WeRead Powered by ReaderPub
Αθανάσης Διάκος - Αστραπόγιαννος cover

Αθανάσης Διάκος - Αστραπόγιαννος

Chapter 12: ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ.
Open in WeRead

Explore more books like this:

About This Book

It opens with a prologue that depicts a mother’s anguished vigil at a fresh grave and the narrator’s moved response, presenting a funeral lament that becomes poetic inspiration. The work blends elegiac poetry with biographical narrative, tracing the subject’s family background, youth, involvement in armed bands and regional conflicts, the deaths of relatives, and the subject’s own martyrdom. Reflections on mourning, sacrifice, and the poet’s duty to preserve memory are interwoven with folkloric phrasing and historical detail, framing individual loss as part of a wider struggle for communal renewal.

— Διαμάντη, τι σ' εξάφνισε;…

— Οχιά με τον οσκρό της.

        Αρχίζει πάλ' ο γέροντας το πρώτο διάβασμά του,
        Και μέσ' απώνα σύγνεφο τους έκραξε να ιδούνε
        Όπου ξεφύτρωνε πουλί πούχε διπλό κεφάλι…
        Πλατειά φτερούγια ολάνοιχτα. Στη μια την απαλάμη
        Βαστούσε δίστομο σπαθί και με την άλλη σφίγγει
        Στεφανωμένονε Σταυρό. Ολόγυρά του αχτίδαις
        Και ξημερώματα γλυκά, και ξαστεριά και λάμψη…

        Ταπίστευτο το θέαμα, γυρτοί, συμπυκνωμένοι,
        Εκύτταζαν αχόρταγα ο Λάμπρος κ' οι συντρόφοι,
        Κ' εν ω με χίλιαις ξέλεξαις επνίγανε το μάντη
        Ακούσανε που εφρύμαζε συχνά συχνά η Αστέρω
        Σαν κάτι νάθελε να 'πή κ' εχτύπαε το ποδάρι,
        Κι' όλοι φωνάζουνε με μιας — Ο Μήτρος!… Το ξηφτέρι.

         — Στ' άρματ' αδέρφια, ’ς τ' άρματα! Κ' επλάκωσ' ο
                                                  [Βριόνης.

         — Και συ πώς είσαι, Μήτρε, αχνός;…Από την τραχηλιά σου
        Ρένε τα αίματα στη γη… Πού σ' έχουνε βαρέση;

         — Μάγλειψε, Διάκε, ξώδερμα το βόλι ένα παγίδι
        Κι' ο δρόμος τη λαβωματιά μου ξάναψε λιγάκι…
        Θανάση, μας εχάλασαν…

                                      — Πάψε… Γέρο Διαμάντη,
        Δος μου το μήλι σου να ιδώ.. Μην κρένης… ξεστηθώσου..
        Καλά σου την εφύτεψαν… Ο χάρος από τρίχα…
        Ξανθό.. Φρυμμένη πηγανιά… Ό,τ' είναι… Τώρα πες μου.

         — Θανάση, μας εχάλασαν… Δεν είχε σκάση ο ήλιος,
        Που εχύθηκε ο Ομέρπασας… Χτυπάει το Δυοβουνιώτη
        Και τόνε πέρνει 'ς το φτερό.. Δεν έπαιξε λεπίδι…

         — Θάχε το νου του 'ς το παιδί… Κήτανε τετρακόσοι!…
        Είδες εκεί τον Κόκκαλη;

                                — Εθόλωσε το φως μου,
        Μ' επήρε το παράπονο κ' εδάκρυσα… δεν είδα…
        Ακούστηκ' ένα ρυάσιμο από τη Χαλκομμάτα,
        Και ρίχνονται του Πανουριά… Πρώτη φωτιά κ' εσμίξαν.
        Εζήλεψα κ' εχούμησα… Το ράσο του Δεσπότη
        Αντάρα, μαύρη θάλασσα… Εκεί κι' ο Παππαγιάννης…
        Ολόγυρά τους σκοτωμός… αθεμωνιά κουφάρια…
        Βόσκει του Γούρα το σπαθί… αστροπελέκι, χάρος…
        Οι λαβωμένοι σφάζονται 'ς το χώμα με το δόντι…
        Μας έπνιξε η Αρβανιτιά… Τάλογο του Βριόνη
        Ανεμοστρόβιλος, οργή… Τα δυο του τα ρουθούνια
        Ξερνούν αντάρα και καπνό… πλακόνουν κι' άλλοι… κι'
                                                       [άλλοι…
        Λες κι' αναβράνε από τη γη… Δριμόχολο, τρομάρα…
        Με κράζει ο γέρο Πανουριάς: — «Τρέχα να πης του Διάκου,
        Που αν ήμαι ακόμα ζωντανός δε φταίω 'γώ… το βόλι» ..
        Κ' εμούγκριζε σα δράκοντας… Τον άρπαξε ο Μανίκας..
        Εκείνος ανδρειεύεται… του πέφτει κι' ο Καπλάνης…
        Οι δυο τους τον ελύγισαν… Φεύγουνε πολεμώντας…
        Ριπίζω… μ' εκυνήγησαν… ματώνομαι… με χάνουν.

— Τον είδες τον Παπαντρειά;

                                    — Με τον Κομνά τον Τράκα
        Κρατούν του Μουσταφάμπεη.

— Και τον Κιοσέ Μεχμέτη;

         — Τον είχα ιδή που εμούδιασε. Του μύρισ' ο Καλύβας
        'Σ της Αλαμάνας τα νερά. Του Βακογιάννη ο ίσκιος
        Είναι βαρύς, θανατερός κι' όποιος περάση εκείθε
        Σκοτάδι κι' αποκάρωμα. θα τώμαθε και μένει
        Ναρθή με τον Ομέρπασα.

                                           — Καλώς νανταμωθούμε…
        Δεν ειν' αλήθεια, αδέρφια μου; Εψές 'ς την προσευχή μας
        Το τάξαμε 'ς τον Πλάστη μας… 'Σ τη θέση του καθένας…
        Νερό να μη διψάσετε… Κανείς σας δε θα ρίξη
        Πριν δώσω εγώ την προσταγή, θέλω μια τέτοια μέρα
        Να μετρηθούν τα βόλια μου με τόσους σκοτωμένους.
        Μη σημαδεύετε ψηλά… Κι' αν πέσω, θυμηθήτε,
        Τ' άρματα, το κεφάλι μου… Ας τάχη ο γυιός τ' Ανδρούτζου
        Να μη τα πάρη η Αρβανιτιά… 'Σ τον κόρφο κρεμασμένο
        Όποιος μου ψάξη το κορμί, θαυρή το φυλαχτό μου…
        Μου τώχει ρίξη στο λαιμό η μάνα μου τη νύχτα
        Που εβγήκα κλέφτης 'ς τα βουνά… Πάραυτα να το πάτε
        'Σ το μοναστήρι τ' Άη Γιαννιού… Θέλω το δαχτυλίδι
        θέλω να μείνη μαρτυριά ς' το χέρι το δεξί μου,
        Να με γνωρίση ο Ομέρπασας. Εκεί θαυρή γραμμένη
        Την πίστη μας 'ς ένα Σταυρό, τώνειρο, την ελπίδα
        'Σ ένα δικέφαλο πουλί… Τούπε ο Θεός θα γένη…
        Σήμερ' αρχίζει ο κάματος. Ήρθαν τα πρωτοβρόχια,
        Θάμεθα 'μείς η προοιμιά. Άφαντος ζευγολάτης
        Που δε δελιάζει 'ς τη σπορά, κρατεί το χερουλάτη.
        Ταλέτρι τρίζει 'ς τώργωμα … Ήταν η γη χερσάδα
        Και το γενί θαμπή βαθειά… Το γήμορο δικό μας…
        Ψυχή, παιδιά μου, 'ς τ' άρματα!.. Τούπε ο Θεός θα γένη!
        Να μη σας λείψη το νερό… Γέρο Διαμάντη, Μήτρε,
        Σταθήτε σεις εδώ μ' εμέ … 'Σ τη θέση του καθένας.

