WeRead Powered by ReaderPub
Αθανάσης Διάκος - Αστραπόγιαννος cover

Αθανάσης Διάκος - Αστραπόγιαννος

Chapter 15: ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΠΑΡΘΕΝΙΟΥ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΙΓΝΑΤΙΟΝ.
Open in WeRead

Explore more books like this:

About This Book

It opens with a prologue that depicts a mother’s anguished vigil at a fresh grave and the narrator’s moved response, presenting a funeral lament that becomes poetic inspiration. The work blends elegiac poetry with biographical narrative, tracing the subject’s family background, youth, involvement in armed bands and regional conflicts, the deaths of relatives, and the subject’s own martyrdom. Reflections on mourning, sacrifice, and the poet’s duty to preserve memory are interwoven with folkloric phrasing and historical detail, framing individual loss as part of a wider struggle for communal renewal.

Αφίνω και στον αδερφό μου Μήτρο να δώση 30 τζεκίνια στην κάσα για ελευθέρωμα σκλαβών, και 10 στο οσπιτάλε και χωρίς άλλο να το κάμη. Άλλο τίποτι δεν έχω να ειπώ και αυτή είναι η τελεία και υστερινή μου θέλησι.

ΔΗΜ. ΧΑΡΙΤΟΠΟΥΛΟΣ.

Επληρώθη άραγε η παραγγελία του αειμνήστου φιλοπάτριδος ή τα οστά αυτού κείνται εισέτι κεχωρισμένα των του Φιλόθεου και των γονέων αυτού;…

ΧΡΗΣΤΟΣ ΜΗΛΙΟΝΗΣ.

Ήκμασε περί τα μέσα τις παρελθούσης εκατονταετηρίδος. Συνηγωνίσθη μετά των αδελφών Μήτρου και Λάμπρου Τζεκούρα. Εμβαλών εις Ήπειρον εισήλθε ξιφήρης εις Άρταν και ηχμαλώτισε τον κατήν και δύο αγάδας. Το ανθραγάθημα τούτο προυκάλεσε Σουλτανικόν φιρμάνιον, δι' ου διετάττετο η σύντονος αυτού καταδίωξις. Τότε ο εν Ακαρνανία δερβέναγας, Μουχτάρ Κλεισούρας, μετά του προεστώτος Πάνου Μαυρομμάτου, εξεστράτευσαν μεν κατ' αυτού, αλλά καταληφθέντες υπό φόβου ενήργουν μετά πολλής αδρανείας και απέφευγον πάσαν συνάντησιν. Διαφθείραντες ύστερον Σουλεϊμάνην τινα φίλον στενώτατον τω Μηλιόνη, ενετείλαντο αυτώ την δολοφονίαν. Πορευθείς ούτος προς τον αρματωλόν έτυχεν αδελφικής δεξιώσεως ώστε σκληρώς ελεγχόμενος υπό του συνειδότος εδήλωσε τον σκοπόν της αποστολής του, ελπίζων ότι οικειοθελώς έμελλε να παραδοθή ο γενναίος εκείνος· Αλλ' ο Μηλιόνης αφ' ου απήντησε,

Όσο είναι ο Χρήστος ζωντανός Τούρκο δεν προσκυνάει

έδραξε το πυροβόλον και εξελθών εμονομάχησε προς τον Σουλεϊμάνην.

Με το τουφέκι ετρέξανε ένας να φάη τον άλλο
Φωτιάν εδώκαν 'ς τη φωτιά πέφτουν κ' οι δύο 'ς τον τόπο.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΜΠΟΥΚΟΥΒΑΛΑΣ.

Γιος του Δήμου, ωρμάτο εκ Σακαρετζίου του Βάλτου, διέπρεψε δε μαχόμενος διά βίου προς τους Οθωμανούς. Αλλ' εν έτει 1767 επί κεφαλής 300 αρματωλών κατετρόπωσε τον Μούρτο Χούσον πάππον του Αλήπασα, σταλέντα παρά του Κουρτ πασά προς καταδίωξιν αυτού, εν τη εν Κερασόβω μάχη. Συνέδραμαν αυτόν τότε και ο Σταθάς και ο Καρακίτζος και ο Κοντογιάννης και ο Στουρνάρης, αλλά την ανωτέραν διεύθυνσιν είχεν ο Μπουκουβάλας και προς αυτόν οφείλεται η εν τοις δημοτικοίς ημών άσμασι διασαλπιζομένη εκείνη νίκη. Ύστερον κατέβαλε την οφρύν των εχθρών πάλιν εις Χοτένια και τέλος μετέσχε της περί το 1769 άλλης εθνικής επαναστάσεως.

Μετ' αυτού συνηγωνίσθη πολλάκις και ο εξ Ευρυτανίας Μητρομάρας, πρωτοπαλλήκαρον του διαβοήτου Τζόλκα, όστις διαπρέψας κατά γην ανεδείχθη τρομερός και κατά θάλασσαν πειρατής και πολλήν επήνεγκε βλάβην εις τας νήσους του Αιγαίου τας μη μετασχούσας της επαναστάσεως. Συνεκρότησεν ύστερον πολλάς κατά ξηράν μάχας υπό Μοσχοβητικήν σημαίαν· ενίκησεν εν Αθήναις και εν Μεγάροις τους Τούρκους και πληγωθείς περί την Ελευσίνα απεβίωσεν εν Σαλαμίνι.

Επεξερχόμενος πολλάκις την αξιόλογον συλλογήν του Κυρίου Πασσόβ μετά λύπης παρετήρησα ότι εκτός προφανεστάτων αναχρονισμών, εκτός πολλών αμαρτημένων στίχων, ουδεμία υπάρχει εν εκάστω άσματι, ούτε προτεταγμένη ούτε επιτεταγμένη ιστορική διασάφησις. Εντεύθεν σκότος μέγα επικρατεί και ακατανόητος αποβαίνει η διήγησις ιδίως προς τους ξένους. Αισθάνομαι ότι το έργον τούτο απόκειται εις ημάς και ότι πρέπει όπως δήποτε να ευγνωμονώμεν προς τον Κύριον Πασσόβ και να αποδίδωμεν αυτώ χάριτας επί τω γιγαντιαίω έργω όπερ επεχείρησε. Αλλ' ομολογώ ότι έλλειψις αποβαίνει επαισθητή και ευχής άξιον εάν εθεραπεύετο όσον τάχιον.

ΣΤΑΘΑΣ.

Σταθάς Γεροδήμος εκ Βάλτου ήκμασε περί τα μέσα της παρελθούσης εκατονταετηρίδος. Μετά τον θάνατον του Τριμπούκη περί το 1745 κατέκτησε τον Βάλτον και τ' Άγραφα. Πρωτοπαλλήκαρα αυτού υπήρξαν ο Μπουκουβάλας, όστις έλαβε παρ' αυτού το αρματωλίκιον των Αγράφων, ο Στουρνάρης προς ον απένειμε το του Ασπροποτάμου, ο Αλέξης Καρακίτζος, όστις κατέσχε το του Καρπενησίου, και ο Κοντογιάννης λαχών το της Υπάτης. Ο υιός αυτού Ιωάννης διέπρεψε κατά την επανάστασιν των 1769. Κατά το έτος 1772 συνεκρότησε την εν Κασσάνδρα της Μακεδονίας περιλάλητον ναυμαχίαν, το δε εις την νίκην εκείνην αναφερομένον άσμα ημαρτημένως ανάγεται υπό του Κυρίου Πασσόβ εις την μεταξύ του 1750 και του 1760 διαγενονομένην δεκαετίαν. Κατέφυγεν ύστερον μετά του Ορλώφ εις Ρωσσίαν όπου και έλαβε βαθμόν λοχαγού εν τω στρατώ. Οι εν τω Βάλτω απόγονοι αυτού δεν εδυνήθησαν να διατηρήσωσι το αρματωλίκιον, περιελθόν μετά ταύτα εις τον συγγενή αυτού Ίσκον.

ΖΗΔΡΟΣ.

Η οικογένεια του Ζήδρου εκ των αρχαιοτέρων και ρωμαλεωτέρων του Πίνδου παραφυάδων, ήκμασεν ως απόλυτος κυρίαρχος εν Ελασσώνι περί τα διακόσια έτη. Αλλ' ο Πάνος Ζήδρος περί τας αρχάς του δεκάτου ογδόου αιώνος, δι' ακαταπαύστων πολέμων εξέτεινε την γραμμήν και τα όρια του προγονικού αρματωλικίου, ανεκηρύχθη δε διά Σουλτανικού φιρμανίου έξαρχος Θεσσαλίας και Μακεδονίας. Ο τίτλος ούτος αναφερομένος εν τω δημοτικώ άσματι τω παρά τω Κυρίω Πασσόβ δημοσιευθέντι υπ' αριθμόν XVI εγράφη ημαρτημένως και χρήζει διορθώσεως.

