WeRead Powered by ReaderPub
Αθανάσης Διάκος - Αστραπόγιαννος cover

Αθανάσης Διάκος - Αστραπόγιαννος

Chapter 24: ΑΣΤΡΑΠΟΓΙΑΝΝΟΣ
Open in WeRead

Explore more books like this:

About This Book

It opens with a prologue that depicts a mother’s anguished vigil at a fresh grave and the narrator’s moved response, presenting a funeral lament that becomes poetic inspiration. The work blends elegiac poetry with biographical narrative, tracing the subject’s family background, youth, involvement in armed bands and regional conflicts, the deaths of relatives, and the subject’s own martyrdom. Reflections on mourning, sacrifice, and the poet’s duty to preserve memory are interwoven with folkloric phrasing and historical detail, framing individual loss as part of a wider struggle for communal renewal.

ΑΘΑΝΑΣΗΣ ΔΙΑΚΟΣ

ΑΣΜΑ ΕΚΤΟΝ

ΤΟ ΔΑΧΤΥΛΙΔΙ.

        Ποτέ του ήλιου η ευμορφιά, ποτέ της γης η νειώτη
        Κ' η περηφάνεια του βουνού, του δέντρου η πρασινάδα
        Κ' η λευθεριά του ξηφτεριού, ποτέ τόση γλυκάδα
        Τόση κρυφή μοσχοβολιά δεν έχυσαν τριγύρω
        'Σ το Διάκο που ψυχομαχά. Τυφλή και μανιωμένη
        Τον εκοιλούσε η Λιαπουριά. — Κεχρί παραδομένο
        'Σ τα δόντια του νερόμυλου, τριμμόψυχα ριμμένη
        Μες 'ς το λαρύγκι ενός θεριού, προσάναμμα, αποκλάδι,
        Χλωροκομμένο φρύγανο, που τώβοσκεν η φλόγα,
        Ολόγυρά του εκύτταζε, σαν νάθελεν ακόμα
        Να καταπιή με μια ματιά, να κρύψη 'ς την ψυχή του
        Την έρμη την πατρίδα του κ' εκεί 'ς τον άλλον κόσμο
        Να τήνε πάρη συντροφιά. — Επέρασε απ' το νου του
        Φτωχή, κακογεράματη κ’ η δύστυχή του η μάνα
        Μην έρθη ώρα για ψωμί το χέρι της ν' απλώση,
        Και μην πεθάνη νηστική. Επάγωσε η καρδιά του
        Κ' ένα κελάδημα γλυκό, πλασμένο μ' όλα τ' άνθη,
        Που τρέφ' ο κήπος της ζωής, του φύτρωσε 'ς τα χείλη.

        »Για ιδές καιρό που εδιάλεξεν ο Χάρος να με πάρη
        »Τώρα πανθίζουν τα κλαριά που βγαίν' η γη χορτάρι.
»

        Λες κ' ήθελε πριν αναιβή 'ς του Πλάστη του τον κόρφο,
        Τη ραγισμένη του καρδιά να σχίση για να φύγουν
        Της νειότης του ταρώματα, που δε χωρούν 'ς το μνήμα.

        Τον επατούσαν τάλογα κι άγρια μεθυσμένα
        Τόνε δαγκούν 'ς το πρόσωπο. Ταγέρι φορτωμένο
        Φοβέραις και περίγελα και φλογισμένα χνώτα
        Τριγύρω του εκουφόβραζε… Κανένα χηλιδόνι
        Δε φαίνεται 'ς τον ουρανό να τον παρηγορήση…
        Ο δρόμος ατελείωτος!.. Δεξιά, ζερβιά του τοίχος
        Ανταριασμένοι οι Γκέγκιδες… τους ανακράζει ο Διάκος…
        »Δεν είν' κανένας από σας καθάριος Αρβανίτης
        »Να εντρέπεται τη γύμνια μου, την καταφρόνεσή μου,
        »Να μου φυτέψη ψυχικό 'ς το μέτωπο ένα βόλι;… »

        Βουβοί δεν εταράχτηκαν, τόνε θωρούν με τρόμο.
        Εφούσκονε ο κατακλυσμός… 'Σ το διάβα του ένας χτύπος
        Ακούστηκε μικρός.. μικρός, σαν νάθε ξεροσκάση
        Του λύκου τανασήκωμα, σαν νάθε απλώσει χέρι
        'Σ του πιστολιού το σκάνδαλο… Ανάμεσ' από τόσους
        Μήπως εξύπνησε κανείς, όπου ήταν παλληκάρι;..
        Ξαφνίστηκε ο Χαλήλμπεης..

                          — Σκυλί, όποιος κι αν ήσαι
        Τον έχω λάβει χάρισμα… είναι δικό μου ψώνι..
        Μάθε το… κάτου τ' άρματα…

                                           Και σαν τη νυχτερίδα
        Κολλάει 'ς του Διάκου τα μαλλιά. Ξανάφτουνε οι φονιάδες.
        Αψόνει πάλ' ο θόρυβος. Τρέχουν, πηδούνε, σκούζουν
        Κι' αποσταμένοι πλακωτοί 'ς του ρουπακιού τον ίσκιο
        Αράζουνε και στέκονται. Ακίνητος ο γύφτος
        Το φοβερό το σύνεργο 'ς τα χέρια του εκρατούσε,
        Του Χάρου παραβλάσταρο, του τάφου σημαδούρι.
        Εμπρός του, πίσω του βαθειά, διχαλωτοί δύο ψήσταις
        Μπηγμένοι βρίσκονται 'ς τη γη. Ο πρώτος 'ς το κεφάλι,
        Ο δεύτερος 'ς την ποδαριά. Σωρός χλωρά κλονάρια,
        Και θράκια που ξεσπίθιζαν… Το δένδρο παραστάτης.

