WeRead Powered by ReaderPub
Ενώ διέβαινα - Χρονογραφήματα cover

Ενώ διέβαινα - Χρονογραφήματα

Chapter 23: Ο ΕΞΟΡΙΣΤΟΣ
Open in WeRead

Explore more books like this:

About This Book

A collection of short, humorous chronicle-like sketches offering satirical observations on social customs, human foibles, and public incidents. Entries range from anecdotal reports of disasters and comic episodes that relieve tragedy to reflective essays tracing the origins and contradictions of customs such as dueling, attitudes toward theft, and bathhouse talk. The tone alternates between playful anecdote and ironic analysis, using vivid vignettes and historical context to illuminate cultural habits, moral ambiguities, and the gap between public rhetoric and private behavior.

Κάτω στο γιαλό, κάτω στο περιγιάλι

(Αύγουστος 1898).

ΛΟΓΙΑ ΤΩΝ ΛΟΥΤΡΩΝ

Ενώ ετοιμάζομαι διά το λουτρόν, έρχονται εις την ακοήν μου τα λεγόμενα υπό των ευρισκομένων εις τας γειτονικάς μπανιέρας και ο συγκεχυμένος θόρυβος των ευρισκομένων ήδη εις την θάλασσαν, τον οποίον διακόπτουν από καιρού εις καιρόν οι δούποι των πιπτόντων εις το νερόν.

— Γιάννη! φωνάζει δεξιά μία βαρεία φωνή.

— Τι θες; Είσαι έτοιμος;

— Είμαι έτοιμος, αλλά… φοβούμαι να πέσω.

— Τι φοβάσαι;

— Ξέρω κ' εγώ; Ίσως… την συγκοπήν.

— Έλα, βρε, μην είσαι ανόητος. Πόσες ώρες είνε που έφαες;

— Θάνε τέσσερες και πλέον.

— Ου! η πέψις έχει γίνει. Δεν υπάρχει κανείς φόβος.

— Γιάννη, έχω κακά προαισθήματα… Αισθάνομαι ρίγος.

— Τι θες να αισθάνεσαι, αφού είσαι γυμνός; Έλα πέσε. Κ' εγώ είμαι έτοιμος.

— Φοβούμαι. Έχουν γίνει τόσα δυστυχήματα.

— Δυστυχήματα;

— Ναι, πνίγηκαν τόσοι… επιβάται της «Βουργουνδίας».

— Παύσε τις σαχλαμάρες.

Ακούων αυτόν τον διάλογον, σκέπτομαι, ότι με τον φόβον της θαλάσσης, τον οποίον έχουν πολλοί, και με τα δυστυχήματα τα οποία συμβαίνουν εις τους λουομένους από πνιγμούς, συγκοπάς και αποπληξίας, το θαλάσσιον λουτρόν έχει πολλήν αναλογίαν με μίαν μάχην. Ο μεταβαίνων να λουσθή, όπως και ο μεταβαίνων να πολεμήση, έχει πολλάς πιθανότητας να μη γυρίση. Διατί να μη εισαχθούν εις τα στρατιωτικά γυμνάσια και τα θαλάσσια λουτρά, ως ασκήσεις θάρρους; Υποθέτω ότι οι διοικούντες τον στρατόν μας κατά τον πόλεμον δεν είνε κολυμβηταί, άλλως θα ήσαν πλέον ριψοκίνδυνοι ή θα είχαν πνιγή, ότε δεν θα επαθαίναμεν ίσως όσα επάθαμεν.

Ο διάλογος εξηκολούθησε δεξιά:

— Άκουσε, αν πάθω τίποτε, σου κάνω διαθήκη· Σ' αφήνω την Κάκια…. να την προστατεύης, σαν αδελφός.

— Αν την προστατεύσω σαν φίλος;

— Σ' αφήνω την κατάρα μου!

— Καλά, εγώ είμαι έτοιμος και κατεβαίνω. Έλα να πέσωμε μαζή.

Μετ' ολίγον βλέπω τον φοβούμενον την συγκοπήν εις την κλίμακα. Είνε τριακοντούτης μόλις, αλλά φαίνεται ότι πραγματικώς φοβάται και μόνον μετά νέας παρακινήσεις του φίλου του κατεβαίνει με πολλούς δισταγμούς και προφυλάξεις εις την θάλασσαν, όπου δέχεται την επαφήν του νερού με λαχτάραν σκύλου.

— Αι! πώς είσαι; τον ερωτά ο άλλος, αφού εβούτηξε και επανήλθεν εις την επιφάνειαν.

