WeRead Powered by ReaderPub
Αθανάσης Διάκος - Αστραπόγιαννος cover

Αθανάσης Διάκος - Αστραπόγιαννος

Chapter 14: Σ Η Μ Ε I Ω Σ Ε Ι Σ.
Open in WeRead

Explore more books like this:

About This Book

It opens with a prologue that depicts a mother’s anguished vigil at a fresh grave and the narrator’s moved response, presenting a funeral lament that becomes poetic inspiration. The work blends elegiac poetry with biographical narrative, tracing the subject’s family background, youth, involvement in armed bands and regional conflicts, the deaths of relatives, and the subject’s own martyrdom. Reflections on mourning, sacrifice, and the poet’s duty to preserve memory are interwoven with folkloric phrasing and historical detail, framing individual loss as part of a wider struggle for communal renewal.

ΑΘΑΝΑΣΗΣ ΔΙΑΚΟΣ.

ΑΣΜΑ ΤΕΤΑΡΤΟΝ ΑΠΟΚΑΛΥΨΙΣ.

        Κοιμάται ακόμα η Αρβανιτιά, χορτάτη, αποσταμένη,
        Μες 'ς την πυκνή τη χλωρωσά. Τόσαις χιλιάδαις κόσμος,
        Κι' ούτ' ένα όνειρο γλυκό, ούτ' ένα καρδιοχτύπι!
        'Σ του ύπνου της τη συγνεφιά δεν έλαμπαν ελπίδαις,
        Δε φέγγει πόθος μακρυνός. 'Σ τα μάτια της μαυρύλα
        Και 'ς την καρδιά της ερημιά. Τανθρώπινα κοπάδια
        Απ' το βαρύν τον κάματο, βουβά, αποκαρωμένα,
        Μες 'ς τα λουλούδια ταπριλιού μαυρολογούν, πλαγιάζουν,
        Σαν νάτανε συντρίμματα, χορταριασμέναις πέτραις
        Όπου είχε πάρη ο χαλασμός από κανέναν πύργο
        Και τάχε σπείρη εδώ κ' εκεί με του σεισμού το χέρι.

        Ακόμα η Πούλια είναι ψηλά και της αυγής ακόμα
        Τωρνίθι δεν ελάλησε. Προτού να βασιλέψη
        Το δρέπανο του φεγγαριού 'ς ενός βουνού τη ράχη
        Εστάθηκε για μια στιγμή και πικραμένο ρίχνει
        Την ύστερή του τη ματιά 'ς το έρμο το Ζητούνι.
        Εμαύρισαν η λαγκαδιαίς. 'Σ το μελανό του κύμα
        Ταγέρι πνίγει τα σπαρτά, τα δέντρα, τα λιβάδια,
        Γένονται θάλασσα η στερηαίς, λες ότι αυτό το βράδυ
        Ήρθε με δυο μεσάνυχτα κι' αργεί να ξημερώση.

        Μες 'ς το σκοτάδι το βαθύ χιλιόχρονο ρουπάκι
        Φοβέριζε τον ουρανό με ταγριομάνητό του.
        Στοιχειό της γης περήφανο, βουλήθηκε να φτάση
        Τα σύγνεφα με τα κλαριά, τον άδη με τη ρίζα,
        Και δεν ανανοήθηκε που ο χαλαστής ο χρόνος
        Τούχε φωλιάση 'ς την καρδιά και τώσκαφτε λαγούμι
        Δουλεύοντας σιγά σιγά με τα σκυλόδοντά του.

        Εις το βαρύν τον ίσκιο του, περίχαρο λουλούδι
        Ποτέ δεν εξεφύτρωσε. Ούτε το χαμομήλι
        Ούτε η χολάτη η κυκλαμιά. Ολόγυρά του σπλόνοι
        Και δρακοντιαίς φαρμακεραίς. 'Σ το χώμα κάπου κάπου
        Σπαρμένα ραχοκόκκαλα, που τάχε ξεσαρκώση
        Ο τραπεζίτης του σκυλιού, του κόρακα το νύχι,
        Εσέποντο χωρίς ταφή. Κι' ανίσως πλανεμένος
        Κανείς εδιάβαινε απ' εκεί κ' ένοιωθε τα σαράκια
        Να πριονίζουν άγρυπνα τα κούφια κατακλείδια,
        Κι' ολονυχτύς να τρίζουνε, έκανε το σταυρό του
        Κι' ούτε που γύριζε να ιδή το φοβερό το δέντρο,

        'Σ τη μαύρην την κουφάλα του εμόνιαζε ένας γύφτος,
        Γέροντας, κακοτράχαλος, βουβός, φωτοκαμένος,
        Ανάθρεμμα της ευλογιάς, της λώβας στερνοπαίδι.
        Τον έβοσκε βαθύ χτικιό, του θέριζε τα σπλάχνα
        Έχθρα κρυφή, παντοτεινή, για τάνθη, για ταστέρια
        Για του παιδιού την ευμορφιά, κ' έτρωγε με το μάτι
        Ό,τι το χέρι το σκληρό δεν έφτανε να φθείρη.
        Έκλωθε τη σαπύλα του στρωμένος 'ς τα ξεσκλίδια
        Που τώφερνε πάσα φορά το κλεψιμιό, η κρεμάλα.
        Αχώριστοί του σύντροφοι, σφυριά, τριχιαίς, αμμώνι,
        Στουρνάρια για το γδάρσιμο, παληόκαρφα, ψαλίδαις,
        Μια νυχτερίδα, ένας σκορπιός, μια κίσσα, μια χελώνα.
        Κανένας δεν εγνώριζε 'ς τη Λιβαδειά πώς ήρθε.
        Τον είχε ρίξη σύγνεφο;… Τον είχανε ξεράση
        Τα χώματα του ρουπακιού;… Κανένας δεν το ξέρει.
        Όταν τη νύχτα 'ς τον τροχό τα σύνεργα επερνούσε
        Κι' ανάδευε τα χέρια του κ' έτρεμε το κεφάλι,
        Παρασαρκίδα αφύσικη μες 'ς την κοιλιά του δέντρου,
        Εφάνταζεν από μακρά ότι ήτον θεριεμένο
        Χταπόδι 'ς τη θαλάμη του που πρόσμενε κυνήγι
        Κι' ανήσυχο παράδερνε με τους αποκλαμούς του,

        'Σ αυτόν το λάκκο από βραδύς θαμμένος είν' ο Διάκος,
        Ταστροπελέκι του βουνού σβυέται 'ς αυτό το μνήμα.
        Χαρούμενο 'ς τ' αρπάγια του τον έχει το σφαλάγγι
        Και του βυζαίνει την ψυχή. Ξεραίς παλαμονίδαις
        Του στρόνει μέσα 'ς τη σπηλειά και τόνε ρίχνει επάνω.
        Με δαγκανάρια, με σχοινί τα χέρια ξεκλειδόνει
        Και τα φορτόνει σίδερα, του δένει τα ποδάρια,
        Χαλκά του σφίγγει 'ς το λαιμό. Τα στήθια του πλακόνει
        Μ' έν' αγκωνάρι κοφτερό. Τα σερπετά μαυλίζει
        Και τα τινάζει επάνω του… Ύστερα, διπλοπόδι,
        Τα παραμόνευε ο φονιάς μην αποκοιμηθούνε
        Κι' αφήσουν ατελείωτο το νυχτοκάματό τους.
        Ακοίμητο, αγρυπνούσ' εκεί και του Θεού το μάτι.

        Χιλιάδαις ήρθανε με μιας τριγύρω 'ς το Θανάση
        Ψυχαίς μεγαλοδύναμαις από τον άλλον κόσμο
        Με τα παληά τους βάσανα, με την παλληκαριά τους,
        Και του φιλούν το μέτωπο και τον περιδροσίζουν.
        'Σ τη σκοτεινή του φυλακή, γαλανοφορεμέναις,
        Απλόνουν τα φτερούγια τους κ' επάνωθέ του ανοίγουν
        Βαθύν απέραντο ουρανό και του τον αστερόνουν
        Μ' αθάναταις ενθύμησαις, μοσχοβολιαίς του τάφου.