        Εσκόρπισαν ολόγυρα. Ποιος πιάνει ένα θυμάρι
        Και ποιος κρατεί μια λοιδοριά, τ' αφωρεσμένο δέντρο.
        Τα καρυοφύλλια δείχνουνε μες 'ς τα κλαριά το στόμα
        Σαν άγρυπναις δεντρογαλιαίς. Εδώθ' εκείθ' αστράφτουν
        Άγρια μάτια φλογερά, ανάμεσα 'ς τα φύλλα,
        Λες κ' ήταν θράκια σκεπαστά. Πρώτη πνοή θ' ανάψουν.

Ένοιωθε κι' αναγάλλιαζε τη δύναμή του ο Διάκος.

        Μένει με μιας ακίνητος. Εσταύρωσε τα χέρια
        Και κατά την Αγάθωνα το πρόσωπό του στρέφει.
        'Σ το μέτωπό του το πλατύ που το φωτίζ' ο ήλιος
        Επέρασ' ένα σύγνεφο. Το μάτι του κατάρα…
        Από τα βάθη της ψυχής ανέβηκε η πικράδα
        'Σ τα δροσερά τα χείλη του και του τα φαρμακεύει
        Σαν νάχε πιή την αλοή…

                                     — Αχ! Μήτζε Κοντογιάννη,
        'Σ τον άδη που θα καταιβώ, αν μ' εύρη ο γέροντάς σου
        Και με ρωτήση, τι θα 'πώ;… Πως μ' έν' αρματωλίκι..

        Είπε και στέναξε βαρειά. Εδιάβηκε η μαυρύλα
        Κ' έρχεται πάλαι η ξαστεριά. Θολός, συγνεφιασμένος
        Δε μένει τέτοιος ουρανός, ώρα πολλή δε μένει.

         — Καπνούρα, Μήτρε, καταχνιά… δε μας χασομεράνε.
        Όθε περάσουν, ερημιά, μένει το χώμα στείρο.

         — Έρχετ' εμπρός η Λιαπουριά με τον Ομέρ Βριόνη..
        Διαμάντη, κύτταξε και συ, σαν και να σταματήσαν.

         — Χωρίστηκε ο Κιοσέ πασάς.. Χτυπάει την Αλαμάνα…
        Άστραψ' η πρώτη τουφεκιά… Χαρά 'ς το καρυοφύλλι!…
        Να μην πεθάνω εδώ με σας, αν δεν ην' του Καλύβα.
        Τούχα γνωρίση 'ς τ' 'Αγραφα… Πούσαι καϋμένε, Δίπλα,
        Να ιδής που δεν εβράχνιασεν ο λάρυγγάς του ακόμα!..
        Έψησ', εμαύρισε καρδιαίς… Θα εδάγκασε κουφάρι..
        Το βόλι δεν εδιάβηκε … Γονάτισ' ένας … πέφτει…
        Καλή αρχή… ματώθηκαν… ανάφτει το γεφύρι…
        Πώς πολεμούνε τα σκυλιά!… Διάκε; …καπνός… δε βλέπω.

         — Καλήτερα για σένανε. Τους βλέπω εγώ, Διαμάντη
        'Σ του Βακογιάννη τα πλευρά, 'ς τα στήθια του Καλύβα
        Χτυπάει το κύμα και σκορπά. Τους έζωσε η πλημμύρα
        Και δε σπαράζουν απεκεί. Τρέχα να πης του Λάμπρου
        Να πάη μ' εξήντα διαλεχτούς… Φτερά… κ' η ώρα σφίγγει.
        Μήτρε μου! Το μιλλιόνι μου… Μας είδανε… Ο δερβίσης
        Στάθηκ' εμπρός και ρυάζεται… Κρατεί και δυο κεφάλια!..

— Εδώθε του Δεσπότη μας, ζερβιά του Παπαγιάννη.

         — Δε μούπες πως τους έκοψαν!… Νάχωμε την ευχή τους…
        Κύτταξε, Μήτρε, το σκυλί, για να μας φοβερίση,
        Τώρα τα πέταξε 'ς τη γη και τα ποδοκυλάει…
        Τα πήρε παραμάσχαλα… Επρόβαλ' ένας άλλος…
        Αναίβηκε 'ς το ψήλωμα…. Διαλαλητής… Τί θέλει;…

— Θανάση Διάκε;… Εισ' αυτού;… (14)

— Εδώμαι…. Ποιος με κράζει;

— Ο αφέντης ο Ομέρπασας…

                                   — Στη γη δεν έχω αφέντη.
        Κι' όθε περάση ο ίσκιος μου, ορίζω εγώ… Το ξέρει.

         — Δόσε μας διάβα, κι' ό,τι πης, τιμαίς… και βιο… και
                                                         [χάραις.

— Πόλεμο θέλω… πόλεμο… Ποιος είσαι συ που κρένεις;

— Πιστεύω, ό,τι πιστεύετε…

                                          — Αφωρεσμένος νάσαι
        Πώχεις ψυχή 'ς τη γλώσσα μας, 'ς αυτόν τον Άγιον Τάφο
        Να βλαστημήσης προδοσαίς… Αφωρεσμένος νάσαι…

        Κι' ο αντίλαλος εφτά φοραίς από σπηληαίς σε βράχους
        Από βουνά σε λαγκαδιαίς φαρμάκεψε ταγέρι
        Μ' εκείνον τον αφορεσμό. Τα χείλη του Ησαΐα
        Αραχνιασμένα και βουβά 'ς τον ύπνο τους σπαράζουν
        Και μουρμουρίζουνε βραχνά: — » Αφωρεσμένος νάναι» …
        Έφτυσεν αίμα καταγής του Παπαγιάννη η γλώσσα
        Κι' ανταποκρίθηκε κι' αυτή: — » Αμήν… αφωρεσμένος.» —
        Εχάθηκ' ο διαλαλητής… ανατριχύλα… τρόμος.

        Μηρμύγκιαζε η Αρβανιτιά. Τάλογο του Βριόνη
        Τους διαχωρίζει εδώ κ' εκεί και τους δαγκάει την πλάτη.
        Σαλάγα τους Ομέρπασα! Σπρώχνε, βορειά, το κύμα
        Να φάη την πέτρα του γιαλού. Θα ξαφνιστής μια μέρα
        Να ιδής τη νεκροθάλασσα το βράχο ν' αγαπήση.
        Θαγκαλιαστούν τα δυο θεριά και τότε αδερφωμένα
        Θα χλημητίσουν φοβερά, κι' ο άνεμος θα πέση.
        Σαλάγα τους Ομέρπασα! Μάτονε τη βουκέντρα
        Να τρέχουν τα καματερά. Θα νάρθη εκείν' η ώρα
        Που αγριεμένα θα τα ιδής. Θα ν' αντιστηλωθούνε
        Θα να τινάξουν το ζυγό, θα φύγουν με τ' αλέτρι
        Και θάρθουνε μουγκρίζοντας 'ς το πρώτο βουκολειό τους.
        Σαλάγα τους!… Σαλάγα τους!… Τάλογο πάντ' αστράφτει.
        Μέσα 'ς τη μαύρη συγνεφιά… Εμπρός τα δυο κεφάλια.