— Μου φαίνεται ότι… ζω ακόμη… Μα τι κρύο που είνε το νερό!

— Κουνήσου να ζεσταθής.

Ο δειλός, ολίγον κατ' ολίγον ενθαρρυνόμενος, απομακρύνεται από την κλίμακα και αρχίζει ν' «ακτοπλοή», ως λέγει. Ο άλλος κολυμβά ολίγον βαθύτερα και ο διάλογος εξακολουθεί:

— Φφφ! είδες το πρωτότυπο δράμα «Για την Τιμή»;… Φφφ!…

— Εβούλιαξε κιαυτό.

— Κ' έπρεπε… φφφ!… να επιπλεύση, αφού έχει μέσα… φφφ!… ένα νεροκολόκυθο.

Ενώ δεξιά μου συνήπτετο ο ανωτέρω διάλογος, αριστερά δύο σοφοί ωμίλουν περί των αρχαίων λουτρών. Και ακούω τας εξής πληροφορίας περί των Ρωμαϊκών λουτρών:

— Εις τα λουτρά του Καρακάλα μπορούσαν να λουσθούν συγχρόνως 3000 άτομα. Είχαν 1600 εδώλια από πορφυρίτην και μάρμαρον, αιθούσας προς ανάπαυσιν και συνδιάλεξιν και βιβλιοθήκας. Ήσαν δε καταστόλιστα από αγάλματα και μωσαϊκά και τα πέριξ εσκιάζοντο από πλατάνους και άλλα δένδρα. Εκεί ευρέθη ο Φαρνέσιος Ηρακλής, εις δε τα λουτρά του Τίτου ανεκαλύφθη το περίφημον σύμπλεγμα του Λαοκόοντος.

Μετ' ολίγον οι δύο σοφοί πίπτουν με σεμνοπρέπειαν εις την θάλασσαν και κολυμβούν παραλλήλως, ούτως ώστε αι λευκαί κεφαλαί των φαίνονται ως ζεύγος νήσσων. Και ενώ σιγοπλέουν, εξακολουθούν την περί των αρχαίων βαλανείων ομιλίαν.

Εν μέσω του θορύβου των λουσμένων ακούεται και μια παιδική φωνή, η οποία ερωτά:

— Αν έρθη τώρα μπαμπά ο καρχαρίας, πώς θα το καταλάβω;

— Θα το καταλάβης όταν θα σε καταπίνη.

— Και σα με καταπιή, τι θα γίνω;

— θα γίνης… θα γίνης… Καλλίτερα να μη σε καταπιή, γιατί αν σε καταπιή μούντσωσ' τα!

Όταν εξήλθα από την θάλασσαν, είχον ήδη εξέλθει και οι δύο σοφοί και τους ακούω ενδυομένους και συνεχίζοντας τας σοφάς των ομιλίας.

— Παρετήρησες; Η γυμνότης είνε ηδονή και ηδονή όχι μικρά. Ίσως αυτό το αίσθημα είνε λείψανον της προπατορικής ευδαιμονίας. Ομού με τον Παράδεισον οι προπάτορες έχασαν και την ελευθερίαν της γυμνότητος και ευρέθησαν εις την ανιαράν ανάγκην να ενδύωνται.

— Και μάλιστα με φύλλα συκής, είπεν ο άλλος γελών. Σήμερον τα μεταξωτά οπωσδήποτε υποφέρονται.

— Σκέπτομαι να την αναπτύξω μίαν ημέραν αυτήν την ιδέαν.

— Περί;

— Περί γυμνότητος ιστορικώς και ψυχολογικώς. Αι γυναίκες φαίνεται ότι αισθάνονται περισσότερον αυτήν την τέρψιν, γι' αυτό τρέχουν τόσον εις τα θαλάσσια λουτρά. Όχι τόσον διά την τέρψιν του νερού, όσον διά την ηδονήν της γυμνότητος.