        Ήσουν και πρώτος έπαρχος 'ς όλα τα μοναστήρια
αντί
        Ήσουν και πρώτος έξαρχος

Οι έξαρχοι ούτοι ήσαν άλλοι βασιλίσκοι και ενέμοντο κυριαρχικώς τας Επαρχίας των, ούδ' ετόλμα ποτε, άνευ αδείας, Οθωμανός να θέση τον πόδα εντός του κύκλου της δικαιοδοσίας των. Κραταιωθείς ούτω και θέλων ν' ανταμείψη τους μετ' αυτού αγωνισθέντας απένειμεν εκτεταμένα κόλια (αρματωλικαί χωραρχίαι) εις τα πρωτοπαλλήκαρά του και διώρισε τον Βλαχάβαν εις Χάσια, τον Λάζον εις Αικατερίναν, τον Τόσκαν εις Γρεβενά, τον Μπιζώτην εις Βέρροιαν, τον Νάννον εις Σέρβια, τον Σύρον εις Πλαταμώνα και άλλους αλλαχόσε.

Οι αρματωλοί ούτοι (τα πρωτάτα) διετέλουν υπό την κυριαρχίαν του εξάρχου. Ανεγνώριζον επομένως ως ανώτατον άρχοντα τον Ζήδρον εδρεύοντα συνήθως εν Βλαχολιβάδω. Εκεί συνήρχοντο τακτικώς υπό την προεδρίαν του Ηγεμόνος, συνεκρότουν σύνοδον και συνεσκέπτοντο και απεφάσιζον περί παντός εκκλησιαστικού, πολεμικού ή πολιτικού ζητήματος.

Έζησεν ο Ζήδρος έτη 128 ή 130 και συνήψε πρώτον γάμον ότε ήτο υπερεννεντηκοντούτης. Κατέλιπε δε ένα μόνον υιόν τον Φώτον, δολοφονηθέντα περί τα 1768. Τοιουτοτρόπω αποσβεσθείσης της διασήμου γενεάς, παρέλαβε την ήδη κατακερματισθείσαν κληρονομίαν ο επί θυγατρί γαμβρός του Πάνου Ζήδρου, Πάνος Τζάρας, πάππος του διαβοήτου Νίκου Τζάρα.

Έξαρχοι, εκτός του Ζήδρου, υπήρχον και ο Μάρκο-Πούλιος εν Ηπείρω, ο Τριμπούκης εν Ακαρνανία, ο Τζόλκας εν Ευρυτανία και Φθιώτιδι, ο Βρυκόλακας εν Παρνασσίδι, Δωρίδι και Ναυπακτία.

Οι έξαρχοι ούτοι, ως προείπον, εκυβέρνων διά τοπαρχών, εδίκαζον πολιτικάς και θρησκευτικάς διαφοράς, επώπτευον τα μοναστήρια, είχον ιδίαν σημαίαν και σωματοφυλακήν.

ΘΥΜΙΟΣ ΒΛΑΧΑΒΑΣ.

Υιός του Αθανασίου, αρματωλού των Χασίων. Προς συμπλήρωσιν δε όσων περί αυτού έγραψα εν τοις Μνημοσύνοις, προστεθήτω ότι την υπ' αυτού κινηθείσαν επανάστασιν εν έτει 1808 προέδωκαν οι εκ Μετζόβου οπλαρχηγοί Δεληγιάννης και Βλαχοθώδωρος. Ο Ευθύμιος μετά την αποτυχίαν επειράθη να στρατολογήση εν Επτανήσω και εν Ηπείρω νέας δυνάμεις, αλλά συλληφθείς παρεδόθη τω Αλή και εστέφθη διά του μαρτυρίου. Ο υιός αυτού Φλώρος κληρονομήσας το πατρικόν αίσθημα, προσεπάθησε να αναστατώση την Θεσσαλίαν κατά το 1814, αλλά προδοθείς και ούτος παρά των εν Χασίοις καπητανευόντων Ψιραίων συνελήφθη, παρεδόθη τω Αλή και ετελεύτησεν, ως ο αοίδιμος αυτού πατήρ, εν βασάνοις.

ΒΛΑΧΑΡΜΑΤΑΣ ΒΕΡΓΟΣ.

Αρματωλός εκ Μαυρολιθαρίου, είς εκ των γενναίων οίτινες ύψωσαν την σημαίαν της επαναστάσεως κατά το 1750 — 1760 εν Παρνασσίδι και εν Δωρίδι. Βαρέως πληγωθείς εν τη παρά τω χωρίω Δεσφίνα γενομένη συμπλοκή κατέφυγεν εις το εν Δαυλία μετόχιον του μοναστηρίου Ιερουσαλήμ, κείμενον παρά τοις Δελφοίς. Διωκόμενος δε προσέφυγεν είς τι παρακείμενον σπήλαιον αλλά προδοθείς υπέστη σκληρότατον θάνατον. Το πτώμα αυτού εσύρθη επί της πετρώδους οδού, ήτις άγει εκ Δελφών προς το Κρισσαίον πεδίον και κατακερματισθέν ανεστηλώθη επί πασσάλων κατά το διασταύρωμα των προς Χρυσόν και Σάλονα οδών.

ΗΛΙΑΣ ΒΙΔΑΒΙΩΤΗΣ.

Κατά τα 1770 νέα απόπειρα εκ μέρους των αρματωλών εγένετο προς ανάκτησιν της εθνικής αυτονομίας. Προεξήρχον δε ο Βλαχοθανάσης εκ Βουνιχώρας, ο Αλέξης Καλόγερος εκ Χρυσού, ο Κώστας Σουσμάνης εκ Γαλαξειδίου, ο Μήτρος Δενδούσης εξ Αγίας Ευθυμίας, ο Νίκος Μαραβέλης εκ Σιγδίτζης και ο Ηλίας Βιδαβιώτης. Απαντες οι γενναίοι ούτοι είτε εν πολέμω, είτε εν βασάνοις κατέλυσαν τον πολυτάραχον βίον, παράδειγμα γενόμενοι μοναδικής καρτερίας και τόλμης απαραμίλλου. Τα κατά την επαναστατικήν ταύτην απόπειραν αιματηρά συμβάντα ακριβώς εξιστορούνται υπό του κυρίου Σάθα εν τω ανεκδότω αυτού Χρονικώ του Γαλαξειδίου.

ΛΑΜΠΕΤΗΣ — ΑΣΤΡΑΠΟΓΙΑΝΝΟΣ

Εκ των ωραιοτέρων επεισοδίων δι' ων πενθηφορούσαι κοσμούνται αι αιμοσταγείς σελίδες της ιστορίας του μεσαιωνικού αρματωλισμού, αφόβως δύναται να υποστηρίξη τις ότι τα περί Αστραπογιάννου και Λαμπέτη δίδουσιν ακριβή ιδέαν των αισθημάτων, υφ' ων ενεπνέοντο αι ψυχαί των ακαταδαμάστων εκείνων πολεμιστών.

Κατήγετο ο Αστραπόγιαννος εκ του χωρίου Αγίας Ευθυμίας και ήκμασε περί τα μέσα του παρελθόντος αιώνος. Υπηρέτησε κατά πρώτον ως απλούς κλέφτης υπό την σημαίαν των αδελφών Λάμπρου και Μήτρου Τζεκούρα και του Βλαχαρμάτα Βέργου. Μετά τον σκληρόν θάνατον τούτων συνεκρότησεν ο Αστραπόγιαννος ίδιον σώμα και επιβληθείς διά των όπλων ανεγνωρίσθη επισήμως αρματωλός της Δωρίδος και χρόνον τινα ησύχασε. Αλλά του Δερβέναγα των Σαλόνων Μίρτζα, βιάσαντος γυναίκα τινα υπαγομένην εις το αρματωλίκιον αυτού, μη ανεχόμενος την ύβριν, ήλθεν εις ρήξιν και μάχη πεισματώδης συνήφθη έξω του Γαλαξειδίου, εν η κατεστράφησαν οι οθωμανοί. Όσοι δε εκ των πολεμίων ώρμησαν προς την θάλασσαν ζητούντες διέξοδον και σωτηρίαν, έπεσον και ούτοι υπό την μάχαιραν του φοβερού αρματωλού μη φεισθέντος μηδενός.

Οι επομένοι στίχοι, οι μόνοι διασωθέντες έκ τινος δημοτικού άσματος, μαρτυρούσι περί τούτων. Λυπηρόν δε είναι ότι δεν διεφυλάχθη ακεραία η διήγησις.

