The Project Gutenberg eBook of Ο Γεροστάθης; ή Αναμνήσεις της παιδικής μου ηλικίας
Title: Ο Γεροστάθης; ή Αναμνήσεις της παιδικής μου ηλικίας
Author: Leon Melas
Release date: August 5, 2010 [eBook #33351]
Language: Greek
Credits: Produced by Sophia Canoni
Produced by Sophia Canoni
Note: The tonic system has been changed from polytonic to monotonic. The spelling of the book has not been changed otherwise. Words in italics are included in _ .
Σημείωση: Το τονικό σύστημα έχει αλλάξει από πολυτονικό σε
μονοτονικό.
Η ορθογραφία του βιβλίου κατά τα άλλα παραμένει
ως έχει. Λέξεις με πλάγιους χαρακτήρες περικλείονται σε _ .
ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ
ΤΟΥ ΠΡΟΣ ΔΙΑΔΟΣΙΝ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΓΡΑΜΜΑΤΩΝ
ΣΥΛΛΟΓΟΥ (Αριθ. 38).
Ο ΓΕΡΟΣΤΑΘΗΣ Ή ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΤΗΣ ΠΑΙΔIΚΗΣ ΜΟΥ ΗΛΙΚΙΑΣ ΜΕΤΑ ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΙΩΝ
«Κειμήλια εσθλά και νέοισι χρήσιμα».
(Ευριπίδου).
ΥΠΟ ΛΕΟΝΤΟΣ ΜΕΛΑ
ΠΙ.
ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΠΡΟΣ ΔΙΑΔΟΣΙΝ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΓΡΑΜΜΑΤΩΝ
ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ ΤΥΠΟΓΡΑΦΕΙΟΝ Σ. Κ. ΒΛΑΣΤΟΥ 63 Οδός Ερμού Οδός Νίκης 14
1892
ΑΝΑΜΝΗΣΕΩΝ ΤΗΣ ΠΑΙΔΙΚΗΣ ΜΟΥ ΗΛΙΚΙΑΣ
ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟΝ.
ΥΓΕΙΑ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ.
Η ΠΡΩΤΗ ΑΓΑΠΗ.
« Τοιούτος γίνου περί τους γονείς
οίους αν εύξαιο περί σεαυτόν γε-
νέσθαι τους σεαυτού παίδας »
(Ισοκράτους.)
Ήτο Κυριακή των Βαΐων ότε, επισκεφθέντες τον Γεροστάθην, εύρομεν αυτόν συνομιλούντα μετά του συμμαθητού μας Κωνσταντίνου, τον οποίον, αγαπήσας δια την φιλομάθειάν του, είχε προσλάβει ως ψυχοϋιόν.
Ο πατήρ του Κωνσταντίνου είχε μετοικήσει μετά της λοιπής οικογενείας του εις Σκόδραν. Ο δε Κωνσταντίνος, υπηρετών έκτοτε τον Γεροστάθην, εξηκολούθει συγχρόνως μετ' άκρας επιμελείας και τα μαθήματα του σχολείου.
Ότε εισήλθομεν εις το δωμάτιον, η ομιλία διεκόπη· παρετηρήσαμεν δε τον Κωνσταντίνον σπρώχνοντα προς το μέρος, όπου εκάθητο ο γέρων, χρήματά τινα, τα οποία ήσαν επί της τραπέζης.
Ο Γεροστάθης, άμα ιδών ημάς ερχομένους, — Εις καλήν ώραν ήλθετε, φίλοι μου, μας είπεν· έχω να σας κοινοποιήσω αγγελίαν, ήτις βεβαίως θέλει σας χαροποιήσει, και αυξήσει την προς τον Κωνσταντίνον αγάπην σας.
Ο Κωνσταντίνος άμα ακούσας το όνομά του, συσταλείς εξήλθε του δωματίου.
— Εξεύρετε, παιδία μου, μας είπε τότε ο γέρων, ότι την προσεχή Κυριακήν θέλομεν εορτάσει την Ανάστασιν του Σωτήρος ημών. Γνωρίζετε προσέτι με πόσην προθυμίαν με υπηρετεί ο Κωνσταντίνος. Ενόμισα λοιπόν σήμερον δίκαιον να τω δώσω ολίγα χρήματα, διά να προμηθευτή ενδύματα νέα διά το Πάσχα· αλλ' απεποιήθη να λάβη αυτά, επί λόγω ότι επί του παρόντος δεν έχει ανάγκην νέων ενδυμάτων. Ότε δε εγώ επέμεινα, εξεύρετε τι με είπεν; — Υπακούω, τα λαμβάνω, και σας ευχαριστώ· αλλά σας παρακαλώ θερμώς να τα στείλητε εκ μέρους μου προς τους πτωχούς γονείς μου, διότι, ότε αυτοί ήσαν εδώ, εβοήθουν τον πατέρα μου εις το επάγγελμά του· αλλά κατά το παρόν ουδεμίαν άλλην βοήθειαν δύναμαι να τω δώσω. Και τους λόγους αυτούς συνώδευσαν δάκρυα καρδίας, συναισθανομένης βαθύτατα το ιερόν αίσθημα της υικής αγάπης.
Οι λόγοι του Κωνσταντίνου μ' ενθύμισαν την νεότητά μου, τους γονείς μου, συνεκίνησαν δε και την ιδικήν μου γεροντικήν καρδίαν. Πόσον ηγάπων και εγώ τους γονείς μου, πόσον τους εσεβόμην, πόσον ευτυχής ήμην οσάκις ημπόρουν να τους ευχαριστώ! Ανέκφραστος ήτο η χαρά, την οποίαν ησθάνθην, ότε εις την ξενητείαν μου ηξιώθην διά των πρώτων μου κόπων να κερδήσω μικρόν χρηματικόν ποσόν, και εξ αυτού να στείλω μέρος προς την καλήν μητέρα μου, ως σημείον της προς αυτήν αγάπης και ευγνωμοσύνης μου. Αι ευχαί και αι ευλογίαι της με κατέστησαν έκτοτε ευτυχή!
Μιμούμενοι τον αγαθόν Κωνσταντίνον προσπαθήσατε και σεις, φίλοι μου, να κατασταθήτε άξιοι των ευχών και ευλογιών των γονέων σας. Εις αυτούς, μετά τον Θεόν, χρεωστείτε την ύπαρξίν σας, το παρελθόν, το παρόν, το μέλλον σας, εν ενί λόγω το παν.
Βρέφη γυμνά, πεινώντα, και αδύνατα, η μήτηρ σας πρώτη θερμώς σας ενέδυσε, και με το γάλα της σας έθρεψε, και εις τας αγκάλας της σας περιέθαλψε, και διά των φιλοστόργων φροντίδων της την αδυναμίαν σας επροστάτευσεν.
Ασθενή και πάσχοντα η μήτηρ σας εφρόντισε να σας θεραπεύση, νύκτας ολοκλήρους αγρυπνούσα εις το προσκέφαλόν σας, με την μίαν χείρα το ιατρικόν κρατούσα, και με την άλλην τα σιωπηλά της δάκρυα σπογγίζουσα.
Κλονιζόμενα επί των αδυνάτων ποδών σας αυτή σας υπεστήριξε, και σας ενεθάρρυνεν εις τα πρώτα αβέβαια βήματά σας.
Ψελλίζοντα φωνάς ανάρθρους, αυτή πρώτη σας εδίδαξε την γλώσσαν, την οποίαν δι' αυτό και μητρικήν αποκαλείτε.