— Τι είπεν ο Κολοκοτρώνης όταν είδε τας κυρίας να χορεύουν ντεκολτέ στο Παλάτι;… Αι, το λουτρό είνε ολόκληρο… ντεκολτέ. Τα εννέα δέκατα των γυναικών είνε Νάρκισσοι, εις τους οποίους το λουτρόν επιτρέπει πλήρη τον αυτοθαυμασμόν· επί πλέον δε εκθέτει και εις τον φθόνον των άλλων γυναικών τα πλαστικά θέλγητρα, τα οποία έχουν ή νομίζουν ότι έχουν. Σημείωσε δε ότι και η ασχημοτέρα γυναίκα νομίζει ότι κάτι έχει από την Αφροδίτην, αν όχι κάλλος, τουλάχιστον χάριν. Και ό,τι έχουν τείνουν να το επιδείξουν. Αυτήν δε την τάσιν υποβοηθεί και ο συρμός. Δεν βλέπεις πώς ανασύρουν και τεζάρουν το φόρεμα, διά να παρουσιάζουν τας γραμμάς και τα σχήματα που κρύπτει το ένδυμα; Δεν είνε γύμνωσις αυτή;

— Εις την οδόν Σταδίου μπορείς να δης και κάτι σχετικόν. Εις μίαν προθήκην είνε εκτεθειμένη εικών, εις την οποίαν παρίσταται ολόγυμνη η πρώην πριγκήπισσα Σιμαΐ, η περιβόητος Κλάρα Ουάρ. Αυτή η κυρία εγκατέλιπε τον πρίγκηπα σύζυγόν της και έφυγε μένα άσχημον Αθίγγανον, μόνον και μόνον, φαίνεται, διά να έχη την ελευθερίαν να εκτίθεται γυμνή εις τα θέατρα και να δίδη εις το εμπόριον φωτογραφίας της γυμνάς.

Ενώ ακούω τ' ανωτέρω, διακρίνω επί των σανίδων, μεταξύ διαφόρων βωμολοχιών, την φράσιν «Η αλήθεια είνε γυμνή». Και υπ' αυτήν άλλη χειρ έχει σημειώσει: «Δεν ντρέπεται η σιχαμένη;»

(Αύγουστος 1898).

Ο ΕΞΟΡΙΣΤΟΣ

Με τα τρυγόνια ανεφάνη και ο Σακκουλές κατόπιν μακράς εκλείψεως. Τον είδα εις την πλατείαν του Συντάγματος με τον παρδαλόν από ποικίλα και αλλεπάλληλα εμβαλλώματα ιματισμόν του, με την απαραίτητον ράβδον, την οποίαν κρατεί υπό μάλης διά ν' αμύνεται κατά των σκύλων και των ανθρώπων. Μόνον η πήρα του λείπει διά να παρουσιάζη πλήρη τον τύπον του αρχαίου κυνικού.

Τον είδα καθ' ην στιγμήν τον ελοιδώρουν εξ αποστάσεως τρία τέσσερα παιδία, εις τα οποία προσετέθη αυθορμήτως και ένας σκύλος. Οι άνθρωποι τέρπονται να τον ενοχλούν και τον βασανίζουν, οι σκύλοι δεν τον χωνεύουν. Οι σκύλοι, όπως οι άνθρωποι, κρίνουν τους ανθρώπους κατά το ένδυμά των· αρκεί δε να φορή κανείς πενιχρά ή κάπως ιδιόρρυθμα ενδύματα διά να κινήση την δυσπιστίαν και την εχθρότητα των σκύλων. Εκείνος ιδίως ο παράσιτος του καφενείου Ζαχαράτου Τριζώνης γίνεται έξω φρενών άμα ίδη πτωχόν άνθρωπον. Μίαν ημέραν έσχισε την βράκαν ενός νησιώτου, αποτολμήσαντος να πλησιάση εις την είσοδον του καφενείου. Όταν δε κατά την εσπέραν των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς επιτρέπεται εις μίαν ομάδα βρακοφόρων Ναξίων να ψάλλουν τα κάλλανδα και να χορεύουν εις το καφενείον, ο Τριζώνης δεν ευρίσκει ησυχίαν. Και περιφερόμενος με νευρικότητα, παρατηρεί βλοσυρώς τους βρακοφόρους και φαίνεται ότι τον πνίγει η απορία: «Το τέλος του κόσμου έφθασε; Τι θέλουν αυτοί οι χωριάτες εδώ; Και πώς τους ανέχονται οι ευγενείς μου φίλοι και αυθένται;»

Εννοών όμως (και διά να το εννοήση θα εχρειάσθησαν πιθανώς και ολίγα λακτίσματα) ότι οι ευγενείς του φίλοι ευρίσκουν άγνωστον τέρψιν εις τα καμώματα των αγροίκων εκείνων, αναγκάζεται και αυτός να τους ανέχεται, αλλ' όχι χωρίς να φανερόνη την δυσφορίαν του και να διαμαρτύρεται με υποκώφους γρυλισμούς.