        »Πλάστη μεγαλοδύναμε! Χριστέ! παράλαβέ με.
        »Βρέξε 'ς τη φλόγα μου δροσιά και κάμε αυτήν τη στάχτη
        »Που θα ν' αφίση το κορμί του δούλου σου, Πατέρα,
        »Να μη την πάρη ο άνεμος και να μη μείνη στείρα.»

        Είπε και παραδόθηκε. Δεμένος 'ς το δρομάρι
        Ο μάρτυρας σιγά σιγά, παρακαλεί τη φλόγα
        Με τον καπνό τη σάρκα του, πούταν γυμνή να κρύψη.

        Γυρίζει ο γύφτος το σουβλί… Το χέρι του ανεμίδι…
        Κι' όταν εμένανε νεκρά καμμιά φορά από δείλια
        Ταφωρεσμένα δάχτυλα και τάφρυγεν η πύρη,
        Τότε ξυλιαίς και σάλαγος, κεντήματα και πέτραις.
        Φωνάζει κι' ο Χαλήλμπεης…

                                — Παληόγερε, ανδρειέψου…
        Μέριασε εκείνο το δαυλί… για ιδές, ανάθεμά το
        Τι γλώσσαις όπου επέταξε, και πώς τον έχει ζώση!…
        Θα τον ρουφήξη γρήγορα… Ταράξου.. μέριασέ το…

        Κι' όσο κι' αν έσπρωχνε ο φονειάς το μυστικό το ξύλο
        Τόσο ο καπνός τον έπνιγε, τόσο θεριεύει η φλόγα.
        Διώχνει το γύφτο η αναλαμπή κι' ο κόσμος τρομασμένος
        Φεύγει το στόμα του στοιχειού. Ανάφτουν τα δεμάτια
        Πούσαν τριγύρω σωριαστά… Του ρουπακιού τα φύλλα
        Φωτοκαμμένα ρεύουνε… Κανένας δεν ξανοίγει
        Πούναι του Διάκου το κορμί 'ς αυτήν τη καταβόθρα.

        Κατακαθίζουν η φωτιαίς… τρέχουν σιμά με φόβο..
        Άφαντο τάγιο λείψανο!.. Σκαλίζουνε τη στάχτη
        Μην εύρουν ένα κόκκαλο, μη ιδούν ένα σημάδι…
        Τίποτε!.. δεν πιστεύουνε… Σκάφτουνε, ξεδιαλέγουν
        Τα πεθαμένα κάρβουνα… Τίποτε!.. χτύπα, κέντα,
        Μια σπίθ' αστράφτει από τη γη… Σηκόνουνε τα μάτια
        Και βλέπουν ένα φτερωτό, χρυσό δαχτυλιδάκι
        Που ανέβαινε 'ς τον ουρανό… Πότε, Θανάση, πότε;
        Θα νάρθη πάλε να μας βρη και ποιος θα το φορέση
        Το φυλαχτό σου τακριβό;.. Πότε, Θανάση, πότε;…

        Ρυάζονται, φεύγουν τα θεριά. Κλεφτά, κλεφτά κι' ο γύφτος
        Χωνεύει 'ς την κουφάλα του. Κανείς δεν απομένει
        Παρ' η αχτίδες του ηλιού, που ασπάζονται το μνήμα.

Σ Η Μ Ε I Ω Σ Ε Ι Σ.

Προσάναμμα, αποκλάδι. σ. 251

Προσάναμμα ξηροί λεπτότατοι κλαδίσκοι, δι' ων ανάπτει τις φλόγα.

Αποκλάδια κυρίως αι των αμπέλων κλαδευόμεναι ράβδοι και χρησιμεύουσαι εις τον αυτόν σκοπόν.

Χλωροκομμένο φρύγανο, σ. 251

Φρύγανον, φύλλα, κλαδίσκοι, σχίζαι, όταν αναμεμιγμένα παραδίδωνται εις το πυρ.

                      Επέρασε απ' το νου του
Φτωχή, κακογεράματη, κ' η δύστυχή του η μάνα
Μην έρθη ώρα για ψωμί το χέρι της ν' απλώση. σ. 252

Η μήτηρ του Διάκου προ ολίγων μόνον ετών ετελεύτησε. Καθ' ην δα έλαβον διαβεβαίωσιν, ο ηρωισμός του υιού της αντημείφθη διά ισοβίου δωδεκαδράχμου συντάξεως!!!

Του Χάρου παραβλάσταρο, του τάφου σημαδούρι. σ. 254

Παραβλάσταρο ταυτόσημον τω αντιρρίματι, παραφυάς.

