εν τη απογνώσει αυτής ώρμησε κατ' αυτού ίνα το πλευροκοπήση και το βυθίση. Το πλοίον όμως εκείνο ήτο ταχυδρομικόν και, οπισθοδρομήσαν ολοταχώς, ύψωσε την αγγλικήν σημαίαν, ούτω δε απέφυγε την σύρραξιν.

Η «Ένωσις» ηγκυροβόλησεν εις τον λιμένα όπισθεν αυστριακής τινος κορβέτας, προτάξασα αυτήν ως ασπίδα. Ταύτα δε πάντα εγένοντο υπό τας φρενιτιώδεις επευφημίας του λαού της Σύρου, όστις εν αγωνία παρηκολούθησεν όλας τας περιπετείας της συγκρούσεως.

Ούτος υπήρξεν ο τελευταίος πλους του Ν. Σουρμελή εις Κρήτην, της οποίας η επανάστασις κατεστάλη μετ' ολίγον, ένεκα της εξασκηθείσης επί της Ελλάδος πιέσεως. Η Τουρκία ηπείλησεν ότι θα εβομβάρδιζε την Σύρον και τον Πειραιά· απεδόθη δε εις τους Χιώτας της Σύρου ότι έλεγαν πτοηθέντες από τας τουρκικάς απειλάς:

— Δόστε την την «Ένωσι» και την κάνομε χρυσή!

Αλλά και ο Βούλγαρης απέστειλε την «Ελλάδα» εις Ερμούπολιν, ως ανταπειλών. Εις την περίστασιν δ' εκείνη ν αναφέρεται και το αστείον, ότι εξ Αθηνών η Κυβέρνησις ετηλεγράφησεν εις Ναύπλιον:

— Χόβαρτ απειλεί. Στείλατε κοψαχείλαν(*).

Και εκ Ναυπλίου απήντησαν:

— Αδύνατον αποστείλαι κοψαχείλαν. Στείλατε Χόβαρτ.

(Ιούνιος 1898).

*) Περίφημον ενετικόν πυροβόλον.

ΤΑ ΘΑΛΑΣΣΙΑ ΛΟΥΤΡΑ

Τόσα, τα μεν παραδοξώτερα των δε, ελέχθησαν περί της καταγωγής και της φύσεως του ανθρώπου. Και ελέχθη μεν ότι κατάγεται κατ' ευθείαν από τον πίθηκον, αλλά κανείς, καθόσον γνωρίζω, δεν υπεστήριξεν ακόμη ότι συγγενεύει προς τα αμφίβια.

Διά τούτο πολλάκις σκέπτομαι μετ' απορίας πώς επήλθε κατά πρώτον εις τον άνθρωπον η ιδέα να κάμη λουτρόν εις την θάλασσαν ή και εις ποταμόν. Όσοι δεν εγεννήθησαν εις μέρος παράλιον γνωρίζουν οποίον άπειρον δέος και κατάπληξιν προξενεί εις τον άνθρωπον η θάλασσα, όταν το πρώτον την βλέπη. Εγώ, όστις κατά πρώτον είδα την θάλασσαν εις ηλικίαν πέντε ή έξ ετών, ουδέποτε θα λησμονήσω τον μέγαν και ανέκφραστον φόβον και θαυμασμόν, τον οποίον μου επροξένησεν η απέραντος εκείνη κυανή και υγρά έκτασις με το «ανήριθμον των κυμάτων γέλασμα», το απειρομέγεθες εκείνο τέρας, το συστρεφόμενον και κυλιόμενον και εκπέμπον φοβερούς βρυχηθμούς. Εκ τούτου δε δύναμαι να συμπεράνω οποίαν φοβεράν εντύπωσιν έκαμεν η θάλασσα εις τους πρώτους ανθρώπους, οι οποίοι βεβαίως περί φυγής μάλλον ή περί λουτρού θα εσκέπτοντο ενώπιον αυτής.

