Όθεν όλοι κοινώς δι' εμού του ελαχίστου αυτών ποιμένος απονέμουσιν εις την ιεράν και ευεργετικήν αυτής ψυχήν τας διά λόγου οφειλομένας χάριτας, ομολογούντες απανταχού το μέγεθος των προτερημάτων της.
Δέξαι λοιπόν, πανιερώτατε Δέσποτα, εις απόδειξιν της ευχαρίστου προς αυτήν ημών διαθέσεως την παρούσαν ομολογίαν, οπού δι εμού γίνεται, δεομένου του παντοδυνάμου Θεού υπέρ της υγείας και παντός άλλου αγαθού της υμετέρας Πανιερότητος.
Ο Μητροπολίτης Λευκάδος και αγίας Μαύρας.
ΠΑΡΘΕΝΙΟΣ.
ΑΛΕΞΗΣ ΚΑΛΟΓΕΡΟΣ.
Νέος έτι εισήλθεν ως μοναχός εν τη μονή του προφήτου Ηλιού. Η σπανία αυτού καλλονή τον υπεχρέωσε ν' αποδυθή εις το πολεμικόν στάδιον, όπως διαφύγη τας αισχράς των οθωμανών καταδιώξεις. Προς ανάμνησιν δε του καλογηρικού του βίου προσηγορεύθη Καλόγερος, ενώ της οικογενείας αυτού το επώνυμον ήτο Ρουμάνης. Υπηρέτησεν υπό τον Ανδρούτζον. Συλληφθείς δε διά προδοσίας εφονεύθη εις Σάλονα.
ΚΑΤΖΙΚΟΓΙΑΝΝΑΙΟΙ.
Την δραματικοτάτην ιστορίαν της οικογενείας ταύτης ευχαρίστως αναφέρω εν ταις σημειώσεις μου, ου μόνον διότι αδίκως μέχρι τούδε παρεσιωπήθησαν αι σπουδαίαι υπηρεσίαι, ας προσήνεγκε τη πατρίδι, αλλά και διότι εκ των πολλών επιστολών, αίτινες διασώζονται εν τω χαρτοφυλακείω της Λευκάδος, προκύπτει η ακατανόητος επιμονή, αφ' ενός μεν του Αλή πασά προς εξόντωσιν αυτής, αφ' ετέρου δε των εγχωρίων αρχών της πατρίδος μου, όπως την διαφυλάξωσιν.
Κατά το έτος 1802 και 1803 οι αδελφοί Χρήστος και Απόστολος Κατζικογιάνναι κατείχον το καπιτανάτον της Ακαρνανίας. Αμφότεροι ούτοι, εξαιρέτως δε ο Χρήστος, κηρυχθέντες κατά του σατράπου των Ιωαννίνων, επί πολλά έτη εβασάνισαν αυτόν επιπίπτοντες κατά των αλβανών Δερβεναγάδων, οίτινες ανηλεώς τους κατεδίωκον.
Νοήσας ο Αλής ότι αδύνατον ήτο να τους εξολοθρεύση διά του πολέμου, απεφάσισε να προστρέξη εις την στυγερωτέραν των προδοσιών. Προσεκάλεσε τον Βεκήρ Τσουγαδούρον, αδελφοποιητόν του Χρήστου και του Αποστόλου, και ενετείλατο αυτώ την δολοφονίαν, αφού διεφήμισεν ότι λησμονών τα παρελθόντα, έπεμπε τον διαβόητον τούτον αλβανόν, όπως διαβιβάση προς τους παλαιούς φίλους του την διαβεβαίωσιν της πατρικής στοργής του.
Ο Βεκήρ παραλαβών εκλεκτήν συνοδείαν μετέβη εις Ακαρνανίαν και μαθών ότι οι Κατζικογιάνναι διέμενον κατά τας ημέρας εκείνας εις Πλαγιάν, έδραμεν αυθωρεί, παραγγείλας προς τους παρακολουθούντας αυτόν να πυροβολήσωσι κατ' εκείνων, ους ήθελεν ασπασθή.
Αφού οι δύο αδελφοί έμαθον την άφιξιν του αρχαίου φίλου εξήλθον εις προϋπάντησιν αυτού. Τον υπεδέχθησαν δε περιπαθώς και φιλοφρόνως υπό την σκιάν της πλατάνου παρά τη πηγή της Πλαγιάς· εκεί ο Ισκαριώτης εναγκαλισθείς αυτούς, υπέδειξε τα θύματα, και οι αλβανοί πυροβολήσαντες εκ των νώτων εφόνευσαν αμφοτέρους.
Μετ' ου πολύ έφθασεν επιστολή εκ Πρεβέζης, δι' ης ο Κάσκαρης, στενός αυτών συγγενής, έγραφε προς τους δολοφονηθέντας την εις Ακαρνανίαν μετάβασιν του Τσουγαδούρου, και αινιγματωδώς εσυμβούλευεν εν τη συναντήσει αυτών μετά του αλβανού δερβέναγα, να προσέχουν ώστε, «όπου είναι ο Χριστός να μην ήναι και ο Απόστολος,» υποδεικνύων ούτω πως την τεκταινομένην προδοσίαν και προειδοποιών περί αυτής τον Χρήστον και τον Απόστολον. Αλλ' ότε η αγγελία έφθασεν, ο φόνος είχεν εκτελεσθή και ο Βεκήρ επανήρχετο τροπαιοφόρος άγων μετ' αυτού και τας πενθηφορούσας οικογενείας των προδοθέντων φίλων του. Κατά την οδοιπορίαν ταύτην η σύζυγος του Αποστόλου, επί επιμόνω αυτής αιτήσει, έλαβε τας δύο κεφαλάς ταριχευμένας ήδη, και εγκολπωθείσα αυτάς τας μετέφερε μεχρις Ιωαννίνων.
Ο Αλής προσεποιήθη βαθυτάτην λύπην επί τη αυθαιρέτω, ως έλεγε, διαγωγή του Τσουγαδούρου, αλλά μη δυνάμενος να επανορθώση το κακόν ηθέλησε διά πολλών περιποιήσεων να δείξη προς τας οικογενείας των φονευθέντων την εύνοιαν και την αγάπην του, και διέταξεν ίνα αρμόδιον κατάλυμα χορηγηθή αυταίς εν τοις ιδίοις σεραγίοις.
0 Χρήστος αφήκεν υιούς τον Μήνιον φονευθέντα κατά τον ιερόν αγώνα εις τον Ανηφορίτην πλησίον των Θηβών, τον Σπύρον φονευθέντα επίσης κατά τα 1821 εις Καγκέλια, τον Στάθην προαχθέντα συνταγματάρχην και αποθανόντα κατά το 1836 και μίαν θυγατέρα την Μπήλιω.
Ενώ η οικογένεια διέμενεν εν Ιωαννίνοις ηράσθη αυτής ο Βεζύρης και επειράθη να την εισαγάγη εντός του Χαρεμίου του, αλλ' ο αδελφός αυτής Μήνιος μη ανεχόμενος την ατιμίαν, ιδίαις χερσί την εφόνευσε.
