WeRead Powered by ReaderPub
Ο Γεροστάθης; ή Αναμνήσεις της παιδικής μου ηλικίας cover

Ο Γεροστάθης; ή Αναμνήσεις της παιδικής μου ηλικίας

Chapter 28: ΤΟ ΑΛΗΘΕΣ ΠΡΟΤΕΡΗΜΑ ΤΟΥ ΠΕΡΙΚΛΕΟΥΣ.
Open in WeRead

About This Book

The work collects a series of childhood recollections and brief episodes that combine anecdote and moral reflection. Through vignettes of household scenes, acts of charity, and family interactions, the narrator recalls youthful experiences and the influence of parents, mentors, and companions. Each episode is followed by didactic commentary on filial duty, gratitude, piety, and social virtue, frequently drawing on religious and classical authority. The tone alternates between affectionate reminiscence and explicit moralizing, and the structure moves episodically through memories that illustrate personal growth, communal obligations, and the consolations of faith.

Ο Θησεύς λοιπόν ηγαπήθη και ετιμήθη ουχί διά την ανδρίαν του, αλλά διά την φιλανθρωπικήν του διάθεσιν, ήτις, μεταχειρισθείσα την ανδρίαν του επ' αγαθώ των συμπατριωτών του, και από τα θηρία και από τους ληστάς και από τον αισχρόν φόρον του Μινωταύρου γενναίως ηλευθέρωσεν αυτούς.

Καθώς δε το παράδειγμα του Ηρακλέους ανέδειξε τον Θησέα ήρωα και ευεργέτην των συμπολιτών του· καθώς το Μαραθώνιον τρόπαιον του Μιλτιάδου ανέδειξεν επίσης ένδοξον εις την Σαλαμίνα τον φιλότιμον Θεμιστοκλέα· καθώς οι Ομηρικοί έπαινοι του ανδρείου Αχιλλέως ανέδειξαν μέγαν τον Αλέξανδρον της Μακεδονίας· καθώς τα ένδοξα στρατηγικά έργα του μεγάλου Αλεξάνδρου εφιλοτίμησαν και μέγαν στρατηγόν της Ρώμης ανέδειξαν τον Ιούλιον Καίσαρα· τοιουτοτρόπως τα λαμπρά παραδείγματα των προγόνων μας ας ανάπτωσι και εις τας ψυχάς ημών τους σπινθήρας της Ελληνικής φιλοτιμίας, όπως και ημείς, ως εκείνοι, προθύμως ευεργετώμεν τους συμπολίτας και την πατρίδα διά της ανδρίας, διά της αρετής, διά της παιδείας, διά των χρημάτων, διά των κόπων, και ιδίως διά του καλού παραδείγματος, το οποίον πας αγαθός πολίτης οφείλει και εις τους συγχρόνους και εις τους μεταγενεστέρους αυτού.

Ο Κίμων, ο Σωκράτης, ο Επαμεινώνδας, ο Πελοπίδας, ο μέγας Αλέξανδρος διά των φιλανθρωπικών αισθημάτων, διά της ευεργετικής ελευθεριότητός των, διά των αξιεπαίνων αγώνων των ωφέλησαν τους φίλους, τους συμπολίτας, και την πατρίδα των, και δι' αυτό εδοξάσθησαν και απηθανατίσθησαν.

Διά της φιλανθρωπίας ηθέλησεν ιδίως να διακριθή και ο μέγας πολίτης των Αθηνών, ο ένδοξος Περικλής, περί του οποίου ο Γεροστάθης διηγήθη τα εξής.

ΤΟ ΑΛΗΘΕΣ ΠΡΟΤΕΡΗΜΑ ΤΟΥ ΠΕΡΙΚΛΕΟΥΣ.

Ο Περικλής, ο ικανώτερος πολιτικός ανήρ των αρχαίων Αθηνών, ανετράφη υπό του Ζήνωνος του Ελεάτου, φιλοσόφου φιλοπάτριδος, και υπό του σοφού Αναξαγόρου, τον οποίον διά την μεγίστην σύνεσίν του Νουν επωνόμασαν οι Έλληνες. |

Τεσσαράκοντα ολόκληρα έτη κατώρθωσεν ο Περικλής διά της πολιτικής φρονήσεως και ικανότητός του να διευθύνη τα δημόσια πράγματα της πατρίδος του, διασώζων τοιουτοτρόπως αυτήν από την καταστροφήν, εις την οποίαν ανηλεώς ωθείτο υπό των διεφθαρμένων και εμπαθών δημοκόπων.

Αλλ' ο Περικλής και ως στρατηγός πολλάκις ωδήγησε τους συμπολίτας του εις διαφόρους μάχας, και πολλάκις νικηφόρος επανήλθεν εις τας Αθήνας, εννέα τρόπαια στήσας κατά των εχθρών της πατρίδος του.

Αλλ' ούτε εις την πολιτικήν και στρατηγικήν ικανότητά του, ούτε εις τας νίκας και τα πολλά τρόπαιά του επαίρετο ο έμφρων Περικλής. Προτέρημα μεγαλήτερον όλων αυτών εθεώρει την φιλανθρωπίαν της ψυχής του, την προς τους συμπολίτας αγάπην του, την και προς αυτούς τους εχθρούς του ημερότητα και επιείκειάν του.

Ότε ήρχισεν ο δυστυχής εμφύλιος Πελοποννησιακός πόλεμος, λοιμός θανατηφόρος ενέσκηψεν εις τας Αθήνας. Ίσως διά του λοιμού τούτου ηθέλησεν ο θεός της ειρήνης και της ομονοίας να τιμωρήση την αδελφικήν εκείνην αλληλοσφαγίαν των Ελλήνων.

Προσβληθείς τότε και ο Περικλής έκειτο κλινήρης και έπνεε τα λοίσθια· οι δε φίλοι του, παρακαθήμενοι εις την κλίνην του, και νομίζοντες αυτόν αναισθητούντα, αριθμούντες τας εκστρατείας και τα τρόπαιά του, συνελυπούντο και εαυτούς και την πατρίδα διά την στέρησιν τοιούτου ανδρός.

Αλλ' αυτός, ακούσας εντός του βύθους του τα παρά των φίλων του λεγόμενα, τοις είπεν — Αι νίκαι και τα τρόπαια είναι πολλάκις δώρα της τύχης· ουδείς Αθηναίος εφόρεσέ ποτε εξ αιτίας μου μαύρον ιμάτιον. Ιδού το μόνον αληθές προτέρημά μου!

Την προς τους συμπολίτας του αγάπην εθεώρει λοιπόν ο Περικλής ως την μεγίστην των αρετών, και διά των τελευταίων του λόγων, ως διά διαθήκης, αυτήν εσύστησεν εις τους συγχρόνους και μεταγενεστέρους αυτού.

Αν και ο Περικλής είχεν εις τας Αθήνας δύναμιν ανωτέραν πολλών βασιλέων, αν και διεχειρίσθη μεγάλας χρηματικάς ποσότητας διά τε τας εκστρατείας και τας δημοσίους οικοδομάς της πόλεως, τόσον τίμιος όμως ανεφάνη, ώστε ούτε μίαν δραχμήν, ως βεβαιοί ο Πλούταρχος, κατεδέχθη ποτέ να προσθέση εκ του δημοσίου εις την ιδίαν αυτού περιουσίαν. Απ' εναντίας ζων μετ' οικονομίας και αποστρεφόμενος την σπατάλην και την πολυτέλειαν, προθύμως περιέθαλπεν εξ ιδίων τους πτωχούς αυτού συμπολίτας.

Επιθυμών δε διά της εργασίας να ωφελήση τους συμπολίτας του, και συγχρόνως να προαγάγη τας κοινάς και τας ωραίας τέχνας, επεχείρησε και ανήγειρεν εις τας Αθήνας διά των αρίστων καλλιτεχνών της εποχής του τα αμίμητα έργα του Παρθενώνος, των Προπυλαίων και του Ωδείου, συστήσας εις το μεγαλοπρεπές αυτό θέατρον και αγώνας Μουσικής.