        Καταίβηκε ο Φιλόθεος με θυμιατό 'ς το χέρι
        Και λιβανίζει κ' ευλογά. Μαζύ του κι' ο Δημήτρης
        Κρατώντας 'ς το δισάκκι του κρυμμένα του Δεσπότη
        Ταγαπημένα λείψανα, σαν να ζητούσε ναύρη
        Λιγάκι χώμα, ψυχικό, ελεύθερη μιαν άκρη
        Πα να τα θάψη ο δύστυχος. Τους συντροφεύει ο Κούρμας,
        Πλατύς ψηλός σαν έλατος κι' ο Πάνος Μεϊντάνης
        Με το μικρό Χορμόπουλο και με το Σπαθογιάννη.
        Είδε του Βάλτου το θεριό, το Χρήστο το Μιλλιόνη,
        Με τη στερνή του την πληγή. Το Γιάννη Μπουκουβάλα
        Γυμνό βαστώντας το σπαθί σαν νάφτανε τρεχάτος
        Ψηλ' από το Κεράσοβο. Σιμά του ο Μητρομάρας.
        Εφάνηκε ύστερα ο Σταθάς, θολός, ανταριασμένος,
        Θαλασσοπούλι πώσταζεν αφρούς απ' την Κασσάνδρα.
        Ο Ζήδρος ο ανήμερος. Ο Θύμιος ο Βλαχάβας,
        Πούχε παράπονο κρυφό γιατ' ήτον πεθαμένος
        Και δεν μπορούσε μια φορά να μαρτυρήση ακόμα
        Για τώνειρό του το γλυκό. Ο Βλαχαρμάτας Βέργος.
        Ο Λιάς από τη Βίδαβη. Επέρασε ο Λαμπέτης
        Και δείχνει τ' Αστραπόγιαννου την κάρα ματωμένη
        'Στήν αγκαλιά του την πιστή. Εκεί κι' ο Αμπελογιάννης
        Με τρεις θηλειαίς που εσφίγγανε τον άγριο το λαιμό του.
        Ο Κωσταντάρας πώφερνε 'ς τον ώμο το παιδί του
        Σφαμμένο με τα χέρια του, μονάκριβή του κλήρα,
        Γιατί, κακούργιο, εντρόπιαζε, τάρματα, τη γενειά του.
        Ο Λάζος, ο Βρυκόλακας, ο γέρο Κώστα Πάλλας,
        Ο Καλιακούδας ο Λουκάς, ο Χρόνης, ο Γυφτάκης,
        Τ' Ανδρούτζου τάσπρο φάντασμα, τρανό σαν το Βελούχι
        Με τον ψυχοπατέρα του το Βλάχο το Θανάση,
        Λειοντάρια που δεν άφιναν τον άδη 'ς ησυχία.
        Ο Λιάκος απ' τον Όλυμπο. Εκεί κι' ο Κοντογιάννης
        Που γύρευε συχώρεση να πάρη για το Μήτζο.
        Ο Κατζαντώνης πώδειχνε με κρυφοπερηφάνια
        'Σ τα κόκκαλά του το σφυρί… Ο Δίπλας 'ς το πλευρό του.
        Ο Αλέξης ο Καλόγερος, οι Κατζικογιανναίοι,
        Αχώριστοι 'ς το σκοτωμό, 'ς το μνήμ' αδερφωμένοι.
        Της Λάμιας ο σταυραητός πλακόνει ο Χρήστος Γρίβας.
        Σε φλογισμένο σύγνεφο διαβαίνει θρονιασμένος
        Εμπρός 'ς το Διάκο ο Σαμουήλ, της Κιάφας ο προφήτης.
        Κρατεί 'ς τη ζώνη τα κλειδιά που πήρε από το Κούγγι
        Όταν τον έφαγε η φωτιά. Αχτίδαις τα μαλλιά του
        Τα γένεια σπίθαις και καπνός. Οι πέντε του συντρόφοι
        'Σ τον ώμο τους τονέ βαστούν. Ανέμιζαν τριγύρω
        'Σ το φοβερό καλόγερο παιδιά βυζασταρούδια,
        Αγράμπελαις που εφύτρωσαν 'ς το βράχο του Ζαλόγγου,
        Καθένα τούχε η μάνα του 'ς την τραχηλιά της ρόδο.
        Κι' ανάμεσό τους φαίνεται ο γέρο πολεμάρχος
        Σαν περατάρης γερανός που σέρνει 'ς τα φτερούγια
        Τα χηλιδόνια του Μαρτιού δαρμέν' απ' την αντάρα.

        Μ' ανέλπιστη παρηγοριά ο πεθαμένος κόσμος
        Το πονεμένο το κορμί ραντίζει του Θανάση,
        Κ' επίστεψεν από μακρά ότ' είδε το λημέρι
        Που την ψυχή του επρόσμενε. Ερρίζωσε η καρδιά του
        Βαθύτερα 'ς τα σωθικά, του φώλιασε 'ς τα μάτια
        Γλυκειά της μάνας του η ευχή. Σκοτείδιασε το φως του
        Κι' αποκαρώθηκε ο φτωχός. Τα σερπετά δειλιάζουν
        'Σ τ' αγώγι τους και φεύγουνε. Νεκρόνεται κι' ο γύφτος,
        Η φύσις όλη εσίγησε, λες κ' ήθελε ν' αφήση
        Ελεύθερα να καταιβούν τα ονείρατα του Διάκου.

***

        Κ' ιδού του κάστηκε με μιας ότ' είδε την κουφάλα
        Του δέντρου ν' αναδεύεται. Του ρουπακιού τα φύλλα
        Να πέσουν όλα καταγής, να μεταμορφωθούνε
        Να γένουν σάρκαις ζωνταναίς, και τάψυχο το ξύλο
        Να λάβη ανθρώπινη μορφή. Η φλούδα μοναχή της
        Χωρίζει, ξεδιπλόνεται, και τότε με το χέρι,
        Το σιωπηλό το φάντασμα που στέκει επάνωθέ του,
        Τη σήκωσε, την έρριξε 'ς την πλάτη του σα ράσο,
        Κ' έμειν' εμπρός του ακίνητο… Τριγύρω 'ς το λαιμό του
        Χαράκι κόκκινο βαθύ, σαν νάθελε περάση
        Εκείθε η κόψη του σπαθιού…

— Χριστός ανέστη, Διάκε!…

         — Παπά, τι θέλεις από με;… πούθ' έρχεσαι;… ποιος
                                                   [είσαι;…

         — Ποιος είμαι, Διάκε;… και ρωτάς;… κύτταξε… ο
                                                     [Ησαΐας.
        Έλα μαζύ μου γρήγορα μη μας προλάβ' η μέρα.

— Δεσπότη μου, μ' εδέσανε … Τα σίδερά μου κόψε.

— Θανάση, μην είσ' άπιστος …Δε σε κρατεί κανένας.

        Ανέβηκαν μεισουρανύς. Πετούν… Πετούν ακόμα ..
        Αφίνουν πίσω τους βουνά και πέλαγα κι' αστέρια.
        Τρυγόνια διαβατάρικα που πήγαιναν 'ς τη Δύση
        Τους απαντούν 'ς τα σύγνεφα και τους καλημερίζουν.
        Ο Διάκος τα χαιρέτησε, ταυλόγησε ο Δεσπότης
        Και τα ρωτά πού θα σταθούν να ξεκαλοκαιρέψουν,
        Κ' εκείν' απηλογήθηκαν: — » 'Σ τα Σάλονα, 'ς την Κιόνα,
        'Στη Λιάκουρα τη δροσερή, 'ς της Γούρας τ' ακροβούνια» —
         — » Αλλάξετε το δρόμο σας, πουλιά μου ευλογημένα,
        » Συρέτε αλλού να ζήσετε και να ζευγαρωθήτε.
        » Εκεί εθολώσαν τα νερά, είναι φωτιά ταγέρι,
        » Και δε θαυρήτε για φωλειά ούτε κλωνί χορτάρι.» —

        Η δυο ψυχαίς πάντα, πετούν… Πετούν ολίγο ακόμα
        Και φτάνουν 'ς ένα ψήλωμα…

                                — Θανάση, στάσου τώρα
        Κι' ολόγυρά σου κύτταξε.

                       — Δεσπότη!… Ποια είν' εκείνη
        Η χώρα που μαυρολογά, χτισμένη 'ς εφτά ράχαις;..
        Μου φαίνεται άγρια θάλασσα, και το ροχχάλιασμά της
        Τακούω που φτάνει ως εδώ;…

                                        — Προσκύνησε το θρόνο
        Του πρώτου μας του Βασιλειά, το μνήμα του στερνού μας..
        Πώς τρέμεις, Διάκε; Γιατί κλαις;.. Θανάση!… είναι δική
                                                            [μας

— Ελεημοσύνη… Ένα σπαθί… Πριν φέξη τήνε πέρνω.

