WeRead Powered by ReaderPub
Η χολεριασμένη: Τα μετά θάνατον cover

Η χολεριασμένη: Τα μετά θάνατον

Chapter 17: Τ΄ ΑΓΓΕΛΙΑΣΜΑ
Open in WeRead

Explore more books like this:

About This Book

A narrator recounts an epidemic through the eyes of a young married woman who becomes gravely ill and is abandoned by her husband and family; weakened and desperate for water, she scavenges, eats quince to stave off thirst, and reaches a church where an elderly nun offers her a little water. Inside the church she recognizes her husband and relatives baptizing an infant and preparing to depart with a carriage; she presses the few coins she has to the coachman to secure passage and be taken with them. The story contrasts personal abandonment and fear with small acts of compassion, exploring how social obligation, survival instincts, ritual, and poverty intersect during communal crisis.

Κ' εκάγχασεν ολίγον φορτικώς [προπετώς].

 — Καλλίτερα να τον πανδρέψη, είπεν ο παπάς. Έχουμε κορίτσια στο χωριό. Πώς σας φαίνεται η ανηψιά μου, η Ουρανίτσα του Θωμά Κουμπή;

 — Καλή και άξια, είπεν ο καπετάν Πέρρος.

 — Καλά θα τον πανδρέψω, είπεν αποφασιστικός ο κυρ Δημητράκης. Σου δίνω τον λόγον μου, παπά μου.

Έτεινε την χείρα προς τον ιερέα. Είτα επήρε το τσιμπούκι του, και απήλθεν ορμητικός.

Άκουσε τι σου λέει ο αφέντης σου, έλεγεν η γρηά Αρετή, η Δημητράκαινα, προς τον υιόν της, τον πρωτότοκον Αγάλλον.

 — Έδωκα τον λόγο μου στον παπά-Ζαχαρία, επανέλαβε πολλάκις ο κυρ Δημητράκης.

 — Κ' εγώ είχα ρίξει το μάτι μου στην κόρη της Γκλεξίτσας, στη Σκόπελο, επέμενεν άκαμπτος ο Αγάλλος.

Ο Αγάλλος ήτο 22 ετών, υψηλός και εύμορφος, γαλανός, όπως ο πατήρ του. Είχεν αρχίσει από τριών ετών να κάμνη ταξείδια επάνω στον Ποταμόν, εις την Βλαχίαν, κ' εκείθεν είχεν επανακάμψει προ ολίγων μηνών, φέρων ολίγας εκατοντάδας φλωρίων, ως πρωτόλεια, εις τους γονείς του. Είχε κρατήσει πέντ' έξ διά να ευθυμήση με τους φίλους του.

Πριν φθάση εις το Κάστρον, είχε ξεμβαρκάρη κατ' ανατολάς εις την αντικρυνήν νήσον, κ' εκεί είχεν ιδεί την ωραίαν, λεπτοφυή, ωχράν, λευκήν και σχεδόν μεταξωτήν, εις συγγενικήν οικίαν, διότι είχε πρωτεξαδέλφους εξ αγχιστείας, καθότι εγίνοντο τότε συχναί αγχιστείαι μεταξύ των εγκρίτων οικογενειών των δύο νήσων. Και ο Αγάλλος είχεν ερωτευθή την γαλαζοαίματην, την κιτρίνην και σχεδόν διαφανή κόρην.

Ο κυρ Δημητράκης ήρχισε να διηγήται μακρόν συναξάρι περί υπακοής και απειθείας τέκνων και ότι «ευχαί γονέων στηρίζουσι θεμέλια οίκων». Ο Αγάλλος μόλις ήκουεν. Η γρηά Αρετή πρόχνυ καθημένη, περιβάλλουσα με συμπεπλεγμένας χείρας τα δύο γόνατα, έσειεν από καιρού εις καιρόν την κεφαλήν, ως να επέθετεν οξείας και περισπωμένας εις το λεκτικόν του συζύγου της.

Τέλος ο κυρ Δημητράκης είπε:

 — Θέλεις νάχης την κατάρα μου;

 — Όχι, αφέντη, είπεν ο νέος.

 — Σου λέω έδωκα τον λόγο μου.

 — Κ' εγώ έδωκα την καρδιά μου.

 — Άκουσε τι σου λέει ο κύριός σου, παιδί μ', Αγάλλο μ', είπεν η Αρετή.

 — Τον ακούω, μάννα· μα, αν δεν είνε θέλημα Θεού, δεν θα γείνη.

 — Δεν σου είπα, ευχαί γονέων στηρίζουσι.... παιδί μου; επανέλαβε δευτέραν φοράν ο γέρος.

 — Μου το είπες, αφέντη· μα λέει κι' αυτό: «Πατέρες μερίζουσιν οίκους και ύπαρξιν τέκνοις· παρά δε Κυρίου αρμόζεται ανδρί γυνή».

Αν και δεν ήτο τόσον σοφός όσον ο Λογιώτατος, ήξευρε ρητά.

 — Θα σε αποκληρώσω.