Σημαδούρι, εν γένει παν το τιθέμενον και μακρόθεν διακρινόμενον προς διάγνωσιν επικινδύνου τινος μέρους. Κυρίως δε τα βωτία δι' ων σημειούνται αι ύφαλοι χάριν των διαπλεόντων τας θαλάσσας.

Διχαλωτοί δυο ψήσταις. σ. 254

Διχάλα ξύλον αυτοφυώς σχιζόμενον εις δύο διεστώτα μέρη. Ψήστης, σιδηρούν ή ξύλινον εργαλείον υπερείδον τον οβελόν,

Δεμένος 'ς το δρομάρι. σ. 254

Δρομάρι παν επίμηκες ξύλον εν είδει λεπτής δοκού.

Και τάφρυγεν η πύρη. σ. 254

Η εκ του πλησίον λίαν επαισθητή θερμότης καλείται πύρη, η δε υπερβάλλουσα της φλογός λάμψις, αναλαμπή.

Φωτοκαμμένα ρεύουνε. σ. 255

Ρεύω επί φύλλων, ανθέων ή τρυφερών καρπών όταν έκ τινος ατμοσφαιρικής επιρροής αιφνιδίως καταπίπτωσι. Λέγεται δε μεταφορικώς και περί ανθρώπων από χρονίας και μακράς νόσου τηκομένων.

Χτύπα, κέντα. σ. 255

Παραλαμβάνονται εις τον λόγον εις δήλωσιν επιμόνου και επιτεινομένης ενεργείας. Τοιαύτα και τα, »Δώσε, δώσε.» »Χτύπα, βάρει» και τα παραπλήσια.

ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΔΙΑΚΟΥ.

ΑΣΤΡΑΠΟΓ1ΑΝΝΟΣ

ΣΗΜΕΙΩΣΙΣ.

Η υπόθεσις του επομένου στιχουργήματος εύρηται εν ταις σημειώσεσι του τετάρτου άσματος. Σελ. 182 υπό την επιγραφήν «Αστραπόγιαννος — Λαμπέτης.»

ΑΣΤΡΑΠΟΓΙΑΝΝΟΣ

        »Λαμπέτη, εδείλιασα!… Τα σωθικά μου
        Άσπλαχνο εθέρισε βόλι, πικρό.
        Νεκρά 'ς το σκάνδαλο τα δάχτυλά μου
        Βλέπεις επάγωσαν… Δος μου νερό…»

        »Λαμπέτη, εσβύστηκα… Ώραν την ώρα
        Φεύγ' ανυπόμονη, πετά η ψυχή.
        'Σ τα κρύα τα χείλη μου στέκεται τώρα
        Σκύψε και πιέ τηνε μ' ένα φιλί.»

        »Λαμπέτη, χόρτασε τη δύναμή μου.
        Μέσα 'ς τα στήθια σου θέλω ναυρώ
        Στερνό λημέρι μου, θέλω η πνοή μου
        Ναυρή 'ς τα σπλάχνα σου τον ουρανό.»

        »Μόχτα κ' επλάκωσαν σαν άγριοι σκύλοι
        Για το κεφάλι μου… τι καρτερείς;…
        Φορτώσου τάρματα, το καρυοφύλλι,
        Κόψε με γρήγορα… μη μ' αρνηθής.»

        »Λαμπέτη, σφόγγισε, τρίψε με χώμα
        Το γιαταγάνι σου, κ' είναι θολό…
        Πώς κλαις;.. τι δέρνεσαι;.. Τρίψε το ακόμα,
        Μην τρέμεις… ζύγωσε… Δος μου να ιδώ.»

        »Το αίμα τάπιστο με το δικό μου
        Δε θέλω επάνω του νανταμωθή,
        Φαρμάκι αγλύκαντο μες 'ς το λαιμό μου
        Δε θέλω σύντροφο κάτου 'ς τη γη.»

        »Χτύπα, Λαμπέτη μου!.. Άπλωσε, πιάσε,
        Σφίξε 'ς τα δάχτυλα τάσπρα μαλλιά…
        Τα χέρια εσταύρωσα… Μη με φοβάσαι.
        Κόψε με, πάρε με 'ς την αγκαλιά.»

        Ολόρθο επέταξε τάξιο λεπίδι,
        Ταγέρι εξέσκισε πέρνει φτερό
        Άστραψ' εσφύριξε γοργό σα φίδι,
        Το δέντρο ελύγισε 'ς τη γη νεκρό.

        Βαρειά σπαράζει φοβερή 'ς το χέρι του Λαμπέτη
        Η κάρα τ' Αστραπόγιαννου. Το μάτι ανταριασμένο
        Του σκοτωμένου τρεις φοραίς αναιβοκατεβαίνει
        Και βασιλεύει σκοτεινό. 'Σ το μέτωπό του η νύχτα
        Ξαπλώθηκε αξημέρωτη. Δεν άφηκε η ψυχή του
        Άλλο σημάδι οπίσω της παρά 'ς ταχνό το στόμα,
        Σα μιαν αχτίδα φεγγαριού 'ς το μάρμαρο του τάφου,
        Ένα χαμόγελο βουβό, νεκρό, σαβανωμένο
        'Σ του γέροντα ταρματωλού τα κάτασπρα τα γένεια.