         — Διάκε, δεν ήρθ' η ώρα μας. Θα βαφτιστούμε πρώτα
        'Σ το αίμα, 'ς τα παθήματα και κοφτερά στουρνάρια
        'Σ το μετερίζι του βουνού το γόνα μας θα τρίψουν.
        Θα πιούμε τον ιδρώτα μας. Θα μείνη μαύρη χήρα
        Η γη μας η ταλαίπωρη και τα κοιλόρφανά της.
        Θα μάθουν να χορταίνουνε λαθύρια, βρακανίδαις,
        Και του νερού τα κάρδαμα, παρά να τα σαρκόνη
        Του ξένου το άτιμο ψωμί, πώχει προζύμι πάντα
        Φαρμάκια, καταφρόνεσαις, περίγελα και δάκρυ.
        Τότε θαρθή περήφανο το γένος να χτυπήση
        Τη θύρα της Αγιάς Σοφιάς με του σπαθιού τη φούχτα,
        Τα σιδερένια μάνταλα, 'ς την προσταγή θα πέσουν,
        Κ' εκεί που τώρ' ανάσκελα, μ' ολόρθα δαγκανάρια
        Με το λαρύγγι διάπλατο, θρασομανάει και χάσκει
        Το μισοφέγγαρο χρυσό, σαν νάθελε με πείσμα
        Αφ' ου μας έφαγε τη γη, να πιη τον ουρανό μας,
        Ο Σταυρωμένος θα σταθή… Μην κλαις… είναι δική μας.

— Κ' εμείς, πατέρα μου, οι φτωχοί, θάμεθα πεθαμμένοι;…

— Θα να χτιστή με κόκκαλα το μακρυνό γεφύρι.

        Μην ήσαι, Διάκε, αχόρταγος. Κύτταξ' εκεί ποιος άλλος
        Με το κορμί τα θέμελα θα να στοιχειώση τώρα.
        Θανάση μου! Γονάτισε … κρεμούν τον Πατριάρχη.

        Εγονατίσανε βουβοί. Κ' ευθύς 'ς την έρμη χώρα
        Έβρεξε φως από ψηλά και τήνε πλημμυρίζει.
        Και κόσμον είδανε πολύν, σιμά 'ς το περιγιάλι
        Να μερμηγκιάζη ανήσυχος και μέσ' απώνα ξύλο,
        Όπου είχε αράξη βιαστικά, το Γέρο να προβάλη
        Με τ' απανωκαλύμμαυκο, με το ραβδί 'ς το χέρι.
        Τα βάσανά του, η αγρυπνιαίς, τα χρόνια του, η νηστείαις,
        Το φοβερό το μυστικό, που εκράτει κλειδωμένο
        Βαθειά ς' τα φυλλοκάρδια του, τον είχανε συντρίψη
        Κ' είναι το πάτημά του αργό. Φονειάδες λυσσασμένοι
        Τον έσπρωχναν να περπατή και τα γεράματά του
        Περιγελούσανε σκληρά: — » Τη λαγουριά σου χτύπα…
        «Εμπρός… κ' οι λύκοι, ποιστικέ, θα φαν τα πρόβατά σου.»

        Τον έσυραν 'σε μια αδειά… Πέφτει 'ς τη γη… Σταυρόνει
        Τα χέρια να τον κόψουνε… «Εμπρός… εμπρός… Δεσπότη
        Δεν έχεις σβέρκο για σπαθί… Ακαίρηος θα πεθάνεις.» —

        Μουγκρίζει ο ανεμοστρόβιλος. Σφιχτά τον αγκαλιάζουν
        Και τόνε διώχνουν παρεμπρός: «Μόχτα.. Δεσπότη… μόχτα
        »Και 'ς το πατριαρχείο σου θαυρής να ξαποστάσης.»
         — Κι' ανεμοδέρνει ταλαφρό, το μαραμμένο φύλλο.
        Αφ' ου τον έφεραν εκεί κι' αφ' ου τον παραδώκαν
        Εβουβαθήκανε με μιας. Ένας 'ς τον άλλο επάνω
        Λαχομανούν, αφρίζουνε.. 'Σ τη μεσινή τη θύρα
        Σε λίγο τρίζει το σχοινί… Αλλαλαγμός, κατάραις…
        Σπαράζει τάγιο λείψανο… Ταχόρταγα τα όρνεια
        Ολόγυρά του σφίγγονται… Του ξέσχιζαν τα ράσα…
        ξεγύμνωσαν τα στήθια του κ' εφάνηκε 'ς τον ήλιο
        Απόκρυφη λαβωματιά… Πλευρόνουν την κρεμάλα
        Γρηαίς αρκουδογύφτισαις και με τα δοκανίκια
        Του δέρνουνε το πρόσωπο… Πλακώσαν κ' οι Εβραίοι
        Και ξεκρεμάσαν το νεκρό… Αρπάζουν την τριχιά του,
        Δαιμονισμένοι τρέχουνε… Οπίσωθε αλυχτούσαν
        Χιλιάδαις σκύλοι νηστηκοί… Εφτάσαν 'ς τακρογιάλι…
        'Σ του Πατριάρχη το λαιμό, δένουν σφιχτά μια πέτρα
        Και μ' ένα ρυάσιμο βραχνό που τάκουσαν οι τάφοι
        Και τα παιδιά μες 'ς την κοιλιά, 'ς τα χέρια τόνε πέρνουν
        Και τον πετούν 'ς την θάλασσα.,. Νυχτόνει… ο πεθαμμένος
        Προβαίνει 'ς την αστροφεγγιά… Σιωπηλά ταγέρι
        Φυσσά μες 'ς τάσπρα του μαλλιά… Το λείψανο αρμενίζει.
        Τακολουθούν τα κύματα… Η νεκροσυνοδεία
        Σένα καράβι σταματά… Του μάρτυρα τα πόδια
        Χτυπούν τη πρύμμη μια φορά… χτυπούν πάλαι την πλώρη
        Ετρύξανε η ξυλοδεσαίς … Ξυπνούν … τον ανεβάζουν
        Εμπρός του γονατίζουνε… Ο πρωτοσύγκελλός του
        Τόνε γνωρίζει… του φιλεί το μέτωπο, τα χέρια…
        Σηκόνουνε το σίδερο… Με τα πανιά απλωμένα
        Σχίζει την άβυσσο ο νεκρός 'ς το ξυλοκρέββατό του…

         — Θανάση μου, ενικήσαμε!… το ψυχομάχημά του
        Μεταλαβή κι' αντίδωρο…

                             — Πατέρα, δε θα νάρθη
        Για μας, που προοιμίζομε, Δευτέρα Παρουσία
        'Σ αυτήν την ακροπελαγιά;… Αυτό το έρμο χώμα
        Δε θα το ιδούν ελεύθερο μια μέρα οι πεθαμμένοι;

— Πίστευε, Διάκε, 'ς του θεού την παντοδυναμία.

         — Δεσπότη μου!… πνευματικέ!… 'Σ του δέντρου την
                                                    [κουφάλα
        Πριν ξημερώση να με πας… Και μη με παραιτήσης…

— Θα σούναι πάντα 'ς το πλευρό μ' εμέ κι' ο Πατριάρχης.

        Απλόνουν πάλαι τα φτερά. Συχνά, συχνά ο Θανάσης
        Πετώντας έστρεφε να ιδή, 'ς τη νεκρωμένη χώρα
        Το θόλο της Αγιάς Σοφιάς, όπου φεγγοβολούσε
        'Σ το πρώτο γλυκοχάραμμα, όσο που λίγο, λίγο
        Τον έχασε απ' τα μάτια του. … Ελάλησε τωρνίθι
        Και τώνειρό του εσβύστηκε… Ξυπνά και βλέπει ακόμα
        Το γύφτο που ροχχάλιαζε κ' επάνωθέ του μαύρα
        Του φοβερού του ρουπακιού, τα φύλλα, τα κλωνάρια.

Σ Η Μ Ε I Ω Σ Ε Ι Σ.

«Κοιμάται ακόμα η Αρβανιτιά» σ. 137

Μετά την εν Θερμοπύλαις μάχην επανήλθεν ο Τουρκαλβανικός στρατός εις Λαμίαν (Ζητούνι) ολίγον απέχουσαν εκείθεν παρίστανται δε οι εχθροί διεσπαρμένοι, και υπνώττοντες κατά τους εκτός της πόλεως αγρούς.