Υποθέτω επομένως ότι το πρώτον λουτρόν ήτο ακούσιον και τυχαίον. Φαντάζομαι δύο ή περισσοτέρους εκ των προπατόρων μας περιπατούντας εις μίαν ακτήν. Διά να περιπατούν έπεται ότι ήσαν νέοι και διά να είνε νέοι έπεται ότι ήσαν ζωηροί και έτρεχαν και αλληλωθούντο παίζοντες και γελώντες. Όταν δε τοιαύτα αστεία γίνωνται εις το χείλος της ακτής, δύσκολον να μη ακουσθή επί τέλους η κραυγή «άνθρωπος εις την θάλασσαν!»

Είς εκ των παιζόντων έχασε την ισορροπίαν (το υποθέτω πάντοτε) και μπλουμ! έπεσεν εις την θάλασσαν. Αλλ' ενώ οι αφελείς σύντροφοί του έμενον κατάπληκτοι, νομίζοντες ότι το μυστηριώδες θηρίον τον κατέπιε, τον είδον με θαυμασμόν αναδυόμενον και έπειτα κινούντα τα άκρα, όπως τα ψάρια κινούν τα πτερύγιά των, και επανερχόμενον εις την ακτήν συγκεκινημένον, αλλά και χαίροντα διά την απροσδόκητον σωτηρίαν του και την νίκην του κατά του φοβερού στοιχείου.

Ο άνθρωπος της εποχής εκείνης βεβαίως θα είχε των ζώων την έμφυτον κολυμβητικήν δεξιότητα. Εάν ήτο θέρος και καύσων, ο ακούσιος κολυμβητής, μετά την πρώτην συγκίνησιν, θα παρέμεινεν εις την θάλασσαν παίζων και καλών τους συντρόφους του να τον μιμηθώσι:

 — Ελάτε! δεν ξέρετε τι εύκολη και τι ευχάριστη διασκέδασις είνε!
Ωφελεί και στα νεύρα!

Και από της ημέρας εκείνης ο άνθρωπος συνελάμβανε την πρώτην ιδέαν να ναυπηγήση πλοίον, να διαβή πελάγη και ωκεανούς και να δώση εις τον Σοφοκλήν αφορμήν ν' αναφωνήση ότι:

Ουδέν ανθρώπου δεινότερον πέλει.

Εάν νομίζετε ότι δεν έγινε κατ' αυτόν τον τρόπον το πρώτον λουτρόν, εάν έχετε την ιδέαν ότι ο πρώτος αποπειραθείς να κολυμβήση επνίγη, διότι δεν ήξευρε να κολυμβά, δεν επιμένω εις την ιδέαν μου. Εις έν μόνον θα μου επιτρέψετε να επιμένω, ότι έγινε μίαν φοράν ένα πρώτον λουτρόν και ότι αυτός ο οποίος το έκαμε δεν παρεκινήθη από ανάγκην καθαριότητος. Εχρειάσθησαν αιώνες επί αιώνων διά να αισθανθούν οι προπάτορες ημών την ανάγκην της εξωτερικής χρήσεως του ύδατος και να ιδρύσουν βαλανεία και λουτρά. Έως τότε δε ως μόνον καλλυντικόν όργανον είχον το κεραμίδι, διά του οποίου εξύετο εις τον κοπρόλακκον ο Ιώβ.

Ο αρχαίος πολιτισμός, ο τόσον φροντίζων διά το σωματικόν κάλλος, δεν ήτο δυνατόν παρά να αισθανθή και την ανάγκην των λουτρών. Αλλ' ότι ο άνθρωπος ρέπει προς την ρυπαρότητα, συγγενεύων κατά τούτο μάλλον προς τον χοίρον ή προς τον πίθηκον, το απέδειξε μετά την διάδοσιν του χριστιανισμού.