        Ακούστηκε σα μια βροντή… 'Σ τα σωθικά του Διάκου
        Κρυφά λες κ' είχαν σωριαστή, φαρμακεμμένοι πόνοι,
        Χίλιων χρονών εκδίκησαις, στείραις ευχαίς, ορφάνια,
        Του βρόχου το λαχτάρισμα, τυραγνισμένη φτώχια,
        Κατάραις, ψυχομάχημα, βάσανα, μοιρολόγια,
        Κ' εξέσπασε με μια φωνή το βογκητό του γένους: —
        » Αδέρφια μου!.. Φωτιά . .. Φωτιά» …

                                   Το βόλι του Θανάση
        Δε θέλει σάρκα ανθρωπινή. Γυρεύει ν' απαντήση
        Τάλογο πανδρειεύεται. θέλει να πιη τη φλόγα
        Πώβραζε μες τη φλέβα του και 'ς τ' άγριο πέρασμά του
        Του χάραξε το λάρυγγα, του θέρισε το σφάχτη
        Του ρούφηξε τη λεβεντιά, του σβει την περηφάνεια
        Και μεθυσμένο από χαρά φυσσομανάει και φεύγει.
        Το άτι αναστηλώθηκε, στερνή παλληκαριά του,
        Τα λάγανά του αιμάτωσαν, λυγάνε η κλείδωσαίς του
        Και ροβολά νεκρό 'ς τη γη. Ψυχομαχάει κι' ακόμα
        Κρατεί τ' αυτιά του τεντωτά…

                                        Ομέρπασα Βριόνη
        Σου στέλνει χαιρετίσματα του Διάκου το μιλλιόνι.

         — Μήτρε, τα μετωρίσματα, παλληκαριά δεν είναι,
        Όπου είν' ο χάρος Βασιλειάς… Διαμάντη!…Τον δερβίση.

         — Θανάση, ως τώρα τρεις φοραίς τον έβαλα 'ς το μάτι
        Και δε μου δείχνει μέτωπο. Θα να τον τρώγη το αίμα.

— Νάτος… Εξεσκεπάστηκε… Φωτιά… Διαμάντη… ρίξε…

        Βογκάει τ' αρμούτι το παληό… Ερρέκαξε ο Δερβίσης
        Απλώθηκε ταπίστομα κι' ακόμα με τα νύχια
        Κρατεί σφιχτ' από τα μαλλιά τα δυο του τα κεφάλια.

— Μήτρε, μην επαράδραμα;

                          — Μες 'ς τη ραφή, Διαμάντη,
        Του ξήλωσες τα καύκαλα. — Τάνοιξες τρίτο μάτι
        Για να διαβαίνη θαρρετά, να περβατή 'ς τον Άδη.

— Μήτρε, μ' αρέσει να μ' ακούς… κ' εγώ το θάνατό του.

        Λυσσομανάει η αρβανιτιά τριγύρω 'ς το κουφάρι.
        Βάφουν 'ς το αίμα τα σπαθιά… Παραδαρμός, φοβέραις.
        Βουβάλια πού αγριέψανε… Τρώγονται συνατοί τους…
        Στέκουν και ξεδιαλέγονται… αθέρας… ένας κ' ένας…
        Τα χρόνια τους πρωτομαγιαίς…. Ότι και ξεφυτρώναν
        Της νειότης τα τριαντάφυλλα. Λουλούδια, βλασταράκια,
        Τα κύλησε η νεροποντή και 'ς τον καταποτήρα
        Τα παρασέρνει ο ποταμός. Παιδιά, τα πήρε η τύφλα
        Και χύνονται μες 'ς τη φωτιά… Του Διάκου τα λιθάρια
        Με τα λεπίδια πελεκούν να τα ξεθεμελιώσουν.
        Αρπάζουνε για ν' αναιβούν την πέτρα με τα νύχια
        Κι' ότι φανούν τα δάχτυλα, το σίδερο θερίζει.
        Τρεις ώραις ανδρειεύονται… Πλακόνει κι' ο Βριόνης
        Σα μαύρη βαρυχειμωνιά… Χαλάζι το μολύβι…
        Σκάφτουν το χώμα τάλογα… Σίφουνας, συντελεία…
        Χνώτο με χνώτο πολεμούν… Αδερφωμένο βρέχει
        Το αίμα ταρβανίτικο τη γη με το δικό μας…
        Έχουν την ίδια τη βαφή… Αν σμίγουν πεθαμένα
        Πώς δε θα σμίξουν ζωντανά;..

                           — Διαμάντη, τι με θέλεις;
        Πώς άφησες το σκοτωμό και πώς με την Αστέρω
        Μου πέρνεις τα πατήματα;…

                                — Θανάση;.. Με γνωρίζεις..
        Δεν παρακάλεσα ποτέ… Κ' εμπρός σου… γονατίζω.

— Πες μου, τι θέλεις;… γρήγορα..

                                 — Αυτό το έρμο χώμα
        Αν ήν' αλήθεια παγαπάς, Θανάση… γλύτωσέ το…

— Σου φαίνεται να δείλιασα;

— Φύγε, Θανάση, φύγε.

— Μη φαρμακεύης, γέροντα, το ψυχομάχημά μου.

         — Δε βλέπεις πόσοι εμείναμε;… 'Σ το Χάνι ο Βακογιάννης
        Με τον Καλύβα εκλείστηκαν …

— Κ' εγώ… χειρότερός τους;

         — Όχι, Θανάση, μένω εγώ, πώφαγα το ψωμί μου
        Και δε μ' αποζητάει κανείς… Μένει μ' εμέ κι' ο Μήτρος,
        Εκείνος είναι νειώτερος… θα πάρη τώνομά σου
        Και δε θα σ' εντροπιάσωμε …

                          — Πώς είπες;… Τώνομά μου;…
        Δε θα κοτήση ο θάνατος, Διαμάντη, να το πάρη
        Και σεις θα μου το κλέψετε;

— Θανάση, σχώρεσέ μας.

— Εσείς μ' εμέ, κ' εγώ με σάς… Συχωρεμένοι νάσθε.

        Κ' εκεί που ο ανεμοστρόβιλος μουγκρίζει του πολέμου
        Πηδούν οι λειονταρόψυχοι και κολυμπούν μιαν ώρα
        Μες 'ς τη φωτιά, μες 'ς τη σφαγή… Παράδερνε η
                                                [Αστέρω..;

— Όσοι είστε ακόμα ζωντανοί, ελάτε ολόγυρά μου …

        Φωνάζει ο Διάκος, κ' έρχονται… Δε μένουν παρά δέκα.
        Ο ήλιος στέκει για να ιδή. Κάδε στιγμή πού φεύγει
        Τους έσφιγγε στενά στενά 'ς την αγκαλιά του ο Χάρος.

        Μέσα σε τέτοιο πέλαγο, βαθύ μελανιασμένο,
        Έν' ακρογιάλι μακρυνό, το μάτι του Θανάση
        Ξανοίγει που τους έκραζε . — «Παιδιά, ς' το Μοναστήρι…»
        Και δρασκελίζουν πεταχτά τη σιδερένια φράχτη
        Πωλόγυρά τους έπηξε… Σεισμός το πέρασμά τους.
        Τα όρνηα αναφτερούγιασαν… Τους κυνηγούν… προφτάνουν
        Και πλημμυρίζουν την αυλή… Η εκκλησιά 'ς τη μέση
        Παραιτημένη, ολόκλειστη… Ιδρόνει ο τοίχος αίμα…
        Τρίζουνε τα κονίσματα … Τα βόλια που ανεμίζουν
        Εδέρνανε τα σήμαντρα και τα βουβά γλωσσίδια
        Ξυπνούν, λαλούνε νεκρικά… Λες κ' είχε να περάση
        Κανένα λείψανο απεκεί…

                                — Θανάση!… Παραδόσου…
        Επέσανε οι συντρόφοι σου… Δε σώμεινε κανένας.