Ο δε Απόστολος αφήκε τον Κωστούλαν φονευθέντα εις Βλαχίαν υπό την σημαίαν του Υψηλάντου, τον Αποστόλην πεσόντα εν τη ακροπόλει των Αθηνών, και τον Πρέβαν αποθανόντα εις Πάτρας επί Κυβερνήτου.
Ο Συνταγματάρχης Ευστάθιος Κατζικογιάννης αριθμείται μεταξύ των γενναίων εκείνων, οίτινες υπό την αρχηγίαν του Οδυσσέως εκλείσθησαν εις το χάνι της Γραβιάς, και διά της περιφανεστέρας ανδραγαθίας αντεστάθμισαν την ήτταν των Θερμοπυλών.
ΓΡΙΒΑΣ ΧΡΗΣΤΟΣ.
Κατά τινα νεωτέραν ανακάλυψιν περί ης εν εκτάσει πραγματεύεται ο Κύριος Σάθας εν τω κατά την στιγμήν ταύτην εκδιδομένω πονήματι αυτού, «Ανδραγαθήματα Μπούα,» η αρειμανής των Γριβών οικογένεια αριθμείται μεταξύ των πολλών παραφυάδων, οίτινες ανεβλάστησαν εκ του περιφανούς των Μπουκίων γένους όθεν ανεφύησαν και οι Σπάται, και οι Σγούροι και άλλοι κατά τους μεσαιωνικούς χρόνους ηγεμόνες της Αλβανίας, της Ηπείρου και της Ακαρνανίας.
Ο Θεόδωρος Μπούας Γρίβας κατά την πρώτην εν Πελοπονήσω οθωμανικήν εισβολήν επολέμησεν ως οπλαρχηγός μετά του συγγενούς αυτού Κορκονδείλου Κλαδά κατά Βενετών και Τούρκων. Ύστερον η οικογένεια εγκατέστη εν Αλβανία και μέλη τινα εξ αυτής μετώκησαν εκείθεν εις την Επτάνησον και την Ακαρνανίαν.
Σίμος Γρίβας Μπούας αρματωλός της Ακαρνανίας περί τα τέλη του
ΙΖ'. αιώνος κατέφυγεν εις Λευκάδα και τον μοναχικόν ασπασάμενος
βίον ετελεύτησεν εκεί κατά το 1622 και ετάφη εν τη μονή του αγίου
Ιωάννου του Προδρόμου.
Ο συγγενής αυτού Θεόδωρος ανέκτησε διά του ξίφους το αρματωλίκιον του Σίμου και απέθανε κατά το 1653 δολοφονηθείς κατά την θέσιν ήτις σήμερον εισέτι καλείται «του Μπούα ταυλάκι.»
Δράξας την ευκαιρίαν ταύτην ο εκ Βάλτου Τζεκούρας εισήλασεν εις Ακαρνανίαν και ήρπασε περί το 1680 το κληρονομικόν των Γριβαίων αξίωμα. Ολίγον ύστερον ο Απόστολος Γρίβας, όστις διέμενεν εις Τόσκεσι του Σουλίου, επέπεσε μετά 100 οπαδών κατά του Τζεκούρα και ανακτήσας το αρματωλίκιον κατώκησεν εν Περατιά της Ακαρνανίας παρά τους πρόποδας του όρους Λάμιας. Τούτον διεδέχθη ο υιός του Χρήστος, τον δε Χρήστον ο ομώνυμος τω πάππω Απόστολος και τον Απόστολον ο εν τη οπτασία του Διάκου εμφανιζόμενος Χρήστος όστις και συνήψε γάμον μετά νεάνιδος εκ του οίκου των Κατζικογιανναίων.
Κατά την επανάστασιν του 1769 ανέλαβεν ούτος την αρχηγίαν πάντων των εν τη δυτική Ελλάδι αρματωλών και εξεστράτευσε κατά του Βραχωρίου, αλλ' αποτυχών υπεχώρησεν εις άγιον Ηλίαν του Αγγελοκάστρου ένθα και υπέμεινε τους επελθόντας πολυαρίθμους εχθρούς προς ους και συνεπλάκη. Εν τω διαβοήτω τούτω αγώνι έπεσεν ο γενναίος και το απαίσιον εκείνο πεδίον της μάχης, βαπτισθέν διά του αίματός του, προσηγορεύθη έκτοτε «τα κόκκαλα του Γρίβα.»
Αλλ' ό,τι πλήττει την φαντασίαν εμού γινώσκοντος ακριβώς πάσας τας αιματηράς θυσίας ας οι Γρίβαι προσήνεγκον τη πατρίδι από διακοσίων και επέκεινα ετών, είναι η περίεργος σύμπτωσις καθ' ην εκ μακρών διαλειμμάτων παρίσταται ο προφήτης Ηλίας, ώς περ επιθεώμενος τους διαπρεπεστέρους άθλους της φιλοπολέμου ταύτης οικογενείας.
Εν αγίω Ηλία του Αγγελοκάστρου έπεσε μαχόμενος ο Χρήστος Γρίβας.
Εν αγίω Ηλία της Ακαρνανίας ήρατο περιφανεστάτην νίκην ο περιώνυμος αυτού απόγονος στρατάρχης Θεόδωρος, ότε ανακρούσας τα κύματα της πρώτης Αλβανικής εισβολής, κατώρθωσε να σώση τα απανθρώπως εκ Καλάμου εξελασθέντα γυναικόπαιδα.
Εν αγίω Ηλία της Αργολίδος ο υιός του Στρατάρχου Δημήτριος αντετάχθη προς τον βασιλικόν στρατόν και έσωσε προκινδυνεύων την στρατιωτικήν τιμήν της Ναυπλιακής επαναστάσεως, αναδειχθείς άξιος απόγονος του περιλαλήτου Χρήστου και υιός εφάμιλλος του πατρός αυτού Θεοδώρου.
Επειδή δε τα περί της οικογενείας ταύτης απαιτούσι λίαν διεξοδικήν αφήγησιν υπερβαίνουσαν τα στενά όρια βραχείας, σημειώσεως, αναγκάζομαι και άκων να περιστείλω τον λόγον εις μόνα τα προς τον εν τω κειμένω μνημονευόμενον Χρήστον αναφερόμενα.
ΣΑΜΟΥΗΛ.
Ο γνωστός πολέμαρχος, ο θεόπνευστος προφήτης, ο εν τη εκκλησία της αγίας Παρασκευής πυρίκαυστος γινόμενος, ο διά της θυσίας αυτού απαθανατίσας το Κούγγι, έρχεται τελευταίος εν τη οπτασία του Διάκου συνοδευόμενος υπό των πέντε συνεταίρων αυτού, και της χορείας των νηπίων, άτινα καθηγίασαν διά του αθώου αίματός των τον βράχον του Ζαλόγγου, ότε αι μητέρες αυτών προς αποφυγήν της επικειμένης καταισχύνης πρώτον μεν εξεσφενδόνισαν αυτά κατά του κρημνού, ύστερον δε τα παρηκολούθησαν πίπτουσαι μία μετά την άλλης εις τα βάθη του αχανούς βαράθρου. (όρα Μνημόσυνα).
Λαθύρια, βρακανίδαις. σ. 147.
Λαθύρια όσπριον εκ των ευτελεστέρων. Βρακανίδα, αγριολάχανον περιφρονούμενον ως και η βρούβα.
Κρεμούν τον Πατριάρχη, σ. 148.