Ο Χριστός παν άλλο εδίδαξεν ή να παραμελώμεν την καθαριότητα· λεπτομέρειαί τινες μάλιστα εις την αφήγησιν της σταυρώσεως μαρτυρούν ότι εις τον ιματισμόν του ήτο αρκετά φιλόκαλλος, τα δε συχνά μετά μύρων ποδόλουτρα δεν εγίνοντο βέβαια προς θεραπείαν κρυολογήματος. Εκτός δε τούτου το βάπτισμά του ήτο καθιέρωσις τόσον της σωματικής καθαριότητος, όσον και του ψυχικού εξαγνισμού. Αλλ' οι χριστιανοί, όπως παρεξήγησαν τόσα άλλα, παρεξήγησαν και τούτο και κατά τον μεσαίωνα η ρυπαρότης κατήντησε να θεωρήται απαραίτητον συμπλήρωμα της αγιότητος, από τα ασκητήρια δε η αποστροφή προς το νερόν μετεδόθη και εις την κοινωνίαν και εις αυτά τα ανάκτορα, όχι δε μόνον εις την Ανατολήν, αλλά και εις την Δύσιν, περισσότερον μάλιστα εις την Δύσιν. Ο Ερρίκος Δ' δεν ήτο καθαρώτερος του ημιαγρίου Βερσιγετόριγος· και όταν ποτέ του έφεραν μίαν ευειδή χωριατοπούλαν, εις την οποίαν εσταμάτησε με πόθον το βλέμμα του κατά τινα εκδρομήν, είπε με μορφασμόν δυσαρεσκείας — αφού εβεβαιώθη ότι την είχον οδηγήσει προηγουμένως εις το λουτρόν:

— Μου την ανοστήσατε. Ποίος σας είπεν ότι τα βερύκοκα πρέπει να τρώγωνται πλυμένα;

Αλλά και σήμερον ίσως υπάρχουν βασιλείς τρώγοντες τα βερύκοκα άπλυτα. Δεν υπάρχει όμως ίσως ούτε καρβουνιάρης ρέπων προς την ρυπαρότητα όσον ο τόσον διαλάμπων εις την ιστορίαν και τα μυθιστορήματα Λουδοβίκος 14ος εις τον οποίον ήρκει ποτήριον ύδατος διά τον πρωινόν του καθαρμόν, όταν τον έκαμνε και αυτόν, και ο οποίος παντοία νοσήματα έπαθεν από την πολυφαγίαν και την ακαθαρσίαν του.

Εδώ, εξαιρέσει των ναυτικών μερών, όπου τα παιδία πίπτουν από το στήθος της μητρός των εις την θάλασσαν, μέχρι προ ολίγων δεκάδων ετών η θάλασσα η «πικροκυματούσα» ενέπνεε θρηνώδεις στίχους, αλλ' όχι και την ιδέαν της καθαριότητος. Συνήθως έν και μόνον θαλάσσιον λουτρόν εγίνετο και τούτο κατά την νύκτα της Αναλήψεως και διά λόγους κερδοσκοπικούς. Με την πρόφασιν του λουτρού έμενον αγρυπνούντες εις τα παράλια. Διότι υπάρχει η ιδέα ότι κατά την νύκτα εκείνην ανοίγουν αστραπιαίως οι ουρανοί και ό,τι ζητήση κανείς κατά την στιγμήν εκείνην το λαμβάνει άνωθεν. Δεν αναφέρονται όμως παραδείγματα ανθρώπων οι οποίοι επλούτισαν ή απέκτησαν ό,τι δήποτε κατ' αυτόν τον τρόπον. Περί ενός μόνον λέγεται ότι, ιδών το άνοιγμα του ουρανού, δεν επρόφθασε να εκφράση πλήρη ευχήν. Θέλων να ζητήση χίλια φλουριά ή χίλια εκατομμύρια, μόνον την λέξιν χίλια επρόφθασε να προφέρη. Αλλ' ο ουρανός, παίζων με τας λέξεις, του έδωκεν αντί χιλίων φλουριών τερατώδη χείλια.