«Χιλιόχρονο ρουπάκι» σ. 138

Ρουπάκι είδος δρυός. Quercus robur. Εκ των ωραιοτέρων και ρωμαλαιοτέρων της μεγάλης ταύτης οικογενείας διακλαδώσεων. Η κυρίως δρυς καλείται δένδρον, ίσως ως το κατ' εξοχήν φυτόν καθώς και άλογον ο ίππος. Η δε μακροβιότης του ρουπακιού κατήντησε παροιμιώδης.

«Φοβέριζε τον ουρανό με ταγριομανητό του » σ. 138

Αγριομανώ ως το υλημανώ των αρχαίων εις δήλωσιν υπερβαλλούσης βλαστήσεως όθεν και το «όταν αι σποραί αγριομανούν, θρέφουν του εαυτού των.» Σημειώ δε την φράσιν διά την παράδοξον σύνταξιν του θρέφω μετά γενικής και την ουχ ήττον παράδοξον έννοιαν ότι τα υλημανούντα φυτά δεν φέρουσι καρπόν ως αναλισκομένης πάσης της ζωτικής αυτών ουσίας εις διατροφήν των φύλλων. Τούτο συμβαίνει συνήθως όταν ο σπόρος ρίπτεται εις τόπους αρτίως καλλιεργηθέντας, αλλά εκ πολλού μείναντας χέρσους. Υπάρχουσι δε και άλλα ομοίως συντεθειμένα ρήματα, εν οις το δεύτερον της συνθέσεως μέρος επιτείνει την σημασίαν του πρώτου.

«Ούτε η χολάτη η κυκλαμιά. σ. 138

Κυκλαμιά, κυκλαμινιά, περικλαμιά. Κυκλάμινος των αρχαίων. Cyclamen ouropaeum. Χαριέστατον άνθος αναφυόμενον κατά τας πρώτας ημέρας του φθινοπώρου. Τα φύλλα αυτής έχουσι χρώμα πράσινον βαθύ, μαρμαροειδές, όθεν και το επίθετον χολάτη.

Η ρίζα φυματώδης, μελανή έξωθεν, ερυθροειδής έσωθεν. Οι αλιείς, όταν δεν δύνανται άλλως να ελκύσωσιν έξω του κατοικητηρίου του τον πολύποδα προσαρμόζουσιν αυτήν εις μακρόν κάλαμον, και εισάγουσιν εις την κοίτην του ζώου. Προς τοιαύτην δοκιμασίαν ουδ' ο ισχυρογνωμονέστερος πολύπους αντέχει, αλλ' εξέρχεται βιαίως και τότε τιτρώσκεται διά του αλιευτικού όπλου όπερ καλείται διγόφι. Το μηχάνημα τούτο εν τη φρασιολογία των αλιέων λέγεται «βάλλω φωτιά» ίσως διά την βιαίαν εξόρμησιν του πολύποδος ώσπερ φεύγοντος το πυρ.

Οι χοίροι λαιμάργως καταβιβρώσκουσι την ρίζαν όθεν πολλάκις η κυκλαμιά καλείται γουρουνοχόρτι.

«Ολόγυρά του σπλόνοι. » σ. 138

Σπλόμος, ο φλόμος των αρχαίων. Verbascum Thapsus. Και διά της ρίζης του φυτού τούτου δηλητηριάζοντες οι αλιείς τα θαλάσσια ύδατα συλλαμβάνουσι τους προστυγχάνοντας ιχθύας. Το άνθος αυτού κιτρινωπόν, ουδεμίαν έχει γνωστήν παρά τω λαώ χρήσιν. Υπάρχει και ρήμα σπλονίζω εις δήλωσιν της διά του φυτού τούτου γινομένης δηλητηριάσεως. Σπλονίζει δε και σπλομανάει ή σπλονομανάει το μάτι ταυτόν τω άλλεται ο οφθαλμός.

Γράφων περί των φυτών τούτων οφείλω να εκδηλώσω την λύπην ην αισθάνομαι βλέπων όλως παρημελημένην την έρευναν, δι' ης ήθελον συναχθή πολλά ονόματα ικανά να διαφωτίσωσι την αρχαίαν βοταναλογίαν και να προσθέσωσιν εις την θεραπευτικήν πλούτον ουχί ευκαταφρόνητον. Εκτός των εν κοινοτάτη χρήσει ανάξια προσοχής δεν είναι και τα επόμενα. Αγιανίτης, αγιόκλιμα, αγκλέουρας, αδεσκιαμός, αζώηρος, βλίτον, βοϊδόγλωσσος, γουργογιάννης, γριπάρι, ζόγγος, ζόχος, κορκόνδυλος, κρίτανον, κούλιανδρος, καπνίδι, λοβοδιά, λύκος, λάπατον, μελιός, νεροκράτης, οβρυά, πεντενεύρι, περδικάκι, πρικάγγουρο, σκολύμπρι, στεκούλι, σταρίδα, σμέρνα, σαρκοθρέφτης, τριβόλι, φράξος, φελίκι, φορδοκοκήλα, φλισκούνι, χύμελη, ίλακας, σκορπίδι, σπάρτο, καταποδάκι, αλογουρά, αλωπουρά, παπύρι, λεύκα, πρισμάκι, λαγωγρίδα, αχάλι, αύκος, σκορδαψός, χορτάρι της Παναγιάς, και μυρία άλλα ή όλως άγνωστα προς εμέ ή κατά την στιγμήν ταύτην μη παριστάμενα εις την μνήμην μου.

Υπάρχουσιν ευτυχώς εν Ελλάδι δύο αξιόλογοι βοτανικοί ο Κύριος Θεόδωρος Ορφανίδης όστις προς τοις άλλοις διά της ποιητικής του ευφυίας ηδύνατο ευστόχως να διαδώση γράφων μέγα μέρος του δημώδους των φυτών ονοματολογίου, και ο εκ Λευκάδος Πέτρος Βριόνης όστις και μεγάλας κατέβαλε προσπαθείας εις καταρτισμόν του Ελληνικού βοτανολογίου και πολλά της Ελλάδος διέτρεξεν όρη, αδρώς μισθοδοτούμενος υπό του επιστήμονος Βρετανού Κυρίου William Herbert, Deen of Manchester, αδελφού του Κόμητος της Κορνουάλης (15)

Αλλ' ενώ πάντες αγωνιώσι προς εύρεσιν του αρχαίου ονόματος ή του αντιστοιχούντος λατινικού, ας ασχοληθώσιν απ' εναντίας ιχνηλατούντες την δημώδη κυριολεξίαν, ιδίως δε την χρήσιν εκάστου φυτού παρά τω λαώ. Φρονώ και αδιστάκτως διαβεβαιώ, ορμώμενος εκ της μικράς μου πείρας, ότι πολλά μυστήρια θέλουσιν ανακαλυφθή διά ταύτης της ερεύνης και θέλει προκύψη ότι συν τοις άλλοις ο ελληνικός λαός διατελεί εισέτι ο πιστός φύλαξ της θεραπευτικής επιστήμης των αρχαίων προγόνων του.

Αποτεινόμενος δε προς τον φίλον Βριόνην λέγω, ότι άν ποτε στέρξη τοιαύτην τινα αληθώς εθνοφελή να παράσχη υπηρεσίαν, θέλει αναμφιβόλως ευεργετήση την δημοτικήν ποίησιν και ταυτοχρόνως θέλει δώση πλήρη και δικαίαν ικανοποίησιν εις πάντα τα τρυφερά άνθη, όσα σκληρώς συνέθλασαν και κατεμάραναν οι πόδες του αρειμάνιου Ομέρ, ομαίμονος συγγενούς αυτού, και καταγομένου εκ των πάλαι δεσποσάντων της Μουζακίας Παλαιολόγων.

« Κ' ένοιωθε τα σαράκια. » σ. 139

Σαράκι. Το γνωστόν έντομον το νύχτα και ημέραν εργαζόμενον και διά της επιμονής αυτού τρίβον αρχαία ξύλα ή οστά. Πάντες βεβαίως γινώσκουσι τον μονότονον και έρρυθμον τρυγμόν του ζωυφίου τούτου και την δυσάρεστον εντύπωσιν ην προξενεί ιδίως εν ώρα νυκτός. Σαράκι, μεταφορικώς κρυφία θλίψις φθείρουσα ηθικώς τον άνθρωπον. «Τώχω σαράκι 'ς την καρδιά.»