         — Θα παραδώσω την ψυχή, τ' άρματα δεν τα δίνω.
        Αν δεν το ξέρης, μάθε το… Ποιος είσαι;.. τη φωνή σου…

— Θανάση, είμ' ο διαλαλητής…

                                  — Προδότη, αφωρεσμένε!…
        Μη μου πατής τα μνήματα… Ακόμα ζης εμπρός μου;…

        Και τη στερνή του πιστολιά, τη ρίχνει αστροπελέκι
        Και του βουβαίνει την καρδιά… Πέφτουνε τα κοράκια
        Να τόνε φάνε ζωντανόν… Στηλόνει 'ς τάγιο Βήμα
        Την πλάτη ο Διάκος… καρτερεί… Δεν τώμεινε 'ς το χέρι
        Παρά μια σπιθαμή σπαθί… Τον έχουν 'ς το σημάδι…
        Το πρόσωπό του ανάσταση… Εμπρός του αγκαλιασμένα
        Δύο λείψανα ξαπλωταριά… Ο Μήτρος κι' ο Διαμάντης…
        Δεν τον αφίνουν ούτ' εκεί. . Κανένας δε σιμόνει…
        Τ' ανδρειωμένα κόκκαλα συντρίβουν τα μολύβια,
        Και ο πύργος μένει πάντα ορτός… Το μάτι του άλλος
                                                 [κόσμος…
        Τον τουφεκίζουνε με μιας… Ταδειάζουνε τη φλέβα
        Και χίλιοι τον αρπάζουνε… Δεμένο το λειοντάρι
        Τώχουν 'ς τη γη και το πατούν… Του στρίφουνε τα χέρια
        Πιστάγκωνα με την τριχιά… Προβαίνουνε 'ς τον ώμο
        Η σχίζαις απ' την κλείδωση… Αίμα ρονιά… μεδούλι…
        Κ' ενώ τον εμαρτύρευαν κρυφά, κρυφά το στόμα
        Απλόνει ο Διάκος και φιλεί το Μήτρο, το Διαμάντη.

        Χιλιάδαις τόνε σέρνουνε. Εμπρός τους λαβωμένη
        Εμούγκριζε η φοράδα του… Την ανακράζει ο Διάκος
        Κι' αυτή μ' ένα χλημήτισμα τον χαιρετάει και πέφτει.

        Εστάθηκαν να τόνε ιδούν… Τους φαίνεται σαν ψέμμα.
        'Σ την Αλαμάνα ο πόλεμος δεν έπαψεν ακόμα,
        Το Χάνι το τοιμόρροπο σ έναν Κιοσέ Μεχμέτη
        Δε θέλει να παραδοθή. Απ' τη χαρά του ο Διάκος
        Νοιώθει βαθειά 'ς τα σωθικά την πρώτη δύναμή του
        Που αναγεννήθηκε με μιας…

                                  — Καλύβα!… Βακογιάννη!…
        Δέκα χιλιάδες με κρατούν… Σχωράτε με… πεθαίνω.

        Και δεν επρόφτασε να 'πή τον ύστερό του λόγο
        Πούχανε βγη τα δυο θεριά και τάχε αρπάξει η φλόγα.
        Κρύβεται ο ήλιος 'ς τα βουνά. Τα πλάγια σκοτειδιάζουν
        Και μένουν έρμα τα Θερμιά… Νεκρύλα… βουβαμάρα.
        Δε σειέται φύλλο 'ς τα κλαριά… Κανένα νυχτοπούλι
        Μοιρολογάει το σκοτωμό και κάπου κάπου οι λύκοι
        Που ανάμεσό τους γρούζουνε ποιος να πρωτοχορτάση
        Με τα πηχτά τα αίματα… Εδώ κ' εκεί κουφάρια
        Και ροχχαλιάσματα βαθειά…

                                'Σ ταγέρι κρεμασμένα
        Ωσάν καντήλια τ' ουρανού, αποβραδής δύο φώτα
        Εφάνηκαν 'ς τη σκοτεινιά… Κάνεις δεν τάχε ανάψη…
        Κ' ένας που επέρασε απεκεί, καλόγερος, διαβάτης,
        Κ' είδε το θάμμα κ' έδραμε, 'ς τη λάμψη δύο κεφάλια
        Ηύρε που πλάγιαζαν γλυκά… Τώνα του Παπαγιάννη
        Και τάλλο του Δεσπότη του. — Γονατιστός εμπρός τους
        Έμειν' ο γέρος κ' έκλαψε… Τους έρριξε τρισάγιο,
        Τα φίλησε 'ς το μέτωπο και με το δοκανίκι
        Έσκαψε λάκκο κ' έθαψε τ' αχώριστα τ' αδέρφια.
        Βλογάει το χώμα τρεις φοραίς… Έκαμε το σταυρό του
        Και χάνεται στην ερημιά… Εσβύστηκαν τα φώτα.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ.

Λαλούν η πέρδικαις γλυκά κι' ο ήλιος 'ς τη χαρά του» σ.89

Το χαριέστατον τούτο πτηνόν καθήμενον κατά τας πρώτας εωθινάς ώρας επί των αποτομωτέρων βράχων τέρπεται στρέφον προς τον ήλιον ως αν επιδεικνύμενον το ποικιλόχρουν και αβρόν στήθος. Ότι δε η πέρδιξ είναι εκ των συμπαθεστέρων ορνέων μαρτυρεί και το περδικοστήθω επίθετον λεγόμενον επί παρθένου καλόν εχούσης και οίον επανεστηκότα τον κόλπον.

«Κατάκορφα 'ς τον ουρανό πετιέται κι' ο πετρίτης.» σ. 89

Πετρίτης, είδος ιέρακος εκ των αγριωτέρων. Εκλέγει συνήθως τας υψηλοτέρας πέτρας κ' εκείθεν αρειμανίως κατασκοπεύει και επιτίθεται, όθεν και η παραγωγή του ονόματος. Εν χρήσει προς έπαινον νεανίου έχοντος πολεμικόν το ήθος.

»Πριν έβγη 'ς την παγάνα» σ. 89

Παγάναι· Συνήθως αι εκδρομαί αίτινες γίνονται εις τα δάση προς κυνηγεσίαν. Αλλά κυρίως εμφαίνει τους ελιγμούς και τας περιστροφάς του κυνηγού πλανωμένου ένθεν κακείθεν προς ανακάλυψιν της ποθητής άγρας, όθεν και το ρήμα παγανίζω.

» Χαρούμενα τ' αρείκη » σ. 90.

Ερείκη ή ρείκη Erica vulgaris. Πάντοτε πληθυντικώς.

Το θρούμπι, την αλιφασκιά, το σφελαχτό, η μυρτούλα. σ.90

Θρούμπι — Θύμβρα. Thymbra capitala. Αλιφασκιά. Ελελίφασκος. Salvia Pomifera. Σφελαχτός. — Spartium scorpius. Θάμνος ακανθώδης, εκ των πρώτων φυτών άτινα αναγγέλλουσι το έαρ διά των ωραίων κίτρινων ανθέων των.

Δακρύζουνε τ' απάρθενα τα χιόνια 'ς το λιοπύρι. σ. 90

Απάρθενα - Αειπάρθενα. Λιοπύρι, η ηλιακή θερμότης.