Παρηκολούθησα πιστώς τας ακριβεστέρας πληροφορίας περιγράφων το μαρτύριον του αειμνήστου εθνομάρτυρος Γρηγορίου.
ΑΘΑΝΑΣΗΣ ΔΙΑΚΟΣ
ΑΣΜΑ ΠΕΜΠΤΟΝ
ΟΜΕΡ ΒΡΙΟΝΗΣ.
«Όπου αγαπά — Συχναπαντά.»
Ο ύπνος, πούναι της ψυχής κρυφό περιβολάκι
Με χίλια μύρια βότανα για να γιατρεύη πόνους,
Είχε γλυκάνη την καρδιά του Ομέρπασα Βριόνη
Και τούχε σβύση τη χολή, την άγρια την αψάδα
'Σ τ' ανδρειωμένα σωθικά. Καμμιά φορά 'ς το νου του
Το διάνεμα γοργά γοργά του αλόγου του επερνούσε,
Τάκουε που χλημήτιζε… 'ς το φυσσομανητό του
Ταντιβοούσανε ταυτιά, του ξάναφταν τα μάτια,
Κ' ύστερα πάλ' επλάκωνε με τη χαρά της νίκης
Κάθε πικρό συλλογισμό, κι άφινε να φωτίζουν
Το μέτωπό του το τραχύ παράδοξαις ελπίδαις.
Αντραγαθήματα παληά, χρυσοπλασμένα γνέφη,
Μ' ένα χαμόγελο πικρό για τον Κιοσέ Μεχμέτη.
Τα περασμένα χρόνια του, τώνα σιμ' από τάλλο,
Μισοσβυσμένα, σκοτεινά, χωρίς να τα φωτίζη
Της νειότης το ξημέρωμα, τη μνήμη του χτυπούνε
Με το νεκρό τους τον αφρό. — Θυμήθηκε την ώρα
Που θρονιασμένος βασιλειάς 'ς του αλόγου του τη ράχη,
Μ' ένα με δυο πηδήματα, βορειάς, ανεμοζάλη,
Πετάχτηκε 'ς την Αραπιά. — Τα σωθικά του τότε
Δεν τα φαρμάκευαν κρυφοί και φλογισμένοι πόθοι,
Ούτε του κόσμου ψεύτικαις αναλαμπαίς και δόξαις.
Τάρεσε νάχη μοναχά πρωτοπαλλήκαρά του
Μες 'ς την πλατειά την ερημιά, τα δυο του φτερνιστήρια,
Το δαμασκί του το σπαθί, κ' εκεί να παρατρέχη
Με του Σιμούν το φύσημα ποιος να πρωτοπεράση.
Ύστερα τον εμάγεψε τ' Αλήπασα ταστέρι
'Σ το νου του εσπιθοβόλησαν τιμαίς και μεγαλεία,
Κ' επήρε τον ανήφορο… Αναίβαινε τρεχάτος…
Εμπρός του ο βράχος του Σουλιού, θεόχτιστος, δεν σκύφτει
Να τον αφήση να διαβή. Γλιστρά… γυρίζει πίσω,
Με λίγο χιόνι 'ς τα μαλλιά, με καταχνιά 'ς την όψη.
Περνούν η μέραις σα νερό … Ανέλπιστο λιοβόρι
Τη φλόγα του Τεπελενλή τη σβει, τη συνεπέρνει.
Πόλεμος πάντα πόλεμος… 'Σ τάρματα μέρα νύχτα …
Τότε για τον Αλήπασα. Τώρα… για ποιόνε τώρα;… ·
Η μοίρα τον εγλύκαινε με ταγκαλιάσματά της.
Και φιλενάδα του πιστή εχτές 'ς τη Χαλκομμάτα
Τώστρωσε δάφναις να διαβή… Αν έσφιγγε τα φρύδια
'Σ το θέλημά του η Αρβανιτιά με τρόμο επροσκυνούσε
Κρατεί 'ς τα χέρια του σφιχτά δεμένο το λειοντάρι.
Που τούχε φράξη τα Θερμιά… Γιατί, γιατί θα νάναι
Πάντοτε ίσκιος κι' όχι φως;…. Μ' αυτούς που πολεμούσε
Γνωρίζει ότι τον έδεναν, παληαίς αδερφοσύναις.
Πως μια φορά κ' έναν καιρό, μια μόν' ήταν η ρίζα
Και χίλια τ' αντιρίμματα… 'Στα στήθια του αναβράζουν
Σα 'ς το κυβέρτι η μέλισσαις πριν ο γονός κινήση,
Αμέτρητα φαντάσματα, και πότε ο λογισμός του,
Ανήμερο αγριοπούλαρο, πετιέται, λειβαδεύει
Και βόσκει μες 'ς τα ονείρατα, πότε του παραστένει
Την άβυσσο, που ερούφηξε το βράχο πούχε χτίση
Με στοιχειωμένα ριζιμιά 'ς τα Γιάννινα ο Βηζύρης,
Και τότ' ενύχτονε η χαρά με μιας 'ς το μέτωπό του
Επίκραιναν τα χείλη του, κι' ανατριχύλαις κρύαις
Του ράγιζαν τα κόκκαλα και τώκοβαν το αίμα.
Τεντόνει το παράθυρο. Βλέπει πασπρογαλιάζει
Το χάραμμα 'ς τον ουρανό, και τάστρα λίγο λίγο
Να κρύβωνται, να φεύγουνε, καθώς κατακαθίζουν
Βαθειά 'ς τα φυλλοκάρδια του και σβυόνται της ψυχής του
Τα κούφια ταστραπόβροντα… Ξανοίγει το ρουπάκι…
Χτυπά τα χέρια τρεις φοραίς: «Οσμάν!..Οσμάν!..το Διάκο!»
— Λεβέντη, η περηφάνεια σου, το φτερωτό σου μάτι
Σε λεν παιδί της Ρούμελης… Σ' είσ' ο Θανάσης Διάκος;
— Όλος… Με ξέρει η Αρβανιτιά, κ' η πέτραις με
[γνωρίζουν.
— Και πώς επιάστης ζωντανός;
— Δέκα χιλιάδαις κ' ένας.
Ο Χάρος μ' απαρνήθηκε και το στερνό μου βόλι,
Όπου το φύλαγα για με, σας τώδωκα κ' εκείνο.
— Αν έπεφτα 'ς τα χέρια σου τ' ήθες με κάμει, Διάκε;
— Θα σου φορούσα τάρματα να ματωθούμε πάλε.
— Μην αγριεύεσαι μ' εμέ. Πριν σ' εύρω 'ς τη Δαμάστα,
Σ' απάντησα 'ς τα Γιάννινα. 'Σ τον ίσκιο του Βηζύρη
Δεν ελημέριασες και συ;
— Ομέρπασα Βριόνη,
Πνίγει το δέντρο κι' ο κισσός με ταγκαλιάσματά του.
— Κι' όταν το δέντρο ξεραθή και γύρη ταντιστύλι
Θανάση Διάκε, κι' ο κισσός, το ξέρεις, γονατίζει.
— Όχι, μα την ανάσταση του γένους μου, δεν πέφτει.
