Και ο μεν Βριόνης, ίσως σπουδάζων ειργάσθη τα τοιαύτα, αλλ' ουδεμία υπάρχει αμφιβολία ότι το γενναίον τέκνον του διαβοήτου Ανδρούτζου προέβη εις το βήμα τούτο μόνον προς τον σκοπόν ν' αποσοβήση ή να ουδετερώση επ' αγαθώ της επαναστάσεως πάσαν αντενέργειαν εκ μέρους των Αλβανών.
Εκ της διαθρυλληθείσης συμφωνίας ωφεληθέντες μετά ταύτα αρχολίπαροί τινες, προσωπικοί εχθροί του Οδυσσέως, υπέσκαψαν την επιρροήν του, παρέστησαν αυτόν προδότην και τέλος κατώρθωσαν διά χειρών Ελλήνων να δολοφονήσωσι τον ατρόμητον εκείνον λέοντα.
Καταρτισθέντος του συμβολαίου υπέβαλεν ο Βριόνης, ως μέσον υπεκφυγής, παρατηρήσεις τινας σχετιζομένας προς την ιδιαιτέραν θέσιν του, και ωμολόγησεν ειλικρινώς ότι επεθύμει να θεωρήται απηλλαγμένος πάσης υποχρεώσεως, αν τυχόν ο Σουλτάνος εκτιμών την βαρύτητά του, ήθελε τον αναγόρευση Πασάν επί τρισίν ουραίς.
Εκραγείσης της επαναστάσεως και θέλων ο Χουρσήτ να καταπνίξη την φλόγα εν τη γενέσει αυτής, τον μεν Κιοσέ έταξεν επί κεφαλής του πρώτου κατά της Ελλάδος ορμήσαντος στρατού, καθιστών αυτόν Βεζίρην αντιπρόσωπόν του, τον δε Βριόνην υπέβαλεν εις τας αμέσους διαταγάς του.
Λαμβάνων υπ' όψιν την έμφυτον αστασίαν του χαρακτήρος του Ομέρ, την άκρατον αυτού φιλοδοξίαν και θέτων αυτόν εις επαφήν προς τον Διάκον, ου μόνον απέβλεψα εις τον παραλληλισμόν, αλλ' ενόμισα παντός λόγου άξιον να διασώσω την απόρρητον ομολογίαν ήτις έλαβε χώραν μεταξύ αυτού και του Οδυσσέως και να αναφέρω αυτήν ως προτεινομένην εκ νέου εις άνδρα προ πολλών ετών αδιασπάστως συνδεδεμένον μετά του οπλαρχηγού της Λεβαδείας και υποτιθέμενον εν γνώσει των κρυφιωτέρων αυτού διαλογισμών.
Εκτός των ιστορικών τούτων ανταγωνισμών υπεράνω πάσης άλλης βασάνου, πάσης άλλης περιφρονήσεως, έθεσα πλησίον του Διάκου, αφ' ης στιγμής συνελήφθη μέχρι του μαρτυρίου, ανώνυμον και ειδεχθή δαίμονα τον Γ ύ φ τ ο ν.
Άδεται ότι, άν ποτε επί πλοίου, εν μακραίς και υπερωκεανίοις θαλασσοπορίαις, ενσκήψη επιδημία, εκ δε των νοσούντων υπάρχη τις θανατηφόρως προσβεβλημένος, λάβρος, απαθής, αποτρόπαιος, εν αποστάσει τινί όπισθεν της πρύμνης, εμφανίζεται ο καρχαρίας, αλάνθαστος οιωνός του επικειμένου πένθους, μνήμα περιπλανώμενον, αδηφάγον, προσμένων να καταβροχθίση το πτώμα άμα παραδιδόμενον εις τα κύματα. Τοιούτος κατά τον μέγαν και φοβερόν διάπλουν του Ελληνισμού τυγχάνει ο Γύφτος.
Υπήρξε το όργανον της στρεβλώσεως, ο βρόχος της αγχόνης, ο πολυμήχανος εφευρέτης των βασάνων εν ταις χερσί των κατακτητών και το έργον αυτού εξεπλήρωσεν εκθύμως, πιστώς, εντρυφών και αγαλλόμενος οσάκις εις τους όνυχας αυτού παρεδίδετο το σφάγιον.
Αγνοώ αν η επικατάρατος αύτη φυλή, αρχαία ως ο Κάιν, κατά τας πολυειδείς φάσεις του μυστηριώδους βίου της, περιήλθέ ποτε εις την εξαχρείωσιν εις ην έφθασε διοδεύουσα την Ελληνικήν χώραν, προαιώνιος ακόλουθος της καταστροφής και του ολέθρου.
Υπάρχουσιν έτι παρ' ημίν οι απαίσιοι ούτοι σκώληκες, αδιαπαύστως περιπλανώμενοι, πελιδνοί, δυσώδεις, ως αγέλαι ακατανομάστων κτηνών, οικτρά καταγώγια ρυπαρωτάτων διαδοχικών ασθενειών, φέροντες επί των ώμων, δίκην παμμεγέθους κοχλίου, τας ζοφεράς σκηνάς των και σύροντες μεθ' εαυτών τον άκμονα, την σφύραν, τας τανάγρας, την φύσσαν εκ δύο ασκών συγκεκροτημένην, τους άνθρακας, τεμάχιά τινα ακατεργάστου σιδήρου και σχεδόν πάντοτε λιμώττοντας κύνας, μέλανας αιλούρους ή αλυσιδέτους άρκτους προς επίδειξιν, όθεν πολλάκις Α ρ κ ο υ δ ό γ υ φ τ ο ι προσαγορεύονται.
Μετέρχονται την χειρομαντείαν, και συνθέτουσι παράδοξα φάρμακα ουχί προς θεραπείαν ασθενειών ή τραυμάτων, αλλ' όπως δι' αυτών προκαλώσιν εξαμβλώσεις, τεκταίνωνται μαγγανίας και παντός είδους αθεμιτουργίας.
Άθεοι, απάτορες, ακοινώνητοι, ουδέποτε μεριμνώντες περί της επιούσης, αγνοούντες πόθεν έρχονται ή πού πορεύονται, εν τη αποκτηνώσει αυτών ασεβώς εναγκαλιζόμενοι αντί της συζύγου την θυγατέρα· οσάκις προσέρχονται είς τινα εκ των ημετέρων πόλεων συνήθως διαμένουσι σκηνίται εκτός του περιβόλου, ωσανεί συναισθανόμενοι την απέχθειαν ην αείποτε διεγείρει η παρουσία των, ή μη αποτολμώντες να ίδωσι κατά μέτωπον την κοινωνίαν ην εβασάνισαν.
Τοιούτου ανθρωπομόρφου τέρατος δεν ηθέλησα να παραλείψω την απεικόνισιν, εξορύξας συνάμα εκ των πολυτίμων της δημώδους γλώσσης μεταλλείων την κατάλληλον κυριολεξίαν προς καθιέρωσιν των ιδεών και των φράσεων δι' ων ήκουσα πολλάκις τον λαόν να χαρακτηρίζη και να περιγράφη εκείνα του άδου τα μιαρά εκβράσματα.
Ταύτα έκρινα εύλογον να εκθέσω και προς διασάφησιν του θέματος και προς συμπλήρωσιν ιστορικών τινων γεγονότων, συγκεχυμένως πως αναφερομένων και ατάκτως τήδε κακείσε διεσπαρμένων. Λυπούμαι ότι ηναγκάσθην να εκταθώ πέραν του δέοντος και προβλέπω ότι δεν είναι δύσκολον να εφαρμοσθή κ' επί του βιβλιαρίου μου τούτου ο Διογένειος χαριεντισμός, ν' ακούσω δε και την παραίνεσιν μωμοσκόπου τινος ότι συμφέρει να φυλάξω το ποίημα μη τυχόν εξέλθη των μεγάλων της εισαγωγής πυλών.