Παρήλθον ολίγαι ημέραι. Είχεν εμβή η Μεγάλη Σαρακοστή, επανήρχετο η άνοιξις, κι' ο Αγάλλος ητοιμάζετο να πλεύση διά την Προποντίδα και τον Βόσπορον, κ' εκείθεν διά τον Δούναβιν. Όταν εζήτησε την πατρικήν ευλογίαν, ο κυρ Δημητράκης του είπεν:

 — Ας είνε, παιδί μου· εσύ θα με γεροκομήσης.

Και όταν εφίλησε την δεξιάν της μητρός του, η Αρετή του είπε:

 — Τα χεράκια σου θα με θάψουνε.

Διέτριψε μίαν εβδομάδα και πλέον εις την αντικρυνήν νήσον, όπου επήγε να επισκεφθή την μεταξωτήν κόρην την γαλαζοαίματην, την Γκλεζώ, θυγατέρα της Γκλεζίτσας, καταγομένης από το αίμα το Τσιρωνέικον, εξ ευγενών Βενετών φυγάδων.

Την επαύριον, αφού εμίσεψεν ο Αγάλλος, ο κυρ Δημητράκης, όταν επήγεν, ως συνήθως, εις το Κιόσκι, εις το μέσον των προεστών, εστράφη προς τον παπά- Ζαχαρίαν τον Σακελλάριον και του είπε:

 — Σου δίνω, παπά, στην ανεψιά σου την Ουρανίτσα τον Λογιώτατον, επειδή ο Αγάλλος δεν ηθέλησε να μ' ακούση.

 — Καλά, κυρ Δημητράκη· ως επίτροπος της κόρης, σου λέγω ότι είνε δεκτόν.

Ο Επιφάνιος ήτο δευτερότοκος υιός του Δημητράκη, τον οποίον αυτός είχεν επονομάσει Λογιώτατον, και το επίθετον αυτό εκόλλησεν επάνω του και του έμεινεν.

Ο νέος είχε σπουδάσει στ' Αμπελάκια, στα Γιάννενα και κάπου αλλού, όπου τον είχε στείλει ο πατήρ του. Φαίνεται ότι ήτο καλός ελληνιστής, και πονήματά τινα κατέλιπεν, έμμετρα και πεζά, εξ ων έν μόνον φυλλάδιον είχε τυπωθή εν Βενετία, ζώντος του συγγραφέως.

Εκείνας τας ημέρας έγεινεν η μνηστεία, και μετ' ολίγον καιρόν ο γάμος. Ο Επιφάνιος επήρε την γυναίκα του, κ' επήγεν ως διδάσκαλος εις την Ύδραν, όπου διέτριψεν έτη πολλά, μεταξύ του τέλους του ΙΗ' και της αρχής του ΙΘ' αιώνος, διδάσκων τα ελληνικά γράμματα. Υπέγραφε δε συνήθως Στέφανος (αντί του Επιφάνιος) Δημητριάδης.

Εν τω μεταξύ ο Αγάλλος διέμεινεν επί πέντε έτη εις Βλαχίαν, κ' έγραφεν ανά δύο ή τρεις μήνας προς τους γονείς του, εις την νήσον. Πότε τα γράμματα παρέπιπτον κ' εχάνοντο, πότε έφθανον εις χείρας του πατρός του. Ο Δημητράκης, συνήθως, ούτε έστελλεν απάντησιν, και διότι είχε γογγύσει η καρδιά του κατά του Αγάλλου, και διότι δεν είχε πλέον γραμματικόν, όστις να του συντάξη επιστολήν. Ο Λογιώτατος έλειπε χρονικώς εις την Ύδραν. Εις τον ίδιον αυτόν Λογιώτατον δεν έστελλε γράμματα, αλλά μόνον στοματικά χαιρετίσματα, οπωσούν συχνά — διά μέσου αλιέων και σπογγοθηρών πλεόντων από του Σαρωνικού εις τας βορεινάς νήσους, και τανάπαλιν· κάποτε και διά μοναχών ταξειδιωτών, εξ Αγίου Όρους ερχομένων, οίτινες, αφού επεσκέπτοντο τα επί της νήσου Μονύδρια, την Παναγίτσαν της Κεχριάς την θαυματουργόν, την Καστριώτισσαν, τον Πρόδρομον τον Κρυφόν, τον άλλον τον Ασέληνον, κτλ., κατηυθύνοντο είτα εις Ύδραν, διά να ίδωσι τας εκεί μονάς και τους μονάζοντας, και είτα έφθανον μέχρι του Μεγάλου Σπηλαίου και της Αγίας Λαύρας, εις τα βορειοδυτικά του Μορέως.