Εγειρόμενα δε την αυγήν εκ της κλίνης, η μήτηρ σας πρώτη σας εδίδαξε την ύπαρξιν του αληθούς Θεού, και σταυρόνουσα με σέβας τας χείρας επί του αθώου σας στήθους, αυτή πρώτη σας ωδήγησε, προς ανατολάς στρεφόμενα, να επικαλήσθε την εξ ύψους βοήθειαν.
Το παν, το παν, παιδία μου, χρεωστείτε εις τους καλούς γονείς σας· αυτοί εκοπίασαν διά το παρελθόν, και κοπιάζουν διά το παρόν σας, αγωνιζόμενοι πάντοτε όπως προετοιμάσωσι και το μέλλον σας ευχάριστον και ευτυχές.
Τέκνα, τα οποία δεν αγαπώσι, δεν σέβονται, δεν τιμώσι τους γονείς των, και τα οποία επομένως δεν προσπαθούν να δείξωσι την προς αυτούς ευγνωμοσύνην των, υπακούοντα εις τας θελήσεις των, και περιθάλποντα τας ανάγκας, τας αδυναμίας, την ασθένειαν, το γήρας αυτών, είναι θηρία, είναι εκτρώματα· έχοντα δε καρδίαν ανεπίδεκτον αγάπης και ευγνωμοσύνης, θέλουν ζήσει βεβαίως δυστυχή και άθλια.
Οι αρχαίοι Αθηναίοι τόσον επικινδύνους εθεώρουν τους αχαρίστους υιούς, ώστε ούτε άρχοντας της πόλεως διώριζον εξ αυτών, ούτε επί του βήματος εσυγχώρουν αυτούς ν' αναβώσιν όπως αγορεύσωσι περί των κοινών συμφερόντων· διότι όστις δεν αγαπά τους γονείς του, ούτε την γεννήσασαν αυτόν πατρίδα δύναταί ποτε ν' αγαπήση, και επομένως ούτε διά των έργων ή διά των λόγων του δύναταί ποτε να ωφελήση αυτήν.
«Τίμα τον πατέρα σου και την μητέρα σου, ίνα ευ σοι γένηται,» λέγει μία των δέκα εντολών του Υψίστου.
«Υπακούετε τοις γονεύσιν υμών κατά πάντα, τούτο γαρ εστίν ευάρεστον τω Κυρίω» λέγει ο Απόστολος Παύλος.
«Ευχαί γονέων στηρίζουσι θεμέλια οίκων» μας λέγουν τα ιερά βιβλία.
Ο δε θεάνθρωπος Ιησούς διά να μας διδάξη διά του θείου αυτού παραδείγματος την προς τους γονείς υπακοήν και αφοσίωσιν, και κατά τας αρχάς της επί της γης παρουσίας του προθύμως και άνευ αντιλογίας εξήλθε του ιερού, και ηκολούθησε την μητέρα του και τον Ιωσήφ εις την Ναζαρέτ, ων υποτασσόμενος αυτοίς, ως λέγει το Ευαγγέλιον, και ότε επρόκειτο ν' αποχωρισθή την μητέρα του και επί του σταυρού να εκπνεύση, εις τον επιστήθιον φίλον του Ιωάννην θερμώς την εσύστησε.
Και ο ουρανός λοιπόν και η γη αποστρέφονται τα άστοργα, τα απειθή, τα αγνώμονα τέκνα.
Ο δε σοφός Πιττακός δικαίως έλεγεν ότι οποίας προσφοράς προσφέρομεν προς τους γονείς, τοιαύτας πρέπει να περιμένωμεν και ημείς εις τα γηρατειά από τα τέκνα ημών· «Οίους εράνους εισενέγκης τοις γονεύσι, τοιούτους αυτός εν τω γήρα παρά των τέκνων προσδέχου.»
Προς βεβαίωσιν δε τούτου διηγήθη ο Γεροστάθης περιστατικόν τι συμβάν εσχάτως εις την Αγγλίαν.
Ο ΠΑΠΠΟΣ, Ο ΓΙΟΣ, ΚΑΙ Ο ΜΙΚΡΟΣ ΘΩΜΑΣ.
Πτωχός γέρων συνέζη μετά της οικογενείας του μονογενούς υιού του, παρά του οποίου ήλπιζε περίθαλψιν και παρηγορίαν εις τα έσχατα και ασθενή γηρατειά του.
Αλλ' αφού επί τινα καιρόν διέθρεψεν ο υιός τον γέροντα πατέρα του, δυσαρεστηθείς ημέραν τινά του χειμώνος κατ' αυτού, τω λέγει ότι πρέπει ν' αναχωρήση εκ της οικίας του, διότι δεν δύναται πλέον να τον διατηρή.
— Και πώς θέλω ζήσει; ερωτά αυτόν ο δυστυχής γέρων.
— Ζητών ελεημοσύνην, τω απαντά ο σκληροκάρδιος υιός.
Η ομιλία αύτη εγένετο ενώπιον του οκταετούς Θωμά, όστις αγαπών τον πάππον του, επερίμενε τεθλιμμένος να ίδη οποία θέλει είσθαι η έκβασις των σκληρών λόγων του πατρός του.
Ο γέρων εστέναξε βαθέως, εδάκρυσε, και παρεκάλεσε τον εγγονόν του Θωμάν να τω φέρη εκ του παρακειμένου δωματίου έν μάλλινον κάλλυμα, διά να έχη αυτό ως στρώμα και εφάπλωμα εις την πλανητικήν και ύπαιθρον ζωήν του.
Ο Θωμάς έτρεξεν αμέσως προς εκτέλεσιν της διαταγής του πάππου του· αλλά φέρων το περικάλλυμα, αντί να δώση αυτό εις τον πάππον, το έδωκεν εις τον πατέρα του, προς τον οποίον, με τα δάκρυα εις τους οφθαλμούς, είπε να κόψη αυτό εις δύο. — Και διατί; τον ηρώτησεν ο πατήρ του.
— Διότι είναι πολύ μεγάλον, απήντησεν ο Θωμάς· το ήμισυ θέλει είσθαι αρκετόν διά τον πάππον μου· το δε άλλο ήμισυ ίσως χρειασθής συ, πάτερ, όταν και συ γηράσης, και εγώ σε διώξω τότε εκ της οικίας μου, καθώς συ διώκεις σήμερον τον γέροντα πατέρα σου.
Οι αφελείς ούτοι λόγοι βαθυτάτην εντύπωσιν επροξένησαν εις τον αχάριστον και σκληροκάρδιον υιόν. Συνελθών δε εις εαυτόν, έπεσε γονυπετής ενώπιον του γέροντος πατρός του, και χύνων δάκρυα μετανοίας εζήτει συγγνώμην.
Σωφρονισθείς δε έκτοτε υπό των ανωτέρω λόγων του παιδός του, εξηκολούθησε διατρέφων και περιθάλπων τον ασθενή πατέρα του, μέχρις ου ο γέρων μετέβη εις την άλλην ζωήν, ευλογών και τον μετανοήσαντα υιόν του και τον αγαπητόν του Θωμάν.
Πόσον διάφορος του αχαρίστου τούτου υιού ήτο ο αρχαίος Αινείας! επρόσθεσεν ο Γεροστάθης.
Ο ΑΙΝΕΙΑΣ ΚΑΙ Ο ΠΑΤΗΡ ΤΟΥ.
Ο Αινείας ήτο είς των σημαντικωτέρων ηρώων, οίτινες μετά του Έκτορος γενναίως υπεράσπισαν την Τρωάδα κατά της δεκαετούς πολιορκίας των Ελλήνων. Διηγούνται δε ότι, αφού εκυρίευσαν επί τέλους την Τρωάδα οι Έλληνες, ευσπλαγχνισθέντες την δυστυχίαν των νικηθέντων, εκήρυξαν ότι έκαστος αυτών ηδύνατο να λάβη μεθ' εαυτού έν των πολυτιμοτέρων του και ν' αναχωρήση.
Ο Αινείας, παραβλέψας παν άλλο, έλαβεν ανά χείρας το άγαλμα της Εφεστίου Θεότητός του, όπως έχη αυτήν βοηθόν, και ητοιμάζετο να εξέλθη.
Αλλ' οι Έλληνες, ευχαριστηθέντες διά την ευσέβειαν του ανδρός, εσυγχώρησαν τότε εις αυτόν να λάβη και δεύτερον των πολυτιμοτέρων αντικειμένων του. Ο δε Αινείας, αγαπών μετά τον Θεόν τον πατέρα του Αγχίσην, όντα υπέργηρων, ασθενή, και τυφλόν, έλαβεν αμέσως και αυτόν επί των ώμων του και εκίνησε, παραβλέψας πάντα άλλον θησαυρόν. Τόσον δε εθέλχθησαν οι Έλληνες από την αρετήν ταύτην του Αινείου, ώστε τω απέδωκαν αμέσως όλην την πολύτιμόν του περιουσίαν, αποδείξαντες ούτως ότι τους ευσεβείς και φιλοστόργους υιούς και αυτοί οι εχθροί των τιμώσι και σέβονται.
Μεταξύ των αρχαίων προγόνων μας, εξηκολούθησε λέγων ο γέρων, οι Σπαρτιάται διεκρίνοντο διά το προς τους γονείς και εν γένει διά το προς τους γέροντας σέβας των· και διά τούτο οι Σπαρτιάται ήσαν και περισσότερον παντός άλλου λαού αφωσιωμένοι εις την πατρίδα των.
Η προς τους γονείς αγάπη είναι η πρώτη αγάπη, την οποίαν ο άνθρωπος αισθάνεται επί της γης, είναι δε και το πρώτον δείγμα της αγαθής, της ευαισθήτου, και εναρέτου καρδίας. Ο αγαπών τους γονείς του δύναται ν' αγαπήση και τους αδελφούς, και τους συγγενείς, και τους φίλους, και τους συμπολίτας του, και την κοινήν μητέρα, την πατρίδα. Αλλ' ο μη αισθανόμενος ευγνωμοσύνην, σέβας, και αγάπην προς τους γεννήσαντας και αναθρέψαντας αυτόν γονείς, πώς είναι ποτέ δυνατόν ν' αγαπήση άλλους, να ευγνωμονήση προς τους ευεργέτας, να σεβασθή ανωτέρους, και ν' αφοσιωθή εις την πατρίδα;
Ο Πλούταρχος αναφέρει το εξής ωραίον παράδειγμα της προς τους γονείς Σπαρτιατικής αφοσιώσεως.
Η ΣΠΑΡΤΙΑΤΙΣ ΧΕΙΛΩΝΙΣ.
Εβασίλευέ ποτε εις την αρχαίαν Σπάρτην ο Λεωνίδας, ομώνυμος του ενδόξου ήρωος των Θερμοπυλών, έχων δε θυγατέρα, ονομαζομένην Χειλωνίδα, ενύμφευσεν αυτήν μετά του Κλεομβρότου, καταγομένου επίσης εκ γένους βασιλικού.
Αλλ' ο Κλεόμβροτος, ων δοξομανής, ενήργησεν ώστε ο Λεωνίδας να στερηθή το βασιλικόν του αξίωμα, και αντ' εκείνου ν' αναβή αυτός επί του θρόνου της Σπάρτης.
Ο Λεωνίδας, φοβηθείς τότε την καταδρομήν των εχθρών του, κατέφυγεν ικέτης εις τον εν Σπάρτη ναόν της Χαλκιοίκου Αθηνάς. Η δε Χειλωνίς τόσον ηγάπα τον γέροντα πατέρα της, και τόσον συνεκινήθη υπό της δυστυχίας αυτού, ώστε απεφάσισεν αμέσως να εγκαταλείψη και τον βασιλέα σύζυγόν της, και όλας τας βασιλικάς τιμάς, πενθηφορούσα δε και με λυμένην κόμην να τρέξη εις τον ναόν, διά να συνικετεύση μετά του πατρός της και παρηγορήση αυτόν εις την δυστυχίαν και απομόνωσίν του.
Ότε δε ο Λεωνίδας ηναγκάσθη να φύγη εκ του ναού μακράν της Σπάρτης, η θυγάτηρ του Χειλωνίς προθύμως συνώδευσεν αυτόν εις την εξορίαν του, προτιμήσασα να συμμερισθή την δυστυχίαν του εξορίστου πατρός της, παρά την δόξαν του βασιλέως συζύγου της.
Μετά τινα καιρόν οι φίλοι του εξορίστου Λεωνίδου κατόρθωσαν ν' ανακηρύξωσιν αυτόν πάλιν βασιλέα της Σπάρτης.
Ότε δε ο Λεωνίδας και η θυγάτηρ του επανήλθον εις την Σπάρτην, ο
Κλεόμβροτος κατέφυγεν ικέτης εις τον ναόν του Ποσειδώνος.
Ο δε βασιλεύς Λεωνίδας, λαβών στρατιώτας, διευθύνθη προς τον ναόν, όπως τιμωρήση τον επίβουλον Κλεόμβροτον.
Αλλά μεγίστη υπήρξεν η έκπληξις και του Λεωνίδου και όλων των Σπαρτιατών, ότε, εμβάντες εις τον ναόν, εύρον εκεί την Χειλωνίδα πενθηφορούσαν πάλιν και κλαίουσαν, εναγκαλιζομένην τον ικέτην σύζυγόν της, και πλησίον της έχουσαν τα δύο αθώα της τέκνα.
Η Χειλωνίς, αναφανείσα άπαξ φιλόστοργος και ευαίσθητος θυγάτηρ, ανεφάνη και σύζυγος αφωσιωμένη. Ήρχισε λοιπόν να παρακαλή θερμώς τον βασιλέα πατέρα της υπέρ της ζωής του δυστυχούς συζύγου της.
Άπαντες δε συνεκινήθησαν και εδάκρυσαν, και πάντες εθαύμασαν την αρετήν της Χειλωνίδος.
Ο δε πατήρ της Λεωνίδας τον μεν Κλεόμβροτον διέταξε να φύγη αμέσως μακράν της Σπάρτης, την δε θυγατέρα του προσεκάλεσεν εις την Σπάρτην, διά να συμμερισθή, μετ' αυτού τας τιμάς του θρόνου.
Αλλ' η ενάρετος Χειλωνίς, προτιμήσασα και τότε να συμμερισθή την δυστυχίαν του συζύγου της παρά την δόξαν του πατρός της, έθεσεν εις τας αγκάλας του Κλεομβρότου το έν των τέκνων της, λαβούσα δε και αυτή εις τας ιδικάς της το άλλο, με βήμα σταθερόν ηκολούθησε τον σύζυγόν της εις την εξορίαν του.
Όλοι οι ένδοξοι και αληθώς μεγάλοι άνδρες διεκρίθησαν διά την προς τους γονείς των αγάπην. Οσάκις καρδία, συναισθανομένη ζωηρώς το ιερόν αίσθημα της υιικής αγάπης, διευθύνη τον βίον, η αγάπη των συγχρόνων και μεταγενεστέρων βεβαίως συνοδεύει αυτήν, ο δε βίος ευκόλως τότε αποκαθίσταται ευδαίμων και ένδοξος.
Ο ΕΠΑΜΕΙΝΩΝΔΑΣ ΚΑΙ ΟΙ ΓΟΝΕΙΣ ΤΟΥ.
Ο Επαμεινώνδας, αυτός ο μέγας πολίτης και ευεργέτης των Θηβών, διεκρίθη διά την προς τους γονείς του αγάπην, χαίρων οσάκις εκείνοι έχαιρον, και ευτυχών οσάκις εκείνοι ευτύχουν.
Ότε εις τα Λεύκτρα της Βοιωτίας ενίκησε την λαμπράν κατά των Σπαρτιατών νίκην, στραφείς προς τους φίλους του είπεν ότι «κατά την ημέραν εκείνην ήτο ευδαίμων, ουχί διότι ενίκησεν, αλλά διότι θέλουν χαρή οι γέροντες γονείς του, μανθάνοντες την νίκην του υιού των.»
Οι λόγοι αυτοί αποδεικνύουν πόσον τρυφερά ήτο η καρδία του προς τους γεννήσαντας και αναθρέψαντας αυτόν. Αν ο Επαμεινώνδας ήτο σκληροκάρδιος προς τους γονείς του, δεν ήθελε βεβαίως αναφανή ευεργέτης και προστάτης όλων των πτωχών και δυστυχών συμπολιτών του· ούτε ήθελεν αναδειχθή τέκνον αφωσιωμένον εις την πατρίδα του, την οποίαν, ως ουδείς άλλος, διά της αρετής και της ανδρίας του εδόξασε, και υπέρ της οποίας και αυτήν την ζωήν του εις την Μαντίνειαν ηρωικώς εθυσίασεν.
Ο ΜΕΓΑΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΚΑΙ Η ΟΛΥΜΠΙΑΣ.
Και ο μέγας Αλέξανδρος, μας είπεν ο Γεροστάθης, διεκρίθη διά την προς την μητέρα του Ολυμπιάδα αγάπην και αφοσίωσίν του.
Η Ολυμπιάς ήτο δυστυχώς χαρακτήρος δυστρόπου και αυστηρού· επεθύμει να επεμβαίνη εις τα της βασιλείας του υιού της Αλεξάνδρου. Και όμως ο μέγας Αλέξανδρος, ως καλός υιός, υπέφερε πράως και τας δυστροπίας, και τας επεμβάσεις της μητρός του.
Ότε ο Αντίπατρος, τον οποίον είχεν αφήσει τοποτηρητήν του εις την Μακεδονίαν, τω έγραψεν εις την Ασίαν επιστολήν εκτεταμένην και πλήρη παραπόνων κατά της Ολυμπιάδος, ο Αλέξανδρος, αναγνούς την επιστολήν, είπε «δεν γνωρίζει ο Αντίπατρος ότι έν μόνον δάκρυον της μητρός μου αρκεί να σβύση μυρίας τοιαύτας επιστολάς.»
Πολλά δε δώρα και πολλά εκ των πολυτίμων λαφύρων, τα οποία εκυρίευεν εις τους κατά την Ασίαν αγώνας του, απέστελλε προς την μητέρα του, δεικνύων ούτως ότι ποτέ δεν έπαυεν ενθυμούμενος και αγαπών αυτήν.
Τοιαύτα προς την μητέρα του αισθήματα έχων ο μέγας Αλέξανδρος, ανατραφείς δε εναρέτως υπό του παιδαγωγού του Λεωνίδου και του σοφού Αριστοτέλους, ανεφάνη ανήρ ευαίσθητος, ευγνώμων, ευεργετικός, και μεγαλόδωρος, ουχί μόνον προς τους διδασκάλους και τους φίλους αυτού, αλλά και προς τους αιχμαλώτους του· ώστε εάν η ανδρία και η έξοχος στρατηγική ικανότης κατέστησαν μέγαν τον Αλέξανδρον, η αγαθότης της ψυχής του κατέστησεν αυτόν αγαπητόν και ζώντα και μετά θάνατον.
Ο ΚΗΠΟΣ ΚΑΙ Η ΚΑΡΔΙΑ.
Ο Γεροστάθης μετά τας ανωτέρω διηγήσεις μας ωδήγησεν εις τον κήπον του, διά να μας δείξη τας γεωργικάς προόδους του συμμαθητού μας Ιωάννου.
Μας έδειξε δε διάφορα νεόφυτα δένδρα υγιέστατα και ανθισμένα, διάφορα ωραιότατα άνθη, και άλλα αξιόλογα προϊόντα, τα πάντα καλλιεργηθέντα υπό του φίλου μας Ιωάννου. Παρών δε ο Ιωάννης παρετήρει μειδιών και χαίρων τα έργα του, καθώς μειδιά και χαίρει φιλόστοργος πατήρ, οσάκις τρυφερώς ατενίζη τους οφθαλμούς επί των καλώς ανατεθραμμένων τέκνων του.
Ο Γεροστάθης, βλέπων ημάς θαυμάζοντας τας ωραιότητας του κήπου, μας ηρώτησεν αν ευρίσκωμεν ομοιότητά τινα μεταξύ του κήπου του και του μεγάλου Αλεξάνδρου.
Ημείς δε με απορίαν αντηρωτήσαμεν ποία ποτέ ομοιότης δύναται να υπάρξη μεταξύ ενός κήπου και ενός ανθρώπου ;
— Μεγάλη, απήντησεν ο Γεροστάθης. Αι καλαί και ενάρετοι πράξεις, αίτινες στολίζουν την ζωήν των ανθρώπων, είναι τα καλά προϊόντα και τα ωραία άνθη τα στολίζοντα τους κήπους. Και καθώς, εάν τι έδαφος του κήπου ήναι αμμώδες ή πετρώδες, ο κήπος δεν ευδοκιμεί, τοιουτοτρόπως και ο έχων καρδίαν σκληράν και αναίσθητον δεν δύναται να ευδοκιμήση, και αληθώς να ευτυχήση. Καθώς δε όσον εύφορος και ευγνώμων και αν ήναι η γη του κήπου, ο κήπος δεν προοδεύει, αν κηπουρός άξιος δεν επιμεληθή και καλλιεργήση αυτόν, τοιουτοτρόπως δύναται τις να έχη μεν εκ φύσεως καρδίαν αγαθήν, και όμως να μη διαπρέψη εις το στάδιον του βίου του, διότι δυστυχώς παρημέλησε την προσήκουσαν καλλιέργειαν και εκπαίδευσιν της ψυχής του.
Η καρδία του μεγάλου Αλεξάνδρου, καθώς το απέδειξεν η προς την Ολυμπιάδα αγάπη του, ήτο φύσει ευαίσθητος και καλή, όσον καλή και εύφορος είναι η γη του κήπου μου.
Καθώς δε ο κήπος μου επέτυχε δύο επιμελείς κηπουρούς, εμέ και τον Ιωάννην, ούτω και ο Αλέξανδρος επέτυχε, νέος ων, δύο αξιολόγους κηπουρούς, τον Λεωνίδαν και τον Αριστοτέλην, προς καλλιέργειαν και μόρφωσιν του νοός και της καρδίας του.
Καθώς δε η φυσική ευφορία και η καλλιέργεια του κήπου μου παρήγαγον αυτά τα ποικίλα άνθη, τα θάλλοντα δένδρα, και τα ωραία προϊόντα, τοιουτοτρόπως και η εκ φύσεως αγαθή ψυχή του Αλεξάνδρου, εκπαιδευθείσα υπό του παιδαγωγού και του διδασκάλου του, παρήγαγε τας ευεργετικάς, τας εναρέτους, τας φιλάνθρωπους πράξεις, αίτινες καθωραΐζουν τον βίον αυτού.
Ιδού, φίλοι μου, η ομοιότης, την οποίαν εγώ ευρίσκω μεταξύ του κήπου μου και του μεγάλου Αλεξάνδρου, Αλλ' υπάρχει μεταξύ αυτών και διαφορά ουσιώδης· διότι η μεν καλλονή του κήπου μου είναι φθαρτή και πρόσκαιρος, το δε κάλλος των εναρέτων πράξεων του Αλεξάνδρου θέλει διαμένει αμάραντον και αθάνατον.
Εκ των ανωτέρω λόγων του Γεροστάθου ο συμμαθητής μας Αθανάσιος εξήγαγε το ακόλουθον συμπέρασμα — Λοιπόν δεν αρκεί ν' αγαπά τις τους γονείς του, και να έχη εκ φύσεως καλήν καρδίαν, διά να ευτυχήση.
— Όχι βέβαια, απήντησεν ο Γεροστάθης, δεν αρκεί μόνον καλή γη διά να υπάρξη και καλός κήπος, απαιτείται και καλλιέργεια της καλής γης. Τούτο δε μας αποδεικνύει ο βίος του Ρωμαίου Κοριολάνου.
Ο ΚΟΡΙΟΛΑΝΟΣ ΚΑΙ Η ΜΗΤΗΡ ΤΟΥ.
Ο Κοριολάνος κατήγετο εξ ευγενούς οικογενείας της αρχαίας Ρώμης. Εκ νεανικής ηλικίας ησπάσθη το στρατιωτικόν στάδιον· εθαυμάζετο δε διά την αποχήν του από τας ηδονάς και την φιλοχρηματίαν, διά την καρτερίαν του εις τους κόπους, διά την ανδρίαν του, και ιδίως διά την προς την μητέρα μεγίστην αγάπην του.
Οσάκις η μήτηρ του επαινούμενον ή εστεφανωμένον, με δάκρυα χαράς, έσφιγγεν αυτόν εις τας αγκάλας, ο Κοριολάνος εθεώρει εαυτόν αληθώς ευτυχή.
Εφρόντιζε δε, ως καλός υιός, να διπλασιάζη το προς την μητέρα του σέβας και την προς αυτήν αγάπην και υπακοήν του, προσφέρων εις αυτήν και το σέβας, και την αγάπην, και την υπακοήν, την οποίαν προς τον αποθανόντα πατέρα του εχρεώστει.
Ο Κοριολάνος ενυμφεύθη, διότι η μήτηρ του το ηθέλησεν. Αλλά, και αφού έγινε σύζυγος και πατήρ, εξηκολούθησε συνοικών μετά της μητρός του, και περιποιούμενος αυτήν μεθ' όλης της υικής τρυφερότητος.
Εξ όλων αυτών προκύπτει ότι η καρδία του Κοριολάνου δεν ήτο κακή· αλλά δυστυχώς εκ νεαράς ηλικίας έμεινεν άνευ ανατροφής και παιδείας· ώστε μετά των προτερημάτων, τα οποία η φύσις τω εχάρισε, τω έμειναν και πολλά ελαττώματα· ωμοίαζε λοιπόν γην εύφορον μεν, αλλ' ακαλλιέργητον, ήτις μεταξύ των αυτοφυών ωραίων ανθέων παρουσιάζει και ακάνθας και τριβόλους.
Ο Κοριολάνος υπέκειτο εις το ολέθριον πάθος του θυμού, ώστε απέκτησε πολλούς εχθρούς· ηγάπα τας πεισματώδεις φιλονεικίας, και επομένως οι συμπολίται του τον απέφευγον· εκαυχάτο διά την ευγενή καταγωγήν του, αγνοών ότι ουχί η καταγωγή, αλλ' η διαγωγή τιμά ή ατιμάζει· επί τέλους υπερηφανευόμενος διά τας ανδραγαθίας του, περιεφρόνει τους συμπολίτας του, αγνοών ότι διά της υπεροψίας καθίστατο μισητός, ενώ διά της ταπεινοφροσύνης ήθελε προσελκύσει την εύνοιαν του λαού.
Εάν ο Κοριολάνος εκ της παιδικής ηλικίας ανετρέφετο πρεπόντως, ίσως ενήλιξ δεν ήθελεν έχει τα ελαττώματα ταύτα, τα οποία επί τέλους εκορύφωσαν την κατ' αυτού αγανάκτησιν του Ρωμαϊκού λαού, και επροκάλεσαν την εκ της Ρώμης εξορίαν του.
Εξορισθείς δε από την Ρώμην, ούτε τον Θεμιστοκλέα ούτε τον
Αριστείδην εμιμήθη.
Ο οργίλος και υπερήφανος χαρακτήρ του επροκάλεσε το βδελυρόν πάθος της εκδικήσεως. Προσφυγών εις τους Βουλούσκους, εχθρούς των Ρωμαίων, και τεθείς επί κεφαλής αυτών, εξεστράτευσε κατά της πατρίδος του! Ότε δε έφθασεν ενώπιον της Ρώμης και επαπείλει την καταστροφήν αυτής, οι Ρωμαίοι έντρομοι τω απέστειλαν διαφόρους πρεσβείας αλλ' ο Κοριολάνος επέμενεν άκαμπτος εις την εκπόρθησιν της ιδίας αυτού πατρίδος.
Τότε η μήτηρ του, παραλαβούσα μεθ' εαυτής την σύζυγον και τα δύο τέκνα του Κοριολάνου, και τεθείσα επί κεφαλής των σημαντικωτέρων γυναικών της Ρώμης, εξήλθε των τειχών· παρουσιασθείσα δε εις το εχθρικόν στρατόπεδον, είπε προς τον υιόν της
— Κοριολάνε, εάν επιμείνης να εισέλθης εχθρικώς εις την Ρώμην. θέλεις πατήσει πρότερον επί του πτώματος της μητρός σου· διότι βεβαίως δεν θέλω υποφέρει ποτέ να ζήσω και να ίδω την ημέραν, καθ' ην ο υιός μου θέλει θριαμβεύσει κατά της ιδίας αυτού πατρίδος. Συλλογίσθητι ότι δεν είναι ίδιον αγαθού ανδρός ν' αποκαθίσταται δούλος της οργής του, της μνησικακίας του, των παθών του. Εάν δε ήσαι φιλόστοργον τέκνον μου, σεβάσθητι την μητέρα σου, και υπάκουσον εις αυτήν, ικετεύουσαν υπέρ της Ρώμης, της μεγάλης μητρός σου.
Γονυπετείς δε έπεσαν εις τους πόδας του Κοριολάνου και η μήτηρ και η σύζυγος και τα τέκνα του.
Ο Κοριολάνος τότε εγείρων την μητέρα του, και σφίγγων την δεξιάν της, — Ενίκησας, είπεν, ω μήτερ, νίκην ευτυχή διά την πατρίδα, αλλ' ολεθρίαν εις τον υιόν σου· αναχωρώ, επρόσθεσε, μακράν της Ρώμης, νικημένος υπό της μητρός μου. Και η πολιορκία διελύθη αμέσως.
Τοιουτοτρόπως η αγάπη και το σέβας του Κοριολάνου προς την μητέρα του έσωσαν και την Ρώμην από την καταστροφήν της, και τον Κοριολάνον από το αιώνιον αίσχος, το οποίον ήθελε περικαλύψει την μνήμην του, αν ήθελον εκτελεσθή οι κατά της πατρίδος πατροκτόνοι σκοποί, τους οποίους ως εκ της απαιδευσίας και της κακής ανατροφής είχε συλλάβει.
Ο ΒΑΣΙΓΚΤΩΝ ΚΑΙ Η ΜΗΤΗΡ ΤΟΥ.
Και ο μέγας πολίτης της Αμερικής Βάσιγκτων, επρόσθεσεν ο Γεροστάθης, έδωκε δείγματα της προς την μητέρα του αγάπης και υπακοής.
Περί το δέκατον τέταρτον έτος της ηλικίας του επεθύμησε ν' αφιερωθή εις το ναυτικόν στάδιον, το οποίον χωρίς ποτε να γνωρίση υπερβολικά ηγάπησεν.
Η μήτηρ του, ήτις και τον υιόν της δεν ήθελε ν' αποχωρισθη, και τους κινδύνους και τα δεινά του ναυτικού βίου κάλλιον του απείρου υιού της εγνώριζεν, απέκρουε τα σχέδια του νέου Βασιγκτώνος· αλλ' αυτός επιμένων, συμφωνεί μετά τινος πλοιάρχου όπως παραλάβη αυτόν εις το πλοίον του, έτοιμον ήδη προς απόπλουν· μετακομίσας δε το μικρόν κιβώτιόν του εις την λέμβον, παρουσιάσθη ενώπιον της μητρός του διά ν' αποχαιρετίση αυτήν, και λάβη την ευχήν της. Αλλ' η μήτηρ του σιωπώσα ήρχισε να κλαίη.
Τα σιωπηλά αυτά δάκρυα τόσην εντύπωσιν επροξένησαν εις την ευαίσθητον ψυχήν του νέου Βασιγκτώνος, ώστε αμέσως επαναφέρει το κιβώτιον από την λέμβον εις την οικίαν, και θυσιάζει προθύμως τον ναυτικόν έρωτά του ενώπιον της υιικής του αγάπης.
Η θυσία αύτη του ευαισθήτου υιού, και επομένως η ευλογία και αι ευχαί της μητρός του ηξίωσαν επί τέλους τον Βασιγκτώνα ν' αναφανή ο πρώτος πολίτης των Ηνωμένων Πολιτειών, και να επονομασθή πατήρ της πατρίδος.
Αν ο νέος Βάσιγκτων, μη αγαπών την μητέρα του, δεν υπήκουεν εις τα μητρικά δάκρυα της, αλλ' ησπάζετο το ριψοκίνδυνον στάδιον του ναύτου, και βίον ίσως άσημον και δυστυχή ήθελε ζήσει, και δυστυχέστερον ίσως θάνατον εντός των κυμάτων ήθελεν ευρεί, και την πατρίδα του δεν ήθελεν ελευθερώσει, και το όνομά του δεν ήθελεν απαθανατίσει.
Αγαπάτε λοιπόν και σεις, παιδία μου, τους γονείς σας. Η αγάπη σας όμως ας μη ήναι νεκρά, αλλά ζωηράν και ακμαίαν διατηρείτε αυτήν διά της καλής διαγωγής και των καλών σας έργων.
Ο συμμαθητής σας Κωνσταντίνος δι' έργου απέδειξε σήμερον την προς τους πτωχούς γονείς του αγάπην του. Δι' έργων λοιπόν και σεις προσπαθήσατε ν' αναφανήτε υιοί καλοί και φιλόστοργοι, άξιοι των ευχών των γονέων σας και των ευλογιών του Υψίστου.
Έχετε δε πάντοτε κατά νουν ότι οι γονείς σας, διατρέχοντες ήδη προ καιρού την οδόν της ζωής, εις την οποίαν σεις τώρα εμβαίνετε, γνωρίζουν πολύ κάλλιον υμών τους κινδύνους, τα βάραθρα και τους κρημνούς της δυσκόλου ταύτης οδού. Όθεν προθύμως υπακούετε εις τας συμβουλάς των, όπως φωτίζητε την νεανικήν απειρίαν σας διά της πείρας εκείνων· ούτω δε θέλετε διατρέξει ασφαλέστερον το δύσβατον και κινδυνώδες στάδιον του βίου.
Ο αγαθός γέρων μας υπηγόρευσεν ακολούθως τους εξής στίχους.
Οι πρώτοι ευεργέται μας είν' οι καλοί γονείς μας·
Ας αγαπήσωμετ αυτούς εξ όλης της ψυχής μας·
Διά της πείρας οι γονείς, διά των συμβουλών των
Την απειρίαν σώζουσι των ευπειθών υιών των.
Λοιπόν ας υπακούωμεν, και ας ευγνωμονώμεν,
Δι' έργων δε ας δείχνωμετ ότι αυτούς τιμώμεν.
* * *
ΜΙΑ ΨΥΧΗ ΕΙΣ ΔΥΟ ΣΩΜΑΤΑ.
«Φίλοις ευτυχούσι και ατυ- χούσιν ο αυτός ίσθι.» (Περιάνδρου.)
Κατά τας αρχάς της συστάσεως του σχολείου μας συχνάκις συνέβαινον μεταξύ των μαθητών λογομαχίαι, ύβρεις, ξυλοκοπήματα, και λιθοβολισμοί. Τούτων δε συνέπειαι δυσάρεστοι ήσαν ενδύματα εσχισμένα, βιβλία μελανωμένα, μύται αιματωμέναι, οφθαλμοί φλογισμένοι, κεφαλαί πληγωμέναι, και επομένως πάθη, έχθραι, εκδικήσεις και αντεκδικήσεις.
Αλλ' ο αγαθός προστάτης μας Γεροστάθης διά των φρονίμων συμβουλών του, και διά της πραότητος του χαρακτήρος του επροσπάθησε να εμπνεύση μεταξύ όλων ημών την αγάπην, την ομόνοιαν και την αρμονίαν.
Ποτέ δεν είδομεν τον Γεροστάθην ωργισμένον, εξημμένον, ή σκληρόν πρός τινα εξ ημών· αλλά με υπομονήν, με φρόνησιν και με ησυχίαν μας εξήγει τα σφάλματά μας και τας δυσαρέστους συνεπείας αυτών, προσπαθών να εμπνεύση εις τον νουν και εις την καρδίαν μας την μετάνοιαν και την επιθυμίαν της διορθώσεως.
Διά του λόγου, έλεγεν, εκριζόνονται διά παντός, ενώ διά του τρόμου μόνον προσωρινώς καταθλίβονται τα σπέρματα της κακής διαγωγής. Όθεν, κεντών ευστόχως την φιλοτιμίαν μας προς την αρετήν, ποτέ δεν μας απεύθυνεν ύβρεις, κακολογίας, ή ραβδισμούς.
Εγνώριζεν ο αγαθός γέρων ότι η καρδία των παιδίων ομοιάζει το μαλακόν κηρίον, το οποίον ευκόλως λαμβάνει πάσαν εξωτερικήν εντύπωσιν· και ότι ως εκ τούτου αι παιδικαί καρδίαι σχηματίζονται κατά τα καλά ή κακά παραδείγματα, τα οποία ενώπιόν των έχουν.
Όθεν ο Γεροστάθης όχι μόνον απέφευγε του να μας δίδη αφορμάς κακών έξεων, θυμόνων, υβρίζων ή ξυλοκοπών, αλλά, επισφραγίζων τας συμβουλάς του διά του καλού παραδείγματός του, καθίστανεν αποτελεσματικωτέραν την ηθικήν μας βελτίωσιν.
Πολλάκις μας υπενθύμιζεν ο γέρων τας δύο μεγάλας εντολάς, εντός των οποίων, ως είπεν ο Ιησούς, εμπεριέχονται όλα τα χρέη του αληθούς χριστιανού «Αγαπήσεις Κύριον τον Θεόν σου εξ όλης καρδίας — Αγαπήσεις τον πλησίον σου ως σεαυτόν.» Την διπλήν δε ταύτην αγάπην μας έλεγεν ότι πρέπει να δεικνύωμεν διά της καθημερινής διαγωγής και των καθημερινών έργων μας.
Δεν αρκεί, έλεγε, να παρευρίσκησθε εις την θείαν λειτουργίαν, ή εξ απλής συνήθειας, ή διότι οι γονείς και οι διδάσκαλοι σας παρήγγειλαν να εκκλησιάζησθε· αλλ' απαιτείται να εισέρχησθε εις τον ναόν με την επιθυμίαν του να εξέλθητε ηθικώτεροι και χριστιανικώτεροι· προς τον σκοπόν δε τούτον απαιτείται να προσέχητε εις τους θείους λόγους, τους οποίους εκεί ακροάζεσθε, και κατά τους θείους αυτούς λόγους να κανονίζητε την καθημερινήν διαγωγήν σας, τας καθημερινάς πράξεις σας.
Εάν λοιπόν προσέχητε εις την θείαν λειτουργίαν, θέλετε ακούει τον ιερέα του Υψίστου υπενθυμίζοντα πάντοτε το θείον θέλημα, και λέγοντα προς ημάς «Αγαπήσωμεν αλλήλους, — Ειρήνη πάσιν.» Ας αγαπώμεθα λοιπόν αμοιβαίως, ας ζώμεν εν αδελφική ειρήνη και ομονοία, εάν θέλωμεν ουχί μόνον να ονομαζώμεθα, αλλά και πραγματικώς να ήμεθα χριστιανοί.
Αυτά συχνάκις επανελάμβανεν ο Γεροστάθης μ' όλην την χαρακτηρίζουσαν αυτόν πραότητα και γλυκυτάτην εκφραστικότητα.
Ο ΚΛΩΝΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΔΕΜΑΤΙΟΝ.
Ημέραν τινά, περιδιαβάζοντες μετά του Γεροστάθου εις την εξοχήν, είδομεν γέροντα, όστις έκοπτε κλώνους ιτέας.
Ο Γεροστάθης μας ωδήγησε προς τον γέροντα, τον οποίον χαιρετίσας φιλοφρόνως ηρώτησεν εις τι καταγίνεται.
— Κόπτω κλώνους διά να πλέξω καλάθια, απεκρίθη ο γέρων.
— Πολύ φρόνιμα κάμνεις, τω είπεν ο Γεροστάθης· εις αυτόν τον κόσμον όστις δεν εργάζεται ή αποθνήσκει της πείνης, ή ζη ατίμως· ο δε άτιμος βίος είναι πολύ χειρότερος του θανάτου.
Λαβών δε την άδειαν του γέροντος επήρεν ένα εκ των λεπτών κλώνων, και παρουσιάσας αυτόν εις ημάς ηρώτησεν αν δυνάμεθα να τον σπάσωμεν.
Εγελάσαμεν διά την παράδοξον ταύτην ερώτησιν του Γεροστάθου και λαβών τις εξ ημών τον κλώνον, έσπασεν αυτόν αμέσως διά των δύο δακτύλων του.
Τότε ο Γεροστάθης επήρεν εις την παλάμην του πολλούς κλώνους, τους οποίους αφού περιέδεσε διά λεπτού σχοινίου, μας ηρώτησεν αν δυνάμεθα να σπάσωμεν και το δεμάτιον τούτο.
— Όχι βέβαια, απεκρίθημεν, πώς είναι δυνατόν να σπάσωμεν
αυτούς, ηνωμένους όλους ομού;
— Ιδού, μας είπε τότε ο γέρων, το αποτέλεσμα της ενότητος,
της αγάπης, της ομονοίας.
Εάν οι αδελφοί, οι συγγενείς, οι συμμαθηταί, οι συμπολίται, οι ομοεθνείς, οι ομόφυλοι ήναι ηνωμένοι, αγαπώμενοι αμοιβαίως και ομονοούντες, βεβαίως θέλουν κατασταθή δυνατοί και άθραυστοι ως αυτοί οι λεπτοί κλώνοι, συνενωθέντες εις το δεμάτιον τούτο· όντες δε τότε ισχυροί, ευκόλως θέλουν ανθέξει εις τας καταδρομάς της τύχης ή των ανθρώπων, και θέλουν θριαμβεύσει, και θέλουν ευδαιμονήσει.
Αλλ' εάν δυστυχώς η διχόνοια, η ζηλοτυπία, το μίσος, η φιλοπρωτία, ο φθόνος, η ψευδοφιλοτιμία, η ιδιοτέλεια διαχωρίζωσι και απομονόνωσιν αυτούς, ευκόλως τότε έκαστος θέλει κατασυντριφθή, ως διά των δύο δακτύλων σας εσυντρίφθη ο μεμονωμένος κλώνος.
Η ένωσις λοιπόν, και επομένως η αγάπη, η ομόνοια, η σύμπραξις αυξάνει τας δυνάμεις· ο δε διαχωρισμός, η διχόνοια, η αντενέργεια, η απομόνωσις ελαττόνει και καταστρέφει αυτάς. Όσον δε αι ηθικαί και φυσικαί δυνάμεις έθνους τινός αυξάνουν, τόσον μεγαλήτερα και επωφελέστερα είναι τα έργα του, και βεβαιοτέρα η ευδαιμονία του.
Ο Γεροστάθης μετά τους λόγους αυτούς παρήγγειλε τον γέροντα να τω στείλη εις την οικίαν δύο καλάθια.
Εν τούτοις το εύθραυστον του κλώνου, το άθραυστον του δεματίου, οι χριστιανικοί λόγοι του Γεροστάθου, και κυρίως η ζώσα πραότης του ανδρός, κατέστησαν βαθμηδόν και ημάς πράους, ειρηνικούς, ευπροσηγόρους και ως αδελφούς ηγαπημένους.
Αλλ' αν και πάντες ως καλοί αδελφοί ηγαπώμεθα, δύο όμως των συμμαθητών μας, ο Φίλιππος και ο Ανδρέας, διεκρίνοντο διά την μεγίστην φιλίαν, ήτις συνέδεε τας τρυφεράς των καρδίας· Περί αυτών δε θέλω εκθέσει ολίγα τινά.
ΟΙ ΔΥΟ ΜΙΚΡΟΙ ΦΙΛΟΙ
Ο Φίλιππος και ο Ανδρέας ήσαν συμμαθηταί και σχεδόν συνομήλικες. Οι γονείς των, πτωχοί αλλά τίμιοι και αληθείς χριστιανοί, ήσαν γείτονες, ώστε τα τέκνα των εξ απαλών ονύχων εσχετίσθησαν και ηγαπήθησαν.
Εις τα ήμερα και ιλαρά πρόσωπά των εφαίνετο η πραότης και η αγαθότης των καρδιών των. Πληρεστάτη αρμονία φρονημάτων και επιθυμιών υπήρχε πάντοτε μεταξύ αυτών, αδελφική δε αγάπη και στενή φιλία διαρκώς συνήνονεν αυτούς.
Πολλά δε δείγματα αληθούς φιλίας έδιδον αμοιβαίως οι δύο αυτοί συμμαθηταί μας, των οποίων αι καρδίαι ήσαν βεβαίως ευγενείς, διότι το ιερόν αίσθημα της φιλίας, ως ο Γεροστάθης έλεγε, μόνον αι ευγενείς και ενάρετοι καρδίαι δύνανται να αισθανθώσι.