Αλλ' αι ταλαιπωρίαι και τα δυστυχήματα της φυλής και εν πεζώ λόγω ιστορούμενα είναι πάντοτε ποίησις· εάν δε απ' αρχής μέχρι τέλους παρακολουθήση τις εις τον βαθμιαίον εξελιγμόν του εθνικού δράματος και την αλληλουχίαν των περιστάσεων, εν αις συγκεφαλαιούται ο μυριετής αγών, ουδέν άλλο βλέπει, ειμή γενεάς επί γενεών ως επί δέλτου νεκρικού ημερολογίου στιχηδόν τεταγμένας, οιονεί πολυαρίθμους χορδάς γιγαντιαίας Αιολικής φόρμιγγος παράλογος μεν επί πλείστον αμνηστουμένης, αείποτε δε προσδοκώσης πεπειραμένους δακτύλους, ίνα διά της πρώτης αυτών κρούσεως εκπέμψη φθόγγους ηδίστους και εξαισίους υμνωδίας.
Το περί γλώσσης ζήτημα παρέρχομαι όλως άθικτον, αποκλίνων και αύθις πάσαν περί αυτού κενήν λογομαχίαν. Ερριζώθη εν εμοί και εσαρκώθη ως δόγμα, ως σύμβολον ορθοδοξίας, όταν πρόκηται περί ποιήσεως. Προέβη δε εις τοσούτον η προκατάληψις ώστε και αυτά τα ένδοξα αρχαία ελληνικά ονόματα ασυμβίβαστα θεωρώ προς την αρμονίαν του στίχου και γράφων τον Αθανάσιον Διάκον ουδαμού του ποιήματος εδυνήθην να εισαγάγω ούτε τας Θερμοπύλας ούτε τον Λεωνίδαν. Απ' εναντίας τα ονόματα των δημίων της Ελλάδος παρετήρησα ότι αφομοιούνται πληρέστατα και συγχωνεύονται μετά της δημοτικής ποιήσεως, είτε διότι ο χρόνος και η επιμιξία συνέτειναν εις τούτο, είτε διότι αι αντιθέσεις και οι ανταγωνισμοί υποκρύπτουσιν ανεπαίσθητα και αδιόρατα σημεία επαφής συντελούντα προς διάπλασιν των καλλιτεχνικών έργων.
Τι δε είπωμεν περί θεμάτων λαμβανομένων εξ αλλοτρίας ιστορίας, και τι περί της οικτράς εξελληνίσεως των ηρωικών της Δύσεως, ονομάτων όταν κακή τύχη εισαγώγιμα γίνωνται εις την ημετέραν ποίησιν! Αλλά περί τούτου κρινέτωσαν άλλοι ήττον εμού προκατειλημμένοι· εν τέλει δε θέλει δικάση το μέλλον. Το κατ' εμέ θέλω προσπαθήση, όσον αι δυνάμεις μοι το επιτρέπουσιν, είτε εισερχόμενος εις την καλύβην του ποιμένος, είτε διατρέχων τα όρη και τας θαλάσσας, είτε παρευρισκόμενος όπου δήποτε η χαρά ή ο πόνος εκβιάζει την εκδήλωσιν των αισθημάτων, να συλλέγω και βαθμηδόν να διασώζω τα πολύτιμα κειμήλια της δημοτικής γλώσσης, πεποιθώς ότι εν αυτή λανθάνει άφθονος ύλη εις γλωσσολογικάς μελέτας, και αυτός ο απόρρητος σύνδεσμος ο δεικνύων την γνησιότητα της καταγωγής, ο μαρτυρών ότι ο πέλεκυς της ξενοκρατίας ουδέποτε επέτυχε να καταστρέψη την ενότητα της ημετέρας φυλής, θαυμασίως διασωθείσης τη παντοδυνάμω συνάρσει της ορθοδόξου ημών πίστεως εν τω απεράντω χαρτοφυλακείω των εθνικών παραδόσεων.
ΣΗΜ. Ιστορικαί διασαφήσεις μετά τινων περί του λεκτικού παρατηρήσεων καταχωρίζονται εν τέλει εκάστου άσματος.
ΑΘΑΝΑΣΗΣ ΔΙΑΚΟΣ
ΑΣΜΑ ΠΡΩΤΟΝ
Η Π Α Ρ Α Μ Ο Ν Η.
»Αναίβα, Μήτρε, στου βουνού κατάκορφα τη ράχη,
Πάρε το μάτι ταητού και ταλαφιού το πόδι
Και την αγρύπνια του λαγού, και στήσε καραούλι.
Κι' αν 'δής χιλιάδαις τον εχθρό, άλογο και πεζούρα,
Με τον Κιοσέ Μεχμέτ πασά, τον ύπνο μη μου κόψης,
Στάσου, πολέμα μοναχός. Κι' αν 'δής μες το φυσσάτο
Να πηλαλάη τάλογο του Ομέρπασα Βριόνη,
Πέτα, ροβόλα, κράξε με… Σύρε με την ευχή μου.»
Άστραψε απ' άγρια χαρά το μέτωπο του κλέφτη,
Εβρόντησαν τα χαϊμαλιά, ανέμισε η φλοκάτη,
Έλαμψε ο Μήτρος μια στιγμή κ' εσβύστηκε σαν άστρο.
Ο Διάκος τον συντρόφεψε για λίγο με το μάτι
Κ' ύστερα πέφτει καταγής γονατιστός στην πέτρα.
»Αδέρφια παλληκάρια μου! Ελάτε ολόγυρά μου
Και γονατίσετε μ' εμέ. Ο κόσμος στη χαρά του
Είν' ανθοστόλιστη εκκλησιά, κ' εδώ μας παραστέκει
Εκείνος που την έχτισε, για να τον προσκυνούμε.»
Ήτανε νύχτα. Τα βουνά, η λαγκαδιαίς, τα δέντρα,
Η βρύσαις, τ' αγριολούλουδα, ο ουρανός, τ' αγέρι,
Στέκουν βουβά ν' ακούσουνε, την προσευχή του Διάκου.
»Όταν η μαύρ' η μάνα μου, εμπρός σε μιαν εικόνα,
Πλάστη μου, μ' εγονάτιζε με σταυρωτά τα χέρια,
Και μώλεγε να δεηθώ για κειούς που το χειμώνα
Σα λύκοι ετρέχαν στα βουνά, με χιόνια, μ' αγριοκαίρια
Για να μη ζούνε στο ζυγό, ένοιωθα τη φωνή μου
Να ξεψυχάη στα χείλη μου, εσπάραζε η καρδιά μου,
Μου ετρέμανε τα γόνατα, σαν νάθελε η ψυχή μου
Να φύγη με τη δέηση από τα σωθικά μου.»
«Ύστερα μώλεγε κρυφά να σου ζητώ τη χάρη
Να μ' αξιώσης μια φορά ένα σπαθί να ζώσω
Και να μην έρθη ο θάνατος να μ' εύρη, να με πάρη
Πριν πολεμήσω ελεύθερος, για σε πριν το ματώσω.
Πατέρα παντοδύναμε! Άκουσες την ευχή μου
Μου φύτεψες μες την καρδιά, αγάπη, πίστη, ελπίδα,
Έδωκες μιαν αχτίδα σου, αθέρα στο σπαθί μου
Και μούπες, τώρα πέθανε για με, για την πατρίδα.»
»Έτοιμος είμαι, Πλάστη μου! Λίγαις στιγμαίς ακόμα
Και σβυόνται τ' άστρα σου για με. Για με θα σκοτειδιάση
Τώμορφο γλυκοχάραμμα. Θα μου κλειστή το στόμα
Που εκελαδούσε στα βουνά, στη ρεμματιά, στη βρύση,
Θα μαραθούν τα πεύκα μου. Αραχνιασμέν' η λύρα
Που μούταν αδερφοποιτή κι' οπού με εμέ στη φτέρη
Αγκαλιασμένη επλάγιαζε, τώρα θα μείνη στείρα
Και 'ς τάψυχο κουφάρι της θα να βογγάη τ' αγέρι.»
»Όλα τ' αφίνω με χαρά, χωρίς ν' αναστενάξω.
Και τώχω περηφάνεια μου, που εδιάλεξες εμένα
Αυτήν την έρμη την πορειά με το κορμί να φράξω.
Ευχαριστώ σε, Πλάστη μου! Δε θα χαθούν σπαρμένα
Και δε θα μείνουν άκαρπα τ' άχαρα κόκκαλά μου.