Τη γη που τον ανάθρεψε με τα βλαστάρια ζώνει,
Κι' όπου απαντήση ριζιμιό κι' όπου εύρη χαραμάδα
Γενειάζει εκεί βαθειά, βαθειά, κ' υφαίνει τον πλοκό του
Αδιάβατη γεροβολιά, πυκνή κι' αιώνια φράχτη,
Για κείνους που συνείθισαν… να παρασυνορίζουν.
— Θανάση, θα λησμόνησες!… Εχτές 'ς την Αλαμάνα
Εγώ δεν άνοιξα πορειά;
— Ομέρπασα, φυλάξου
'Σ το γύρισμά σου μην ευρής ορθά τα κόκκαλά μου
Και σ' εμποδίσουν να διαβής.
— Να μη γυρίζω πίσω
Τώμαθα πάντ' από παιδί, και τα μαθηταρούδια
Τ' Αλήπασα δεν σκιάζονται, Θανάση, βρυκολάκους.
Συ το γνωρίζεις, πολεμώ, γιατί τροφή, χαρά μου,
Ειν' ο καπνός του τουφεκιού. Με σας δεν έχω πάθος.
Μαρέσει μέσα 'ς τη φωτιά να βλέπω το σπαθί μου
Να φέγγη, να σπιθοβολή, να μη θολόνη εμπρός σας.
Ζηλεύω την παλληκαριά, δεν τη φθονώ σαν άλλους…
Κι' όταν εγώ 'ς τα Γιάννινα, εσέ, το υιό τ' Ανδρούτζου,
Του Καραΐσκου το παιδί, το Θώδωρο το Γρίβα,
Με τάλογά σας έβλεπα να λάμπετε 'ς τον ήλιο,
Ν' ανεμοστροβιλίζετε, σας εχαιρόμουν, Διάκε,
Κ' έλεγα μέσα μου κρυφά, ένας Θεός το ξέρει,
Νάμουν εγώ το σύγνεφο και σεις ταστροπελέκια…
Καλός καιρός οπούτανε!… Τώρα και σας κ' εμένα
Μας άρπαξε το σύφλογο και ξεζευγαρωμένους
Μας δέρν' η ανεμοριπή… Θέλεις να ζήσης, Διάκε;…
— Ένας μωρίζει τη ζωή, ό,τ' είπε θα να γένη.
Πώς με ρωτάς, Ομέρπασα;… Το χέρι το δεξί μου
Τώχασα χτες μες 'ς τη φωτιά. Με τάλλο ωρφανεμένο
Δε θα χορταίνω σκοτωμό.
Με φτάνει το ζερβί σου.
Αν είχες δυο δε σ' ήθελα… Ζύγωσε κι' άκουσέ με…
Όταν μέσα 'ς τα Γιάννινα, Θανάση, ο Οικονόμος
Με χιόνια, με τρισκότειδο, 'ς το σπήτι του Κροκίδα
Κλεφτά σας εσυμάζονε, κι' άγρυπνοι κάθε βράδυ
Εδιαλογίζεστε μαζύ πώς να την καταπιήτε
Του Αλήπασα τη δύναμη, τα μάτια του Ταχήρη
Πιστά σας παραμόνευαν κ' εφέγγαν 'ς το πλευρό σας
Ακοίμητα σαν τα κεριά, που ανάφτετε την ώρα
Οπού σας ώρκιζε ο πάπας 'ς το τετραβάγγελό σας.
Μια μέρα μ' έκραξε ο Αλής… Τα φρύδια του μαχαίρια,
Το στόμα τάφος ανοιχτός… Μου λέγει… «Ομέρ Βριόνη
»Απόψε τα κεφάλια τους…» Και βγάνει ένα δεφτέρι
Οπού είχε μες 'ς τον κόρφο του. Μου τώδωκε και φεύγει.
Τανοίγω κ' ανατρίχιασα… Δεν έλειπε κανένας…
Αστράψανε τα μάτια μου, η γλώσσα μου φαρμάκι…
Εγώ φονειάς;… Και μ' απιστιά;… Εγώ, Θανάσης
[Βάγιας!…
Διαβάζω ακόμα… τι να ιδώ;… Με τον Αλέξη Νούτζο,
Οπού τον είχε σαν παιδί, βλέπω το Γεώργη Κίτζο…
Έτρεξα 'ς τη Βασιλική… Πέφτει 'ς τα γόνατά του
Και το λειοντάρι ημέρεψε… Πες μου, Θανάση Διάκε,
Ξέρεις γιατί σας έσωσα;…
— Δε θέλω να το μάθω.
— Θυμήθηκα τον πάππο μου, που 'ς τα γεράματά του
Μώδινε πάντα μιαν ευχή, ποτέ να μην ξεχάσω…
Ότ' είμαι… βασιλόπουλο..
— Μας τούπε και ο Κυρ Μάνθος.
— Κι' ότι η γενειά μου μια φορά της Μουζακιάς το [θρόνο…
— Χριστιανή κι ορθόδοξη κληρονομιά τον είχε…
— Θανάση, δε σ' ερώτησα. Μη μ' αντικόβης, πάψε…
Εκάθηκε ο Αλήπασας και με το χαλασμό του
Ο σπόρος, που εκοιμότουνε κρυφά μες 'ς την καρδιά μου,
Ανάδωκε κ' εγέννησε ταγκαθερό λουλούδι,
Που μέρα νύχτα με κεντά… Είδες το γυιο τ' Ανδρούτζου;
— Θα τον ευρής 'ς το δρόμο σου.
— Θανάση, θα γνωρίζης
Ότ' είμεθα σαν αδερφοί. Το μυστικό που σούπα
Μας δένει τώρ' από καιρό… Σπαθί, φωτιά, τουφέκι,
'Σ τους ξένους οπού επάτησαν τα χώματά μας, Διάκε.
Εμέ με φτάνει η Αρβανιτιά, και τάλλα, απ' άκρη 'ς άκρη
Να τα κρατήσετε όλα σεις, χώμα, κλαρί και πέτρα.
— Κι' αφού σ' εκάμανε πασά, με μιας τα ονείρατά σου,
Βριόνη, τα λησμόνησες και δούλος του Μεχμέτη
Σκοτώνεις τους συντρόφους σου…
— Διάκε, νερό κι αλάτι…
Εσ' είσαι ακόμα ζωντανός, και τον Κιοσέ Βεζήρη
Τον έχομε 'ς τα νύχια μας, μ' ένα σου λόγο, σβυέται…
Δεν ξέρω παρακάλεσαις, δε διακονεύω σχώρια…
Στοχάσου… η ώραις φεύγουνε… και πες μου, ναι ή όχι;
— Εψές τα παλληκάρια σου, Ομέρπασα Βριόνη,
Το δαχτυλίδι μάρπαξαν και το φορείς 'ς το χέρι..
Πριν απαντήσω… το φιλείς;
— Και τι σημάδια φέρνει;
— Εκείνα πούχαν μια φορά, Βριόνη, οι γέροντές σου.
Ένα δικέφαλο αητό με τα φτερ' απλωμένα
Κ' επανωθέ του το Σταυρό…
— Θανάση… ναι ή όχι;
— Όχι… δε δίνω σ' άπιστον ούτε μια φούχτα χώμα
Από τη γη μου τη γλυκειά, ούτ' από τα νερά μου
Δε δίνω μια σταλαματιά.