Είναι ομολογούμενον ότι η Ζωγραφία, η Γλυπτική, η Αρχιτεκτονική, η Ποίησις, και η Μουσική, οσάκις διά του αισθήματος του αληθώς ωραίου και καλού κρούωσι τας υψηλάς και ευγενείς χορδάς της ψυχής, ανυψόνουν το φρόνημα, εξευγενίζουν την καρδίαν, και πολιτίζουν τα έθνη. Αλλ' οσάκις αι ωραίαι αύται τέχναι, λησμονούσαι την ευγενή αποστολήν, την οποίαν προς ηθοποίησιν και ανύψωσιν των εθνών έχουν, περιορίζωνται εις το να καθηδύνωσι τα αισθητήρια μόνον, και να υποθάλπωσι την φιληδονίαν και τα αισχρά πάθη, αντί ωραίων δυσειδείς αποκαθίστανται.

Όταν ο θρησκευτικός ύμνος και το ηρωικόν άσμα μεταβάλλονται εις βακχικάς ή ερωτικάς ωδάς, η δε υψηλή τραγωδία και ηθοποιός κωμωδία εις κακοήθη δράματα, εις φθοροποιά μυθιστορήματα και εις θηλυπρεπή μελοδράματα· όταν το σεμνόν άγαλμα της παρθένου Αθηνάς αντικαθίσταται υπό τινος ασέμνου Αφροδίτης, η δε εικών του ακολάστου Πάριδος αντικαθιστά τας εικόνας του Μιλτιάδου και του Λεωνίδου, τότε βεβαίως και τα φρονήματα εκφαυλίζονται, και αι καρδίαι αποχαυνούνται, και τα ήθη φθείρονται, και τα έθνη παρακμάζουν, παραλύουν, και καταπίπτουν.

Αλλ' ο έμφρων Περικλής διά του σεμνού και μεγαλοπρεπούς αγάλματος της Αθηνάς, διά του σεβαστού Παρθενώνος, και διά των επί των μετώπων αυτού αμιμήτων θρησκευτικών και ηρωικών αναγλύφων του Φειδίου, ηθέλησε και των συγχρόνων του το φρόνημα και το αίσθημα προς τον Θεόν και την Πατρίδα ν' ανυψώση, και των μεταγενεστέρων το σέβας και την αγάπην προς τον Ελληνισμόν να διαιωνίση.

Ο Περικλής προσέτι εθαυμάσθη και διά την έξοχον αυτού ευγλωττίαν. Εκφωνών ποτε επιτάφιον λόγον προς έπαινον των υπέρ πατρίδος πεσόντων, ωνόμασεν αυτούς αθανάτους, ως τους θεούς, διότι, πεσόντες επ' αγαθώ της πατρίδος, κατέστησαν άξιοι να τιμώνται ως οι ευεργετούντες την ανθρωπότητα αθάνατοι θεοί.

Ενώ δε ο Γεροστάθης ετελείονε τα ανωτέρω περί Περικλέους, εισήλθε προς επίσκεψίν του ο ιερεύς της κωμοπόλεως, τον οποίον με σέβας και με φιλοφροσύνην υπεδέχθη ο γέρων· άπαντες δε επροσηκώθημεν αμέσως προς χαιρετισμόν του αγαθού διδασκάλου μας.

Ο ΕΦΗΜΕΡΙΟΣ ΤΗΣ ΚΩΜΟΠΟΛΕΩΣ.

Ήτο ο ιερεύς ούτος ανήρ αγαθός, ενάρετος, σεβάσμιος, και κατά πάντα άξιος της εκλογής του Γεροστάθου, όστις ως εφημέριον και συγχρόνως ως διδάσκαλον είχε προσκαλέσει αυτόν εις την κωμόπολιν.

Ήτο πάντοτε καθαρός και κόσμιος κατά τε το σώμα και τα ενδύματα, γλυκύς και ευπροσήγορος, μετριόφρων και ταπεινός, ολιγαρκής και λιτότατος, φιλάνθρωπος και αφιλοχρήματος, ελεήμων και ευεργετικός, παρήγορος των δυστυχούντων, συνδιαλλακτής των διχονοούντων, σύμβουλος δε και οδηγός παντός παρεκτρεπομένου από την οδόν, την οποίαν επί της γης μας εχάραξεν ο θεάνθρωπος Ιησούς· εν ενί λόγω συνησθάνετο πληρέστατα την θείαν και υψηλήν αποστολήν, την οποίαν πας ιερεύς του Υψίστου εν τω μέσω του λογικού ποιμνίου του έχει.

Καθ' εκάστην Κυριακήν απήγγελλεν εις την Εκκλησίαν συντόμους, καθαρούς, και γλυκυτάτους λόγους, δι' ων ανέπτυσσε και εσύσταινε τας ωραιότητας των χριστιανικών αρετών, εκθέτων συγχρόνως και τας ασχημίας των αντιθέτων κακιών. Επροσπάθει δε πάντοτε να ενσπείρη εντός του πρακτικού βίου τας θείας αρχάς του χριστιανισμού, όπως οι ακροαταί του διάγωσι χριστιανικώς και εν τω μέσω των καθημερινών ασχολιών του βίου των.

Και εις το σχολείον δε διά των παραδόσεων του υπέρ της ηθικής βελτιώσεως ημών ηγωνίζετο, προσπαθών να εγχαράξη τας θείας εντολάς και την χριστιανικήν ηθικήν εις τας νεανικάς ημών καρδίας.

Αλλ' ούτε διά των διδαχών του, ούτε διά των παραδόσεών του ωφέλει τόσον, όσον διά του καλού παραδείγματός του· διότι, προσελκύων διά της αμέμπτου και ευεργετικής διαγωγής του το σέβας και την αγάπην μικρών τε και μεγάλων, εδείκνυεν ούτω και διευκόλυνεν εις πάντας την οδόν του χριστιανικού βίου.

Ευτυχείς αι κοινωνίαι, εις τας οποίας οι άρχοντες, οι γονείς, οι ιερείς, οι διδάσκαλοι, οι συγγραφείς, οι ποιηταί, οι καλλιτέχναι και τα θέατρα δεν παρουσιάζουν ειμή υποδείγματα αρετής και φρονήσεως!

Αφού δε ο σεβάσμιος ούτος εφημέριος εκάθησεν, ερώτησε τον
Γεροστάθην περί τίνος ήτο ο λόγος.

 — Διηγούμην εις τους μικρούς μου φίλους, τω απεκρίθη ο γέρων,
του Περικλέους τας ευεργετικάς πράξεις.

Ο δε ιερεύς επρόσθεσε τα εξής

Η ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΠΛΗΣΙΟΝ ΑΓΑΠΗ.

Πόσον τω όντι ευτυχέστεροι των άλλων χριστιανών είμεθα ημείς οι Έλληνες, έχοντες διπλούν κέντρον προς την ηθικήν ημών βελτίωσιν, τας αρετάς των προγόνων αφ' ενός, και τας θείας διδασκαλίας του Ιησού αφ' ετέρου.

Πώς να μη γίνωμεν φιλάνθρωποι και ευεργετικοί, εάν αληθώς είμεθα και Έλληνες και Χριστιανοί;

Οι ένδοξοι πρόγονοί μας, Περικλής, Κίμων, Σωκράτης, Επαμεινώνδας, την αγαθοποιίαν μας διδάσκουν. Ο δε φιλάνθρωπος Ιησούς και διά των πράξεών του και διά των θείων του λόγων την αγάπην του πλησίον κυρίως μας παραγγέλλει, ως τον μέγαν και θείον νόμον, εκ του οποίου πηγάζουν όλα τα λοιπά χριστιανικά καθήκοντα και αρεταί· διότι ο αγαπών αληθώς τον πλησίον του αναφαίνεται και ευπροσήγορος, και αγαθός, και δίκαιος, και ελεήμων, και ευεργετικός, και φιλόπατρις.

«Πάντες υμείς αδελφοί εστέ. — Αγαπήσεις τον πλησίον σου ως σεαυτόν,» μας λέγει ο Ιησούς εις το ιερόν Ευαγγέλιον. Ότε δε επλησίαζε να θυσιασθή επί του σταυρού διά την αγάπην και σωτηρίαν μας, την αυτήν παραγγελίαν, ως τελευταίαν διαθήκην του, επανέλαβεν, ειπών εις τους μαθητάς του «Ταύτα εντέλλομαι υμίν ίνα αγαπάτε αλλήλους.»