        Σπρώχνει 'ς τη θήκη κόκκινο το γιαταγάνι ο κλέφτης,
        Κι' αρπάζει το δισάκκι του! 'Σ τη μια μεριά φορτόνει
        Το κρίθινό του το ψωμί, 'ς την άλλη ματωμένο
        Το λείψανό του τακριβό. Το δάχτυλό του βάφει
        'Σ το αίμα πάφριζε 'ς τη γη, σταυρόνει το κουφάρι
        Και χάνεται 'ς τη λαγκαδιά… Καπνός ο πεζοδρόμος.

        Τρέχουνε πίσω του ξαγριωμένοι
        Πενήντα Λιάπιδες, τον κυνηγούν.
        Ο ίσκιος έφευγε, πετά, διαβαίνει…
        Η νύχτα επλάκονε, λυσσομανούν.

        'Σ τη ράχη εμαύρισε σα συγνεφάκι…
        Αδειάζουν τάρματα… στέκουν να ιδούν
        Βροχή τα βόλια τους μες 'ς το δισάκκι
        Τον Αστραπόγιαννο ψόφια χτυπούν.

        Ο κλέφτης άνοιξε το πάτημά του,
        Πηδά χαλάσματα και λαγκαδιαίς,
        Πέρνει το λείψανο 'ς την αγκαλιά του…
        Κάλλιο 'ς την πλάτη του χίλιαις βολιαίς.

        Αγριοπρίναρα, παλούρια, βάτοι,
        Τη σάρκα τώτρωγαν, όθε διαβή.
        Το αίμα του έβαφε το μονοπάτι,
        Εμπρός τρισκότειδο, και πίσω εχθροί.

        'Σ το χιόνι εβάλτονε το παλληκάρι,
        Τη γλώσσα τώφρυγε δίψα σκληρή,
        Νύχτα θεότυφλη χωρίς φεγγάρι
        Και δεν απόσταινε, πάντα πατεί.

        Περνούν μεσάνυχτα κ' η Πούλια σβυέται,
        Τα πλάγια ασπρίζουνε, σιμόν' η Αυγή.
        Στέκει.. ακουρμένεται… δεν αγροικιέται
        Κανένα πάτημα… παντού σιγή.

        Ξύπνούν η πέρδικαις 'ς το χαραμέρι.
        'Στο λόγγο ερρίχτηκε, γύρω θωρεί…
        Γνωρίζει ανέλπιστα παληό λημέρι,
        Τη βρύση εξάνοιξε πώτρεχ' εκεί.

        Πάλ' ακουρμαίνεται… γέρνει ταυτιά του.
        Πέφτει ταπίστωμα, τη γη ρωτά…
        Χτύπο δεν άκουσε… Μόν' η καρδιά του
        Μέσα 'ς τα στήθιά του, βαρεί, πετά.

        Του φάνηκε ότι εξέφυγε… Εμέτρησ' ένα ένα
        Τάρματα τ' Αστραπόγιαννου, δεν έχασε κανένα
        Το μαύρο το κλεφτόπουλο 'ς το φοβερό του δρόμο.
        Σιμά 'ς τη βρύση εκάθισε, καταίβασε απ' τον ώμο
        Το έρμο το δισάκκι του… Το μάτι του έχει αντάρα.
        Απλόνει μες 'ς το σάβανο το χέρι με λαχτάρα…
        Σφίγγει τα κρύα τα μαλλιά… Ο νους του ανεμοζάλη…
                                       Ξεσέρνει το κεφάλι,

        Μ' ανατριχύλα το θωρεί. 'Σ τα χόρτα το καθίζει
        Πέρνει 'ς τη φούχτα του νερό, το νίβει, το χτενίζει,
        Ζερβιά του βάνει το σπαθί, δεξιά το καρυοφύλλι,
        Πλένει το στόμα το βουβό και 'ς τα νεκρά τα χείλη
        Βρίσκει ο Λαμπέτης άσβυστο σαν νάταν πετρωμένο
        Του γέρου το χαμόγελο γλυκ' αποκοιμημένο.
        Τότε εξαλάφρωσε η καρδιά, τότ' ένα δάκρυ πέφτει
                               'Σ το πρόσωπο του κλέφτη.

        Έννοιωσ' ότ' είχε την ευχή ταρματωλού μαζί του
        Και ξεσυγνέφιασε με μιας η θολερή ψυχή του.
        Του φάνηκε ολοζώντανος εκεί με τάρματά του
        Ο γέροντάς του νηστικός ότ' έστεκε σιμά του.
        Κόβει βλαστάρια τρυφερά, τη φτέρη ξεφυλλίζει
        Πέρνει ένα κρίθινο ψωμί 'ς τη μέση το χωρίζει
        Και τη μια σφήνα από ταις δυο τη δίνει 'ς το κεφάλι
                                  Κι' αυτός κρατεί την άλλη.

        »Ξύπν' Αστραπόγιαννε, γλυκοχαράζει,
        Γιατί εκοιμήθηκες τόσο βαρειά;
        Ξύπνα ο Λαμπέτης σου γλυκά σε κράζει
        Να ιδής τα φράξα σου, τα κρύα νερά.»

        »Τα μάτια σου άνοιξε, ψυχοπατέρα,
        Να ιδής πού σ' έφερα σε μια βραδειά.
        Μες 'ς το λημέρι σου μ' ηύρηκ' η μέρα,
        Τώχω, Αστραπόγιαννε, κρυφή χαρά.»

