WeRead Powered by ReaderPub
Ο Γεροστάθης; ή Αναμνήσεις της παιδικής μου ηλικίας cover

Ο Γεροστάθης; ή Αναμνήσεις της παιδικής μου ηλικίας

Chapter 66: Η ΛΥΣΙΣ.
Open in WeRead

About This Book

The work collects a series of childhood recollections and brief episodes that combine anecdote and moral reflection. Through vignettes of household scenes, acts of charity, and family interactions, the narrator recalls youthful experiences and the influence of parents, mentors, and companions. Each episode is followed by didactic commentary on filial duty, gratitude, piety, and social virtue, frequently drawing on religious and classical authority. The tone alternates between affectionate reminiscence and explicit moralizing, and the structure moves episodically through memories that illustrate personal growth, communal obligations, and the consolations of faith.

Ο ΣΩΚΡΑΤΗΣ ΕΝ ΤΩ ΔΕΣΜΩΤΗΡΙΩ.

Ενώ ο Σωκράτης, καταδικασμένος εις θάνατον, επερίμενεν αταράχως εν τω δεσμωτηρίω την ημέραν, καθ' ην επρόκειτο να πίη το θανατηφόρον κώνειον, οι φίλοι και μαθηταί του, μη υποφέροντες να ίδωσι τον ενάρετον διδάσκαλόν των αποθνήσκοντα αδίκως, προητοίμασαν εν αγνοία του όλα τα μέσα της δραπετεύσεώς του, και της εις την Θεσσαλίαν ασφαλούς διασώσεως αυτού.

Αυγήν τινα εγειρόμενος ο Σωκράτης εν τη φυλακή από τον ήσυχον ύπνον, τον οποίον μόνον οι ενάρετοι και ευσυνείδητοι άνδρες και κατ' αυτήν την παραμονήν του θανάτου των δύνανται να κοιμώνται, βλέπει καθήμενον πλησίον της κλίνης του τον φίλτατον μαθητήν του Κρίτωνα, όστις από τα χαράγματα είχεν εισέλθει εις το δεσμωτήριον, διά να κοινοποιήση εις τον διδάσκαλόν του ότι την επιούσαν επρόκειτο να τω δώσωσι το κώνειον, και συγχρόνως διά να καταπείση αυτόν να φύγη εκ της φυλακής, καθόσον τα πάντα ήσαν ήδη προς τούτο έτοιμα.

Αλλ' ο Σωκράτης, ενώ αφ' ενός ακούει με αταραξίαν την αγγελίαν του επικειμένου θανάτου του, αποκρούει αφ' ετέρου την ιδέαν της δραπετεύσεως και τας παρακλήσεις του Κρίτωνος.

Η ευπείθεια εις τους νόμους της πατρίδος και εις τας αποφάσεις των δικαστηρίων ήτο, κατά τον Σωκράτην, το ιερώτερον χρέος παντός πολίτου, αγαπώντος αληθώς την πατρίδα του· επροτίμησε λοιπόν να μείνη εν τη φυλακή και να θυσιάση την ζωήν του, παρά να δραπετεύση παραβιάζων ούτω τους νόμους της πατρίδος και το καθήκον του αγαθού πολίτου.

Διά να καταπείση δε περί τούτου και τον φίλον του Κρίτωνα, όστις επέμενεν επιθυμών την διάσωσιν του διδασκάλου του, είπε προς αυτόν τα εξής·

«Εάν, φίλε Κρίτων, ήθελον αποφασίσει να δρεπετεύσω εκ της φυλακής, οι Νόμοι και η Πατρίς ήθελον παρουσιασθή ενώπιόν μου και ήθελον με ειπεί

« Τι κάμνεις, ω Σώκρατες; Απεφάσισας να μας καταστρέψης ; Δεν γνωρίζεις ότι είναι αδύνατον να υπάρξη πόλις, όταν οι νόμοι της δεν φυλάττωνται, όταν αι αποφάσεις των δικαστηρίων της δεν εκτελώνται; Φρονείς ίσως ότι σε ηδικήσαμεν, και δι' αυτό θέλεις να μας παραβιάσης ; Αλλ' ελησμόνησας την διδασκαλίαν σου μη κακόν αντί κακού; Η Πατρίς, ω Σώκρατες, διά τον νόμων της και διά των φροντίδων της εγέννησεν, έθρεψεν, εξεπαίδευσε και σε και τους γονείς σου και τους προγόνους σου. Είσαι τέκνον μου, είσαι θρέμμα μου· πώς λοιπόν τολμάς να με βλάψης; Εάν ο πατήρ σου ή ο διδάσκαλός σου σε ραπίσωσιν, ή άλλως πως σε κακοποιήσωσιν, έχεις ποτέ δικαίωμα να επιστρέψης κατ' αυτών το ράπισμα ή την κακοποιίαν; Ουχί βεβαίως. _Αλλά δεν γνωρίζεις ότι η Πατρίς είναι πολύ τιμιώτερον και σεμνότερον και αγιώτερον και από την μητέρα και από τον πατέρα και από όλους τους προγόνους σου· ότι πρέπει να σέβησαι και να περιποιήσαι αυτήν, καί τοι θυμωμένην και άδικον, και ότι ευπειθώς χρεωστείς να πράττης παν ό,τι η Πατρίς διατάττει, και να πληγωθής εις την μάχην, ή και ν' αποθάνης υπέρ αυτής ; Δεν γνωρίζεις ότι, εάν δεν ήναι όσιον να παραβιάζη τις τους γονείς και τας διαταγάς αυτών, πολύ ολιγώτερον όσιον είναι να παραβιάζη τις την πατρίδα και τους νόμους αυτής ; »

— Τι ηδυνάμην, ω φίλε Κρίτων, ν' απαντήσω εις τας σοβαράς αυτάς ερωτήσεις της πατρίδος ; επρόσθεσεν επί τέλους ο Σωκράτης. Ο δε Κρίτων, μη έχων τι ν' απαντήση, παρεδέχθη, αν και λυπούμενος, ως ορθήν την απόφασιν του διδασκάλου του, και έπαυσε παρακαλών αυτόν να δραπετεύση.

Τοιουτοτρόπως δε ο φιλόπατρις Σωκράτης έπιε την επιούσαν το κώνειον, και μετέβη εις την άλλην ζωήν μάρτυς της αρετής, της φιλονομίας, και της φιλοπατρίας του.

Ακολούθως διηγήθη ο γέρων εκ της Ρωμαϊκής Ιστορίας το εξής ωραιότατον παράδειγμα πολιτικής αρετής και αληθούς φιλοπατρίας.

Ο ΜΑΡΚΟΣ ΡΗΓΟΥΛΟΣ.

Περί τα 256 προ Χριστού, ότε διήρκει ο πρώτος πόλεμος μεταξύ Ρωμαίων και Καρχηδονίων, ο Μάρκος Ρήγουλος, ων ύπατος της Ρώμης, εξεστράτευσεν επί κεφαλής μεγάλων στρατών εις την Αφρικήν κατά της Καρχηδόνος.

Κατ' αρχάς ενίκησεν εις διαφόρους μάχας τους εχθρούς της Ρώμης· αλλ' ότε οι Καρχηδόνιοι έκλεξαν ως στρατηγόν των Λακεδαιμόνιόν τινα, Ξάνθιππον καλούμενον, κατώρθωσαν και τον στρατόν του Μάρκου να καταστρέψωσι, και αυτόν μετ' άλλων πεντακοσίων Ρωμαίων να αιχμαλωτίσωσι.

Πέντε ολόκληρα έτη έμεινεν αιχμάλωτος ο Ρήγουλος εντός της Καρχηδόνος. Ότε δε οι Καρχηδόνιοι, νικηθέντες υπό του Μετέλλου, έστειλαν πρέσβεις εις την Ρώμην διά να προτείνωσιν ειρήνην και την ανταλλαγήν των αιχμαλώτων, συναπέστειλαν και τον Ρήγουλον, λαβόντες παρ' αυτού υπόσχεσιν ότι θέλει επανέλθει εις τα δεσμά της αιχμαλωσίας του, αν η Ρώμη απορρίψη τας προτάσεις των. Συναποστέλλοντες δε και τον Ρήγουλον, ήλπιζον ότι ήθελεν υποστηρίξει τας προτάσεις των πρέσβεών των, όπως ελευθερωθή και αυτός από τα δεινά της αιχμαλωσίας.