Αλλ' η αγάπη του πλησίον δεν συνίσταται μόνον εις το «ο συ μισείς, ετέρω μη ποιήσης» δηλαδή εις το να μη πράττωμεν προς τους άλλους ό,τι δεν θέλομεν οι άλλοι να πράττωσι προς ημάς· διά να ήναι πλήρης και αληθής η προς τον πλησίον αγάπη, απαιτείται προσέτι και να πράττωμεν προς τους άλλους παν ό,τι θέλομεν να πράττωσιν οι άλλοι προς ημάς. «Καθώς θέλετε ίνα ποιώσιν υμίν οι άνθρωποι, ούτω και υμείς ποιείτε αυτοίς» είπεν ο Ιησούς.

Δεν αρκούν λοιπόν αι αρνητικαί αρεταί διά να μας καταστήσωσιν αληθείς χριστιανούς. Δεν αρκεί η αποχή από την αδικίαν, την ψευδολογίαν, την απάτην, και τας λοιπάς κακίας· απαιτείται δι' έργων θετικών να δεικνύωμεν την προς τον πλησίον αγάπην. «Ο ποιών το θέλημα του πατρός μου, είπεν ο Ιησούς, εισελεύσεται εν τη βασιλεία των ουρανών. — Αδελφοί μου δε εισίν οι το θέλημα του Θεού ακούοντες και ποιούντες » ουχί δε οι ακούοντες και μη ποιούντες, ή οι διδάσκοντες και μη εκτελούντες.

Έργα λοιπόν καλά προς τον πλησίον απαιτεί παρ' ημών ο Ιησούς και ουχί νεκράν αγάπην. Και διά τούτο λέγει ότι « Παν δένδρον, το οποίον δεν κάμνει καλούς καρπούς, εκκόπτεται και εις το πυρ ρίπτεται·» διά τούτο δε αποστέλλων και τους Αποστόλους του εις τον κόσμον αγαθοποιίας παρήγγειλεν αυτούς.

Ο Γεροστάθης μετά πολλής ευχαριστήσεως ηκροάζετο τον ιερέα. Ότε δε ο ιερεύς ετελείωσεν, είπε τα εξής.

Η προς τον πλησίον αγάπη και αγαθοποιία ουχί μόνον τον Θεόν ευαρεστεί και τον ευεργετούμενον ευφραίνει, αλλά και αυτόν τον ευεργετούντα καθηδύνει.

Πολλάκις δε η ευγενής ηδονή, την οποίαν η ευεργεσία προξενεί εις την ψυχήν του ευεργετούντος, είναι τόσον μεγάλη, ώστε χάριν αυτής και χρήματα θυσιάζει, και αυτήν την ύπαρξίν του προθύμως διακινδυνεύει επ' αγαθώ του πλησίον του. Διηγήθη δε τότε ο γέρων το εξής ανέκδοτον.

Ο ΧΩΡΙΚΟΣ, Ο ΕΠΟΝΟΜΑΣΘΕΙΣ ΣΩΤΗΡ.

Επλημμύρησέ ποτε ο ποταμός της Ιταλίας Αδίγης, και διά του ορμητικού ρεύματός του κατεκρήμνισε τας δύο άκρας της γεφύρας της πόλεως Βερόνης, κειμένης εις τας όχθας του ποταμού τούτου. Έμενε δε εν τω μέσω του ποταμού σαλευόμενος ο μέσος θόλος της γεφύρας, επί του οποίου έκειτο μικρά καλύβη, κατοικουμένη υπό πτωχής οικογενείας.

Απομονωθείσα ούτως εν τω μέσω του ποταμού η δυστυχής οικογένεια, επερίμενεν από στιγμής εις στιγμήν αγωνιώσα την κατακρήμνισιν του θόλου, και επομένως τον όλεθρόν της· όθεν διά κραυγών, οδυρμών, και απελπιστικών κινημάτων επεκαλείτο βοήθειαν εκ της όχθης.

Πολλοί κάτοικοι της Βερόνης, συναθροισθέντες εις τας όχθας του ποταμού, έβλεπον περίλυποι την δεινήν αυτήν θέσιν της οικογενείας. Αλλ' ουδείς ετόλμα να έμβη εις πλοιάριον, και να τρέξη προς σωτηρίαν των κινδυνευόντων. Η ορμή και τα κύματα του ποταμού ήσαν τρομερά, και μέγας ο κίνδυνος του πλοιαρίου, το οποίον ήθελε τολμήσει να πλησιάση τον ήδη κλονιζόμενον και κινδυνεύοντα θόλον.

Εις μάτην πλούσιος κάτοικος της Βερόνης επροκήρυξεν αμέσως βραβείον εκατόν φλωρίων εις όντινα ήθελε σώσει την κινδυνεύουσαν οικογένειαν.

Ούτε το βραβείον αυτό, αλλ' ούτε ο ολονέν αυξάνων κίνδυνος παρεκίνησάν τινα των περιεστώτων να διακινδυνεύση την ζωήν του προς διάσωσιν των πτωχών εκείνων.

Αλλ' οι γενναίοι και ευεργετικοί άνδρες, επρόσθεσεν ο Γεροστάθης, αν και σπάνιοι, ποτέ όμως δεν έλειψαν από την γην· ο πανάγαθος Θεός τους αποστέλλει εν τω μέσω ημών, όπως μας υπενθυμίζωσι την θείαν φιλανθρωπίαν του· και δι' αυτών, ως διά φωτεινών λύχνων, μας οδηγεί εις την οδόν της αγαθοποιίας και της αυταπαρνήσεως.

Χωρικός τις έτυχε διαβαίνων εκείθεν· ιδών δε τον κόσμον συνηθροισμένον, ερώτησε την αιτίαν της συρροής ταύτης· ότε δε τω έδειξαν τον κίνδυνον της οικογενείας, και τω είπον το τεθέν υπέρ της σωτηρίας αυτής βραβείον, πηδά αμέσως εντός πλοιαρίου, λαμβάνων δε τα κωπία εις τας στιβαράς του χείρας, αρχίζει ν' αντικρούη τα ορμητικά του ρεύματος κύματα, προσπαθών μετά μεγάλου αγώνος και κόπου να πλησιάση τον σαλευόμενον θόλον.

Οι θεαταί εν τούτοις εταλάνιζον τον δυστυχή χωρικόν, όστις δι' εκατόν φλωρία, ως έλεγον, απεφάσισε να διακινδυνεύση την ζωήν του.

Αλλ' ο γενναίος χωρικός μετά πολύν αγώνα και κίνδυνον κατορθόνει να παραλάβη εντός του πλοιαρίου την οικογένειαν, και σώαν ν' αποβιβάση αυτήν εις την όχθην εν τω μέσω της γενικής χαράς των περιεστώτων.

Πάντες θαυμάζουν και συγχαίρουν τότε τον φιλάνθρωπον χωρικόν· ο δε προτείνας το βραβείον των εκατόν φλωρίων προθύμως προσφέρει αυτά εις τον σωτήρα της δυστυχούς οικογενείας· αλλ' αυτός — Δεν πωλώ, λέγει, κύριε, την ζωήν μου διά χρήματα· είμαι χριστιανός, και ως τοιούτος εξεπλήρωσα το χριστιανικόν καθήκον της προς τον πλησίον αγάπης. Αρκετή αμοιβή μοι είναι η ευχαρίστησις, την οποίαν η πράξις μου μοι επροξένησεν. Είμαι μεν πτωχός, αλλά διά των κόπων και της εργασίας μου εξοικονομώ τας ανάγκας μου. Δος λοιπόν, παρακαλώ, τα εκατόν φλωρία σου εις αυτήν την πτωχήν οικογένειαν, ήτις έχει μεγαλητέραν ανάγκην αυτών.

Τα φλωρία εδόθησαν αμέσως εις την πτωχήν οικογένειαν· ο χωρικός επωνομάσθη έκτοτε Σωτήρ, αι δε ευχαί και ευλογίαι της ευγνωμονούσης οικογενείας συνώδευσαν αυτόν καθ' όλην την διάρκειαν του βίου του.

Πάντες εθαυμάσαμεν και ηγαπήσαμεν τον Σωτήρα, και πάντες ηυχήθημεν εις ομοίαν περίστασιν να μιμηθώμεν το ωραίον παράδειγμα της φιλανθρωπίας, της αυταπαρνήσεως, και της αφιλοχρηματίας αυτού.