Ευλόγησέ τηνε τη γη, οπού θα μ' αγκαλιάση
Και στοίχειωσε κάθε κλονί από τα χώματά μου
Να γένη αδιάβατο βουνό το μνήμα του Θανάση.»
»Θέ μου! Ξημέρωσέ τηνε την αυρινή τη μέρα!
Θα μας θυμάτ' η Αρβανιτιά και θα την τρώγ' η ζήλια.
Θα χλημητάνε τ' άλογα, θα καίνε τον αγέρα
Με τ' άγρια τα χνώτα τους Γκέγκικα καρυοφύλλια,
θα γενούν πάλαι τα Θερμιά, λαίμαργη καταβόθρα…
Χιλιάδαις ήρθαν θερισταί και χάρος οργοτόμος,
Μουγκρίζουν, φοβερίζουνε πως δε θα μείνη λώθρα
'Σ αυτήν τη δύστυχη τη γη, φωτιά, δρεπάνι, τρόμος»…
»Κ' εμείς θα πάμε με χαρά 'ς αυτόν τον καταρράχτη.
Επάνωθέ μας θάσαι συ, και τα πατήματά μας
Θα νάχουνε για στήριγμα τη φοβερή τη στάχτη
Πώμεινε σπίθ' ακοίμητη βαθειά στα σωθικά μας.
Δυνάμωσέ μας, Πλάστη μου! Για ν' ακουστή στη Δύση
Πως δεν απονεκρώθηκε και πως θ' ανθοβολήση
Τώρα με τα Μαγιάπριλα η δουλωμένη χώρα.
Ευλογημέν' η ώρα!»
Έσκυψ' ο Διάκος ως τη γη, έσφιξε με τα χείλη
Κ' εφίλησε γλυκά γλυκά το πατρικό του χώμα.
Έβραζε μέσα του η καρδιά, και στα ματόκλαδά του
Καθάριο, φωτοστόλιστο, ξεφύτρωσ' ένα δάκρυ…
Χαρά ’ς το χόρτο πώλαχε να πιη σε τέτοια βρύση!
Πλαγιάζει ο λειονταρόψυχος! Τα νειώτα, τη θωριά του
Τ' αστέρια βλέπουν με χαρά και κάπου κάπου αφίνουν
Κρυφά το θόλο τ' ουρανού για να διαβούν σιμά του.
Μοσχοβαλάει τριγύρω του και τον σφιχταγκαλιάζει
'Στον κόρφο της η άνοιξη, σαν νάτανε παιδί της.
Χαρούμενα τα λούλουδα φιλούν το μέτωπό του.
Χάνει με μιας την ασχημιά και την ταπεινοσύνη
Ο έρμος ο αζώηρος, η ποταπή η λαψάνα,
Γλυκαίνει το χαμαίδρυο, ’ς του χαμαιλειού τη ρίζα
Αποκοιμιέται ο θάνατος και το περιπλοκάδι
Που πάντα κρύβεται δειλό και τ' άπλερο κορμί του
Αλλού στηλόνει το φτωχό, δυναμωμένο τώρα
Τρελλό, περηφανεύεται και θέλει να κλαρώση
'Σ τ' ανδρειωμένο μέτωπο για ν' ακουστή πως ήταν
Στη φοβερή παραμονή μια τρίχ' απ' τα μαλλιά του.
Πλαγιάζει ο λειονταρόψυχος! Του ύπνου του η ώραις
Όσο κι' αν φύγουν γρήγορα, μεσότοιχο θα γένουν
Ν' αποστομώσουν το θολό, τ' αγριωμένο κύμα
Του χρόνου που μας έπνιξε. Μ' εκείνην τη ρανίδα
Πώσταξ' από τα μάτια του, θα ξεπλυθή η μαυράδα
Που ελαίρονε της μοίρας μας το νεκρικό δεφτέρι.
Ο Διάκος στο κρεββάτι του, ζωσμένος τη φλοκάτη
Σαν αητός μες τη φωλειά, ολάκερο ένα γένος
Έκλωθ' εκείνην τη βραδειά. Όταν προβάλ' η μέρα
Θα νάβγουν τ' αητόπουλα με τροχισμένα νύχια
Με θεριεμμένα τα φτερά ν' αρχίσουν το κυνήγι…
Πλάστη μεγαλοδύναμε! Αξίωσέ μας όλους
Πριν μας σκεπάση η μαύρη γη, ΄ς τα δουλωμένα πλάγια
Να κοιμηθούμε μια νυχτιά τον ύπνο του Θανάση!
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
«Κι' αν' δης χιλιάδαις τον εχθρό, άλογο και πεζούρα» σ.55
Άλογο. Ενικώς, έχει ως και παρά τοις αρχαίοις η ίππος περιληπτικήν σημασίαν, ιππικόν. Εκφέρεται δε και πληθυντικώς άλογα, αλλά τότε προστίθεται το πολλά, ολίγα, ή προσδιορίζεται ο αριθμός, εν ω διά του πρώτου χαρακτηρίζεται το είδος των μαχητών.
» Να πηλαλάη τάλογο του Ομέρπασα Βριόνη » σ. 55.
Πηλαλάει. Όταν ο ίππος οιστρηλατήται χρεμετίζων και ορθούμενος.
»Έδωκες μιαν αχτίδα σου αθέρα στο σπαθί μου » σ. 57.
Αθέρας. Κυρίως ο αθήρ του στάχυος, καθόλου δε το ακρότατον, το λεπτότατον, το εκλεκτότατον. Επί κοπτερών όπλων το ακρότατον της ακμής του ξίφους. Τα ανώτατα στρώματα της θαλάσσης όθεν και Αθερίνα είδος μικροτάτου ιχθύος διαιτωμένου εν τω αφρώ του πελάγους.
»Αραχνιασμέν' η λύρα.» σ. 57.
Λύρα. Η πιστή ακόλουθος του κλέφτου ραψωδού, απετέλει μέρος της πολεμικής αυτού συσκευής, ήτο δε το όργανον δι' ου ετονίζοντο τα ηρωικά ημών άσματα.
»Αυτήν την έρμη την πορειά.» σ. 58.
Πορειά. Στενή δίοδος, το μέρος περιπεφραγμένου τινος τόπου όπερ μένει ανοικτόν, και όχι τα παρά τη μονή της Δαμάστας Ποριά ων ποιείται μνείαν ο Κύριος Τρικούπης εν σελίδι 263 της Ιστορίας του, ούτως επονομασθέντα διότι ίσως υπάρχει εκεί και πλεονάζει το είδος του λίθου όπερ καλείται Πωρί. Πωρί καλείται επίσης πάσα λιθοειδής υπόστασις προσαπτομένη τοις ένδον αγγείου, οχετού τινος ή υδραγωγείου.
»Τ' άχαρα κόκκαλά μου.» σ. 58.
Άχαρα. Σημαίνει ενταύθα οικτιρμόν, ταλανισμόν ως και το φτωχός και το δύστυχος και τα παραπλήσια. Ως εκφαυλιστικόν δε συνεκφέρεται συνήθως μετ' άλλης επεξηγητικής λέξεως ως π.χ. άχαρος και κακόμοιρος.»