        »Θυμάσαι, ανήλικο μ' είχε πετάξη
        'Σ το δρόμο η μοίρα μου, μικρό, μικρό,
        Τη μάνα οι άπιστοι μούχανε σφάξη
        'Σ το λόγγο εκρύφτηκα γυμνό, ορφανό.»

        Εδώ επρωτώρθαμε… Μ' ακούς πατέρα;…
        Εδώ μ' ανάστησες νεκρό, φτωχό.
        Εδώ με πότισες δροσιά κι' αγέρα
        Μ' έκαμες έλατο, πατέρα εδώ.»

        «Πρώτος συ μώδειξες του εχθρού την όψη
        Και συ μ' εβάφτισες μες 'ς τη φωτιά.
        Ποιος να σου τώλεγε πως θα σε κόψη
        Το χέρι πώμαθες να πολεμά;»

        »Ξύπν' Αστραπόγιαννε, και κύτταξέ με
        Φάγε μ' εμένανε λίγο ψωμί.
        Φόρεσε τάρματα, χαιρέτησέ με
        Ξύπνα, ζωντάνεψε κ' ήρθ' η αυγή.»

        »Εσύ επρωτόδινες ψηλά 'ς το βράχο
        Το καλημέρισμα 'ς τον αητό,
        συ πρώτος έδειχνες 'ς εμέ, 'ς το Ζάχο
        Το γλυκοχάραμμα 'ς τον ουρανό.»

        »Τότ' εξεφύτρωνες σαν κυπαρίσσι
        'Σ τα καταράχια μας τρομαχτικό,
        Τον ίσκιο σου έστελνες να φοβερίση
        Κάτου τα Σάλονα … και τώρα εδώ.»

        »Ο Ζάχος έπεσε .. κήταν γραμμένο
        Εγώ, Αστραπόγιαννε, πάλ' ορφανό
        Το ξυλοκρέββατο για σε να γένω
        Για σε, πατέρα μου, γη να ζητώ.»

        Κ' εκεί που ο δύστυχος μοιρολογούσε
        Με μιας αυτιάζεται… κ' ένα σκυλί
        Μακρά του φάνηκε σαν κι' αλυχτούσε,
        Κούφια σαν κι' άκουσε ποδοβολή.

        Τα δέντρα εσείστηκαν, τα χαμοκλάδια,
        Σκιασμένα επρόβαιναν συχνά συχνά
        Πλατώνια, αγριόπουλα, λαγοί, ζαρκάδια…
        Μην επαγάνιζεν η Λιαπουριά;…

        Σκύφτει, ακουρμαίνεται… σιμόν' η αντάρα…
        Τούβραν το πάτημα 'ς το χιόνι οι εχθροί.
        Αρπάζει τάρματα, κρύβει την κάρα
        Πετά, αναλήφτηκε σαν αστραπή.

        Τρέχει εδώθ', εκείθε γέρνει
        Η έρμη φτέρνα 'ς το βουνό,
        Μαύρο κύμα ανεμοδέρνει
                Και δε βρίσκει ένα γιαλό.

        Τον επήρε γι' αγωγιάτη
        Χάρος άγρυπνος, σκληρός…
        Σαλαγάει, βαρεί την πλάτη
                Πάντα πίσω του ο νεκρός.

        'Σ το τυφλό το τρέξιμό του
        Μες 'ς τη φούχτα του αρπαχτά
        Για να βρέξη το λαιμό του
                Πίνει πάχνη και περνά.

        Τον εθέριζε άγρια πείνα
        Και δεν έχει άλλο ψωμί…
        'Σ το σακκί του μέν' η σφήνα
                Τ' Αστραπόγιανου ξερή.

        'Σ ταχαμνά τα δάχτυλά του
        Την επήρε μια φορά..
        Θολωμέν' είν' η ματιά του
                Και τα χείλη του ανοιχτά.

        Όλος έτρεμε… 'ς το στόμα
        Την εζύγωσε σκιαχτά…
        Δεν αμάρτησε, όχι, ακόμα…
                Αναστέναξε βαρειά.

        Με μιας τώφυγ' ένα δάκρυ,
        Την εφίλησε γλυκά,
        Και 'ς τον κόρφο σε μιαν άκρη
                Την εγώνιασε βαθειά.

        Πόσαις μέραις και πού τρέχει
        Πόσαις νύχταις δε μετρά,
        Μέσα ο νους του πάντα βρέχει
                'Σ την ψυχή του συγνεφιά.

        Μες 'ς το λόγγο αν σταματήση
        Για να πάρη ανασασμό,
        Κάποιος λύκος θα χουμήση
                Για ν' αρπάξη το νεκρό.

        Καλιακούδαις και κοράκοι
        Το κεφάλι κυνηγούν,
        Με τα νύχια απ' το δισάκκι
                Να το κλέψουν πολεμούν.

        Ανδρειεύεται η καρδιά του
        Τρέχει ακόμα λίγο εμπρός,
        Μια κρυφή βρίσκει σπηλειά του,
                Μέσα ρίχνεται ο φτωχός.

        Ξεφορτόνεται, δειλιάζει,
        Γέρνει αναίσθητος 'ς τη γη,
        Κλει τα μάτια του, πλαγιάζει
                Και το λείψανο κρατεί.