Όταν εις το τέλος των πέντε ετών ο Αγάλλος εκίνησεν από τον Ποταμόν διά να κατέλθη εις την Προποντίδα και εξέλθη εις την Άσπρην Θάλασσαν, ηγνόει πολλά άλλα πράγματα εν τω μεταξύ επισυμβάντα, αλλά και τον γάμον του Επιφανίου μετά της Ουρανίτσας. Και όμως εκ φήμης είχεν ακούσει ότι είς Λογιώτατος καλούμενος, νέος από βορεινήν νήσον προερχόμενος, ήτο διδάσκαλος εις την Ύδραν αλλ' η φήμη δεν ήτο αρκετά φωτισμένη, ώστε να τον πληροφορήση αν ο Λογιώτατος εκείνος είχε γυναίκα, και ποίαν και πόθεν. Ο Αγάλλος έφερε μαζί του όχι ολίγας εκατοντάδας φλωρίων αυτήν την φοράν.

Μετά ένα μήνα από τον μισεμμόν του εκ της Βλαχίας έφθασεν εις τον ωραίον τόπον, εις την πατρίδα της φαρφουρίνης Γκλεζώς· εμελέτα να μείνη αυτόθι ολίγας ημέρας, είτα να πλεύση εις την πατρίδα του αντικρύ, να εξευμενίση τους γονείς του με πάσαν θυσίαν, να τους πείση να έλθουν εις τον γάμον [του] και να επανέλθη άγων αυτούς πλησίον της μνηστής του. Ο γάμος θα ετελείτο πανηγυρικώς, με τας ευλογίας του Θεού, δώδεκα παπάδων, από δώδεκα ενοριακάς εκκλησίας, και των γονέων, και της πενθεράς του της Γκλεζίτσας, και τόσων άλλων παρανύμφων, κηδεστών, αγχιστέων και φίλων.

Όταν απεβιβάσθη ο Αγάλλος, κ' επάτησε τον πόδα εις την ξυλίνην αποβάθραν της ανόρμου εσοχής [αγκάλης] του αιγιαλού — την κατεσκεύαζον [την αποβάθραν] ξυλίνην επειδή κατά χειμώνα τα κύματα του βορρά την κατέστρεφαν, και πάσαν άνοιξιν την ανεκαίνιζον πάλιν — αόριστον νέφος λύπης και κατηφείας (του εφάνη ότι) επεπόλαζεν (επλανάτο) εις όλην την παραθαλάσσιον. Τα πρόσωπα, όσα άλλοτε έτρεχον μετά χαράς να τον υποδεχθώσι και να τον χαιρετήσωσι, σκαιά και ψυχρά, δεν έτρεχον μετά προθυμίας εις συνάντησίν του. Δύο ή τρεις γνώριμοι, φίλοι, ή συγγενείς της μνηστής του, του είπον «καλώς ώρισες» με μελαγχολικόν τινα τρόπον, ως να τον ώκτειρον. Εφαίνοντο ότι εις πέντε έτη όλοι οι νέοι είχον γηράσει, ως να είχε παρέλθει εικοσαετία, και όλοι οι ωρίμου ηλικίας είχον γείνει ψυχροί και δύσκαμπτοι, ως παγωμένα σκέλεθρα.

Ο Αγάλλος υπωπτεύθη ότι η μνηστή του τον είχεν αρνηθή, και είχε προτιμήσει άλλον. Ησθάνθη εις το στήθος του αιφνίδιον πλήγμα ως δικόπου μαχαίρας· η μία ακωκή τον έπληττεν εις το αίσθημα, η άλλη — ήτις πιθανόν να ήτο και η οξυτέρα εις την φιλαυτίαν του.

 — Τι γίνεται το Γκλεζώ, καλά είνε; ετόλμησε να ερωτήση τον κυρ Φόλην, ένα θείον της κόρης, όστις ήτο συγχρόνως και του ιδίου συγγενής, από την παλαιοτέραν αγχιστείαν, ήτις προυπήρχε μεταξύ των οικογενειών των.

 — Έ, υπομονή, κουράγιο· τι να κάμουμε; είπεν εις απάντησιν ο γέρο- Φόλης.

 — Τι υπομονή, κουράγιο; επανέλαβεν εν απορία ο Αγάλλος.

 — Αυτά έχει ο κόσμος, απήντησεν ο Φόλης.

 — Το ξέρω, είπεν ο Αγάλλος· μόνο πες μου τι τρέχει;

 — Ζωή σε λόγου σου, είπε πάλιν ο άλλος.

 — Πέθανε το Γκλεζώ;

 — Δεν απέθανε ακόμα· πεθαίνει.