Με τ' άγρια τα χνώτα τους Γκέγκικα καρυοφύλλια. σ.58
ο Κύριος Κωνσταντίνος Σάθας, έν τινι αξιολόγω πονηματίω επιγραφομένω «Η κατά τον ΙΖ'. αιώνα επανάστασις της ελληνικής φυλής» διατείνεται εν Σελ. 14 ότι το γνωστόν Καρυοφύλλι ωνομάσθη ούτω από του εν Βενετία, οπλοποιοϋ Carlo figlio (Καρόλου υιού)· Περίεργος μα την αλήθειαν η ανακάλυψις αλλ' ουδόλως ευάρεστος. Τολμώ μάλιστα να είπω προς τον φίλον, ότι απαγορεύεται οιωδήποτε η διά τοιούτων ερευνών καταστροφή των θελκτικών μύθων, δι' ων ετράφημεν, εκτός όταν πρόκηται να βασιλεύση επωφελής τις αλήθεια. Πού τώρα τα ποιητικώτατα και βαρύβρομα καρυοφύλλια και πού τα πεζώτατα και άφωνα και παράχορδα Καρλοφίλια! Εκ μιας το διαβόητον αιθαλόεν όπλον των πατέρων μετεσχηματίσθη εις ευτελή σιδηρούν σωλήνα χαλκευθέντα εν Βενετία. Αύριον ίσως ο Κύριος Σάθας διανοείται να μας είπη πόθεν παράγεται και το μιλλιώνι και το αρμούτι, και σπεύδω ν' αναχαιτίσω ει δυνατόν την ακάθεκτον περί τα τοιαύτα ορμήν του. Το κατ' εμέ βεβαίως δεν θέλω στρέψη συμπαθές βλέμμα προς το νέον βάπτισμα του αρματωλικού πυροβόλου, ουδέ στέργω να παραδεχθώ την αγενή καταγωγήν. Απ' εναντίας επιμένω πιστεύων ότι τα περιφανή όπλα ωνομάσθησαν ούτω, διότι έφερον κεχαραγμένον εν κυκλοειδεί ζώνη, το ομώνυμον εύοσμον φυτόν, όπερ καλούμεν Καρυοφύλλι.
Όταν παρά τινος τυμβωρύχου φιλολόγου ανεκαλύφθη και προέκυψεν ότι τα ποιήματα του Όσσιαν δεν ήσαν ειμή πλαστογραφίαι του Μακφερσώνος, διεσκεδάσθησαν δε εκ μιας ωσεί καπνός τα ιδανικά αυτών θέλγητρα, απερίγραπτος λύπη κατέλαβε πολλούς εκείνων, οίτινες είχον συνηθίσει να πιστεύωσιν εις την ύπαρξιν του Βάρδου πολεμιστού. Αν δε η μνήμη δεν με λανθάνη, ο μέγας Chateaubriant εθεώρησε την ανακάλυψιν αληθές δυστύχημα. Προτρέπω κ' εγώ τον φίλον Κύριον Σάθαν να μη επιζητή τοιαύτα, διότι αυτός πρώτος βλάπτεται εκ του μαρασμού των ανθέων της δημοτικής ποιήσεως.
»Και χάρος οργοτόμος.» σ. 58.
Οργοτόμος ο διευθύνων τους θεριστάς και εν γένει εν ταις αγροτικαίς εργασίαις, ο προπορευόμενος σκαπανεύς, ο χαράττων την γραμμήν ήτις τίθεται ως όριον εις τας γινομένας ανασκαφάς. Όργος ή οργός ο ανορυττόμενος αύλαξ, αυτή η γραμμή.
»Πως δε θα μείνη λώθρα.» σ. 58.
Λώθραι, τα αποκοπτόμενα οξέα μέρη των ήλων δι' ων προσηλούνταν τα πέταλα τη οπλή των ίππων. Όθεν λωθροκόβεται επί ζώου συγκρούοντος ένεκεν ελαττωματικού τινος βηματισμού, και τιτρώσκοντος τους αστραγάλους (κοινώς τα πουλάκια) εάν εξ ολιγωρίας, τα σιδερά ταύτα κέντρα μη αποκοπώσι. Μεταφορικώς, λώθρα, παν ό,τι ελάχιστον ευκαταφρόνητον, ουδεμιάς αξίας. Όθεν Να μη μείνη λώθρα κατάρα εμφαίνουσα εξόντωσιν, καταστροφήν και όλεθρον μέχρι και αυτών των ευτελεστέρων περιτριμμάτων του οίκου.
»'Σ αυτόν τον καταρράχτη.» σ. 58.
Καταρράχτης, ως και παρά τοις αρχαίοις σημαίνει μέγαν όγκον υδάτων κρημνιζομένων από αποτόμου βράχου. Αλλά καταρράχτης και η καταπακτή θύρα. Όταν δε επί τινων ευρέων παραθύρων συνήθως εν χρήσει παρά τοις εργαστηρίοις των καπήλων και καλουμένων προβολών εφαρμόζεται ο καταρράχτης τότε καλείται καταπρόβολον.
»Θα νάχουνε για στήριγμα.»σ. 58.
Το στηρίζω και υποστηρίζω εύχρηστα παρά τω λαώ ως εν τη κοινοτάτη φράσει «το θέλω και το υποστηρίζω» αλλά το στήριγμα σπανίως ακούεται και μόνον εκ στόματος των γραμματισμένων· νομίζω επομένως συγγνωστήν την χρήσιν εν τη παρούση περιπτώσει, καθόσον ο Διάκος υπηρετήσας εν τη εκκλησία πολλάκις αναμφιβόλως εξεφώνησε την λέξιν. Παρά τω Ελληνικώ λαώ συνήθως η ιδέα της ενισχύσεως, της υποστηρίξεως, δηλούται διά τοιούτων φράσεων αίτινες δεν αναφέρονται εις την εδραίαν και ασφαλή των ποδών στάσιν. Ούτω, λόγου χάριν, έχει καλά πλευρά, τον επλεύρωσε. Επικρατεστέρα δε όσα εμφαίνουσι περιφρούρησιν της κεφαλής, εννοείται μεταφορικώς, ως ο ίσκιος «Καλό δένδρο τον ισκιάζει», τουτέστι έχει τις ισχυρόν προστάτην. «Να ζήσω στον ίσκιο σου» και τα τοιαύτα. Αλλά και το κέραμος (κεραμίδι) χρησιμεύει πολλάκις εις ωραίας μεταφοράς. Ούτω περί βασιλέως ήκουσα, » Ο Βασιλειάς είναι στη σκέπη (του οίκου) κεραμίδι» Και κεραμόνω προφυλάττω, σκέπω τινά ή τι. Κλάδος δένδρου επισκιάζων την οδόν, «κεραμόνει το δρόμο.» Και, «όπου κεραμόνει τ' α όσκιο,» σημαίνει την γραμμήν όπου φθάνει η σκιά των ορέων όταν ο ήλιος, κλίνη προς την δύσιν.
Ο έρμος ο αζώηρος. σ. 60.
Αζώηρος ο ανάγυρος ή αναγύρις των αρχαίων. Anagyris foetida. Θάμνος δυσώδης εκ της οικογενείας των oσπριοειδών. Κατέχει θέσιν ευτελεστάτην εν τη κοινωνία των φυτών. Η αποφορά αυτού διαδίδεται και διά της ελαφροτέρας επαφής. Όθεν το των αρχαίων, «Μη κινείν τον ανάγυρον» και το δημώδες, «Μην ξυπνάς τον αζώηρο ή μην ανακατόνης τον αζώηρο. Λέγεται και αζωήρι. Ήκουσα δε προφερόμενον και οζώηρον και τότε δεν είναι απίθανον ρίζα αυτού να ήναι το Όζω. Εν χρήσει παρά τω λαώ προς θεραπείαν του κατά την εαρινήν ώραν μαστίζοντος τα ποίμνια των προβάτων και τας αγέλας των βοών θανατηφόρου τυμπανίτου, προερχομένου εκ της βοσκής χόρτων τινων αναπτυσσόντων αέρια πολλά κατά την πέψιν. Εν τοιαύτη περιπτώσει οι ποιμένες, ημών λαμβάνουσι τα φύλλα του αναγύρου και δι' αυτών εντρίβουσι τον οισοφάγον, τον ουρανίσκον, την γλώσσαν του πάσχοντος ζώου μέχρις ου επέρχονται εκκενώσεις και εμετός, δι ων συνήθως οιωνίζεται η προσεχής παύσις του κακού. Την θαυμασίαν ενέργειαν του φαρμάκου τούτου είδον αυτός εγώ επί βαρυτίμου αγελάδος, αγγλικού γένους, αιφνιδίως προσβληθείσης υπό της νόσου αφού επί στιγμάς τινας είχε φάγει μετά λαιμαργίας τρίφυλλον κάθυγρον εκ της πρωινής δρόσου.