        Κ' εκεί πούτανε θαμμένος
        Μες 'ς του ύπνου τη νυχτιά,
        Σ' το πλευρό του ο σκοτωμένος
                Ανταριάζεται, ξυπνά.

        Στέκει εμπρός του… Τα δυο μάτια
        Κούφια χάσκουνε πλατειά.
        Πέφτ' η σάρκα του κομμάτια
                Τα δυο χείλη λαγγαδιά.

        Το γλυκό χαμόγελό του
        Λίγο λίγο είχε σβυστή
        Και περνούν 'ς το μέτωπό του
                Μαύρα γνέφη εδώ κ' εκεί.

        »Παιδί μου, εγέρασε το λείψανό μου
        Τόσα μερόνυχτα χωρίς ταφή
        Ο Χάρος έφαγε το πρόσωπό μου
        Δος μου, Λαμπέτη μου, μια φούχτα γη.»

        «Κάτου 'ς τα Σάλονα, ξεψυχισμένος
        Ο εχθρός εφώλιασε μακρά απεδώ
        Ξύπνα, Λαμπέτη μου, κι' αποσταμένος
        Θέλω 'ς το μνήμα μου να πάω κ' εγώ.»

        »Βλέπεις μυρίστηκαν το σκοτωμό μου
        Όρνεια ανυπόμονα, μαύρα πουλιά,
        Πριν με ξεσκίσουνε 'ς το σάβανό μου
        Παιδί μου, κρύψε με 'ς τη γη βαθειά.»

        »Τώρα που εκόρνιασαν κι' ολόγυρά μου
        Σκοτάδι τρίδιπλο με πλημμυρεί
        Πάρ' το δισάκκι σου, πάρ' τάρματά μου,
        Ξύπνα να φύγωμε πριν έρθ' η αυγή.»

        »Θέλω το χάραμμα, πώβγαινε πρώτο
        Και μου καμάρονε τη λεβεντιά,
        Ταγέρι πώτρεχε, χνώτο με χνώτο,
        Και μου ζωντάνευε τα σωθικά.»

        »Η αριαίς, τα πεύκα μου, τα κρύα νερά μου,
        Θέλω Λαμπέτη μου, να μη με ιδούν,
        Να μη γνωρίσουνε την ασκημιά μου…
        Έλα να φύγωμε, μην πικραθούν.»

        »Τώρα που μ' έφερες ως τα Παλάτια,
        Σκάψε το λάκκο μου 'ς αυτήν τη γη.
        Εδώ δε φτάνουνε του εχθρού τα μάτια
        Δεν αναιβαίνουνε παρά αητοί.»

        »Λαμπέτη, χώσε με με τάρματά μου
        Ολόρθα, στήσε τα, δεξιά ζερβιά.
        Νάναι 'ς το μνήμα μου κεροδοσά μου,
        Πρωτοπαλλήκαρα 'ς την ερημιά.»

        »Κ' όταν, Λαμπέτη μου, με χωματίσης
        Έβγα 'ς το Τρίκορφο γοργά, γοργά
        Να πης πως σ' έστειλα να πολεμήσης
        Πες χαιρετίσματα 'ς την κλεφτουριά.»

        »Εχτές επιάστηκε κ' εκεί τουφέκι
        'Σ τον ύπνο μου άκουσα το βογγητό
        Εγώ αποσβύστηκα κι' αστροπελέκι
        Λαμπέτη, μώμεινες εσύ στερνό.»

        «Μη μου πικραίνεσαι, κ' είναι γραμμένο
        Μ' εμένα γρήγορα νανταμωθής,
        Τρέχα πολέμησε και σε προσμένω
        'Σ το μνήμα μου άλυωτος όσο ναρθής.»

        Ξυπνά, αλαφιάζεται ο νους του ανάφτει
        Βουβός επέρασε μια λαγγαδιά.
        Βρίσκει έν' απόγωνο, το χώμα σκάφτει
        Τα χείλη επέτρωσαν, πάντα βουβά.

        Τό νύχι αιμάτωνε μες 'ς το στουρνάρι
        Έχωσε τάρματα και το ψωμί
        'Σ το λείψανο έστρωσε χλωρό γρυπάρι,
        Το μνήμα εσφράγισε, σκύφτει, φιλεί.

        Βαστά το δάκρυ του, το καταπίνει
        Δεν εξανάσαινε μην προδοθή,
        Κυττάζει ολόγυρα, πετιέται, χύνει,
        Τρέμει 'ς τον πόλεμο μη δε βρεθή.

        Βλέπει το Τρίκορφο σφίγγεται, φτάνει
        Το λιανοτούφεκο πέφτει πυκνό.
        Σέρνει 'ς τα δόντια του το γιαταγάνι
        Ρουφά ανυπόμονα φλόγα, καπνό.

        Πούθε να πλάκωσε παρόμοια αντάρα
        Παρόμοιος σίφουνας, ο εχθρός ρωτά.
        Το χέρι εδούλευε και βουβαμάρα
        Πάντα τα χείλη του κρατεί κλειστά.

        Χάρος ανέλπιστος περνά θερίζει
        Αναστηλώθηκε κ' η κλεφτουριά.
        Ρυάζετ' η Ρούμελη 'ς το μετερίζι
        Ρίχνεται πίσω του παύει η φωτιά.