Μόνον όταν διέδωκαν οι ιατροί ότι τα θαλάσσια λουτρά ωφελούν εις την υγείαν και μάλιστα εις το κάλλος, διεδόθη και η χρήσις των θαλασσίων λουτρών. Εδώ οι πρώτοι θαλάσσιοι λουτρώνες ιδρύθησαν το 1853 ή 54 εις το Νέον Φάληρον.

Αλλ' εις την αγάπην προς τα θαλάσσια λουτρά συνετέλεσε πολύ και το παράδειγμα της βασιλίσσης Αμαλίας, ήτις ηγάπα περιπαθώς το κολύμβημα όπως και την ιππασίαν. Και μη φοβουμένη, όπως ο στρατηγός Τσουρτς, όστις εκολύμβα κρατών λόγχην διά ν' αμυνθή κατά των καρχαριών, κατέβαινεν εις το Παλαιόν Φάληρον κατά τον βαθύν όρθρον και εκολύμβα. Αι οικογένειαι κατέβαιναν με τα κάρρα, οι δε νέοι με γαϊδούρια της Πλάκας, τα οποία συνηθροίζοντο είς τινα πλατείαν της συνοικίας Μακρυγιάννη και εδίδοντο αντί 50 λεπτών ή δραχμής. Κατά την πρωίαν της Κυριακής ιδίως απετελείτο μεγάλη και ευθυμοτάτη γαϊδουροκαβαλλαρία εις την οδόν Φαλήρου από τριακόσιους και πεντακόσιους νέους, οίτινες επλήρουν φαιδρού θορύβου και ασμάτων την πεδιάδα, συναντώντες δε την Βασίλισσαν επιστρέφουσαν παρετάσσοντο εκατέρωθεν της οδού· η δε αυστηρά και αγέρωχος Αμαλία δεν κατώρθωνε να τηρήση την σοβαρότητά της, οσάκις, μετά των νέων, εχαιρέτων την διάβασίν της και οι όνοι διά βροντερών σαλπισμάτων.

(Ιούνιος 1898).

ΠΑΡΟΝ ΚΑΙ ΠΑΡΕΛΘΟΝ

Η δίκη του Σαχτούρη επανέφερε ζωηράς τας απογοητεύσεις και τας πικρίας με τας οποίας επότισε τον ελληνισμόν η κατά τον πόλεμον μικρόψυχος και ακατανόητος διαγωγή των διοικούντων τον ελληνικόν στόλον. Και εις την σκέψιν έρχονται συγκρίσεις απελπιστικαί ου μόνον προς το ηρωικόν τέλος των δύο ισπανικών μοιρών και την ψυχράν ανδρείαν και πολεμικήν τέχνην των Αμερικανών, αλλά και προς το προχείρως συγκροτηθέν εξ εμπορικών πλοίων ελληνικόν ναυτικόν της επαναστάσεως.

Η ναυτική ημών εξέλιξις αποτελεί αλλόκοτον οξύμωρον. Ήμεθα ισχυρότεροι εφ' όσον ήμεθα ασθενέστεροι. Επί Ορλώφ, ο Λάμπρος Κατσώνης ανεστάτωσε την Μεσόγειον με ολίγα παληοκάραβα μεταποιηθέντα εις καταδρομικά. Επί της επαναστάσεως, ο Μιαούλης με πρώην εμπορικά πλοία κατεναυμάχει φοβερούς τουρκικούς στόλους, ο δε Κανάρης εισήρχετο με μίαν βάρκαν εις τον λιμένα της Χίου και επυρπόλει την τουρκικήν ναυαρχίδα.

Σήμερον η Τουρκία δεν είχε στόλον και όμως οι ναύαρχοί μας έτρεμον επί των θωρηκτών τα οποία εκυβέρνων και ήσαν έτοιμοι να πλεύσουν ολοταχώς προς το λυβικόν πέλαγος, εάν ενεφανίζετο τουρκική σημαία έστω και επί ιστιοφόρου. Σήμερον οι ναυτικοί μας εκυβέρνων τορπιλοβόλα με ταχύτητα 22 μιλίων και όμως δεν ετόλμησαν να κάμουν, όχι ό,τι έκαμεν ο Κανάρης με μίαν βάρκαν, αλλ' απλώς ν' ανατινάξουν ένα παληοκάραβον υπνώττον εις τον λιμένα της Θεσσαλονίκης.

