Ας έλεγαν εκείνοι πως βγαίνει ο Τρύφος πέρα στη βρύση, τα μεσάνυχτα, κάτω από τον πλάτανο, ντυμένος παπαδίστικα. Ας έλεγαν αφτοί πως ο Πάτερ-Παΐσιος τον κρύβει μυστικά στα σκοτεινά κελιά της Άγια- Πελαγίας. Όσοι έλεγαν πως μες τις κακουχίες τις βαριές, και μες τα βιαστικά του τα τρεχάματα, κρυφή αγάπη λατρεφτή τον θέρμαινε και τον εδρόσιζε τον Τρύφο, αφτοί είχαν κάποιο δίκιο περισσότερο. Στους ίσκιους πέρα τους βαθιούς, μες τα πυκνά τα φύλλα σκεπασμένα, αθώρητα και μυστικά, ονειρεφτά και πολυζήλεφτα, είνε τα μαγικά λημέρια της αγάπης. Κάθε απόσπερο, που θα καλαψηφόση, προφυλαγμένος από κάθε μάτι προδοτικό, μες το βαρύ σκοτάδι τυλιγμένος, γλυστρά πάνω απ το λόγκο, περνά μέσα στους σύδεντρους τους κήπους, πηδάει τις ποριές ελαφρός σαν ίσκιωμα απονύχτερο.
Έρχεται ο Τρύφος να θερμάνη το παγωμένο του κορμί, τον κουρασμένο νου του να δροσίση, μες την αφράτη αγκάλη της καλής του της πεντάμορφης. Τρώει, πίνει, καλοθερμαίνεται μαζί της. Πλαγιάζει μαγικά μες την ουράνια αγκάλη της και ξημερώνεται στο λόγκο πάλι το ταχύ. Και τρέχει ονειρεφτή και αδάκρυτη τρέχει η ζωή.
Πέρα στα σύγυρα του χωριού, όξω στα Παρακήπια, ξέμακρα από τα σπίτια τάλλα, το φτωχικό ξωμάχι της θεια-Χρηστίτσας της καψόχηρας, χωμένο τόρα μες τα χιονισμένα δεντρικά, κρυμένο τόρα μέσα στα βουβά τα χιόνια, τέλεια από τον άλλον κόσμο μυστικό, κατάκλειστο στα αφάνταστα τα βάθη του· δεν κρύβει πια της αρφανής πεντάμορφης την παρθενιά τη λατρεφτή, τα κάλλη τα περίσσια, ταπάρθενά της όνειρα, γλυκά αδερφωμένα με της μάνας της αγλύκαντης τις άπλαστες γεροντικές ελπίδες. Δεν το στολίζει μέσα πια το φτωχικό σπιτάκι της άμοιρης Χρηστίτσας, αγνή σαν του Επιτάφιου τα κρίνα, η παρθενιά η αγγελική της λατρεφτής της κόρης. Δεν τομορφίζει τόρα πια η ζηλεφτή της προκοπή και η περίσσια χάρη της.
Καταπεσμένη μάνα τόρα αμαρτωλή, η αφρόπλαστη παρθένα του χωριού, των κοριτσιών η ζήλια πριν και το κρυφό καμάρι των λεβέντηδων αρωστημένη τόρα και αδύνατη, σούφρα και κατακίτρινη, με το ένα πόδι στον τάφο, αγκομαχά και κοίτεται στο φτωχικό τους παραγώνι σύγξυλη, μες τη βαριά της λεχωνιά η Αριστούλα η ορφανή· — συντροφεμένη δίπλα της από μιαν άλλη αθώα και άπλερη ορφανή, τη νειογέννητη μικρή αμαρτωλή, που τυλιγμένη μες την αμαρτία της την έφερε στον κόσμο.
Η θεια Χρηστίτσα στην άλλη άκρη της φωτογωνιάς, στα γέρικά της γόνατα γερμένη, χίλιω χρονώνε τόρα γριά ανάμεσα σε μια νυχτιά, κρύβει τα σβυσμένα τα ματάκια της μέσα στα χέρια τα ξεραγκιανά, και κλαίει, ολοένα κλαίει. Μάβροι και σκοτεινοί οι λογισμοί της περιτριγυρίζουνε το νου σπαραχτικά, και τη νυχιάζουνε στα βάθη της ψυχής σκληρά, για την αμαρτωλή ζωή της κόρης της της ακριβής. Δε χτίζει πια παλάτια αρμονικά και ασύγκριτα η γριά να κλείση μες ταθώρητα τα βάθη τους μία ζωή πανώρια, ονειρεφτή, για την αφρόπλαστη την κόρη της, μέσα σε άφτονα αγαθά και πλούτη ανιστόρητα και αφάνταστα! Και δε λογιάζει τόρα η γριά, δεν ονειρέβεται γλυκά! Και μες από τα μάβρα σύγνεφα της σκοτεινής της βαρυχειμωνιάς, που άπονα την πλακώνει, δεν ξανοίγει πια να αργολάμπη, σαν ασπερίτης ξάστερο το φέγγος του, πάνω στον καπνισμένον ουρανό της φτωχικής της στεγωσιάς, σα δάκριο υγρό και σα μαργαριτάρι αναλυτό της πολυχαδεμένης της το αστέρι! Την πνίγουν μέσα μάβροι λογισμοί. Κατάμαβρες ιδέες τη σκοτίζουν και καταριέται η Θεια- Χρηστίτσα και κολάζεται την ώρα που γεννήθηκε απάνω στον τυραγνημένον τούτον κόσμο. Κρυφά παρακαλιέται μέσα της, να κόψη την αμαρτωλή ζωή της ο θεός. Να μην ιδή της κόρη της το τέλος…
Απόξω αριό πάντα το χιόνι κ' ήσυχο στοιβάζεται απανωτά. Αριά τα φώτα της χιονιάς, θαμπά εκρύφτηκαν πίσω από τις πυκνές τις καταχνιές. Απλώθηκε παντού βαθιά και σιγαλή μες τη χιονούρα η νύχτα.
Πέρα προς τα μεσάνυχτα, η πόρτα ξαφνικά ανοίγεται. Αλαφιασμένος και αγριωπός, λεφκοχιονισμένος πάνω στα πλούσια τα άρματά του και την κάπα του, στο φοβερό θυμό του μανιασμένος, εμπήκε ο Τρύφος ο φυγόδικος. Τινάζεται ξεμάλλιαγη η γριά, στα πόδια του να πέση. Να τον παρακαλέση για της δύστυχης της κόρης της την τύχη, που κοίτεται αναίσθητη εκεί στο παραγώνι.
— Δεν έχουμε καιρό για τέτια τόρα. Επροδοθήκαμε και κιντυνέβει να με πιάσουνε! Πρέπει να κρύψω τα παιδί!
Να μη μας βγουν όλα στη φόρα! Άρπαξε βιαστικά στην αγκαλιά του κ' έκρυψε κάτω από τη βαριά και χιονισμένη κάπα του της φοβερής του αμαρτίας τον καρπό.
Η Αριστούλα ξερή κοιτάμενη, τίποτε δεν άκουσε απαφτά.
Η Θεια-Χρηστίτσα του αντιλόγησε.
— Πού θα το πας, Τρύφο μ'; Πού θα το πας γιέμ', στα χιόνια μέσα το μωρό;..
Της έβαλε ένα γρούπο χρήματα στο χέρι.
— Πάρε, της λέει, για το γιατρό… Λεχώνα είνε, προφύλαξη θέλει… Να την καλόχης με το παραπάνου, γριά, τόρα μέσα στα κρύα… Ακούς;.. Εγώ παγαίνω. Για το παιδί ένια σας. Στην παραμάνα θα το βάλω!.. Άνοιξε πάλι την πόρτα βιαστικός και δρόμο. Αλαφιασμένος πάντα φοβερός, με το μωρό διαμάσκαλα κρυμένο, σα νάταν παλιοκούρελο, κάτω από τη βαριά του κάπα, εγλύστρησε έξω, μέσα στα χιόνια τα πηχτά, που απλώνονταν κάτω από τα βουβά του βήματα. Εχάθη μέσα στα βαθιά τρισκόταδα, που τον αγκάλιασαν περίγυρα, κατάμαβρα σαν την κακούργα του ψυχή…
Στου χωριού τα σύγυρα, στα παρακήπια πέρα, ξέμακρα από τα σπίτια τάλλα, και από της Θειά-Χρηστίτσας το φτωχικό ξωμάχι ξέμακρα, ανάπλαγα στο λόγκο τον πυκνό, στη ρίζα μιανής φράχτης· αργό κι ανάριο, πουπουλένιο, σπιθωτό αριόπεφτε, αριόπεφτε τάλλο πρωί το χιόνι, να στρώση απάνωθέ της πλάκα μαρμαρόχυτη, λεφκή σαν την αγγελική καθάρια την ψυχούλα της, που σε μια νύχτα σκοτεινή ήρθε να ιδή τον κόσμο, και σε μια νύχτα πάλι σκοτεινή, δίχως να ιδή το φως ούτε στιγμή, τον άφησε· — αριόπεφτε, αριόπεφτε τάλλο πρωί το χιόνι, να κρύψη, να ζεστάνη μες τους κόρφους του, θερμότερους απ του πατέρα της την άσπλαχνην αγκάλη, τ' αθώο παγωμένο μνηματάκι της μικρούλας της νεκρής· — αριόπεφτε, αριόπεφτε τάλλο πρωί το χιόνι, να χώση μες τα τρίσβαθα τα Τάρταρα, αβλόγητον και αβάφτιστον αμαρτωλόν καρπό, της αμαρτίας της διπλής, πατέρα δυο φορές αμαρτωλού, που από της μαβρομάνας την κοιλιά και την αγκάλη το άρπαξε, για να το βάλη το άφταιγο μωρό συζώντανο στη σπλαχνική την παραμάνα όλων μας. [1895].