Κατά τους τελευταίους χρόνους μεγάλαι εγένοντο εν Ευρώπη προσπάθειαι προς εύρεσιν δραστηρίου αντιφαρμάκου κατά νοσήματος επιφέροντος πολλάκις φθοράν μεγάλην εις τα πλούσια κατ' εξοχήν της Ελβετίας ποίμνια. Η παρακέντησις εις ην προσέδραμον πολλάκις οι ποιμένες ήτο μέσον λίαν επικίνδυνον και μετά πολλά και παντοία πειράματα θεωρείται σήμερον ως κατάλληλος η υγρά αμμωνιακή (ammoniaca liquida), αλλ' εγώ εύρον αυτήν ανωφελή. Ευχής έργον επομένως θα ήτο αν o περιφρονημένος Aζώηρος απεδεικνύετο ειδικόν φάρμακον, καθ' όσον απροσδοκήτως ήθελεν αναβιβασθή εις υψηλοτάτην περιωπήν εν χώραις όπου η κτηνοκομία φέρει πλούτον μέγαν.
»Η ποταπή η λαψάνα.» σ. 60.
Λαψάνα ως και παρά τοις αρχαίοις. Lapsana stellata. Ποταπή δε διά το ταπεινόν και χαμαίζηλον αυτής.
»Γλυκαίνει το χαμαίδρυο. » σ. 60.
Χαμαίδρυο ως και παρά τοις αρχαίοις. Teucrium Chamaedrys. Πικρότατον· εν χρήσει δε προς ίασιν στομαχικών νοσημάτων.
»Στου χαμαιλειού τη ρίζα»… σ. 60.
Χαμαιλειός ο χαμαιλέων των αρχαίων. Carlina Acaulis, ανήκει εις την οικογένειαν των κυναροκεφάλων. Η ρίζα, φυματώδης, επιμήκης, πλήρης οπού λευκού, όστις εκτιθέμενος εις τον αέρα πηγνύεται και γίνεται μελανόχρους. Είναι δηλητήριον δριμύ και θανατηφόρον. Η γεύσις της ρίζας υπόγλυκος, έχει αποφοράν βαρείαν ως την του κωνίου. Εκ του καρπού ή της κυνάρας αυτού εξάγεται ο ιξός. Πρό τινων ετών ολόκληρος οικογένεια εκ του χωρίου Σύβρου, περιλαμβανομένου, σήμερον εις τον δήμον Ευγηραίων, απατηθείσα, εκ της ευαρέστου γεύσεως της ρίζης, απώλετο εν τη πατρίδι μου. Τα φύλλα αυτού ακανθώδη ποικιλόχροα, όθεν βεβαίως και το όνομα.
Και το περιπλοκάδι
Που πάντα κρύβεται δειλό, και τ' άπλερο κορμί του
Αλλού στηλόνει το φτωχό… σ. 60.
Περιπλοκάδι. Χαριέστατον φυτόν διά των λεπτοτάτων αυτού νεύρων περιπλεκόμενον εις τα στελέχη των παρ' αυτώ φυομένων θάμνων. Ευρίσκεται πάντοτε κεκρυμμένον εν ταις αιμασιαίς. Άπλερο δε ένεκεν της ευλυγιστίας και της αδυναμίας αυτού, τουτέστι μη πλήρες. Αντίθετον του άπλερος είναι το μεστός, σταλωμένος. Άπλερα λέγονται επίσης και ζώα ή πτηνά γεννώμενα προ καιρού και τότε είναι συνώνυμον του Απασπάλωτα τουτέστι έχοντα σώμα άμορφον.
ΑΘΑΝΑΣΗΣ ΔΙΑΚΟΣ
ΑΣΜΑ ΔΕΥΤΕΡΟΝ
Ο I Τ Ρ Ε Ι Σ. ΔΙΑΚΟΣ, ΠΑΝΟΥΡΙΑΣ, ΔΥΟΒΟΥΝΙΩΤΗΣ.
— Διάκε, χαρά ’ς τον ύπνο σου!
— Καλώς το Δυοβουνιώτη,
Καλή σου μέρα, Πανουριά.. Μη με προπήρ' η ώρα;
Εξέχασα, εγελάστηκα, γλυκά κρυφομιλώντας
Αδέρφια, με τη μάνα μου πούρθε να μ' εύρη απόψε.
— Θανάση, αν δε σου ζήλεψα τα νειώτα, την ανδριά σου,
Τ' άρματα τ' αξετίμωτα, το μάτι, το τραγούδι,
Ζηλεύω αυτήν τη ξαστεριά πώχει το μέτωπό σου!
Έστησε ’ς το κατώφλι μας το νεκροκρέββατό του
Ο Χάρος και μας καρτερεί. Ξήπλεγαις, τρομασμέναις
Μανάδαις αναρίθμηταις με κουφωμένα στήθια
Φεύγουν ’ς τα πλάγια να κρυφτούν με τα βυζασταρούδια.
Τα όρνια εμυριστήκανε το σκοτωμό που θάρθη
Και γρούζουν ανυπόμονα τροχίζοντας τα νύχια,
Και συ, κοιμάσαι σαν αρνί!… Θανάση, σε ζηλεύω!..
— Δεν έχω πέτρινη ψυχή. Του κόσμου τη λαχτάρα
Μέσα στη φλέβα της καρδιάς σα σίδερο λυωμένο
Τη νοιώθω π' αναδεύεται και με σαρακοτρώγει.
Συχώρεσέ με, Πανουριά. Πρώτη φοράν απόψε
Αφ' ότου ζώνω τ' άρματα μ' εξάφνισε τ' Αστέρι.
Μη μώχετε βαρύγνωμο. Ποιος ξέρει μην η μοίρα,
Αδέρφια, μ' αποκοίμισε για να με συνειθίση
'Σ του τάφου το τρισκόταδο. Εγώ κι' ο γέρο Χάρος
Εψές λογαριαστήκαμε, και ’ς το κατάστιχό του
Ένα μικρό καταιβατό μένει άγραφο για μένα.
Γνοιαστήτ' εσείς τους ζωντανούς. Εγώ θα πολεμήσω
Για τα παληά μας κόκκαλα. Στη φλόγα του πολέμου,
Σα μέσα 'ς ένα θυμιατό, θα ρίξω το κορμί μου
Να γένω νεκρολίβανο ’ς το φοβερό τρισάγιο.
— Μην τα ξεσυνερίζεσαι του Πανουριά τα λόγια.
Θυμήσου, Διάκε, μοναχά πως άδειασεν η φλέβα
Του δύστυχου του γένους μας, και μια ρανίδα τώρα,
Αν στάξη από το αίμα μας ’ς τη γη χωρίς ελπίδα,
Αντί νάναι μνημόσυνο, μπορεί νάναι κατάρα.
Ξέρω τι κρύβεις 'ς την καρδιά, γνωρίζω τι θα κάμης….
— Ποιος μ' εμαρτύρησε 'ς εσάς;
— Κανένας, μη θυμόνης…
Είδα κ' εγώ τη μάνα σου απόψε ’ς τώνειρό μου
Και μούπε νάρθω να σ' ευρώ και να σού 'πώ, Θανάση,
Που αν χαλαστούμε σήμερα, θα να δειλιάση ο κόσμος
Και θα χουμήση η Αρβανιτιά πυκνή σαν την ακρίδα,
Και τάλογο του Ομέρπασα ποιος θα τ' αποστομώση;
— Ο γυιός του Ανδρούτζου 'ς τη Γραβιά!!…
Τι θέλεις, Δυοβουνιώτη;
Να πάη το Γοργοπόταμο, θολό κ' εντροπιασμένο
Να 'πή στην άγρια θάλασσα, πως δεν ευρέθηκ' ένας
Τα ξακουσμένα του νερά, με δύο ρανίδαις αίμα
'Σ αυτό το πρώτο βάφτιμα, ν' αγιάση να μυρώση;
Κ' η θάλασσα μουγκρίζοντας να τρέξη ’ς ' ακρογιάλια,
Σα φοβερός διαλαλητής, κι' Ανατολή και Δύση
Να μάθουν πώς γηορτάζομε τη νεκρανάστασή μας;…
Νάναι ο Βριόνης στα Θερμιά και να μην εύρη εμπρός του
Δέκα κουφάρια ξαπλωτά για να σκοντάψη επάνω!