Ομοίως οι φρακοφόροι υπηρέται των πλουσίων οικιών περιφρονούν τον πτωχόν κόσμον εξ ου προήλθον και οι υψίπλουτοι είνε συνήθως τόσον αγέρωχοι και σκληροί προς τους πρώην ομοίους των.

Ο Σακκουλές γνωρίζων το εναντίον του μίσος του Τριζώνη, του αποδίδει τα ίσα, και εις τας υλακάς απαντά δι' ύβρεων και επιθέσεων διά της ράβδου. Και μίαν ημέραν ηκούσθη να του λέγη:

— Λιμοκοντόρος μας γίνηκες και συ και δεν χωνεύεις τους φτωχούς ανθρώπους; Να, για να πάρης γάντια! Να, για ν' αγοράσης λουστρίνια!… Παλιόσκυλο, δεν βλέπεις τα χάλια σου, που δεν έχεις βρακί να φορέσης, μόνο μας κάνεις τον τρανό και συ! Εγώ, μωρέ, είμαι φτωχός, μα δεν κουνώ την ουρά μου κανενός για να μου δώση να φάω· τη δεκάρα την παίρνω με το σπαθί μου, με το άστε-ντούα…. Ου! να χαθής, παλιοζάγαρο, πρόστυχε, ξιππασμένε!

 — Πού ήσουνα, βρε Σακκουλέ; τον ηρώτησε κάποιος εκ των περιφερομένων
εις την πλατείαν.

 — Ήμουν εξορία, απήντησεν ο επαίτης με σοβαρότητα πολιτικού
εξορίστου. Φέρε τώρα μια δεκάρα!

— Και ποιος σ' εξώρισε;

— Ξέρω 'γώ; Η αστυνομία. Έλα κουνήσου, φέρε τη δεκάρα!

— Μα γιατί σ' εξώρισαν;

— Πολλά λες. Κύλα τη δεκάρα, σου λέω.

— Θέλω πρώτα να μου πης γιατί σ' εξώρισαν.

— Γιατί θέλουν να διώξουν όλους τους τίμιους ανθρώπους από την Αθήνα και να μείνουν μόνον οι κλέφτες κ' οι μπαγαπόντιδες. θα δώσης τώρα τη δεκάρα ή να….

— Τι;

— Έλα, μη μου βγάλης τη ψυχή για μια παλιοδεκάρα.

— Δεν έχω δεκάρα. Άιντε τράβα!

— Ώστε μ' εκοροΐδευες τόση ώρα; είπεν ο Σακκουλές.

Και αποσυρθείς έξω βολής, ήνοιξε την παλάμην εν σχήματι ριπιδίου.

— Να!… να σου πάρ' ο διάολος τον πατέρα, παλιομπαγάσα, Τριζώνη!

Αλλ' ο ούτως υβριζόμενος εδέχθη τας ύβρεις ως ανθόνερον. Ο σκοπός του άλλως τε αυτός ήτο· να ερεθίση τον θρασύστομον επαίτην, διά να τον υβρίση. Ο Σακκουλές πληροί μίαν ανάγκην μιας όχι ολιγαρίθμου τάξεως ανδρών, τους οποίους διασκεδάζουν τα χονδρά λόγια, η ύβρις και η βωμολοχία. Άλλοι εξ αυτών, τυχαίως φθάσαντες εις κοινωνικόν επίπεδον ανώτερον του Σακκουλέ, στενοχωρούνται εις την νέαν κατάστασιν, ως εις ξένον ένδυμα· η συνάφεια των δε με τον Σακκουλέν τους επαναφέρει εις την φυσικήν των κατάστασιν. Άλλοι κολακεύονται υπό της ιδέας ότι ο αλήτης τους υβρίζει, ως σημαντικά υποκείμενα. Διά τους περισσοτέρους ο Σακκουλές είνε ο είλως της Σπάρτης, ο οποίος άπαξ του έτους είχε την ελευθερίαν να μεθύσκεται και να λαλή προς τους κυρίους του με γλώσσαν αχαλίνωτον. Η αυτή ανάγκη της ωμής αληθείας εδημιούργησε την βωμολόχον ελευθεροστομίαν των επανερχομένων από τα Ελευσίνια και βραδύτερον την ελευθερίαν των Απόκρεων.