Ο Β Ρ Υ Κ Ο Λ Α Κ Α Σ
— Βρε τ' ήταν τούτο! βρε τ' ήταν τούτο! Πήγαινε να χάση το μυαλό του ο κόσμος.
Όλο το χωριό, αχάραγο ακόμα, ήταν ανάστατο. Παραδέ στην Απάνω Ρούγα χάλαε ο κόσμος. Όλοι οι χωριανοί ήταν στο πόδι. Αν ήταν και κανένας βάρυπνος, να βαρυκοιμάται ακόμη, ξύπναε κι αφτός, τρομαγμένος από την ποδοχαλή που εγινόταν όξω στους δρόμους· από τις σπαραχτικές φωνές τω γυναικών, που εθόλωναν τον αέρα κ' εσειώταν ο τόπος.
Βαρύς κι ολόχοντρος εκρεμόταν περακιανά στο ξάγναντο, απάνου στο σύνορο του χωριού, της Δραμαλούς ο πύργος. Λες κ' είχε βαρεθή πια κι αφτός τη μοναξή κι άδοξη ζωή του, εβάσταε με αγωνιά στους γέρικούς του ώμους τα ρειπωμένα τα μπεντένια του, που εφάνταζαν απόμακρα ξέθωρα και θαμπά σα γέρικες σαγονιές ξεδοντιασμένες. Τα μαβρισμένα στην πολυκαιρία τα τειχιά του έγερναν φουσκωμένα καταόξω, λες κ' εκουφαναστέναζαν κάτου από το βάρος τω χρόνων και την παντοτεινή τους καταφρόνια. Κάτου στα θεμέλια του πύργου, οπεκρεμώταν χοντρός κ' ισοκατέβατος, έκλειναν κάθε μπασιά κ' έφραζαν κάθε πόρο βατουλιώνες αδιάβατοι, που άπλωναν πέρα δώθε τους χλαμούς τους αγκαθερούς και θρεμένους. Ανέβαιναν απάνου ως την ολόχοντρη ζώνα του πύργου, κι αγκάλιαζαν μ' αγάπη τη διάπλατη βάση του κάτου· που να μη μπορή αθρωπινό πόδι να τον πατήση· να μη μπορεί αθρωπινό μάτι να διαπεράση τους ισκιερούς και πεντάπυκνους βατουλιώνες. Θάλεγε κανείς πως εφύτρωσαν εκεί, αντρειώθηκαν κιόλα κάτου από τον παχύν ίσκιο του πύργου, κι αγκάλιασαν μαγάπη τρανή και με στοργή περίσσια τα βαριά τα τειχιά του, για να κρύψουν πλιότερο το βαθύ μυστήριο που έκλειε στα σκοταδερά σωθικά του· να κάμουν πιο φριχτές και πεντασκότιδες τις παράξενες ιστορίες και ταερικά, τα ισκιώματα, που τον κάτεχαν. Είχε και καρπερό περβόλι η βάρδια, όπου εβλάστιζαν άπειρες συκιές, ήμερες στον καιρό τους. Μα τόρα πια ήταν αμελημένες κι ακλάδεφτες. Είχαν αγριέψει τα κλαδιά τους, κ' ήταν ξεβλασταριασμένες οι ρίζες τους. Πόδι αθρωπινό δεν είχε πατήσει τον παχύν τους ίσκιο· στόμα αθρωπινό δεν είχε δοκιμάσει τα χυμερά και κατάγλυκα σύκα τους. Της βάρδιας το στοιχειό τις αγριοσύκιζε κάθε τόσο. Αφτό εκαθόταν στον παχύν τους ίσκιο αποκάτου το καταμεσήμερο. Αφτό έτρωγε τα καρπερά και κατάγλυκά τους σύκα κ' εδροσιζότανε. Για τούτο άφξαιναν κιόλα τα σύκα. Ήταν στοιχειωμένα κι αφτά, κ' εμεγάλωναν ως ένα αθρωπινό κεφάλι. Η βάρδια της Δραμαλούς, — και τα μαξούμια πια, και τα βυζασταρούδια τόξεραν· ήταν στοιχειωμένη. Οι γεροπαλεϊκώτεροι, που την ανέβαζαν στου Βενετσάνου τον καιρό, ανατρίχιαζαν κ' εκείνοι ακόμα στάκουσμά της. Εξαφηγιώνταν φριχτά πράματα που σου σήκωναν το πετσί. Μάβρες και σκοτεινές ιστορίες, για ταερικά που κράταγαν στανήλιαστα υπόγειά της. Θαμαστά και παράξενα πράματα, για το φοβερό το στοιχειό που την κατείχε.
Όταν εμέθαε ο Λίακας ήταν τ' αξιώτερο παληκάρι που μπορούσε να σταθή στον κόσμο. Όλοι οι χωριανοί ανατρίχιαζαν μέρα μεσημέρι, όταν εδιάβαιναν μπροστά από το κοιμητήρι του Αγιοταξάρχη. Και ο Λίακας δύο φορές έβαλε στοίχημα, να κινήση τα μεσάνυχτα από την Κάτου Χώρα, να πάη στον Αγιοταξάρχη απάνου μοναχός, καταμόναχος· νάμπη στο κοιμητήρι, να διαβή τα μνήματα, πατώντας τις πλάκες, να πάη στο χωνεφτήρι· να πάρη, να γεμίση μια σακούλα αθρωποκέφαλα, να γείρη πάλι στην Κάτου Χώρα.
Και τόκαμε πανάθεμά τονε!
Επήγε και τις δύο φορές, κ' εγέμισε μια σακούλα αθρωποκέφαλα, και τάφερε και διάνοιξε τη σακούλα και τάδιασε μες του Νικολέτση το μαγαζί, ανάμεσα στους άλλους χωριανούς, που ανατρίχιαζαν, κ' εσταβροκοπιώνταν μανοιχτό το στόμα. Έτσι εκέρδισε και το 'να στοίχημα, εκέρδισε και τ' άλλο.
Τόχε πάρει απάνου του αποτότε ο Λίακας. Εκαφχιώταν πια πως ημπορούσε, ακούς, να κατεβή τα μεσάνυχτα στης Τσάτουμας κάτου τον τράφο, όπου κρατούν ξωθιές και καλομοίρες. Κ' ημπορούσε να πάη σε κάθε βαλτερόν τόπο, και σε κάθε λαγκαδιά, που κρατούν αερικά και κακά ζιζάνια. Να τα βγάλη στο σβίδο, να παλέψη άφοβα κι αντρειωμένα μαζί τους. Ακόμα εκαφχιώταν πως ημπόραε, με στοίχημα βαρύ, να πάρη μια μέρα, το καταμεσήμερο, νανεβή στο ξάγναντο απάνου στης Δραμαλούς τη βάρδια. Μια και δυο, να πηδήση την ποριά, να μπη στο περιβόλι. Εκεί θα εκαθόταν το στοιχειό, γερμένο από το κυνήγι του, στον παχύν ίσκιο καμιάς συκιάς αποκάτου να δροσιστή. Κι ο Λίακας αντρειωμένος, θάβγανε στο σβίδο το στοιχειό, θα πάλεβε να το νικήση, θανέβαινε απάνου στη συκιά, να κόψη σύκα να φάη, να φέρη και στους χωριανούς. Οι χωριανοί, άλλοι εχαμογέλασαν κι άλλοι εμπαιζογελούσαν. Μα οι πλιότεροι τον εκαμάρωναν με θαμασμό, κ' εμεγάλωνε στα θαμπωμένα μάτια τους ο Λίακας, κ' εφάνταζε αληθινά αντρειωμένος.
Ωστόσο πολλοί εφουρκίστηκαν με τον παλιοκαφχησάρη. Ακούς εκεί ο Λίακας, να πάη στο στοιχειωμένον πύργο της Δραμαλούς! Κι ακούς να σου λέη, πως θα παλέψη το στοιχειό, νανεβή στη συκιά, να κόψη σύκο να φάη, να μας φέρη κ' εμάς!
— Στοίχημα! του λένε.