Ο Μίρτζας εξεκίνησε κατά το Γαλαξείδι
Πιάνει και γράφει μια γραφή, πικρή φαρμακεμμένη:
        « Σε σέ μώρ' Αστρατόγιαννε, ναρθής να φιληθούμε
        » Και μη γυρεύεις πόλεμο και μη ζητείς τουφέκι,
        » Συμπάθησέ με….

Πρωτοπαλλήκαρον αυτού υπήρξεν ο Λαμπέτης εκ Βουνιχώρας. Έν τινι δε συμπλοκή θανατηφόρως πληγωθείς ο Αστραπόγιαννος, εστράφη προς τον πιστόν τούτον συναγωνιστήν και εξητήσατο παρ' αυτού να αποκόψη την κεφαλήν και απαλλάξη αυτήν από των ύβρεων των πολεμίων. Υπακούσας ο φίλος εξετέλεσε την σκληράν διαταγήν και λαβών την προσφιλή του αρχηγού του κεφαλήν, κατέθεσεν αυτήν εντός δισακκίου και εσώθη φεύγων. Διωκόμενος ακαταπαύστως υπό των εχθρών και μη στέργων να παραιτήση την πολύτιμον παρακαταθήκην, έτρεχεν επί πολλάς ημέρας, εν μέσω κρημνών και βράχων, ζητών απόκεντρον και άγνωστον τινα κρύπτην, όπως ασφαλώς ενταφιάση το πεφιλημένον λείψανον. Κατά την νεκρώσιμον ταύτην περιοδείαν, οσάκις ο Λαμπέτης, ασθμαίνων, κεκμηκώς, ανεπαύετο παρά ταις πηγαίς υπό την σκιάν των δένδρων, ετοποθέτει απέναντι αυτού την τάλαιναν κεφαλήν, και αφού την περιέβρεχε διά των δακρύων του, εδιχοτόμει τον επιούσιον αυτού άρτον, και απένεμεν εις τον νεκρόν το σιτηρέσιον, εδρόσιζε τα άφωνα χείλη διά καθαρού ύδατος, την κατέθετε πάλιν εντός του σάκκου και εβάδιζεν. Η ακατανόητος αύτη και υπερανθρώπινος καρτερία παρετάθη μέχρις ου αι σάρκες ήρξαντο καταρρέουσαι υπό σήψεως και απογυμνούσαι το κρανίον. Τότε ο Λαμπέτης αλλά τότε μόνον, απεφάσισε να χωρισθή από του νεκρού και φθάσας εις Παλάτια άνωθεν του χωρίου Πέντε Ορίων, ανέσκαψε την γην παρά τους πόδας αποτόμου πέτρας και ενεταφίασε την κάραν. Εκεί καθ' εκάστην πορευομένος ησπάζετο το χώμα και διελέγετο προς τον φίλον.

Αλλά φονευθέντος του Αστραπογιάννου, διωρίσθη αρματωλός και πληγωθείς καιρίως επί του όρους Τρικόρφου, ήδη επιθάνατος ων, διήλθεν έρπων από θάμνου εις θάμνον, μακράν και δύσβατον οδόν, μέχρις ου φθάσας επί του προσφιλούς μνήματος και επιθέσας τον τελευταίον ασπασμόν εξέπνευσεν ο λεοντοκάρδιος.

Είναι αδύνατον νομίζω το αίσθημα της φιλίας να λάβη ποτέ ευρυτέραν ανάπτυξιν και ποιητικωτέραν εκδήλωσιν!

Μνημονεύονται δε και άλλαι περιστάσεις, δι' ων αποδεικνύεται τίνων θυσιών και παθημάτων ελογίζετο αξία η κεφαλή των εν πολέμω πιπτόντων συμμαχητών και συναδέλφων.

Ο εκ Δωρίδος αρματωλός Λουκάς Καλλιακούδας εφονεύθη, ως γνωστόν, εν τη μάχη της Καβρολίμνης. Ο πιστός αυτού συναγωνιστής και φίλος Σάκος, ο εξ Ακαρνανίας, κατά παραγγελίαν του θνήσκοντος αρχηγού απέκοψε την κεφαλήν και μόνος απομείνας εν μέσω των πολεμίων, περιετύλιξεν αυτήν εντός της φουστανέλλας και υπεχώρει μαχομένος διά της δεξιάς χειρός προς τους επιτιθεμένους μαχητάς τον Μήτζου Μπόνου. Αλλ' η κεφαλή ολισθαίνουσα εκ του βάρους και του σχήματος κατέπιπτε πολλάκις και τότε εξήπτετο έρις περί αλώσεως αυτής ένθεν μεν αντιποιουμένων πάντων των αλβανών, ένθεν δε μόνου του Σάκου. Τοιουτοτρόπως διέσωσεν αυτήν πολλάκις, αλλ' επί τέλους πληγωθείς εν τη ατελευτήτω πάλη και μη δυνάμενος πλέον ν' ανακτήση το πολύαθλον γέρας, εκτραπέν υπό των εχθρικών λακτισμάτων πέραν του κύκλου ον διέγραφε το ξίφος, επέπεσε μανιωδώς κατά των πολεμίων και εφονεύθη καθ' ην στιγμήν έψαυε διά των δακτύλων την κόμην του Καλλιακούδα.

Ο εξ Αγράφων αρματωλός Κώστας Χρήστος συναντηθείς μετά των οθωμανών έξω του Καρπενησίου, εννόησε μετά την νίκην ότι οι φυγάδες εχθροί είχον αποκόψη και λάβει την κεφαλήν ενός των συνεταίρων, ην μετακομίσαντες εις Καρπενήσιον κατέπηξαν επί δοκού και έστησαν εν τη αγορά προς επίδειξιν ενταυτώ και τρόμον. Ο Κώστας Χρήστος μη ανεχομένος την ύβριν, εισήλασε νύχτωρ εις Καπερνήσιον, εφόνευσε τας τουρκικάς περιπόλους μεθ' ων συνηντήθη, ανέκτησε την κεφαλήν και βαλών πυρ εις το Σεράγιον απήλθε σώος.

Ο αρματωλός Γηώργος Σιγδίτζας στενώς επολιόρκησε τα Σάλονα εκζητών την απόδοσιν της κεφαλής φονευθέντος συντρόφου.

Ο Χρόνης Λευκαδίτης, κλέφτης περίφημος εκ Λοιδορικίου, συλληφθείς διά προδοσίας εκαρατομήθη εν Δαδίω, την δε κεφαλήν αυτού έστησαν οι Τούρκοι κατά το διασταύρωμα της οδού της Αταλάντης. Μετά παρέλευσιν δέκα ετών παρουσιασθέντες οι συγγενείς προς τον Ανδρούτζον εζητήσαντο εκδίκησιν υπέρ της ατιμασθείσης κεφαλής του Χρόνη. Ο Ανδρούτζος υπεσχέθη και πολιορκήσας την Αταλάντην απήτησε την παράδοσιν των φονέων. Επειδή δε, ο μεν είς εξ αυτών είχεν αποθάνει, συνέλαβε τον υιόν και αποκόψας την κεφαλήν αυτού την έστησεν εκεί όπου άλλοτε είχεν εκτεθή η του Χρόνη. Μετά τούτο πορευθείς εις Λεβαδείαν, όπου διέμενεν ο έτερος των φονέων, απήτησε και αυτού την παράδοσιν. Αλλ' ούτος προειδοποιηθείς εδραπέτευσεν, οι δε Λεβαδιείς υπεσχέθησαν να μη επιτρέψωσιν ουδέποτε πλέον προς αυτόν την επάνοδον.

ΤΑ ΚΑΤΑ ΑΜΠΕΛΟΓΙΑΝΝΗΝ.

Κατά τον χειμώνα του 1865, ενώ η ληστεία ελυμαίνετο τας επαρχίας του Βάλτου και της Ακαρνανίας, εγώ και άλλοι τινες φίλοι τεθέντες υπό την άμεσον οδηγίαν του ταγματάρχου Ηλία Δημητρακαράκου εξήλθομεν χάριν κυνηγεσίας εις Χελογίβαρον. Αφ' ου δε διετρέξαμεν τα ωραιότατα δάση τα περικυκλούντα την λίμνην, διενυκτερεύσαμεν εν τη συνοικία των Βλαχοποιμένων αδελφών Φερεντίνου.

Όσον και αν ζήσω δεν θέλω λησμονήση τας τερπνοτάτας εντυπώσεις της εκδρομής εκείνης!