Έτυχε κατ' αυτάς να εύρω έγγραφον περίεργον, χρονολογούμενον από του 1823, το οποίον συντελεί εις το να καταστή εναργεστέρα, αλλά και θλιβερωτέρα η αντίθεσις αύτη. Η επιστολή αύτη απευθύνεται υπό του πλοιάρχου και βουλευτού Φαρών Νικολάου Λουμάκη προς τον Α. Λουριώτην, όστις είχεν αποσταλή μετά του Ορλάνδου και Κοντοσταύλου εις Αγγλίαν προς συνομολόγησιν δανείου. Εις την επιστολήν δε ταύτην δίδουν σημασίαν επίκαιρον και τα εν Αντίλλαις διαδραματιζόμενα πολεμικά γεγονότα. Κατά πάσαν πιθανότητα ο Λουμάκης είνε ο πρώτος Έλλην πλοίαρχος όστις έπλευσεν εις το απώτατον εκείνο αρχιπέλαγος. Ιδού η επιστολή.

«Προς τον ευγενέστατον κύριον Ανδρέαν Λουριώτην.

»Εις το έτος 1803 εφόρτωσα από Λιβόρνον κρασιά και λάδια εις το πλοίον μου ονομαζόμενον «Άγιος Νικόλαος» με σημαίαν τουρκικήν και διοικούμενον παρ' εμού του Γεωργίου Α. Λουμάκη, αποφασισμένος διά τας Αντίλλας, Μαρτινίκαν, Γουαδαλούπαν και λοιπάς νήσους, διά λογαριασμόν ιδικόν μου.

»Αναχωρούντες από Λιβόρνον εις τας 29 Μαρτίου διά ημέρας 44 εφθάσαμεν έξω Λουίζας και Μαρτινίκας. Αυτού με εβιζιτάρισεν ο ναύαρχος Άγγλος, όστις εκρατούσε την πολιορκίαν ταύτης της νήσου, και με έγγραφον διαταγήν εις το φιρμάνι της σημαίας μου με διέταξε να υπάγω εις την Γουαδαλούπαν, όπου επούλησα το φορτίον και αγόρασα άλλο, καφέ, ζάχαρη και λοιπά διά Λιβόρνον και Σμύρνην.

»Την δευτέραν ημέραν της αναχωρήσεώς μου με συνέλαβε ένα αγγλικό βατσέλο, ονομαζόμενον «Σανδώρ», του πλοιάρχου Ουίλιαμς· με εσυνόδευσε και με έσυρεν εις την νήσον Αντίνουαν, όπου έκαμε την πούλησιν όλου του φορτίου, το καράβι μου εκρατήθη και εγώ εβαρκαρίσθηκα εις αγγλικήν φρεγάδαν και έφθασα εις Λόνδραν. Και εκεί λαμβάνοντας διαταγήν του Κουβέρνου, έστειλα εις Αντίνουαν δύο φοράς διά να μου σταλούν όσα πιστοποιητικά μου εκράτησεν η εκεί διοίκησις, αλλά δεν έλαβα ουδεμίαν απόκρισιν και ένεκα των μεγάλων εξόδων εις τους αβουκάτους και διά άλλας αιτίας ανεχώρησα από Λόντραν διά την πατρίδα μου Ψαρά και από τότε δεν ημπόρεσα να κάμω τίποτες.

Δι' αυτό λαμβάνω το θάρρος να σε παρακαλέσω να εξετάσης δι' αυτήν την υπόθεσιν και να μου γράψης.

»Η αιτία που γράφομαι Γεώργιος Λουμάκης είναι που το φιρμάνι της σημαίας μου ήτο εις το όνομα του πατρός μου και εγώ το εκαπετάνεβα.

Εις Ναύπλιον την 15 Μαΐου 1823.