— Στοίχημα; — στοίχημα !
Βάνουνε το στοίχημα. Εφτύς κιόλα διαλαλήθηκε σ' όλο το χωριό· το και το: ο Λίακας είν' αντρειωμένος, κ' είν' ήρωας τρανός, και θα πα να παλέψη με το στοιχειό της βάρδιας.
Άλλοι εχαμογέλασαν και άλλοι εμπαιζογελούσαν μαζί του.
Ωστόσο ο Λίακας κάθεται για να φάη καλά, να πάρη απάνου του· κάθεται για να πιη, να γίνη σκνίπα. Ν' αντρειωθή κιόλα με το κρασάκι το βλογημένο. Ναρματωθή κιόλα, να πάη στο ξάγναντο, να πηδήση την ποριά, να μπη στο περιβόλι που θα ήταν το στοιχειό, να το βγάλη σε σβίδο. Να παλέψη, να του κλέψη σύκα, να φάη, να φέρη και στους χωριανούς, — να κερδίση και το βαρύ το στοίχημα…
Και τόκαμε παναθεμά τονε!
Είδαν και απόειδαν δύο τρεις χωριανοί κ' εβαρέθηκαν να τον ακαρτερούν παρακάτου από τον πύργο, που τον είχαν συντροφέψει, μη λάχη και τους γελάσει. Σαν εσούρπωσε καλά πια και δεν τον έβλεπαν να βγαίνη από τη βάρδια, τα χρειάστηκαν. Μια και δυο γέρνουν πάλι στο χωριό, και παν στου Παπα-Ξυδέα. Με καρδιοχτύπι και τρομάρα πιάνουν και του μολογούν λαχανιασμένοι: το και το, παπά μου!
Παίρνει ο παπάς το θυμιατό και παίρνει το Σταβρωμένο. Περνάει βιαστικά το πετραχήλι στο λαιμό, τον παίρνουν και παν κατά το ξάγναντο στη βάρδια της Δραμαλούς. Όταν ανέβηκαν, αρχινάει ο παπάς να ψέλνη, κι αρχινάει να ξορκίζη και να διαβάζη της Παναγιάς τους ήχους. Καμιά φορά έφτασαν στη βάρδια. Μπροστά ο παπάς, πίσω οι χωριανοί, ξεφράζουν την ποριά και μπαίνουν με τρόμο φοβερό στου πύργου το περβόλι. Κάνουν έτσι, ψάχουν εδώ, ψάχουν εκεί· τηράνε σε μια συκιά αποκάτου· τι να ιδούνε! το μαβρο-Λίακα τον άμοιρον, ξαπλωταριά χάμω, ξανάστροφα!
Ψέλνει ο παπάς, ξορκίζει· σκύφτουν οι χωριανοί, τηράνε. Ήταν ζεστός ακόμα ο δύστυχος. Τον πιάνουν άλλος από τα χέρια και άλλος από τα πόδια, γέρνουν πάλι στο χωριό. Γέρνουν στο χωριό, τον παν στο σπίτι του. Σαν τον επήγαν σπίτι του, πάει κι ο παπάς απόκοντα, τρέχει κι όλο το χωριό να ιδή και να μάθη τι ξαφνικό ήταν τούτο. Πιάνουν και τόνε σταίνουν ορθό σε μιαν άκρη το μαβρο-Λίακα. Πιάνει ο παπάς και του διαβάζει όλα τα ξόρκια κι όλες τις εφκές να τόνε συνεφέρη. Ναι! του κάκου. Όλα χαμένα! Ουδέ που σειώταν καθόλου. Μα έλα, που ήταν ζεστός; Τι να του κάμουν! τι να του κάμουν! δεν ήξερε κανείς. Πιάνει ο παπάς και τους λέει:
— Ήταν αμαρτωλός, βλογημένοι μου, φαίνεται, κ' ήταν ανάξιος, και τον συνεπήραν ταγερικά με το μέρος τους, και τον εσυνεπήραν τα τελώνια τον άμοιρο. Κι ανώφελα τόρα αγωνιούμαστε, και μάταια πολεμάμε να τόνε βγάλουμ' από ταγαρινά τα νύχια τους, να τόνε φέρουμε στη ζωή πάλι. Μόν' πρέπει να βιαστούμε, βλογημένοι μου, να τόνε βγάλουμ' αποδώ μέσα, και αναγκαστά πρέπει να τόνε χώσουμε μη λάχη και βρυκολακιάσει.
Σ αφτά τα λόγια του παπά, κόβουν το αίμα τους οι χωριανοί και πα να χάσουν τον νου τους οι καψοχωριανές από τη λαχτάρα. Για να γλυτώσουν κιόλα οι άμοιροι από το κακό, και να γλυτώσουν από του μαβρο-Λίακα το βρυκολάκιασμα, πιάνουν και τον παίρνουν, και, μπροστά ο παπάς, πάνε στο κοιμητήρι νύχτα, κι ανοίγουν βαθύ λαγούμι, κατάβαθο, και τον πετάνε μέσα, ζεστόν ακόμα τον άμοιρο!
Τον πετροχωνιάζουν κιόλα, να μη μπορή να κουνηθή. Να μη μπορή να ξεβρυκολακιάση και νάβγη πάλι στον Απανωκόσμο, ερημιά του !
Ήρθε καιρός να του κάμη η καψογυναίκα του τις εννιά του. Παίρνει τον Παπα-Ξυδέα πάλι και παίρνει σπερνά, που έφτιασε, και παίρνει προσφορές και λιβάνια να πα να τόνε διαβάσουν. Πάνε στο κοιμητήρι, διαβαίνουν τα μνημούρια, φτάνουν και στου μαβρο-Λίακα τον τάφο. Τηράνε, τι να ιδούνε! Βλέπουν να κάθεται απάνου στον τάφο του ένα μεγάλο σκυλί σα δαμάλι. Κατακόκκινο, με τρίχα ορθή, φριγμένη, με μάτια κάρβουνα αναμένα. Σταβροκοπιώνται με τρομάρα πολλή, αρχινάει τα ξόρκια ο παπάς, και το σκυλί, γένεται άνεμος κ' έσβυσε, γένεται μπουχός κ' εχάθη…
Αποτότε κ' ύστερα, καθετόσο ο παπάς, που επήγαινε να διαβάση στο κοιμητήρι, σαν εδιάβαινε από του Λίακα τον τάφο μπροστά, έβλεπε στην ίδια θέση πάντα, το ίδιο σκυλί, κατακόκινο, με τρίχα ορθή, φριγμένη, με μάτια κάρβουνα αναμένα. Τήραε τον παπά άγριο, άνοιγε το στόμα του να γρούξη, έδειχνε τα φοβερά του δόντια απειλητικά, και γένεται άνεμος κ' έσβυνε, γένεται μπουχός κ' εχάθη.
Ο παπάς, μια φορά, δυο φορές, άρχιζε να τα χρειάζεται ο άμοιρος· να γίνεται σαν το κερί, να λυώνη. Έπαψε κιόλα να παγαίνη καταμόναχος στο κοιμητήρι. Ημέρα νύχτα εκατακλειώταν σπίτι του κ' εδιάβαζε τάγια του, κ' εδιάβαζε τα ιερά του.
Στις σαράντα ημέρες απάνου από τη θανή του μαβρο-Λιάκα, έπιασ' η καψόχηρά του αποβραδίς κ' έφτιασε σπερνά και προσφορές, να πάη την άλλ' ημέρα, να πάρη και τον παπά, να του κάμη τις &σαράντα& του. Σαν εσυγύρισε όλες τις δουλιές της, εκυβέρνησε και τα παιδάκια της απ' ό,τι φτωχικό είχε και δεν είχε, έκαμε το σταβρό της και έκυψε με τα παιδάκια της να κοιμηθή· να σηκωθή σύνταχα, να πα να πάρη και τον παπά, να κάνη τις &σαράντα& ταντρός της. Κατά το μεσονύχτι ακούει φοβερή ποδοχαλή στην αβλή της· ακούει γογγυτιά βαριά και κούφια αναστενάγματα. Ξυπνάει με τρομάρα. Σαν ξύπνησε, αφοκράζεται κι ακούει σπαραχτική φωνή σα νάβγαινε απ τον Αδη.