Συνελθόντες εντός πενιχράς, αλλά καθαροτάτης καλύβης και ευχαρίστως επαναλαμβάνοντες κύκλω σφριγώντος πυρός τας περιπετείας της ημέρας, αφού κατά το πατρώον έθιμον κατεβροχθήσαμεν αμνόν ανεκτίμητον προσενεχθέντα ακέραιον, εξηντλήσαμεν δε τας συνήθεις προπόσεις και επολιτικολογήσαμεν μέχρι κόρου, κεκμηκότες εκ της επιπόνου οδοιπορίας, χαύνοι, ενώ παρεσκευαζόμεθα να παραδοθώμεν εις τας αγκάλας του ύπνου, ήλθε και παρεκάθησε μεθ' ημών ο Αθανασούλας Φερεντίνος, επανακάμπτων εκ Βονίτζης. Ήρξατο και ούτος διηγούμενος περί ληστών, περί της μαστιζούσης τα ποίμνια επιζωοτίας, περί βουλής, περί συντάγματος, εκφέρων παρατόλμους δοξασίας ουδέν συναδούσας (λυπούμαι να το είπω) προς τας ομολογίας των εν τη πρωτευούση ελευθεροφρόνων δογματολόγων, μέχρις ου, επελθούσης γενικής ναρκώσεως, παρελύθη ολοσχερώς η συνδιάλεξις και την επικρατούσαν σιγήν μόλις εκ διαλειμμάτων διέκοπτον αρνητικά ή καταφατικά τινα μονοσύλλαβα τυχαίως ριπτόμενα εν τω μέσω προς τιμήν του ευφραδούς και φιλοξένου οικοδεσπότου.

Οι λύκοι ωρύοντο μακρόθεν, εβληχώντο τα ποίμνια, οι φρουρούντες αυτά κύνες υλάκτουν ακαταπαύστως, και η μοναδική και απερίγραπτος αύτη αρμονία, ενώ πολλούς εκ των συνεταίρων απεκοίμιζεν ευχαρίστως, διήγειρεν εν εμοί ακάθεκτον επιθυμίαν ν' ακούσω και μάθω αρχαίαν τινα ιστορίαν σχετιζομένην προς την φυσικήν τάσιν του πνεύματός μου.

Εκδηλώσας τον πόθον τούτον, είδον μετ' αγαλλιάσεως τον φίλον Θανασούλαν πρόθυμον να με ικανοποιήση και επί παρουσία του Κυρίου Ηλία Δημητρακαράκου διοικητού του εν Λευκάδι εδρεύοντος τάγματος, του αυταδέλφου μου Ξενοφώντος, του Νικολάου Σικελιανού και του γαμβρού μου Δημητρίου Σούντια, ήκουσα τα κατά Αμπελογιάννην και ιδού παραδίδω εις τας σημειώσεις ταύτας την περί αυτού φημηγορίαν (legende) χαίρων ότι δύναμαι να προσθέσω σελίδα μικράν εις την ογκώδη βίβλον των αρματωλικών παραδόσεων.

Ο Αμπελογιάννης ή Μπελογιάννης, μονογενής υιός και κληρονόμος πατρός κτηνοκόμου, διήνυσε τον πρώτον αυτού νεανικόν βίον περιθάλπων και επιτηρών τα ποίμνια. Αλλ' εν μέσω των ερήμων διαιτώμενος και αδιαπαύστως συναντώμενος μετά φιλοπολέμων συνεταίρων, τυχών δε του βαπτίσματος των καταιγίδων και την ψυχήν αυτού αναθρέψας νηπιόθεν εν μέσω των απεριγράπτων καλλονών αειπαρθένου και σοβαράς φύσεως, ησθάνθη ταχέως εαυτόν προωρισμένον να διατρέξη άλλο παρά το ποιμαντικόν στάδιον και βαθμιαίως αναπτυσσομένην εν τη καρδία του ακατάσχετον ορμήν προς τον πολεμικόν βίον.

Εμφορούμενος υπό τοιαύτης ιδέας, είδε κατ' όναρ ότι ευρέθη όρθιος εν μέσω της κοίτης του Αχελώου και ότι έχων τα νώτα εστραμμένα προς τας εκβολάς αυτού αντιπαρέταττε το στήθος προς την ορμήν των ρευμάτων μηδόλως πτοούμενος εκ της μεγάλης των υδάτων εξογκώσεως.

Ενώ δε το κύμα του ποταμού ανυψούμενον συνεστρέφετο ήδη περί τον τράχηλον και τον πώγωνα και τα χείλη περιέβρεχεν απειλητικόν και επίφοβον, ηνέωξεν αυτομάτως το στόμα και ησθάνθη ότι εντός του λάρυγγος αυτού, ως εις αχανές βάραθρον βυθιζομένης της πλημμύρας, ο κίνδυνος βαθμηδόν ηλαττούτο, οι δε πόδες αυτού εκραταιούντο και αι δυνάμεις επηύξανον. Το απροσδόκητον φαινόμενον διήρκεσεν επί πολλήν ώραν, μεθ' ο κατενόησεν ο Αμπελογιάννης ότι είχεν απορροφήση πάντα τα νάματα του καταπληκτικού Αχελώου μέχρι παντελούς αποξηράνσεως.

Εγερθείς του ύπνου προς ουδένα έφρασε την οπτασίαν, αλλ' αύτη επί τρεις κατά συνέχειαν νύχτας επανήλθε και σπουδαίαν ενεποίησε τότε εντύπωσιν εις την παράθερμον του νεανίου διάνοιαν. Ουχ ήττον ετήρησε πάλιν αυστηράν εχεμυθίαν και προσεπάθει μόνος, άνευ της αρωγής ονειροκρίτου τινος να εξηγήση το καταπληκτικόν όνειρον.

Επήλθεν εν τοσούτω η ημέρα, καθ' ην οι ποιμένες εορτάζουσι την μνήμην του αγίου Γεωργίου. Ο δε Αμπελογιάννης σφάξας τον αμνόν αυτού ανέγνωσε και επί της ωμοπλάτης σημεία αναντίρρητα, επιβεβαιούντα και σχολιάζοντα το δράμα. Γενομένου δε κατά την στιγμήν εκείνην ραγδαίου υετού, έρριψε την καταβραχείσαν κάπαν επί τινα θάμνον και ρεμβάζων εφύλαττεν έως ο εμφανισθείς ήλιος την αποξηράνη. Αίφνης εγείρεται τότε θύελλα και ορμητικός στρόβιλος ανήρπασεν εν τη δίνη αυτού την μηλωτήν, ήτις μετεωρισθείσα μέχρι νεφελών κατέπεσε μετ' ολίγον επί τους ώμους του ποιμένος.

Ενταύθα η διήγησις προς στιγμήν διεκόπη, και ο απλοήθης φημηγόρος αναλαβών σοβαρώτερον ήθος, προσέθηκε μετ' αφελείας ότι εκ της θαυμασίας εκείνης της κάπας καταπτώσεως προήλθεν ο πολεμικός των αρματωλών τίτλος καπετάνος, ως αν ήθελε σπουδάζων ν' ανασκευαστή την περί της ξενοφωνίας ταύτης επικρατούσαν δόξαν (capetano) προκειμένου λόγου περί του εθνοπαραδότου εκείνου συμβόλου της στρατιωτικής ισχύος, περί της πορφύρας δι' ης περιεβάλλετο ανέκαθεν ο βασιλεύς των ορέων, ο ακαταδάμαστος και άσπονδος εχθρός της οθωμανικής κατακτήσεως, ο αήττητος μαχητής, ο κλέφτης.

Μετά τοσαύτα και τοιαύτα σημεία πορευθείς ο Αμπελογιάννης προς τον γηραιόν πατέρα ανήγγειλεν αυτώ ην είχεν αμετάτρεπτον απόφασιν να παραιτήση τον ποιμαντικόν βίον και να επιδοθή εις το πολεμικόν στάδιον. Ματαίως εδάκρυσε γονυπετής ο γέρων, πειρώμενος ίνα τον μεταπείση. Ο Αμπελογιάννης ησπάσατο την χείρα του γεννήτορος και απήλθε.

Ήτο τότε η ώρα καθ' ην οι ποιμένες απολείποντες τας πεδιάδας άγουσι τα ποίμνια εις τας ακρωρείας, και ελθών εις την γέφυραν της Τατάρνας όθεν συνήθως διέρχονται, είδε πολλούς εκ των ομηλίκων και εκθέσας αυτοίς τα γενόμενα εστρατολόγησε και επέπεσεν αμέσως κατά των πολεμίων.

Η φήμη αυτού εμεγαλύνθη εν βραχυτάτω χρόνω και το όνομα του Αμπελογιάννου αντηχούν απ' άκρου εις άκρον, διέσπειρεν απελπισίαν και τρόμον παρά τοις οθωμανοίς, οίτινες βλέποντες καταστρεφομένην την κυριαρχίαν αυτών συνεκέντρωσαν μεγάλας δυνάμεις και επετέθησαν φοβούμενοι μη εκ του παραδείγματος εκείνου προκύψη παντελής όλεθρος. Διήρκεσεν ο αγών επί πολύ αιματηρός, φονικώτατος. Αλλά εξαντληθέντων των μέσων του αρματωλού καί τινων εκ των συνεπαρχιωτών αντιφερθέντων κατ' αυτού, ενόησεν ο Αμπελογιάννης ότι ώφειλε προς στιγμήν να διακόψη τας εχθροπραξίας και να αναβάλη εις άλλην καταλληλοτέραν ώραν την επανάληψιν του πολέμου.