Τω όντι η νεάνις έπνεε τα λοίσθια. Ωχρά, διαφανής, μεταξωτή, είχε κρυολογήσει εις την εξοχήν το περασμένον φθινόπωρον, όπου επήγε κ' έμεινε δύο- τρεις ημέρας εις το ιδιόκτητον καλύβι της οικογενείας, εκ φιλοτιμίας βοηθούσα τας εργατίνας εις το μάζεμμα των ελαιών, ακόμα και υπηρετούσα εις την έκθλιψιν του ελαίου, εις το πατητήρι, το οποίον υπήρχεν εις το κατώγι της μικράς επαύλεως. Δεν ήκουε τας νουθεσίας της μητρός της, ήτις την είχεν ακριβήν και πολυζήτητον. Είχεν ακούσει ότι, εις την άλλην νήσον, εις την πατρίδα του αρραβωνιστικού της, δεν το είχαν εις εντροπήν αι γυναίκες των καλλιτέρων οικογενειών να βοηθώσιν εις τοιαύτας εργασίας, κ' εφιλοτιμείτο να τας μιμηθή, διά να δείξη εις την πενθεράν και τας ανδραδέλφας της όταν έμελλε να πλεύση με τον Αγάλλον αντικρύ, στο Κάστρον ότι αυτή, ας ήτον και γαλαζοαίματη, επεθύμει να είνε χρήσιμος και εργατική, όπως εκείναι. Τέλος επέστρεψεν εις την οικίαν άρρωστη. Η μήτηρ της, ανήσυχος, την επεμελήθη τρυφερά, Όλαι αι γιάτρισσαι της πόλεως με τα φάρμακα και τα ματζούνια ετέθησαν εις ενέργειαν. Αλλ' η φύσις δεν εβοήθει, και η κόρη εχειροτέρευε. Παρήλθεν ο χειμών, και ήλπιζεν η Γκλεζίτσα ότι με την ανατολήν της ανοίξεως (ετρώθη το φθινόπωρον, εισέβαλεν ο χειμών) θα εδυνάμωνεν η μεταξωτή κόρη. Εις μάτην. Η γλυκεία νεάνις εχειροτέρευεν, απήρχετο το περίβλημα, κ' εγίνετο ψυχή. Και τέλος, τον Απρίλιον εκείνον, ολίγον μετά το Πάσχα, όταν έφθασεν ο Αγάλλος, το άνθος εφυλλορρόησε, κ' έγειρε, κ' εμαράνθη.

Αφού έκλαυσεν ως παιδίον, κ' εθρήνησεν ως γυνή ο Αγάλλος, κ' έβρεξε με δάκρυα το χώμα, δευτέραν και τρίτην ημέραν μετά την ταφήν, συγχρόνως είπε μέσα του:

 — Δεν πάω εγώ τώρα ν' αρραβωνισθώ την Ουρανίτσα, διά να πάρω την ευχή των γονέων μου; Ιδού φως φανερά, καθώς είπεν ο πατέρας, δεν ημπόρεσα να θεμελιώσω σπίτι χωρίς την ευχή τους.

Ο γέρο-Φόλης και οι συγγενείς της τεθνεώσης τον ελυπήθησαν, και του είχαν ναυλώσει πέραμα διά να τον στείλουν πέραν, να υπάγη να λησμονήση, να παρηγορηθή, και να μην υγραίνη καθημερινώς το χώμα του νεοσκαφούς τάφου. O Αγάλλος τους απεχαιρέτησεν, απεβιβάσθη, και εις ολίγας ώρας έφθασεν εις την γενέθλιον νήσον. Απεβιβάσθη εις το Ξάνεμον, εις ένα βορειανατολικόν λιμένα· εβάδισε δύο ώρας, συνοδευόμενος από δύο αγωγιάτας με τας ημιόνους των, φέροντας την μικράν αποσκευήν του, κ' έφθασεν εις το Κάστρον. Η αύρα της θαλάσσης εφάνη σώτειρα και υγιαντική. Επαρουσιάσθη εις τους γονείς του, κ' είπε:

 — Καλά μου λέγατε, δεν μπορεί να θεμελιώση τινάς απάνω στην άμμο. Το Γκλεζώ πέθανε. Λοιπόν, αφέντη, είμ' έτοιμος με την ευχή σου να πάρω την Ουρανίτσα· ιδού λάβε το δακτυλίδι να της στείλης δι' αρραβώνα.

 — Τι λες, παιδί μου; Η Ουρανίτσα τώρα έχει δυο παιδιά, ανήψια σου. Βρίσκεται στην Ύδρα με τον αδερφό σου.

 — Τον αδερφό μου... Την επήρε ο Μπιφάνης γυναίκα;

 — Τι ήθελες να κάμω; Αφού είχα δώσει τον λόγο μου...Δεν με άκουσες εσύ, ο Μπιφάνης έκαμε υπακοή.

Και πάλιν ο Αγάλλος ησθάνθη κρυφίαν ανασκίρτησιν εις το φανερόν, εκρέμασε το κεφάλι κ' είπε:

 — Καλά, τα γενόμενα ουκ απογίνονται.

Εξήλθε να περιπατήση ανά τα στενά σοκάκια του Κάστρου, διέσχισε κατά μήκος τας συνοικίας, έφθασεν έως της Αναγκιάς το κανόνι, εις την υψηλήν βορειοτέραν άκραν, και μέσα του εμελετούσε κ' έλεγε:

 — Καλά, εγώ τώρα τι να κάμω; Ή πρέπει να βρω νύφη ή να καλογερέψω.