— Γιατί να με θάφτε ζωντανόοοο! γιατί να με θάφτε ζωντανόοοο!…
Ξαφνικά κι απάντεχα κρι-ι-ίκ! κρα-α-κά! βλέπει την πόρτα της νανοίγη διάπλατη απόξω, αφού είχε βαλμένη διπλή την αμπάρα μέσαθε. Ανοίγει η πόρτα και τι βλέπει η άμοιρη Λιακού, συφορά της! Τον άντρα της, ακούς· τον άντρα της! Διπλωμένο μέσα σε κάτασπρο σεντόνι, αφράτο· με το πρόσωπο ξεβαφουλιάρικο, μισοφαγωμένο· να κρεμώνται κολλητσίδες τα σκουλήκια από τη μύτη και ταφτιά του γύρω· με τα μάτια βαθουλά μέσα ρουφημένα· το κεφάλι του γυμνό, ξεπετσιασμένο· πεσμένα τα μουστάκια και τα γένια του…
Εστάθηκε λίγο στην πόρτα ολόρθος. Ύστερα με βήματα αριά, κομμένα, επήγε κ' εστάθη απάνου στα παιδιά του. Τα ξεσκέπασε ένα ένα, τα τήραξε, τα καμάρωσε· εχαμογέλασε μες τις γυμνόσαρκες σαγονιές του. Τα ξανατήραξε πάλι, τα ξανασκέπασε, και μια και δυο, έγειρε στη γωνιά, που ήταν η στάμνα με τα λουκάνικα. Εκοντοστάθηκε εκεί πάλι. Εγονάτισε απόδιπλα στη στάμνα. Έστρωσε χάμω στο πάτωμα μια κούδα από το σάβανό του· έπιασε κι άδιασε τα μισά λουκάνικα απάνου. Εβούλωσε πάλι τη στάμνα· την απίθωσε στην αγκωνή. Εδίπλωσε καλά τα λουκάνικα στην άκρη το σάβανό του, τάκρυψε διαμάσκαλα στον κόρφο του, και δώθε παν οι άλλοι.
Εχάθη!
Όλο το χωριό, αχάραγο ακόμα, ήσαν ανάστατο. Αν τύχαινε και κανένας βάρυπνος να βαρυκοιμάται ακόμη, εξύπναε κι αφτός τρομαγμένος από την ποδοχαλή, που εγινόταν στους δρόμους έξω και τις σπαραχτικές φωνές τω γυναικών, που εθόλωναν τον αέρα κ' εσειώταν ο τόπος.
— Βρε τ' ήταν τούτο κακό! βρε τ' ήταν τούτο κακό! έτρεχε καθένας τρομαγμένος να μάθη.
— Την απερασμένη βραδιά, ακούς, έγινε ξαφνικό μεγάλο. Βρήκαν τον Παπα-Ξυδέα ξερόν κοιτάμενο· με τα μάτια γουρλωμένα, άγριον κι αλλαξοπρόσωπο· με τη γλώσσα μια πιθαμή έξω πεταγμένη. Είχε στο λαιμό πλατιά ζουνάρια μελανάδες, σα δαχτυλιές. Είχε την απαλάμη του διανοιγμένη στο πρόσωπό του απάνου, σα να φασκελωνόταν μοναχός του!..
— Ξαφνικό μεγάλο!..
— Η καψο-Λιακού επαραλόησε, ακούς. Επήρε τα βουνά ζουρλή η μάβρη, και τρέχει πίσωθέ της το χωριό, να την πιάσουν μην πέση πουθενά και γκρεμιστή, κι ακόμα να την πιάσουν, συφορά της!..
— Και λένε, τάχα — Χριστός κοντά μας! — ο μαβρο-Λιάκας ξεβρυκολάκιασε, ακούς, γιατί τον είχαν ζωντανό θαμένον. Κι αφτός, λέει, εβγήκε από την Κατουγής στον Απανωκόσμο, κ' επήγε κ' έπνιξε στον ύπνο τον παπά. Κι αφτός εσήκωσε το νου της άμοιρης γυναίκας του, που επήρε τα βουνά, και τρέχει το χωριό τόρα ανάστατο πίσω της, να την πιάσουν, μην πέση πουθενά και γκρεμιστή και γίνη το κακό μεγάλο…
Χρόνια πολλά τόρα ξακλήρισε σύσπιτη η γενιά του βρυκόλακα.
Μια ράτα, κάμποσον καιρό μπροστά, ανέβηκα για κυνήγι στο χωριό. Επήρα την κυρούλα μου, κ' επέρασα στου βρυκόλακα το σπίτι·
— Να, μου λέει η κυρούλα μου, δείχνοντας μιαν αγκωνή χάμω λαδωμένη·
— Να, μου λέει· εδώ ήταν οπάδιασε τα λουκάνικα στο σάβανό του ο βρυκόλακας. Απόμειν' αποτότε η λαδιά και δε βγαίνει!.. [1894 ].
Η Π Ε Ρ Μ Α Ν Τ Ο Ν Α
Μιχαήλ Μητσάκη
Ενωρίς ακόμα ο Βλογιάρης ο κήρυκας το διαλάλησε διπλές φορές. Άναψε και το μεγάλο φανάρι κάτω από τις θολωτές καμάρες απέξω κρεμαστό. Δυο φαντάροι, κορδωμένοι σαν ιδιάνοι, ήρθαν κ' έπιασαν την ανοιχτή πόρτα απομέσα. Ο Γιάνης, όταν τους είδε που εμπήκαν, έσυρε ένα σκαμνί, επήρε κ' ένα δίσκο απ το τεζάκι. Εστήλωσε το σκαμνί στην πόρτα παράμερα. Εκύλησε στο δίσκο δυο τρεις γαζέτες, για μαγιά, και τον απίθωσε στο σκαμνί απάνω. Άρχισε μέσα νανακατώνη τις ξεβιδωμένες καρέκλες. Εταίριαξε στους τοίχους ολόγυρα τους σάπικους πάγκους, που του προμήθεψαν οι φτωχοταβέρνες του χωριού, για την «έχταχτη και πρωτοφανή περίσταση, είπ' ο Βλογιάρης». Επήρε μια πετρούλα κ' εσφίνωσε κάτω από μια παλιοσανίδα του πάλκου, που έχασκε από τις άλλες πάνω στα σαποτρίποδα του κρεβατιού. Εκορδοπάτησε απάνω ο Γιάνης, να δη αν στεριώθηκε καλά. Να μην πατούν τώνα τάλλο τα σανίδια και τρίζουν. Ανέβασε τόρα στο πάλκο κ' έστησε σύριζα στην αγκωνή ένα τραπέζι. Έφερε από το μπουφέ μέσα κρυμένα, με μεγάλην προφύλαξη τα όργανα. Απίθωσε στο τραπέζι απάνω το σαντούρι, μετρώντας με το στόμα ανοιχτό τις μυριόδιπλες αστραφτερές χορδές του. Εκρέμασε στη μιαν άκρη το βιολί, στην άλλη το λαγούτο. Στον καθρέφτη αποκάτω εκρέμασε τόμορφο κομψό ντερφάκι. Αράδιασε τέσερες καρέκλες στον τοίχο, στο τραπέζι κοντά. Επήδησε αλαφρά από το πάλκο κάτω. Ήρθε δυο τρία βήματα μπροστά. Εξαναγύρισε, και το καμάρωσε.
Όξω τάλλα μαγαζιά κατάκλειστα. Όλοι εμαζέφτηκαν ενωρίς στα σπίτια τους, να δειπνήσουν για νάρθουν. Μην τύχη και χάσουν την «έχταχτη και πρωτοφανή περίσταση, — είπ' ο Βλογιάρης». Μόνο από τη χαραμίδα της κλεισμένης πόρτας του Θύμιου του μάγερα αγνάντια, ξέφεβγε κι άπλωνε πάνω στου κήπου τη φράχτη, ένα κοκινόξαθο φωτεινό ζουνάρι. Πέρα ελαμποκοπούσε του Δήμαρχου το σπίτι από το άφτονο φως, που πλημυρούσε μέσα η σάλα του. Εξεχυνόταν χείμαρος ολόφωτος από τα διάπλατα ανοιχτά παράθυρα. Άπλωνε κάτω στις κληματαριές, πέρα ως τη βρύση. Σκρόπαε κ' έπαιζε το ζωηρό το φώς, ανάμεσα στα πυκνόφυλλα κλαδιά του πλάτανου της βρύσης απάνω. Εφάνταζε στης νύχτας το βαθύ σκοτάδι, αληθινό στοιχειό της βρύσης ο πλάτανος, παλάτι ονειρεφτό του Δήμαρχου το σπίτι.
Κάτω στο σπίτι, που κατάκλειστη από την ημέρα, να μην την ιδή μάτι, θα ξεκινούσε τόρα, σωστή διαδήλωση. Του κόσμου το παιδομάζωμα. Ποδοχαλή, φωνές, σούσουρο, σφυριξιές, κακό. Χλαλοή μεγάλη, ανυπομόνια ακράτητη. Πότε να βγη, και πότε να ξεκινήση. Να την ιδούν για πρώτη φορά· να την καμαρώσουν, που μόνο ακουστά είχαν για τέτια πράματα, τα χωριατόπουλα. Όσο αργούσε να φανή να βγη, τόσο άφξαινε και δεν εκρατιώταν η στενοχώρια τους. Ετάραζαν την απαλή σιγαλεριά της νύχτας οι αγριοφωνές τους. Έσκιζαν τον ήσυχον αέρα σκληρές οι σφυριξιές τους. Έσερναν ανυπόμονα τα πόδια τους χάμου, κ' εσήκωναν νέφαλα τα χώματα στο σκοτάδι. Λίγο νάκανε πως έγερνε την πόρτα απάνω αέρας, κ' εγλυστρούσε λίγο φως στο χαγιάτι όξω, δαιμονικό κάτω τάπιανε.