Απέστειλε λοιπόν τον Μούρτον και τον Βλαχογηωργάκην, εκ των ανδρειοτέρων και πιστοτέρων αυτού συναγωνιστών, τον μεν εις Ακαρνανίαν, τον δε εις Λευκάδα, αυτός δε μόνος επορεύθη εις τα Μετέωρα της Θεσσαλίας, ένθα εύρεν άσυλον παρά τινι των εκεί Ηγουμένων. Εξαγορεύσας δε το όνομα και τα πολλά παθήματα, αφιέρωσε πάντα τον πλούτον εις την μονήν και λαβών του μοναχού το σχήμα, ησύχασεν εν τη ιερά εκείνη ακροπόλει.

Νοσήσαντος μετ' ου πολύ χαλεπήν νόσον, κατέρρευσεν εκ μιας η εκ της ηλικίας και των δεινών αγώνων ήδη πολιωθείσα κόμη και μετ' αυτής ο μύσταξ και το γένειον. Το σύμπτωμα τούτο θεωρηθέν θανάσιμον έπεισε τον Ηγούμενον να εισέλθη παρά τω αγωνιώντι και λάβη την τελευταίαν αυτού εξομολόγησιν.

Αλλ' ώ του θαύματος! Ενώ ο Αμπελογιάννης παρεσκευάζετο εις μετάληψιν των αχράντων μυστηρίων, αίφνης ανθηρά, μέλαινα, ανηβλάστησεν επί της κεφαλής η κόμη, ανεφύησαν οι μύστακες και το γένειον, η χροιά μετεβλήθη και εν ακαρεί μετεμορφώθη ο επιθάνατος εις ακμαίον και θάλλοντα νεανίαν υπό τα όμματα του πνευματικού.

Το απροσδόκητον θαύμα υπέλαβεν ο Ηγούμενος κατόρθωμα σατανικόν, οιωνόν αποτρόπαιον, όθεν δραμών λάθρα εις Λαμίαν κατήγγειλε τον πρόσφυγα και παρέδωκεν αυτόν δέσμιον εις τους δημίους.

Καταδικασθέντα εις τον δι' αγχόνης θάνατον, ήγαγον αυτόν οι οθωμανοί εις τον τόπον της εκτελέσεως, αλλ' άπαξ και δις αναρτήσαντες αυτόν είδον μετά τρόμου ρηγνύμενον το σχοινίον και τον Αμπελογιάννην μετέωρον επί τινα ώραν διαμένοντα ώς περ ερειδομένον επί αφανούς τίνος βάθρου. Η δε αρχή προς ην ηγγέλθη το γενόμενον αναστείλασα την εκτέλεσιν έπεμψεν έκτακτον ταχυδρόμον εις Κωνσταντινούπολη εκθέτουσα το συμβάν και αιτούσα οδηγίας.

Εν τοσούτω διεθρυλλήθη το θαύμα και τις εξ Ακαρνανίας Κυρ Σταμούλης, μέγας και πολύς τω καιρώ εκείνω, αδιάλλακτος του αρματωλού εχθρός, επορεύθη εις Λαμίαν και χλευάσας τους οθωμανούς επί τη μικροψυχία αυτών ητήσατο και έλαβε την άδιαν ίνα ιδίαις χερσί διαπράξη την απαγχόνισιν. Παραδοθέντος του ήρωος εις τας χείρας του ομοπίστου και ομοφύλου εκείνου αλιτηρίου ετελέσθη η καταδίκη, ενώ δε κατεβιβάζετο ο νεκρός από της αγχόνης, έφθανεν εκ Κωνσταντινουπόλεως και η χάρις.

Ο επιτυχής δήμιος εξελθών της Λαμίας επορεύθη εις Λευκάδα και μεγαλαυχών ανήγγειλε το στυγερόν κατόρθωμα προς τον Βλαχογεωργάκην. Συνάμα δε ηπείλησεν αυτόν και τω προείπε την αυτήν τύχην άν ποτε επανήρχετο εις το αρχαίον στάδιον.

Ο Βλαχογεωργάκης υπεκρίθη μεν μεταμέλειαν αλλά μαθών την ημέραν καθ' ην ο φονεύς του προσφιλούς αρχηγού του έμελλε να επιστρέψη εις τα ίδια, εξήλθε μετά των συνεταίρων και κατέλαβε δίοδόν τινα στενήν παρά τη πηγή της Πλαγιάς. Εκεί επιπεσών εφόνευσε τους συνοδεύοντας τον Σταμούλην οθωμανούς, συλλαβών δε ζώντα τον βδελυρόν δήμιον απήγαγεν επί την κορυφήν του λόφου και τεταρτίσας αυτόν, εκρέμασε σταυροειδώς τα τεμάχια επί τεσσάρων δένδρων και έκτοτε η θέσις εκείνη επωνομάσθη Σταυροί.

Ο Μούρτος διωκόμενος ακαταπαύστως και θέλων να μεταβή εις Βάλτον ενέπεσεν εις ενεδρεύουσαν τινα εχθρικήν συμμορίαν και μονομαχήσας προς τον φιλοπόλεμον αυτής αρχηγόν εφόνευσε μεν τον αντίπαλον αλλά τρωθείς θανατηφόρως εζωγρήθη υπό των πολεμίων και παρέδωκε το πνεύμα εν βασάνοις.

0 προπάππος του Θανασούλα Φερεντίνου ήτο αυτάδελφος του Μούρτου. Αφού δε παρηκολούθησεν απ' αρχής την ανύψωσιν του Αμπελογιάννου, είδε δε μετά ταύτα την παντελή καταστροφήν αυτού τε και των συνεταίρων, εν ώρα θανάτου, προσεκάλεσε τα τέκνα, εξέθηκεν αυτοίς τα γενόμενα και εφ' όρω φοβεράς κατάρας παρήγγειλεν αυτοίς να μη επιδοθώσι ποτέ εις τον κλέφτικον βίον. Διό και από του χρόνου εκείνου οι απόγονοι αυτού έχοντες υπ' όψιν την ιστορίαν ταύτην και του προπάτορος την αράν, διαδοχικώς ασχολούνται εις την καλλιέργειαν των πολλών αυτών ποιμνίων.

Ότε η διήγησις ετελείωσεν ο παρακολουθών τον φίλον Δημητρακαράκον σαλπιγκτής, εσάλπισε το εωθινόν εγερτήριον και συγχρόνως πεζός ταχυδρόμος καταφθάσας εκ Βονίτζης ανήγγειλε προς ημάς ότι μεταβατικόν τι απόσπασμα είχε συγκρουσθή μετά της ληστρικής συμμορίας του Μαριώλη και του Κρίκα κατά τα απέναντι ημών υψούμενα Σκλάβενα.

ΚΩΣΤΑΝΤΑΡΑΣ.

Κρίνω όλως περιττήν πάσαν μνείαν περί του διαβοήτου τούτου αρματωλού, αφού εν εκτάσει τον βίον αυτού συνέγραψε και εξέδωκεν ήδη, ο Κύριος Σάθας εν τη Χρυσαλλίδι (φυλλάδ. ΞΑ'. — ΞΒ'.). Αλλά προς ευχερεστέραν κατάληψιν των εις αυτόν αναγομένων στίχων μου, νομίζω απαραίτητον να υπενθυμίσω ότι ο σιδηροκάρδιος ούτος γίγας, ο διά των όπλων αναδειχθείς το φόβητρον των οθωμανών και θέσας την πολεμικήν τιμήν του ονόματός του υπεράνω και αυτών των τρυφερωτέρων και αγιωτέρων της καρδίας αισθημάτων, αφού έλαβε το ατύχημα να ίδη φονευμένους τους δύο υιούς του, έμαθε δε παρά του Χρόνη, υπό την σημαίαν αυτού υπηρετούντος, ότι ο τρίτος και τελευταίος καθ' ον χρόνον εν τω νησιδρίω του αγίου Κωνσταντίνου τω κειμένω εν τω Κρισσαίω κόλπω, εμαθήτευεν έν τινι γραμματοδιδασκαλείω, είχεν εξοκείλει εις πολλά χαμερπή ατοπήματα, καταισχύνων ούτω το ευκλεές πατρικόν όνομα, ιδίαις χερσίν εθυσίασεν αυτόν, προτιμών να γίνη παιδοκτόνος παρά να ίδη στιγματιζομένην την αρματωλικήν δόξαν του εν τω προσώπω του απογόνου.