Ποιος εσυντύχαινε κρυφά με του σπαθιού την κόψη. σ.91

Όστις έτυχε να συναντηθή μετά πολεμικής τινος εταιρίας είδε βεβαίως πώς δαπανώνται αι ώραι της αναπαύσεως. Ευελπιστώ ότι πιστώς απεικόνισα τα έθιμα των ορεσιβίων μαχητών της Ελλάδος γενόμενος ουχί εφευρέτης, αλλ' απλούς αντιγραφεύς.

Συντυχαίνω — συντυγχάνω, συνομιλώ.

Παφήλια — αι εκ μετάλλου πολυτίμου ή ευτελούς ζώναι των πυροβόλων. Η στρατιωτική τιμή επέβαλλεν επί ποινή καταισχύνης, την άκραν καθαριότητα των όπλων. Αλλά προς ισοστάθμισιν της τοιαύτης απαιτήσεως ουδεμία αξίωσις υπήρχεν ως προς την λευκότητα της φουστανέλλας διό έβλεπέ τις απαστράπτοντα τα όπλα επί του ζοφερού χιτώνος ως αστέρας επί μέλανος ουρανού.

Μες 'ς τα τριφύλλια τα παχειά σιδέρικη φοράδα,
Μαρμάρα, φίδι φτερωτό.. σ. 92.

Τριφύλλι. Το γνωστόν τρίφυλλον κληθέν ούτως από των τριών φύλλων, εξ ων απαρτίζεται έκαστος αυτού κλαδίσκος. Αν δέ ποτε ευρεθή έχον, ως εξ ιδιοτροπίας της φύσεως, τέσσαρα φύλλα, θεωρείται επιτήδειον εις μαγείας.

Σιδέρικη. Η χροιά αυτή της τριχός συνιστά πολύ παρά τω λαώ τον ίππον, και θεωρείται ως σημείον αλάνθαστον γενναιότητος, προσαπτομένων εις το ζώον πάντων των χαρακτηριστικών του σιδήρου, όθεν και το επίθετον. Και τούτο μεν συντελεί εις υπερτίμησιν ήτις όμως έτι μάλλον επαυξάνεται όταν ο ίππος φέρη προσέτι επί του μετώπου και λευκόν αστέρα.

Μαρμάρα. Στείρα ίππος, Αγνοώ πόθεν προέρχεται η λέξις αύτη. Εκτός αν έχη κοινόν τι προς το μάρμαρον όπερ παραλαμβάνεται εις πολλάς μεταφοράς προς χαρακτηρισμόν νεκρών, αναισθήτων, ή ψυχρών πραγμάτων. Ούτω λ.χ. «Έμεινε μάρμαρο» = έμεινεν ακίνητος. Και ο περί τινος εν συμπλοκή πληγέντος ερωτώμενος εάν έπεσεν, αποκρίνεται, Μάρμαρο = Νεκρός (raide mort). Επειδή δε η γονιμότης των ζώων αποδίδεται εις ζωτικήν τινα θερμότητα αναπτυσσομένην εν τη μήτρα κατά τινας ώρας του έτους, και ταύτην χαρακτηρίζει ο λαός διά του φωτιά, δεν είναι απίθανον να ελήφθη κατ' αρχάς η λέξις μάρμαρα εις δήλωσιν της ψυχρότητος του αίματος εικαζομένης εκ της αδρανείας των γεννητικών οργάνων.

» Και συ το ξυπνητήρι μας, συ του βουνού τ' ορνίθι» σ.99

Οι αλέκτορες και εν γένει πάντα τα πτηνά τα προαναγγέλλοντα την αρχήν της ημέρας ήσαν τα ξυπνητήρια των επί των ορέων διαιτωμένων.

Ορνίθι και πληθυντικώς ορνίθια τα κατοικίδια πτηνά. Αλλ' όταν θέλη τις να δηλώση τας καθ' ωρισμένας νυκτερινάς ώρας φωνάς του αλέκτορος, τότε συνηθέστερον ενικώς λ.χ. » Ελάλησε τωρνίθι. »

Έβαψε τα παλιούρια, σ. 93.
Παλίουρος το γνωστόν ακανθώδες φυτόν.

Μες τη μονιά του λύκου. σ. 93.

Μονιά επί τετραπόδων ζώων. Φωλεά επί πτηνών, όθεν μονιάς ο λαγωός, ο λύκος, ο άγροιόχοιρος ή άλλο τι των θηρίων εκ γήρατος, ή χαρακτήρος αγρίου μη στέργοντος την μετά των ομοφύλων συμβίωσιν.

»Τα κούφια βελανίδια. » σ. 93.

Αι καταπίπτουσαι από της δρυός βάλανοι, αι διακρινόμεναι διά της λέξεως χαμάδα, είναι η κυριωτέρα τροφή των αγριοχοίρων.

»Κ' εχόρταινα βυζαίνοντας μια φλούδ' από μολύβι.» σ.93

Πιστεύεται κοινώς ότι τεμάχιον μολύβδου στρεφομένου διά της γλώσσης εντός του στόματος, πραΰνει την δίψαν. Προς τούτο θεωρείται κατάλληλος και μικρός τις θαλάσσιος λίθος, όστις και δίψα ονομάζεται.

» Και σαν μονομερίδα » σ. 93.

Μονομερίδα. Όφις μικρός, θανατηφόρος. Εκ δε της αμβλύτητος της ουράς προήλθεν η ιδέα ότι δικέφαλον είναι το ερπετόν τούτο. Εμποιεί τρόμον η ζοφερά αυτού χροιά, και καθίσταται λίαν επικίνδυνον ως εκ της μικρότητος αυτού. Προς τον επιμόνως αρνούμενον την εκτέλεσιν επανειλημμένης προσταγής και εντόνως εκφωνούντα, όχι, εκτοξεύεται το, » Οχιά και μονομερίδα.» Το μεν πρώτον ως παρήχησιν του όχι και ως εμφαίνον άλλον όφιν επίσης θανατηφόρον, το δε δεύτερον προς επίτασιν της κατάρας.

Εκτός των δύο τούτων, επικίνδυνοι θεωρούνται παρ' ημίν ο αστρίτης και το ακονάκι περί ου και το δημώδες

        Αν σε φάη τακονάκι
        Το τζαπί και το φτιαράκι.

Η δενδρογαλιά, ο σαπίτης, ο τυφλίτης, το σαΐτάρι θεωρούνται ακίνδυνα. Ως φάρμακον εις ουδετέρωσιν του ιού των όφεων παρέχεται λευκή τις κόνις κατασκευαζομένη έκ τινος φυτού όπερ και φιδοχόρτι καλείται. Τινές πιστεύουσιν ότι την αυτήν θαυμασίαν ιδιότητα έχει και η δρακοντία (άρον, δρακόντιον, των αρχαίων, Arum Italicum) φυτόν περικλείον εντός πρασινωπής θήκης καυλόν ερυθροειδή κοινώς λεγόμενον γκάρδην. Ο καυλός ούτος αποτεφρούμενος είναι το αντιφάρμακον. Αρκεί να πίη τις την κόνιν δις εντός εβδομάδος, αλλά μόνον κατά την τετράδην και την παρασκευήν, μόλις εγειρόμενος του ύπνου και προ πάσης εδωδής και πόσεως. Η θεραπεία αύτη καλείται πότισμα και ποτισμένος ο διά του τρόπου τούτου καταστάς άτρωτος. Ο σίελος αποκτά τότε καταπληκτικήν ιδιότητα ώστε διά της απλής επιθέσεως αυτού όχι μόνον ο όφις καταλαμβάνεται υπό νάρκης, αλλά θεραπεύονται τα τραύματα και εκλείπουσι τα φαινόμενα της δηλητηριάσεως.

Απώνα αρμό 'ς τον άλλονε. σ. 93.