        Δεν τον επρόφταιναν… Τον ανακράζουν
        Δεν αποκρένεται, διαβαίνει εμπρός.
        Τα χέρια του άκοπα χτυπούνε, σφάζουν
        Σκορπά, ανταριάζεται, φεύγει ο εχθρός.

        'Σ το δρόμο του άξαφνα του λύεται η χαίτη
        'Σ την πλάτη ανέμισε σα δυο φτερά
        Τότε του φώναξαν. — «Στάσου, Λαμπέτη,
        «Άφησε κ' ένανε γι' άλλη φορά.»

        Κι' αυτός δεν ένοιωθε ποιος τόνε κράζει
        Πάντα εσαλάγαγε τη Λιαπουριά,
        Ταγέρι εθόλωσε, ξεμοναχιάζει…
        Άστραψ' εβρόντησε μια πιστολιά,

        Τον ελαβώσανε… 'Σ το χώμα γέρνει,
        Το βόλι εχώνεψε μες 'ς τα πλευρά.
        Πέφτει ταπίστομα σιγά ξεσέρνει
        Σα φίδι κρύβεται μες 'ς τα κλαριά.

        Έβοσκε ο θάνατος τα σωθικά του
        Κ' εκείνος έτρεχεν ολονυχτύς
        Πατεί, σωριάζεται, σβυέτ' η καρδιά του…
        Πούσ' Αστραπόγιαννε να τόνε ιδής;…

        Διαβαίνει ανήφορους και μονοπάτια,
        Βράχους απάτητους, νεροσυρμαίς,
        Εξημερώθηκε μες 'ς τα Παλάτια,
        Εψυγομάχησε χίλιαις φοραίς.

        Το μνήμα επρόσμενε …Λιγάκι ακόμα
        Να φτάση τώλειπε… πετιέται ορθός.
        Πηδά, ανδρειεύεται… το έρμο χώμα
        Σφίγγει 'ς τα δόντια του, πέφτει νεκρός.

        Το βράδυ ανέλπιστα πιάνει το χιόνι
        Κι' ο τάφος κρύβεται βαθειά βαθειά.
        Λες κ' εσαβάνωσαν 'ς ένα σεντόνι
        Τα δυο τα λείψανα σφιχτά σφιχτά.

ΤΕΛΟΣ.

1) Όρα Σπυρ. Τρικούπη, ιστορίαν της Ελλ. Επαναστάσεως· — Τόμος Α', σελίς 265.

2) Όρα Χρυσαλλίδα — Τομ. Γ' — Φυλλάδιον ΞΑ' — ΞΒ'.

3) Την χρονίαν ταύτην εξάγω εκ των σημειώσεων του Κυρίου Σάθα, την δε δευτέραν εκ του Ιστορικού Δοκιμίου του Κυρίου Φιλήμονος (Τομ. 3. Σελ. 197) όπου μνημονεύεται η ηλικία του Διάκου.

4) Διατείνεται ο Περραιβός εν τοις Πολεμικοίς απομνημονεύμασι Σελ. 54 ότι ο Διάκος εφόνευσε τον Φερχάτην, αλλα τούτο διαψεύδεται εκ του μετά ταύτα διορισμού του Φερχάτου ως Βοεβόδα. —

5) Ενόμισα καθήκον να διατηρήσω αμεταποίητον το προσφιλές όνομα και εν τη επιγραφή του ποιήματός μου.

6) Ο ημέτερος Νικόλαος Θωμασαίος (λέγω δε ημέτερος καθ' όσον μέρος της ευγενούς αυτού ψυχής εκ πολλού ανήκει εις την Ελλάδα) ο ημέτερος Θωμασαίος, ο γνωστός ούτος διδάσκαλος και τελετάρχης πάντων των ιερών της καρδίας μυστηρίων, ο μετά πατρικής στοργής παραθαρρύνας με κατά το ουχί ευδιάνυτον της δημοτικής ποιήσεως στάδιον, ο ουδέποτε απαυδήσας, κατά τον πολυτάραχον και μαρτυρικόν αυτού βίον, μεριμνών περί του μέλλοντος της Ελληνικής νεολαίας, ουδ' απαξιώσας τα ευτελή της φαντασίας μου προϊόντα να εισαγάγη εις την αδελφήν Ιταλίαν ενδεδυμένα την κομψήν εσθήτα του ευφραδούς λόγου του, ο Νικόλαος Θωμασαίος απευθύνας μοι εσχάτως τας φιλικάς συμβουλάς του, με προτρέπει να φοβώμαι και να φεύγω όσον ένεστι τον Ασιανόν ερωτολόγον ως ολεθριώτερον του Παρισινού. «Tema il damerino Asiatico ch'e piu pernizioso del Parigino» υπαινιττόμενος βεβαίως σκηνάς τινας εκ των εν τη Κυρά Φροσύνη.

7) Όρα. Πολεμικά απομνημονεύματα Περραιβού Σελίς 59.

8) Όρα — Ιστορικόν Δοκίμιον — Φιλήμονος — Σελίς 193.

9) Όρα σελίδα 439 του αυτού Ιστορικού Δοκιμίου εν ταις σημειώσεσι και εγγράφοις του γ'. τόμου. —

10) Ιδού η επιστολή.