Εις το Ηράκλειον της Κρήτης ήτο προ ετών ένας τρελλός Τούρκος, ο οποίος εξηρεθίζετο και ύβριζε και ελιθοβόλει οσάκις του απηύθυνον το επιφώνημα «Ζιτ! ζιτ!». Άμα ενεφανίζετο εις την Πλατειάν Στράταν, τα ερεθιστικά επιφωνήματα απετέλουν δαιμονιώδη βόμβον εκατέρωθεν. Ο δε παράφρων, ως κεντριζόμενος υπό οίστρου, εγίνετο έξαλλος και έτρεχεν υβρίζων ή και λιθοβολών δεξιά και αριστερά. Αλλά μίαν ημέραν οι τεχνίται και οι έμποροι της Πλατειάς Στράτας συνεφώνησαν να μη τον πειράξουν, διά να ίδουν τι θα συνέβαινε. Την επιούσαν ενεφανίσθη ο τρελλός εις την Πλατειάν Στράταν, διήλθεν όλην την οδόν, αλλ' ουδείς τον επείραξεν, ουδείς εφάνη προσέξας εις την διάβασίν του. Αντί δε ν' απέλθη ευχαριστημένος, εστράφη προς τα οπίσω και εκ νέου διέτρεξε την οδόν. Και πάλιν όμως δεν τον επείραξαν. Τότε εστράφη προς τα οπίσω και διερχόμενος εφώναζε προς τους τεχνίτας και εμπόρους:

— Ζιτ! ζιτ!

Δεν σας φαίνεται ότι την θέσιν του τρελλού εκείνου έχει εις τας Αθήνας όχι ο Σακκουλές, αλλ' εκείνοι οίτινες προκαλούν τας ύβρεις του; Αλλ' ο Σακκουλές ικανοποιεί και την παιδικήν σκληρότητα, την οποίαν πολλοί διατηρούν εις την μεγάλην ηλικίαν. Βασανίζουν τον επαίτην, όπως τα παιδία βασανίζουν τον ποντικόν, τον οποίον συλλαμβάνουν.

Η αστυνομία εξορίζει συνήθως τον Σακκουλέν εις Σύρον, διότι, νομίζω, κατάγεται από τας Κυκλάδας. Εκεί τον είδε προ καιρού κάποιος Αθηναίος, περαστικός από την Ερμούπολιν. Και επειδή δεν εγνώριζε κανένα και έπληττε, εκάλεσε τον Σακκουλέν και τον εκέρασε·

— Τι θέλεις εδώ, Σακκουλέ;

— Είμαι εξόριστος. Τι κάνουν οι δικοί μας στην Αθήνα; Να σου πω την επεθύμησα την Αθήνα μας.

Έπειτα, εκτείνας την παλάμην προς τον συμπατριώτην, του είπε:

— Δος μου τώρα μια δεκάρα!

— Δεν έχω ψιλά, καϋμένε. Έπειτα.

— Α! στο διάολο λοιπόν, μπαγάσα!

(Αύγουστος 1898).

Ο ΦΑΝΑΤΙΣΜΟΣ

ΕΚΛΟΓΙΚΗ ΨΥΧΟΛΟΓΙΑ

Κατά την τελευταίαν επανάστασιν, εγνώρισα εις την Κρήτην ένα Αθηναίον κουτσαβάκην. Είχε κατέλθει εθελοντής, διά να ελευθερώση την Κρήτην αλλά μετ' ολίγας ημέρας αφήκε την νήσον εις την τύχην της. Πέρυσι, κατά το θέρος, τον επανείδα εδώ.

— Τι γίνεσαι; τον ερωτώ. Τι δουλειές πολεμάς;

— Καλλιεργώ δερβισιλίκι, μου απαντά.

— Καλλιεργείς δερβισιλίκι; επανέλαβα μη εννοήσας.

Ο κούτσαβος εγέλασε.

— Δεν τη καταλαβαίνεις του λόγου σου αυτή τη γλώσσα. Δερβισιλίκι είνε η λεβεντιά. Είμαστε λεβέντες εμείς, έχουμε και στη γειτονιά μας λεβέντισσες.

Ήτο στυλωμένος εις το πεζοδρόμιον, κλείσας δε το μάτι και στρίβων το μουστάκι του, μου έδειξε με το νεύμα το απέναντι παράθυρον, όπου μια υπηρέτρια εκαθάριζε τα τζάμια.

 — Μα τέλος πάντων, του είπα, όσο δερβίσης κιάν είνε κανείς έχει
ανάγκην να τρώγη. Καμμιά εργασία δεν κάνεις;

 — Πώς; Είμαι θιασάρχης, είπε, προσηλόνων πάντοτε το βλέμμα εις το
απέναντι παράθυρον.

— Θιασάρχης;

— Έχω ένα καραγκιόζη στην πλατεία.