— Νάτη, ρε!
— Νάτη! νάτη!
— Άνοιξ' η πόρτα!…
— Θα βγη, ρε;
— Βγαίνει, ρε· να, δε βλέπεις;…
Άφξαινε η ποδοχαλή. Άφξαινε το σούσουρο. Οι φωνές εδυνάμωναν ψιλές, δυνατές. Εσκλήρεναν οι σφυριξιές, διαπεραστικές, στρίγκλικες.
Ήρθε τόρα ο Βιολιντζής, κοντόχοντρος σα ρουμοβάρελο. Ήρθε κι ο Λαγουτιέρης, με τη μεταξωτή μεσήνα στο λαιμό. Ανέβηκαν στο πάλκο κ' έπιασαν τη θέση τους. Εξεκρέμασαν και τα όργανα. Έπιασαν να τα κουρδίσουν. Άρχισε κι ο κόσμος νάρχεται τόρα. Έμπαιναν ολοένα. Εγέμιζε δεκάρες ο δίσκος, κι όλο και τους ξεντρόπιαζε ο Γιάνης, που πήγε κ' εστάθη απάνω στο σκαμνί·
— Δυο δεκάρες να πλερώνη καθένας να μπαίνη! Να βγάλουμε κ' εμείς το πετρέλαιο! Δυο δεκάρες μονάχα!..
Ήρθαν οι παρέες πρώτα κ' οι συντροφιές τω λεβέντηδων. Ήρθαν και λιμοκοντόροι καμπόσοι. Φρεσκοξυρισμένοι, πουδραρισμένοι. Ο δικολάβος ο Κυρ-Δημητράκης, με το φανελένιο ποκάμισο με τις διπλές φούντες στο λαιμό, και το σακάκι το ξεβαμένο. Ο Διαμαντής ο μοναχογιός της Κυρά- Πάβλαινας της χήρας, με την πελώρια στραβοφορεμένη ψάθα στο κεφάλι, να μην τον κάψη βραδυνάτα ο ήλιος. Ο Κυρ-Βαγγελάκης ο Εργοδηγός, με την άσπρη του ρεμπούπλικα ομορφοτσακισμένη στην πάντα. Ήρθε ο Αργύρης ο Λοχίας, με τον Κυρ-Σταρό το γραματικό του Ειρνοδικείου, και τον Κυρ-Κωστάκη τον αδερφό της Κυρά-Δασκάλας, παρέα. Έμπαιναν, έμπαιναν ολοένα. Ολοένα εγέμιζε, εβάρενε ο δίσκος στο σκαμνί απάνω. Έσκουζε ολόχαρος, γελαστός, αστόμωτος ο Γιάνης·
— Δυο δεκάρες να πλερώνη καθένας να μπαίνη, παιδιά! Να βγάλουμε κ' εμείς το πετρέλαιο!…
Οι βιολιτζήδες, βλέποντας τον κόσμο νάρχεται ακατάπαφτα, έκαμαν να παίξουν. Να δόσουν και το σύνθημα στο Σαντουριέρη απόξω. Ήταν πια καιρός να πα να κατεβάση, την Κυρά, — που τόσοι εκεί ακαρτερούσαν ανυπόμονα, να τήνε καμαρώσουν, — μάτια μου! Έπαιξαν ένα κομάτι. Ύστερ' άλλο ένα. Γοργοί, πεταχτοί, ολόχαροι ξαπλώθηκαν οι πρώτοι ήχοι. Εκυμάτισαν από τον έναν τοίχο στον άλλο, σφιχτοκλεισμένοι, ασφυχτικοί. Εζητούσαν τρόπο να βγουν μες από τα σπασμένα τζάμια, από καμιά τρύπα, από την ανταβάνωτη στέγωση. Ναπλώσουν γοργόφτεροι όξω στον καθαρόν αέρα, προκλητικοί να φτάσουν στον κρυψώνα της Ηρωίνας της τρανής, — που τόσος δα κοσμάκης μέσα κ' έξω καρτερούσαν ανυπόμονα.
Τα χωριατόπουλα έσκουξαν, εσφύριξαν, εποδοβρόντηξαν. Αλάλαξαν τόρα από χαρά στο σπίτι της κάτω. Η πόρτα άνοιξε διάπλατη απάνω στο χαγιάτη. Χείμαρος φωτεινός εξεχύθηκε κάτω ορμητικά. Έλουσε, επερίχυσε ταμέτρητο όξω παιδολάσι, που με τόση υπομονή ακαρτερούσε τη θριαμβική παράτα της.
— Νάτη τόρα' νάτη!…
— Νάτη! νάτη!…
— Άνοιξ' η πόρτα!…
— Βγαίνει πια!…
— Βγαίνει τόρα! Βγαίνει!…
Εχάρηκαν τόρα κ' έσκουξαν κ' εσφύριξαν. Εσυγκινήθηκαν κ' εφρικίασαν απ άκρη σ' άκρη της παιδικής αχόρταγης περιέργειας τα τρελά τα φουσάτα. Εβγήκε ο Σαντουριέρης μπροστά, κρατώντας τη λάμπα ψηλά στα χέρια. Το χαγιάτι εφωτίστηκε πλούσια στο ξάστερο φως της λάμπας. Έλαμψαν οι τοίχοι του σπιτιού την καθάρια απάνω την ασπράδα τους. Επρόβαλε τόρα αγέρωχη, ναζού, γοργοκίνητη, θριαμβεφτική μες τα σούσουρο που ανακάτωσε, τζόγια μου, όλο το χωριό· με τα πλούσια μαλλιά της καλοχτενισμένα, ξαμολυτά στις πλάτες χυμένα· με το χρυσοκέντητο καλπάκι της, ίσα που να στέκεται απάνω στην κορφή της· με το πολυκέντιστο από πούλιες ολόχρυσες, τούρκικο μεϊτανογέλεκό της, και τα κοντοκομένα ως το γόνα πάνω φουστανάκια· επρόβαλε τόρα στο πλουσιοφωτισμένο το χαγιάτι απάνω, φανταστική τουρκοπούλα, χανούμισα ονειρεφτή, ζωγραφημένη ταιριαστά μέσα σε πλούσια φωτισμένη, ολόλαμπρην εικόνα. Ο Σαντουριέρης πάντα μπροστά, με τη λάμπα ψηλά στα χέρια. Ξοπίσω πάντα αφτή ορθόκορμη, βεργολύγερη, τσακίστρα πρώτης, του διαβόλου ναζού. Ωχ, βασίλισσα για μια νυχτιά, — ψυχή μου! — του μικρού του χωριού, που τόσο ακριβά θενά πωλούσε την ξέθωρη αλλού τη μπογιά της. Εκατέβηκαν τη σκάλα. Ετραβούσαν αργά, μη σκοντάψουν. Ανέβηκαν τον όχτο, να ροβολήσουν εκείθε. Να διαβούν στο χασάπικο δίπλα, να βγουν στη μικρή πλατεία.
Μια κάποια χάβνωση, μια αποκορωμάρα από το θέαμα που ξετυλίχτηκε μπροστά τους· η ανάγκη να στομώσουν την αχόρταστή τους περιέργεια, ταποσβόλωσε τόρα τα χωριατόπουλα. Δίχως να βγάνουν τσιμουδιά, δίχως άχνα ναφίνουν την πήραν ξοπίσω. Πάπαλα, χαζά, ζεβιδωμένα, παράλυτα. Απλώθηκαν γύρω της· την περικύκλωσαν. Μερικά μπροστά· άλλα στώνα της πλάι· στάλλο της άλλα· ξοπίσω της άλλα. Την πολιόρκησαν στενά, σφιχτά την απόκλεισαν. Αχόρταγα την εκυτούσαν, εκπληχτικά την εθάμαζαν. Την εκαμάρωναν βλακίστικα, λαίμαργα την έβλεπαν.
Όσο αφτή προχωρούσε στης λάμπας το φως αποκάτω, που την περίχυνε και την ελάμπρενε φανταχτερά, εκείνα πιο περίεργα τόρα, πιο χαζά και ξεχαημένα, ολοένα εζύγωναν. Να θαμάζουν και να μη χορταίνουν. Να βλέπουν και να μη στομώνουνται. Να την ιδούν πιο κοντά. Να χορτάσουν την αλλόκοτη φορεσιά της. Να καμαρώσουν τα χρυσά γαζιά και τα σειρήτια της, — του καλπακιού της τα φλουράκια γύρω, — κι ο κόσμος να χαλάση.