Στη μαύρην τη κουφάλα του εμόνιαζε ένας γύφτος. σ.159

Κουφάλα. Το εκ παλαιότητος εν τω στελέχει δένδρου τινος κοίλωμα. Εμόνιασε εκ του μονιάζω, λεγομένου επί θηρίων οικούντων εν φωλεοίς. Επί ανθρώπων δε αποσυρομένων εκ του κόσμου όχι μονιάζω αλλά μονάζω.

Γέροντας, κακοτράχαλος. σ. 139

Κακοτράχαλος δεν σημαίνει τον κακόν ή σκληρόν έχοντα τον τράχηλον, αλλά την κατασκευήν όλου του σώματος αθλίαν και ραχιτικήν.

Παρασαρκίδ' αφύσικη. σ. 140

Παρασαρκίδαις ή παρασαρκώματα λέγονται και αι τερατώδεις και παρά φύσιν εξογκώσεις του φλοιού παλαιών δένδρων.

«Χταπόδι 'ς τη θαλάμη του που επρόσμενε κυνήγι
Κι' ανήσυχο παράδερνε με τους αποκλαμούς του.» σ. 140

Χταπόδι, ο πολύπους.

Θαλάμη και αθαλάμη. Είναι περίεργον ότι ενώ η δημοτική γλώσσα δεν διετήρησε το θάλαμος, επί της συνηθεστέρας χρήσεως διέσωσε το θαλάμη, περιστείλασα όμως την σημασίαν ιδίως επί της κοίτης του πολύποδος.

Τοιαύτη του σημαινομένου περιστολή παρατηρείται και επ' άλλων λέξεων. Ούτε λ.χ. ο αλιεύς ούτε το αλιεύω διετήρησαν την γενικήν αυτών σημασίαν. Αλλά το αλιάς και αλεύω ή αλιεύω περιωρίσθησαν εις δήλωσιν μόνον των ασχολουμένων εις την άγραν του πολύποδος, των θαλασσίων οστράκων (άτινα εν παρόδω ο ποιητής λαός αποκαλεί αγνά) των σπόγγων και των τοιούτων. Τούτων δε των αλιέων τον οπλισμόν απαρτίζουσι μόνον ο πιννολόγος, η ξύστρα, το διγόφι καί τινα άλλα δευτερεύοντα και επουσιώδη. Τα δε πλοιάρια αυτών, οιαςδήποτε κατασκευής και αν ήναι καλούνται αλιάτικα.

Οι βραχίονες ή πόδες του πολύποδος λέγονται, αποκλαμοί.

Πόσον θησαυρόν λέξεων και φράσεων ηδύνατό τις να συλλέξη ερευνών και τούτο το τμήμα του δημώδους γλωσσολογικού αρχειοφυλακείου, και πόσον ήθελε φανή αξία θαυμασμού η ακατανόητος διαφύλαξις της πατρικής περιουσίας!

Εντός του ευτελούς και πενιχρού μονοξύλου του Έλληνος αλιέως ήθελεν ευρεθή ο πεζόβολος, ο γρίπος και το πεζογρίπι, η ψάθα, τα καλαμωτά, το καμάκι, η πρυά (πυρά), ο ολκός ή βολκός, η πόχα, ο δόλος, η τονιά, τα φελούρια, η συρτή. Καθώς ήθελεν ευρεθή άθικτος και αβλαβής εν τοις κόλποις του αλιευτικού κοφίνου, ο χάνος, η πέρκα, η χελούδα, η δράκαινα, η σμέρνα, ο ολφός, ο σαργός, το μελανούρι, ο πιννοτήρας, η μαρίδα, ο όρκυνας, ο κέφαλος, ο αχινιός ή αχινός, το μύδι, ο προσφορίτης, ο κοχλιός, η ριχτιά, το μηλοκόπι, ο σπάρος, το λαυράκι, η ρίνα, το σαλάχι, (ούτινος το κέντρον επιζήτητον εις παρακέντησιν του φλέγμονος εξ ου προσβάλλονται τα κτήνη), η μουδιάστρα, ο σκύλος, η μαινίδα, η φώκα, η αιθερίνα, ο δάκτυλος, η σουλήνα, το σταυρίδι, ο κολιός, ο λεθρίνος, ο μουρμουράς, ο αποτρόπαιος πορφύρας και πλήθος άλλων λίαν περιέργων είτε ένεκεν των διαλεκτικών παραμορφώσεων ας υπέστησαν είτε ένεκεν της εντελούς αυτών διατηρήσεως.

Εν γένει παρετήρησα ότι αι τάξεις, αίτινες δεν διεφθάρησαν εκ της προς τους ξένους επιμιξίας, αλλ' ένεκεν του βίου, ον διήγον, έμειναν κεχωρισμέναι, διέσωσαν τον αρχαίον πλούτον. Τοιαύται λογίζονται κυρίως αι τάξεις των ποιμένων, των αλιέων, των γεωργών, των πολεμιστών. Πρέπει λοιπόν εκείσε να προσδράμη τις και να σταχυολογήση πριν ή η πλημμύρα του νέου πολιτισμού εισβάλη μέχρι των κρυψώνων εκείνων και παρασύρη και πνίξη παν ό,τι ανελπίστως και θαυμασίως διεσώθη.

«Ξεραίς παλαμονίδαις…» σ. 140

Παλαμονίδα είδος σκληράς ακάνθης. Όνωνις των αρχαίων Ononis spinosa.

Χαρούμενο 'ς τ' αρπάγια του τον έχει το σφαλάγγι. σ.140

Σφαλάγγι. Το φαλάγγιον των αρχαίων.

Τα σερπετά μαυλίζει. σ. 140

Το μαυλίζω δεν λαμβάνεται ενταύθα επί της φαύλης σημασίας ην είχε παρά τοις αρχαίοις. Κυρίως σημαίνει, κράζω δι' ιδιαιτέρου τινος φθόγγου τα κατοικίδια πτηνά ή κτήνη. Τοιουτοτρόπως μαυλίζει τις ή μαυλά τας όρνιθας, τον αίλουρον, τον κύνα. Μαυλίζει τις και τον γονόν των μελισσών, όπως τον εφελκύση εντός του κοσκίνου του παρασκευασθέντος πρότερον διά του μελισσοχόρτου. Έκαστον μαύλισμα τελείται δι' ιδιαιτέρας φωνής. Μεταξύ των πολλών λίαν περιέργων εθεώρησα το εις πρόσκλησιν των ορνίθων απειράκις επαναλαμβανόμενον μονοσύλλαβον, γυψ … γυψ… γυψ, ωσανεί επρόκειτο διά της εκφωνήσεως του ονόματος επιφόβου ορνέου να βιάση τις την επάνοδον αυτών. Περιεργότερον δε το των ποιμένων, όταν προπορευόμενοι του ποιμνίου αδιαλείπτως και βραδέως αναβοώσιν οβς, οβς, οβς. Μα την αλήθειαν, όταν τους ακούη τις, πιστεύει ότι ψιττακίζουσι το αρχαίον όις, όθεν πασιφανώς και το των Λατίνων ovis.

Χιλιάδαις ήρθανε με μιας τριγύρω 'ς το Θανάση
Ψυχαίς μεγαλοδύναμαις από τον άλλον κόσμο, σ. 141

Αι αναγκαίαι ιστορικαί σημειώσεις προς κατάληψιν των επομένων στίχων εκτίθενται καθ' ην τάξιν διαμνημονεύονται εν τω κειμένω τα ονόματα των τεθνεώτων ηρώων και ουχί καθ' ην απαιτεί η όλως ασήμαντος και ουχί βεβαίως εξηκριβωμένη διαφορά της χρονολογίας.

ΦΙΛΟΘΕΟΣ ΧΑΡΙΤΟΠΟΥΛΟΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΑΔΕΛΦΟΣ ΑΥΤΟΥ ΚΑΙ ΚΟΥΡΜΑΣ.

Εις τους μεγάλους και δεινούς περισπασμούς, οίτινες διετάραξαν την Ελληνικήν φυλήν κατά την μακράν και ζοφώδη νύχτα της δουλείας, ευλόγως καταλογίζεται και ο επί τριάκοντα όλα έτη διαρκέσας προς ανάκτησιν της εθνικής αυτονομίας, από του 1684 μέχρι του έτους 1715.