Ο φίλος σου ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΛΟΥΜΑΚΗΣ
Βουλευτής Ψαρών

Άξιον παρατηρήσεως είνε ότι, ενώ μόλις το 1786 επετράπη εις τους Έλληνας ραγιάδες να ναυπηγήσουν πλοία μεγαλείτερα των σακολέβων, μετά 17 έτη πλοίον ελληνικόν διέπλευσε τον Ατλαντικόν ωκεανόν. Και σήμερον ότε έχομεν ατμήρη ναυτιλίαν, αμφιβάλλω αν πλοίον υπό ελληνικήν σημαίαν διέπλευσεν ακόμη τον πορθμόν του Σουέζ. Τούτο δεικνύει παράδοξον και γενικήν οπισθοδρόμησιν εις το ναυτικόν μας, εφ' όσον αυξάνουν τα υλικά αυτού μέσα και αι ευκολίαι. Και εις μεν το εμπορικόν ναυτικόν ίσως ο μέγας διεθνής συναγωνισμός εξηγεί την παρακμήν· αλλά το πολεμικόν μας ναυτικόν πώς δύναται να δικαιολογηθή, όταν έχη ενώπιον του αντίπαλον σχεδόν ανύπαρκτον, τον τουρκικόν στόλον;

Εις προηγούμενον άρθρον περιέγραψα τους παρατόλμους πλόας του Νικολάου Σουρμελή και το θάρρος με το οποίον διέφυγε την ενέδραν την οποίαν του έστησεν ο Χόβαρτ προ του λιμένος της Σύρου. Σήμερον έχω να προσθέσω και άλλα τινά περί του βίου του ναυτικού εκείνου, όστις έδειξεν εις τον κόσμον ότι δεν εξέλιπεν ο ελληνικός ηρωισμός και ανεζωπύρωσε τον προς το Ελληνικόν ναυτικόν θαυμασμόν.

Ότε έτη τινά μετά το 1869 μετέβη εις Κωνσταντινούπολη, διά να επισκεφθή την εκεί αποκατεστημένην θυγατέρα του, ο Χόβαρτ πασάς τον εκάλεσεν εις γεύμα, όπερ απέφυγε κατά προτροπήν του φιλέλληνος πρεσβευτού της Αμερικής Τάκερμαν, ειπόντος αυτώ ότι δεν ήρμοζεν ο κυβερνήτης της «Ενώσεως» να παρακαθήση εις την τράπεζαν ενός μισθοφόρου. Όταν δε κατέπλευσε κατά τύχην εις Μύκονον το ιταλικόν θωρηκτόν «Αφοντατόρε», ο κυβερνήτης αυτού επισκεφθείς τον Σουρμελήν του είπεν: «Ημείς απλοί ναυτικοί υποκλινόμεθα ενώπιόν σου, διότι σε περιβάλλει η δόξα». Μικρόν δε μετά την Κρητικήν επανάστασιν, ο Μεχμέτ Αλής της Αιγύπτου, σχεδιάζων να επαναστατήση κατά του Σουλτάνου, δεν απετάθη εις Άγγλον ή Γάλλον, αλλ' εις τον Έλληνα Σουρμελήν διά να του αναθέση την διοίκησιν του στόλου του.

Και ο Σουρμελής δεν εσπούδασεν εις σχολάς ναυτικάς, ως δεν εσπούδασεν ο Μιαούλης, δεν έφερε γαλόνια και παράσημα ως ο κ. Σαχτούρης. Ήτο απλούς εμποροπλοίαρχος, μορφωθείς εις το ευρύ σχολείον των τρικυμιών και των κινδύνων, αλλά προ πάντων είχεν εις τα στήθη του ζωηράς τας γενναίας και ευτόλμους παραδόσεις του ελληνικού ναυτικού. Ήτο άρά γε η τελευταία εκδήλωσις της ναυτικής μας υπεροχής;

(Ιούλιος 1898).