Η λάμπα όσο επήγαιναν εμπρός άπλωνε γύρω το πλούσιο φως της. Εφώτιζε του Σωκράτη του Καλόγερου το χασάπικο δίπλα με την πυκνόφυλλη, κατάχλωρη μουριά μπροστά. Εφώτιζε τα χαμόσπιτα δώθε και κείθε· στις στέγωσες απάνω, στους ξεβαμένους τοίχους, στα μικρούτσικα παραθυράκια τους, στις φράχτες τις ξερές, στις στοιβανιές τα ξύλα. Επερίχυνε και τη φανταχτερή νυχτερινή συντροφιά της Μαρουσώς. Τα ξέσκουφα και ξεμανίκωτα, τα ξυπόλυτα και ξεμαλιασμένα, τα ξεβιδωμένα και λιγδιάρικα χωριατόπουλα, που τόσο πανηγυρικά την εσυντρόφεβαν.
Μες από το λόγκο τόρα, κατωκεί, χαμηλά, μια κοκινάδα σκοτωμένη, κάτι σκιές αιματόχρωμες, κεικάτω χαμηλά, πίσω απ το βουνό κι από τη θάλασσα, άνοιγαν του φεγγαριού το μαγεμένο δρόμο στους άπειρους απάνω θόλους. Λίγο ακόμα, θα ξέβγαινε μες απ του λόγκου πέρα τα πυκνά φυλλώματα, στο μελαχολικό νυχτοπερπάτημά του.
Ανοιξιάτικη, γλυκύτατη βραδιά.
Ελαφρή, απαλότατη, χαδεφτική εφυσούσε κάτω απ τα κοιμάμενα ακρογιάλια μοσκομυρισμένη, δροσερή νυχτομπασιά. Εδιάβαινε απ το λόγκο αγνάντια· έγερνε στους αγρούς τους ολόδροσους· άπλωνε στα καρπερά περβόλια· στις νυχτονοτισμένες χλωρασιές, στις πλούσιες πρασινάδες. Έκλεβε στα ονειρεμένα τα φτερά της τα ουράνια της ζωής αρώματα, της υγείας τα μεθυστικά και πλούσια μύρα. Τάμπωχνε απαλή, γλυκύτατη ανάπνια του γιαλού. Τανέβαζε και τάπλωνε στο χωριδάκι το φτωχό, που κρέμεται στο βουναράκι πάνω.
Ωστόσο στο μικρό το καφενεδάκι μέσα πήχτρα ο κόσμος. Όλο το χωριό ήρθε κ' εκλείστηκε να τη χορτάση. Βελόνι νάριχτες τόπο δε θάβρισκε στο πάτωμα να πέση. Ως κ' οι κακογεράματοι γέροι, που τις μύξες τους έτρωγαν, τα πόδια τους να πάρουν δε μπορούσαν, κ' εκείνοι ακόμα εξεκίνησαν ναρθούν.
Πανηγύρι, γλέντι, κοσμοχαλασμός μέσα κ' έξω.
Ο πάγκος με τα μπουκάλια ταδιανά και τους ξεθωριασμένους &Αριστοφάνηδες& γύρω στολισμένος, έκανε τόρα χρέη θεωρείου. Ντροπαλές, μισοκρυμένες είχαν τρυπώσει από νωρίς όλες οι γειτόνισσες κ' οι καλές γειτονοπούλες του Γιάνη. Ο μπουφές παραμέσα το ίδιο. Ντροπαλούτσικα, ζωηρούτσικα, πονηρούτσικα, σμουλωχτά πρόβαναν μέσαθε άλλα εδώ όμορφα κεφαλάκια· άλλες εκεί χυμερές χωριατοπούλες, αφράτες. Τα τζαμόφυλλα γύρω των παραθυριών κ' οι πόρτες, όλα κλεισμένα μέσαθε, κατάκλειστα. Δυο κρεμαστές λάμπες, η μια στο πάλκο μπρος, η άλλη στη μεσιανή κόρδα της στέγης, έριχταν μισοκοιμισμένες, ανόρεξες το νυσταγμένο φως τους, ασυνήθιστες κι αφτές σε τέτια ξεφαντώματα απονύχτερα. Ανέβαιναν πυκνοί οι καπνοί από τα τσιγάρα γύρω. Ανεβοκατέβαιναν πνιγερότεροι από τις λάμπες τις αξεφτίλιγες. Εζητούσαν άνοιγμα να βρουν και δεν έβρισκαν. Επυκνώνονταν, ολοένα επυκνώνονταν ανάμεσα στους τέσερους τοίχους. Ο κόσμος ο περίεργος υπομονετικός μέσα, εκατάπινε καπνούς από τσιγάρα και από βρώμικα πετρέλαια καπνούς. Εφούσκωναν τα μάτια γυαλιστερά, φλογισμένα. Εξεραίνονταν οι λάρυγκες από την πνιγερή, ασφυχτική δύσπνια. Ανάδοναν ανασασμοί βιαστικοί, στενόχωροι· χνώτα βρώμικα και ίδρωτες μούχλιοι, ξυνισμένοι από το βαρύ της εργατιάς ημεροκάματo· ανάδονε ποδαρίλα από μακρυπερπάτητους δρόμους, ξυνίλα από μεγάλη κούραση, που να σηκώνη τη μύτη και στο μυαλό να σε χτυπά. Βόχες και βρώμες και άχνες και πνιγεροί καπνοί και σαπισμένοι ίδρωτες και ποδαρίλες βαρύτατες από ξυγκωμένα τσαρούχια εσυναπατιώνταν μες το χώρο το στενό και τον κατάκλειστο. Εσπρώχνονταν κ' εσωριάζονταν κατά την ανταβάνωτη στέγωση απάνω. Εκατέβαιναν κάτω πάλι ολοένα. Ολοένα ανεβοκατέβαιναν. Πυκνά πεντάπυκνα στρώματα θολής άχνας, καπνού βρωμερού, συμπυκνώθησαν σε σύγνεφα βαριά. Ετίκλωσαν κ' εθόλωσαν όλο το καφενείο μέσα. Ετρεμόφεγγαν σαν καντηλάκια μες τους θολούς καπνούς οι λάμπες πάνω, και δεν καλοξεχώριζαν ένας από τον άλλον κάτω.
Φανταστική, σκεπασμένη κάτω απ τα παράξενα λιβάνια, τυλιγμένη μες τα θολά κι αλλόκοτα θυμιάματα, που τόσο πλούσια εκαίγονταν στο βωμό της· έξαλλη, μεθυσμένη από των περιέργων θαμαστών της τον ακράτητο ενθουσιασμό, εχόρεβε τόρα η τουρκοπούλα στο πάλκο πάνω.
Εχόρεβε χασάπικο.
Εμινίριζε το βιολί ψιλά. Εκλάγκαζε πολύχορδο το σαντούρι. Εκουφοηχούσε το βαθύ λαγούτο. Εκροτάλιζαν &κρικ-κρι-κρίκ, κρι-κρι- κρίκ&, τατσαλένια ζίλια στα δάχτυλά της ανάμεσα. &Ε-ε-ε-έ, έεεεέ, έεεεεεεέ&, εβοηθούσε παράτονα, κακόφωνα, να τη σιγοντάρη ο Σαντουριέρης. Κάτω από τους παράχορδους, αταίριαστους, γροθοκοπημένους ήχους· κάτω από τα κακόηχα ξελαρυγκιαστικά ε-ε-ε-έ του Σαντουριέρη· κάτω από τους ατσαλένιους κροταλισμούς τω ζιλιών της, που εσούβλιζαν κ' εσπάραζαν ταφτί· έξαλλη, θεότρελη, δαιμονισμένη, μανιακή εχόρεβε. Εχόρεβε γοργόστροφη, εσφάδαζε σπαρταριστή, ετράνταζε άσεμνη, εταρνάριζε προκλητική. Ελύγιζε τη μέση της. Ετρεμούλιαζε τα χυμερά της μαστάρια. Ανοιγόκλειε υγρά τα ματόκλαδά της, χάβνα, ηδονικά, λάγνα, λιγωμένα.
Εχόρεβε, εχόρεβε, εχόρεβε.
Έπαιρνε το πάλκο απάνω από τη μιαν άκρη στην άλλη. Με μικρά, κοντά, γοργά, ρυθμικά, χτυπητά στο πάτωμα πηδηματάκια. Έφτανε στην άκρη· απαντούσε τον τοίχο. Μια έδινε, ξαναμένη πάντα, βεργολυγερή πάντα, γοργή. Εσήκωνε ψηλά, πάνω απ το βελουδένιο καλπάκι της το χέρι το δεξί. Έδιωχνε πίσω στη μέση της ανάζερβα το άλλο. Εχαμήλωνε το κεφάλι. Ελύγιζε λίγο κάτω τα γόνατα. Ετσάκιζε τη μέση.
Εχόρεβε, εχόρεβε, εχόρεβε.