— Το κρίμα στο λαιμό σου…
Οσμάν!… πώς ήρθες;… τι θα πης;
— Ομέρπασα, ο Βεζήρης,
Ακούστηκ' έξω αναβρασμός, φωναίς ξαγριωμέναις
Κι αλόγωνε ποδοβολή… Δειλιάζει, ανατριχιάζει
Ο λύκος της Αρβανιτιάς… τρέμ' η φωνή του… αχνίζει.
— Θανάση, το κεφάλι μου…
— Μη σκιάζεσαι. Μαζί μου
Το μυστικό σου θα ταφή …τώχω βαθειά κρυμμένο.
Και συ τι θέλεις από με;… 'Σ τον κόσμο κάτι ορίζω.
— Δος μου, το δαχτυλίδι μου.
— 'Σ τα χέρια σου, Θανάση,
Αλυσωμένα, θα φανή και θα με μαρτυρήση.
— Εδώ… 'ς το στόμα… γρήγορα… φέρε το…πίθωσέ το.
Του τώδωκε ο Ομέρπασας. 'Σ τη φλογερή χαρά του
Ταρπάζει εκείνος, το φιλεί, δεν το χορταίνει ο Διάκος.
Ακόμα τανασπάζεται και κοινωνιά στερνή του
Το καταπίνει λαίμαργα, λες κ' ήθελε να σώση
'Σ το είδωλό του το γλυκό τα σπλάχνα του κιβούρι.
Πλακόνει ωστόσο κι ο Κιοσές. Μαύρη, θολή πλημμύρα
Το πάτημά του ακολουθεί, σαν νάταν ένα κύμα
Πώσερνε φύκη 'ς το γιαλό. Τασπράδι του ματιού του
Έσταζεν αίμα και χολή…
— Ομέρπασα Βριόνη,
Μα τώνας είναι του Θεού ο φοβερός προφήτης,
Αν έλειπαν τα σίδερα 'ς αυτό ταγριοπούλι,
Θα πίστευα πώς είσαι συ, κατάδικος και φταίστης…
Τόσο σε βλέπω ανόρεχτον! .. Εχτές 'ς τη Χαλκομμάτα
Δε σου πονούσεν η καρδιά να βλέπης τάλογό σου
Κουφάρια να ποδοπατή, 'ς το αίμα να βαλτόνη
Και τώρα σαν κ' εμούδιασες!
— Βεζήρη, οι αρβανίταις,
Εχθρούς δεμένους δε κτυπούν.
— Και μάλιστα όταν λάχη
Νάναι παληοί των σύντροφοι… Εμείς, ανατολίταις,
Σύγνεφα διαβατάρικα, όταν περνούμ' εδώθε,
Ομέρ Βριόνη, μάθε το, χαλάζι φορτωμένοι
Κι' αστροπελέκια φλογερά, δεν έχομε 'ς το νου μας
Παρά πώς να πλατύνωμε την ερημιά, το μνήμα.
Ούτε το σπόρο μες 'ς τη γη, ούτε κλαρί 'ς το λόγγο,
Ούτε παιδί μες 'ς την κοιλιά θ' αφήσωμε να ζήση.
Ως τα θεμέλια ο χαλασμός. Για πεντακόσια χρόνια
'Σ αυτά τα στειρολίθαρα, πώσο και αν έχουν χώμα
Ταπόχτησανε τρώγοντας από τα κόκκαλά μας,
Μάτι ποτέ δεν έκλεισεν ούτ' ένας Μουσουλμάνος
Χωρίς να ιδή 'ς τον ύπνο του να λάμψη ένα τουφέκι
Ή να σφυρίξη ένα σπαθί. Ήρθε 'ς το χτένι ο κόμπος,
Θα ξεχωνιάσω αυτήν τη γη. Θα ιδώ 'ς τα σωθικά της
Ποιος δαίμονας εφώλιασε. Και αλλοίμονον 'ς εκείνον
Που μ' αντικόψη, Ομέρπασα, και που τον εύρω εμπρός μου…
Τι λες εσύ, Χαλήλμπεη; Κι όσοι πιστοί, τι λέτε;
— Βεζήρη, εχάθηκε η Τουρκιά. Πενήντα παληοκλέφταις
Μας εζεμάτισαν. Αμάν! Θέρισε, σώριασέ τους
'Σ ένα ρογό και κάψε τους. Πελέκα αυτούς τους λύκους·
Ξεσπέρμεψέ τους απ' εδώ, κ' η στάχτη τους, Βεζήρη,
Ας ριπιστή 'ς τον άνεμο να μη ματαφυτρώσουν.
— Όχι, δε χάνετ' η Τουρκιά. Να κλαίτε το μερμήγκι
Πώταν η μοίρα τ' οργιστή με ψεύτικα φτερούγια
Βγαίνει 'ς τον κόσμο και πετά, ή 'ς το νερό θα πέση,
(Δεν είν' αλήθεια, Ομέρπασα;) και θαυρεθή πνιμμένο,
Ή θα ταρπάξη το πουλί… Πούναι το παλληκάρι
Που χτες μ' ανδρειευότουνε;
— Εδώμαι, και σ' ακούω.
— Ποιος είσ' εγώ δεν το ρωτώ. Για με τα ονόματά σας
θα να σβυστούν όλα με μιας κ' είναι καιρός χαμένος
Εμείς να τα μαθαίνωμε. Θέλεις να προσκυνήσης
Και να δεχτής την πίστη μου;
— Κιοσέπασα δε θέλω.
— Θα να σε ψήσω ζωντανόν.
— Εμείς οι παληοκλέφταις
Έχομε σάρκα κάκοψη.
— Χαλήλμπεη!.. δικός σου.
***
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
» Με χίλια μύρια βότανα. » σ. 219
Βότανα, χόρτα κατέχοντα ιαματικάς ιδιότητας, όθεν και το δημώδες.
Τα βότανα της γης γιατρεύουνε τα πάθη.
» Την άγρια την αψάδα. » σ. 219
Αψάδα, κυρίως επί δριμέων υγρών, μεταφορικώς δε σημαίνει θυμόν. Αψής θυμοειδής. Συνηθέστατον επί ίππων.
» Το διάνεμα γοργά γοργά. » σ. 219
Διάνεμα, σκιά φεύγουσα ταχέως, αστραπηδόν.
» Αναλαμπαίς και δόξαις. » σ. 220
Αναλαμπή η εκ μεγάλης πυρκαϊάς προκύπτουσα λάμψις, αλλά και αυτή η θερμότης της φλογός.
» Ανέλπιστο λιοβόρι. » σ. 221
Λιοβόρι βορειανατολικός άνεμος πνιγηρός και καυστικός.
» Και χίλια τ' αντιρίμματα. σ. 221
Αντιρίμματα οι περί την ρίζαν δένδρου τινος φυόμενοι βλαστοί.
Σα στο κυβέρτι η μέλισσαις πριν ο γονός κινήση. σ. 221
Κυβέρτι το κύβεθρον, η κυψέλη. Γονός η νέα γενεά των μελισσών η κατά το έαρ απολείπουσα τον γενέθλιον οίκον και μεταναστεύουσα αλλαχόσε.