Εστάθη πολλήν ώραν εκεί, εκάθισεν επί της ουράς του μακρού πελωρίου κανονίου, ρεμβάζων, αγναντεύων το βαθύ γαλανόν πέλαγος, και τα άσπρα πετρώδη νησιά, κατοικίας των θαλασσαετών και των γλάρων, ακούων τον ρόγχον των κυμάτων εις τους πόδας του Κάστρου, όπου είνε γιγαντιαίος μονοκόμματος βράχος με δέκα σπιθαμές χώμα στρωμένον επί της κορυφής και της κυματοειδούς πτυχής του, ως πεντακοσίας οργυιάς ύψος από της θαλάσσης. Έβλεπε πλήθος παιδιά να παίζουν εις το χείλος του κρημνού, χωρίς φόβον και χωρίς έν εξ αυτών να κυλισθή ποτέ τον κατήφορον. Άλλα, ως είδος παιδικής γυμναστικής, κατωλίσθαινον εις την Γλίστραν,

ήτις κατήρχετο διαγωνίως εκεί προς χαμηλόν επίπεδον, σχεδόν σύρριζα στον κρημνόν· πέτρα πελεκημένη, λεία, ως πέντε οργυιάς τo μήκος το κατωφερές. Άλλα [πάλιν] προσέπαιζον εις την Αλτανού, την μυθώδη Σπηλιάν, ήτις ήτο αντικρύ επί της πρώτης νησίδος, αποτείνοντα τας ειθισμένας ταύτας ερωτήσεις, και δεχόμενα της Ηχούς τας αμυδράς και παλμώδεις απαντήσεις:

 — Αλτανού!

 — Ου ου ου;

 — Έχεις παιδιά;

 — Α α α!

(Το πρώτον είνε ως αποκριτικόν επιφώνημα, κατά την διάλεκτον των Πηλεορειτών μάλλον, όχι των νησιωτών ισοδυναμεί με το ε ε έ! το ειθισμένον παρ' άλλοις. Το δεύτερον είνε καταφατικόν αντί του ναι).

Εκεί καθώς έστρεφεν ο Αγάλλος το βλέμμα, μίαν [φοράν] έξω προς το πέλαγος και μίαν προς το έσω του Κάστρου, έν παράθυρον από μίαν οικίαν, αντικρύ στο κανόνι, ηνοίχθη με τριγμόν, ως εξ εσκωριασμένων στροφέων εκ της υγρασίας του Βορρά και της ανερχομένης διηνεκώς άλμης των κυμάτων εις την θαλασσογείτονα εκείνην ακτήν, όπου διηνεκώς διεξήγετο η πάλη των στοιχείων. Ο Αγάλλος έστρεψε το βλέμμα, και είδεν ωραίαν όψιν νεαράς γυναικός, της οποίας το βλέμμα επί στιγμήν έπεσε τυχαίως επάνω του. Η νεάνις εστερέωσε ταχέως τα παραθυρόφυλλα επί του τοίχου, με τους συνήθεις σιδηρούς μύλους (τα στηρίγματά των), και απεσύρθη τάχιστα εις το έσω της οικίας. Δεν την είδε πλέον, αν και πολλάκις επανέφερε προς τα εκεί το βλέμμα.

Συγχρόνως μία γρηά κυρτή επέρασεν έμπροσθέν του, τον εγνώρισε, και του είπε: «Καλώς ώρσες». Ο Αγάλλος την ενθυμήθη.

 — Δεν είσαι η Μανιά; της είπε. Το Γηρακώ της Κατερίνας, που σε λένε κοινώς Μανιά;

 — Ναι.

 — Δεν μου λες, Μανιά, ποια είν' αυτή η κόρη που βγήκε τώρα, κι άνοιξε το παραθύρι κείνο;

 — Είνε η Λ.... της Μ...

 — Πανδρεμμένη;

 — Αρραβωνιασμένη οχτώ χρόνια.

 — Πώς αυτό;

 — Ο Γιαννάκης ο Δράκος, ο πειστικός της, βρίσκεται στο Μισήρι· εκεί είνε πραμματευτής.

 — Α!

Ο Αγάλλος διελογίσθη, και ανεπόλησεν. Ενθυμήθη τον Γιαννάκην τον Δράκον, εκείνον που έλεγεν η γρηά. Παιδιά ήσαν συμμαθηταί εις το σχολείον του Αλεξάνδρου του Δασκαλάκη, όπου εμάνθανον ομού τα κολλυβογράμματα, εκείνος δε ήτο ως δυο χρόνια πρεσβύτερος αυτού. Τώρα είχε τόσα χρόνια να τον ιδή, όσα είπεν η Μανιά, και σχεδόν τον είχε ξεχάσει.

 — Και την έχει αρραβωνιασμένην; Επανέλαβε κάπως ένθερμος ο Αγάλλος.

 — Εδώ και δέκα χρόνια.

 — Και βρίσκεται στο Μισήρι;

 — Σου είπα, στο Μισήρι.

 — Και δεν ξαναήρθε από τότε που «έδεσαν της πανδριές;»

 — Δεν ξανάρθε, παιδάκι μ'.

 — Και δεν της στέλνει γράμματα;

 — Κάποτε της έστελνε. Ύστερα έπαψε. Θαρρώ πως έχει καιρό να λάβη γράμμα.

 — Κι' αυτή τον καρτερεί ακόμα;

 — Τον καρτερεί.