Δεν προτίθεμαι βεβαίως να διεξέλθω πάντα τα αιματηρά επεισόδια, δι ων εβάφησαν αι σελίδες της ιστορίας εκείνης. Ο κύριος Κωνσταντίνος Σάθας εν συντόμω περιγράψας την επανάστασιν του ΙΖ' αιώνος και διανοούμενος να επανέλθη εις το θέμα τούτο, δεν ήθελεν ανεχθή αλλοτρίαν επέμβασιν. Αλλά χάριν διασαφήσεως των εν τω ποιήματι μνημονευομένων, επιτραπήτω μοι να αρυσθώ εκ του πονήματός του, τας ειδήσεις δι' ων μάλλον ευκατάληπτος αποβαίνει η οπτασία του Διάκου.

Τότε ως και ύστερον ο ανώτατος της ορθοδόξου ανατολικής εκκλησίας κλήρος, πρώτος ανεπέτασε την σημαίαν της ελευθερίας. Όθεν ενώ τη αρωγή των ημετέρων εξήλαυνεν ο Μαυροκηνός τους οθωμανούς της Πελοποννήσου, οι επίσκοποι Φιλόθεος ο Σαλόνων, Ιερόθεος ο Θηβών, Μακάριος ο Λαρίσσης, Ιάκωβος ο Αθηνών και Αμβρόσιος ο Ευβοίας, υπεκίνουν και υπεστήριζον εν τη ανατολική Ελλάδι την επανάστασιν. Καταβάς εκ των ορέων της Δωρίδος και ο αρματωλός Κούρμας επέπεσε κατά του Λοδορικίου και κατέστρεψε τους εκείσε επιδημούντας Τούρκους. Ο δε Φιλόθεος επί κεφαλής των επαναστατών τροπαιούχος εξέβαλε τους εν τη Παρνασσίδι.

Μετ' ου πολύ συνασπισθέντες οι εχθροί επανήλθον μετά πολυαρίθμου στρατού, και οι μεν Βενετοί προδώσαντες την επανάστασιν εγκατέλιπον τους ημετέρους, οι δε αρχηγοί αυτής απαξίωσαν να καταθέσωσιν τα όπλα και οι πλείστοι απέθανον μαχόμενοι υπέρ της φίλης πατρίδος.

Τοιουτοτρόπως έν τινι συμπλοκή έπεσεν ο Κούρμας, θανατηφόρως δε πληγείς και ο Φιλόθεος παρέδωκε τω Θεώ την ακαταδάμαστον και γενναίαν ψυχήν. Η ως εκ θαύματος διασωθείσα διαθήκη του αυταδέλφου αυτού Δημητρίου Χαριτοπούλου, περιουσία ανεκτίμητος και πολιτικόν ευαγγέλιον περιέχον εν τη απλοϊκωτέρα αυτού διατυπώσει το σύμβολον της εθνικής πίστεως, μαρτυρεί περί πάντων τούτων. Ασμένως δε καί τοι δημοσιευθείσαν καταχωρίζω ενθάδε, αΐδιον μεν του διαθέτου μνημόσυνον καλόν δε παράδειγμα προς ημάς απαραίτητον έχοντας ανάγκην τοιαύτης διδασκαλίας, κόσμον δε του βιβλιαρίου μου τούτου.

Συγχρόνως επί των ορέων της δυτικής Ελλάδος ηγείροντο κεραυνοβόλοι οι αρματωλοί Αγγέλης Σουμήλας επονομαζόμενος Βλάχος, Χρήστος Βαλαωρίτης ο ημέτερος γενάρχης μετά του μονογενούς αυτού υιού Μόσχου, ο Πάνος Μεϊντάνης, το Μικρό Χορμόπουλο και ο Σπαθόγιαννος.

Όταν επανέρχεταί τις διά της διανοίας εις τους χρόνους εκείνους εξίσταται και θαυμάζει πώς και διά τίνων μέσων οι γενναίοι ημών προπάτορες εδυνήθησαν ν' αντιταχθώσι μόνοι προς τηλικαύτην των εχθρών δύναμιν. Εκ του δουκικού διατάγματος δι' ου ο Σουμήλας, προσφυγών εις Λευκάδα μετά του Χρήστου και Μόσχου των Βαλαωριτών, εις αμοιβήν των θυσιών και των αγώνων του απήλαυσε τον χρυσούν του Αγίου Μάρκου σταυρόν, προκύπτει ότι ο αθλητής ούτος, ιδίαις δαπάναις καθ' όλην του πολέμου την διάρκειαν, διετήρησε σώμα εκ χιλίων και επέκεινα μαχητών διατρέχων εφ' όλην εικοσαετίαν Στερεάν και Πελοπόννησον και καταπλήττων απανταχού τους πολεμίους. Είς αδελφός αυτού και είς πρωτεξάδελφος εθανατώθησαν εν ταις εκδρομαίς εκείναις, ηκρωτηριάσθη δε και ο Μόσχος Βαλαωρίτης, κατά την εν Καβοράκλι μάχην, τον αριστερόν βραχίονα, εφ' ου και τεθειμένον ύστερον προσήγαγε προς τον τότε διοικητήν υπόμνημα των υπηρεσιών αυτού.

Ούτε του Σουμήλα ούτε των Βαλαωριτών τα ονόματα, ανέκαθεν αδιασπάστως συνδεδεμένα διά τε των δεσμών της συγγενείας και του υπέρ πατρίδος χυθέντος αίματος, ηθέλησα να μνημονεύσω απτόμενος της εποχής εκείνης, ίνα μη τις μοι προστρίψη μώμον ως δήθεν εκ προθέσεως περιαυτολογούντι. Ουχ ήττον ομολογώ ότι πολλάκις μοι επήλθε τοιούτος φιλοτιμίας πειρασμός.

Ο Σουμήλας απολαβών παρά της Βενετικής Δημοκρατίας πολλά κτήματα κατώκησεν εν Λευκάδι ένθα και κατέλυσε τον βίον διατηρήσας μέχρι τέλους πολλήν εν τη νήσω βαρύτητα, προελθούσαν μάλιστα επί τοσούτον ώστε οι οπωςδήποτε και υπ’ αυτής της αρχής διωκομένοι εσώζοντο εισελθόντες άπαξ εις την οικίαν αυτού. Εντεύθεν και το δημώδες «επιάστηκε από το χαλκά του Καπετάν Αγγέλη.» Εν Σιβίστα κωμοπόλει του εν Αιτωλία δήμου Μακρυνίας διεσώθησαν οι πέντε πρώτοι στίχοι δημοτικού άσματος αναγομένου βεβαίως εις την ηρωικήν εκείνην εποχήν, εν ω μνημονεύονται τα ονόματα του Αγγέλη Σουμήλα και Χρήστου Βαλαωρίτου.

ΑΓΓΕΛΗΣ ΣΟΥΜΗΛΑΣ ΒΛΑΧΟΣ ΚΑΙ ΧΡΗΣΤΟΣ ΒΑΛΑΩΡΑΣ,

Σαν τι μεγάλη καταχνιά 'ς τη Σίβιστα 'ς τη ράχη.
Ο Βλαχαγγέλης πολεμά κι ο Χρήστος Βαλαώρας
Δεν είναι μια, δεν είναι δυο, δεν είναι τρεις ή δέκα
Μόν' είν' χιλιάδες δεκατρείς, χιλιάδες δεκαπέντε.
Τζαφέρμπεης εχούγιαξε κι' ο Αγγέλης πηλογιέται…

Οι Βαλαωρίται, αφ' ου επί τινα χρόνον ετήρησαν διά των όπλων το αρματωλίκιον του Βάλτου, λαβόντες επίσης γαίας εις αμοιβήν της καταστραφείσης περιουσίας, προσέφυγον και ούτοι εις Λευκάδα, όπου και διέμειναν, ο δε οικογενειακός αυτών τάφος υπάρχει εν τω ναώ του Σωτήρος.

0 Μόσχος Βαλαωρίτης μετά την καταστροφήν της επαναστάσεως είχε περιέλθει εις εσχάτην πενίαν· σώζεται δε παρ' ημίν επιστολή αυτού ιδιόγραφος προς τους εν τη Στερεά φίλους (αιτήσαντας ως φαίνεται χρηματική τινα παρ' αυτού βοήθειαν,) εν η διαβεβαιοί ότι ουδέν έτερον υπελείπετο πλέον αυτώ ειμή τα όπλα.