Όστις παρετήρησεν εκ του πλησίον τα πολύτιμα ταύτα έντομα δεν παρέλειψε βεβαίως να σημειώση τον απερίγραπτον βόμβον, όστις επικρατεί εντός της κυψέλης ολίγην ώραν πριν ή εξέλθη ο γονός. Ήθελεν είπη τις, ότι αι μητέρες και οι πατέρες θρηνούσι συνάμα και χαίρουσιν επί τη εξόδω των τέκνων.
Ο γονός εξερχομένος πρώτην φοράν εις το φως της ημέρας πλανάται προς ολίγον ένθεν κακείθεν και προσκολλάται μετά ταύτα επί τινος αποτόμου πέτρας, ή κάθηται επί κλαδίσκου τινός δένδρου. Αν δε αμελήση τις να τον παραλάβη και τοποθετήση εντός κυψέλης, απέρχεται προπορευομένης της Ανάσσης. Την αποχώρησιν ταύτην ως και την πρώτην έξοδον του γονού εκ της κυψέλης ήκουσα να χαρακτηρίζωσιν οι ημέτεροι χωρικοί διά των λέξεων, »Εκίνησεν ο λαός.» Και μα την αλήθειαν δεν εδυνήθην να μη ενθυμηθώ την διαβόητον Ομηρικήν παρομοίωσιν ένθα το «έθνεα πολλά μελισσάων» αντιστοιχεί πληρέστατα προς το λαός.
»Και τώκοβαν το αίμα.» σ. 222
Φράσις εμφαίνουσα την νευρικήν κατάπτωσιν ήτις προέρχεται ένεκα φόβου αιφνιδίου. Πιστεύεται δε υπό του λαού ότι επί τοιούτων περιστάσεων το αίμα αποσυντίθεται. Το αυτό ρήμα εν χρήσει επί γάλακτος αποσυντεθειμένου. « Έκοψε το γάλα.»
Βλέπει πασπρογαλιάζει. σ. 222
Ασπρογαλιάζει και ασπρογάλιασμα, το υπόλευκον χρώμα του ουρανού και της θαλάσσης κατά το λυκαυγές της ημέρας.
»Το φτερωτό σου μάτι.» σ. 223
Οφθαλμός περικυκλούμενος υπό μακρών και πυκνών βλεφαρίδων ή επισκιαζόμενος υπό δασέων οφρύων, εθεωρείτο ως τεκμήριον ανδρείας ψυχής και συνδυαζόμενον μετ' άλλων τινων προσόντων, καθωδήγει εις εύστοχον εκλογήν των παλληκαρίων.
Κι όπου απαντήση ριζιμιό κι όπου εύρη χαραμάδα,
Γενειάζει εκεί βαθειά βαθειά κ' υφαίνει τον πλοκό του
Αδιάβατη γεροβολιά, πυκνή κ' αιώνια φράχτη
Για κείνους που συνείθισαν να παρασυνορίζουν. σ.224
Ριζιμιό, πέτρα ερριζωμένη, κατ' αντίθεσιν προς το »πέτρα πλεούμενη.»
Χαραμάδα τα σκίσματα εν γένει.
Γενειάζει επί φυτών, όταν βάλλωσι τας πρώτας οιονεί τριχοειδείς ρίζας. Επί κισσού, όταν προσκολλάται διά των ελαστικωτάτων νεύρων, άτινα αναφύονται εκ των απείρων αυτού γονάτων.
Πλοκός σύμπλεγμα εκ κλάδων προς ανακοπήν των υδάτων. Η εργασία αύτη δηλούται διά του υφαίνω.
Γεροβολιά Κλείσμα, φραγμός κυκλοειδής διά καλαμών κατασκευαζόμενος δι' ου πολιορκούνται οι ιχθύες ένθα ενδιαιτώνται. Μεταφορικώς παν περίκλεισμα ασφαλές, ανυπέρβλητον.
Μας άρπαξε το σύφλογον. σ. 225
Σύφλογο η δίνη η προερχομένη εκ της συναντήσεως φλογών πρώην κεχωρισμένων. Συνήθης κατάρα· »Να σε πάρη το σύφλογο.» Μ' επήρε το σύφλογο»!
Μας δέρν' η ανεμοριπή. σ. 225 Ανεμοριπή ορμή ανέμου παρασύροντος παν το προστυχόν, και τούτο προς δήλωσιν καταστροφής. »Μας επήρε η ανεμοριπή.»
Όταν μέσα 'ς τα Γιάννινα, Θανάση, ο Οικονόμος
Με χιόνια με τρισκότειδο 'ς το σπήτι του Κροκίδα
Κλεφτά σας εσυμάζονε. σ. 226
Αποφασισθείσης υπό του Σουλτάνου της καταστροφής του Αλή πασά οι έφοροι της φιλικής εταιρίας απέστειλαν εκ Κωνσταντινουπόλεως εις Ιωάννινα τον Χριστόδουλον Οικονόμου ίνα κατηχήση τον αδελφόν αυτού Μάνθον, τον εξ απορρήτων του Βεζύρου, μεγάλην χαίροντα εν Ηπείρω επιρροήν και υπόληψιν, τον Αλέξην Νούτζον, τον Ίσκον, τον Στράτον, τους Φαρμάκιδες και άλλους τοιούτους. Ο δε Ασημάκης Κροκίδας προς τον σκοπόν τούτον παρέσχε την εν τη πρωτευούση του Τεπελενλή οικίαν του ήτις καθά διαβεβαιοί και ο Φιλήμων, εν ταις ημέραις εκείναις ωμοίαζε προς άλλον μυστηριώδη και τρομερόν στρατώνα, όπου κατά πάσαν νύχτα συνήρχοντο και συνεσκέπτοντο μετά του απεσταλμένου των φιλικών Χριστοδούλου Οικονόμου, γαμβρού του Κροκίδα, Ιωαννίται, Ζαγορίσιοι, Ακαρνάνες, Σουλιώται.
Με τον Αλέξη Νούτσο
Οπού τον είχε σαν παιδί, βλέπω το Γεώργη Κίτζο.
Έτρεξα 'ς τη Βασιλική. 226
Ο Αλέξης Νούτσος ενέμετο σχεδόν αποκλειστικώς επί πολύν χρόνον την εύνοιαν του Αλή όστις και απεκάλει αυτόν παιδί του.
ΒΑΣΙΛΙΚΗ.
Κίτσος Κονταξής εκ των προυχόντων της κωμοπόλεως Πλεισοβίτζας, υπήρξεν ο πατήρ της εν τοις Αληπασικοίς χρονικοίς τοσούτον σπουδαίαν κατεχούσης θέσιν διαβοήτου επί καλλονή και συνέσει Βασιλικής. Ως εκ των γενεθλίων και της δεδοκιμασμένης αυτού ανδρείας απελάμβανεν ούτος γενικής υπολήψεως παρά τοις συμπολίταις αυτού δι' ο και ύποπτος γενόμενος σκληρώς κατεδιώχθη υπό του αιμοχαρούς Βεζύρου.
Εν ταις ημέραις εκείναις Μαρίνα τις, εκ της αυτής κωμοπόλεως ορμωμένη, αντί μικράς ευεργεσίας έλαβε παρά του Αλή την εντολήν να κλέψει και τω παραδώση την επταετή κόρην του Κίτζου, και το μιαρόν γύναιον προσοικειωθέν τη συζύγω του Κονταξή μυρία ήρξατο να τεκταίνεται προς πραγματοποίησιν του βδελυρού σχεδίου.