 — Ως πότε;

 — Αχ, παιδάκι μ', μη μ' ερωτάς πολλά. Η 'πομονή πούχουμε ημείς η γυναίκες είνε μεγάλο πράμμα.

 — Καλά, να με συμπαθάς, Μανιά, είπεν εν συναισθήσει ο Αγάλλος.

Είτα μετά μίαν στιγμήν, ευθύμως την ηρώτησε:

 — Είσαι γειτόνισσα εδώ κοντά;

 — Είμαι, παιδάκι μ'. Το σπιτάκι εκείνο, που βλέπεις δίπλα, είνε το δικό μου. Παραθύρι με παραθύρι σμίζουμε. Άνδρας μπορεί να πηδήση το χάσμα ανάμεσα στα δυο παράθυρα.

Βεβαίως τυχαίως τα έλεγεν αυτά η Μανιά. Αλλ' ήτο ως να έρριπτε προσανάμματα εις την σκέψιν ή την επιθυμίαν του νέου. Ο Αγάλλος απεχαιρέτησε την γραίαν, και κατήλθεν εις την πατρικήν οικίαν του, εις την χαμηλήν πτυχήν του εδάφους, ανάμεσα εις τον Χριστόν, την Παναγίαν την Πρέκλαν, και τον Άι-Νικόλαν, όπου ήσαν όλα τα αρχοντόσπιτα.

Την επαύριον διωργάνωσε μικρόν κώμον ανά την υψηλήν συνοικίαν της Αναγκιάς, όπου αυτοσχεδίασε ολίγα δίστιχα, και τα έμαθεν εις τους συγκωμαστάς του να τα τραγωδήσουν υπό τα παράθυρα της Λ...

       Από το Κάστρο ως τη Βλαχιά
       στης Αναγκιάς το τόπι
       δεν είνε χώρες και χωριά,
       όρη, βουνά και τόποι.
       Για σε πονεί η καρδούλα μου,
       και στο Μισήρι μη διαβής,
       κι' ο νους σ' εδώ να μένη,
       ψυχή λησμονημένη.

Μετά δύο ή τρεις ημέρας εσχεδίασεν εκδρομήν, μετά δύο ή τριών φίλων του, εις τα έξω, προς τ' ανατολικά μέρη της νήσου. Εκεί, αφού ελειτουργήθησαν εις τον Πύργον, όπου ήτο παλαιόν σεβάσμιον παρεκκλήσι του Αγίου Ιωάννου του θεολόγου, εστρώθησαν εις την βρύσιν της Αβρακής, ολίγον ανήφορον υψηλότερα, εις τ' άνω του ρεύματος, κ' έφαγαν εκεί ένα πετεινόν ψημένον στην σούβλαν, κ' ήρχισαν να λέγουν το άσμα. Εκεί κατά περίεργον σύμπτωσιν παρουσιάζεται η γρηά Μανιά. Φαίνεται ότι είχεν υπάγει, εν συνοδία με άλλας γυναίκας εκεί, διά ν' ανάψουν τα κανδήλια και διά να ίδουν τα εκεί κτήματα, χωράφια έρημα, όπου τα κατεπάτουν εν ακολασία οι γείτονες Α ή Β.

 — Ώρα καλή σας, παιδάκια μ'. Πετεινό φάγατε; Εύχομαι, Αγάλλο, αρχοντόπουλό μου, γλήγορα να τον φας κι' αγκαλιαστόν με την κόττα.

Τούτο εσήμαινεν ευχήν περί προσεχούς αρραβώνος ή γάμου.

 — Απ' το στόμα σ' κη σ' Θεού τ' αυτί, είπεν ο Αγάλλος, επειδή εμβήκεν αμέσως εις το νόημα.

Η γραία έπαιζε τα μάτια της, ένευε δε πονηρώς ότι κάτι ήθελε να του πη. Ο Αγάλλος εύρε πρόφασιν, και απεμακρύνθη δεκαπέντε βήματα από την συντροφιάν του, έφθασε δε εις πυκνήν λόχμην, δίπλα εις μικρόν ρυάκιον, το οποίον έσκαζεν επί του όχθου, εις τους πόδας του βράχου, κ' εκεί εκάθισεν εν ρεμβασμώ, τάχα διά να εύρη δροσιάν και πρόσκαιρον μοναξίαν.

Η γρηά Μανιά, όπου ήξευρε καλώς τα μονοπάτια, επήγεν από άλλον δρομίσκον και τον εντάμωσε.

 — Καλώς σ' ηύρα, γυιόκα μ'. Τα είπα της Λ....

 — Τι της είπες;

 — Τα όσα μούπες.

 — Δεν σου είπα να της πης τίποτε.

 — Κ' εγώ δεν της είπα τίποτε παραπάνω. Το πως αρωτούσες γι'αυτήν, και τον πειστικόν της, και πως τον καρτερεί δέκα χρόνια, πότε ν' άρθη.

 — Και τι άλλο θα της πης, γρηά Γηρακώ;

 — Το πως ο Αγάλλος είνε καλός απ' τους καλούς, πρώτο σόι. Και τι μαντάτα έχει απ' τον Δράκον, που τον απαντέχει χρόνους και καιρούς.