Τον συνεχάρην φυσικά, αυτός δε με παρεκάλεσε να γράψω κάτι εις την εφημερίδα διά το «θέατρόν» του· μ' εκάλεσε μάλιστα και να το επισκεφθώ. Και μου είπε:

— Έρχεται όλη η αριστοκρατία των Αθηνών. Απόψε έχουμε τους «Ληστάς της Ισπανίας» ένα ωραίο δράμα.

Υπεσχέθην, αλλ' ελησμόνησα την υπόσχεσίν μου. Τον συνήντησα εκ νέου και μου παρεπονέθη ότι τον ελησμόνησα. Άλλην δε ημέραν, καθ' ην με είδε διερχόμενον εις το αυτό μέρος και η δούλα ήτο πάλιν εις το παράθυρον, μου εφώναξεν εξ αποστάσεως:

— Ακόμη να γράψης για το θέατρο. Κάμε μου τη χάρι να γράψης δυο λόγια. Στη μπαρούτη πούχομε φάει μαζή στην Κρήτη!

Διά να μη του δώσω αφορμήν να μ' εξορκίση άλλην φοράν στους Τούρκους που φάγαμε μαζή, έγραψα ολίγας λέξεις διά τον «εξυπνότατον Καραγκιόζην, όπου συγκεντρώνεται κάθε βράδυ το άνθος της αθηναϊκής αριστοκρατίας».

Προ ολίγων ημερών τον επανείδα. Και μου ωμίλησε περί των εκλογών.

— Πώς τα βλέπεις τα εκλογικά μας;

 — Εσύ με ποιους είσαι; του είπα χωρίς ν' απαντήσω εις την ερώτησίν
του.

 — Με κανένα. Τι ανάγκη τους έχω; Όταν πεινώ εγώ, δεν μου δίδει
κανείς να φάω. Εγώ κυτάζω τη δουλειά μου.

— Δηλαδή το δερβισιλίκι; Τώρα καραγκιόζη δεν έχει.

— Κάνω δουλειές του ποδαριού.

 — Ένας παλληκαράς σαν εσένα δεν μπορεί να μείνη έξω από την
εκλογικήν κίνησιν.

 — Με ζητούν κι' από το ένα κόμμα κι' από το άλλο, αλλά δεν
αποφασίζω. Φοβούμαι μη βρω κανένα μπελλά.

— Φοβάσαι να μη σκοτώσης κανένα, αι;

— Όπως είμαι αράθυμος και ζόρικος, μπορώ να κρατηθώ σε μια εκλογική συμπλοκή;

— Έχω την ιδέαν ότι, όταν θ' αποφασίσης, θα πας με το Κορδόνι.

— Θεός φυλάξοι! εγώ να δώσω ψήφο του Κορδονάραγα, πούφερε τον Ετέμ και τον έλεγχο; Κάλλιο να μου κοπή το χέρι! Μόνο του Σμολένσκη θα δώσω άσπρο. Α! δεν μπορώ· επολέμησα μαζή του στο Βελεστίνο.

— Βρε θεομπαίκτη, εμένα μην τα λες αυτά που σε ξέρω.

Ο ήρως εγέλασε.

 — Με είδες στην Κρήτη, αλλά δεν με είδες στο Βελεστίνο. Αν θέλης
ρωτάς και το στρατηγό, που με είδε.

 — Μα πήγες αλήθεια στο Βελεστίνο; Έλα, την αλήθεια, στη μπαρούτη που
φάγαμε!

 — Εγώ δε θυμούμαι να πήγα. Μα σαν το θυμάται ο στρατηγός, ποιόν να
πιστέψωμε;

Προχθές διέβαινε μία δηλιγιαννική διαδήλωσις· και κάποιος, αποσπασθείς από το πλήθος, επλησίασεν εις το πεζοδρόμιον και μου έρριψεν, ως πιστολιάν, μίαν βραχνήν κραυγήν:

— Κορδόναρος! Κορδονάραρος! Και τους δεκατρείς!

Εδυσκολεύθηκα ν' αναγνωρίσω τον μαχητήν του Βελεστίνου υπό τους μώλωπας, τους οποίους είχεν εις το πρόσωπον.