Αρμός ή άρθρωσις. Όθεν και η συνήθης απειλή. » Θα σε κόψω από αρμό 'ς αρμό.»

        Ανάθεμα την ώρα,
Που ο Γούμενος τ' άη 'Γιαννιού από την Αρτοτίνα σ. 93

Καθ' όσον εν τη μονή ταύτη είχε χειροτονηθή ο Διάκος.

Και τρις ανάθεμά τηνε την ώρα που οι συντρόφοι
Σου εδείξανε την πλάτη του.. σ. 94.

Ότε απεφάσισα μετ' ακριβείας να μάθω τα περί της οιωνοσκοπείας ταύτης θρυλλούμενα, επορεύθην πρός τινα υπερεκατοντούτην βλαχοποιμένα, και εύρων αυτόν εν ώρα χειμώνος θερμαινόμενον υπό τον ήλιον και επιτηρούντα μακρόθεν το ποίμνιον,

— Καλώς τα κάνεις, γέροντα.

— Καλώς το το παιδί μου.

— Τα χρόνια σε βαρένουνε… Πώς απερνάς; ..Πώς είσαι;

 — Μου φαίνεται πως ήρθα χθες. Εμπήκ' από μια θύρα
Κι' από μιαν άλλη θα να βγω. — Πώς είμαι θες να μάθης;

        Η βρύσαις εκινήσανε,
        Οι μύλοι εσταματήσανε,
        Και τα βουνά εχιονίσανε
        Και τα δυο γινήκαν τρία.

Προσκληθείς δε υπ' εμού ίνα εξηγήση το αίνιγμα, απήντησεν ότι εκ του γήρατος οι οφθαλμοί έρρεον δάκρυα, οι οδόντες είχον πέσει, η κόμη επολιώθη και ότι αντί δύο είχε προσλάβει και τρίτον πόδα την βακτηρίαν. Μετά την εισαγωγήν ταύτην αφού επί μακράν ώραν διά μυρίων ελιγμών αφήρπασα εκ του στόματός του αρχαία τινα διηγήματα, ήλθον εις το ποθούμενον θέμα. Ήκουσα παρ' αυτού αληθώς τεράστια· ομολογώ δε ότι η πεποίθησις μεθ' ης εξεφράζετο ο οιωνοσκόπος, κατελάμβανε βαθμηδόν και εμέ, ώστε μοι μετέδωκε την πίστιν και τας δοξασίας του.

Αλλά μη αρκούμενος ο γέρων εις γενικάς παρατηρήσεις και εις το κύρος της μακροχρονίου αυτού πείρας, έβαλε την χείρα εις την ζώνην και εξήγαγε δύο ή τρία πεπαλαιωμένα οστά, εφ' ων μοι εδίδαξε την ανάγνωσιν των σημείων εν πρωτοτύπω. Εκ της διδασκαλίας εκείνης επορίσθην τα εν τω αποσπάσματι τούτω του στιγουργήματός μου καταχωρισθέντα.

Ο αμνός του Πάσχα και ο κατά την εορτήν του αγίου Γεωργίου θυόμενος περιέχει σχεδόν πάντοτε αλανθάστους προφητείας. Κατά δε το αρματωλικόν έθιμον οσάκις παρετίθετο κριός ή αμνός (λειάνωμα) και κατεκερματίζετο, η ωμοπλάτη ανήκε δικαιωματικώς εις τον αρχηγόν, όστις και δεν παρέλειπεν ακριβώς να εξετάση τα εν αυτή σημεία.

Εκτός της ωμοπλάτης και το ήπαρ και ο σπλήν και τα έγκατα εν γένει χρησιμεύουσι πολλάκις εις προφητικάς διαγνώσεις. Αλλά περί τούτων ουδεμίαν ηυτύχησα να συλλέξω ακριβή πληροφορίαν. Είναι ακατονόητον πόσον φείδονται των εξηγήσεων οι δημοτικοί μάντεις και πόσον αποποιούμενοι πολλάκις αδράς αμοιβάς αρνούνται ν' αποκαλύπτωσι τα μυστήρια της προπατορικής επιστήμης.

» Τους έδειξε μια φλέβα. » σ. 94.

Σημείον αιματοχυσίας, καθώς αι σκιαί, αίτινες παρατηρούνται επί του οστού, (όπερ ιδίως καλείται χτένι) προμηνύουσι πένθος· Αι λειψάδαις και τα κοιλώματα εικονίζουσι μνήματα ανεωγμένα.

Η λέξις λειψάδα εκ του λείπω σημαίνει κενόν σχηματισθέν εκ της αφαιρέσεως τεμαχίου τινός από στερεού σώματος. Το δε κοίλωμα φυσικόν βαθύλωμα. Η αυτή της ελλείψεως έννοια άλλως τροπολογηθείσα φαίνεται και εν τοις λειψός, λειψή. Εντεύθεν και τηγανίταις λειψαίς και αναιβαταίς, αι μεν άζυμοι, αι δε ένζυμοι.

Εξάνοιξε 'ς την αγκωνή μελαχρινή λουρίδα
Που πρόβαινε σα σερπετό. σ. 94.

Λουρίδα, λωρίον. Σημαίνει ενταύθα γραμμήν μέλαιναν δίκην έρποντος όφεως καμπτομένην.

Σερπετό και ερπετό. Επροτίμησα το πρώτον προς διατήρησιν της περιέργου ταύτης διαλεκτικής διαφοράς.

Του πιάστηκε η αναπνοά. σ. 94.

Μη πιστεύση τις ότι κατά λάθος έγραψα αναπνοά αντί αναπνοή, ηθέλησα εκ προθέσεως να τηρήσω τον περισωθέντα τούτον αιολοδωρικόν πλατειασμόν.

» Οχιά με τον οσκρό της. σ. 95.

Οσκρός το κέντρον του σφηκός και της μελίσσης λεγόμενον και επί της γλώσσης του όφεως. Σύμβολον έριδος και εμφυλίων σπαραγμών.

Ακούσανε που εφρύμαζε. σ. 95.

Εφρύμαζε. Το άγριον φύσημα του ίππου σημαίνον έκπληξιν ή τρόμον.

» Ξώδερμα, Διάκε, μάγλειψε το βόλι ένα παγίδι. σ. 96.

Του γλείφω γίνεται χρήσις εις δήλωσιν επιπολαίου τραύματος διά σφαίρας.

Παγίδι και παγίδια, αι πλευραί.

» Κι' ο δρόμος τη λαβωματιά μου ξάναψε λιγάκι » σ. 96.

Το ξανάφτω επί ερεθισμού και φλογώσεως των τραυμάτων.

» Δος μου το μήλι σου να ιδώ. » σ. 96.

Το μήλι. Η μήλη των αρχαίων ήτο το μόνον ίσως χειρουργικόν εργαλείον των αρματωλών δι' ου κατεμετρείτο το βάθος των πληγών.

Ξανθο ..φρυμμένη πηγανιά. » σ. 96.

Εκ των προχείρων μέσων προς κατάπαυσιν της αιμορραγίας συνηθέστατον ήτο ο αποτεφρωμένος πήγανος, ο φλοιός αγρίας συκής, ο μοτός και άλλα.

» Δεν έπαιξε λεπίδι » σ. 96.

Φράσις πολεμική σημαίνουσα συμπλοκήν εκ του συστάδην. Καθώς και το: Τόνε πέρνει στο φτερό, σημαίνει νίκην προερχομένην εκ της φυγής των εναντίων άνευ τινος αντιστάσεως.

» Δριμόχολο, τρομάρα.» σ. 97.