Αλλ' ο μη ευεργετών τον πλησίον του, επρόσθεσεν ο αγαθός γέρων, ουχί μόνον την γλυκυτάτην ηδονήν της ευεργεσίας στερείται, αλλά πολλάκις βλάπτει και τον ίδιον εαυτόν του, καθώς μας διδάσκει ο μύθος του Αισώπου περί του σκληροκαρδίου ίππου, όστις, μη θελήσας να λάβη εγκαίρως μέρος του φορτίου του συνοδοιπόρου του όνου, όπως ελαφρώση αυτόν, επροκάλεσε τον θάνατον του όνου, και τότε ηναγκάσθη παρά του κυρίου των να λάβη, ουχί μόνον ολόκληρον το βαρύ φορτίον, του όνου, αλλά και το δέρμα αυτού.

Οσάκις λοιπόν δύνασθε να συνδράμητε, να παρηγορήσητε, να ευεργετήσητέ τινα μη το αμελείτε, διά να μη μετανοήσητε, ως μετενόησεν ο σκληροκάρδιος ίππος. Έστε δε βέβαιοι ότι, βοηθούντες τους πάσχοντας, βοηθείτε υμάς αυτούς. Ακούσατε το ακόλουθον ανέκδοτον, το οποίον μοι διηγήθησαν ότε διέτριβον εις την Μόσχαν.

Ο ΧΩΡΙΚΟΣ ΚΑΙ Ο ΑΥΤΟΚΡΑΤΩΡ ΙΒΑΝ.

Πτωχός, αλλ' αγαθός οικογενειάρχης Ρώσσος, εκατοίκει μικράν καλύβην χωρίου τινός πλησίον της Μόσχας.

Ενώ δε εσπέραν τινά κατεγίνετο περιποιούμενος την πάσχουσαν σύζυγόν του και τα έξ μικρά τέκνα του, ακούει κτύπους εις την θύραν της καλύβης του. Ανοίγει αμέσως· άνθρωπος δε άγνωστος και πενιχρά ενδεδυμένος παρουσιάζεται ζητών φιλοξενίαν.

— Εις κακήν ώραν ήλθες, φίλε, τω απαντά ο πτωχός χωρικός· η σύζυγός μου πάσχει βαρέως, η δε καλύβη μου δεν έχει παρά δύο δωμάτια· εις το έν κοίτεται η σύζυγός μου, το δε άλλο κατέχεται από τα έξ παιδία μου. Είσελθε όμως, και θέλω προσπαθήσει να σε εξοικονομήσω. Ο μακαρίτης πατήρ μου μ' έλεγε πάντοτε «κάμνε καλόν, και ο Θεός μετά σου. »

Ο χωρικός ωδήγησε τότε τον ξένον του εις το δωμάτιον, όπου ητοιμάζοντο να κοιμηθώσι τα τέκνα του· τον παρεκάλεσε δε να περιμείνη μίαν στιγμήν, και αμέσως έτρεξε να ίδη, πώς είναι η πάσχουσα σύζυγός του· μετ' ολίγον δε επανήλθε φέρων προς τον ξένον άρτον και λάχανα ξυνά, μη έχων καλλιτέραν τροφήν να τω προσφέρη.

Ενώ δε ο ξένος εδείπνει, ο χωρικός έβαλε τα τέκνα του να προσευχηθώσι, και ακολούθως να κοιμηθώσι πλησιέστερα παρά το σύνηθες, όπως οικονομήση τόπον και διά τον ξένον του· δείξας δε προς αυτόν την οποίαν τω ητοίμασε κλίνην, έτρεξε πάλιν προς την ασθενή σύζυγόν του.

Ο δε ξένος έπεσεν επί της κλίνης, διαλογιζόμενος την προς αυτόν φιλοφροσύνην του πτωχού οικοδεσπότου, την προς τα τέκνα του τρυφερότητά του, την ανησυχίαν του διά την πάσχουσαν σύζυγόν του, την καθαριότητα και τάξιν της πτωχής καλύβης, και τον ήσυχον ύπνον των έξ πλησίον του αθώων παιδίων.

Εγερθείς δε την αυγήν και ετοιμαζόμενος ν' αναχωρήση, βλέπει εισερχόμενον τον χωρικόν, κρατούντα βρέφος νεογέννητον, και λέγοντα προς αυτόν — ιδού, φίλε, νέος υιός, τον οποίον ο Θεός μοι απέστειλε κατά την νύκτα ταύτην· ευχήθητι υπέρ της ζωής και της ευτυχίας αυτού.

Ο ξένος, λαβών το βρέφος εις τας χείρας και παρατηρήσας αυτό, εβεβαίωσε τον πατέρα μετά προφητικής πεποιθήσεως, ότι το νεογέννητον εντός ολίγου θέλει φέρει ευδαιμονίαν εις την οικογένειαν. Αναχωρών δε εξέφρασε την ευγνωμοσύνην του προς τον χωρικόν, και προς αμοιβήν τω υπεσχέθη ότι θέλει τω προμηθεύσει ανάδοχον.

Αλλά την επιούσαν ο χωρικός, λησμονήσας και τον ξένον, και τας προφητείας, και τας υποσχέσεις του, ητοιμάζετο να μεταβή εις τον ναόν του χωρίου, όπως βαπτίση το βρέφος του.

Εξαίφνης όμως η Αυτοκρατορική φρουρά παρουσιάζεται ενώπιον της καλύβης, και μετ' ολίγον ο Αυτοκράτωρ Ιβάν μετά λαμπράς συνοδείας εμφανίζεται, ζητών παρά του εκπεπληγμένου χωρικού το βρέφος διά να βαπτίση αυτό.

— Εγώ είμαι, φίλε, λέγει ο Αυτοκράτωρ προς τον χωρικόν, ο χθεσινός σου ξένος. Σε υπεσχέθην ανάδοχον, και ιδού εκπληρώ την υπόσχεσίν μου.

— Όπως γνωρίσω τα αισθήματα των κατοίκων του χωρίου τούτου, πολλών θύρας έκρουσα ζητών τροφήν και άσυλον, αλλά συ μόνος εξεπλήρωσας το χριστιανικόν χρέος της προς τον πλησίον αγάπης· όθεν ανταποδίδων σήμερον την αρετήν σου, εκπληρώ το πλέον ευάρεστον των ηγεμονικών καθηκόντων μου. Το νεογέννητον τέκνον σου θέλω βαπτίσει και θέλω αναθρέψει δι' εξόδων μου, και αν, ως ελπίζω, αναδειχθή άξιος και τίμιος νέος, θέλω τον προβιβάσει εις τα ανώτερα αξιώματα της αυλής μου. Συ δε θέλεις έχει και οικίαν ευρυχωροτέραν, και κτήματα και ποίμνια, όπως ευκολώτερον εξασκής τα φιλάνθρωπα αισθήματα της καλής σου καρδίας. Τοιουτοτρόπως, επρόσθεσεν ο Αυτοκράτωρ χαμογελών, πραγματοποιείται η χθεσινή μου προφητεία.

Φαντάσθητε την χαράν και την έκπληξιν του πτωχού χωρικού, όστις βεβαίως ενόμιζεν ότι ωνειρεύετο. Αλλά το γλυκύ όνειρόν του προσεχώς επραγματοποιήθη πληρέστατα, διότι και ο υιός του εβαπτίσθη υπό του Αυτοκράτορος, και κτήματα και ποίμνια πολλά, και κατοικίαν ευρύχωρον απέκτησε.

Τοιουτοτρόπως και η προς τον πλησίον αγάπη του χωρικού πλουσιοπάροχον αμοιβήν έλαβε, και προς τους σκληροκαρδίους χωρικούς διδακτικώτατον μάθημα εδόθη.

Η προς τον πλησίον αγάπη και αγαθοποιία, παρετήρησεν ακολούθως ο Γεροστάθης, γεννά και άλλο επίσης ευγενές και ωραίον αίσθημα, το αίσθημα της ευγνωμοσύνης, ήτις και τον ευεργετηθέντα τιμά, και τον ευεργέτην ευχαριστεί.

Εάν δε η αγάπη και η αγαθοποιία του πλησίον ήναι χρέος ιερόν παντός ανθρώπου, ασυγκρίτως ιερώτερον χρέος είναι βεβαίως η αγάπη, το σέβας, η ευγνωμοσύνη των ευεργετουμένων προς τους ευεργέτας αυτών.