— Τι μούτρα είν' αυτά. μωρέ; Ποιος σ' έκαμ' έτσι;

— Μην τα ρωτάς! Γένηκαν τραγικά πράμματα. Δε σούλεγα πως θα βρω μπελλά; Ένας παλιάνθρωπος απαλλαγέντας ήθελε και καλά να πη πως δεν ήμουνα στο Βελεστίνο. — «Ώστε ψέματα λέω εγώ; — Ψέματα, μου λέει. — Εγώ, μωρέ; — Εσύ» Του καταφέρνω ένα σκαμπίλι και πιανόμαστε. Του δίδω, μου δίδει. Στο ύστερο τραβώ την κάμα και τον αρχίζω. Πελέκημα σωστό.

— Και τον εσκότωσες, σκυλί;

— Μ' είχε στραβώσει ο θυμός και δεν είδα τι έγινε. Αλλά βέβαια θα τον εσκότωσα. Τόσες μαχαιριές δεν πήγανε στον αέρα. Σαν μας χωρίσανε του λέω:

— «Είσαι Ελιά, ρε βλάμη; — Ελιά, ναι. — Τότε εγώ είμαι Κορδόνι· κι' απ' αυτή τη στιγμή είμαι πυρ και μανία με το Κορδόνι! Μ' εφανάτισες».

— Ώστε τώρα είσαι;…

— Ντεληγιάννης και το νύχι μου!

Αι κραυγαί των Κορδονικών επλήρουν την οδόν, ως ποταμός βοής. Ο δε μαχητής του Βελεστίνου εξηκολούθησε:

— Μα μπορεί ένας άνδρας με αίμα, ένας δερβίσης να μην είνε με το Κορδόνι; Το λες και γεμίζει το στόμα σου. Το φωνάζεις και βροντά σαν τουφεκιά, σαν χαλκούνι!

Και διά να μου αποδείξη τους λόγους του, εφώναξε με όλην την δύναμιν των πνευμόνων του:

— Κορδονάραρος!

Έπειτα με φρενίτιδα αληθινού δερβίσου εκ των ωρυομένων ώρμησε προς τα κάτω, τρέχων διά να φθάση την απομακρυνομένην διαδήλωσιν και βρυχώμενος:

— Κορδόναρος! Κορδοναρούμπαρος!

(Φεβρουάριος 1899).

ΑΓΩΝΕΣ ΑΣΧΗΜΙΑΣ

Ο αρχαίος φιλόσοφος Αρίστιππος είπεν ότι η κίνησις είνε ηδονή. Οι Τούρκοι με το ραχάτ και οι Ιταλοί με το «dolce far niente» είπον το αντίθετον. Αλλ' ίσως και ο αρχαίος φιλόσοφος ενόει ότι η κίνησις είνε αναγκαία διά να αισθάνεται κανείς έπειτα μεγαλειτέραν την ηδονήν της ακινησίας.

Το βέβαιον είνε ότι, αν έζη σήμερον ο Αρίστιππος, θα ηναγκάζετο να τροποποιήση την γνώμην του διά να προσθέση ότι η υπερβολική κίνησις είνε παραφροσύνη.

Τοιαύτα εσκεπτόμην προχθές, ενώ παρετήρουν εις το Ν. Φάληρον τους ποδηλατικούς αγώνας. Όσον αυξάνει διά των εφευρέσεων η ευκολία και η ταχύτης της συγκοινωνίας, τόσον αυξάνει και η απληστία της ταχύτητος και η ανθρωπότης φαίνεται ως να θέλη να φθάση εις τον ίλιγγον και να τελειώση με την μέθην του ιλίγγου. Τόση είνε η ανησυχία των σημερινών ανθρώπων, ώστε ο κόσμος καταντά πλέον στενός και ανεπαρκής να περιλάβη αυτήν την ανησυχίαν και την πολυπραγμοσύνην. Και αν δεν ευρεθή ταχέως το πηδάλιον του αεροστάτου διά να δοθή διέξοδος προς τα επάνω, φόβος υπάρχει ότι η ανησυχία μας θα μεταβληθή εις μανίαν, ο δε μικρός πλανήτης μας εις φρενοκομείον.

Άλλως τε αυτή καθ' εαυτήν η κατάχρησις της κινήσεως και της ταχύτητος άγει εις την νευρικήν εξάντλησιν και την νευροπάθειαν. Η τόσον διαδεδομένη εις τους χρόνους μας νευρασθένεια θεωρείται ως αποτέλεσμα της ταχύτητος και της εντάσεως με την οποίαν ζώμεν. Ενώ ο περί του βίου αγών είνε τόσον έντονος και πυρετώδης, αι ψυχαγωγίαι είνε επίσης κοπιώδεις. Διά ν' αναπαυθούν οι κεκμηκότες ταξειδεύουν, υποβάλλοντες νεύρα και εγκέφαλον εις τους κραδασμούς της ατμομηχανής, αναρριχώνται εις τα βουνά και επιδίδονται εις ασκήσεις υπερεξαντλητικάς.