Το ξίφος του Σουμήλα περίδοξον και πολύτιμον, κατακτηθέν εν πολέμω υπ' αυτού του Αγγέλη ιδίαις χερσί φονεύσαντος πασάν τινα, διετηρήθη εν τη οικογενεία μέχρις ου αλβανός τις διάσημος (ο Βελή Γκέκας νομίζω ή ο Βεκήρ Ζουγαδούρος) ηγόρασεν αυτό και απέστειλε δώρον προς τον Αλή πασάν. Ενομίζετο δε ότι το ξίφος τούτο είχε προς τοις άλλοις την δύναμιν να διαλύη τας επιδέσεις και να ουδετερώνη την ενέργειαν των πονηρών πνευμάτων.

Ο Πάνος Μεϊντάνης, το Μικρό Χορμόπουλο και ο Σπαθόγιαννος έπεσαν εν πολέμω.

Προς επιβεβαίωσιν δε όσων προηγουμένως ερρέθησαν περί Μόσχου Βαλαωρίτου και προς διάψευσιν των λοιδοριών, ας μετά ιδιαζούσης χαριτολογίας και αληθώς αξιοθαυμάστου ιστορικής ακριβείας εξετόξευεν άλλοτε κατά της Ελλάδος, ιδίως δε κατά τινων εκ των σημαντικοτέρων της Επτανήσου οικογενειών ο Βρετανός Whyte Jervis, εν αις περιλαμβάνει και την ημετέραν, αποδίδων αυταίς ξενικήν καταγωγήν, παραθέτομεν ενθάδε τα δύο δουκικά διατάγματα δι' ων ανεγνωρίσθησαν αι πολεμικαί αυτού υπηρεσίαι, προς δε καί τινα αποσπάσματα εκ του προς την Βενετικήν Γερουσίαν υπομνήματος αυτού και της εκθέσεως του τότε διοικητού συνιστώντος θερμώς την παραδοχήν των αιτήσεων του πενομένου αρματωλού και επικαλουμένου υπέρ αυτού την μεγαλοδωρίαν της Κυβερνήσεως (16)

Επισυνάπτομεν προς τούτοις και έτερον δίπλωμα, δι' ου ο Ανδρέας Πισάνης Βενετός ναύαρχος μαρτυρεί περί της ανδρείας, ην ο Γεώργιος Βαλαωρίτης, υιός του Μόσχου, έδειξεν ως εθελοντής κατά την αιματηράν προς τους Οθωμανούς ναυμαχίαν εν τω Κερκυραϊκώ πορθμώ, τη 8 Ιουλίου 1716. Αυτός ούτος διεκρίθη και κατά την εκπόρθησιν της Βονίτζης, ως προκύπτει εκ του υπομνήματος, δι ου ο Πισάνης εξαιτείται παρά της Δημοκρατίας δωρεάν κτημάτων εις αμοιβήν των υπηρεσιών αυτού.

Alivisius Mocenico, dei gratia, Dux Venetiae, Nob[ilissi]mi et sap[ientissi]mi Viri Johanni Pizzamano, Proved[ito]re. Nostro straordinario.

Sopra l'istanzia che troverete unita con l'informazione di essa del prov. del'isola, dei cap[ita]ni Mosco di Cristo dale terre di Luro ed Apostoli Anifandi, dal territorio di Comboti sotto l'Arta, che si sono nella guerra accorsa sognalati contro Turchi, siamo persuasi d'esprimervi, che confermandosegli le case a loro spese fabricate nelle quali sono al presente le famiglie d'essi collocate nel Borgo di codesta Piazza e nella terra di Lefcada abbiasi poi con le solite annuali corrisponsioni in cassa Publica ad assegnarli tanti de' terreni inculti già di ragione de' Turchi che possano coltivati rendergli quaranta in cinquanta Reali per cadaunno all'anno così trovandosi proprio e conveniente verso la loro fede e distinte benemerenze.

Alivisius Mocenigo, Dei gratia, Dux Venetiae Nob[ilissi]mi, et
Sap[ientissi]mi Viri Iohanni Pizzamano.

Concorsi con le antecedenti Ducali de dì 24 Settembre ad assegnare in retribuzione de' servizii resi alla Signoria Nostra dal Capitano Cristo Mosco ed altro suo compagno, terreni inculti in quella quantita che poi coltivati possano rendere per cadauno quaranta in cinquanta Reali all'anno. Hora esprimendosi il Capitano Mosco sudetto riuscirgli impossibile per trovarsi privo di un braccio perduto in battaglia C a v o r a c l i per la sua povertà farli coltivare vi diciamo che per questo straordinario e compatibile caso habbiate ad assegnarli di questi coltivati per la rendita annuale predetta di quaranta in cinquanta Reali non che però si levino ad altri che ne fossero legalmente al possesso, così trovando proprio e conveniente.

Εκ του υπομνήματος όπερ προς την Βενετικήν Γερουσίαν υπέβαλεν ο
Μόσχος Βαλαωρίτης.

(παραλείπονται)

Αναλαβόντες μετά της ημετέρας πολυαρίθμου στρατιωτικής ακολουθίας την περιφρούρησιν των χριστιανών κατοίκων της τε Λευκάδος και Πρεβέζης και δι' επισήμων διπλωμάτων των υμετέρων αντιπροσώπων αναγνωρισθέντες Αρματωλομπασίδες τουτέστι πρόμαχοι της ζωής και της περιουσίας τών υπηκόων υμών, ανεδείχθημεν άξιοι της υμετέρας εμπιστοσύνης και παρέσχομεν αναντίρρητα τεκμήρια πίστεως, εκτελούντες τας ανωτέρας διαταγάς, ιδίως δε ότε ανετέθη ημίν η είσπραξις των δημοσίων προσόδων και ότε συνεχώς συμπλεκόμενοι προς τους Οθωμανούς, συνελαμβάνομεν και παρεδίδομεν στρατιώτας λειποτάκτας δραπετεύοντας εκ των φρουρίων και συνασπιζομένους μετά των εχθρών.

Έκαστος ημών είδεν αποσφαζομένους υπό των βαρβάρων αδελφούς και συγγενείς. Αλλ' εγώ ο οπλαρχηγός Μόσχος μετά πολυχρονίους αιματηράς θυσίας απώλεσα μαχόμενος και τον αριστερόν βραχίονα· αφ' ου όμως πολεμών ηυτύχησα πρώτον ν' αρπάσω εκ των χειρών του εχθρού τους εν δουλεία συρομένους χριστιανούς αιχμαλώτους και να τρέψω εις φυγήν και να εξοντώσω την στρατιάν των αλλοφύλων, ως εναργώς προκύπτει εκ των παρ' ημίν ενδεικτικών, δι' ων οι υμέτεροι στρατηγοί περί πάντων τούτων μαρτυρούσι.

Εκ της εκθέσεως, δι ης ο προβλεπτής Κορρέρ συνιστά την παραδοχήν των αιτήσεων του οπλαρχηγού Μόσχου Βαλαωρίτου

(παραλείπονται)

Οι προμνησθέντες οπλαρχηγοί, αφού απέλιπον την οθωμανικήν χώραν, έλαβον μετά της πολυαρίθμου ακολουθίας των αρματωλών των υπηρεσίαν υπό την Βενετικήν σημαίαν, και μεγάλη προήλθεν ωφέλεια εκ της υποστηρίξεως ταύτης κατά την μακράν διάρκειαν του πολέμου. Προς πολλούς δε εξ αυτών διεπιστεύθημεν την ασφάλειαν των εν τω Ξηρομέρω ημετέρων επαρχιών, ας και έσωσαν διά του ιδίου αίματος και της θυσίας των αδελφών, από των αδιαλείπτων εχθρικών επιδρομών.

Ούτε ήθελόν ποτε εξασφαλισθή, άνευ της αρωγής των όπλων των, αι πολυάριθμοι οικογένειαι αίτινες προσέφυγαν εις τα προάστεια της Λευκάδος και της Πρεβέζης, ότε δε δι' αιφνιδίων νυκτερινών επιθέσεων επετύγχανον ενίοτε οι εχθροί ν' αρπάσωσι χριστιανούς αιχμαλώτους και κτήνη εν τοις αγροίς βόσκοντα, οι οπλαρχηγοί ούτοι, άμα τη εκπυρσοκροτήσει του πρώτου τηλεβόλου των φρουρίων, εν ακαρεί συνησπίζοντο και μετά ταχύτητος απαραδειγματίστου, προλαμβάνοντες τους οθωμανούς, ενέδρευον εν σκοτειναίς κρύπταις και επιπίπτοντες κατέσφαζαν αυτούς ανηλεώς, διέσωζαν τα λάφυρα και απέδιδον προς τους αθλίους αιχμαλώτους την προτέραν ελευθερίαν. (facevano d'essi sanguinosa stragge, ricuperavano le depredate spoglie, et armenti, ridonando a' miserabili schiavi la pristina libertà.)