Δριμόχολο, αιφνίδιος, ορμητικώτατος βορειοανατολικός άνεμος, επικίνδυνος εν θαλάσση και καταστρέφων τους καρπούς της γης.

» Ριπίζω .. με κυνήγησαν» σ. 97.

Το ριπίζω κυρίως διασκορπίζω, αλλά και εν χρήσει προς δήλωσιν ορμητικής φυγής.

Τον είχα ιδεί που εμούδιασε» σ. 98.

Εμούδιασε ενταύθα σημαίνει μεταφορικώς νάρκην ηθικήν.

Αν πέσω θυμηθήτε, — Τάρματα, το κεφάλι μου. σ. 98.

Θέλω λάβει αφορμήν εν τοις επομένοις να είπω τινα σχετιζόμενα προς τας ιδέας των αρματωλών όταν επρόκειτο περί προφυλάξεως της κεφαλής αυτών από των εχθρικών ύβρεων. Γνωσταί δε υπάρχουσιν αι περιφρονήσεις εις ας απέκειτο το ευγενές τούτο μέλος του ανθρωπίνου σώματος, η καθέδρα της διανοίας, οσάκις περιέπιπτεν εις των εχθρών τας χείρας.

» Σήμερ' αρχίζει ο κάματος, κ.τ.λ. 99.

Το ημέτερον άροτρον διατηρηθέν σώον ως το παρέδωκε τοις προγόνοις ημών ο καλός Τριπτόλεμος σύγκειται εκ των επομένων μερών.

Αλέτρι, ζυγός, κέρος ή σύβαλμα, γενί ή ινί, αλετροπόδα, φτερά, σπάθη, σταβάρι, χερουλάτης, ζεύλαις, ασκάλι, κλειδί, βουκέντρα, σπαθότρυπα και αλπός αι δύο οπαί αίτινες υπάρχουσιν επί της αλετροπόδας.

Προοιμιαίς αι κατά την χειμερινήν ώραν γινόμεναι σποραί.

Οψιμιαίς αι κατά την εαρινήν.

Κάματος. Η των αροτήρων βοών και η του ζευγηλάτου εργασία. Και το εκ της εργασίας ταύτης προϊόν.

Χερσάδα. Η γη ήτις από πολλών ετών μένει χέρσος, ακαλλιέργητος.

Και ποιος κρατεί μια λοιδοριά τ' αφωρεσμένο δένδρο. σ. 99

Λοιδοριά και αλλοιδοριά. Δρυς αειθαλής, Quercus illex. Το είδος τούτο της δρυός θεωρείται υπό του λαού, κατηραμένον. Μυθολογείται δε ότι θαυμασίως πως και μυστηριωδώς διαδοθείσης της καταδίκης του Ιησού Χριστού, έντρομα συνήλθον εις νυκτερινόν συνέδριον πάντα τα φυτά και συσκέψεως γενομένης, παρεδέχθησαν ομοθυμαδόν ν' αρνηθώσι το ξύλον αυτών προς κατασκευήν του σταυρού, εφ' ου επέπρωτο να προσηλωθεί ο υιός του Θεού. Αλλ' ως εν μέσω των Αποστόλων είχεν ευρεθή ο Ιούδας, ούτω και μεταξύ των δένδρων παρέστη η Λοιδορία ήτις μόνη εδήλωσεν ότι ουδόλως διενοείτο να υποκύψη εις την γενομένην απόφασιν. Η βδελυρά αύτη διαγωγή εστιγματίσθη διά φοβερού αναθέματος υπο τών βουλευομένων και ούτω παρεδόθη εις τας αράς των αιώνων ως ένοχον φρικαλέας προδοσίας το αποτρόπαιον φυτόν.

Επελθούσης της ώρας καθ' ην Ιουδαίοι τεχνίται διετάχθησαν να κατασκευάσωσι το όργανον του μαρτυρίου, παρετηρήθη μετ' εκπλήξεως ότι ουδέν εκ των γνωστών ξύλων έστεργε να τηρήση την συνήθη απάθειαν, αλλ' ως αν εν τω οργανισμώ αυτού εφώλευε μυστηριώδες τι πνεύμα, διερρηγνύετο πανταχόθεν, και απεσκίρτα συστρεφόμενον και διακρούον την μανιώδη καταφοράν και παραλύον των εργατών τα τεχνάσματα. Αφ' ου εκ περιτροπής εβασανίσθησαν άπαντα, μόνη η Λοιδορία προσηνέχθη φιλικώς και ούτω μετά πολλούς αγώνας κατηρτίσθη το πολύμοχθον έργον.

Του δένδρου τούτου ο φλοιός, οι κλάδοι, τα φύλλα και εν γένει πάσα η κατασκευή διεγείρει ανεξήγητον αποστροφήν είτε διότι φαίνεται ως ειδεχθές έκτρωμα εν τη οικογενεία εις ην ανήκει, είτε διότι εις του λαού τα βλέμματα παρίσταται φέρον ανεξίτηλον το προαιώνιον στίγμα.

Οι δε επί των ορέων ξυλευόμενοι παραγκωνίζουσιν αυτό εκ συστήματος, φοβούμενοι μη τον πέλεκυν μολύνωσι, κυρίως δε μη την αγνότητα της φλογός μιάνωσιν, εισάγοντες αυτό εις την οικογενειακήν εστίαν. Ότι δε ο Ελληνικός λαός αποδίδει θρησκευτικόν σεβασμόν εις το πυρ, μαρτύριον έστω η καταρίθμησις αυτού μεταξύ των κυριωτέρων δυνάμεων της φύσεως και η διατύπωσις ιδιαιτέρας ορκομωσίας απαγγελλομένης συνήθως εν κρισίμοις περιστάσεσι και συνοδευομένης διά σχήματος όπερ εκτελεί τις ψαύων ταχέως διά του δείκτου και του λιχανού την φλόγα εκ των κάτωθεν προς τα άνω. ο τύπος του όρκου διαφέρει πολλάκις κατά την φράσιν, είναι δε πάντοτε ο αυτός ως προς την έννοιαν. » Μα το φως που μας φωτίζει. » — » Μα τη φωτιά που μας παραστέκει. »

Την φλόγα του πυρός θεωρεί επίσης ο λαός ως εξαγνίζουσαν και απομακρύνουσαν τα πονηρά πνεύματα άτινα δολίως πολιορκούσι τον άνθρωπον. Ούτω λ.χ. εντός του θαλάμου όπου κείται η λεχώ, αρτίως απαλλαχθείσα των ωδίνων του τοκετού, ουδείς εκ των έξωθεν του οίκου εισέρχεται νύχτωρ πριν ή διασκελίση ή ψαύση διά των δακτύλων την φλόγα.

Και αυτή της βασκανίας η διάγνωσις τελείται διά πεπυρωμένων ανθράκων, βαλλομένων εις ψυχρόν ύδωρ. Τότε ο μαντευόμενος προφέρει συγχρόνως το όνομα του πάσχοντος και αν αληθώς υπάρχη βασκανία, είς των ανθράκων κρημνίζεται μετά πολλού του ψόφου εις τον πυθμένα. Εννοείται οίκοθεν ότι η πράξις αύτη συνοδεύεται υπό μυστικών εξορκισμών. Τούτου πραχθέντος νίπτεται ο πάσχων διά του ύδατος του χρησιμεύσαντος εις την εκπλήρωσιν του μυστηρίου, πίνει και θεραπεύεται αυθωρεί.

Αλλ' επανερχόμενος επί το προκείμενον, λέγω, ότι τοιαύτης ούσης της περί λοιδορίας δημώδους παραδόσεως, έκρινα εύλογον να εισαγάγω αυτήν εις την διαδραματιζομένην σκηνήν, ως διά της παρουσίας αυτής προοιωνίζουσα την επικειμένην καταστροφήν.