Και αυτά τα άλογα ζώα, και αυτά τα άγρια θηρία αισθάνονται το αίσθημα της ευγνωμοσύνης· οι αγνώμονες λοιπόν είναι θηριωδέστεροι και αυτών των αγρίων θηρίων.

Τότε δε ο αγαθός γέρων διηγήθη το εξής.

Ο ΛΕΩΝ ΚΑΙ Ο ΑΝΔΡΟΚΛΗΣ.

Ο Ανδροκλής ήτο δούλος πλουσίου Ρωμαίου, διατρίβοντος εις την Αφρικήν· αλλά, μη δυνάμενος να υποφέρη τας μαστιγώσεις και τα βασανιστήρια του σκληρού κυρίου του, εδραπέτευσεν εκ της οικίας του, διά ν' αναπνεύση ελεύθερον αέρα εις τα δάση, εις τα σπήλαια, και εις τας ερήμους της Αφρικής.

Ενώ δε ημέραν τινά ανεπαύετο ο δραπέτης Ανδροκλής υπό την δροσεράν σκιάν σπηλαίου τινός, έντρομος βλέπει λέοντα εισερχόμενον εντός του σπηλαίου. — Τετέλεσται! είπε τότε καθ' εαυτόν, και απνευστί επερίμενε την στιγμήν, καθ' ην επρόκειτο να κατασπαραχθη υπό του τρομερού θηρίου.

Αλλ' ο λέων χωλαίνων πλησιάζει ησύχως τον Ανδροκλήν, και υψόνων τον πόδα του δεικνύει αυτόν, ως να εζήτει βοήθειαν.

Ο Ανδροκλής, παρατηρήσας άκανθαν εμπηγμένην εις τον πόδα του λέοντος, με τρέμουσαν χείρα αποσπά αυτήν, και ούτως ελευθερόνει τον λέοντα από τους οποίους υπέφερε πόνους.

Ο δε λέων, διά να εκφράση την προς τον ευεργέτην ευγνωμοσύνην του, ήρχισε να γλύφη αυτόν ημέρως διά της γλώσσης του. Ο Ανδροκλής, συνελθών ολίγον κατ' ολίγον, συνοικειώθη βαθμηδόν μετά του ευγνώμονος θηρίου, και επί τινας ημέρας συνέζησε και συνετράφη μετ' αυτού εντός του σπηλαίου

Αλλ' αυγήν τινα, εξελθών προς ανεύρεσιν τροφής, συλλαμβάνεται υπό Ρωμαίων στρατιωτών, και δέσμιος απάγεται εις την Ρώμην, όπου είχεν ήδη μεταβή ο κύριός του. Εκεί δε καταδικάζεται να γίνη βορά των θηρίων.

Καθώς η ταυρομαχία διασκεδάζει τους Ισπανούς, τοιουτοτρόπως το αποτρόπαιον θέαμα της θηριομαχίας διεσκέδαζέ ποτε τον Ρωμαϊκόν λαόν. Αλλ' η σκληρά αύτη πάλη μεταξύ αγρίων θηρίων και δυστυχών ανθρώπων, ευαρεστούσα τους Ρωμαίαυς, ουχί μόνον το σκληροκάρδιον αυτών απεδείκνυεν, αλλά και την θηριωδίαν εδίδασκεν αυτούς.

Ενώπιον λοιπόν του περιεστώτος Ρωμαϊκού λαού ο κατάδικος Ανδροκλής εκτίθεται εις της θηριομαχίας το αμφιθέατρον· αφ' ετέρου δε πειναλέος και άγριος λέων απολύεται κατά του τρέμοντος και ημιθανούς ήδη καταδίκου. Ορμά τότε ο λέων όπως κατασπαράξη το θύμα του και χορτάση την πείναν του· αλλ' άμα πλησιάσας τον Ανδροκλήν, παρατηρεί αυτόν μετά προσοχής, οπισθοδρομεί, καταπραΰνει το άγριον ύφος του, και μετ' ολίγον πλησιάζει πάλιν αυτόν, ουχί πλέον διά να κατασπαράξη, αλλά διά να ασπασθη τον παλαιόν του φίλον και ευεργέτην.

Οι θεαταί δικαίως εκπλήττονται ενώπιον του παραδόξου τούτου θεάματος. Ο δε Ανδροκλής, αναγνωρίζων τον ευγνώμονα της Αφρικής φίλον του, αφόβως εναγκαλίζεται αυτόν, και διηγείται εις τους εκπεπληγμένους θεατάς τα μεταξύ αυτού και του λέοντος εν τω σπηλαίω της Αφρικής διατρέξαντα.

Οι Ρωμαίοι, συμμερισθέντες τότε την ευσπλαγχνίαν του ευγνώμονος θηρίου, εχάρισαν εις τον Ανδροκλήν την ζωήν, ομού δε με αυτήν τω εχάρισαν και τον φίλον του λέοντα.

Οποίον αίσχος, εφώναξεν ο Γεροστάθης, θηρίον να διδάσκη ευσπλαγχνίαν εις λογικούς και πεπολιτισμένους ανθρώπους!

Οποία δε θηριωδία πρέπει να εμφωλεύη εις τας αγνώμονας ψυχάς, όταν και αυτά τα θηρία της Αφρικής αναφαίνωνται τόσον ευγνώμονα!

Το διήγημα τούτο, ως μας είπεν ο γέρων, δεν είναι μύθος, αλλ' ιστορική αλήθεια. Ο Πλειστονίκης, μάρτυς αυτόπτης του συμβάντος, διηγήθη αυτό εις τον Αύλον Γέλλιον, συγγραφέα της Ρώμης.

Αλλ' οι σοφοί προγονοί μας εφρόνουν ότι, αν ο ευεργετούμενος πρέπη να ενθυμήται την ευεργεσίαν, ο ευεργετών απ' εναντίας πρέπει να λησμονή αυτήν.

Όσω ευκολώτερα λησμονεί ο ευεργετών την ευεργεσίαν, τόσω η αξία αυτής αυξάνει, και τόσω ζωηρότερα συναισθάνεται αυτήν ο ευεργετούμενος.

Απ' εναντίας, εάν ο ευεργετών ενθυμήται και αναφέρη τας ευεργεσίας του, καυχώμενος δι' αυτάς, και των ευεργεσιών η αξία εξαφανίζεται, και της ευγνωμοσύνης το αίσθημα εξασθενεί και εκπνέει.

Τοιουτοτρόπως ίσως εξηγείται, παιδία μου, μας είπεν ο αγαθός γέρων, η προς το έθνος ημών αδιαφορία και ψυχρότης, διά να μη είπω αποστροφή και καταφορά πολλών Ευρωπαίων. Πολλάκις διά να εξυπνίσωμεν την υπέρ ημών συμπάθειάν των, υπενθυμίζομεν αυτούς ότι εις τα αθάνατα συγγράμματα των προγόνων μας χρεωστούν τα φώτα και τον πολιτισμόν των, και ότι διά της ωραίας Ελληνικής γλώσσης εδιδάχθησαν την θείαν και αληθή του Χριστού θρησκείαν.. Αλλ' υπενθυμίζοντες τας παρελθούσας ταύτας ευεργεσίας, αντί να διεγείρωμεν φιλελληνισμόν, προσβάλλομεν την φιλαυτίαν αυτών, και εξάπτομεν την προς ημάς αποστροφήν των.

Ας αποσιωπώμεν λοιπόν τας παρελθούσας ευεργεσίας, τοσούτω μάλλον καθόσον ουχί ημείς, αλλ' οι προπάτορες ημών επρόσφεραν αυτάς εις την Ευρώπην.

Ας προσπαθήσωμεν δε ουχί διά των πατραγαθιών, αλλά διά της ιδίας ημών διαγωγής να προσελκύσωμεν την αγάπην, την υπόληψιν, το σέβας, και την ευγενή συνδρομήν των χριστιανικών λαών και κυβερνήσεων.

Δύσκολον είναι το έργον, επρόσθεσε στενάζων ο Γεροστάθης· αλλ' ο Δημοσθένης μας εδίδαξεν ότι δεν υπάρχει δυσκολία, την οποίαν η σταθερά θέλησις και η φιλοπονία δεν δύνανται να υπερνικήσωσιν.