Το τραγικόν τούτο γεγονός διεσώθη έν τινι δημοτικώ άσματι εσχάτως δημοσιευθέντι, εξ ου και παραθέτω μόνον τους τελευταίους πέντε στίχους.

        Κι ο Κωσταντάρας τάκουσε βαρυά του κακοφάνη.
        » Μωρέ παιδί της ξακληριάς και του διαβόλου αγγόνι
        » Μου ντρόπιασες την λεβεντιά και τ' άσπρα μου τα γένεια,
        « Κάλλιο να κλάψω μια φορά, παρά να κλαίγω πάντα. »
        Το γιαταγάνι ετράβηξε και σαν αρνί το σφάζει.

ΛΑΖΟΣ.

Ανήκεν εις αρχαίαν αρματωλικήν οικογένειαν εξ Αικατερίνης του
Ολύμπου. Συλληφθείς διά προδοσίας υπό του Βελή πασά κατά το 1818
υπέστη μετά της πολυπληθούς αυτού οικογενείας και των αδελφών
Κώστα και Τόλια τον δι' ανασκολοπισμού θάνατον.

ΒΡΥΚΟΛΑΚΑΣ.

Προκάτοχος του Κωσταντάρα, επονομασθείς ούτως εκ της μελανωπής του προσώπου χροιάς. Ωρμάτο εξ αγίας Ευθυμίας και ανήκεν εις την γενεάν των Κατζώνων, όθεν εβλάστησε μετά ταύτα και ο διαβόητος Λάμπρος Κατζώνης.

Αι ρωμαντικαί περιπέτειαι του δημοτικωτάτου τούτου αρματωλού περιέχονται εν τω πρώτω μέρει της βιογραφίας του Κωσταντάρα. Αρκεί μόνον να είπη τις ότι διά των κατορθωμάτων αυτού επιβληθείς εις τας τουρκικάς αρχάς, ανεγνωρίσθη διά Σουλμανικού φιρμανίου αυτόνομος δεσπότης ευρυτάτης επαρχίας συμπεριλαμβανούσης και το Γαλαξείδιον επί τη μόνη υποχρεώσει να πέμπη κατ' έτος δώρον εις την Υψηλήν Πύλην ένα ιέρακα (σαΐνι),

ΚΩΣΤΑ ΠΑΛΛΑΣ.

Περί του αρματωλού τούτου ακμάσαντος κατά το 1730 διασώζεται μόνον το επόμενον ανέκδοτον δημοτικόν άσμα.

Κλαίν' τα βουνά με τη χιονιά, κ' οι κάμποι το χειμώνα,
Κλαίγει κι ο Πάλλας κλαίγεται, παρηγοριά δεν έχει.
Δεν έχει χέρι για σπαθί, μάτι για το τουφέκι
Αρματωλού παλληκαριά και κλέφτικο καμάρι,
» Μην κλαίτε μαύρα μου παιδιά, καϋμένα παλληκάρια!
» Εξήντα χρόνια αρματωλός, σαράντα χρόνια κλέφτης
» Να κυνηγάω την Τουρκιά να πελεκάω πασάδες.
» Μόν' τώχω ντέρτι 'ς την καρδιά, τώχω βαρύ μαράζι
» Πως σαν το μάθουν οι άπιστοι θα μπουν 'ς το σύνορό μου,
» Θα μου πατήσουν τα χωριά, το πατρικό μου κόλι.
» Για κόφτε το κεφάλι μου, βάλτε το 'ς την κοτρόνα
» Να καταιβούνε τα πουλιά να το μοιρολογήσουν,
» Να καταιβούν κ' οι σταυραητοί 'ς τα νύχια να το πάρουν.
» Να πάνε να το στήσουνε ταμπούρι 'ς τη φωλειά τους.
» Και σαν οι Τούρκοι καταιβούν 'ς το σύνορο του Πάλλα
» Να πάνε να το ρίξουνε ανάμεσα 'ς τ' ασκέρια,
» Για να το ιδούν οι άπιστοι και πίσω να γυρίσουν. »

ΛΟΥΚΑΣ ΚΑΛΛΙΑΚΟΥΔΑΣ.

Εκ Λοιδορικίου, πρωτοπαλλήκαρον του Ανδρούτζου μεθ' ου και συνεξεστράτευσεν εν Πελοποννήσω. Διορισθείς αρματωλός, έπεσε μαχόμενος κατά την εν Καβρολίμνη της Αιτωλίας μάχην.

ΧΡΟΝΗΣ.

Αρματωλός της Δωρίδας υπηρέτησεν υπό τον Κωσταντάραν. Ο Αλή Τζεκούρας Δερβέναγας συλλαβών διά προδοσίας τα τέκνα του κατέσφαξεν αυτά. Εφονεύθη έξω του Γαλαξειδίου περί τα 1791. Εις ανάμνησιν της σφαγής των τέκνων διεσώθη το υπ' αριθμόν XLVIΙΙ εν τη συλλογή του Κυρίου Πασσόβ αναγινωσκόμενον άσμα.

Πολλά τουφέκια αντιβογούν, μιλλιόνια, καρυοφύλλια,
Αλή Τζεκούρας χαίρεται και ρίχνει 'ς το σημάδι.
Διαβαίνει ο Χρόνης για να ιδή πηγαίνοντας 'ς το σπήτι·
» Πολλά τα έτ' μπουλούκμπαση» — «Καλώς τονε το Χρόνη.
» Πώς τάχεις Χρόνη τα παιδιά, τι κάνουν τα παιδιά σου;»
«Σε προσκυνούν μπουλούκμπαση και σου φιλούν τα χέρια,
» Δώδεκα μέραις έλειπα, τι κάνουνε δεν ξέρω.
 — » Αν θέλης Χρόνη μου να ιδής ώμορφα κεφαλάκια,
» Τήραξε μέσα τον τορβά να ιδής αγγελουδάκια.
Ο Χρόνης ανατρίχιασε τον έφαε μαύρο φίδι.
Πάει τηράζει 'ς τον τορβά, τηράζει και τι βλέπει;
Βλέπει το πρώτο του παιδί μικρό παλληκαράκι.
Ο νους του σκοτεινιάστηκε, τα χείλια του παγώνουν·
Πέφτει στραβός με το σπαθί 'ς το τούρκικο τασκέρι
Βαρεί δεξιά, βαρεί ζερβιά, βαρεί μπροστά και πίσω,
Σφάζει αρβανίτας δώδεκα και δυο μπουλουκμπασίδες.
Αλή Τζεκούρας έπεσε και τρεις επανωθειό του.

ΓΥΦΤΑΚΗΣ.

Γυφτάκης και Καλέμης αυτάδελφοι, ανεψιοί εκ μητρός του Μήτζου Κοντογιάννη. Εφονεύθησαν περί το 1802 έξω της Υπάτης πολεμούντες κατά του Ιουσούφ Αράπη.

ΑΝΔΡΟΥΤΖΟΣ.

Ανδρέας Βερούσης εκ του χωρίου Λιβανάταις της Αταλάντης, πατήρ του διαβοήτου Οδυσσέως. Φοβούμενος μη προσβάλλω την μνήμην του μεγαλουργού και μεγαλεπηβόλου τούτου αθλητού περικλείων το Ηράκλειον όνομά του εντός των στενωτάτων ορίων περιληπτικής σημειώσεως, αποφεύγω εκ προθέσεως να είπω τι περί του καταπληκτικού βίου του.

Συλληφθείς διά προδοσίας των Βενετών παρεδόθη τοις οθωμανοίς, οίτινες και έπνιξαν αυτόν εν ταις ειρκταίς της Κωνσταντινουπόλεως, ως μετά ταύτα διά χειρών ανόμων επνίγη και ο υιός αυτού Οδυσσεύς εν τη ειρκτή της Αθηναϊκής ακροπόλεως.

Δημοτικόν άσμα πρωτοτύπου ωραιότητος, εν ω παρίστανται τα όρη της στερεάς Ελλάδος διαπληκτιζόμενα προς τας πεδιάδας και εκζητούντα δι απειλών την απόδοσιν του Ανδρούτζου προσκαίρως παραιτήσαντος αυτά, δίδει εν συνάψει ακριβή ιδέαν της μεγάλης του οπλαρχηγού τούτου βαρύτητος.