Να μη βαφή το πέταλο στου αλόγου του το νύχι!…
Αδέρφια, ταποφάσισα και μοναχός αν μείνω,
Θ' απλώσω οργυιά τα χέρια μου, τα πόδια θα ριζώσω,
Κι' αν δε με ξεχωνιάσουνε κι' αν δε με κατακόψουν,
Δε θα με διώξουν απεκεί, δε θα μου ιδούν τη φτέρνα.
Και συ τι λέγεις, Πανουριά;
— Μ' εθάμπωσε η αχτίδα,
Παστράφτει από τα μάτια σου. Τριγύρω 'ς τα μαλλιά σου
Παίζει το γλυκοχάραμμα. Μου φαίνεσαι μεγάλος,
Ψηλός ωσάν τον Όλυμπο και στέκω και προσμένω
Εμπρός σου ακίνητος, βουβός, Διάκε, να ιδώ τον ήλιο,
Πώραν την ώρα θα προβή απ' τ' αντικέφαλό σου.
— Τί λόγος, γέρο Πανουριά, τι φοβερή βλαστήμια
Ξαγλίστρησ' απ' τα χείλη σου! Αυτό το φως που βλέπεις
Ας μη το σκοτειδιάσωμε… Εσύ στη Χαλκομμάτα
Σύρε να ρίξης θέμελο. Στείλε τον Παπαντρία
Να πάη στου Μουσταφάμπεη με τον Κομνά τον Τράκα.
Και πριν αρχήση ο πόλεμος, θυμήσου, ο Ησαΐας
Να βγη ψηλά 'ς το ξέφαντο κ' εκείθε να κηρύξη
Το φοβερόν τον όρκο μας, για να γνωρίση ο κόσμος
Ότι το ράσο του παπά κ' η μίτρα του Δεσπότη
θα γένουν Χάρου φλάμπουρο και σκιάχτρο και σκοτάδι
Και κατασάρκι μελανό στην Άγια Τράπεζά μας,
Όσο σ' αυτά τα χώματα δαφνοστεφανωμένη
Η Βουλωμένη εκκλησιά το μέτωπο δε δείξη.
— Δεν είμαι, Διάκε, Πανουριάς, νάμαι γυναίκα χήρα
Και να με πνίξη το ψωμί που εφάγαμε ’ς τα πλάγια
Αν λησμονήσω σήμερα το βάφτισμα, τον όρκο.
— Εσύ το Γοργοπόταμο θα πιάσης, Δυοβουνιώτη,
Και πολεμώντας τον εχθρό λησμόνησε πως έχεις
Κλεισμένο μες τα Γιάννινα το Γεώργο, το παιδί σου.
Βλέπε το ρέμμα του νερού, κάμε το ν' αρμυρίση
Με δάκρυ της Αρβανιτιάς. Στείλε το ματωμένο
Στα μακρυνά τ' αδέρφια μας τον τρύγο σου να φέρη
Ωσάν πρωτόλουβον καρπό, μαζύ με τώνομά σου.
Ο Βακογιάννης στα ριζά, και πλεύρα ’ς το γεφύρι
Της Αλαμάνας, Πανουριά, θα στήσω τον Καλύβα.
Εις τη Δαμάστα μένω εγώ, σας το ζητώ για χάρη,
Κι' όταν αρχίσουνε… Σιωπή!… μου κάστηκε πως είδα
Σαν έναν ίσκιο να διαβή… Εσ' είσαι, μωρέ Μήτρε;
— Εγώμαι, καπετάνε μου.
— Πατείς βουβά τη νύχτα
Και δε σ' εγνώρισα με μιας. Με δίκηο νυχτοπούλι
Σε κράζουν οι συντρόφοι μας. Τι φέρνεις παλληκάρι;
— Εκίνησε ο Ομέρπασας από το Λιανοκλάδι.
— Πέτα, ροβόλα, Πανουριά… Στάρματα, Δυοβουνιώτη…
Χριστός ανέστη αδέρφια μου! Καλώς ν' ανταμωθούμε
Απόψε πάλε νικηταί. Κι' αν δε με μεταϊδήτε,
Δεν θέλω να με κλάψετε, θέλω σαν πολεμάτε
Την πρώτη σας την τουφεκιά, το πρώτο σας το βόλι
Για μένα να το ρίχνετε, για την ψυχή του Διάκου.
Εφιληθήκανε και οι τρεις. Τα χείλη του Θανάση
Ελουλουδίζανε χαρά, σπιθοβολούν τα μάτια.
Στο κρυό ταγέρι του βουνού καπνίζει ο ανασασμός του,
Λες ότι από το στόμα του ορμούν και ξεθυμαίνουν
Σαν από βράχου σχισματιά η ακοίμηταις η φλόγαις,
Όπου κρυφόβραζαν βαθειά ’ς του γένους μας τα σπλάχνα.
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ.
Πανουριάς και Πανουργιάς Ξηροτύρης το επώνυμον. Άδεται ότι ο ανάδοχος αυτού, κελεύσαντος του ιερέως ίνα προσκαλέση το νήπιον, εν ω ετελείτο το βάπτισμα, απήντησε, Πανώρηα, ως εάν το βαπτιζόμενον ήτο θήλυ. Άλλα νοήσας παραχρήμα το λάθος μετέτρεψε το όνομα αυθαιρέτως εις το Πανουριάς.
Εγεννήθη περί τα 1759 εις Ντρέμισαν της Παρνασσίδος και έζησε μέχρι τινος βίον ποιμαντικόν. Ύστερον συνεστράτευσε μετά του Ανδρούτζου και του Καλλιακούδα. Εν έτει δε 1817 πορευθείς εις Ιωάννινα, προσεκύνησε τω Αλή, και περί τα 1820 διωρίσθη αρματωλός Παρνασσίδος. Ήτο πελώριος το σώμα, απλοϊκός και υπέρ το δέον ευτράπελος, (Όρα Φιλήμονος. Ιστορ. δοκ. Τόμος 3. Σελ. 68).
Δυοβουνιώτης Ιωάννης, εκ Δύο Βουνών της Φθιώτιδος. Υπηρέτησεν υπό τον Καλλιακούδαν, υπήρξε συνοπαδός του Αλεξίου Καλογήρου και εύρεν αυτόν η επανάστασις αρματωλόν Σαλόνων. (Όρα Φιλήμονος Ιστορ. Δοκ. 3. Σελίς 88).
Μ' εξάφνισε τ' Αστέρι, σ. 74.
Αστέρι. Όταν εκφέρεται ενικώς είναι ταυτόσημον του Αυγερινού Εωσφόρου, Η Ανατολή αυτού ήτο παρά τοις ορεσιβίοις μαχηταίς η συνήθης ώρα της εκ του ύπνου ανεγέρσεως.
Ο γυιός του Ανδρούτζου στη Γραβιά, σελ. 75.
Η εις το Χάνι της Γραβιάς πολύκροτος μάχη του Οδυσσέως έλαβε χώραν εις εποχήν μεταγενεστέραν, κατά την 8 Μαΐου. Προφητικώς επομένως αναγγέλλει ο Διάκος το κατόρθωμα εκείνο, ωσανεί πρααισθανόμενος ότι αδύνατον ήτο ο υιός του Ανδρούτζου να μη νικήση καταλαμβάνων την Γραβιάν, τας δευτέρας ταύτας της Ελλάδος Θερμοπύλας.
»Κι' αν δε με ξεχωνιάσουνε.» σ. 76.
Ξεχωνιάζω, ξεχώνιασμα. Η βαθεία ανασκαφή ακαλλιεργήτου εδάφους.
»Θυμήσου ο Ησαΐας.» σ. 77.
Ησαΐας. Υιός του ιερέως Παπαστάθη εκ Δεσφίνης της Παρνασσίδος. Εγεννήθη περί τα 1779, εσπούδασεν εν τη σχολή των Σαλόνων, διευθυνομένη υπό του ιερομονάχου Γερασίμου Λύτζικα. Δεκαοκταετής εισήλθεν εις την εν Δεσφίνη μονήν του Προδρόμου και περί τα 1818, εχειροτονήθη επίσκοπος Σαλόνων. Ήτο δε λόγιος, έγραψεν εκκλησιαστικούς λόγους σωζομένους ανεκδότους και χρονολογίαν τινα της Ρούμελης απολεσθείσαν. Υπήρξεν ο αείμνηστος είς των θερμοτέρων αγωνιστών κατά τον βραχύτατον αυτού πολεμικόν βίον και εφονεύθη μετά του Παπαγιάννη εν Χαλκομμάτα προτιμήσας τον θάνατον της φυγής.