Ας φωτίζωμεν εν τούτοις και ας αυξάνωμεν τας διανοητικάς και σωματικάς ημών δυνάμεις. Ας αγαπήσωμεν τους κόπους και την εργασίαν. Ας εξευγενίζωμεν και ας ανυψόνωμεν το αίσθημα διά του Ελληνισμού. Ας εξημερόνωμεν την ψυχήν διά του Χριστιανισμού, και ιδίως διά του Θείου Νόμου της αγάπης. Ναι, ας αγαπήσωμεν αλλήλους, και τότε η ευδαιμονία και ημών αυτών και της φίλης πατρίδος θέλει είσθαι βεβαία.

Καθώς ο Θεός επέχυσε το θερμαντικόν εις την φύσιν, όπως δι' αυτού ζωογονήται ο υλικός κόσμος, τοιουτοτρόπως επέβαλε και εις τον ηθικόν κόσμον την αμοιβαίαν αγάπην, όπως ζωογονούμενοι δι' αυτής ζώμεν ευδαίμονες. Καθώς δε το παγετώδες ψύχος απονεκρόνει άπασαν την περί τους πόλους φύσιν, ούτω και ο εγωισμός, αυτός ο ψυχρός αντίπους της προς τον πλησίον αγάπης, απομονόνει και καταστρέφει και άτομα και έθνη.

Αλλ' αγαπώντες τον πλησίον, εξ ανάγκης πρέπει ν' αγαπώμεν και τας δύο σεμνάς θυγατέρας της Αγάπης, ήτοι την Ευεργεσίαν και την Δικαιοσύνην.

Ο ΑΓΑΘΟΣ ΤΙΤΟΣ

Ο Αυτοκράτωρ της Ρώμης Τίτος τόσην αγαθότητα και φιλανθρωπίαν είχεν, ώστε, υπάγων εσπέραν τινά εις την κλίνην του, λυπούμενος έλεγεν — Η σημερινή μου ημέρα εχάθη επί ματαίω· ουδεμίαν αφορμήν ευεργεσίας τινός έλαβον σήμερον._!!

Ας μη προφασιζώμεθα δε λέγοντες ότι ημείς δεν είμεθα Αυτοκράτορες, ούτε πλούσιοι, ούτε ισχυροί, και επομένως δεν δυνάμεθα να ευεργετώμεν.

Εάν η προς τον πλησίον αγάπη και αγαθοποιία δεν ήτο ευκολωτάτη εις πάντα άνθρωπον, ο δίκαιος και προνοητικός Θεός βεβαίως δεν ήθελεν επιβάλει αυτήν ως απαραίτητον χρέος παντός χριστιανού.

Μέσα ευεργεσίας δεν είναι μόνον ο πλούτος και η δύναμις. Μυρία άλλα μέσα αγαθοποιίας μας εχάρισεν ο πανάγαθος. Μυρίας δε ευεργεσίας επιδαψιλεύει καθ' εκάστην εις ημάς, όπως και ημείς, μιμούμενοι το θείον παράδειγμά του, προθύμως ευεργετώμεν αλλήλους.

Ήθελε δε είσθαι μωρία ασυγχώρητος εν τω μέσω αυτού του ευμεταβλήτου κόσμου να είπη τις, όσον πλούσιος, όσον ευτυχής, όσον μέγας και αν ήναι, ότι δεν έχει ούτε θέλει λάβει ποτέ ανάγκην βοηθείας, και ότι περιττόν επομένως είναι να βοηθή άλλους.

Άπειροι είναι αι περιπέτειαι του ανθρωπίνου βίου, και ατελεύτητοι αι αμοιβαίαι των ανθρώπων ανάγκαι. Αλλά δύο είναι αι μεγάλαι και διαρκείς ανάγκαι παντός ανθρώπου, η ευάρεστος συναίσθησις της ιδίας αυτού συνειδήσεως, και η παρά των άλλων αγάπη. Μόνον δε ευεργετούντες, δυνάμεθα να θεραπεύσωμεν τας δύο ταύτας μεγάλας ανάγκας.

Ας λυπώμεθα λοιπόν και ημείς, ως ο αγαθός Τίτος, οσάκις, υπάγοντες εις την κλίνην, ενθυμώμεθα ότι εχάσαμεν την ημέραν άνευ τινός αγαθοποιίας.

Αλλά διά ν' ασπασθώμεν την αγαθοποιίαν, μας είπεν ο Γεροστάθης, πρέπει προηγουμένως ν' αγαπήσωμεν την δικαιοσύνην. «Το μηδέν αδικείν και φιλανθρώπους ποιεί » έλεγον οι αρχαίοι σοφοί μας. Το πρώτον βήμα της αγάπης είναι βεβαίως η δικαιοσύνη, το δε δεύτερον η ευεργεσία. Άνθρωπος, όστις δεν σέβεται ως ιερά και απαραβίαστα το πρόσωπον, την ιδιοκτησίαν, την τιμήν, την υγείαν, και την ζωήν των ομοίων του, άνθρωπος εν ενί λόγω άδικος και ικανός να κακοποιήση, βεβαίως ούτε φιλάνθρωπος ούτε ευεργετικός δύναταί ποτε να ήναι.

Διά τούτο και ο Ιησούς προς μεν τους αδίκους είπεν «Αποχωρείτε απ' εμού οι εργαζόμενοι την ανομίαν,» περί δε των δικαίων «Μακάριοι οι πεινώντες και διψώντες την δικαιοσύνην, ότι αυτοί χορτασθήσονται.»

Άνευ χρηστών ηθών, άνευ αγάπης, άνευ δικαιοσύνης, και αυτή η ζωογονούσα τα έθνη ελευθερία μεταβάλλεται εις ακολασίαν, ήτις επί τέλους φέρει την κακοδαιμονίαν ή της εσωτερικής τυραννίας, ή διά της εξωτερικής υποδουλώσεως.

Ο Γεροστάθης ενθυμήθη τότε τους τριάκοντα τυράννους των Αθηνών, την αρετήν του Σωκράτους, και την δικαιοσύνην του Αριστείδου. Ιδού δε όσα περί αυτών μας είπεν.

ΟΙ ΤΡΙΑΚΟΝΤΑ ΤΥΡΑΝΝΟΙ ΚΑΙ Ο ΣΩΚΡΑΤΗΣ.

Μετά τον δυστυχή Πελοποννησιακόν πόλεμον οι Αθηναίοι, απολέσαντες την αρχαίαν των αρετήν, συναπώλεσαν και την ελευθερίαν των, υπό τον ζυγόν τριάκοντα σκληρών τυράννων υποβληθέντες.

Άπας σχεδόν ο λαός των Αθηνών είχε τότε εξαχρειωθή· αλλ' ο ενάρετος Σωκράτης ανεφάνη διαμαρτύρησις ζώσα και κατά της διαφθοράς των συγχρόνων του, και κατά της απανθρωπίας των τριάκοντα.

Θέλοντες οι τύραννοι να συλλάβωσι και να φονεύσωσιν αδίκως μεταξύ άλλων καί τινα Λέοντα Σαλαμίνιον, διέταξαν τον Σωκράτην και άλλους τέσσαρας Αθηναίους να μεταβώσιν εις Σαλαμίνα προς εκτέλεσιν της παρανόμου συλλήψεως του Λέοντος.

Και οι μεν τέσσαρες Αθηναίοι υπείκοντες μετέβησαν αμέσως· αλλ' ο ενάρετος Σωκράτης δεν ηθέλησε να συνεργήση εις παρανόμους πράξεις, καταφρονήσας γενναίως και την οργήν και τας απειλάς των αιμοβόρων τυράννων· επροτίμησε δε να διακινδυνεύση και αυτήν την ύπαρξίν του παρά να γίνη όργανον αδικίας και παρανομίας.

Τοιαύτην μεγαλοψυχίαν και αυταπάρνησιν εμπνέει εις τας ευγενείς ψυχάς το ιερόν αίσθημα της δικαιοσύνης!

Την αυτήν δε μεγαλοψυχίαν ανέδειξεν ο φιλοδίκαιος Σωκράτης και ότε, ων μέλος της Βουλής των Πεντακοσίων, επρόκειτο να δικάση τους στρατηγούς των Αθηνών, οίτινες είχον κατατροπώσει τον εχθρικόν στόλον των Λακεδαιμονίων εις τας Αργινούσας πλησίον της Μυτιλήνης.