        Των ευγενέστατων αρχόντων Ληβαδειάς.
                Προσκινητός.

Εις Ληβαδεία.

Την ευγενείαν σας προσκινώ.

Σας ειδοποιώ ότι μας υπεσχέθησαν εις του Μαυρήλου να μας προφθάσουν 80 οκάδες παρούτι και σήμερις εστείλαμε τα άσπρα διά να μας την φέρουν. Διά τούτο από αυτού την ίδια ώρα οπού λάβετε το γράμμα μου να φορτώσετε δύο φορτώματα βόλια και με σίγουρον άνθρωπον να μας τα στείλτε εις Πατραντζήκι και από αυτού μην αμελείτε διά τζεπ-χανέ. Κάμετε κάθε λογής τρόπους όπου να μην κόβεται ο τζεπ-χανές. Επί τούτοις να βάλτε σφίξη χώρα και χωριά όπου να μας ξεκινήσετε ανθρώπους ότι εδώ δεν έμεινε κανένας. Έφυγαν πίσω. Τώρα άλλη δουλειά δε σας έμεινε μόνον αυτή η φροντίδα των ανθρώπων και του τζεπ-χανέ. — Ημείς ξεκινήσαμε διά Πατραντζίκι και με την δύναμι του Θεού αύριο τρίτη το βαρούμε. Κατά παρόν νέο από κανένα μέρος δεν έχομε οπού να σας γράψω. Ταύτα και μένω.

ΑΘΑΝΑΣΗΣ ΔΙΑΚΟΣ.

Στείλτε μαζύ με μολήβια και 600 κόλλας χαρτί διά να δέσωμε φουσέκια. — Στείλτε μας κάμποση ξερή μελάνι· Δώστε του και 8 γρόσια διά τον κόπον του.

(Η σφραγίς αυτού) 821 Απριλίου 11 — Αλαμάνα Χάνι.

11) Ο Κύριος Κωνσταντίνος Σάθας εν τω Χρονικώ του Γαλαξειδίου Σελίς 162 εδημοσίευσεν ήδη την παρά τω φίλω μου Παύλω Λάμπρω ευρισκομένην σφραγίδα του αρματωλού Χρήστου Μηλιόνη φέρουσαν επίσης τον αετόν. Πόσοι και ποίοι θα περιεφρόνησαν ίσως τον πολύτιμον δακτυλιόλιθον πριν ή λάβη την τύχην να λιμενισθή εις τας Ελληνικωτάτας και αληθώς πατριωτικάς χείρας του Παύλου Λάμπρου!

12) Ταύτα εγράφησαν καθ' ην εποχήν λυσιμελής νάρκη εφαίνετο κατέχουσα το έθνος και πριν ή αναφανή ο ευγενής οργασμός υφ' ου εξ ολίγου χρόνου ελαύνεται άπασα η Ελληνική φυλή.

13) Όρα την εν τοις φυλλαδίοις ΝΖ'. — ΝΗ'. — ΝΣΤ' της Χρυσαλλίδος δημοσιευθείσαν αξιόλογον βιογραφίαν του Οδυσσέως Ανδρούτζου υπό του Κ. Σάθα.

14) Διά των στιγμών τούτων δηλούται η παράτασις του τελευταίου φθόγγου γινομένη συνήθως υπο των μακρόθεν μεγάλη τη φωνή διαλεγομένων.

15) Ο Κύριος Ηerbert εδημοσίευσεν ήδη κατά το έτος 1845 εν Λονδίνω την περιήγησιν του Βριόνου επί των ορέων της Στερεάς Ελλάδος επιγράφας το έργον αυτού· «Μονογραφίαν των ιριδοειδών.» Δευτέραν άλλην περιοδείαν του Βριόνου εν Πελοποννήσω δεν επρόφθασεν ο σοφός Βρετανός να δημοσιεύση καταληφθείς υπό αιφνιδίου θανάτου. Εν ταύτη περιεγράφετο αυτόν τι εκ της οικογενείας των Κ ο λ χ ι κ ώ ν όπερ ο Ηerbert διενοείτο ν' αποκαλέση Β ρ ι ό ν ε ι ο ν διατεινόμενος ότι πρώτην φοράν ανεκαλύπτετο.

16) The Ionian Islands during the present century by captain Whyte Jervis M.P. 1863 London. Σελίς 115,

»Travellers tell us that, as late as the sixteenth century Athens was but a castle with a small village; and that Sparta divided by two tribes of the Slavi, the Ezertiti and the Millingi, had not only lost her ancient name but it was impossible to recognize the site on which she had stood of old.

»As to the Ionian Islands for hundreds of years they have had no connection with Greece. The Volterra' s and Solomos' s of Zante, the Loverdos’ s, Metaxa’s, Tibaldo’s and Focca’s of Cephalonia, the Zambelli and V a l a o r i t i of Santa Maura, the Bulgari, Dandolo’s of Corfu are all of Italian origin.

17) Η τε επιστολή του Κόμητος Καποδιστρίου και το ευχαριστήριον του Μοτζενίγου μετεφράσθησαν εκ των εις χείρας της οικογενείας Κονιδάρη σωζομένων Ιταλικών πρωτοτύπων.