ΡΕΜΒΑΣΜΟΣ

Κατά το θέρος η πλατεία του Συντάγματος μετατίθεται εις το Νέον Φάληρον και ο ευρισκόμενος εις το Νέον Φάληρον νομίζει ότι δεν απεμακρύνθη από το Σύνταγμα. Τα αυτά πρόσωπα, η αύτη ράθυμος κίνησις επάνω κάτω, η αυτή ακινησία των εκατέρωθεν καθημένων, οι οποίοι φαίνονται ως ν' απεκοιμήθησαν επί των καθεκλών. Οι καθήμενοι φαίνονται ως κοιμώμενοι, οι περιπατούντες κινούνται ως υπνοβάται. Και αυτή η θάλασσα κοιμάται πολλάκις και απλώνεται με τοιαύτην νωχέλειαν οκνηρίας, με τοιαύτην νέκραν τέλματος, ώστε δυσκόλως από την πλατείαν γεννάται αισθητή η παρουσία της. Και πολύ δικαίως κάποιος είπε μίαν εσπέραν, ενώ παρετήρει τα ακίνητα εκείνα νερά, από τα οποία ανεδίδοντο, ενόμιζες, ζεστοί ατμοί:

— Θάλασσα είνε αυτή ή μπουγάδα;

Και αυτή η μουσική είνε νυσταλέα και επιτείνει την νύσταν η οποία στάζει από την βαρείαν ατμόσφαιραν του Νέου Φαλήρου. Άλλος ο οποίος αισθάνεται, όπως εγώ, την ανίαν αυτής της παραλίας, μου έλεγε πρό τινων ημερών:

— Ο ανυπόφορος μουσικός θόρυβος, από τον οποίον είνε γεμάτη η Αθήνα ημέραν και νύκτα, μας παρακολουθεί και εδώ, όπου ερχόμεθα ν' ανακουφισθώμεν από την τύρβην της πόλεως. Και έπειτα ακούεις πολλούς να λέγουν ότι έχομεν έλλειψιν μουσικής. Αλλά τι θέλουν αυτοί οι άνθρωποι δι' όνομα Θεού Να τρελλαθούμε από μουσικήν;

Το Παλαιόν Φάληρον δεν έχει μουσικήν, ούτε πλατείαν, ούτε εξέδραν, ούτε πολιτισμόν. Η παραλία εκείνη είνε όπως την έκαμεν η φύσις. Και η φύσις την έκαμε το καταλληλότερον μέρος διά ναπομονωθή κανείς από τον θόρυβον και τα ψεύδη της ζωής και ναφεθή εις τους ρεμβασμούς του. Ο ορίζων ανοίγεται πλατύς ενώπιόν του, η δε γραμμή της παραλίας εκτείνεται πολύστροφος, με γραφικάς ανωμαλίας, εδώ μεν εκτείνουσα βραχώδεις γλώσσας εις την θάλασσαν, εκεί κοπτομένη αποτόμως και παραπέρα διαγράφουσα αβράς καμπύλας και κόλπους, ως αγκάλας. Η φύσις, διατηρούσα το κράτος της, επιβάλλει και εις τους ανθρώπους την απλότητά της. Και εδώ οι Αθηναίοι δεν κινούνται πλέον ως νευρόσπαστα, αλλά περιπατούν ως άνθρωποι· και τίποτε δεν τους εμποδίζει ναφεθούν εις την γοητείαν της φαληρικής εσπέρας. Η ιερά μεγαλοπρέπεια της ώρας, ήτις απλόνει βασιλικήν αλουργίδα εις την δύσιν και περιβάλλει τον Υμηττόν με τα τρυφερώτερα χρώματα του ίου, αναγκάζει και τους αγροικοτέρους να χαμηλώνουν την φωνήν. Και ουδεμία αδιακρισία ταράσσει την μυστικήν ομιλίαν, την οποίαν συνάπτουν αι ψυχαί των ανθρώπων με την ψυχήν του κόσμου κατά τας στιγμάς εκείνας, ότε η αμφιλύκη αρχίζει να δίδη εις τα αντικείμενα την αμφιβολίαν του ονείρου.