Αποθανόντος δέ τινος των εν Φιλιάταις βέηδων ο Κίτζος μετέβη μετά της συνεύνου Αναστασίας, όπως συλλυπηθή την χήραν του απελθόντος φίλου, και κατά την απουσίαν αυτού η Μαρίνα παραλαβούσα δι' απάτης εις την εαυτής οικίαν, την Βασιλικήν, έσπευσε να ειδοποιήση τον Σατράπην, όστις αποστείλας αμέσως εις ορισθέν τι μέρος ίππους ταχυδρομικούς και ένοπλον συνοδίαν, απήγαγε το κοράσιον.
Επανελθών ο Κίτζος και πληροφορηθείς παρά των κατοίκων, εν όπλοις διατελούντων και υπισχνουμένων εκδίκησιν, τα περί απαγωγής της προσφιλούς αυτώ θυγατρός, περιήλθεν εις τοιαύτην αδημονίαν ώστε σχεδόν παρεφρόνησε. Και την μεν περιουσίαν κατηνάλωσεν αφειδώς διανείμας αυτήν προς πάντας όσοι εκμεταλλευόμενοι την πατρικήν στοργήν επηγγέλλοντο αυτώ την ανάκτησιν του τέκνου, αυτός δε καταβληθείς υπό της λύπης ώρυξε τάφον εν τω υπογείω της οικίας, απέβαλε τον οπλισμόν, εζώσθη σχοινίον και εν νηστείαις και στερήσεσι διανυκτερεύων επεκαλείτο την Θεομήτορα υπέρ της επανόδου της Βασιλικής.
Εκ των τελαιπωριών τούτων και του ψυχικού άλγους προσβληθείς υπό στηθικού νοσήματος, απεβίωσε μετ' ολίγον χωρίς να δυνηθή να ασπασθή την θυγατέρα. Καί τοι προσκληθείς πολλάκις υπό του Αλή, ουδέποτε έστερξε να συναντηθή μετά ασπόνδου εχθρού, του παραιτίου της καταστροφής του. Αλλά περί τα τέλη του βίου ενδώσας εις τας προτροπάς των συγγενών και ηττηθείς υπό του προς την θυγατέρα φίλτρου, μετέβη εις Ιωάννινα, και παρεστάθη ενώπιον του αιμοχαρούς Σατράπου. Ο Βεζήρης αφ' ου φιλοφρόνως τον υπεδέχθη, διανοούμενος βεβαίως τίνι τρόπω και εν αυτή τη παραμονή του θανάτου εδύνατο να καταστήση σκληροτέραν την αγωνίαν, ηρώτησεν αυτόν ποίαν τινα χάριν ήθελε να τω απονείμη προς παραμυθίαν των παθημάτων του. Ο δε Κίτζος δελεασθείς υπό της ψευδούς ταύτης ευνοίας, συντετριμμένος την καρδίαν έπεσε κατά γης γονυπετής και ανεβόησε δακρύων·» τα μάτια μου! Το φως μου! Το παιδί μου!» Τότε εμβλέψας ο Αλής μειδιών προς τον γέροντα τω ηρνήθη αποτόμως και μόνον τω επέτρεψε να ίδη μακρόθεν, αν ήθελε, το περιπόθητον τέκνον.
Είναι ανατίρρητον ότι ο Αλής, ο ανήμερος εκείνος λύκος, ηγάπησε την Βασιλικήν μόλις παραδοθείσαν εις χείρας του, είτε διότι προησθάνετο ποίον ευωδέστατον άνθος έμελλε να εκφανισθή εκ του κάλυκος εκείνου, είτε διότι απ' αρχής τον κατεγοήτευσεν η έμφυτος αφέλεια της επταετούς παρθένου. Διό και επειράτο παντί σθένει να υπερνικήση διά των περιθάλψεων την προς αυτόν αμείλικτον αντιπάθειαν του κορασίου.
Ημέραν τινα η Βασιλική επισκεπτομένη τας κρύπτας των σεραγίων εύρεν έν τινι γωνία την εικόνα της Θεομήτορος και λαβούσα αυτήν έδραμε και προσπεσούσα τω Αλή εξητήσατο την χάριν ίνα εν τω ιδίω θαλάμη καταθέση το παρήγορον εύρημα. Ο Βεζήρης επαινέσας τον θρησκευτικόν αυτής ζήλον, έστερξε προθύμως και ούτω χάριν της Βασιλικής εν αυτή τη φωλεά του θηρίου κατηρτίσθη πολύτιμον προσευκτήριον, όπου πολλάκις και το ανθρωπόμορφον εκείνο τέρας εν ταις μεγάλαις αυτού δυσχερείαις προσήρχετο ικετεύων.
Δεκαπενταετή ήδη ενυμφεύθη αυτήν ο Αλής κατά το οθωμανικόν θρήσκευμα και έκτοτε την ηγάπησε μανιωδώς καί τοι γέρων. Ουδεμία δε υπάρχει αμφιβολία ότι εις την μεγάλην επιρροήν αυτής επί την ψυχήν του τυράννου πρέπει ν' αποδοθή η σωτηρία πολλών.
Αλλ' όσον ο Βεζήρης ηγάπα την Βασιλικήν τόσον εμίσει τον αδελφόν αυτής Γεώργιον Κίτζον, τον όντως μεγαλοπρεπή και ωραιότατον οπλαρχηγόν της Πλεσσοβίτζας, τον διά της ανδρείας αυτού απαθανατίσαντα μετά ταύτα την αιματόφυρτον του Μεσολογγίου Λουνέταν. Μη ανεχόμενος ο ζηλότυπος Σατράπης την υπεροχήν ην απήλαυεν εν τη αυλή των Ιωαννίνων ως γυναικάδελφος αυτού απεφάσισε να τον δολοφονήση, και πρώτον επεχείρησε την εκπλήρωσιν του μελετωμένου κακουργήματος προπαρασκεύασας διά κωνίου φύλλα νικοτιανής· αλλ' απέτυχεν ειδοποιηθέντος του Κίτζου υπό του Ιωάννου Κωλέτου. Ύστερον προσεκάλεσεν αυτόν εις μέγα τι κυνηγέσιον και διέταξε δύο εκ των πιστών δημίων να πυροβολήσωσι κατ' αυτού. Εν τη δευτέρα ταύτη αποπείρα επληγώθη βαρέως ο Κίτζος και ήθελεν ίσως αποθάνη νοσηλευόμενος υπό των ιατρών του Αλή, αν η Βασιλική επί τω απαισίω ακούσματι δεν απήτει την ίασίν του και αν δεν κατετρόμαζεν αυτόν διά της απειλής ότι ήθελεν αυτοχειριαζομένη συναποθάνη μετά του αδελφού. Έντρομος ο Αλής ου μόνον εφρόντισε να αναθέση την σωτηρίαν του τραυματίου εις τον ικανώτερον των χειρουργών του, αλλά και αυτοπροσώπως επετήρει την θεραπείαν προς εξιλασμόν της προσφιλούς συζύγου.