Εστριφογύριζε κάτω απ το ψηλά σηκωμένο χέρι που εκροτάλιζε απάνουθε τα ζίλια. Εστριφογύριζε με το κεφάλι χαμηλωμένο, τη μέση τσακισμένη, τα γόνατα λυγισμένα. Εστροβίλιζε μια καρτέλα· άλλη καρτέλα· άλλη, άλλη. Εφούσκωναν, ανέμιζαν, εκλωθογύριζαν δώθε, κείθε, ψηλά, χαμηλά, πέρα τα κοντά φουστανάκια της. Εξέφεβγαν πάνω από τα γόνατα λίγο· απάνω, παραπάνω. Εξεσκέπαζαν τις σαρκωμένες τις άντζες της πίσω· πάνω, παραπάνω τις αντζακλείδες της. Εξεσκέπαζαν την κατακόκινη καλτσοδέτα πάνω, παραπάνω, ψηλότερ' ακόμη· λιγάκι· τόσο δα. Εγλυστρούσαν στρογγυλές, γεμάτες, κανονικές οι γάμπες. Με το δεξί χέρι πάνω απ το κεφάλι, στη μέση πίσω διωγμένο τάλλο, εγύριζε, εγύριζε. Εστριφογύριζε μια καρτέλα, άλλη καρτέλα· άλλη, άλλη. Έξαλλη, ξελιγωμένη, σπαρταριστή, συναρπασμένη, προκλητική, δαιμονισμένη, μανιακή.
Εμινίριζε το βιολί ψιλά. Εκλάγκαζε το σαντούρι πολύχορδο. Εκουφοηχούσε το βαθύ λαγούτο. Εκροτάλιζαν &κρι-κρι-κρίκ, κρι-κρι- κρίκ&, τατσαλένια ζίλια στα δάχτυλά της ανάμεσα. Εβοηθούσε ε-ε-έ, ε- ε-έ, να τη σιγοντάρη ο Σαντουριέρης παράτονα, κακόηχα, δυσαρμονικά.
Άλλαξε τόρα ο χαβάς. Άλλαξε κι αφτή το χορό της. Στρωτόν τόρα, αργοκίνητον τόρα, ήσυχον. Εστεκόταν στη μέση καταμεσίς στο πάλκο. Με τα όργανα σύφωνα, εχόρεβε στον τόπο της τόρα. Λες κ' ήταν λυμένη, ξεβιδωμένη από τους αρμούς της. Άλλη κίνηση έδινε στο κεφάλι. Μπροστά πίσω, πέρα, δώθε. Σαν νάταν ξεκολλημένο απάνω από το ραχοκόκαλο. Άλλη έδινε στα μεστωμένα και χυμερά της στήθια, στα αφράτα και φουσκωμένα μαστάρια της. Καταμπροστά, καταπίσω, δεξιά, αριστερά. Τρεμουλιαστή, άσεμνη, νεβρική, ξελιγωμένη, υστερική. Σα νάταν ξεβιδωμένο ταπανωκόρμι της, από τη λαιμαριά της απάνω, ως κάτω στη μέση της· ξεκολλημένη κ' η μέση της πίσω στα απάκια. Άλλη κίνηση έδινε πάλι στα κάτω μέλη της· από τα λαγαρά της τα καλοθρεμένα και κάτω. Εσειόταν κ' ελυγιόταν, κ' εταρνάριζε, κ' έτρεμε. Με διαφορετικά αντίθετα κουνήματα πάνω ως το λαιμό. Με άλλα κάτω ως τα λαγαρά. Με άλλα κάτω, κάτω. Σε τρία, σε τέσσερα ξεβιδωμένο το κορμί της. Λυμένη όλη· όλη ξεκλειδωμένη. Σαν κούκλα, που της σφίγκουν τάψυχα στηθάκια της, και λυέται όλη, και κουνιέται όλη, και παίζουν χαρωπά τα παιδάκια.
Έπαβε τόρα να τραντάζη νεβρικά, να κουνιέται άσεμνα. Εστριφογύριζε στον τόπο της μια καρτέλα. Έπαιρνε στριφογυρίζοντας με ψιλή, γαργαλιστική φωνή του σκοπού που εχόρεβε το γοργογύρισμα·
&Έτσι-ντο, τσι-ντο, τσι-ντο, Το βελεσάκι σου κοντό…&
Εστεκόταν πάλι στον τόπο της. Έδινε μια, επηδούσε σύφωνα με του τραγουδιού το γύρισμα. Έριχτε όλο το κορμί της στα πόδια κάτω. Μια πάλι, αναπηδούσε απάνω. Εκροτάλιζε τα ζίλια. Εστριφογύριζε μια καρτέλα. Έπαιρνε πάλι στριφογυρίζοντας, με ψιλούτσικη, γαργαλιστική φωνή το γοργογύρισμα·
&Κι αποπίσω σου μακραίνει, Να μην ήσαι γγαστρωμένη;..&
Επηδούσε πάλι. Έριχτε το κορμί της ολόβολο στα πόδια κάτω. Πάλι αναπηδούσε. Εστριφογύριζε άλλη καρτέλα. Έπαιρνε πάλι στριφογυρίζοντας το γαργαλιστικό το γοργογύρισμα,
&Έτσι-ντο, τσι-ντό, τσι-ντό,
Το παντελόνι σου κοντό,
Κι αποπίσω κάνει ζάρες,
Του κορμιού σου νοστιμάδες…&
Εκόπηκε τόσην ώρα τόρα κ' εκάθισε να ξεκουραστή, δίπλα στο
Σαντουριέρη.
Η πρώτη εντύπωση επέρασε κάθε λογαριασμό, κάθε προσδοκία.
Τα λεβεντόπαιδα ενθουσιάστηκαν. Άναψαν κ' εκάηκαν μαζί της. Να τη βλέπουν να ταρναρίζη ορθοβύζα τα στήθια, να τρεμουλιάζη τα μαστάρια πλαδαρά· να σιγοκλή ηδονικά, φλογισμένα τα βλέφαρα· να λυγίζη τη μέση, να κολπώνη την κοιλιά, να προβάλη με λύσα τα λαγαρά· να προκαλή τον καημό, λάδι να ρίχνη στη φωτιά· νανάβη τους γλυκούς τους πόθους, με τα ολοζώντανα, σπαρταριστά, ξετσίπωτά της κουνήματα. Άναβαν, έκαιαν, σπίθες ολόθερμης επιθυμίας επετούσαν τα μάτια τους. Γλαρά, φλογισμένα, γυαλιστερά ελαμποκοπούσαν στης ξυπνισμένης σάρκες την καφτερή τη λάβρα, στου ξαναμένου πόθου το πύρινο καμίνι. Οι λιμοκοντόροι ξετρελάθηκαν μαζί της. Τα γεροντοπαλήκαρα όλους στη λύσα ξαπερνούσαν. Μανιασμένοι γερόλυκοι! Έτρεμαν τα χείλια τους. Έτρεμαν τα χέρια τους. Έτρεμαν τα ποδάρια τους. Έτρεμαν τα πηγούνια τους. Ίδρωνε και ξίδρωνε το σουφρωμένο μέτωπό τους. Έφριξαν οι ψαρές τους τρίχες αγριεμένες. Ολόσωμοι έτρεμαν. Και όλο και στο μουστάκι το χέρι. Όχι λόγια! Ο Κυρ-Σταρός ο γερογραματικός μάλιστα, χήρος ο καημένος ξερομαχημένος, βλέπεις, γερολιχουδιάρης πιο πολύ από τους άλλους, επήγαινε να λυώση σαν τάδολο κερί. Άρχισε κιόλα να τα φέρνη βόλτα. Έστειλε το Γιάνη, να τη ρωτήση τι θα πάρη, «με τη παρέα της». «Από ένα λουκουμάκι και κονιάκ μαζί». — Είχε πια και κονιάκ ο Γιάνης. Πρώτη σαγονιά την πήρε ο γραματικός. Με το δίκιο του βλέπεις.
Μόν' ο κυρ Δημητράκης, ο δικολάβος, με το φανελένιο ποκάμισο, με τις διπλές φούντες στο λαιμό, και το σακάκι, το ξεβαμένο, εγύριζε στην καρέκλα του απάνω νεβρικός. Έβλεπε, κ' εχαμογελούσε ειρωνικά τάχα μου, με τους χαζούς τους χωριανούς του.
— Πφ! τι λες εκεί! — αφτός από τέτια!..