 — Τι μαντάτα; ηρώτησεν ο Αγάλλος, παρανοήσας την φράσιν της γραίας.

 — Τι διάφορο έχει, μαθές. Φωτιά π' τον ε!.. Πέτρα έρριξε πίσω, αγυρισιά του γείνηκε, τόσα χρόνια, μήτε γράμμα, μήτ' απηλογιά.

Την νύκτα, όταν επέστρεψαν εις το Κάστρο οι ευφημούντες φίλοι, πατινάδα ηκούσθη πάλιν περί την συνοικίαν της Αναγκιάς. Μεταξύ των ψαλέντων ασμάτων ο Αγάλλος αυτοσχεδίασε το εξής:

       Στην Αφρική είν' ένα νερό,
       καινούργιο συντριβάνι·
       ποιος έχει αγάπη στην καρδιά
       ας πα να πιη να γιάνη.

Την πρωίαν εις το Κιόσκι μακρός λόγος έγεινεν εις το σύνηθες συμβούλιον των προεστών, σχετικώς με την διαγωγήν της νεολαίας, και μάλιστα περί του άρτι παλινοστήσαντος υιού του κυρ Δημητράκη.

 — Ακούστε να σας πω, άρχοντες, είπεν ο κυρ Φραγκούλης του Φραγκούλη, οι νέοι τούτου του καιρού άλλαξαν πλέον τα φερσίματά τους και την διαγωγή τους. Όσοι μας έρχονται από της Βλαχίες, κι' από άλλα μέρη, έμαθαν εκεί άλλα καμώματα, κι' άλλους τρόπους, κι' αυτά τα καμώματα τα μαθαίνουν και στους άλλους συνομιλήκους τους, τους εδώ. Τι τα θέλετε; Αυτό είνε πράμμα που κολλάει σαν ψώρα. Μια ψιλή σκέπη, μια τσίπα, είνε όλη του ανθρώπου η ντροπή. Άμα πάη η τσίπα, πάει πλέον ηθική και γνώση. Οι νέοι μας αθετούν την Διαθήκην, καθώς λέει ο σοφός Σολομών. Είνε ασύνθετοι και άσπονδοι.

 — Έτσ' είνε, κυρ Φραγκούλη, είπεν ο καπετάν Πέρρος ο Μαυρογιαλής. Μπάττ' αποδώς, μπάττ' αποκεί, το καράβι πέφτει όρτσα λαμπάντα. Ένα παγανίδι χρειάζεται μοναχά, για να το καϊνατίση.

 — Και τι θα πη ασύνθετοι και άσπονδοι, κυρ Φραγκούλη; ηρώτησεν ο παπά-Ζαχαρίας. Βαθειά ελληνικά μας είπες σήμαρε.

Κι' ο Λογιώτατος, ο γυιός του συμπέθερου εδώ (δείξας τον κυρ Δημητράκην), βρίσκεται στην Ύδρα, δεν είν' εδώ για να μας τα εξηγήση.

 — Ασύνθετοι είνε κείνοι που δεν στέκουν στον λόγον τους, παπά- Ζαχαρία· και άσπονδοι είν' εκείνοι που δεν θέλουν να παραδεχθούν όρκους και συμφωνίες. Κι' αν θέλης να ξέρης, παπά μου, άκουσε τι λέει ο Εκκλησιαστής: «Τον καθαιρούντα φραγμόν δήξεται αυτόν όφις»· όποιος χαλνάει φράχτη το φίδι θα τον φάη.

 — Και ποιον φράχτη, σε παρακαλώ, κυρ Φραγκούλη, χάλασ' ο γυιός μου; — ηρώτησε με πείσμα ο κυρ Δημητράκης — γιατί ενόησα καλά, μη μου το αρνείσαι, πως τάχεις με το γυιό μου.

 — Ένας αρραβώνας μιας κόρης είνε φράχτης, είπεν ο Φραγκούλης. Η Λ... είνε αρραβωνιασμένη με τον Γιαννάκη τον Δράκο, ο γυιός σου πάει και της κάνει πατινάδα, απέναντ' απ' τα παραθύρια της, και λοιπόν θέλει να χαλάση τον φράχτη.