NOI ANDREA PISANI
DELLA SERRENISSIMA REPUBLICA DI VENEZIA

Capitan General.

Imbarcatosi Giorgachi Valagoriti sopra la publica nave, T e r r o r, in qualita di volontario ha nell'occasione del combattimento seguito li 8 Luglio passato nel canal di Corfù, dato prove del suo coragio e fede come viene comprobato dalle attestazioni dell'Illustrissino Proveditor Correr, gradendo noi le dimostrazioni benemerite del medesimo lo accompagniamo con le presenti a ciò li facino scorta al conseguimento delle publiche grazie.

Galera Cap[ita]nia Generale

Li 25 Novembre 1716 S. N.

PORTO CLIMENÒ
ΔΙΑΘΗΚΗ Δ Η Μ Η Τ Ρ Ι Ο Υ Χ Α Ρ I Τ Ο Π Ο Υ Λ Ο Υ,

Εφτά Αλωναρίου 1708 εις χωρίο Ζακύνθου Καταστάρι.

Εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων, αμήν.

Εδώ κάνω κατάγραμμο της δυστυχισμένης φαμίλιας μας που καταγώμαστε σκλιτάδα και σκλιτάδα από τη Ρούμελη και ήρθαμε σε τούτο το νησί της Ζακύνθου από κατατρεμμό και όχι από άλλο.

Ο πατέρας μας, που ν' αγιάσουν τα κόκκαλά του, ελέγονταν Γιάννης και ήτον από την χώραν Αγιθυμιά, και η μάνα μας, που ο θεός να τη σχωράη, Σαλονίτισα, και ελέγονταν Βιολέτα. Γεννηθήκαμε τέσσαρα αδέρφια. Ο μεγαλήτερος ελέγονταν Φίλιππος και καλογερεύοντας επήρε όνομα Φιλόθεος και είναι, ο Δεσπότης, ο δούλος του Θεού, που να έχω την αγίαν του ευχή εγώ και πας άλλος χριστιανός, αγκαλά και απεθαμένος. Ύστερα έρχομαι στην αράδα εγώ, και η αδερφή μου η Μάρω και το αδέρφι μου ο Γηώργης. Και ο πατέρας μου πέθανε χρόνωνε ογδοήντα με θάνατο χριστιανικό, σαν καλός χριστιανός οπού ήτανε, κάνοντας ψυχικά, και ποτέ στο ζύγι μην αγελώντας, και αξιώθηκε να τον εβγάλη ο Φιλόθεος ο Δεσπότης που του έδωκε και την αγίαν του ευχή. Και η μάνα μας πέθανε από τη λοιμική που μας ηφέρανε οι Βενετζιάνοι και πολύς κόσμος εχάθηκε, χρόνωνε εξήντα τρία.

Ο Φιλόθεος είχε γραμματαλλαγή με τους Βενετζιάνους, να το βαρέσουνε λευθερόνοντας το σκλαβωμένο γένος μας και αγροικόταν με τους Καπεταναίους και δεσποτάδες της Ρούμελης. Κατά καιρό που κατέβηκε η αρμάδα στα νησιά, ούλη η Ρούμελη εδούλεψε σπαθί, και εκλάδεψαν πάσα ψυχή αλλόπιστων αγαρηνών. Τότε ήτονε καπετάνιος Σάλονα και Λοιδορίκη ο Καπετάν Κούρμας και με πεντακόσιους αρματολούς επήρε Σάλονα, Λοιδορίκη και Έπαχτο, και περίττο από δυο χιλιάδες Τούρκων έσφαξαν.

Ύστερα σε λίγο μας ήρθε η λοιμική και πολύς κόσμος εχάθη. Τότε και η μάνα μας η μακαρίτισσα, ο Θεός να την σχωράη, πέθανε, και η αδερφή μου Μάρω χρονών είκοσι οκτώ.

Σάμπως ήρθαν οι Τούρκοι, οι Βενετζιάνοι εμπήκαν στα κάτεργα και αφήσαν εμάς τους δύστυχους. Και ο Καπετάν Κούρμας με τετρακόσους εβγήκε και τους ετζάκισε σε τέσσεραις πάνταις. Ήρθε και ο Φιλόθεος που ο Καπετάν γκενεράλες τον είχε μαζή του, γιατί είχε υπόληψι και στίμα και ακουόνταν απ' όλους τους Ρουμελιώταις και έκαμαν με τον Καπετάν Κούρμα βουλή να πάρουνε και το Ζητούνι. Μα δε μπόρεσαν, γιατί εκλείστηκαν οκτώ πασάδες, και έκαψαν και τη Θήβα, εκτυπήσαν και το ορδί του Τούρκου κοντά στο Πατραντζίκι, και το Ταλάντι επήραν και ο Κούρμας λαβώθηκε. Ήρθε ο Λιμπεράκης να πάρη το Σάλονα, μα ο Κούρμας τον πήγε του κυνηγιού στο Καρπενήσι και σε τρίχα να τόνε πιάση και ολοζώντανο. Ο δεσπότης ο Φιλόθεος εβαρέθη στο λαιμό, στον πόλεμο, και σε δέκα μέραις επρίστηκε και πέθανε και ο Κούρμας εσκοτώθη.

Ήρθαν οι Τούρκοι και έδιωξαν τους Βενετσιάνους και εγώ με άλλους πολλούς αγκαλά και μας έταξαν οι Τούρκοι με όρκο να μη μας πειράξουν, έφυγα με το αδέρφι μου το Γηώργη και με κάτεργο του καπετάν Στάθη Βλαστού ήρθα σε τούτο το νησί της Ζακύνθου.

Σαν αληθινός χριστιανός χρήζοντας να ήμαι έτοιμος σε πάσα ώρα και στιγμή να παρουσιαστώ εις το τρομερό και φρικτό του Θεού κριτήριον, ερεγολάρησα τα πράγματά μου. Και πρώτο συχωράω πάσα άνθρωπο που με έβλαψε και ζητάω απ' ούλα τ' αδέρφια μου τους χριστιανούς συγχώρεσι σε ό,τι τους επίκρανα και τους εζημίωσα. Αφίνω το τίποτές μου εις το αδέρφι μου το Γηώργη και θέλω να με θάψη, χωρίς καμμία εξόδευσι και κοσμοπομπή. Να μου αφίση μονάχα το βρακί και το μαύρο ποκάμισο και τίποτας άλλο, και να με ρίξη σ' ένα ταφί. Και αν δώση ο πανάγαθος και πανοικτήρμονας Θεός και καπιτάρει να ελευθερωθή το δυστυχισμένο γένος μας από τον τρομερό και αντίχριστο και ανελεήμονα αγαρηνόν, να ξεθάψη τα κόκκαλά μου, και τα κόκκαλα του μακαρίτου αδερφού μου Φιλόθεου που τα έχω κρυμμένα σε μια σακκούλα στην σπηλιάν που εγνωρίζει και να τα θάψη μαζή και κοντά στα κόκκαλα των γονηών μας εις την εκκλησιά της πατρίδος μας· μα, το ξαναλέγω, σαν ελευθερωθή και όχι τώρα που είμαστε σκλάβοι. Και αν κάμη έτζι νάχη την ευχή του Φιλόθεου και εμένα, αλλέως τη κατάρα μας· γιατί έτζι με ώρκησε στο Ευαγγέλιο ο μακαρίτης Φιλόθεος ωσάν εξεψύχου.

Αφίνω ακόμα διάτα και τόνε βάνω σε όρκο φρικτό εις το όνομα του Θεού, του Χριστού, της Παρθένος, εις τα κόκκαλα των γονηών μας και του αδερφού μας Φιλόθεου, και εξορκίζω τον αδερφό μας Γηώργη, το σταυρό το μαλαματένιο να μην τόνε πειράξη· να τον απιθώση σε μια εκκλησιά να λειτουργιέται και να κάμη κολάγι και τόνε στείλη στην πατρίδα μας του Παπαθανάση να τον απίθώση στην εκκλησιά μας, γιατί άνθρωποι είμαστε και πέφτομε σε λάθο· αυτός ο σταυρός είναι του μακαρίτου αδερφού μας Φιλόθεου και νάχης την ευχή του, Γηώργη μου, να τον φυλάξης.