Ο παράφορος όχλος, εξαπτόμενος υπό των ραδιούργων και κακοηθεστάτων δημαγωγών, απήτει την θανατικήν καταδίκην των στρατηγών, επί τη προφάσει ότι δεν εφρόντισαν να διασώσωσι μετά την ναυμαχίαν τους πεσόντας εις την θάλασσαν.

Εις μάτην οι στρατηγοί επεκαλούντο την τρομεράν τρικυμίαν, ήτις είχε καταστήσει αδύνατον την διάσωσιν των πεσόντων. Οι Βουλευταί έντρομοι υπέκυψαν εις την παραφοράν και εις τας απειλάς του όχλου. Μόνος ο βουλευτής Σωκράτης ατρόμητος ανέκραξεν ότι ενόσω ζη βεβαίως δεν θέλει μολύνει διά της αδικίας την συνείδησίν του, διακινδυνεύσας και πάλιν την ζωήν του χάριν της δικαιοσύνης.

Οι στρατηγοί εντούτοις κατεδικάσθησαν εις την ποινήν του θανάτου· αλλά μετά τινας χρόνους, μετανοήσαντες οι Αθηναίοι διά την άδικον καταδίκην, εδικαίωσαν τον Σωκράτην, τιμωρήσαντες τους κατηγόρους των θανατωθέντων στρατηγών.

Τοιουτοτρόπως μετανοήσαντες κατεδίωξαν και τους κατηγόρους του Σωκράτους, αφού και αυτόν εν τη φυλακή επότισαν το κώνειον του θανάτου.

Αλλ' αι τοιαύται παράκαιροι και ανωφελείς μετάνοιαι δεν αποπλύνουν το αιώνιον αίσχος των πολιτικών αδικημάτων. Το κυριώτερον χαρακτηριστικόν της φρονήσεως είναι η πρόνοια· η δε μετάνοια δεν αποδεικνύει ειμή την παρελθούσαν αφροσύνην.

Αλλ' εάν η τότε αφροσύνη, η τότε διαφθορά των Αθηναίων κατεπίκρανε τα σπλάγχνα της Ελλάδος, η εμφάνισις όμως του Σωκράτους επί του Ελληνικού ορίζοντος παρηγόρησε την Πατρίδα, και συνεκάλυψε την αδοξίαν αυτής.

Περί δε του δικαίου Αριστείδου μας διηγήθη τα εξής·

Ο ΔΙΚΑΙΟΣ ΑΡΙΣΤΕΙΔΗΣ.

Ο Αριστείδης εκ νεαράς ηλικίας ανέδειξε χαρακτήρα σεμνόν και σταθερόν, αγάπην ένθερμον προς την αρετήν και την δικαιοσύνην, και αποστροφήν κατά της ψευδολογίας, της απάτης, και της κολακείας. Ούτε χάριν αστεϊσμού δεν κατεδέχετο, ως λέγει ο Πλούταρχος, να προσφύγη ποτέ εις τα δυσειδή ταύτα ελαττώματα.

Το πολιτικόν αξίωμα, το οποίον καθ' όλην την διάρκειαν του βίου του σταθερώς ησπάσθη, ήτο ότι ο αγαθός πολίτης πρέπει να λέγη και να πράττη μόνον τα χρηστά και τα δίκαια. Τοιουτοτρόπως δε ηξιώθη της θείας επωνυμίας του Δικαίου.

Διηγούνται ότι ενήγαγε ποτέ τινα ενώπιον του δικαστηρίου. Ο δε δικαστής, άμα ακούσας τον Αριστείδην, γνωρίζων την φιλαλήθειαν και το φιλοδίκαιον αυτού, ηθέλησεν αμέσως να καταδικάση τον αντίδικόν του άνευ τινός απολογίας. Αλλ' ο Αριστείδης θερμώς παρεκάλεσε τον δικαστήν να μη εκδώση απόφασιν, πριν ή ακούση και τους λόγους του αντιδίκου του. Τοιαύτη ήτο η προς την δικαιοσύνην αγάπη του! Δεν ανείχετο να ενεργηθή ούτε παρ' αυτού, ούτε παρ' άλλων αδικία και κατ' αυτών των εναντίων του· αδικία δε μεγίστη βεβαίως ήθελεν είσθαι να καταδικάση ο δικαστής άνθρωπον χωρίς προηγουμένως ν' ακούση αυτόν.

«Τίμιος μεν και ο μηδέν αδικών, είπεν ο Πλάτων, αλλ' ο μη επιτρέπων τοις αδικούσιν αδικείν, πλέον ή διπλασίας τιμής άξιος εκείνου.» Διπλασίας τιμής άξιος ήτο λοιπόν και ο Αριστείδης, διότι και αυτός δεν ηδίκει, και τους άλλους απέτρεπεν από τας αδικίας.

Τόσην δε υπόληψιν και σέβας έτρεφον προς αυτόν οι συμπολίταί του διά τον φιλοδίκαιον χαρακτήρα του, ώςτε, αντί να προσφεύγωσιν εις τα δικαστήρια, έτρεχον εις τον Αριστείδην προς διάλυσιν των διαφορών των.

Ενώ δε ημέραν τινά εδίκαζε δύο πολίτας, ο είς εξ αυτών, όπως τον ερεθίση κατά του αντιδίκου του, ανέφερεν ότι πολλάκις ο αντίδικός του ηδίκησε και τον Αριστείδην. Αλλ' αυτός, κατασιγάζων ενώπιον της δικαιοσύνης παν ιδιαίτερον αυτού πάθος, είπε προς τον δικαζόμενον «Αντί ν' αναφέρης τας προς εμέ αδικίας του αντιδίκου σου, ειπέ κάλλιον ποίαν αδικίαν έπραξεν αυτός προς σε, διότι σήμερον ο αντίδικός σου δεν δικάζεται μετ' εμού, αλλά μετά σου.»

Δικαίως λοιπόν, ότε εις το θέατρον των Αθηνών παριστάνετο η τραγωδία των επτά επί Θήβας του ποιητού Αισχύλου, και είς των υποκριτών είπεν ότι ο Αμφιάραος

«Ου γαρ δοκείν δίκαιος, αλλ' είναι θέλει,» πάντες έστρεψαν τα βλέμματα προς τον Αριστείδην, δεικνύοντες ούτως ότι εις αυτόν μάλιστα ήρμοζεν ο στίχος του Αισχύλου.

Το φιλοδίκαιον του Αριστείδου ανεφάνη και ότε ο Θεμιστοκλής επρότεινεν εις τους Αθηναίους ότι συνέλαβε σχέδιον, το οποίον, αν τω επέτρεπον να εκτελέση, ήθελεν αποβή ωφελιμώτατον εις τας Αθήνας.

Ο Αριστείδης, μαθών παρά του Θεμιστοκλέους ότι το σχέδιον τούτο συνίστατο εις το να καύσωσιν εξαίφνης τους στόλους όλων των άλλων Ελληνίδων πόλεων, και ούτω να μείνωσιν οι Αθηναίοι θαλασσοκράτορες και κύριοι της Ελλάδος όλης, είπε προς τους Αθηναίους, ότι _το σχέδιον φαίνεται μεν ωφελιμώτατον, αλλ' είναι αδικώτατον. Οι δε Αθηναίοι, ενάρετοι τότε όντες και φιλοδίκαιοι, αποστρεφόμενοι δε τας εξ αδικιών ωφελείας και τα επί αδικημάτων στηριζόμενα μεγαλεία, απέκρουσαν αμέσως το σχέδιον του Θεμιστοκλέους.

Η δικαιοσύνη ανυψοί τα έθνη, είπεν ο σοφός Σολομών, και η αδικία καταστρέφει αυτά. Είθε η μεγάλη αύτη αλήθεια να οδηγή πάντοτε και λαούς και κυβερνώντας!