Ευτυχώς διεσώθη και εδημοσιεύθη εν τη αξιολόγω συλλογή του Κυρίου Γ. Π. Αγγελοπούλου (τα κατά τον αοίδιμον πρωταθλητήν του ιερού των Ελλήνων αγώνος Πατριάρχην Κωνσταντινουπόλεως Γρηγόριον τον έ. Αθήναις 1865) επιστολή του αρχηγού της ορθοδόξου Ανατολικής εκκλησίας προς τον Ησαΐαν, ην ευχαρίστως αντιγράφω προς επικόσμησιν των σημειώσεών μου. Εκ ταύτης προκύπτει εναργώς η υπέρ της εθνικής αναγεννήσεως διαπρύσιος μέριμνα του μεγάλου Πατριάρχου· εξαφανίζονται δε αι στυγεραί συκοφαντίαι, αίτινες εξυφάνθησαν κατά της διαγωγής του Γρηγορίου, προς αιωνίαν τιμήν του ανωτέρου ημών κλήρου και προς καταισχύνην και όνειδος των κατηγόρων.
ΤΩ ΕΠΙΣΚΟΠΩ ΣΑΛΟΝΩΝ.
Θεοφιλέστατε επίσκοπε και αδελφέ Ησαΐα
ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ κτλ.
Αμφοτέρας τας τιμίας επιστολάς διά του αγαθού πατριώτου καπετάνου Φούντα Γαλαξειδιώτου ασφαλώς εδεξάμην και των εν αυταίς τιμίων σου λόγων έγνων.
Εχεμυθίας, αδελφέ, μεγίστη χρεία και προφύλαξις περί παν διάβημα, οι γαρ χρόνοι πονηροί εισι και εν τοις φιλοπατριώταις έστι και μοχθηρών ζύμη, αφ' ης, ως ψωραλέου προβάτου, φυλάττεσθε. Κακόν γάρ πολλοί μηχανώνται διά το της φιλοπλουτίας έγκλημα.
Διό την αγαθήν εξελέξω μερίδα κοινολογών μοι, εμπιστευμένοις πατριώταις, τα εχεμυθίας δεόμενα. Οι Γαλαξειδιώται οις συνεχώς επιστέλλεις μοι, πεφροντισμένως ενεργούσι, και αφ' ων έγνων αδύνατον αντί παντός τιμίου ούδ' ελάχιστον λόγον έρκος οδόντων φυγείν· ου μόνον τα σα, αλλά και τα των εν Μωρέα αδελφών γράμματα κομίζουσί μοι.
Η του Παπανδρέου πράξις πατριωτική μεν τοις γινώσκουσι τα μύχια, κατακρίνουσι δε οι μη ειδότες τον άνδρα. Κρύφα υπερασπίζου αυτόν, εν φανερώ δ' άγνοιαν υποκρίνου, έστι δ' ότε κ' επίκρινε τοις θεοσεβέσιν αδελφοίς και αλλοφύλοις ιδία Πράυνον τον Βεζύρην λόγοις και υποσχέσεσιν, αλλά μη παραδοθήτω εις λέοντος στόμα.
Άσπασαι συν ταις εμαίς ευχαίς τους ανδρείους αδελφούς, προτρέπων εις κρυψίνοιαν διά τον φόβον των Ιουδαίων. Ανδρωθήτωσαν ως περ λέοντες και η ευλογία του Κυρίου κρατυνεί αυτούς, εγγύς δε εστί το του Σωτήρος πάσχα.
Αι ευχαί της εμής μετριότητος επί της κεφαλής σου, αδελφέ μου
Ησαΐα. Γεώργει ακαμάτως και όλβια γεωργία δώσει σοι ο Πανύψιστος.
Κωνσταντινουπόλει 28 Δεκεμβρίου 1820.
ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ
»Και σκιάχτρο και σκοτάδι.» σ. 77.
Σκιάχτρα. Κυρίως τα φόβητρα διά ων εκφοβίζουσιν οι γεωργοί τα πτηνά όταν επιπίπτωσι φθοροποιά και πειναλέα.
»Και κατασάρκι μελανό.» σ. 77.
Κατασάρκι. Το κατά την εγκαινίασιν της αγίας Τραπέζης πρώτον επιτιθέμενον αυτή ύφασμα.
»Και να με πνίξη το ψωμί.» σ. 77.
Κατάρα συνηθεστάτη ριπτομένη συνήθως κατα προδότου, ή αγνώμονος. «Θα σηκωθή το ψωμί που σώδωκα και θα σε πνίξη,» Απευθύνεται προς τους λησμονούντας ταχέως τας χάριτας και τας περιθάλψεις.
»Ωσάν πρωτόλουβον καρπό.» σ. 78.
Πρωτόλουβος καρπός. Ο πρώτος ωριμάζων. Λέγεται και πρωτολάτης.
Με δίκηο νυχτοπούλι.» σ. 78.
Τα νυκτερινά πτηνά καίτοι μεγάλας έχοντα πτέρυγας διέρχονται εν τη σκοτία αψοφητί. Αντί νυχτοπούλι έγραψα απ' αρχής γιδοβύζι καθόσον τούτο περιφέρεται κυρίως περί το λυκαυγές και διά πολλών ελιγμών και μετά πολλής ταχύτητος διώκει τα έντομα χωρίς ν' ακούεται ουδόλως το πτερύγισμά του. Αλλά αντικατέστησα γενικωτέραν έκφρασιν προς το ευπρεπέστερον. Πιστεύεται υπό του λαού ότι το γιδοβύζι προβαίνει λάθρα μέχρι των μαστών της αιγός και υποκλέπτει το γάλα θηλάζον. Εκ της ιδέας ταύτης προήλθε και το όνομα αναντιρρήτως. Το αυτό τούτο νυκτερόβιον πτηνόν κοινώς ονομάζεται και ιταλιστί tetta-vacche, όπερ μεθερμηνευόμενον εν τη δημοτική γλώσση ήθελεν αντιστοιχεί προς το γελαδοβύζι. Φαίνεται επομένως ότι η αυτή πρόληψις υπάρχει και παρά τω συγγενεί Ιταλικώ λαώ πλην ότι αντί της αιγός τίθεται η αγελάς. Αποβαίνουσιν εις εμέ λίαν ευάρεστοι αι συναντήσεις αύται και παρέχουσιν αντικείμενον εις εθνολογικάς ερεύνας. Επειδή δε το γιδοδύζι πλανάται συνήθως πέριξ των μερών όπου αγελάζονται τα ποίμνια, ίσως προς αφθονωτέραν άγραν ζωαρίων γεννωμένων εν ταις μάνδραις, βεβαίως προήλθεν ο περί αυτού θρυλλούμενος μύθος εκ της περιστάσεως ταύτης.
ΑΘΑΝΑΣΗΣ ΔΙΑΚΟΣ
ΑΣΜΑ ΤΡΙΤΟΝ
ΕΙΚΟΣΤΗ ΤΡΙΤΗ ΑΠΡΙΛΙΟΥ
Μνήμη τον Αγίου και Ενδόξου Μεγαλομάρτυρος
ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΤΟΥ ΤΡΟΠΑΙΟΦΟΡΟΥ.
Λαλούν η πέρδικες, γλυκά κι' ο ήλιος ’ς τη χαρά του
Απλόνει μιαν αχτίδα του και ψηλαφίζει ο κλέφτης
Τα παρδαλά τα στήθια τους κι' αυταίς αναγαλλιάζουν.
Κατάκορφα ’ς τον ουρανό πετιέται κι' ο πετρίτης
Ταητού πρωτοπαλλήκαρο, να βάψη τα φτερούγια
Μες ’ς τον αθέρα της αυγής πριν έβγη ’ς την παγάνα.
Πλένουν τα φύλλα στη δροσιά χαρούμενα ταρείκη,
Και ’ς το ελαφρό το φύσημα του αγέρα που διαβαίνει
Συναπαντούσε φιλικά με τον ανασασμό του
Το θρούμπι, την αληφασκιά, το σφελαχτό, η μυρτούλα.