Ούτω διήλθε τας τελευταίας ημέρας του βίου του τυμβογέρων ήδη ο Αλής· κατά την μαρτυρίαν των επιζησάντων προκύπτει ότι απέναντι της φοβεράς μεταβολής της τύχης, της προδοσίας των τέκνων του, της λειποταξίας των διασημοτέρων οπλαρχηγών του, της επικειμένης τιμωρίας των κακουργημάτων του, όταν κατέκλινε το πολιόν και θυελώδες μέτωπον επί των αβρών γονάτων της Βασιλικής, εκ μιας ελησμόνει τα πάντα και παρεδίδετο εις τας αγκάλας του ύπνου, ως αν επίστευεν αδύνατον την καταστροφήν εν τοις κόλποις τοιούτου παραδείσου.
Ύστερον δε ότε απεκλείσθη εν τη λίμνη των Ιωαννίνων και έβλεπε προεγγίζοντα τον αναπόφευκτον όλεθρον, εν ω την ακαταδάμαστον αυτού ψυχήν δεν κατέβαλεν ο φόβος του θανάτου, την κατεσπάραττεν η ιδέα ότι η Βασιλική έμελλε να περιέλθη εις χείρας των εχθρών του. Όθεν εν τη απογνώσει αυτού, προσκαλέσας τον Αθανάσιον Βάγιαν ενετείλατο να φονεύση την γυναίκα εάν ποτε ως εκ των περιπετειών του πολέμου ήθελεν ιδεί αυτόν ζωγρηθέντα ή πεσόντα υπό το ξίφος των πολεμίων.
Ότε λοιπόν ο Αλής θανασίμως πληγείς απήτησε την εκτέλεσιν της εντολής, εξελθών ο Βάγιας του δωματίου ένθα εν τω ιδίω αίματι εκυλίετο ήδη ο αγωνιών λέων, επυροβόλησεν ασκόπως και επανακάμψας ανήγγειλε προς τον θνήσκοντα την εκπλήρωσιν του τελευταίου πόθου του. Τότε επί των ωχρών χειλέων του επήνθισεν έσχατον μειδίαμα και χαίρουσα εξεδήμησεν η αγρία αυτού ψυχή.
Η Βασιλική αιχμαλωτισθείσα επέμφθη εις Κωνσταντινούπολιν μετά του αδελφού της Σίμου βέη, και εκείθεν εξωρίσθη εις Προύσαν. Κατά δε το 1830 ελευθερωθείσα ήλθεν εις Μεσολόγγιον και κατώκησεν εν τη Κωμοπόλει Κατοχή, οπόθεν μετά τον θάνατον του αδελφού, καταβληθείσα υπό της λύπης και ασθενήσασα βαρέως μετέστη επί θεραπεία εις Αιτωλικόν, ένθα και κατέλυσε τον βίον εν έτει 1835.
Επειδή δε εκ της βιογραφίας ταύτης γίνεται δήλον ότι διά της προστασίας της Βασιλικής πολλοί πολλάκις εσώθησαν των κινδυνευόντων χριστιανών ουχί παραλόγως αποδίδεται εις αυτήν εν τω ποιήματι η σωτηρία των Φιλικών, ων οι αγώνες και ο σκοπός αναντιρρήτως δεν ελάνθανον την οξυδέρκειαν του Αλή.
Μας τούπε κι' ο Κύρ Μάνθος. σ. 227
Υπήρξε καιρός καθ' ον τοιαύτη ήτο η υπόληψις ην έχαιρεν εν Ηπείρω ο γνωστός ούτος επί συνέσει γραμματεύς του Αλή πασά, ώστε παροιμιώδης κατήντησεν η αλήθεια των λόγων του. » Τούπε ο Κυρ Μάνθος» εταυτίζετο προς το αυτός έφα. Ο Μάνθος καθ' ην στιγμήν απεκλείσθη ο Αλής συνελήφθη υπό των Σουλτανικών και εκαρατομήθη εν Μετζόβω.
Και τ' άλλα απ' άκρη 'ς άκρη.
Να τα κρατήσετε όλα σεις, χώμα κλαρί και πέτρα. σ. 228
Το »απ' άκρη ς' άκρη» και το χώμα κλαρί και πέτρα, ήσαν ρήτραι δι' ων συνήθως εν τοις παλαιοίς συμβολαίοις παρεχωρείτο η απόλυτος κατοχή κτήματός τινος.
Διάκε νερό κι' αλάτι. σ. 228
Νερό κι αλάτι φράσις δημώδης, δι' ης εμφαίνεται η επανάληψις φιλίας διακοπείσης ένεκεν σοβαρού τίνος λόγου.
Το κρίμα 'ς το λαιμό σου.
Άλλο δημώδες λόγιον δι' ου ανατίθεται ευθύνη εις τον μη στέργοντα να παραδεχθή σπουδαίαν τινα πρότασιν. Ταυτόσημον τω »Νίβομαι, κι απονίβομαι,» »Έξω από το κρίμα νάμαι.» Και τα παραπλήσια.
Φέρε το… πίθωσέ το. σ. 230
Πίθωσε είναι το επίθεσον. Η μετά προσοχής και αβρότητος τοποθέτησις πράγματός τινος.
Ήρθε 'ς το χτένι ο κόμπος, σ. 232
Δηλοί, έφθασεν η ώρα καθ' ην η βία θέλει λύση το ζήτημα
Τι λες εσύ, Χαλήλμπεη. σ. 232
Ο μοχθηρός ούτος εκ των εγχωρίων αγάδων, υπήρξεν η αληθής ίσως δε και η μόνη αιτία της καταδίκης του Διάκου. Παρουσιασθείς προς τον Κιοσέ Μεχμέτ πασάν προσέπεσεν εις τους πόδας αυτού και μετά δακρύων εζητήσατο παραδειγματικόν θάνατον προς τιμωρίαν ανδρός θεωρουμένου τότε κινδυνωδεστάτου.
'Σ ένα ρογό και κάψε τους. σ. 232
Ρογός το εκ σανίδων διαμέρισμα εντός των αποθηκών οπού αποταμιεύεται ο σίτος, και αυτός ο σωρός του σίτου.
Να κλαίτε το μερμήγγι.
Πώταν η μοίρα τ' οργιστή με ψεύτικα φτερούγια
Βγαίνει 'ς τον κόσμο και πετά. σ. 232 — 233
Δημώδης παροιμία στηριζομένη επί της ακριβούς παρατηρήσεως της περιέργου παραμορφώσεως ην πάσχει ο μύρμηγξ, όταν αναφύωνται τα πτερά επί των νώτων αυτού και μεταβάλλεται εις πτηνόν.
Εδώμαι και σ' ακούω. σ 233
Το «και σ' ακούω» εν τοιαύταις περιπτώσεσιν έχει απειλιτικήν και περιφρονητικήν έννοιαν. Εν τη Λακωνική εκείνη φράσει περιέχεται πάσα η αηδεία και αγανάκτησις ην διήγειρεν εν τη καρδία του Διάκου η θρασύτης των οθωμανών.
Έχομε σάρκα κάκοψη. σ. 233
Κάκοψος περί οσπρίων σκληρών, αντίθετον του κάλοψος. Τραχύς, αντέχων εις την ενέργειαν του πυρός.