Δι' αδικιών, δι' αρπαγών, διά δολιοτήτων δύνανται βεβαίως να ωφεληθώσι και να μεγαλυνθώσι προς ώραν και άτομα και έθνη· αλλά της κακίας η τιμωρία δεν βραδύνει. Η αδικία γεννά τύψεις συνειδότος, εχθρούς, απομόνωσιν, αντεκδικήσεις, και επί τέλους καταστροφήν. Μόνα τα διά της φιλοπονίας, της αγαθοεργίας, και της δικαιοσύνης αποκτώμενα ωφελήματα και μεγαλεία είναι αληθή, διαρκή και ευάρεστα.

Διά τούτο και ο μέγας διδάσκαλος της αρετής, ο Σωκράτης, εδίδασκεν ότι ποτέ πράξις άδικος δεν δύναται να ήναι και αληθώς ωφέλιμος, αλλ' ότι μόνον το δίκαιον είναι και πραγματικώς ωφέλιμον. Ενόσω οι Αθηναίοι ηκολούθουν τας αναλλοιώτους ταύτας αρχάς της αρετής, και ως κόρην οφθαλμού εφύλαττον τους νόμους του Σόλωνος, η ελευθερία συνεβασίλευε μετά της ευνομίας και της αρετής. Αλλ' ότε η αρετή εξέλιπε, τότε και η ελευθερία εξέκλινεν εις ακολασίαν, η δε τυραννία διεδέχθη την ελευθερίαν, και η αδικία την δικαιοσύνην· τότε δε και τους νικηφόρους στρατηγούς των αδίκως κατεδίκαζον εις θάνατον, και τον ενάρετον Σωκράτην και τον χρηστόν Φωκίωνα απανθρώπως επότιζον το κώνειον.

Έκτοτε, παιδία μου, επρόσθεσε τεθλιμμένος ο γέρων, ημέραν καλήν δεν είδε πλέον η δυστυχής Ελλάς, συμποτισθείσα και αυτή μετά των φιλτάτων της τέκνων Σωκράτους και Φωκίωνος το κώνειον της κακοδαιμονίας.

Προσπαθήσατε λοιπόν σεις, τα νέα τέκνα της, αι νέαι ελπίδες της, ανατρεφόμενοι και ζώντες χριστιανικώς και εναρέτως, να φέρητε εις τους κόλπους αυτής την αρετήν, την δικαιοσύνην, και την αγάπην, όπως ζήση πάλιν ένδοξος και ευδαίμων η σήμερον τεθλιμμένη πατρίς.

Εγχαράξατε επομένως εις τα βάθη της καρδίας σας τους ακολούθους στίχους

«Αγάπα τον πλησίον σου, ποτέ μη αδικήσης, « Και έσο ευεργετικός, διά να ευτυχήσης.» ~~~~~~~~~~

        « Ούτε αντιδικείν δει, ούτε κακώς
        ποιείν ουδένα, ουδ' αν οτιούν πά-
        σχω υπ' αυτών. »
         (Σωκράτους.).

ΕΝΩ ημέραν τινά ήμεθα όλοι συνηγμένοι εις την αυλήν του σχολείου,
και εγυμναζόμεθα, παρόντων των διδασκάλων και του αγαθού
Γεροστάθου, συνέβησαν τα ακόλουθα μεταξύ του συμμαθητού μας
Παύλου και της αδελφής του Ευφροσύνης.

Ο ΠΑΥΛΟΣ ΚΑΙ Η ΕΥΦΡΟΣΥΝΗ.

Ο οκταετής Παύλος ήτο έξυπνος και ζωηρός, είχε δε καλήν και ευαίσθητον καρδίαν, αλλ' ενίοτε ως εκ της ζωηρότητός του παρεξετρέπετο εις πράξεις ατόπους, διά τας οποίας ακολούθως έχυνε δάκρυα μετανοίας και λύπης.

Η αδελφή του Ευφροσύνη, νεάνις δεκαετής, γλυκεία και φιλάδελφος, ήρχετο τακτικώτατα κατά την ώραν της γυμναστικής, όπως μετά την σωμασκίαν του αδελφού της συνοδεύη αυτόν εις την πατρικήν των οικίαν.

Ενώ δε επερίμενεν ημέραν τινά εις την αυλήν του σχολείου, θεωρούσα τας διαφόρους γυμνάσεις, ο Παύλος, αποτυχών είς τινα επί του μονοζύγου στροφήν, έπεσεν επί της άμμου. Η αποτυχία και η πτώσις του επροκάλεσαν τον γέλωτα όλων ημών, τον οποίον συνεμερίσθη και η αδελφή του.

Αλλ' ο Παύλος, εντραπείς διά την αποτυχίαν του, και θυμώσας διά τον γέλωτα, πλησιάζει την Ευφροσύνην εισέτι γελώσαν, και οργίλως καταφέρει κατά του προσώπου της σφοδρόν γρόνθον, όστις και πόνον και αιμορραγίαν τη επροξένησεν.

Κρατούσαν τότε το αιμοσταγές πρόσωπόν της, τρέχει κατόπιν του φεύγοντος Παύλου διά να κτυπήση αυτόν.

Αλλ' ο Γεροστάθης προφθάνει, και συλλαμβάνων αυτήν από την χείρα λέγει προς αυτήν — Αν θέλης να τιμωρήσης, κόρη μου, τον Παύλον, και να εκδικηθής, πρέπει να φιλήσης, και ουχί να κτυπήσης αυτόν.

Η Ευφροσύνη, στρέφουσα με απορίαν και θαυμασμόν τα βλέμματα προς τον Γεροστάθην — Να τον φιλήσω! λέγει, ενώ αυτός τόσον δυνατά μ' εκτύπησε!

— Ναι! να τον φιλήσης, επαναλαμβάνει ο γέρων. Αν τον κτυπήσης, θ' αναφανής και συ κακή ως αυτός· αντί δε να τον διορθώσης διά του κτυπήματος, θέλεις τον εξάψει έτι μάλλον, και εις την έξαψίν του ίσως σε κακοποιήση έτι περισσότερον. Αν τον κτυπήσης, αντί να τον κάμης να σ' αγαπήση και να φέρηται αδελφικώς προς σε, θέλεις αυξήσει την αποστροφήν του, και θέλεις χειροτερεύσει την κακήν του διαγωγήν.

Αν όμως, Ευφροσύνη μου, τον φιλήσης, θ' αναφανής συ καλλιτέρα εκείνου· διά του καλού σου παραδείγματος θέλεις τον σωφρονίσει, διά της πραότητος και γλυκύτητός σου θέλεις τον κάμει να συναισθανθή το σφάλμα του, να μετανοήση, και να σε αγαπήση, γινόμενος και εκείνος γλυκύς και πράος. Ιδέ τον με πόσην λύπην παρατηρεί το αιματωμένον πρόσωπόν σου! ήρχισεν ήδη να μετανοή! τρέξε λοιπόν και φίλησέ τον, δος καλόν αντί κακού, φίλημα αντί κτυπήματος, και ούτω θέλεις θριαμβεύσει.

Ενόσω ο Γεροστάθης ωμίλει, ο θυμός της μικράς Ευφροσύνης βαθμηδόν επραΰνετο· μόλις δε ο γέρων ετελείωσε, και η Ευφροσύνη τρέχει, εναγκαλίζεται, και καταφιλεί τον αδελφόν της.

Το αγαθόν αυτό φίλημα προκαλεί εις τους οφθαλμούς του Παύλου δάκρυα μετανοίας, και συγχρόνως αδελφικώτατον αντιφίλημα· η δε Ευφροσύνη, σπογγίζουσα τα δάκρυά του, παρεκάλει αυτόν να μη κλαίη, λέγουσα ότι δεν πονεί πλέον.

Ο Γεροστάθης τότε ένιψε το πρόσωπον της Ευφροσύνης διά ψυχρού ύδατος, όπως παύση το στάζον αίμα· η δε Ευφροσύνη, λαβούσα την δεξιάν του άδελφού της, διευθύνθη μετ' αυτού εις την οικίαν των. Άπαντες δε εθαυμάσαμεν, ιδόντες ιδίοις οφθαλμοίς πόσην δύναμιν, πόσον ύψος, και πόσον ωραία αποτελέσματα έχει η ανταπόδοσις καλού αντί κακού.

Ότε δε μετά την γυμναστικήν εξήλθομεν εις περίπατον μετά του
Γεροστάθου, είς εξ ημών τω είπεν ότι πολύ ωραίον ήτο το προς την
Ευφροσύνην μάθημά του· ο δε αγαθός γέρων απήντησε τα εξής.