Όξω από το καφενεδάκι πάλι κόσμος και κοσμάκης. Όλα τα κοπελούδια του χωριού κι όλα τα παλιοπαίδια, που δεν είχαν δεκάρες να μπουν. Έπιαναν τις κλεισμένες πόρτες, να ιδούν από καμιά τρυπούλα. Έπιαναν και τα παράθυρα να ιδούν από τα τζάμια τα κλεισμένα απόξω. Μερικά επήγαν κ' έκλεψαν μια σκάλα απ του Γερο-Θοδόση τη μάντρα παράμερα. Την έφεραν και την εστήριξαν μπρος τα τζάμια τ' ακρινού παραθυριού. Εμαζέφτηκαν όλα κ' έπεσαν κουβάρι πάνω στη σκάλα. Ποιο να πρωτανεβή να πιάση θέση. Εσφίχτηκαν, εσκαρφάλωσαν, εκρεμάστηκαν συμαζωμένα, τσουπωτά σα σταφύλια. Όσα εκρεμάστηκαν χαμηλά κάτω να βλέπουν, ετρωγόνταν, εμαλλοτραβιώνταν με τάλλα που δεν έβρισκαν θέση. Ποιο να νικήση να πάρη τη θέση ταλλονού. Από τα τραβήγματα, από τον πολύ σαματά, από το μεγάλο βάρος, κρακ! κάνει απάνουθε και σπα η σκάλα. Γκρεμίζονται τώνα πάνω στάλλο κουβάρι, μες τη γούβα του υπογείου. Φωνές, βουή, κλάματα, κακό. Αχ! αχ! ωχ! ωχ! Το χεράκι μου, το ποδαράκι μου! Εσκοτώθηκα, ετσακίστηκα! Χλαλοή μεγάλη, σαματάς τρανός. Κοσμοχαλασιά. Εταράχτη ο κόσμος μέσα. Έτρεξαν όξω οι φαντάροι. Έπαψαν τα τραγούδια και τα όργανα. Βγήκαν ξοπίσω στους φαντάρους οι πιο περίεργοι, να μάθουν. Ο Γιάνης μέσα, φοβισμένος μη λάχη και κοπή και χαλάση στη μέση η διασκέδαση για το τίποτα, και «δε βγάλουμε και μεις το πετρέλαιο», καθησύχαζε τον ταραγμένον τον κόσμο·
— Τίποτ' αδερφέ! Μπιτ τίποτε! Εκουβάλησαν μια σκάλα, ακούς, να μου σπάσουν τα τζάμια. Βέβαια! Έχομε τα μπόλικα καπτάλια, βλέπεις! Να ιδούν μαθές, κι ο κόσμος να χαλάση! Ακούς; Διαστρεμένα! Έπεσαν στη γούβα να τσακιστούν. Έτσι ντε! να! Μπομπιεμένα!.. Ίχιτας!
Εγύρισε με το δίσκο τόρα και τους εφλόγισε και τους κατάκαψε όλους με τα νάζια της και τα γλυκόλογά της. Ο Διαμαντής, ο γιος της Κυρά- Πάβλαινας της χήρας, που έκαν' αέρα με την πελώριά του σαν ανεμόμυλου φτερό ψαθοβουρλιά και δεν εδροσιζόταν· ο Κυρ-Λοχίας στην άκρη, (είπαν πως την τσίμπησε τάχα ο Λοχίας, τόσο δα, λιγάκι· ποιος τα πιστέβει;) με τον Κωστάκη, τον αδερφό της Κυρά-Δασκάλας και τον Εργοδηγό το Βαγγελάκη, είπαν και την παρακάλεσαν να ειπή το &Μέμο&.
Ανέβηκε πάλι στο πάλκο απάνω. Άδιασε το διάφορο του δίσκου στο τραπέζι. Εκάθισε στην καρέκλα της, ανάμεσα στο Βιολιντζή και το Σαντουριέρη. Εσφούγκισε τα φλογισμένα χείλη της με το μαντήλι. Ακούμπησε το δεξή της άγκωνα πίσω στο ξύλο της καρέκλας. Εστήλωσε το κεφάλι της στην απαλάμη απάνω. Εξερόβηξε. Τα όργανα άρχισαν το &Μέμο& τόρα. Άπλωσε μια ματιά κάτω. Εσήκωσε ολάνοιχτα τα μεγάλα της ψιχαλιστά μάτια στη στέγη απάνω, σα να ζητούσε κάτι κει ψηλά. Έκλεισε μεμιάς ηδονικά, εκφραστικά τα βλέφαρα. Σιγά, απαλά, μυστικά, νανουριστά, άρχισε. Άρχισε να σκορπίζη γύρω θλιβερούς, πικρούς, σπαραχτικούς στεναγμούς·
— Αχ! Μεεέμο! Με-ε-έ-μο! Μέμο! Μέμο !
Όμορφο παληκάρι, του ήλιου ζηλεφτό βλαστάρι ήταν ο Μέμος. Χρυσόμαλος, σαν τον ουράνιον πατέρα του, φλογερός, ολόξαθος. Ανάμεσα από την πυκνή μαντήλα της, μια μέρα, πεντάμορφη Σουλτάνα τον είδε. Κρυφή σαΐτα η ματιά του, πούχε το χρώμα του γιαλού, στη μαλακή καρδιά την κέντησε. Καλήτερα να μην ταπαντούσες μπροστά σου, καλή Σουλτάνα, το ξαθό παληκάρι· να μην τόβλεπες ποτέ καλήτερα…
— Αχ! Μέμο ! Μεεέμο ! Μέμο ! Μέμο ! . .
Μια βραδιά που ταστέρια ετρεμοφέγγαν ψηλά στα ουράνια, κ' η νύχτα πλάκωνε της γης τα στήθια βαριά, — μυστική θύρα άνοιξε, — ελαφρή τρυγόνα επήδησε, — στη θερμήν αγκάλη του μάγισα έπεσε· — εμυροκόπησε η νυχτερινή δροσούλα όξω τα φιλιά τους. . .
— Αχ ! Μεεέμο ! Μεεεέμο ! Μέμο ! Μέμο ! . . .
Άλλη μια, ξανάρθε η πέρδικα του Ξαθού της το φλογερό χειλάκι να πιπιλίση. Μάβρος σαν την πίσα, δεν εξεχώριζε απ το βαθύ της νύχτας το σκοτάδι ο εβνούχος. Δεν τον είδε. . .
— Αχ ! Μέμο ! Μέμο ! Μέμο ! Μέμο ! . . .
Την τρίτη δεν ήρθε να χαδέψη με ταπαλό της χεράκι, σαν το μετάξι μαλακά τα ολόξαθα μαλιά του. Δεν ήρθε να γλυκαθή στα ζαχαρένια χείλη του. Ήρθε να κλάψη τόρα· — να θρηνήση ήρθε. Τα κοψίδια, που τόνε μοίρασε ο φριχτός του Σουλτάνου δήμιος, να μετρήση ήρθε! . .
— Αχ ! Μεεέμο ! Μεεεέμο ! Μέμο ! Μέμο ! . . .
Θεριά δακρύζουν στο κλάμα της ορφανής τρυγόνας. Πέτρες σπαράζουν στου πικρού χωρισμού της το θλιβερό στεναγμό. . .
— Αχ ! Μεεέμο ! Μεεεέμο ! καημένε Μέμο ! . . .
Πάνω απ το λόγκο τόρα ψηλά, ήρεμο, αργοκίνητο, μαγεμένο το φεγγάρι, έπαιρνε το νυχτερινό του δρόμο στους ουράνιους απάνω θόλους. Έστελνε συμπαθητικές τις ασημένιες ματιές του να φώτιση τα ερωτικά ζεβγάρια. Επερίχυνε και το μικρό το χωριδάκι με πλούσιους, ολόφωτους καταράχτες· με ολάργυρες γάζες νεραϊδοΰφαντες το σκέπαζε. Εφώτιζε αρμονικά τη μικρή πλατεία. Εφώτιζε σκοτεινό τόρα, κοιμάμενο του Δήμαρχου το σπίτι. Έπεφταν σε φανταστικά, παράξενα σχήματα οι ίσκιοι του πλάτανου στη βρύση αποκάτω. Αντανακλούσαν μαλακές, χλωμές αντιφεγγίδες του καφενείου τα γιαλιά απόξω. Όλο το χωριδάκι, κουρασμένο φαίνεται, από την «έχταχτη και πρωτοφανή περίσταση, είπ' ο Βλογιάρης», έπεσε τόρα σε βαθύν ύπνο.
Άχνα δε φύσαε. Φύλλο δε σειόταν. Μόνο στο πέτρινο γεφύρι, περακεί που ελίμναζαν στις γούρνες της βρύσης τάφτονα νερά, απόλυτοι κυρίαρχοι της νυχτερινής σιγαλιάς τόρα ξελαρυγκιάζονταν οι βάτραχοι. Μόνο το κρεμαστό φαναράκι του κλειστού τόρα καφενείου κεικάτω, νυσταγμένο στην άχαρη ερημιά του, θαμπό μέσα στα πλούσια γύρω σεληνόφωτα, έριχτε τις τελεφταίες αναλαμπές του, κάτω απ τις ισκιερές καμάρες λησμονημένο κ' ετρεμόσβυνε. Και πέρα ακόμα, ακόμα πέρα, μες απ του λόγκου τα σκοταδερά τρίσβαθα που ίσκιοι βαριοί τα πλάκωναν και φεγγάρι δεν τα διαπερνούσε, άπλωνε ολόγυρα, στους κρύους της νύχτας κόρφους βαθυηχούσε θλιβερό, νανουριστό, πένθιμο, κλαψερό το μυστικό παράπονο του Γκιώνη·