Άστραψ' η πρώτη τουφεκιά… Χαρά 'ς το καρυοφύλλι.
Να μην πεθάνω εδώ με σας κ.τ.λ. σ. 101

Διασήμων τίνων όπλων η φωνή υπήρχε γνωστή, και δεν ήτο σπάνιον εν μέσω απείρων πυροβολισμών, γεγυμνασμένον ωτίον να διακρίνη εκ της εκπυρσοκροτήσεως, αν εκεί εμάχετο γνωστός τις φίλος ή εχθρός. Τούτο συνέβη και εν τη περιστάσει ταύτη, καθ' ην ο Διαμάντης αναγνωρίζει εκ του ήχου το όπλον του διαβοήτου Δίπλα, του γνωστού τούτου συνεταίρου του Κατζαντώνη.

Ότι δε το καρυοφύλλι (πώς να μη καταρασθώ την ανακάλυψιν του φίλου μου Κυρίου Σάθα!) εφημίζετο ως υπέρ παν άλλο ηχητικόν και βροντοφώνον δηλοί σαφώς το κλέφτικον αξίωμα,

        Αρμούτι έβγα 'ς τον πόλεμο, νταλιάνι 'ς το σημάδι
        Και καρυοφύλλι 'ς τη φωνή, σαν άξιο πολληκάρι.

» Βάσανα, μοιρολόγια. » σ. 105

Κρίνω εύλογον να σημειώσω ότι κυρίως μοιρολόγι σημαίνει θρήνος μετά νεκρικού άσματος. Απλαί δε οιμωγαί και ολολυγμοί, δι' ων αγγέλλεται τραγικόν τι συμβάν, λέγοντας απόφωνα.

» Τα λάγανά του αιμάτωσαν» σ. 105

Λάγανα. Τα έσωθεν των οδόντων ούλα των ίππων. Ταύτα οσάκις εξογκούνται εμποδίζουσι το ζώον να βοσκήση. Το δε νόσημα τούτο σημαίνεται διά της φράσεως. » Έχει τα λάγανα

» Και δε μου δείχνει μέτωπο» σ. 106

Όταν δεν παρουσιάζεται τις κατά πρόσωπον. Οι περίφημοι δε σκοπευταί δεν έστεργον να εμβάλωσι την σφαίραν άλλοτε ειμή εις το μέσον του μετώπου (καλούμενον σταυρός — αστέρι) ή της καρδίας. Διό και παρακατιών φοβούμενος ο Διαμάντης μετά τον πυροβολισμόν μη παρέδραμεν, ερωτά περί τούτου τον Μήτρον.

» Θα να τον τρώγη το αίμα. σ. 106

Φράσις εμφαίνουσα κακόν τι προαίσθημα και επικείμενον δυστύχημα.

» Ερρέκαξε ο δερβίσης.» σ. 106

Το ρεκάζω, σημαίνει εκπέμπω φωνήν απότομον προκαλουμένην υπό σφοδροτάτου και αιφνιδίου άλγους. Είναι στεναγμός του προσβαλλομένου υπό απροσδοκήτου θανάτου. Συνηθέστερον επί ζώων, κυρίως, αιγών ή τράγων, όταν σφαδάζωσιν υπό την μάχαιραν. «Τώδωσε όσο που ερρέκαζε» — Θα σε κάμω να ρεκάξης» = Εμαστίγωσεν αυτόν μέχρι θανάτου. Θέλω σε εξοντώση, καταστρέψη.

        Μες 'ς τη ραφή, Διαμάντη,
Του ξήλωσες τα καύκαλα. κ.τ.λ. σ. 106

Ραφή, η ραφή ήτις συνδέει τα δύο ημικράνια. Καύκαλα και κούτελο το έμπροσθεν μέρος του κρανίου.

» Τα χρόνια τους πρωτομαγιαίς. » σ. 107

Στρατολογήσας εν βία ο Ομέρ Βριόνης είχε παραλάβει πολλούς νεανίσκους αλβανούς και περί τούτων γίνεται λόγος ενταύθα,

«Εκείνος είναι νειώτερος… θα πάρη τώνομά σου» σ. 109

ο Δίπλας, ιδών ποτε τον Κατζαντώνην προκινδυνεύοντα, τους δε πολεμίους αθρόους επιπεσόντας επ' αυτόν άμα εξαγγείλαντα το ίδιον όνομα, και ελπίζοντας να τον ζωγρήσωσιν ή αποκτείνωσιν εισορμήσας εκραύγασε. »Μη τον πιστεύετε, εγώ είμαι ο Κατζαντώνης. Αν σας βαστά, βαρείτε μου.» Τότε δη στρέψαντες οι εχθροί κατ' αυτού τα όπλα εθανάτωσαν τον εκουσίως εαυτόν προσενεγκόντα θύμα υπέρ της φιλίας.

» Παιδιά, 'ς το μοναστήρι. σ. 110

Εννοείται η μονή της Δαμάστας όπου ο Διάκος πολεμών απεσύρθη και έμεινε μέχρι τελευταίας στιγμής, η θέσις αύτη, κατα τον Κύριον Τρικούπη καλείται Ποριά.

        Δεν τώμεινε 'ς το χέρι,
Παρά μια σπιθαμή σπαθί. κ.τ.λ. σ. 111

Υπάρχει αναντίρρητον ότι τότε μόνον συνελήφθη ο Διάκος αφ' ου και το πυροβόλον διερράγη και το ξίφος αυτού εθραύσθη. Επίσης διαβεβαιούσι πάντες ότι είχε τραυματισθή καιρίως κατά τον ώμον.

Και δεν επρόφτασε να 'πή τον ύστερό του λόγο σ. 112
Πούχανε βγει τα δυο θεριά και τάχε αρπάξη η φλόγα.

0 Καλύβας και ο Βαχογιάννης αντέσχον σχεδόν μόνοι κατά πολυαρίθμων εχθρών ωχυρωμένοι εντός του μικρού ξενοδοχείου της Αλαμάνας. Αλλ' ότε είδον τον αρχηγόν αιχμάλωτον, τότε ξιφήρεις πεσόντες κατά των πολεμίων εθανατώθησαν. Βλέπων αυτούς μακρόθεν ο Διάκος και εκτιμών την απαραδειγμάτιστον γενναιότητα ανέκραξε

Δέκα χιλιάδας με κρατούν

τουτέστι με κωλύουσι να δράμω προς βοήθειαν.

Και μένουν έρμα τα Θερμιά. 113

Μετά την νίκην ο Τουρκαλβανικός στρατός επανήλθεν εις Ζητούνι φέρων εν θριάμβω τας κεφαλάς των φονευθέντων και δέσμιον τον Διάκον. Τα εν τοις επομένοις άσμασιν ιστορούμενα θεωρούνται επομένως ως συμβάντα εν Λαμία. Εφ' άπαξ δε οφείλω να διαδηλώσω ότι, εάν προς ταις ιστορικαίς σημειώσεσιν αναγκαίον έκρινα να προσθέσω και διαλεκτικά τινα, ουχί σχολαστικής επιδείξεως χάριν ήλθον εις τοιαύτας διατριβάς, αλλ' ίνα ερμηνεύων λέξεις και φράσεις ουχί συνήθεις παρά πάσι τοις Έλλησι, παράσχω αφορμήν εις ερεύνας δυστυχώς μέχρι τούδε παραμεληθείσας, επί βλάβη της εθνικής ημών γλώσσης, ήτις αδιασπάστως συνδέεται μετά της ιστορίας των Ελληνικών γραμμάτων.