        Κλαίνε τα μαύρα τα βουνά παρηγοριά δεν έχουν.
        Δεν κλαίνε για το ψήλωμα, δεν κλαίνε για τα χιόνια,
        Η Γκιόνα λέει της Λιάκουρας, κ' η Λιάκουρα της Γκιόνας:
        «Βουνί πούσαι ψηλότερο, και πλειο ψηλ' αγναντεύεις,
        »Ανδρούτζος τι να γίνηκε, η λεβεντιά πού νάναι;
        »Τι να σου 'πω βουνάκι μου, τι να σου πω βουνί μου,
        »Τη λεβεντιά τη χαίρονται οι ψωριασμέν' οι κάμποι,
        »'Σ τους κάμπους ψένουν τα σφαχτά και ρίχνουν 'ς το
                                                    [σημάδι
        »Τους κάμπους τους στολίζουνε με τούρκικα κεφάλια.»
        Κ' η Λιάκουρα σαν τάκουσε πολύ της κακοφάνη.
        Τηράει δεξιά, τηράει ζερβιά, τηράει κατά τη Σκάλα,
        «Βρε κάμπε αρρωστιάρηκε, βρε κάμπε μαραζάρη,
        »Με τη δική μου λεβεντιά να στολιστής γυρεύεις;
        »Για βγάλε τα στολίδια μου, δος μου τη λεβεντιά μου,
        »Μη λυώσ' όλα τα χιόνια μου και θάλασσα σε κάμω.»

Το άσμα τούτο, εξ ου απορρέει κρουνηδόν ο πλαστικός οπός της δημοτικής ποιήσεως, εποιήθη περί τα 1789, ότε ο μεν Ανδρούτζος μετά πεντακοσίων πολεμιστών καταβάς από των ορέων αναπεπταμένας έχων τας σημαίας, περιέτρεχε νικηφόρος την Στερεάν και την Πελοπόννησον, το δε Γαλλικόν έθνος ανέτρεπεν εκ θεμελίων το σαθρόν οικοδόμημα του μεσαιωνικού απολυτισμού και διεκήρυττε τ' αθάνατα και απαράγραπτα δικαιώματα του ανθρώπου.

ΒΛΑΧΟΘΑΝΑΣΗΣ.

Εκ Βουνιχώρας της Παρνασσίδος, ψυχοπατέρας του Ανδρούτζου, αγαπών αυτόν ως ίδιον τέκνον, πρώτος τον καθωδήγησεν εις το πολεμικόν στάδιον. Διατηρηθείς ακμαίος μέχρις εσχάτου γήρατος και ουδέποτε απαυδήσας μαχόμενος, έπεσεν ο γενναίος πλησίον της Ναυπάκτου, ότε ξιφήρης ώρμησεν εις μέσον των πολεμίων ίνα συμπλακή προς τον διοικητήν αυτής Μουχτάρ πασάν. Εν τη ορμητική ταύτη εφόδω μόλις επρόφθασε να τον ακολουθήση ο Ιωάννης Ξυλικιώτης, όστις και εφονεύθη παρά τω πολιώ αρματωλώ. Μάχη πεισματώδης συνήφθη μετά ταύτα προς κατάκτησιν της κεφαλής του Βλαχοθανάση. Υπερισχύσαντες δε οι Αλβανοί ήρπασαν αυτήν και αφού εν θριάμβω την περιέφερον ένθεν κακείθεν, την επώλησαν επί αδρά αμοιβή προς τον βέην των Σαλόνων, όστις και διέταξε να στηθή επί τινος κοπρώνος.

Ο Ανδρούτζος θρηνών τον θάνατον του Βλαχοθανάση είπε:

        Πέντε παιδιά μου σκότωσαν και το Βλαχοθανάση,
        Πέντε πλευρά μου τζάκισαν και τη δεξιά μου πλάτη.

ΛΙΑΚΟΣ ΚΟΥΤΑΒΑΣ.

Αρματωλός του Ολύμπου περί ου και το υπ' αριθμόν LXXXIX εν τη Πασσοβίω συλλογή δημοτικόν άσμα όπου διαλάμπουσιν οι τρεις επόμενοι στίχοι.

        Προσκύνα, Λιάκο, τον πασά, προσκύνα το Βηζύρη.
        Όσο είν' ο Λιάκος ζωντανός πασά δεν προσκυνάει·
        Πασά έχει ο Λιάκος το σπαθί, βηζύρη το τουφέκι.

ΚΟΝΤΟΓΙΑΝΝΗΣ.

Ιωάννης Κοντογιάννης εκ Χαλικιοπούλων του Βάλτου, αρματωλός Υπάτης. Παρευρέθη και διέπρεψε κατά την εν Κερασόβω μάχην. Επειδή δε ο Κουρτ πασάς βαρέως φέρων την ήτταν διέταξε τον Μούρτο Χούσον, ίνα διά νέων δυνάμεων επιπέση κατά του Μπουκουβάλλα, ειδοποιηθέντες οι αρματωλοί συνεξεστράτευσαν πάντες, και ταύτην την φοράν αναθέσαντες την αρχηγίαν εις τον Κοντογιάννην επορεύθησαν προς συνάντησιν των πολεμίων. Ο Κοντογιάννης απ' αρχής απέφυγε την συμπλοκήν μέχρις ου, διά στρατηγημάτων εφελκύσας τους Αλβανούς εις Χόνια, σύμφυτον και αδιέξοδον χώρον εν Βάλτω, επέπεσε κατ' αυτών και τους κατέστρεψε. Παρίσταται ο αείμνηστος ούτος εν τω στιχουργήματι σκυθρωπάζων και εξαιτούμενος συγγνώμην παρά του Διάκου υπέρ του απογόνου αυτού Μήτζου. (όρα προλεγόμενα).

ΚΑΤΖΑΝΤΩΝΗΣ.

Ευχαρίστως επανέρχομαι εις το προσφιλές τούτο όνομα ου μόνον διότι απ' αρχής του ποιητικού μου σταδίου συνηντήθην μετ' αυτού, υπό την σκιάν του εν Ιωαννίνοις αιμοχαρούς πλατάνου, αλλά διότι στενώς διατελεί συνδεδεμένον μετά της φίλης μου Λευκάδος.

Αναδιφών την ιστορίαν των χρόνων εκείνων, καθ' ους, αφ' ενός μεν Αλής ο Τεπελενλής διενοήθη να καταστρέψη το τελευταίον του Ηπειρωτικού αρματωλισμού καταφύγιον, αφ' ετέρου δε οι διασημότεροι των ημετέρων πολεμιστών απεφάσισαν αντί οιαςδήποτε θυσίας να το διασώσωσι και διεξερχόμενος τα έγγραφα τα επιμαρτυρούντα τας θυσίας ας υπέστη ο λαός της πατρίδος μου, τους κινδύνους ους διέτρεξε, τας κακουχίας, την ακαταμάχητον καρτερίαν, αγάλλομαι ενδομύχως βλέπων ανά πάσαν στιγμήν τον μεν Κατζαντώνην επισκιάζοντα την ακρόπολιν ταύτην του Ελληνισμού διά της κεραυνοβόλου σπάθης του, τον δε Ιωάννην Καποδίστριαν δι' ακαταλογίστων προσπαθειών παρηγορούντα τους θλιβομένους και αεννάως μεριμνώντα υπέρ της αγωνιώσης Λευκάδος.

Μεθ' όσα εδημοσίευσεν ο Κύριος Επαμινώνδας Φραγγίστας υιός ενός των γενναιοτέρων του Κατζαντώνη συναγωνιστών, μεθ' όσα κ' εγώ εσημείωσα εν τοις Μνημοσύνοις, περιττή απέβαινε, πάσα περαιτέρω έρευνα αν δεν ησθανόμην βαρείαν του συνειδότος τύψιν παρασιωπών τας σπουδαίας υπηρεσίας ας παρέσχε τότε τη πατρίδι, ο φιλόπατρις ημών κλήρος έχων επί κεφαλής τον δημοτικώτατον αυτού ιεράρχην, τον διά του ιδίου παραδείγματος αδιαλείπτως διεγείροντα εις τας ψυχάς απάντων την εθνικήν φιλοτιμίαν, τον απ' αρχής μέχρι τέλους της μακράς εκείνης πολιορκίας γενναίως προκινδυνεύσαντα, τον μη φεισθέντα ούτε αγώνων ούτε μόχθων προς ματαίωσιν των εθνοκτόνων βουλών του τρομερού Βεζύρου.