… Εκαθήμην μόνος εις μίαν άκραν της ακτής, και τα βλέμμα μου πλανώμενον συνήντα από καιρού εις καιρόν μίαν υψηλήν και λεπτήν γυναικείαν μορφήν, ορθίαν εις απόστασιν επί αλιπλήκτου βράχου και βλέπουσαν προς την δύσιν. Εν τω μεταξύ αι σκιαί επυκνούντο, ελαφροτάτη πνοή αύρας ήρχισε να ψιθυρίζη μυστηριώδεις λόγους εις την ακοήν μου και εις την λείαν επιφάνειαν της θαλάσσης διήρχοντο φρικιάσεις. Και όσον επυκνούντο αι σκιαί της εσπέρας, η επί του βράχου γυναικεία μορφή απέκτα και αυτή την αοριστίαν ονείρου. Ολίγον κατ' ολίγον κατεπίνετο υπό του σκότους και έπαυσε να διακρίνεται, ως να μετεβλήθη και αυτή εις σκιάν, ως να εξητμίσθη.

Η αύρα εξακολουθεί να ψιθυρίζη και η φωνή της μου φαίνεται ως να έρχεται από τα βάθη του παρελθόντος. Και υπό την εντύπωσιν ταύτην διακρίνω τας ομιλίας και τα γέλια της Ναυσικάς και των συντρόφων της εις τον πολύχαρον θόρυβον ομάδος κοριτσιών, διερχομένων εις απόστασιν. Έπειτα εις την φαντασίαν μου περνά ο Δημοσθένης, αγορεύων προς την θάλασσαν και αγωνιζόμενος να λύση τον γλωσσοδέτην του. Σήμερον εις την αυτήν παραλίαν επιδεικνύεται, ως χάρις και ευγένεια, ο τραυλισμός του ρ, τον οποίον ο μέγας ρήτωρ εθεώρει ελάττωμα και ασχημίαν. Αλλά μήπως το αυτό ελάττωμα εις το στόμα του Αλκιβιάδου, ο οποίος επρόφερε τους κόρακας κόλακας, δεν εθεωρήθη υπό των συγχρόνων του Αθηναίων ως χάρις; Και τότε το ρ του Αλκιβιάδου, όπως σήμερον το Γαλλικόν, έγινε συρμός εις τας Αθήνας.

Διαδοχικώς άλλαι μορφαί ανθρώπων και πραγμάτων των περασμένων εποχών περνούν εις τον ρεμβασμόν μου. Και εις την γραμμήν των φώτων της παραλίας βλέπω τους πυρσούς των βιγλών του Φαλήρου, όταν ειδοποίουν τους κατοίκους των Αθηνών διά την εμφάνισιν πειρατικών πλοίων. Οι Αθηναίοι, βλέποντες τα σήματα του κινδύνου, φεύγουν έντρομοι προς τα όρη, όπου ίσως άλλοι λησταί τους περιμένουν. Και εις την ερημωθείσαν πόλιν, όπου τα αρχαία μάρμαρα ορθούνται ως επιτύμβιοι στήλαι, έμεινε μόνον εσχατόγηρος μοναχός, όστις με τρέμουσαν χείρα χαράσσει επί του μαρμάρου το σπαρακτικόν χρονικόν: «15 του Μάη…. ήρθαν η φούστες και η χώρα ερημώθηκε. Κλάψετε την Αθήνα».

Το πλατάγισμα ιστίου διακόπτει τον ρεμβασμόν μου. Μία βάρκα διέρχεται εγγύτατα της ακτής με το ιστίον ελαφρώς κολπούμενον υπό της ενταθείσης πνοής της εσπέρας. Ακούω τον υγρόν θρουν του σχιζομένου υπό της πρύμνης νερού· και μετ' ολίγον έρχεται δροσερά συμφωνία νεανικών φωνών, απομακρυνομένων προς το Νέον Φάληρον: