WeRead Powered by ReaderPub
Ο Γεροστάθης; ή Αναμνήσεις της παιδικής μου ηλικίας cover

Ο Γεροστάθης; ή Αναμνήσεις της παιδικής μου ηλικίας

Chapter 24: Η ΕΛΕΗΜΟΣΥΝΗ ΤΗΣ ΤΥΦΛΗΣ.
Open in WeRead

About This Book

The work collects a series of childhood recollections and brief episodes that combine anecdote and moral reflection. Through vignettes of household scenes, acts of charity, and family interactions, the narrator recalls youthful experiences and the influence of parents, mentors, and companions. Each episode is followed by didactic commentary on filial duty, gratitude, piety, and social virtue, frequently drawing on religious and classical authority. The tone alternates between affectionate reminiscence and explicit moralizing, and the structure moves episodically through memories that illustrate personal growth, communal obligations, and the consolations of faith.

Ο ΣΩΚΡΑΤΗΣ, Ο ΑΛΚΙΒΙΑΔΗΣ, ΚΑΙ Ο ΞΕΝΟΦΩΝ.

Ο ενάρετος Σωκράτης πολλάκις έλεγεν, ότι το πολυτιμότερον και χρησιμώτερον αφ' όσα κτήματα δύναταί τις ν' αποκτήση επί της γης είναι ειλικρινής και πιστός φίλος. Πολλάκις δε παρεκίνει τους ακροατάς του να προσπαθώσι διά της αρετής και των αγαθοεργιών των την απόκτησιν και διατήρησιν τοιούτου πολυτίμου θησαυρού.

Αλλ' ο Σωκράτης δεν ήτο εκ των πολλών εκείνων, οίτινες άλλα διδάσκουν και άλλα πράττουν. Δεν ήτο εξ εκείνων, οίτινες, κατά το ιερόν Ευαγγέλιον, θέλουν κληθή ελάχιστοι εν τη βασιλεία των ουρανών, διδάσκοντες τας εντολάς, αλλά μη φυλάττοντες αυτάς. Απ' εναντίας ο Σωκράτης ήτο εκ των μεγάλων εκείνων ανδρών, οίτινες ουχί μόνον διδάσκουν, αλλά και πράττουν το αγαθόν, και περί των οποίων ο Ιησούς είπεν «Ος δ' αν ποιήση και διδάξη, ούτος μέγας κληθήσεται.»

Τοιούτος ων ο Σωκράτης, ενίσχυε πάντοτε τας διδασκαλίας του διά του παραδείγματος και των έργων αυτού.

Όθεν και την περί φιλίας διδασκαλίαν του επεσφράγισε διά της διαγωγής του· διότι διά της πραότητος του χαρακτήρος του, διά της εναρέτου αφιλοκερδείας του, και διά των ωφελίμων συμβουλών του κατώρθωσε ν' αποκτήση φίλους πολλούς.

Μεταξύ των άλλων προσοικειώθη και τον νέον Αλκιβιάδην, όπως καταστήση αυτόν χρήσιμον εις την πατρίδα, διορθόνων τα ελαττώματα της πολυτελείας, της υπερηφανίας, της δοξομανίας, και της αστασίας, τα οποία δυστυχώς εχαρακτήριζον τον βίον του ευφυούς και ζωηρού τούτου νέου των Αθηνών.

Ότε δε οι Αθηναίοι εξεστράτευσαν εις την Ποτίδαιαν, πόλιν της Μακεδονίας, συνεξεστράτευσε και ο Σωκράτης μετά του φίλου του Αλκιβιάδου. Αμφότεροι κατά την μάχην ηνδραγάθησαν· αλλ' ο νέος Αλκιβιάδης πληγωθείς έπεσεν· οι δε εχθροί βεβαίως ήθελον αιχμαλωτίσει ή φονεύσει αυτόν, αν ο Σωκράτης γενναίως δεν διεκινδύνευε την ιδίαν αυτού ζωήν προς σωτηρίαν του φίλου του.

Καθ' ην δε ημέραν επρόκειτο να δώσωσιν οι στρατηγοί τα βραβεία της ανδρίας εις τον αριστεύσαντα κατά την μάχην ταύτην, πρώτος ο Σωκράτης εμαρτύρει υπέρ της ανδρίας του Αλκιβιάδου, όπως δοθώσιν εις τον νέον αυτόν ο στέφανος και η πανοπλία, ενώ ταύτα δικαιωματικώς εις τον Σωκράτην ανήκον. Αλλ' ο Σωκράτης επεθύμει διά της βραβεύσεως ν' αυξήση την φιλοτιμίαν και τον ζήλον του Αλκιβιάδου εις τα υπέρ πατρίδος καλά έργα· ως αληθής δε φίλος πάσαν ευτυχίαν των φίλων του ως ιδίαν αυτού ευτυχίαν εθεώρει.

Βλέπετε λοιπόν ότι η διαγωγή του Ανδρέου προς τον Φίλιππον δικαίως μ' ενθύμισε την διαγωγήν του Σωκράτους προς τον Αλκιβιάδην.

Αλλ' ο Σωκράτης και προς τον μαθητήν του Ξενοφώντα τα αυτά γενναία και φιλικά αισθήματα απέδειξεν.

Εις την μάχην, την συγκροτηθείσαν μεταξύ Αθηναίων και Βοιωτών εις το Δήλιον, πόλιν της Βοιωτίας, παρευρέθη και ο Σωκράτης μετά του Ξενοφώντος. Ότε δε οι Αθηναίοι νικηθέντες ετράπησαν εις φυγήν, καταδιωκόμενος μετά των άλλων και ο Ξενοφών έπεσεν εκ του ίππου του, και εκινδύνευε να αιχμαλωτισθή ή να φονευθή. Αλλ' ο Σωκράτης, αν και πεζός, ορμά γενναίως προς βοήθειαν του κινδυνεύοντος φίλου του, αρπάζει αυτόν επί των ώμων του, και τρέχων δρομαίως διασώζει μακράν των εχθρών τον φίλον του Ξενοφώντα.

Διά τοιούτων γενναίων έργων, διά τοιαύτης αυταπαρνήσεως, επρόσθεσεν ο Γεροστάθης, διακρίνονται οι αληθείς φίλοι. Αλλά τοιούτους φίλους σπανίως κατά δυστυχίαν μας αναφέρει η ιστορία. Εκ των σπανίων δε τούτων φίλων ήσαν και οι Θηβαίοι Επαμεινώνδας και Πελοπίδας.

Η ΦΙΛΙΑ ΤΟΥ ΕΠΑΜΕΙΝΩΝΔΟΥ ΚΑΙ ΠΕΛΟΠΙΔΟΥ.

Ο γέρων Πλούταρχος, λυπούμενος διά τας διχονοίας, τας ζηλοτυπίας, και τους φθόνους, οίτινες δυστυχώς διεχώρισαν τους πλείστους πολιτικούς και στρατιωτικούς άνδρας της αρχαίας Ελλάδος, δικαίως επαινεί και αγαλλόμενος θαυμάζει την ευγενή φιλίαν, ήτις, επ' αγαθώ των Θηβαίων, ήνωσε τον Πελοπίδαν και Επαμεινώνδαν καθ' όλην την διάρκειαν του βίου των.

Ο Πελοπίδας και ο Επαμεινώνδας, ασπασθέντες εκ νεαράς ηλικίας την αρετήν, και υπό του θείου έρωτος της πατρίδος αμφότεροι εμπνεόμενοι, δεν ηγωνίζοντο υπέρ ατομικών, αλλ' υπέρ των κοινών της πατρίδος συμφερόντων· ούτω δε ηδυνήθησαν να ζήσωσι πάντοτε φίλοι ειλικρινείς και αχώριστοι, συστρατηγοί ομονοούντες, και συνάρχοντες συμφωνότατοι· επέτυχον δε ούτω να ίδωσι την πατρίδα των ελευθέραν και ευδαίμονα, και πρώτην των Ελληνίδων πόλεων.

Διηγούνται ότι είς τινα μάχην ο Πελοπίδας, λαβών επτά πληγάς, έπεσεν εντός σωρού πληγωμένων. Αλλ' ο Επαμεινώνδας, αν και εθεώρει φονευμένον τον επτάκις ήδη πληγωθέντα Πελοπίδαν, τρέχει όμως αμέσως προς υπεράσπισιν του σώματος και των όπλων του συμπολίτου και συστρατιώτου του. Αγωνίζεται δε γενναίως, πληγόνεται και αυτός εις μεν το στήθος διά λόγχης, εις δε τον βραχίονα διά ξίφους, αλλ' επιμένει, και επί τέλους σώζει ουχί μόνον το σώμα και τα όπλα, αλλά και αυτήν την ζωήν του ενδόξου Πελοπίδου.

Τινές λέγουσιν ότι το περιστατικόν τούτο έδωκεν αφορμήν εις την παραδειγματικήν φιλίαν των δύο τούτων μεγάλων ανδρών. Αλλά το βέβαιον είναι ότι, αν αμφότεροι δεν είχαν καρδίας εναρέτους και ευγενείς, και υπό αληθούς φιλοπατρίας φλογιζομένας, ούτε ο Επαμεινώνδας ήθελε διακινδυνεύσει γενναίως υπέρ του Πελοπίδου, ούτε ο Πελοπίδας ήθελεν αναφανή φίλος σταθερός και ειλικρινής του μεγάλου Επαμεινώνδου.

Εις τους μυθικούς και ηρωικούς χρόνους της αρχαίας Ελλάδος, μας είπεν ο Γεροστάθης, αναφέρονται παραδείγματα φίλων πιστών συχνότερα παρά εις την μεταγενεστέραν ιστορικήν εποχήν της Ελλάδος. Εκ τούτου δε εσυμπέρανεν ότι όσον τα ήθη φθείρονται, τόσω σπανιώτερον αποκαθίσταται το ωραίον φαινόμενον της αληθούς φιλίας.

Εις τους αρχαιοτάτους χρόνους της Ελλάδος ως ζεύγη παραδειγματικής φιλίας μνημονεύονται ο Κάστωρ και ο Πολυδεύκης, ο Θησεύς και ο Πειρίθους, ο Αχιλλεύς και ο Πάτροκλος, ο Ορέστης και ο Πυλάδης.

Η δε Ελληνική ιστορία ως παραδειγματικήν αναφέρει και την φιλίαν, ήτις ήνωσε τον Δάμωνα μετά του Φιντίου· και περί αυτών μας διηγήθη τα εξής.

ΔΑΜΩΝ ΚΑΙ ΦΙΝΤΙΑΣ.

Ο Δάμων και ο Φιντίας ήσαν μαθηταί της Πυθαγορικής Σχολής· έζων δε εις τας Συρακούσας, πρωτεύουσαν της νήσου Σικελίας.

Ο Φιντίας, κατηγορηθείς ως ένοχος συνωμοσίας κατά του Διονυσίου, τυράννου των Συρακουσών, κατεδικάσθη εις την ποινήν του θανάτου. Αλλ' έχων ανάγκην να διαθέση τα οικογενειακά του συμφέροντα, εζήτησε την άδειαν παρά του Διονυσίου ν' απομακρυνθή επί τινας ημέρας των Συρακουσών προς επίσκεψιν της οικογενείας του. Υπεσχέθη δε να παρουσιάση αντ' αυτού άλλον εις το δεσμωτήριον, αναδεχόμενον να θανατωθή, αν αυτός κατά την προσδιορισθησομένην ημέραν δεν ήθελεν εμφανισθή.

Ο τύραννος, του οποίου η καρδία δεν εγνώριζεν ειμή το αίσθημα του εγωισμού και του φόβου, ήτο πεπεισμένος ότι τοιούτον εγγυητήν ήτο αδύνατον να εύρη ο Φιντίας· επί τη πεποιθήσει δε ταύτη είπεν ότι τω παραχωρεί την ζητηθείσαν άδειαν, αν παρουσιάση άλλον αναδεχόμενον την καταδίκην εν ελλείψει αυτού.

Μεγίστη δε υπήρξε του Διονυσίου η έκπληξις, ότε είδε παρουσιαζόμενον εις το δεσμωτήριον τον Δάμωνα, προθύμως αναδεχόμενον την θέσιν του φίλου του.

Ο Φιντίας επομένως αποφυλακίζεται, και ελεύθερος αναχωρεί προς αντάμωσιν της οικογενείας του· τα δε δεσμά του ευχαρίστως αναλαμβάνει ο φίλος του Δάμων.

Αλλ' η προσδιορισμένη διά την εκτέλεσιν της θανατικής ποινής ημέρα φθάνει, και ο Φιντίας δεν φαίνεται. Όθεν, ότε η ώρα της εκτελέσεως επλησίασεν, αντί του Φιντίου, απάγεται ο Δάμων σιδηροδέσμιος εις τον τόπον της καταδίκης.

Όλος ο λαός τον Συρακουσών αγανακτεί τότε και φρυάττει κατά της αισχράς προδοσίας του Φιντίου, βλέπων τον πέλεκυν του δημίου έτοιμον ήδη να πέση επί του αθώου τραχήλου του Δάμωνος. Ο δε τύραννος σαρκαστικώς μειδιά, εμπαίζων και την μωρίαν του Δάμωνος και την ψευδοφιλίαν του Φιντίου.

Μόνος ο Δάμων ατάραχος και φαιδρός βλέπει πλησιάζουσαν την στιγμήν, καθ' ην διά της ιδικής του ζωής ήλπιζε να σώση την ζωήν του φίλου του· αλλ' η χαρά του δεν ήτο πλήρης, διότι, γνωρίζων καλώς την αρετήν του Φιντίου, από στιγμής εις στιγμήν επερίμενε την εμφάνισίν του.

Επί τέλους ο δήμιος ετοιμάζεται, και λαμβάνει ανά χείρας τον πέλεκυν, η δε τρομερά στιγμή επίκειται, ότε εξαίφνης κραυγαί θορυβώδεις ακούονται, λέγουσαι — Ο Φιντίας! ο Φιντίας! Συγχρόνως δε ασθμαίνων και δρομαίος διασχίζει ο Φιντίας τα πλήθη, και μετά δακρύων πίπτει εις τας αγκάλας του φίλου του Δάμωνος, και ζητεί να λάβη την θέσιν του υπό τον πέλεκυν του δημίου αλλ' ο Δάμων διαφιλονεικεί την θέσιν ταύτην ως ανήκουσαν ήδη εις αυτόν. Ο Φιντίας τότε επαναλαμβάνει ζωηρότερον την απαίτησίν του, ο δε Δάμων επιμένει σταθερώς εις την άρνησίν του.

Έκθαμβοι και δακρυρροούντες θεωρούν πάντες το μέγα και υψηλόν τούτο θέαμα της περί θανάτου πάλης των δύο φίλων. Και αυτός δε ο σκληροκάρδιος τύραννος συγκινείται επί τέλους, και θαυμάζει το ύψος και το μεγαλείον της αληθούς φιλίας, της οποίας την δύναμιν ουδέποτε είχεν αισθανθή, ουδέποτε είχε φαντασθή. Αναγκάζεται λοιπόν να σεβασθή την ύπαρξιν τοιούτου ιερού δεσμού, τον οποίον ο πέλεκυς του δημίου του επρόκειτο να διαρρήξη, και επομένως χαρίζων την ζωήν εις τον Φιντίαν, και τον Φιντίαν εις τον Δάμωνα, καταπαύει την ευγενή των πάλην, και ζητεί ως χάριν να συμπαραλάβωσι του λοιπού και αυτόν εντός του ιερού δεσμού της φιλίας των, ήτις απετέλει τας δύο εναρέτους ψυχάε των ψυχήν μίαν εντός δύο σωμάτων.

Το ανωτέρω διήγημα εις άκρον ευηρέστησε τας νεανικάς μας καρδίας· έκτοτε δε έκαστος ημών θερμώς επεθύμησε ν' αποκτήση, ει δυνατόν, φίλον αληθή ως τον Σωκράτην, τον Επαμεινώνδαν, ή τον Δάμωνα.

Πολλάκις δε ηκούσαμεν παρά του Γεροστάθου και τα εξής περί φιλίας.

«Είναι ανάξιος φιλίας όστις αλλάζει τους φίλους του συχνά ως τα υποκάμισά του.

Πριν συνδέσης μετά τινος φιλικάς σχέσεις, σπούδασον μετά προσοχής τας διαθέσεις αυτού, ίνα μη, αντί φίλου αληθούς, αποκτήσης ιδιοτελή τινα κόλακα, ή κακοήθη σύντροφον.

Βραδέως μεν απόκτα φίλον, αλλ' η φιλία σου ας διαμένη σταθερά και διαρκής.

Εις τας δυστυχίας των φίλων των δοκιμάζονται οι αληθείς φίλοι.

Τίμα την περιουσίαν σου, ίνα βοηθήσης φίλον δυστυχούντα.»

Εις τον Γεροστάθην δε οφείλω και τον ακόλουθον περί φιλίας αληθέστατον στίχον,

    «Δώρον Θεού πολύτιμος είν' η πιστή φιλία·
    Εις τους χαζούς δεν δίδεται τοιαύτη ευτυχία.»

ΗΔΟΝΗ ΓΛΥΚΥΤΑΤΗ.

    «Ακολουθεί ελευθεριότητι
    η φιλανθρωπία και το
    ελεητικόν είναι.»
        (Αριστοτέλους.)

ΑΥΓΗΝ τινα του Μαΐου επρόκειτο ο Γεροστάθης να μας οδηγήση εις πλησιόχωρον εξοχήν, γέμουσαν αγρίων τριανταφύλλων. Πάντες δε κατά την ωρισμένην ώραν ήμεθα παρόντες εις την οικίαν του, εκτός του συμμαθητού μας Πέτρου, όστις δεν εφαίνετο.

— Παράδοξος η αργοπορία του Πέτρου, είπεν ο γέρων. Αυτός εγείρεται πάντοτε τόσον ενωρίς, ώστε είναι και ο υγιέστερος του σχολείου. Αλλά σήμερον φαίνεται τον εγέλασεν ο δόλιος ύπνος της ανοίξεως. Εντούτοις ας υπάγωμεν, και διαβαίνοντες από την κατοικίαν του τον εξυπνούμεν, και τον υπενθυμίζομεν ότι ο πολύς και μάλιστα ο πρωινός ύπνος χαυνόνει και το σώμα και τον νουν.

Εξήλθομεν λοιπόν διευθυνόμενοι εις την οικίαν του Πέτρου· αλλά, διαβαίνοντες έμπροσθεν της Εκκλησίας, παρετηρήσαμεν ότι η θύρα της ήτο ημίκλειστος· συγχρόνως δε ηκούσαμεν την φωνήν του Πέτρου. Πλησιάσαντες τότε εν σιωπή και ησυχία περί την θύραν, διεκρίναμεν ότι ο Πέτρος εδίδασκέ τινα να συλλαβίζη. Ο Γεροστάθης, αφού χαμογελών ηκροάσθη ολίγον την διδασκαλίαν του Πέτρου, έσπρωξε την θύραν και εισήλθε παρακολουθούμενος παρ' ημών.

Ο Πέτρος έκλεισε τεταραγμένος την οποίαν εκράτει φυλλάδα, εσηκώθη, και μετά συστολής εζήτησε συγχώρησιν διότι εβράδυνε να έλθη, μη εννοήσας ότι παρήλθεν η ώρα.

— Και ημείς, είπεν ο Γεροστάθης, ενομίζομεν ότι ακόμη κοιμάσαι.

— Όχι, απεκρίθη, είμαι έξυπνος προ δύο ωρών. Πλησίον δε του Πέτρου ίστατο μικρόν παιδίον, του οποίου η φυσιογνωμία δεν μας ήτο άγνωστος.

 — Και ποίον είναι αυτό το καλόν παιδίον; ηρώτησεν ο
Γεροστάθης.

Ο δε Πέτρος απήντησε

— Δεν ενθυμείσθε τον Κώσταν, όστις έσωσε τον Αρτινόν Θεόδωρον, ότε έπεσεν εντός του χάνδακος και εχώθη, εις την λάσπην ;

Ήτο τω όντι πολύ δύσκολον ν' αναγνωρίσωμεν τον μικρόν Κώσταν, διότι, καθ' ην ημέραν τον είχομεν ιδεί κλαίοντα και ακολουθούντα το υπερήφανον αρχοντόπουλον, είχε και το πρόσωπον και το σώμα του καταλασπωμένα, γυμνούς τους πόδας, ενδύματα δε ρυπαρά και εσχισμένα· ενώ ο μικρός μαθητής του Πέτρου ήτο ήδη καθ' όλα καθαρώτατος· ούτε ανυπόδητος ήτο πλέον, αλλ' ούτε ρακενδύτης.

Εξήλθομεν εντούτοις εκ της Εκκλησίας και επροχωρήσαμεν προς την εξοχήν· διαφόρους δε καθ' οδόν ερωτήσεις περί του Κώστα απηύθυνεν ο Γεροστάθης προς τον Πέτρον· θέλω δε διηγηθή εν περιλήψει το εξαγόμενον της συνομιλίας των.

Ο ΠΕΤΡΟΣ ΚΑΙ Ο ΠΤΩΧΟΣ ΜΑΘΗΤΗΣ ΤΟΥ.

Ανέφερα προηγουμένως την μεταξύ του υπερηφάνου Θεοδώρου και του πτωχού Κώστα σκηνήν, καθ' ην, ενώ ο Θεόδωρος ουχί μόνον εξύβρισε βαρβαρικώς τον Κώσταν, αλλά και να τον ξυλοκοπήσει ηθέλησεν, ο Κώστας, άμα ιδών αυτόν πεσόντα και κινδυνεύοντα εντός της λάσπης, αμέσως έτρεξε προς βοήθειάν του, και να τον σώση κατώρθωσεν.

Η χριστιανική αύτη διαγωγή του μικρού Κώστα, και η αφέλεια, με την οποίαν εβεβαίωσε τότε τον Γεροστάθην ότι κατά συμβουλήν της μητρός του ποτέ δεν λέγει ψεύματα, επέσυραν την προς αυτόν συμπάθειαν του αγαθού Πέτρου.

Άμα λοιπόν ακούσας ότι ο πτωχός Κώστας δεν είχεν άλλα ενδύματα, εκτός των λασπωμένων και εσχισμένων, τα οποία εφόρει, ωδήγησεν αυτόν ο Πέτρος εις την οικίαν του, και παρεκάλεσε τους καλούς του γονείς να δώσωσιν εις τον Κώσταν τινά εκ των ιδικών του ενδυμάτων.

Οι γονείς του ευσπλαχνικού Πέτρου προθύμως εισήκουσαν την παράκλησίν του. Ο δε Πέτρος, αφού εφρόντισε να νιφθή ο Κώστας, τον ενέδυσε τα καθαρά του φορέματα, τω εσύστησε στενώς την καθαριότητα, τω έδωκε και έν ψωμίον με την άδειαν του πατρός του, και ακολούθως συνώδευσεν αυτόν εις την πτωχικήν του καλύβην.

Η καλή μήτηρ του Κώστα, ιδούσα τον υιόν της ούτω μεταμορφωμένον, και μαθούσα παρ' αυτού τα διατρέξαντα, έχυσε δάκρυα χαράς και ευγνωμοσύνης· ευχαρίστησε τον Ύψιστον, και ευχήθη παν αγαθόν και πάσαν ευτυχίαν εις τον καλόν Πέτρον. Τα δε μικρά της παιδία, άμα ιδόντα τον Κώσταν κρατούντα το ψωμίον, περιεκύκλωσαν πηδώντα και χαίροντα τον αδελφόν των, και τω εζήτουν ανά έν τεμάχιον.

— Ποτέ, έλεγεν ο Πέτρος, η καρδία μου δεν ησθάνθη ηδονήν γλυκυτέραν από το γλυκύτατον και ηδονικώτατον αίσθημα, το οποίον μοι επροξένησεν η διαγωγή μου της ημέρας εκείνης.

Επιστρέψας ο Πέτρος εις την οικίαν του, διηγήθη εις την μητέρα και τον πατέρα του την κατανυκτικήν σκηνήν της καλύβης, την αγαθότητα της πτωχής γυναικός, τας εγκαρδίους ευχάς και ευλογίας της, τα δάκρυα της ευγνωμοσύνης της, και την ζωηράν χαράν των πειναλέων τέκνων της, ότε είδον τον Κώσταν φέροντα το ψωμίον.

Ακολούθως δε παρεκάλεσε τους γονείς του να στέλλωσι δι' αυτού καθ' ημέραν εις την μητέρα του Κώστα έν ψωμίον, υποσχόμενος ότι αυτός θέλει τρώγει εις το εξής ολιγώτερον, και ότι συγχρόνως θέλει προσέχει τα ενδύματά του περισσότερον, όπως οικονομώσι τοιουτοτρόπως οι γονείς του το ψωμίον της πτωχής οικογενείας.

Ο αγαθός ιερεύς και η φιλάνθρωπος σύζυγός του συνεκινήθησαν, κατεφίλησαν αυτόν, και τω υπεσχέθησαν το ζητηθέν ψωμίον.

Αλλ' η αγαθή καρδία του Πέτρου δεν υπέφερε να βλέπη τον Κώσταν αργόν και αγράμματον. Όθεν επρότεινεν εις αυτόν ότι αναδέχεται ευχαρίστως να τον μάθη ν' αναγινώσκη και να γράφη, αν και εκείνος ανεδέχετο να βοηθή τακτικώς τον κανδυλανάπτην εις την καθαριότητα της Εκκλησίας και εις τα λοιπά έργα αυτού.

Ο Κώστας προθύμως εδέχθη και επραγματοποίησε την πρότασιν ταύτην. Έκτοτε δε τακτικώτατα και μετά του κανδυλανάπτου ειργάζετο εις τα της Εκκλησίας, και εις τον νάρθηκα καθ' εκάστην αυγήν υπό του Πέτρου εδιδάσκετο. Ουδείς δ' εγνώριζε την μυστικήν ταύτην ελεημοσύνην του Πέτρου, μέχρις ου τυχαίως μετά του Γεροστάθου ανεκαλύψαμεν αυτήν κατά την ημέραν εκείνην.

Η τοιαύτη προς τον Κώσταν και την οικογένειάν του διαγωγή του Πέτρου εις άκρον ευχαρίστησε τον φιλάνθρωπον Γεροστάθην και ημείς δε έκτοτε εδιπλασιάσαμεν την προς τον αγαθόν Πέτρον αγάπην μας· επεριμένομεν δε ανυπομόνως να παρουσιασθή περίστασις κατάλληλος, όπως μιμηθώμεν το καλόν παράδειγμα, το οποίον ο Πέτρος μας έδωκεν.

Ο Γεροστάθης εν τούτοις επήνεσε τον Πέτρον διά τα ελεήμονα αισθήματά του, και τον εβεβαίωσεν ότι, αν εξακολουθήση να έχη πάντοτε την αυτήν προς τους πτωχούς ευσπλαχνικήν διάθεσιν, θέλει αποκατασταθή άνθρωπος τέλειος.

Ιδού δε, μας είπε, ποίον ο Ιησούς θεωρεί άνθρωπον τέλειον.

— Ο ΚΑΤΑ ΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΝ ΤΕΛΕΙΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ.

Ημέραν τινά, κατά τον ευαγγελιστήν Ματθαίον, παιδία ωδηγήθησαν εις τον Ιησούν, όπως ευλογήση αυτά. Ο Ιησούς ευλογήσας αυτά είπεν «ότι των τοιούτων είναι η βασιλεία των ουρανών,» διότι αι καρδίαι των παιδίων είναι καθαραί και αμίαντοι από τας κακίας και τα πάθη, και επομένως άξιαι της θείας αγάπης.

Κατά την αυτήν ημέραν παρουσιάσθη και νεανίσκος, όστις ηρώτησε τον Ιησούν — Τι αγαθόν να πράξω διά να έχω ζωήν αιώνιον;

Ο δε Ιησούς τω απήντησεν — Εάν θέλης να εισέλθης εις την αιώνιον ζωήν, φύλαξον τας εντολάς του Θεού.

 — Όλας εκ νεότητός μου εφύλαξα, απεκρίθη ο νέος, τι άλλο λοιπόν
μοι μένει;

Και ο Ιησούς απεκρίθη — Εάν θέλης να γίνης τέλειος, ύπαγε πώλησον τα υπάρχοντά σον, και δος εις τους πτωχούς, και αντί των επιγείων αυτών υπαρχόντων θέλεις αποχτήσει θησαυρόν αιώνιον και άφθαρτον εις τους ουρανούς.

Βοηθούντες λοιπόν τους πτωχούς, ουχί μόνον αισθανόμεθα ηδονήν γλυκυτάτην, αλλά και τέλειοι γινόμεθα, διότι διά της ελεημοσύνης αποκτώμεν θησαυρόν αιώνιον, ο δε θησαυρός ούτος είναι η Θεία αγάπη, το Θείον έλεος.

Δανείζει Θεώ ο ελεών πτωχόν είπεν ο σοφός Σολομών·_ ο δε Ιησούς μας λέγει Μακάριοι οι ελεήμονες ότι αυτοί ελεηθήσονται. Όλον δε τον επί της γης βίον του διήλθεν ο Ιησούς ελεών και αγαθοποιών τους πτωχούς, τους πάσχοντας, τους ασθενείς, όπως και διά του παραδείγματός του μας διδάξη την προς τον πλησίον αγάπην και ελεημοσύνην.

Τινές νομίζουν ότι απαιτείται να ήναί τις πλούσιος διά να ήναι και ελεήμων. Αλλ' η τοιαύτη ιδέα είναι εσφαλμένη. Οι πλούσιοι, έχοντες περισσότερα μέσα, έπρεπε βεβαίως να ενεργώσι και περισσοτέρας ελεημοσύνας, ενώ αυτοί συνήθως κάμνουν τας ολιγωτέρας· διότι ο πλούτος, καθώς και άλλοτε σάς είπον, ως επί το πλείστον σκληρύνει την καρδίαν. Όσον ολιγώτερον δε πλούσιος είναι τις, και όσον πλησιέστερα εις την πτωχείαν ευρίσκεται, τόσω ευκολώτερον αισθάνεται τα δεινά της ενδείας, τόσω δε επιρρεπεστέρα εις την ελεημοσύνην καθίσταται η καρδία του.

Ο Πέτρος βεβαίως δεν είναι πλούσιος, αλλά κατώρθωσε να περιθάλψη ολόκληρον πτωχήν οικογένειαν διά της φιλανθρώπου και ελεήμονος καρδίας του. Η ελεημοσύνη δεν ενεργείται μόνον διά του χρήματος, του διδομένου εις τον πτωχόν. Πολλάκις μία συμβουλή ωφέλιμος, μία καλή διάθεσις, μία σύστασις, μία φροντίς φιλάνθρωπος, μία διδασκαλία, έν εργόχειρον, είναι ελεημοσύναι πολύτιμοι, μη απαιτούσαι πλούτη και χρηματικάς θυσίας, αλλά μόνον χριστιανικήν ευαίσθητον καρδίαν.

Αν μόνον οι πλούσιοι ηδύναντο να ελεώσιν, ο Θεός δεν ήθελεν επιβάλλει την ελεημοσύνην ως γενικόν χρέος παντός χριστιανού, είτε πλουσίου, είτε πτωχού.

Τότε ο Γεροστάθης διηγήθη το εξής Αγγλικόν ανέκδοτον, διά να μας δείξη πόσον φιλελεήμων είναι η ψυχή των πτωχών.

Η ΕΛΕΗΜΟΣΥΝΗ ΤΗΣ ΤΥΦΛΗΣ.

Είς τινα πόλιν της Αγγλίας, εις την οποίαν ο αριθμός των πτωχών είχε πλεονάσει, ο ιερεύς ωμίλησεν επ' άμβωνος περί ελεημοσύνης, και παρεκίνησε τους ακροατάς του να συνεισφέρωσιν έκαστος κατά δύναμιν προς περίθαλψιν των δυστυχούντων.

Μετά την διδαχήν πολλοί προσήλθον εις τον ιερέα, προσφέροντες τον οβολόν της ελεημοσύνης των. Μεταξύ αυτών παρετήρησεν ο ιερεύς νεανίδα τυφλήν, πτωχικώς ενδεδυμένην, οδηγηθείσαν πλησίον του, και προσφέρουσαν ποσόν ανώτερον παντός άλλου.

— Όχι, κόρη μου, τη είπεν ο ιερεύς, είσαι πτωχή και αόμματος· η προσφορά σου είναι μεγάλη· δεν δέχομαι παρά το ήμισυ αυτής.

— Είναι αληθές, πάτερ, απήντησεν η νεάνις, είμαι τυφλή εκ γενετής, αλλά πτωχή τώρα δεν είμαι. Εις το κατάστημα των τυφλών έμαθον να πλέκω καλάθια, και ήδη διά της εργασίας απολαμβάνω τα αναγκαία μου. Η προσφορά μου είναι η εκ του λύχνου οικονομία μου. Παρακαλώ λοιπόν, δέχθητι αυτήν. Γνωρίζω τι εστι πτώχεια. Πριν έμβω εις το κατάστημα, εγύριζον νυχθημερόν ζητεύουσα· ενθυμούμαι δε κάλλιστα και τας περιφρονήσεις των διαβατών, και τους πικρούς των λόγους, και τας ψυχράς νύκτας, τας οποίας ημίγυμνος και ανυπόδητος, τρέμουσα και πεινώσα, διήλθον άυπνος εις τας δημοσίους οδούς. Η καρδία μου κλαίει οσάκις περί πτωχών ακούω, παρηγορείται δε και ευφραίνεται οσάκις δύναμαι να τοις προσφέρω μικράν βοήθειαν.

Άπαντες εθαύμασαν την χριστιανικήν αρετήν της τυφλής νεανίδος, ο δε ιερεύς εν τω μέσω του γενικού θαυμασμού εφώναξεν — Ιδού, φίλτατοι αδελφοί, διατί ο Ιησούς μας είπεν ότι των πτωχών εστίν η βασιλεία των Ουρανών!

Το παράδειγμα της αομμάτου κόρης, και οι κατανυκτικοί προς τον ιερέα λόγοι της διήγειραν τα συμπαθητικά αισθήματα των παρευρεθέντων, ώστε αμέσως αι συνεισφοραί επολλαπλασιάσθησαν, και οι πτωχοί της πόλεως εξοικονομηθέντες ηυλόγουν τους ευεργέτας των, επί κεφαλής δε αυτών την τυφλήν νεανίδα.

Αι εφημερίδες εξύμνησαν την φιλελεήμονα καλαθοποιόν. Πανταχόθεν δε συνέρρεον εις την κατοικίαν της όπως την γνωρίσωσι και προσωπικώς, αγοράσωσι δε και καλάθιόν τι εκ των χειρών της.

Τοιουτοτρόπως η ελεήμων τυφλή ουχί μόνον εις την μέλλουσαν, αλλά και εις την παρούσαν ζωήν πλουσιοπαρόχως ελεήθη παρά του Υψίστου· διότι τιμωμένη και αγαπωμένη παρά πάντων έζησεν εν ανέσει, εξακολουθούσα πάντοτε διά της ελεημοσύνης να παρηγορή τους πτωχούς, να ηδύνη την ψυχήν της, και να ευαρεστή τον πλάστην της.

Μετά την διήγησιν ταύτην ο Αθανάσιος είπε προς τον γέροντα — Άλλοτε, νομίζω, μας είπετε ότι δίδοντες ελεημοσύνην ενθαρρύνομεν την αργίαν και την οκνηρίαν.

Ο δε Γεροστάθης απήντησεν — Οσάκις τις καταφεύγη εις την ζητείαν ως εκ της αργίας και οκνηρίας του, βεβαίως είναι ανάξιος ελεημοσύνης.

Ο τρέφων τους αργούς και οκνηρούς δεν ελεεί, αλλ' αμαρτάνει, παραβιάζων την παραγγελίαν του Αποστόλου Παύλου, κατά τον οποίον «οι μη βουλόμενοι εργάζεσθαι μη εσθιέτωσαν.»

Ελεημοσύνη διδομένη εις τους οκνηρούς είναι άδικος ζημία των αληθώς αξίων ελεημοσύνης.

Η μόνη κατάλληλος προς τους αργούς ελεημοσύνη είναι η προς αυτούς χορήγησις, ουχί χρημάτων ή τροφής, αλλ' εργασίας, όπως δι' αυτής κερδίζωσι τα προς το ζην.

Αλλ' είναι και πολλοί πτωχοί, οίτινες, αν και εργάζωνται επιμελώς, δεν επαρκούν οι δυστυχείς εις τα έξοδα των οικογενειών των. Υπάρχουν και άλλοι, οίτινες ως εκ του γήρατος, ή της ασθενούς ή αναπήρου σωματικής καταστάσεώς των είναι φυσικώς ανίκανοι προς εργασίαν. Οι τοιούτοι αναντιρρήτως είναι άξιοι συμπαθείας και περιθάλψεως.

Αυτά μ' έλεγε φίλος μου ιερεύς της Μόσχας, του οποίου τας αξιομιμήτους ελεημοσύνας ευχαρίστως θέλω σας διηγηθή.

Ο ΙΕΡΕΥΣ ΤΗΣ ΜΟΣΧΑΣ.

Εις την Μόσχαν της Ρωσσίας εγνώρισα ιερέα σεβάσμιον διά την χριστιανικήν αρετήν και παιδείαν του, διακρινόμενον δε ιδίως διά την ελεήμονα ψυχήν του.

Ποτέ πτωχός άξιος ελέους δεν παρουσιάσθη ενώπιον του εναρέτου εκείνου ιερέως χωρίς να ελεηθή.

Οι παρηγορητικοί μάλιστα λόγοι, αι χριστιανικαί συμβουλαί, μετά των οποίων συνώδευε τας ελεημοσύνας του, εδιπλασίαζον την αξίαν αυτών.

Αλλ' οσάκις πτωχός, δυνάμενος οπωσδήποτε να εργασθή, παρουσιάζετο ζητών ελεημοσύνην, — Διατί δεν εργάζεσαι; ήσαν οι πρώτοι λόγοι του ιερέως. Μετ' αυτούς δε αμέσως επρόσθετεν — ο δυνάμενος και μη θέλων να εργασθή είναι ανάξιος ελεημοσύνης.

— Δεν ευρίσκω εργασίαν, ήτο η πρόχειρος απάντησις των πτωχών. — Λοιπόν, τοις έλεγε τότε, αντί να σοι δώσω ελεημοσύνην, πρέπει να σοι εύρω εργασίαν, όπως διά του κόπου και του ιδρώτος του προσώπου σου κερδήσης και φάγης τον άρτον σου. Επομένως άλλους μεν παρήγγελλε να σχίζωσι ξύλα, άλλους να σπάνωσι πέτρας, άλλους να μεταφέρωσιν ύδωρ, άλλους ν' ανοίγωσιν αύλακας, άλλους να κόπτωσι ξηρά δένδρα, και μετά τας εργασίας των ταύτας πλουσιοπαρόχως αντήμειβε τους κόπους αυτών.

Ημέραν τινά, ενθυμούμαι, μη έχων πρόχειρον εργασίαν να δώση αντί ελεημοσύνης εις πτωχόν υγιά και δυνάμενο να εργασθή, παρήγγειλεν αυτόν να μεταφέρη από την μίαν γωνίαν της αυλής του εις την άλλην σωρόν καυσίμων ξύλων.

Αφού ο πτωχός μετέφερε τα ξύλα και έλαβε παρά του ιερέως ως ανταμοιβήν του κόπου του έν ρούβλιον, ηρώτησεν αυτόν αν έχη και άλλην εργασίαν να τω δώση· Ο δε αγαθός ιερεύς μη έχων εργασίαν, αλλ' επιθυμών να ενισχύση την εργατικήν διάθεσιν του πτωχού, διέταξεν αυτόν, επί λόγω ότι μετενόησε διά την μεταφοράν των ξύλων του, να επαναφέρη αυτά εις την προτέραν των θέσιν· και μετά την δευτέραν αυτήν μεταφοράν έδωκε και δεύτερον ρούβλιον εις τον πτωχόν.

Αλλά δεν περιωρίζετο ο ενάρετος ιερεύς εις τας τοιαύτας εφημέρους και διαβατικάς ελεημοσύνας. Ιδίως εφρόντιζε να ευρίσκη μονίμους και διαρκείς εργασίας προς αποκατάστασιν των πτωχών.

Ο Γεροστάθης τότε επρόσθεσεν ότι, εάν οι κάτοικοι των πόλεων, των κωμοπόλεων, και των χωρίων εμιμούντο το χριστιανικόν παράδειγμα του ιερέως της Μόσχας, ο αριθμός των πτωχών, των επαιτών, των αργών ήθελε βεβαίως σμικρυνθή ουσιωδώς, και το κοινωνικόν σώμα ήθελεν απαλλαγή από αυτάς τας επικινδύνους πληγάς του.

Προς αποφυγήν δε και θεραπείαν των κοινωνικών αυτών πληγών, μας είπεν, ότι εις τα πεπολιτισμένα έθνη οι εύποροι πολίται συνεισφέρουν και συσταίνουν νοσοκομεία προς νοσήλευσιν των ασθενών, πτωχοκομεία προς περίθαλψιν και ενασχόλησιν των απόρων, ορφανοτροφεία, καταστήματα διανέμοντα τροφήν εις ενδεείς οικογενείας, καταστήματα των τυφλών και αλάλων, γεροντοκομεία, εργοστάσια των πτωχών, και άλλα τοιαύτα θεάρεστα καταστήματα.

Αλλ' επειδή ο λόγος περί ελεημοσύνης, επρόσθεσεν ο γέρων, δεν πρέπει να λησμονήσωμεν και τον προπάτορα ημών, τον ένδοξον και ελεήμονα Κίμωνα.

Η ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΤΗΣ ΤΟΥ ΚΙΜΩΝΟΣ.

Αφού ο Μιλτιάδης εις τον Μαραθώνα, ο Θεμιστοκλής εις την Σαλαμίνα, και ο Αριστείδης εις τας Πλαταιάς απέκρουσαν τους εισβαλόντας εις την Ελλάδα βαρβάρους, ανεφάνη εις τας Αθήνας ο Κίμων, όστις συνήνωσεν εις εαυτόν και την στρατηγικήν ικανότητα του πατρός του Μιλτιάδου, και την πολιτικήν φρόνησιν του Θεμιστοκλέους, και την αρετήν του Αριστείδου.

Ο Κίμων, τον οποίον περιγράφουν ευειδή το πρόσωπον, υψηλού αναστήματος, και με κόμην μακράν και ούλην, είχε χαρακτήρα γλυκύτατον, διάθεσιν ευεργετικήν, και ένθερμον φιλοπατρίαν.

Εις τας εκβολάς του Ευρυμέδοντος, ποταμού της μικράς Ασίας, μετά την ναυμαχίαν της Σαλαμίνος εντός μιας και της αυτής ημέρας, και τα λείψανα του μεγάλου Περσικού στόλου κατέστρεψε, κυριεύσας διακόσια εχθρικά πλοία, και τα λείψανα του Περσικού στρατού εξωλόθρευσεν, αποβιβάσας αυθημερόν εις την ξηράν τα στρατεύματά του.

Η διπλή αύτη νίκη του Κίμωνος δικαίως εθεωρήθη λαμπροτέρα και της εν Σαλαμίνι ναυμαχίας και της πεζομαχίας των Πλαταιών.

Εκ των αλλεπαλλήλων δε κατά των βαρβάρων νικών του απέκτησεν, ουχί δι' εαυτόν, αλλ' επ' αγαθώ της πατρίδος και των συμπολιτών του, χρήματα ικανά, διά των οποίων και το νότιον τείχος της Ακροπόλεως κατετεφύτευσε, και την Αγοράν φιλοκάλως με πλατάνους κατεφύτευσε, και την Ακαδημίαν με ύδατα και συσκίους περιπάτους κατεστόλισε.

Πρώτος δε αυτός εις τας Αθήνας ανεφάνη προστάτης των ωραίων τεχνών, αίτινες, οσάκις συνειθίζωσι τα αισθητήρια και την ψυχήν εις το αίσθημα του υψηλού και αληθώς ωραίου, εξημερόνουν και εξωραΐζουν και τον νουν και την καρδίαν των εθνών.

Ουδέποτε ο Κίμων ηθέλησε ν' αποκτήση αδίκως χρήματα· όσα δε απέκτησε, τα απέκτησε διά να τα μεταχειρίζηται· τα μετεχειρίζετο δε διά να τιμάται, ευεργετών τους συμπολίτας του. «Κτάσθαι μεν τα χρήματα ως χρώτο, χρήσθαι δε ως τιμώτο,» δικαίως έλεγε περί αυτού Γοργίας ο Λεοντίνος.

Εκ νεότητός του εγεύθη την πικρίαν της πτωχείας, διότι και τον πατέρα του Μιλτιάδην είδε ν' αποθάνη εν τη φυλακή, μη έχοντα ως εκ της εντίμου πενίας του να πληρώση πεντήκοντα τάλαντα, εις τα οποία είχε καταδικασθή, και αυτός, ων ενδεής, ηναγκάσθη να διαδεχθή εις την φυλακήν τον αποθανόντα πατέρα του, μέχρις ου ο γαμβρός του Καλλίας τον ηλευθέρωσε, πληρώσας αντ' αυτού το πατρικόν του χρέος.

Τα παθήματα ταύτα αφ' ενός, και η γλυκύτης της προς αυτόν ευεργεσίας του Καλλίου αφ' ετέρου ήνοιξαν την θύραν της ελεημοσύνης εις την ευαίσθητον καρδίαν του νέου Κίμωνος.

Όθεν και τους αγρούς και τους κήπους του είχεν ανοικτούς εις τε τους συμπολίτας του και τους ξένους, όπως οι πτωχοί ελευθέρως λαμβάνωσιν εκ των καρπών και οπωρικών του· και καθ' ημέραν εις τον οίκον του είχε δείπνον λιτόν μεν, αλλ' άφθονον, όστις δε των πτωχών συνδημοτών του ήθελεν, ελευθέρως εισήρχετο και ανεξόδως εδείπνει.

Οσάκις δε εξήρχετο της οικίας του συνωδεύετο υπό υπηρετών, δι' αυτών δε και ενδύματα εχορήγει εις τους ρακενδύτας γέροντας, και χρήματα σιωπηλώς αλλά γενναίως διένειμεν εις τους αναξιοπαθούντας συμπολίτας του.

Τοιούτος ήτο ο Κίμων, ώστε δικαίως ο Πλούταρχος, θαυμάζων και επαινών την ελευθεριότητα του ανδρός, λέγει ότι διά των αγαθοεργιών του επανέφερεν εις τας Αθήνας τον μυθολογούμενον χρυσούν αιώνα του Κρόνου.

Αλλ' εγώ, επρόσθεσεν ο Γεροστάθης, θαυμάζω τον Κίμωνα και δι' άλλον λόγον, όστις ίσως σας φανή παράδοξος. Τον θαυμάζω, διότι, ενώ ήτο υιός ενδόξου πατρός, του Μιλτιάδου, ανεφάνη υιός ενδοξότερος του πατρός του.

— Αλλά τούτο ήτο πολύ φυσικόν, παρετήρησέ τις εξ ημών. Παράδοξον ήθελεν είσθαι αν, έχων πατέρα τοιούτον, δεν ανεφαίνετο υιός άξιος του πατρός του.

— Ούτως έπρεπε να ήναι, απήντησεν ο γέρων, και όμως, εάν εξαιρέσωμεν τον Κίμωνα του Μιλτιάδου, δεν ενθυμούμαι άλλον υιόν ενδόξου πατρός, αναφανέντα άξιον του πατρός του.

Ο Φωκίων αποθανών αφήκεν υιόν τον Φώκον, ο Αριστείδης τον Λυσίμαχον, ο Θεμιστοκλής και ο Σωκράτης αφήκαν επίσης υιούς· αλλ' ουδείς αυτών διεκρίθη, ουδείς ανεδείχθη ανώτερος ή ίσος του πατρός του. Θέλετε και άλλο πρόχειρον παράδειγμα ; Ενθυμήθητε ποίων ενδόξων προγόνων τέκνα είμεθα ημείς οι σημερινοί Έλληνες· και όμως τοσούτον κατωτέρους και διαφέροντας εκείνων μας ευρίσκουν τινές, ώστε και αυτήν την γνησιότητα της καταγωγής μας ετόλμησαν να διαφιλονεικήσωσι.

Τα αναφυόμενα υπό την σκιάν μεγάλων δένδρων φυτά δυσκόλως ευδοκιμούν, διότι τα μεγάλα δένδρα και την υγρασίαν της γης απορροφώσι διά των μεγάλων ριζών των, και τας ζωογόνους ακτίνας του ηλίου εμποδίζουν διά της μεγάλης σκιάς των.

Παρόμοιόν τι συμβαίνει και εις τους υιούς μεγάλων πατέρων. Επαναπαύονται συνήθως οι τοιούτοι υπό την σκιάν των πατραγαθιών των· νομίζουν ότι η προσωπική δόξα των πατέρων των είναι ικανή να λαμπρύνη και την προσωπικήν αυτών αδοξίαν· επομένως γινόμενοι οιηματίαι και υπερήφανοι, αντί να προσπαθήσωσιν όπως δι' ιδίων αγώνων και έργων, δι' ιδίων προς την πατρίδα ευεργεσιών και εκδουλεύσεων διακριθώσι και αυτοί, ως διεκρίθησαν οι πατέρες αυτών, διάγουν μεν βίον αμελή και άδοξον, αποθνήσκουν δε θάνατον πολύ αδοξότερον.

Μόνον το λαμπρόν και άφθονον φως του ηλίου δύναται, αντανακλώμενον επί της σελήνης και των άλλων σκοτεινών ουρανίων σωμάτων, να φωτίζη και να λαμπρύνη αυτά. Αλλ' η λάμψις των γονέων δεν δύναται δυστυχώς να λαμπρύνη σκοτεινά και άδοξα τέκνα· απ' εναντίας έτι μάλλον σκοτεινοτέραν αναδεικνύει την αδοξίαν αυτών.

Ας μη επαναπαυώμεθα λοιπόν και ημείς εις πατραγαθίας· ας μη ζώμεν μόνον καυχώμενοι εις της αρχαίας Ελληνικής ανδρίας, διανοίας, και τέχνης τα έξοχα έργα· ας μη ελπίζωμεν ότι η δόξα των προγόνων θέλει δοξάσει και ημάς, ζώντας αδόξως. Αλλά κατά το ωραίον παράδειγμα του Κίμωνος, ας προσπαθήσωμεν δι' ιδίων έργων, δι' ιδίων κόπων, αγώνων, και αρετών, ν' αναφανώμεν ένδοξα τέκνα ενδόξων προγόνων.

Μετά τινα διακοπήν ο Γεροστάθης μας είπεν

— Αλλά απανταχού και πάντοτε υπήρξαν και υπάρχουν άνθρωποι κακώς ανατεθραμμένοι, οίτινες μη θέλοντες ή μη δυνάμενοι να πράξωσιν έργα καλά, φθονούν, διαβάλλουν, εμπαίζουν, κακολογούν τας αγαθοεργίας των άλλων. Τοιούτοι φθονεροί και κακεντρεχείς είπον και περί του Κίμωνος ότι κατέφευγεν εις αγαθοεργίας, όπως δι' αυτών, περιποιούμενος και κολακεύων τον λαών, απολαμβάνη την εύνοιαν αυτού.

Ο αγαθός όμως Πλούταρχος, διά ν' αποδείξη ότι αι ελεημοσύναι του Κίμωνος ήσαν απόρροια της φιλανθρώπου ψυχής του, και ουχί μέσον κολακείας και δημαγωγίας, ορθότατα μας υπενθυμίζει ότι ο Κίμων δεν ανήκεν εις το δημοκρατικόν, αλλ' εις το αριστοκρατικόν κόμμα των Αθηνών, ων φανερά κηρυγμένος υπέρ του Σπαρτιατικού πολιτεύματος, κατά το οποίον ουχί ο άπειρος και αμαθής λαός, αλλά οι άριστοι και εκλεκτοί των πολιτών εκυβέρνων την Σπάρτην.

Αλλ' εγώ, είπε τότε τις εξ ημών εις τον Γεροστάθην, αν ήμην πλούσιος, ήθελον μεν ευχαρίστως δίδει ελεημοσύνας, ουχί όμως φανερά ως ο Κίμων.

Εύγε, φίλε, απεκρίθη ο γέρων. Συ όμως είσαι Χριστιανός, και ο
Πέτρος, όστις εις τον νάρθηκα κρυφίως εδίδασκε τον πτωχόν
Κώσταν, είναι επίσης Χριστιανός, και μάλιστα υιός σεβασμίου
ιερέως του Χριστού· αλλ' ο Κίμων, γεννηθείς πολλά έτη προ
Χριστού, δεν ηδύνατο να γνωρίζη τας εξής χριστιανικάς παραγγελίας

«Προσέχετε την ελεημοσύνην υμών μη ποιείν έμπροσθεν των ανθρώπων προς το θεαθήναι. — Σου δε ποιούντος ελεημοσύνην μη γνώτω η αριστερά σου τι ποιεί η δεξιά σου. — Η ελεημοσύνη σου εν τω κρυπτώ, και ο Πατήρ σου, ο βλέπων εν τω κρυπτώ, αυτός αποδώσει σοι εν τω φανερώ.»

Όστις δίδει την ελεημοσύνην του φανερά διά να φαίνηται και θαυμάζηται ως ελεήμων, αυτός βεβαίως ουδεμίαν αξίαν έχει ούτε ενώπιον των ανθρώπων ούτε ενώπιον του Θεού. Ο τοιούτος δεν αγαπά τον πτωχόν, αλλά εαυτόν· δεν αγαπά την ελεημοσύνην ως χριστιανικήν αρετήν, αλλ' ως μέσον επιδείξεως και κομπασμού. Πάσα δε καλή πράξις, οσάκις χρησιμεύη ως μέσον ιδιοτελών και κατακριτέων σκοπών, παύει αμέσως του να ήναι ενάρετος, βεβηλούται και εις κακίαν μεταμορφόνεται. Αληθής ενάρετος είναι μόνον όστις ενεργεί σταθερώς την αρετήν διά την αγνήν αγάπην αυτής.

Αυτά μας είπε κατά την ημέραν εκείνην ο αγαθός Γεροστάθης, επιθυμών να εμπνεύση εις τας ψυχάς ημών την χριστιανικήν και προπατορικήν συγχρόνως αρετήν της ελεημοσύνης.

Ενθυμούμαι δε και τους ακολούθους στίχους του γέροντος περί των τριών χαρίτων της αρετής ταύτης.

    «_Τρεις είν' αι θείαι χάριτες της ελεημοσύνης,
    »Κ' αι τρεις ωραίαι ως το φως της ιλαράς σελήνης.
    »Παρηγορία του πτωχού, και ηδονή γλυκεία
    »Του ελεούντος, και Θεού εξ ύψους ευλογία.»

——————————

«Τον μηδέν ευ πράττοντα ούτε χρήσιμον ούτε θεοφιλή είναι, έφη Σωκράτης.» (Ξενοφώντος.)

Ήτο ημέρα Σαββάτου ότε, τελειώσαντες ενωρίς τα μαθήματα του σχολείου, απήλθομεν εις την οικίαν του αγαθού Γεροστάθου.

Αλλά κατά την ημέραν εκείνην, αντί ν' ακροασθώμεν ημείς τον Γεροστάθην, ηθέλησεν αυτός πρώτος ν' ακροασθή ημάς. Εγνώριζεν ότι κατά Σάββατον παρουσιάζομεν εις τον διδάσκαλον συνθέσεις, και ότι η καλλιτέρα κατά τε την καλλιγραφίαν, καλλιέπειαν, ορθογραφίαν και σύνταξιν εβραβεύετο.

Αφού λοιπόν με τον συνήθη του φιλόφρονα τρόπον μας υπεδέχθη, —
Τίνος σύνθεσης εβραβεύθη σήμερον; μας ηρώτησε.

— Του Γεωργίου, απεκρίθημεν.

— Και περί τίνος εγράψατε; ηρώτησεν ο Γεροστάθης τον Γεώργιον.

— Περί του Θησέως, απεκρίθη αυτός. Κατ' αίτησιν δε του Γεροστάθου ανέγνωσε μετά συστολής την ακόλουθον σύνθεσίν του, της οποίας αντίγραφον διετήρησα, διότι άπαντες αντεγράφομεν τας βραβευομένας συνθέσεις.

Η ΦΙΛΑΝΘΡΩΠΙΑ ΤΟΥ ΘΗΣΕΩΣ.

Ο Θησεύς, υιός της Αίθρας και του Αιγέως, βασιλέως των Αθηνών, εγεννήθη εις την Τροιζήνα της Πελοποννήσου. Νέος ων έτι ανετράφη υπό του λογίου πάππου του Πιτθέως. Αλλ' η δόξα του Ηρακλέους κατέκαιε την φιλότιμον ψυχήν του νέου Θησέως· προθύμως και μετά προσοχής ηκροάζετο πάντοτε όσους διηγούντο τα περί της αρετής και των άθλων του Ηρακλέους· νύκτα δε και ημέραν ουδέν άλλο εσκέπτετο, ειμή πώς να δοξασθή και αυτός, ως εκείνος, δι' έργων καλών και μεγάλων.

Κατά τους αρχαιοτάτους εκείνους χρόνους το βάρβαρον και αισχρόν έγκλημα της ληστείας εμόλυνε δυστυχώς και την Πελοπόννησον και την στερεάν Ελλάδα. Ο δε νέος Θησεύς, αποφασίσας να μεταβή εκ Τροιζήνος, όπου ανετρέφετο, εις τας Αθήνας, όπου ο πατήρ του εβασίλευεν, έβαλε κατά νουν να εξολοθρεύση όλους τους καθ' οδόν ληστάς επ' αγαθώ της Ελλάδος.

Η μήτηρ του και ο πάππος του, φοβούμενοι τους κινδύνους του διά ξηράς ταξειδίου, παρεκίνουν αυτόν να μεταβή διά θαλάσσης εις Αθήνας. Αλλ' ο γενναίος Θησεύς, επιθυμών ν' αναφανή εφάμιλλος του Ηρακλέους, ανεχώρησε διά ξηράς. Εις δε την Επίδαυρον κατέστρεψε τον ληστήν Περιφήτην· εις τον ισθμόν τον απάνθρωπον Σίνιν, τον και Πιτυοκάμπτην επονομασθέντα· εις τα Μέγαρα τον άσπλαγχνον Σκίρωνα· εις την Ελευσίνα τον Κερκύονα· επί τέλους δε εξολοθρεύσας και τον ληστήν Προκρούστην, ενδόξως εισήλθεν εις τας Αθήνας.

Εκεί μανθάνει ότι ταύρος άγριος, Μαραθώνιος καλούμενος, εζημίονε και κατέστρεφε καθ' ημέραν τους κατοίκους της Αττικής. Εξέρχεται λοιπόν προς καταδίωξιν αυτού, τον συλλαμβάνει ζώντα, και υποχείριον τον φέρει εντός των Αθηνών· εν τω μέσω δε των ανευφημιών του λαού θυσιάζει αυτόν εις τον Απόλλωνα.

Τότε είχον έλθει εις τας Αθήνας και οι απεσταλμένοι της Κρήτης, διά να λάβωσι τον φόρον των επτά νέων και των επτά παρθένων. Εις τον σκληρόν αυτόν φόρον είχε καθυποβάλει τους Αθηναίους ο Μίνως, ο βασιλεύς της Κρήτης, διά να τιμωρήση την εις Αθήνας συμβάσαν δολοφονίαν του υιού του Ανδρόγεω.

Οι επτά ούτοι νέοι και αι επτά παρθένοι, απαγόμενοι εις Κρήτην, κατεκλείοντο εντός του εκεί λαβυρίνθου, όπου κατά τας μυθικάς διηγήσεις κατετρώγοντο υπό του Μινωταύρου, κατοικούντος εντός του λαβυρίνθου.

Τα δεκατέσσαρα αυτά θύματα προσδιωρίζοντο εις τας Αθήνας διά κλήρου. Ότε δε ο Θησεύς είδε κατά την κλήρωσιν τα δάκρυα των δυστυχών τέκνων, και την απελπισίαν των δυστυχεστέρων γονέων, τόσον συνεκινήθη, ώστε αυθορμήτως εζήτησε να λάβη την θέσιν ενός των κληρωθέντων, επ' ελπίδι ότι ήθελε κατορθώσει να φονεύση εντός του λαβυρίνθου τον Μινώταυρον, και ούτω να ελευθερώση τους συμπολίτας του από τον πικρότατον αυτόν φόρον.

Άπαντες οι Αθηναίοι εθαύμασαν και ηγάπησαν τον νέον Θησέα διά την γενναίαν αυτήν πρότασίν του· ο δε Αιγεύς, ότε είδε τον υιόν του σταθερόν εις την επικίνδυνον αλλά φιλάνθρωπον απόφασίν του, ευχηθείς εις αυτόν επιτυχίαν, τον παρήγγειλεν, αν επανέλθη ζων εκ της Κρήτης, αντί του μαύρου πανίου, το οποίον είχε πάντοτε το πλοίον το φέρον τα θύματα, να υψώση πανίον λευκόν, ως σημείον της σωτηρίας των.

Ο Θησεύς, φθάσας εις Κρήτην, εφόνευσεν ευτυχώς τον Μινώταυρον, και επανήλθε σώος εις τας Αθήνας μετά των διασωθέντων και ευγνωμονούντων συντρόφων του. Αλλ' εν τω μέσω της χαράς των λησμονούν να υψώσωσι το λευκόν αντί του μαύρου πανίου. Ιδών δε τούτο μακρόθεν ο Αιγεύς, και νομίσας ότι ο υιός του εχάθη, έπεσε και επνίγη εις την θάλασσαν, ήτις έκτοτε ωνομάσθη Αιγαίον Πέλαγος.

Τον Θησέα και ζώντα και μετά θάνατον ετίμησαν οι Αθηναίοι και πάντες οι Έλληνες, κατατάξαντες αυτόν μεταξύ των μεγάλων ηρώων της αρχαίας Ελλάδος.

Ο Κίμων μετά πολλούς χρόνους μετέφερεν εις τας Αθήνας από την νήσον Σκύρον, όπου ο Θησεύς είχεν αποθάνει, τα οστά και τα όπλα του.

Οι δε Αθηναίοι μετά λαμπράς πομπής υπεδέχθησαν και έθαψαν αυτά, καθιερώσαντες και θυσίας και εορτάς προς τιμήν του Θησέως· προς διαιώνισιν δε της μνήμης του ενδόξου αυτού ήρωος, του ευεργέτου και βασιλέως των, ανήγειραν εις τας Αθήνας και το μέχρι τούδε σωζόμενον Θησείον.

— Εύγε, είπεν ο Γεροστάθης, προς τον Γεώργιον, δικαίως εβραβεύθη η σύνθεσίς σου.

Ο Γεώργιος ερυθριάσας απεκρίθη με την συνήθη του ειλικρίνειαν και μετριοφροσύνην ότι η σύνθεσις, την οποίαν ανέγνωσε, δεν ήτο οποία αυτός κατά πρώτον την έγραψεν, αλλ' οποία διωρθώθη υπό του διδασκάλου.

Ο Γεροστάθης έλαβε τότε ανά χείρας την σύνθεσιν του Γεωργίου, διά να ίδη τας διορθώσεις, αφού δε την διέτρεξε μας είπε·

— Σκληρός τω όντι και αποτρόπαιος ήτο ο φόρος των επτά νέων και των επτά νεανίδων, τον οποίον επροκάλεσεν η εν Αθήναις συμβάσα δολοφονία του Ανδρόγεω. Η εγκληματική αρπαγή της Ελένης από του Πάριδος κατέστρεψε την Τρωάδα, και η εγκληματική δολοφονία του Ανδρόγεω κατήσχυνε τας Αθήνας, κατεπίκρανε τόσους γονείς, κατέστρεψε τόσους νέους και τόσας νεανίδας των Αθηνών. Μακράν, μακράν, παιδία μου, από τας αδικίας και τα εγκλήματα, διότι αι συνέπειαί των είναι τρομεραί, είναι ακαταλόγιστοι.

 — Αλλά ποία ήτο η αιτία, μας ηρώτησεν ο γέρων, διά την οποίαν ο
Θησεύς και ζων και μετά θάνατον ηγαπήθη και εδοξάσθη υπό των
Αθηναίων και όλων των Ελλήνων;

 — Η μεγάλη ανδρία του, απήντησεν αμέσως είς εξ ημών, ενώ οι
άλλοι εσυλλογιζόμεθα οποίαν απάντησιν να δώσωμεν.

— Και νομίζεις, φίλε, επρόσθεσεν ο γέρων, ότι δύναταί ποτε μόνη η σωματική ανδρία, όσον μεγάλη και αν ήναι, να επισύρη αγάπην, τιμήν, και δόξαν αληθή;

Η σωματική ανδρία είναι, καθώς και ο πλούτος, μέσον, διά του οποίου εκτελούνται μεγάλα έργα, μεγάλαι ευεργεσίαι· αλλ' οσάκις έχων τις τα μέσα ταύτα δεν μεταχειρίζηται αυτά πρεπόντως, ουχί μόνον δεν αγαπάται και δεν τιμάται, αλλά και βδελυκτός πολλάκις αποκαθίσταται.