Ο Μητροπολίτης Λευκάδος Παρθένιος Κονιδάρης έσχε τότε την τιμήν να υποδεχθή τον Αρτης Ιγνάτιον, ηυτύχησε δε τας ευλογίας αυτού να επιδαψιλεύση και επί της αρειμανίου κεφαλής του Κατζαντώνη, δραμόντος προς ενίσχυσιν των διακινδυνευόντων αδελφών του. Ακμαία διατηρείται εισέτι εν τη μνήμη των γερόντων η ιστορία των ημερών εκείνων, διασώζεται δε ζωηροτάτη και η εθνική και απαράμιλλος διαγωγή του Παρθενίου. Μετά την αποσόβησιν του κινδύνου ο Κόμης Ιωάννης Καποδίστριας, ο έκτακτος απεσταλμένος της Ιονίου Κυβερνήσεως, θέλων να επισημοποιήση τα διατρέξαντα απηύθυνε προς τον ιεράρχην ευχαριστήριον επιστολήν, ην ασμένως δημοσιεύω, καθόσον εξ αυτής προκύπτουσι γεγονότα τότε μεν επαξίως εκτιμηθέντα, σήμερον δε εις ουδέν λογιζόμενα επί μεγάλη βλάβη των συμφερόντων του Ελληνισμού.

Επίσης δημοσιεύω επίσημον δίπλωμα, δι' ου ο Κόμης Γεώργιος Μοτζενίγος εκφράζει προς τον Λευκάδος μητροπολίτην την ευγνωμοσύνην της Κυβερνήσεως, και επιστολήν του Παρθενίου προς τον Ιγνάτιον, εν η μετά χριστιανικής μετριοφροσύνης και σεμνότητος αποδίδεται πάσα της επιτυχίας η τιμή εις τας ενδελεχείς προσπαθείας του διασήμου εκείνου πρόσφυγος.

Ο ΕΚΤΑΚΤΟΣ ΑΠΕΣΤΑΛΜΕΝΟΣ

Προς τον Πανιερώτατον Μητροπολίτην Λευκάδος.

Τη 23 Αυγούστου 1807.

Εκπληρώσας την εντολήν μου, μεταβαίνω εις Κέρκυραν. Αλλά κοινοποιών υμίν, Πανιερώτατε, την αγγελίαν ταύτην δεν δύναμαι να μη εκδηλώσω συγχρόνως την αΐδιον ευγνωμοσύνην μου προς υμάς, εν δυσχερεστάταις περιστάσεσιν ευαρεστηθέντας ίνα μοι παράσχητε συνδρομήν διά της μεγάλης επιρροής, ην εξασκείτε επί της ψυχής του λαού τούτου ανέκαθεν εκτιμήσαντος τας αρετάς, δι' ων περικοσμείσθε, και δικαίως ανυψώσαντος υμάς εις την υψηλήν έδραν, ην κατέχετε.

Γλυκυτάτην θέλω φέρει μετ' εμού την ανάμνησιν της εποχής, καθ' ην, πιστώς υπηρετούντες τη πατρίδι, ετιμήσατε τα πολεμικά έργα τα κατασκευαζόμενα υπό την βολήν των εχθρικών τηλεβόλων, παριστάμενοι εντός των τάφρων δι' ων περιεζώσθη η πόλις. Ούτε θέλω λησμονήση τας ημέρας καθ' ας περιτρέχοντες τα όρη της Νήσου ενεπνέετε εις τας καρδίας των ανδρείων αυτής τέκνων τον ιερόν υπέρ Πατρίδος και πίστεως έρωτα. Διά της ισχύος του λόγου και του υμετέρου παραδείγματος ο λαός ούτος υπέστη αγογγύστως μόχθους και ακαταπαύστους αδροτάτας δαπάνας (fatiche e incessanti dispendii gravosissimi) αυτοί δ' εκείνοι, οίτινες αυτοπροαιρέτως ανεδέχοντο το βάρος των πολεμικών έργων, προέταξαν εν ώρα κινδύνου και τα στήθη επί των εξωτερικών οχυρωμάτων, και ο βάρβαρος και αυθάδης εχθρός όστις μας ηπείλει ωχρίασεν ενώπιόν των, (ed all'uopo quei stessi che sostennero il peso dei travagli, si presentarono nelle esteriori trinciere a far impallidire il prepotente ed il barbaro nemico che ei minacciava).

Τηλικαύται υπηρεσίαι μεγάλως τιμώσαι την υμετέραν Πανιερότητα και την πατρίδα, ήτις ευτύχησε να έχη υμάς, αναντιρρήτως συνέτειναν προς ευόδωσιν και αισίαν εκπεραίωσιν της εντολής ην ανεδέχθην ως έκτακτος απεσταλμένος της εκλαμπροτάτης Γερουσίας εν ταύτη τη Νήσω.

Διό παρακαλώ υμάς ίνα αποδεχθήτε τας εν τω επισήμω τούτω εγγράφω κατατεθείσας θερμάς ευχαριστίας μου, μοι επιτρέψητε δε συγχρόνως ίνα μετά της αυτής ειλικρινείας υποβάλω τη εκλαμπροτάτη Γερουσία τας πατριωτικάς υμών προσπαθείας και μαρτυρήσω υπέρ της ευγνωμοσύνης και των εγκωμίων άτινα οφείλονται προς την υμετέραν Πανιερότητα.

Εύχομαι ίνα η χειρ του Υψίστου, η προστατεύσασα αείποτε, την νήσον ταύτην, ευλογήση αυτήν και πάλιν, απομακρύνουσα πάντα κίνδυνον εκ των μεθορίων προερχόμενον, προάξη δε την ευημερίαν αυτής εις αμοιβήν των δυστυχημάτων όσα υπέμεινε (a cui ha diritto di aspirare dopo le sventure sofferte).

Η ευχή αύτη ην εγώ απευθύνω προς τον παντοδύναμον, εμπνεόμενος υπό της ζωηροτέρας αγάπης προς τον λαόν της Λευκάδος και γνωρίζων, κακή τύχη, την οικτράν κατάστασιν εις ην περιήλθεν η Νήσος, εξέρχεται εκ των μυχών της καρδίας μου.

Υμίν δε απόκειται, Πανιερώτατε, διά των προς τον Θεόν δεήσεων, να εμπνεύσητε τω λαώ τούτω καρτερίαν, μετριοπάθειαν, σύνεσιν, παραμυθούντες και ενθαρρύνοντες αυτόν διά του υμετέρου βλέμματος.

Δέξασθε την διαβεβαίωσιν της βαθυτάτης υπολήψεώς μου.

Κόμης ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΣ.

ΕΥΧΑΡΙΣΤΗΡΙΟΝ ΔΙΠΛΩΜΑ. Κόμητος Γεωργίου Μοτζενίγου. Επειδή προκύπτει ημίν εξ επισήμων διαβεβαιώσεων, η ενδελεχής συνδρομή του Πανιερωτάτου Μητροπολίτου Λευκάδος Παρθενίου υπέρ της αισίας διεξαγωγής της επιχειρήσεως, ην από κοινού ανεδέχθησαν ότε Ρωσσικός στρατός και η Ιονική Κυβέρνησις προς σωτηρίαν και ασφάλειαν της Λευκάδος κατά την διάρκειαν του πολέμου, παρέχομεν αυτώ την παρούσαν εις ένδειξιν της υμετέρας ευγνωμοσύνης και της πλήρους ευαρεσκείας της Σεπτής Αυτοκρατορικής ημών αυλής.

Πεποίθαμεν ότι η πατρίς του αγαθωτάτου ποιμενάρχου εκτιμώσα τας αρετάς και τας υπηρεσίας δι' ων κατέκτησε την συμπάθειαν των Ρωσσικών όπλων και της Ιονίου Κυβερνήσεως, θέλει και εν τω μέλλοντι αποδίδει αυτώ αγάπην αμετάτρεπτον προς αμοιβήν του ιερού χαρακτήρος, των αρετών δι' ων περικοσμείται, και των εξόχων υπηρεσιών ας προσήνεγκε. (17)

Κερκύρα τη 15 Αυγούστου 1807.
        Κόμης ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΜΟΤΖΕΝΙΓΟΣ.

ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΠΑΡΘΕΝΙΟΥ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΙΓΝΑΤΙΟΝ.

Πανιερώτατε και θεοπρόβλητε Δέσποτα.

Είναι γνωστόν και ομολογούμενον από όλους σχεδόν και τους εγκρίτους της πόλεως και τους κατοίκους ταύτης της Νήσου, πόσος ήτον ο κίνδυνος του τόπου τούτου και ο μέγας φόβος, οπού δι' αυτόν περιείχε δικαίως τας ψυχάς όλων των εντοπίων, και πόσον εξ εναντίας ενεψύχωσεν όλους η παρουσία της υμετέρας Πανιερότητος.

Οι ελλόγιμοι και πατρικοί αυτής λόγοι, τα γενναία και ηρωικά κατορθώματα του εκλάμπρου υποκειμένου της, οπού διά φυσικήν αυτής καλοκαγαθίαν και ζήλον ένθερμον πατριωτισμού κατά συνέχειαν και πόνοις και ιδρώσιν εις όλους εδείκνυε, δεν εδυνήθησαν παρά να αποδιώξωσι κάθε κίνδυνον και να δώσωσι ψυχήν και εις τους πλέον αψύχους.