Δακρύζουνε τ' απάρθενα τα χιόνια ’ς το λιοπύρι,
Ακούοντ' η νεροσυρμαίς από εγκρεμό σε βράχο
Να παραδέρνουνε γοργά και λες με τη γαργάρα
Πανάκραζαν την κλεφτουριά και την αποζητούσαν.
Εκυματίζαν τα σπαρτά, χαρά του ζευγολάτη,
Και κάπου κάπου ανάμεσα ξεπρόβαιν' ένα στάχυ
Και έγερν' εδώ, κ' έγερν' εκεί, το τρυφερό κεφάλι
Ωσάν να παραμόνευε να ιδή κι' αυτό το Διάκο.
Κι' ωστόσο ανθρώπινη φωνή μέσα σ' αυτόν τον κόσμο
Που φαίνετ' ολοζώντανος, καμμιά δεν αγροικιέται.
Ούτε φλογέρα ποιστικού, ούτε χαράς τραγούδι
Ούτ' αγωγιάτη σάλαγος. Εφαίνετ' όλη η φύσις
Λουλούδι χωρίς μυρωδιά, κόρη γλυκειά, πανώρηα
Όπου εγεννήθηκε βουβή κι' όπου την παραστέκει
Η μαυρισμέν' η μάνα της να ιδή μην ξεχαράξη
Μαζύ μ' ένα χαμόγελο ’ς τα χείλη κ' η λαλιά της.
Αστράφτουνε, λαμποβολούν τριγύρω ’ς τη Δαμάστα
Άλλοι στρωμένοι κατά γης, άλλοι το διπλοπόδι,
Περήφανοι, σιωπηλοί, τρακόσιοι αντρειωμένοι.
Επάνωθέ τους κάτασπρο το φλάμπουρο του Διάκου
Ανέμιζε τρομαχτικό, και ΄ς το ξεδίπλωμά του
Λεβέντης αστραπόμορφος επρόβαινε ο Άη Γηώργης
Με τ' άγριό του τ' άλογο κρατώντας καρφωμένο
Τ' άσπλαχνο το κοντάρι του ΄ς το διάπλατο λαρύγκι
Του φοβερού του δράκοντα που δέρνεται ΄ς το χώμα.
Ποιος εσυντύχαινε κρυφά με του σπαθιού την κόψη
Κ' επάνω της εξέσερνε γοργά το δάχτυλό του,
Ποιος επελέκαε τεχνικά τη στουρναρόπετρά του
Στο λύκο του καρυοφυλλιού, ποιος τρίβει τα παφήλια
Συγνεφιασμέν' από νοτιά και ποιος για να ξεδώση
Εθόλωνε με τον αχνό του μαχαιριού τη λάμψη.
Κανένας δεν ανάσαινε. Σ' ένα κοντρί μονάχος
Κυττάζει ο Διάκος σιωπηλός κατά το Λιανοκλάδι.
Έξυπνος κι' ονειρεύεται. Από το ριζοβούνι
Αναίβηκε κ' η καταχνιά, ψιλός αφρός του αγέρα,
Και μια στιγμή τον έκρυψε ’ς τη δροσερή αγκαλιά της,
Λες ότι εκείνην την αυγή λησμονημέν' αχνάρια
Έσμιξαν σ' ένα σύγνεφο κ' ήρθαν από τον Άδη
Να μυριστούν το σκοτωμό, να ιδούνε το Θανάση.
Μες ΄ς τα τριφύλλια τα παχειά σιδέρικη φοράδα,
Μαρμάρα, φίδι φτερωτό, δροσίζεται και βόσκει
Στρωμένη, ετοιμοπόλεμη. Την είχε πάρει ο Διάκος
Χρονιάρικη ’ς τα Γιάννινα κι' από τ' αστέρι πούχε
Καταμεσής ’ς το μέτωπο την έκραζεν Α σ τέ ρ ω.
Έβραζ' ο πόλεμος μακρά και κούφια τη βοή του
Την έφερν' ο αντίλαλος σα μούγκρισμα πελάγου.
Όλοι προσμένουνε βουβοί… Κανένας πεζοδρόμος
'Σ το ξάγναντο δε φαίνεται… ο Μήτρος, πουν' ο Μήτρος;
— Γέρο Διαμάντη, δε μιλείς, δε μας καλημερίζεις;
Όλος ο κόσμος χαίρεται για την ανάστασή μας
Και στολισμένος μας θωρεί. Σε λίγο το σπαθί σου,
Που εσκούριασε ’ς τη θήκη του θα πιη να ξεδιψάση,
Και συ το ξυπνητήρι μας, συ του βουνού τ' ορνίθι
Εκλείδωσες τα χείλη σου;.. Τί σ' έπιασε, Διαμάντη;
— Σαράντα χρόνια πολεμώ. Απ' την κορφή ΄ς τα νύχια
Μ' έγδαρε, με ξεφλούδισε το βόλι, το λεπίδι…
Μ' έφαγε η γύμνια κ' η ερμιά… Έβαψε τα παλιούρια
Η ξεσχισμένη φτέρνα μου… Μ' έδειρε το χαλάζι…
Έστρωσα το κρεββάτι μου μες ’ς τη μονιά του λύκου…
Κυνηγημένος σα θεριό τη νύχτα ’ς τα λαγκάδια
Έβγαινα κ' έβοσκ' αρπαχτά τα κούφια βελανίδια
Που εσέποντο ’ς τα χώματα, κ' εζούσα μ' αποφάγια
Π' αφίναν τ' αγριογούρουνα… Κι' όταν τον αλωνάρη
Μούχαν πιασμένα τα νερά και μ' έφριγεν η δίψα,
Ακούστε το, μωρές παιδιά, εζύμονα ’ς τα δόντια
Κ' εχόρταινα βυζαίνοντας μια φλούδ' από μολύβι,
Και δε θυμούμαι νάνοιωσα ποτέ μου τη λαχτάρα
Όπου με σφάζει σήμερα, και σα μονομερίδα
Απών' αρμό ’ς τον άλλονε, κρυφά κρυφά χωνεύει
Και μου ρουφάει τη δύναμη και με νεκρόνει, Λάμπρε.
— Γέροντα, τ' είναι πώπαθες!.. Ανάθεμα την ώρα
Που ο Γούμενος τ' Άη Γιαννιού από την Αρτοτίνα
Το λαμπριάτικο τ' αρνί, θυμήθηκε να στείλη.
Και τρις ανάθεμά τηνε την ώρα που οι συντρόφοι
Σου εδείξανε την πλάτη του!.. Πες μας τι γράφ' η μοίρα;
Εστρώθηκαν ’ς τη χλωρωσά τριγύρω ’ς το Διαμάντη
Ο Λάμπρος κ' οι συντρόφοι του. Άπλωσε ο γέρο κλέφτης
Κ' επήρε από τη ζώστρα του το φοβερό το χτένι,
Το πέρασε δυο τρεις φοραίς, απώνα χέρι σ' άλλο,
Με φόβο το ψηλάφισε, το κύτταξε ’ς τον ήλιο,
Κ' ύστερα σαν να ευρέθηκε με μιας σε ξένον κόσμο
Σαν να λησμόνησε με μιας σκοντάμματα και πάθη,
Ένα προς ένα εδιάβαζε τα μυστικά σημάδια
Και τα παιδιά ακουρμένονται. Τους έδειξε μια φλέβα
Μες ’ς τη διχάλα, κόκκινη.. Δεξιά, ζερβιά, μαυρύλαις
Σαν κυπαρίσια νεκρικά, κ' εδώ κ' εκεί λειψάδαις
Και σκοτεινά κοιλώματα. Τους έδειξε μια σκλήθρα
Κ' είπε πως ήτανε κεντρί.. Κι' όταν ο γέρο μάντης
Εξάνοιξε ’ς την αγκωνή, μελαχρινή λουρίδα,
Που πρόβαινε σα σερπετό, του θόλωσαν τα μάτια,
Που πιάστηκε η αναπνοά, του αχνίσανε τα χείλη,
Βαρειά, βαρειά αναστέναξε κ' εκόπηκε η φωνή του…