Δεν θέλω να είπω ότι θα ήτο προτιμότερον να ταξειδεύωμεν ακόμη με βωδάμαξα και ιστιοφόρα. Αλλ' αφ' ότου απεκτήσαμεν τόσα μέσα ταχείας συγκοινωνίας, δεν εννοείται προς τι υποβαλλόμεθα εις τόσον υπερβολικάς ασκήσεις δρόμου διά των ποδών ή του ποδηλάτου, προσθέτοντες εις τον πνευματικόν κάματον και την σωματικήν υπερκόπωσιν και παρασκευάζοντες πρόσφορον έδαφος εις τα νευρικά νοσήματα.

Κατά τους τελευταίους ποδηλατικούς αγώνας των Παρισίων, οίτινες παρετάθησαν επί 60 ώρας, πάντες όσοι επέμειναν αγωνιζόμενοι πέραν των 24 ωρών έδειξαν σημεία διαταράξεως των φρενών. Είς εξ αυτών ενόμιζεν ότι οι θεαταί έρριπτον λίθους εις τον δρόμον του. Άλλος έβλεπεν ένα μαύρον γάτον, προπορευόμενον του ποδηλάτου, και παρεπονείτο ότι ο φόβος μήπως καταπλακώση το ζώον ανέκοπτε την ταχύτητά του. Τρίτος, ενώ ωδηγείτο εις το ιματιοφυλάκιον διά ν' αλλάξη και ν' αναπαυθή, ήρχισε να παραληρή· επεχείρησε δε και να φύγη γυμνός. Αι διαταράξεις αύται υπεχώρησαν εις γενναίον και αναπαυτικόν ύπνον αλλά τις δύναται να βεβαιώση ότι δεν θα επανέλθουν, μάλιστα μετά νέαν τοιαύτην κόπωσιν, και ότι τότε θα παρέλθουν όπως τώρα;

Και εις το Λονδίνον κατά τους τελευταίους εις τον Τάμεσιν αγώνας λεμβοδρομίας μεταξύ των φοιτητών Οξφόρδης και Κανταβριγίας, οίτινες άλλως δεν συγκρίνονται προς τους εξηκονταώρους ποδηλατικούς αγώνας, είς μεν εκ των νικητών ελιποθύμησεν, άλλος δε έπαθε νευρικήν εξάντλησιν σοβαράν.

Αλλ' οι αγώνες γίνονται χάριν των θεατών, οι δε θεαταί είνε λίαν απαιτητικοί. Διά να ικανοποιηθή το ενδιαφέρον των πρέπει να ίδουν τραγικάς υπερβολάς. Όταν οι ήρωες του δράματος παύσουν να πάσχουν, παύει και το ενδιαφέρον των θεατών. Εις τους υπερανθρώπους άθλους τους οποίους χειροκροτούν οι σημερινοί άνθρωποι εις τα στάδια αναζεί η αγριότης των Ρωμαίων θεατών. Και οι σημερινοί αγώνες δεν είνε πλέον αγώνες μεταξύ ανθρώπων ή μεταξύ ανθρώπων και θηρίων, αλλά πάλη μεταξύ του ανθρώπου και των φυσικών νόμων, δηλαδή σύγκρουσις του αυγού και της πέτρας.

Αγώνες τοιούτοι δεν έχουν κανένα σκοπόν, δεν έχουν προ πάντων τον κύριον σκοπόν τον οποίον είχαν οι αγώνες εις την Ελληνικήν αρχαιότητα. Διότι, αντί να δημιουργούν ωραία, υγιή και ρωμαλέα σώματα, δημιουργούν ασυμμετρίας σωματικάς, ασχήμους αναπτύξεις των μυών και νευρικήν νοσηρότητα. Εις τας υπερβολάς του σημερινού αθλητισμού προσβάλλεται εξ ίσου η αισθητική και η λογική. Και μάλλον έπρεπε να ονομάζωνται αγώνες ασχημίας. Εκεί δ' εννοούμεν καλλίτερα την συγγένειαν την οποίαν έχουν αι λέξεις αθλιότης και κακομοιριά (*).

(Απρίλιος 1899).

*) Όλα τα ανωτέρω χρονογραφήματα εδημοσιεύθησαν εις το «Εμπρός»

ΤΕΛΟΣ

End of Project Gutenberg's While I was passing by, by Ioannis Kondylakis