Δεν επερίμενεν ο Φίλιππος να λάβη χάριν παρά του Ανδρέου διά ν' ανταποδώση αυτήν· αλλ' ούτε ο Ανδρέας επερίμενέ ποτε την ανταπόδοσιν της χάριτός του, διά να προβή εις άλλην νέαν χάριν. Τοιούτους λεπτούς υπολογισμούς δεν γνωρίζει η αληθής φιλία.
Ο αληθής φίλος προσέτι αισθάνεται τας δυστυχίας του φίλου του πολύ ζωηροτέρας παρά τας ιδίας αυτού· και διά τούτο προθύμως θυσιάζεται υπέρ του δυστυχούντος φίλου. Τοιούτοι δε φίλοι ήσαν ο Ανδρέας και ο Φίλιππος.
Ημέραν τινά, ότε εξήλθομεν μετά του Γεροστάθου εις περίπατον, ο Φίλιππος και ο Ανδρέας, συνδιαλεγόμενοι και βραδέως περιπατούντες, έμειναν όπισθεν ημών, οίτινες προχωρήσαντες είχομεν αναβή επί της κορυφής ωραίου λόφου.
Εκείθεν στρέψαντες τους οφθαλμούς διά να ίδωμεν την τερπνοτάτην θέαν της πεδιάδος, διεκρίναμεν τον μεν Ανδρέαν αναβαίνοντα επί υψηλού δένδρου, τον δε Φίλιππον προχωρούντα πρός τινα μάνδραν. Αλλά μετ' ολίγον βλέπομεν τον Φίλιππον οπισθοδρομούντα δρομαίως, και εντρόμως κραυγάζοντα, διότι κατόπιν αυτού τρέχων μέγας σκύλος οργίλως εγαύγιζε. Συγχρόνως δε βλέπομεν τον Ανδρέαν πίπτοντα με την ταχύτητα της αστραπής εκ του δένδρου, και τρέχοντα μεταξύ του φίλου του και του σκύλου. Εκεί δε σταθείς, ατενίζει θαρραλέως τον σκύλον, και σκύπτει διά να λάβη λίθον κατ' αυτού· αλλ' ο σκύλος, άμα ιδών τον νέον τούτον εχθρόν οπλιζόμενον, στρέφει τα νώτα, και κατησχυμένος επανέρχεται εις την μάνδραν του.
Ενώ δε ταύτα εγίνοντο, ο Γεροστάθης ήρχισε να καταβαίνη τον λόφον, τρέχων προς βοήθειαν των μικρών αυτών φίλων, και παρακολουθούμενος παρ' όλων ημών. Αλλ' ότε είδομεν τον θρίαμβον του Ανδρέου, και την σωτηρίαν του Φιλίππου, ο Γεροστάθης χειροκροτών εφώναξεν — Εύγε! Εύγε, Ανδρέα! ημείς δε πλήρεις χαράς ετρέξαμεν προς τον Ανδρέαν και τον Φίλιππον.
Πλησιάσας και ο αγαθός γέρων έσφιγξε την χείρα του Ανδρέου, και τω είπε — Σήμερον ανεφάνης, φίλτατε Ανδρέα, και φίλος αληθής, και Έλλην γενναίος· ενώ ήσο ασφαλέστατος επί του δένδρου, επροτίμησας να κινδυνεύσης διά να σώσης τον φίλον σου! Ιδού, παιδία μου, επρόσθεσε, τα αποτελέσματα της ενώσεως και του διαχωρισμού. Ο Φίλιππος και ο Ανδρέας χωρισθέντες από ημάς, διεκινδύνευσαν να κακοπάθωσιν· αφ' ετέρου δε η φιλία, ήτις συνενόνει αυτούς, έσωσε τον Φίλιππον. Η ημέρα αύτη ας διαμένη εις την μνήμην σας, όπως αγαπάτε πάντοτε την ένωσιν και την ομόνοιαν, αποστραφήτε δε την διαίρεσιν και τας διχονοίας.
Επειδή δε πρέπει να τιμώμεν την αρετήν και αυτών των εχθρών, πολλώ δε μάλλον των φίλων μας, σας προτείνω να πλέξητε δύο στεφάνους, τον μεν από κλάδους δρυός, τον δε από κλάδους μυρσίνης, διά να προσφέρωμεν αυτούς προς τον Ανδρέαν, τον μεν προς τιμήν της ανδρίας του, τον δε προς τιμήν της φιλίας, την οποίαν απέδειξε σήμερον προς τον Φίλιππον. — Ναι, ναι, εφωνάξαμεν άπαντες, και αμέσως ετρέξαμεν προς ανεύρεσιν κλάδων δρυός και μυρσίνης.
Ο Γεροστάθης και εις την περίστασιν ταύτην, καθώς και εις άλλας πολλάς, επροσπάθει να μας συνειθίση ν' αναγνωρίζωμεν και να τιμώμεν τους καλλιτέρους ημών, σβύνων εις τας απαλάς καρδίας μας πάντα σπινθήρα ψευδοφιλοτιμίας, φθόνου, και αντιζηλίας.
Πολλάκις μας ανέφερεν ότι η κυριωτέρα αιτία, ήτις κατέστρεψε την ελευθερίαν, την δόξαν, και την ευδαιμονίαν της αρχαίας Ελλάδος, ήτο η αντιζηλία, ο φθόνος, η διχόνοια, και η διαίρεσις των προγόνων μας. Οσάκις έξοχοι άνδρες παρουσιάζοντο, αμέσως αντιζηλίαι, φθόνοι, και καταδρομαί παρηκολούθουν αυτούς. Αλλ' όπου οι διά την αρετήν και την ικανότητά των εξέχοντες, αντί να ενισχύωνται, κατατρέχονται υπό των φθονερών και ιδιοτελών, εκεί βεβαίως η πατρίς δυστυχεί και καταρρέει.
Εν τούτοις ητοιμάσαμεν τους δύο στεφάνους, και εφέραμεν αυτούς προς τον Γεροστάθην, όστις εν ονόματι όλων ημών τους επρόσφερε προς τον Ανδρέαν.
Ο Ανδρέας μετά συστολής και συγκινήσεως ευχαρίστησε τον γέροντα και όλους ημάς λαβών δε μόνον τον εκ δρυός στέφανον, είπε προς τον Γεροστάθην Ο στέφανος της φιλίας δεν ανήκει εις εμέ, αλλ' εις τον Φίλιππον· διότι, αν εγώ αισθάνωμαι φιλίαν προς αυτόν, την φιλίαν ταύτην χρεωστώ εις την καλήν καρδίαν και τον γλυκύτατον χαρακτήρα του Φιλίππου. Ο Φίλιππος είναι η πρώτη αιτία της φιλίας, ήτις μας συνδέει, και εις αυτόν επομένως ανήκει ο στέφανος της μυρσίνης.
Οι λόγοι αυτοί του Ανδρέου εις άκρον εχαροποίησαν τον Γεροστάθην· προθύμως δε επρόσφερε τον άλλον στέφανον προς τον Φίλιππον. Τοιουτοτρόπως δε ευχαριστήθη η ευγενής επιθυμία του Ανδρέου, όστις ως αληθής φίλος επεθύμει να συμμερισθή μετά του Φιλίππου του την δόξαν της ημέρας εκείνης.
Ο Γεροστάθης, αφού επήνεσε τον Ανδρέαν διά την αγαθήν του ψυχήν, επρόσθεσεν ότι η προς τον Φίλιππον διαγωγή του Ανδρέου ομοιάζει πολύ την διαγωγήν του Σωκράτους προς τον Αλκιβιάδην εις την μάχην της Ποτιδαίας, και διηγήθη τα εξής.