Αλλ' οποία η έκπληξις και των Καρχηδονίων πρέσβεων και αυτών των Ρωμαίων, ότε, παρουσιασθείς ενώπιον της Ρωμαϊκής Γερουσίας, αντί να υποστηρίξη τας Καρχηδονικάς προτάσεις, κατεπολέμησεν ενθέρμως αυτάς, ως αντιβαινούσας εις τα αληθή συμφέροντα της Ρώμης, θυσιάζων ούτως ενώπιον του ιερού έρωτος της πατρίδος του παν ατομικόν αυτού συμφέρον.

Η Γερουσία της Ρώμης, πεισθείσα υπό των λόγων του φιλοπάτριδος Μάρκου, απέρριψεν όλας τας προτάσεις των Καρχηδονίων, και παρεδέχθη την εξακολούθησιν του πολέμου.

Τότε δε οι φίλοι του Ρηγούλου επροσπάθησαν να κρατήσωσιν αυτόν εις την Ρώμην, προβλέποντες ότι, αν κατά την υπόσχεσίν του ήθελεν επανέλθει εις την Καρχηδόνα, ο θάνατός του ήθελεν είσθαι βέβαιος.

Αλλά φιλοπατρία αληθής άνευ μεγάλης αρετής δεν δύναται να υπάρξη. Ο δε Ρήγουλος, ων φιλόπατρις, αναγκαίως ήτο και ενάρετος, φίλος της τιμής, και επομένως φύλαξ πιστός των υποσχέσεών του. Όθεν, αποκρούσας τας παρακλήσεις και προτροπάς των συμπολιτών του, επανήλθε μετά των πρέσβεων εις την Καρχηδόνα, όπου μαρτυρικός θάνατος επεσφράγισε τον βίον του ενδόξου τούτου πολίτου της αρχαίας Ρώμης.

Έθνη, των οποίων οι πολίται δεν είναι άξιοι ν' αποθάνωσι γενναίως υπέρ πατρίδος, είναι έθνη χαμερπή και χαύνα, ανάξια ελευθερίας, ανάξια ευγενούς υπάρξεως.

Η ελευθερία και η πολιτική ευδαιμονία δεν δύνανται ν' αποκτηθώσι, και πολύ ολιγώτερον να διατηρηθώσιν, εάν έκαστος πολίτης δεν ήναι πάντοτε ικανός και έτοιμος να θυσιασθή υπέρ πατρίδος.

Δεν είναι δε, μας είπεν ο γέρων, ούτε αδύνατον, ούτε δύσκολον να μορφωθώσι τοιούτοι οι πολίται. Ο Σόλων εις τας Αθήνας, και ο Λυκούργος εις την Σπάρτην μας απέδειξαν πόσον θαυματουργός είναι η παιδιόθεν έμφρων και σκόπιμος ανατροφή των πολιτών.

Διατηρήσατε λοιπόν, φίλοι μου, κατά το παράδειγμα των αρχαίων Ελληνοπαίδων, ζωηράν και ακμαίαν την υγείαν σας διά της εγκρατείας, της λιτότητος, και της σωφροσύνης.

Ενισχύσατε, ως εκείνοι, διά της τακτικής σωμασκίας και των κόπων τας σωματικάς σας δυνάμεις.

Ασπάσθητε εκ νεαράς ηλικίας την φιλοτιμίαν, τα γράμματα, την αρετήν, την σεμνότητα, και την εργασίαν.

Αγαπήσατε, ως τέκνα του χριστιανισμού, την γλυκυτάτην θρησκείαν των γονέων σας, και εκτελείτε πάντοτε τα θεία αυτής παραγγέλματα.

Εμπνεύσθητε δε, ως οι πρόγονοί σας, υπό ευγενούς φιλοπατρίας. Και τότε μη αμφιβάλλετε ότι θέλετε αναφανή και υμείς πολίται άξιοι μεγάλης και ενδόξου πατρίδος.

Βεβαίως το πολυτιμότερον κτήμα του ανθρώπου μετά την τιμήν είναι η ζωή. Όσοι λοιπόν, εκφωνούντες μετ' ενθουσιασμού

    «Θάνατος υπέρ πατρίδος είν' αθάνατος ζωή,
    » Είναι, δόξα αιωνία και ηρωική τιμή,
»

θυσιάζουν την ύπαρξίν των εις τον βωμόν της πατρίδος, είναι αναντιρρήτως τα πολυτιμότερα τέκνα αυτής· αλλ' ουχ ήττον φιλοπάτριδες είναι και όσοι δι' αγάπην της πατρίδος υποκύπτουν προθύμως εις άλλας θυσίας.

Ο ΛΥΚΟΥΡΓΟΣ ΕΚΟΥΣΙΩΣ ΕΞΟΡΙΖΟΜΕΝΟΣ.

Ο Λυκούργος, ερωτήσας το μαντείον περί της νομοθεσίας του, ευχαρίστως ήκουσε παρ' αυτού ότι οι νόμοι του ήσαν καταλληλότατοι όπως προαγάγωσι την αρετήν και την δόξαν της Σπάρτης, αν οι Σπαρτιάται εξακολουθήσωσι τηρούντες αυτούς.

Την απόκρισιν ταύτην του μαντείου απέστειλεν αμέσως εις την Σπάρτην· αποχαιρετίσας δε και συγγενείς και φίλους, απεφάσισε να μη επανέλθη ποτέ εις την φίλην πατρίδα του, φοβούμενος μη λυθή διά της επανόδου του ο όρκος των συμπολιτών του, και καταργηθώσιν οι νόμοι του προς βλάβην της Σπάρτης· διότι οι Σπαρτιάται είχον ορκισθή ότι θέλουν φυλάξει αυτούς μέχρι της επιστροφής του.

Τοιαύτη ήτο η φιλοπατρία του μεγάλου τούτου ανδρός! Αν και κατά τον Ευριπίδην ουδέν φίλτερον της πατρώας γης, μακάριος δε όστις ευτυχών μένει εν τη ιδία αυτού πατρίδι, ο Λυκούργος όμως διά την αγάπην της Σπάρτης εθυσίασε την γλυκυτάτην ταύτην μακαριότητα, και εκουσίως υπεβλήθη εις όλας τας στερήσεις και τας πικρίας, τας οποίας η ξενητεία καθ' ημέραν ποτίζει τους ξένους.

Διά της θυσίας του δε ταύτης οι Σπαρτιάται, διατηρήσαντες τας σοφάς αυτού διατάξεις πεντακόσια ολόκληρα έτη, εξηκολούθησαν ζώντες ευτυχείς και ένδοξοι. Προς ανάμνησιν δε του μεγάλου τούτου πολίτου ανήγειραν ιερόν, εντός του οποίου κατ' έτος εθυσίαζον, τιμώντες τον Λυκούργον ως άλλον ευεργέτην θεόν.

Ο ΙΠΠΟΚΡΑΤΗΣ ΚΑΙ Ο ΑΡΤΑΞΕΡΞΗΣ.

Ο Ιπποκράτης, μας είπεν ακολούθως ο Γεροστάθης, ο μέγας ιατρός της αρχαίας Ελλάδος, εγεννήθη εις την νήσον Κω, επωνομάσθη δε πατήρ της ιατρικής, καθώς ο Όμηρος πατήρ της ποιήσεως, και ο Ηρόδοτος πατήρ της ιστορίας.

Διηγούνται δε ότι ο Αρταξέρξης, γνωρίζων εκ φήμης την μεγάλην ιατρικήν ικανότητα του Έλληνος ιατρού Ιπποκράτους, προσεκάλεσεν αυτόν εις την Ασίαν, προσφέρων πλουσιώτατα δώρα και θησαυρούς μεγάλους. Αλλ' ο Ιπποκράτης απέβαλε και τα δώρα και τους θησαυρούς του βασιλέως της Περσίας, και ευχαρίστως εθυσίασε το ατομικόν του συμφέρον, προτιμήσας να τρέξη εις τας Αθήνας προς βοήθειαν των ομοεθνών του, καταμαστιζομένων περί τας αρχάς του Πελοποννησιακού πολέμου υπό θανατηφόρου λοιμού.

Ο ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ ΚΑΙ ΤΑ ΣΤΑΓΕΙΡΑ.

Παρομοίαν ευγενή θυσίαν των ατομικών αυτού συμφερόντων χάριν της καταστραφείσης πατρίδος του έκαμε και ο εκ Σταγείρων της Μακεδονίας Φιλόσοφος Αριστοτέλης.

Ότε ο βασιλεύς Φίλιππος, θέλων ν' ανταμείψη αυτόν διά τους υπέρ του Αλεξάνδρου κόπους του, ηρώτησεν αυτόν ποίον δώρον, ποίαν χάριν επιθυμεί; «ουδεμίαν άλλην, απεκρίθη ο φιλόπατρις Αριστοτέλης, παρά την ανάστασιν της πατρίδος μου.»

Κατά το παράδειγμα δε του σοφού Αριστοτέλους, επρόσθεσεν ο Γεροστάθης, η πρωτίστη των επιθυμιών μας, η μεγίστη των ευτυχιών μας ας ήναι η ανάστασις, η ευδαιμονία, η δόξα της πατρίδος. Πάσα δε άλλη επιθυμία ας ήναι δευτερεύουσα και υποτελής εις εκείνην.

ΘΥΣΙΑ ΠΑΘΩΝ.

Αλλά δεν είναι φιλοπάτριδες μόνον οι θυσιάζοντες την ζωήν ή την περιουσίαν των ή τα συμφέροντά των εις τον βωμόν της πατρίδος. Φιλοπάτριδες θέλετε ονομασθή, μας είπεν ο γέρων, αν θυσιάζητε και τα πάθη σας επ' αγαθώ της πατρίδος.

Ψυχή εμπαθής και κακοήθης δεν δύναται να αισθανθή τον ιερόν της πατρίδος έρωτα. Άνθρωποι υπό παθών κυριευόμενοι, ουχί μόνον ανωφελείς, αλλά και ολέθριοι εις την πατρίδα αποκαθίστανται· μόνον μετά της αρετής δύναται να συζήση η φιλοπατρία!

Εάν ο Θεμιστοκλής μετά το Μαραθώνιον τρόπαιον του Μιλτιάδου δεν εθυσίαζε τα προς τας ηδονάς και τας διασκεδάσεις νεανικά του πάθη, βεβαίως δεν ήθελεν αναφανή ευεργέτης της Ελλάδος. Εάν εις την Σαλαμίνα δεν εκυρίευε τον θυμόν του, και δεν εθυσίαζε γενναίως την κατά του Ευρυβιάδου αγανάκτησίν του, βεβαίως δεν ήθελεν αναδειχθή σωτήρ της Ελλάδος.

Ο δε Αριστείδης, θυσιάζων ευγενώς παν αίσθημα φιλοπρωτίας και εγωισμού, εις μεν τον Μαραθώνα εδόξασε τας Αθήνας, παραχωρήσας την αρχηγίαν εις τον Μιλτιάδην, εις δε την Σαλαμίνα μεγάλως συνετέλεσεν εις την σωτηρίαν της Ελλάδος, τεθείς αυθορμήτως υπό τας διαταγάς του αντιζήλου του Θεμιστοκλέους, εις δε τας Πλαταιές επεσφράγισε την Ελληνικήν ελευθερίαν, παραχωρήσας εις τους Τεγεάτας την θέσιν της τιμής.

Αλλ' ο Αλκιβιάδης ο Αθηναίος, κυριευόμενος υπό του πάθους της δοξομανίας, επροκάλεσε την κατά της Σικελίας παράφρονα εκστρατείαν, και δι' αυτής κατέστρεψε την δόξαν της πατρίδος του.

Ο δε Παυσανίας, υποχωρών εις τα αισχρά πάθη της φιλοχρηματίας και φιλαρχίας, κατήντησεν αισχρός της Ελλάδος προδότης, και απέθανεν άξιον της προδοσίας του θάνατον.

Ο δε Άνυτος και Μίλητος και Λύκων, αυτοί οι τρεις κατήγοροι του Σωκράτους, όντες πολίται εμπαθείς, φθονεροί, και εκδικητικοί, επροκάλεσαν την θανατικήν καταδίκην του εναρέτου ανδρός, και εστέρησαν την πατρίδα των από το πολυτιμότερον και ωφελιμώτερον τέκνον της.

Εάν λοιπόν τα πάθη ήναι όλως ασυμβίβαστα με την φιλοπατρίαν, προσπαθήσατε, αγαπητοί μου φίλοι, εξ αυτής της τρυφεράς ηλικίας σας να ελευθερωθήτε από παν ελάττωμα, από πάσαν κακήν έξιν, από πάσαν αξιοκατάκριτον διάθεσιν, την οποίαν τυχόν ανακαλύπτετε εις την ψυχήν σας. Τα παραμικρότερα ελαττώματα παραμελούμενα, αυξάνουν, προχωρούν, και επί τέλους καταντώσι πάθη τρομερά και εις την πατρίδα ολέθρια· απαράλλακτα ως τα μικρά και ήσυχα ρυάκια, τα οποία προχωρούντα αυξάνουν και μεγαλύνονται, μεταβαλλόμενα επί τέλους εις πλατυτάτους, ορμητικούς, και επικινδύνους ποταμούς.

Εάν δε, ως τέκνα φιλόστοργα, αισθάνησθε από τούδε πόθον του ν' αναφανήτε χρήσιμα και ωφέλιμα εις τους γέροντας γονείς σας, τον αυτόν ευγενή πόθον προσπαθήσατε από τούδε να αισθάνηται η ψυχή σας και προς την μεγάλην μητέρα, την φίλην πατρίδα σας. Και ο Θεός τότε θέλει ευλογήσει τους αγώνας, τας σπουδάς, τους κόπους, και τα έργα σας· ο δε ευγενής πόθος της ψυχής σας θέλει βεβαίως εκπληρωθή.

Όστις δε αγαπά την πατρίδα του, ας ομονοή, μετά των συμπολιτών του, ενθυμούμενος τον Αριστείδην εις την Σαλαμίνα, προσφέροντα φιλικήν την δεξιάν του εις τον εχθρόν του Θεμιστοκλέα.

Ας μη φθονώμεν, ας μη αντιπράττωμεν ποτέ τους ικανωτέρους, τους εμπειροτέρους, τους εμφρονεστέρους ημών· αλλά προθύμως συντρέχοντες αυτούς, ας ωφελώμεθα και ημείς και η πατρίς υπό της ικανότητος και της πείρας αυτών.

Τους δε κατωτέρους ας μη περιφρονώμεν, αλλά φιλικήν και ενθαρρυντικήν χείρα ας τείνωμεν προς αυτούς.

Καθώς δε πρέπει να ήμεθα πάντοτε πρόθυμοι προς γενναίαν αντίκρουσιν παντός εξωτερικού εχθρού της πατρίδος, τοιουτοτρόπως οφείλομεν προθύμως να καταπολεμώμεν και πάντας τους εσωτερικούς εχθρούς αυτής.

Οι εσωτερικοί δε ούτοι εχθροί είναι, παιδία μου, η οκνηρία, η κακοήθεια, η πολυτέλεια, η διαφθορά, η αδικία, και το έγκλημα.

Οσάκις δε έργον τι αγαθόν και κοινωφελές προτείνεται ή εκτελείται υπό τινος των συμπολιτών μας, ας μη ζηλεύωμεν, ας μη φθονώμεν, ας μη αντενεργώμεν, ας μη συκοφαντώμεν· αλλ' ολοψύχως ας υποστηρίζωμεν αυτό, και υπ' αυτού του ασπονδοτέρου εχθρού μας αν έγινεν η πρότασις ή η πράξις. Τοιουτοτρόπως και την πρόοδον της πατρίδος δεν εμποδίζομεν, και ημείς μετ' αυτής συνωφελούμεθα και τιμώμεθα.

    « Όταν η μήτηρ ευτυχή, όλοι συνευτυχούμεν,
    » Και όταν ήναι ένδοξος, όλοι συνευδοξούμεν.
    » Αλλ' όταν πέση εις αυτήν σκότος και δυστυχία,
    » Φευ! άδοξα και δυστυχή είναι και τα παιδία! »

Η δόξα λοιπόν των συμπολιτών μας αντί να φαρμακεύη, απ' εναντίας ας ευφραίνη την καρδίαν ημών· διότι συνήθως η δόξα ολίγων ατόμων αποτελεί την δόξαν και την ευδαιμονίαν ολοκλήρου του έθνους. Εντός δε της εθνικής δόξης και ευδαιμονίας επαναπαύεται η φιλοτιμία, και ανευρίσκεται η ευτυχία εκάστου πολίτου.

Ο Αριστείδης συντελέσας εις την δόξαν του αντιπάλου του, υποστηρίξας τα ορθά σχέδιά του, και συναγωνισθείς υπ' αυτόν, δεν εδόξασε μόνον τον Θεμιστοκλέα, αλλά και εαυτόν συνεδόξασε, και ολόκληρον το Ελληνικόν έθνος εις την Σαλαμίνα διέσωσεν.

Ο ΦΙΛΟΠΑΤΡΙΣ ΚΑΙ ΦΙΛΟΠΟΝΟΣ.

Φιλοπατρία άνευ φιλοπονίας δεν δύναται να υπάρξη, μας είπεν ακολούθως ο Γεροστάθης. Ουδείς δύναται να ονομασθή φιλόπατρις, αν διά των αγώνων, διά της παιδείας, διά των χρημάτων ή διά της αρετής του δεν αναφανή ωφέλιμος εις την πατρίδα· αλλ' ούτε η στρατιωτική πείρα, ούτε τα χρήματα και η παιδεία, ούτε η αρετή δύνανταί ποτε ν' αποκτηθώσιν εις τους κόλπους της αργίας και της οκνηρίας.

Πολίται διάγοντες βίον άεργον και οκνηρόν, άνευ τινός ωφελίμου ενασχολήσεως, και επομένως αναιδώς επιβαρύνοντες και συμπολίτας και πατρίδα, βεβαίως ουχί μόνον ανωφελείς, αλλά και επικίνδυνοι και αποτρόπαιοι και επιβλαβείς εις την πατρίδα αποκαθίστανται.

Διά την αγάπην λοιπόν της πατρίδος κοπιάσατε, φίλοι μου, ενόσω είσθε νέοι, ουχί μόνον τον νουν και την καρδίαν διά των γραμμάτων όπως καλλιεργήσητε, αλλά και πόρον ζωής σταθερόν όπως αποκτήσητε.

Αισχρόν και άτοπον θέλει είσθαι, αν ημέραν τινά παρουσιασθήτε ενώπιον της μεγάλης μητρός, ουχί προσφέροντες εις αυτήν ως φιλόστοργα τέκνα τας απαρχάς των κόπων σας, αλλά ζητούντες παρ' αυτής, ως οκνηροί ή άσωτοι υιοί, τροφήν και περίθαλψιν.

Ασυγκρίτως δ' αισχρότερον και αναιδέστερον θέλει είσθαι αν, ο μη γένοιτο, δι' έλλειψιν ιδίων καταντήσητέ ποτε σφετεριζόμενοι τα της πατρίδος.

Η εργασία, καθώς και άλλοτε σας είπον, ούτε τους σοφούς, ούτε τους πολιτικούς, ούτε τους στρατιωτικούς δύναταί ποτε ν' ατιμάση.

Ο Σωκράτης ήτο αγαλματοποιός. Ο Σόλων, ο Θαλής, ο Πλάτων μετήλθον την εμπορίαν. Ο Κιγκινάτος, ο σωτήρ της Ρώμης, και ο Φιλοποίμην, ο τελευταίος ένδοξος στρατηγός της Ελλάδος, ιδίαις χερσίν εκαλλιέργουν τους αγρούς των. Ιδίαις χερσί και ο Φωκίων ήντλει το ύδωρ, ενώ η ενάρετος σύζυγός του εζύμονε τον άρτον του οίκου της.

Εάν αγαπάτε λοιπόν την πατρίδα, αγαπήσατε εκ νεότητός σας και την εργασίαν. Αποστράφητε δε την αργίαν, δια να μη αποστραφή υμάς η πατρίς.

ΑΜΟΙΒΑΙ ΚΑΙ ΑΧΑΡΙΣΤΙΑ

Εάν δέ ποτε υπό του ιερού έρωτος της πατρίδος εμπνεόμενοι, εξακολούθησε λέγων ο Γεροστάθης, υποκύψητε εις αγώνας και θυσίας, μη καταδεχθήτε να ζητήσητε αμοιβάς και τιμάς.

Αι αμοιβαί και αι τιμαί, χορηγούμεναι δικαίως και αυθορμήτως υπό της πατρίδος, στολίζουν βέβαια και ενθαρρύνουν τα αγαθά τέκνα αυτής· αλλά ζητούμεναι αμαυρόνουν και εξευτελίζουν και τους επαιτούντας αυτάς, και τα έργα αυτών.

Η μόνη ωραία αμοιβή των υπέρ πατρίδος θυσιών και αγώνων σας ας ήναι η γλυκυτάτη συναίσθησις της εκπληρώσεως των προς αυτήν υικών καθηκόντων σας.

Ο Μιλτιάδης, ο Κίμων, ο Θεμιστοκλής, ο Αριστείδης, ο Σωκράτης, ο Φωκίων, ο Επαμεινώνδας, και ο Πελοπίδας, ουχί διά τιμών και ανδριάντων, αλλά διά των έργων αυτών ενδόξως απηθανατίσθησαν. «Ει υπό της Ελλάδος πάσης επ' αρετή θαυμάζεσθαι επιθυμείς, την Ελλάδα πειρατέον ευ ποιείν» έλεγεν η Αρετή προς τον νέον Ηρακλέα.

Αν δέ ποτε η πατρίς, καί τοι ευεργετηθείσα παρ' υμών, φανή αχάριστος, μη αδημονήσητε, μη αγανακτήσητε· αλλ' ενθυμήθητε τον Αριστείδην εξοριζόμενον, και όμως ευχόμενον υπέρ της πατρίδος του· τον Κίμωνα εξωστρακισμένον, αλλά τρέχοντα προθύμως όπως συναγωνισθή μετά των συμπολιτών του· τον Δημοσθένην εις την εξορίαν του, αγορεύοντα υπέρ των Αθηνών· τον Σωκράτην και τον Φωκίωνα εις την φυλακήν πίνοντας το κώνειον, αλλ' ευπείθειαν εις τους νόμους και αμνησικακίαν υπέρ των φονέων των συνιστώντας.

Ποτέ δε μη ταυτίσητε τους προσωπικούς αντιπάλους και τους ατομικούς εχθρούς σας με το ιερόν πρόσωπον της πατρίδος· και επομένως ποτέ μη ανεχθήτε ως εκ των ατομικών παθών σας να βλαφθή οπωςδήποτε η πατρίς.

Αυτά, καθ' όσον ενθυμούμαι, μας είπε κατά την ημέραν εκείνην του
Ευαγγελισμού ο αγαθός γέρων.

Οι δε οφθαλμοί του ήστραπτον, αι παρειαί του εφλόγιζον, αι χειρονομίαι του ήσαν εκφραστικώταται, και η φωνή του μελωδική.

Σέβας και ενθουσιασμός εκυρίευον τον Γεροστάθην οσάκις περί της φιλοπατρίας των προγόνων μας επρόκειτο· λύπη δε και μελαγχολία εζωγραφίζοντο επί του προσώπου του, ότε περί των δεινών της πατρίδος ανέφερεν. Αλλ' ότε περί του μέλλοντος αυτής ωμίλει, γλυκύ μειδίαμα εφαίνετο εις τα χείλη του, και ακτίνες ελπίδος έλαμπον επί του μεγάλου μετώπου του.

Ποτέ, ποτέ δεν θέλω λησμονήσει τον Γεροστάθην της ημέρας εκείνης! ήτο θείος! και θείον αίσθημα ενεφύσησεν εις τας νεανικάς μας καρδίας.

Ότε προς την εσπέραν απεχωρίσθημεν, μας έδωκε τους ακολούθους στίχους, γεγραμμένους ιδιοχείρως επί τεμαχίου χάρτου, το οποίον εισέτι διατηρώ ως το πολυτιμότερον των κειμηλίων μου.

    »Των τέκνων σου αι αρεταί και η φιλοπατρία
    »Πάλαι ποτέ σ' εδόξασαν, Πατρίς μου σεβασμία!
    »Αυτάς λοιπόν ας ασπασθώ ως τέκνον γνήσιόν σου,
    »Και ας προσφέρω πρόθυμος το παν εις τον βωμόν σου!»

Η ΔΥΣΙΣ.

        « Ουκ έστιν ανδρί αγαθώ
        ουδέν κακόν ούτε ζώντι
        ούτε τελευτήσαντι. »
            (Πλάτωνος.)

ΦΘΙΝΟΠΩΡΙΝΗΝ τινα εσπέραν του 1820 έτους, διά να μας δείξη ο Γεροστάθης την μεγαλοπρεπή δύσιν του ηλίου, μας ωδήγησεν επί του λόφου εκείνου, όπου προ δύο περίπου ετών είχομεν θαυμάσει μετ' αυτού τον ήλιον μεγαλοπρεπώς ανατέλλοντα.

Οποία παράδοξος σύμπτωσις! Επί του λόφου, όπου πρώτην φοράν είδομεν τον ήλιον ανατέλλοντα, ανέτειλαν και αι πρώται ευεργετικαί ακτίνες της μετά του γέροντος φιλίας ημών.

Ότε δε επί του ιδίου λόφου είδομεν μετ' αυτού τον ήλιον δύοντα, έδυσαν και αι γλυκείαι ακτίνες, τας οποίας η αγαθότης του ανδρός εις τας ψυχάς μας απέπεμπεν.

Έκτοτε πλέον δεν συνεπεριδιαβάσαμεν μετ' αυτού! εκείνος ήτο ο τελευταίος μετά του Γεροστάθου περίπατος!

Ο λόφος ήτο υψηλός και ανωφερής· ο δε γέρων πολύ εκοπίασε και εθερμάνθη αναβαίνων αυτόν.

Η ημέρα ήτο μάλλον δροσερά ως εκ του πνέοντος βορείου ανέμου· επί της κορυφής δε του λόφου ο βορέας εφύσα μάλλον ψυχρός, και την προσέγγισιν του χειμώνος αισθαντικώς υπενθύμιζεν.

Ότε επί του λόφου εφθάσαμεν, ο λαμπρός δίσκος του ηλίου επλησίαζε να κρυφθή υπό τον ορίζοντα, ο δε Γεροστάθης επροκάλεσε την προσοχήν μας επί του μεγαλοπρεπούς τούτου φαινομένου.

Βραδέως και βαθμηδόν κατήρχετο το μεγαλοπρεπές άστρον της ημέρας· λαμπρός δε και αξιοθαύμαστος ήτο ο ποικίλος χρωματισμός των πέριξ συννέφων· άλλα εξ αυτών εφαίνοντο ολόχρυσα, άλλα κατακόκκινα και φλογώδη, και άλλα ιοειδή· ωραιοτάτη δε ήτο και η λεπτή επιχρύσωσις, την οποίαν αι δύουσαι ακτίνες επροξένουν εις τας κορυφάς των πέριξ ερυθριώντων βουνών.

Μετ' ολίγον ο ήλιος εχάθη υπό τον ορίζοντα, η επιχρύσωσις εσβέσθη, η ποικιλία των ουρανίων χρωμάτων βαθμηδόν εξηλείφθη, και σοβαρά μελαγχολία εκάλυψεν άπασαν την φύσιν.

— Τοιουτοτρόπως, μας είπε τότε ο γέρων, έδυσε και το λαμπρόν άστρον της αρχαίας Ελλάδος, και μετ' αυτού εσβέσθη επί του Ελληνικού ορίζοντος και ο πολιτισμός, και η σοφία, και η αρετή, και η ελευθερία, και η δόξα. Υπό την αχλύν δε της απαιδευσίας σκότος και αθυμία περιεκάλυψαν άπασαν την Ελληνικήν φυλήν.

Αλλ' ο ήλιος, όστις ήδη έδυσεν, επρόσθεσεν ο γέρων, λαμπρός πάλιν θέλει ανατείλει αύριον, διά να φωτίση και ζωογονήση και ημάς και όλην την φύσιν. Τις εξεύρει αν εις τας βουλάς του Υψίστου δεν ήναι αποφασισμένον ώστε και το Ελληνικόν άστρον ν' ανατείλη πάλιν, και μετ' αυτού να επανέλθωσιν επί του Ελληνικού ορίζοντος η ελευθερία, η ευνομία, τα γράμματα, και τέχναι, αι προγονικαί αρεταί, και άπασα η αρχαία δόξα και λαμπρότης ;

Την ποθητήν ταύτην ανατολήν του Ελληνικού αστέρος ας ευχώμεθα πάντες από καρδίας, παιδία μου, οσάκις αυγήν και εσπέραν προς ανατολάς εστραμμένοι απευθύνωμεν προς τον ελεήμονα Θεόν τας παρακλήσεις ημών.

Εκ των χριστιανικών αρετών μία είναι και η ελπίς· ως χριστιανοί λοιπόν ας ελπίζωμεν την ανατολήν ταύτην. Αλλά προς πραγματοποίησιν της γλυκυτάτης αυτής ελπίδος, ας μη παύωμεν και την αρετήν σταθερώς εργαζόμενοι, και διά της παιδείας και της φιλοπονίας εξασκούντες και αυξάνοντες τας δυνάμεις ημών επ' αγαθώ της φίλης πατρίδος.

Εν τούτοις ο βορέας εξηκολούθει πνέων σφοδρότερος, και το ψύχος εγίνετο δριμύτερον. Συναισθανθείς δε αυτό ο Γεροστάθης συνεκαλύφθη, και ήρχισε να καταβαίνη τον λόφον, ημείς δε ηκολουθήσαμεν τον γέροντα μέχρι της οικίας του, όπου τω ηυχήθημεν καλήν νύκτα, και απεχωρίσθημεν.

Η ΑΣΘΕΝΕΙΑ.

Αλλ' αι καλονυκτικαί ευχαί μας δυστυχώς δεν εισηκούσθησαν, διότι ο Γεροστάθης διήλθε νύκτα κακίστην. Την επιούσαν δεν είδομεν αυτόν· εμάθομεν δε ότι, έχων θέρμην και βήχα σφοδρότατον, προσεκάλεσε προς επίσκεψίν του τον ιατρόν της κωμοπόλεως.

Ατυχώς η κωμόπολις δεν είχεν εισέτι παρά ένα και μόνον ιατρόν και αυτόν εμπειρικόν. Το δε ζεστόν χαμαίμηλον και η θερμολουσία, τα οποία διέταξε, δεν απήλλαξαν τον Γεροστάθην από τα δεινά του, αν και προς ώραν ελάφρωσαν ολίγον αυτόν. Την επιούσαν η θέρμη επανήλθε σφοδροτέρα, και υπό του σκληρού του βηχός έτι μάλλον ηνωχλήθη.

Ολόκληρον την κωμόπολιν κατετάραξεν η ασθένεια αύτη του αγαθού γέροντος. Οι δε προεστώτες, βλέποντες την χειροτέρευσιν του ασθενούς, έστειλαν αμέσως εις Ιωάννινα έφιππον, διά να προσκαλέσωσιν εκείθεν τον επιστήμονα και ευυπόληπτον ιατρόν Ι. Τ.

Ο ιατρός Ι. Τ., όστις εκ φήμης εγνώριζε τον αξιότιμον Γεροστάθην, έσπευσεν άνευ αναβολής να έλθη. Η δε εμφάνισις αυτού ενέπλησεν όλους χαράς και ελπίδος.

Ματαία όμως και διαβατική ανεφάνη και η ελπίς και η χαρά μας. Κατηφής και περίλυπος εξελθών εκ του δωματίου του ασθενούς ο ιατρός, είπε προς τους προεστώτας — Λυπούμαι, διότι πολύ αργά έφθασα· η ασθένεια είναι σφοδρά περιπνευμονία, η φλόγωσις εκορυφώθη, και μικροτάτη ελπίς θεραπείας μένει πλέον εις την επιστήμην.

Απόπληκτοι εμείναμεν όλοι, ότε ηκούσαμεν τους απελπιστικούς αυτούς λόγους του ιατρού.

Το Σχολείον κατά τας ημέρας εκείνας είχεν ερημώσει. Από τα χαράγματα δε μέχρι της νυκτός περίλυποι και σκυθρωποί εσυσσωρευόμεθα έμπροσθεν της οικίας του ασθενούς, περιμένοντες να μάθωμεν ευχάριστόν τι περί της υγείας αυτού.

Οι δε πατέρες και αι μητέρες ημών, εγκαταλιπόντες και τας οικίας και τα έργα των, δεν έπαυον ημέραν και νύκτα περιποιούμενοι φιλοφρόνως τον ασθενή.

Αξιοθαύμαστος ήτο η αγάπη και η αφοσίωσις, την οποίαν είχεν εμπνεύσει εις τας ψυχάς όλων ανεξαιρέτως η αγαθότης του σεβασμίου ανδρός. Μεγίστη τω όντι και μαγική η δύναμις της αρετής και της αγαθοεργίας!

Εν τούτοις ο ιατρός, άμα επισκεφθείς τον Γεροστάθην, διέταξε διπλήν φλεβοτομίαν και επίθεσιν αφθόνων βδελλών, τω έδωκε δε καί τινα ιατρικά, τα οποία μεθ' εαυτού είχε φέρει εξ Ιωαννίνων.

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΕΠΙΣΚΕΨΙΣ.

Την επιούσαν ευχαρίστως εμάθομεν ότι ο Γεροστάθης, ων ολίγον καλλίτερα, επεθύμει να μας ίδη· σιωπηλοί λοιπόν εισήλθομεν εις τον κοιτώνα του ασθενούς.

— Καλώς ήλθετε, μικροί μου φίλοι, με φωνήν βραγχνήν και αδύνατον μας είπεν ο γέρων, πολύ επεθύμουν να σας αποχαιρετίσω πριν διά παντός σας αποχωρισθώ· ευχαριστώ τον Πανάγαθον, όστις εισήκουσε και την τελευταίαν ταύτην ευχήν μου.

Υπό σφοδρού βηχός διεκόπη η ομιλία του γέροντος· Ημείς δε, ακούσαντες περί αποχωρισμού, ηρχίσαμεν να οδυρώμεθα, ενώ εκείνος αγωνιών έβηχε.

— Μη κλαίετε, παιδία μου, επανέλαβε μετ' ολίγον ο γέρων, όλοι εγεννήθημεν διά ν' αποθάνωμεν· ευτυχής δε ο αποθνήσκων εν τω μέσω τόσων φίλων. Μη κλαίετε, φίλοι μου, μη φοβείσθε τον θάνατον. Διά του θανάτου ο ελεήμων Θεός πολλάκις παρηγορεί τους δυστυχούντας, πολλάκις δε και από μελλούσας δυστυχίας απαλλάττει τα αγαπητά πλάσματά του. Του χριστιανού ο θάνατος δεν είναι καταστροφή, δεν είναι εξόντωσις· είναι ελπίς ιλαρωτέρου φωτός, είναι αρχή νέας υπάρξεως, είναι αθανασία ατελεύτητος, ή, καθώς έλεγεν ο Σωκράτης, ο θάνατος είναι μετοίκησις της ψυχής από την επίγειον εις την ουρανίαν ζωήν. Όλοι αργά ή ογλίγωρα θέλομεν υποβληθή εις την μετοίκησιν ταύτην.

Εις την παρούσαν δε πρόσκαιρον επί της γης ύπαρξιν εισερχόμεθα, όπως δοκιμασθώσιν αι ψυχαί ημών. Ευτυχείς δε και μακάριαι όσαι δυνηθώσι να εξέλθωσιν ακηλίδωτοι και ανεπηρέαστοι από τους πειρασμούς της φθαρτής ταύτης ύλης, των παθών, και των υλικών συμφερόντων.

Εάν εν κακίαις και αμαρτίαις ήθελον διέλθει τον βίον, εν τη εσχάτη μου ταύτη ώρα βεβαίως ήθελον θρηνεί, αναλογιζόμενος την δικαιοσύνην του Υψίστου· και σεις δε τότε δικαίως ηθέλετε κλαίει μετ' εμού.

Αλλ' όστις, παιδία μου, αποθνήσκει με την γλυκυτάτην συναίσθησιν ότι εξεπλήρωσε κατά δύναμιν τα προς τον Θεόν και τον πλησίον καθήκοντά του· όστις, αφίνων την γην, αφίνει συγχρόνως επ' αυτής μνήμην αγαθήν, αυτός δεν πρέπει να τρέμη, ουδέ να λυπήται μεταβαίνων εις την αιωνιότητα· απ' εναντίας ας χαίρη και ας αγάλληται, διότι προς αυτόν ο δίκαιος Κριτής φωνάζει «Ευ, δούλε αγαθέ και πιστέ, είσελθε εις την αιώνιον χαράν τον Κυρίου σου.»

Η ΛΥΣΙΣ.

Μη κλαίετε λοιπόν, αγαπητοί μου φίλοι· αν τα φθαρτά σώματά μας πρόκηται ν' αποχωρισθώσιν, αι αθάνατοι όμως ψυχαί μας ποτέ δεν θέλουν αποχωρισθή. Η ιδική μου, μεταβαίνουσα εις την άλλην ζωήν, θέλει καθικετεύει τον Ύψιστον όπως σας φωτίζη και καθοδηγή πάντοτε εις την οδόν της αρετής και του καθήκοντος, και τοιουτοτρόπως θέλει είσθαι πάντοτε μεθ' υμών. Σεις δε θέλετε είσθαι επίσης μετ' εμού, εάν, ως ελπίζω, εξακολουθήσητε πάντοτε αγαπώντες και ενθυμούμενοι τον φίλον της νεότητός σας, τους λόγους του, τας διηγήσεις του, συλλογιζόμενοι εις παν βήμα της ζωής σας τι ήθελεν ειπεί περί αυτού ο γέρων Γεροστάθης.

Οι λόγοι αυτοί, αντί να καταπαύσωσιν, ηύξησαν έτι μάλλον τα δάκρυα και τους οδυρμούς ημών, και καταφιλούντες τας θερμάς χείρας του γέροντος, κατεβρέχομεν αυτάς με τα θερμότερα δάκρυά μας.

Συνεκινήθη τότε και ο γέρων, εδάκρυσε, μας ησπάσθη, και μας ηυλόγησεν· η δε συγκίνησις αύτη τω επέβαλεν επί τινα ώραν σιωπήν, την οποίαν επί τέλους διέκοψε διά των ακολούθων λόγων, οίτινες βαθέως έμειναν εντυπωμένοι εις την ψυχήν μου, και ζωηροί πάντοτε επανέρχονται εις τα ώτα μου.

— Ζήσετε, φίλοι μου, πιστοί πάντοτε εις των πατέρων σας την θρησκείαν· αυτή εν τω μέσω των δεινών της πολυχρονίου δουλείας μας παρηγόρησεν· αυτή μας εδίδαξε με καρτερίαν και με ελπίδα να υποφέρωμεν τα δεινά μας· αυτή διετήρησε την εθνικήν ενότητά μας, την ωραίαν μας γλώσσαν, και τον ένδοξον ελληνισμόν μας. Υπό οποιαςδήποτε περιστάσεις, υπό οποιουςδήποτε καταδιωγμούς ή σατανικάς ξένων ραδιουργίας και αν ευρεθήτε, μείνατε πάντοτε πιστοί, ηνωμένοι και ακράδαντοι υπό την αγίαν σημαίαν της, όπως διατηρηθή ούτω το πολυπαθές Εθνος ημών πάντοτε έν και αδιαίρετον.

Μετά Θεόν δε αγαπήσατε την πατρίδα και τους γονείς σας· διά της φιλοπονίας δε, της αρετής, και της ευγενούς θυσίας των παθών σας αναδείχθητε προσφιλή τέκνα και της πατρίδος και των γονέων υμών.

Προσέχετε επομένως την υγείαν σας, φωτίζετε την ψυχήν σας, εξευγενίζετε την καρδίαν σας, ασπάσθητε τας χριστιανικάς και προγονικάς αρετάς, και αποφεύγετε παν αισχρόν και άτιμον. Έχοντες δε κατά νου ότι το μεν γήινον σώμα σας θέλει επανέλθει εις την γην, η δε αθάνατος ψυχή σας θέλει μεταβή εις την αιωνιότητα, μη παύσητε αγωνιζόμενοι και επί της γης μνήμην αγαθήν ν' αφήσητε, και εις τον ουρανόν ενώπιον του Πλάστου φαιδροί να παρουσιασθήτε.

Εις τον λαβύρινθον του κόσμου εμβαίνοντες, πολλάς κακίας και πάθη δυσειδή θέλετε απαντήσει, παιδία μου· εις πολλάς δε δυστυχίας απροσδοκήτως ίσως θέλετε εκτεθή.

Και τας μεν δυστυχίας γενναίως υπομείνατε, αναλογιζόμενοι ότι υπάρχουν και άλλαι ασυγκρίτως μεγαλήτεραι, τας οποίας μη έχοντες ευχαριστείτε και δοξάζετε τον Θεόν.

Ενώπιον δε της κακίας και των αισχρών παθών μη απελπισθήτε, διά να μη καταντήσητε μισάνθρωποι, και επομένως όντα περιττά και άχρηστα επί της γης. Μη δειλιάσητε δε, διά να μη καταστραφήτε υπ' αυτών· αλλά γενναίως και εμφρόνως παλαίσατε, όπως η αρετή αναφανή νικηφόρος.

Ουδείς Ολυμπιονίκης άνευ αγώνων· αγώνων δε και μαχών στάδιον είναι δυστυχώς το στάδιον του βίου. Ευτυχείς αν εξέλθητε νικηταί και τροπαιούχοι, ως εκ του λαβυρίνθου της Κρήτης εξήλθε ποτέ ο Θησεύς.

Μη παραμελήσητε δε το παρόν, επηρεαζόμενοι από το παρελθόν, ή επαναπαυόμενοι εις το μέλλον. Το παρελθόν παρήλθε, το δε μέλλον άδηλον και αβέβαιον.

Μη παύετε λοιπόν εργαζόμενοι πάντοτε εντός του παρόντος, ωφελούμενοι από τα μαθήματα του παρελθόντος, και την βελτίωσιν του μέλλοντος προσπαθούντες.

Τοιουτοτρόπως η αύριον θέλει σας ευρίσκει πάντοτε καλλιτέρους και ευτυχέστερους. Όταν δε από την παρούσαν μεταβήτε εις την άλλην ζωήν, είθε ν' αφήσητε επί της γης ίχνη τινά διακεκριμένα, άτινα θέλουν καθοδηγήσει και παρηγορήσει όσους κατόπιν υμών εισέλθωσιν εις τον κινδυνώδη του βίου λαβύρινθον.

Υπάγετε τώρα, παιδία μου, ησυχάσατε… μη κλαίετε πλέον… θέλομεν ανταμωθή πάλιν… αν όχι επί της γης… βεβαίως όμως εις τον ουρανόν. »

Ταύτα ειπών εσιώπησεν· ημείς δε οδυρόμενοι επέσαμεν επί της κλίνης του, καταφιλούντες τας χείρας του· ο δε γέρων και πάλιν μας ησπάζετο και μας ηυλόγει.

Αλλ' εισελθών ο ιατρός, και ιδών την συγκινητικήν εκείνην σκηνήν, μας προσεκάλεσε να εξέλθωμεν.

Εκείνη ήτο η τελευταία μετά του Γεροστάθου συνέντευξίς μας· έκτοτε πλέον δεν ηκούσαμεν την γλυκείαν φωνήν του!

ΑΙ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑΙ ΣΤΙΓΜΑΙ ΤΟΥ ΓΕΡΟΣΤΑΘΟΥ.

Η πρωινή μετά του Γεροστάθου συνέντευξίς μας συνετάραξεν αυτόν, και εχειροτέρευσε την ασθένειάν του. Ο ιατρός επανέλαβε τας φλεβοτομίας· αλλά μικρά βελτίωσις ανεφάνη. Ο γέρων εζήτησε τότε ν' αποχαιρετίση και ευχαριστήση τους προεστώτας διά τας υπέρ αυτού φροντίδας των. Ακολούθως εζήτησε τους διδασκάλους, και μετ' αυτούς τον ιερέα διά να εξομολογηθή και κοινωνήση των αχράντων μυστηρίων.

Μετά την εκπλήρωσιν δε και του τελευταίου τούτου χριστιανικού καθήκοντος συνωμίλησε μετά των διδασκάλων και του ιερέως περί των θείων καλλονών του χριστιανισμού, και ιδίως περί της αγαλλιάσεως, την οποίαν αισθάνεται ο αληθής χριστιανός κατά τε την διάρκειαν του βίου του, και κατά τας ώρας του θανάτου του.

Ηθέλησε τότε ν' αποχαιρετίση και τον αγαπητόν του κήπον. Ότε δε ήνοιξαν το παραπέτασμα του παραθύρου, βλέμμα μελαγχολικόν έρριψεν ο γέρων εις τα άνθη και εις τα δένδρα του κήπου του.

Και τα μεν άνθη μαραμμένα παρουσιάσθησαν εις τους οφθαλμούς του· κατάχλωμα δε τα φθινοπωρινά φύλλα το έν μετά το άλλο έπιπτον κατά γης.

Ούτως, είπε τότε ο γέρων, πίπτουν και οι άνθρωποι από το δένδρον της ζωής, σήμερον ο είς και αύριον ο άλλος. Και τα άνθη του κήπου μου εμαράνθησαν και παρήλθον! αλλ' οι σπόροι, τους οποίους εις τας απαλάς καρδίας των μικρών μου φίλων επροσπάθησα να ενσπείρω, είθε να μη μαρανθώσι ποτέ! Είθε ημέραν τινά να βλαστήσωσι, και αμάραντον δόξαν εις την πατρίδα να καρποφορήσωσιν! Αύτη είναι η θερμότερα ευχή της ψυχής μου. Εις Σε δε, πάτερ αγαθέ, και εις τους συναδέλφους σου διδασκάλους αναθέτω την πραγματοποίησιν της εγκαρδίου μου ταύτης ευχής.

Εξακολουθήσατε φωτίζοντες μετά ζήλου δι' ωφελίμων και βιοτικών γνώσεων τον νουν των μικρών μαθητών σας. Γυμνάζετε και ενισχύετε ιδίως την κρίσιν, την καλλιαισθησίαν, και το προς την αρετήν αίσθημά των. Συνειθίζετε αυτούς εις την σεμνότητα, το σέβας, την υπομονήν, και την φιλοπονίαν και μη επιτρέπετέ ποτε εις αυτούς ν' αγαπώσι το φθαρτόν σώμα των περισσότερον της αθανάτου ψυχής των. Η κατά Χριστόν και επ' αγαθώ της πατρίδος διάπλασις των Ελληνοπαίδων ας ήναι ο κύριος και τελικός σκοπός όλων των αγώνων και όλων των διδασκαλιών σας.

Αυτά αγωνιών και πυρέσσων είπεν ο Γεροστάθης, διακοπτόμενος υπό σφοδροτάτου βηχός, ως ακολούθως μας έλεγον οι διδάσκαλοι. Μετά τινα δε διακοπήν έστρεψε πάλιν προς τον κήπον τους θνήσκοντας οφθαλμούς του, υψώσας δ' έπειτα προς τον ουρανόν μελαγχολικόν βλέμμα, «Θεέ μου, είπε, πόσα δένδρα ηξιώθην να ίδω ανεστημένα!… αλλά την ανάστασιν της πατρίδος..» Και με της πατρίδος το γλυκύτατον όνομα εις τα χείλη μετέβη από την επίγειον εις την ουρανίαν ζωήν.

Περί την δύσιν της ημέρας εκείνης έδυσε και ο βίος του αγαθού γέροντος. Η δε ψυχή του, εξαγιασθείσα διά της θρησκείας και της αρετής, αφήκε τα γήινα δεσμά της, και αγαλλομένη επανήλθεν εις τας αγκάλας του Πλάστου.

Η ΔΙΑΘΗΚΗ

Οι προεστώτες, οι διδάσκαλοι, και ο ιερεύς συνήλθον μετά τον θάνατον του Γεροστάθου εις την οικίαν αυτού, διά να εξετάσωσιν αν αφήκε διαθήκην, και συγχρόνως διά να εξασφαλίσωσιν όλα τα της οικίας του.

Και κατά πρώτον ήνοιξαν το συρτάριον της τραπέζης, επί της οποίας συνήθως έγραφε. Μεταξύ δε διαφόρων εγγράφων, τα οποία εντός αυτού υπήρχον, εύρον περικάλυμμα, φέρον την επιγραφήν «Η διαθήκη μου.»

Ο ιερεύς, ανοίξας το περικάλυμμα, ανέγνωσε μεγαλοφώνως το εν αυτώ έγγραφον, το οποίον πραγματικώς ήτο η ιδιόχειρος διαθήκη του γέροντος.

Της διαθήκης ταύτης ούτε το πρωτότυπον διεσώθη, ούτε αντίγραφον αυτής ελήφθη ποτέ· ώστε μη δυνάμενος να καταχωρήσω αυτήν ενταύθα, θέλω αναφέρει όσας εκ των διατάξεών της διετήρησεν η μνήμη μου.

Κατ' αρχάς εζήτει συγχώρησιν παρά πάντων, όπως και ο πολυεύσπλαχνος Θεός συγχωρήση τα εκούσια και ακούσια αμαρτήματα αυτού.

Ακολούθως έλεγεν ότι, μη έχων ίδια τέκνα, ουδέ συγγενείς, υιοθετεί και κληρονόμους του αποκαθιστά, όλα τα παρόντα και μέλλοντα τέκνα της πατρίδος του.

Αλλ' επειδή, επρόσθετεν, εκτός της αρετής και της παιδείας τα πάντα επί της γης είναι φθαρτά, διέταττε να μένωσι τα χρήματά του διαρκώς είς τινα Τράπεζαν· διά δε των ετησίων τόκων να εξακολουθή η διατήρησις του σχολείου, όπως εξ αυτού οι κληρονόμοι του απολαμβάνωσι τα μόνα άφθαρτα και αληθώς πολύτιμα κτήματα της αρετής και παιδείας.

Την επιμέλειαν και επικαρπίαν του κήπου του ανέθεσεν εις τον συμμαθητήν μας Ιωάννην· διέταττε δε όταν επανέλθη εξ Ιταλίας ο αποσταλείς παρ' αυτού προς εκμάθησιν της ιατρικής, να μεταβή αντ' αυτού ο Ιωάννης όπως σπουδάση την γεωπονίαν, και επανερχόμενος εις την πατρίδα διδάσκη αυτήν εις τα τέκνα των κτηματιών.

Προς αμοιβήν δε των υπέρ αυτού κόπων και υπηρεσιών του συμμαθητού μας Κωνσταντίνου προσδιώριζε ποσόν χρηματικόν, όπως μεταβή και ο νέος αυτός είς τι Ευρωπαϊκόν οπλουργείον προς εκμάθησιν της οπλοποιίας και των άλλων σιδηρουργικών τεχνών.

Την υπέρ του Κωνσταντίνου διάταξίν του ετελείονεν εκφράζων λύπην ενδόμυχον διά την ανάγκην των όπλων· Ηύχετο δε να μη βραδύνη η θεία εποχή, καθ' ην εν χριστιανική αγάπη και αρετή άπαντες ως αδελφοί φιλάδελφοι ζώντες, θέλουν αποτελέσει επί της γης μίαν ποίμνην υπό ένα ποιμένα.

Ακολούθως η διαθήκη προσδιώριζε χρηματικάς χορηγήσεις προς περίθαλψιν δυστυχών τινων γερόντων, ορφανών, και αδυνάτων χηρών.

Επί τέλους ωνόμαζεν εκτελεστάς της διαθήκης του ταύτης άνδρας ακεραίους και αξιοσεβάστους, και επρόβλεπεν όσον ένεστι προνοητικώτερον περί της διαρκούς υπάρξεως τοιούτων εκτελεστών προς ακριβή εκτέλεσιν της τελευταίας θελήσεώς του.

Ότε δε εγένοντο γνωστά εις την κωμόπολιν τα της διαθήκης, έτι μάλλον αξιαγάπητος κατέστη η μνήμη του αγαθού Γεροστάθου· διότι εκ της διαθήκης αυτού ανεφάνη ότι ουχί μόνον ζων, αλλά και μετά θάνατον ηθέλησε να εξακολουθήση ευεργετών τους συμπολίτας αυτού.

Η ΚΗΔΕΙΑ ΚΑΙ ΤΟ ΕΠΙΤΥΜΒΙΟΝ

Την κηδείαν του Γεροστάθου δεν συνώδευσαν ούτε τύμπανα και μουσικαί, ούτε αρχιερείς και ιερέων στίφη, ούτε στρατιώται και νεκρικοί πυροβολισμοί.

Γενική όμως κατήφεια, βαθυτάτη θλίψις, στεναγμοί, και δάκρυα συνώδευσαν τον νεκρόν εις το τελευταίον κατοικητήριόν του.

Μαθηταί, χήραι, γέροντες, πτωχοί, ορφανά, και πάντες εν γένει οι κάτοικοι της κωμοπόλεως θρηνούντες παρηκολούθουν το λείψανον του ευεργέτου αυτών.

Και οι μεν θλιβεροί παλμοί των καρδιών μας ήσαν οι νεκρώσιμοι της κηδείας τυμπανισμοί, ο δε θρήνος των παρακολουθούντων ήτο η κατανυκτική μελωδία, δι' ης του παραδείσου αι πύλαι ηνοίγοντο εις την ψυχήν του Γεροστάθου.

Τοιαύτας κηδείας μόνον οι ενάρετοι, οι φιλάνθρωποι, και οι φιλοπάτριδες απολαμβάνουν επί της γης, ενώ αι ψυχαί των αγαλλόμεναι αναβαίνουν εις τους ουρανούς.

Εις τον ναόν του Υψίστου ο διδάσκαλος των Ελληνικών εξεφώνησε λόγον επιτάφιον γλαφυρόν και διδακτικώτατον· είχε δε και το μέγα αλλά σπάνιον προτέρημα της συντομίας, ώστε, ότε ο ρήτωρ έπαυσεν, οι ακροαταί, αντί να ευχαριστηθώσιν, ελυπήθησαν, παύσαντες ακροαζόμενοι έργα ωραία κομψώς εξιστορούμενα.

Το ρητόν, διά του οποίου ο διδάσκαλος επροοιμίασεν, ήτο το του Ευαγγελίου «ος δ' αν ποιήση και διδάξη ούτος μέγας κληθήσεται εν τη βασιλεία των ουρανών.»

Διατηρήσας δε αντίγραφον του επιτυμβίου, του χαραχθέντος επί του τάφου του γέροντος, ευχαρίστως καταχωρώ τούτο ενταύθα είχε δε ούτως·

ΕΝΤΑΥΘΑ ΚΕΙΤΑΙ Ο ΓΕΡΟΣΤΑΘΗΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ ΕΝΑΡΕΤΟΣ ΚΑΙ ΕΛΛΗΝ ΦΙΛΟΠΑΤΡΙΣ ΟΣ ΚΥΡΙΟΝ ΤΟΝ ΘΕΟΝ ΕΞ ΟΛΗΣ ΨΥΧΗΣ ΚΑΙ ΤΟΝ ΠΛΗΣΙΟΝ ΩΣ ΕΑΥΤΟΝ ΑΓΑΠΗΣΑΣ, ΑΥΤΟΣ ΤΕ ΜΑΚΑΡΙΟΣ ΗΝ, ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΑΚΟΥΟΝΤΑΣ ΕΠΙ ΚΑΛΟΚΑΓΑΘΙΑΝ ΗΓΕΝ

Οι συντάξαντες το επιτύμβιον τούτο συνένωσαν εντός αυτού τα δύο μεγάλα παραγγέλματα του Ευαγγελίου μετά των περί Σωκράτους λόγων του Ξενοφώντος. Φαίνεται δε ότι ηθέλησαν ούτω ν' αποδείξωσιν ότι εις την καρδίαν του Γεροστάθου συνηνούτο ο Χριστιανισμός μετά του Ελληνισμού, ως συνήνονεν αυτούς το επί του τάφου του μάρμαρον.

Μετά πολυχρόνιον αποδημίαν περιηγηθείς εσχάτως την Ήπειρον, μετέβην και εις την κωμόπολιν του Γεροστάθου, όπου τόσαι γλυκείαι αναμνήσεις της παιδικής μου ηλικίας θερμώς μ' επροσκάλουν.

Αλλά την μεν κωμόπολιν εύρον σχεδόν έρημον ζητήσας δε με πάλλουσαν καρδίαν το σχολείον και την οικίαν του γέροντος, δεν εύρον ειμή ερείπια.

Περίλυπος μετέβην τότε από το κοιμητήριον αυτό των ζώντων εις το κοιμητήριον των αποθανόντων, όπως ασπασθώ τον τάφον του ευεργέτου μου, και επ' αυτού κλαύσω την ερήμωσιν της πατρίδος. Αλλ' ουδέ ίχνος του τάφου του υπήρχε πλέον!