 — Λοιπόν ακούσατε, πατέρες και αδελφοί, επήρε δρόμον να είπη ο κυρ Δημητράκης, ο γυιός μου ο Αγάλλος παγαινάμενος εις την Βλαχία, δεν ηθέλησε να πάρη 'κείνην που του έλεγα, θυμάσθε· εγώ πάλι ως καλός γονιός της έδωκα τον γυιό μου τον Λογιώτατο. Επιστρέφοντας ο γυιός ο μεγάλος από την Βλαχία, και πηγαινάμενος στην Σκόπελο, ηύρε 'κείνην που ήθελε να πάρη του κεφαλιού του πεθαμμένη, κ' ήλθεν εδώ με πένθος μεγάλο και με λύπησι, κ' επειδή τον έπιπτεν η συνείδησίς του, ήθελε να κάμη τον λόγο μου, να πάρη την Ουρανίτσα, μη ξεύροντας πως εγώ την είχα δώσει του γυιού μου του Λογιωτάτου. Και τότε ο Αγάλλος για να ξεχάση τον καϋμόν του, ως νέος που είνε, έκαμε ζέφκι, όξ' απ' το Κάστρο, με τους φίλους του, και πηγαινάμενοι στην Αβρακή έφαγαν κ' ήπιαν, και στο γυρισμό τους θα είπαν κάν' δύο τραγούδια μέσ' το χωριό την νύκτα. Τώρα, αν τα τραγούδια τα είπαν αποκάτ' απ' τα παραθύρια καποιανής, ελπίζω ότι θα πέρασαν κάτω από πολλά παραθύρια κ' ετραγούδησαν.

 — Κ' έπειτα εκεί στης Αναγκιάς, επρόσθεσεν ως καλός εμβαλωματής και ως ισοπεδικόν εργαλείον (μιστρί) ο παπά-Ζαχαρίας, εκεί πάνω είνε ψηλά, ξέφαντο το μέρος. Βέβαια εκεί θα εσταμάτησαν διά ν' αναψυχθούν και αναπνεύσουν πελαγίσον αέρα.

 — Για σου, παπά-Σακελλάριε, είσαι βλέπω καλό μιστρί, είπεν ο κυρ Πέρρος. Ακόμα και για μαλαχτάρι να σ' είχα θα μου έκανες, αν είχα για πιλάγωμα το καράβι, στο καρινάγιο.

 — Ως τόσον, εγώ σας υποσκέβομαι, ανίσως κ' έγεινε παρατιμωνία, όπως θα έλεες του λόου σου, καπετάν Μαυρογιαλή, πως δεν θα ξαναγείνη.

Το δειλινόν, όταν είδεν ο Δημητράκης τον υιόν του, του είπε:

 — Άκουσα, κυρ Αγάλλο, πως πήγες κάτ' απ' τα παράθυρα καποιανής, κ' έκαμες πατινάδα. Τώρα δεν είσαι μικρός, είσαι μεγαλείτερος απ' τον αδερφό σου τον νοικοκυρεμμένο. Κοντεύεις να τριανταρίσης.

 — Αλήθεια, αφέντη, είπεν ο Αγάλλος.

Και όταν ενύχτωσε, διηυθύνθη διά πλαγίου δρομίσκου προς το μέρος της Αναγκιάς. Εκεί ηύρε μίαν θύραν ανοιχτήν και εισήλθεν. Ήτο μικρά οικία ανώγειος, όπου εκατοίκει το Γηρακώ της Κατερίνας, η λεγομένη Μανιά. Ήτο χήρα και ατεκνωμένη, κ' ενδιεφέρετο δι' όλας τας αλλοτρίας υποθέσεις, και μάλιστα διά πανδρολογήματα, προξενιές, κ' ενίοτε ανδρογυνοχωρισιές.

 — Καλή σπέρα, Μανιά.

 — Καλώς το παιδί μου.

 — Αυτό είνε το παραθυράκι που έλεγες;

 — Ναι.

 — Όπου μπορεί ένας άνδρας να πηδήση;

 — Αυτό.

 — Ο πατέρας μου τώρα μου είπε πως «πήγα από κάτ' απ' τα παραθύρια καποιανής», και δεν ξέρω πώς, μου ήρθε στο νου αυτό το παραθυράκι, που μου είπες την πρώτη βραδειά που ενταμωθήκαμε. Μπορεί, λες, να το πηδήση ένας άνδρας;

 — Μπορεί.

Ο Αγάλλος έδωκεν έν νόμισμα εις την γραίαν. Εκείνη επήγε ν' αγοράση τρόφιμα από το πλησιέστερον καπηλείον. Εις το διάστημα οπού έλειψεν η Μανιά, επί δέκα λεπτά, ο αποφασιστικός νέος περιειργάσθη με βαθείαν προσοχήν το αντικρυνόν παράθυρον, διαγωνίως κείμενον, καθότι αι δύο οικίαι έσμιγον καθ' οξείαν γωνίαν. Αλλ' όμως ήτο κλειστόν. Εσχεδίασε πώς ήτο δυνατόν ν' ανοίξη. Διά βίας, ή διά δόλου. Διά ρήξεως ή κάλλιον δι' απάτης: λόγου χάριν, αν η γραία έκραζε με κλαυθμηράν φωνήν την νεαράν της γειτόνισσαν, και την παρεκάλει ν' ανοίξη, διά να της ζητήση, ως εν ώρα ανάγκης, κάτι, οίον έν πυρείον διά ν' ανάψη το σβυσμένον κανδήλι, επειδή ήτο παράωρα, κ' είχε λησμονήσει ν' αγοράση ενωρίς. Η Μανιά επέστρεψε, φέρουσα τα οψώνια. Ο νέος εδείπνησε μαζί της, κ' έμειν' εκεί μέχρι πρώτου λαλίσματος του πετεινού.

Όλα τ' ανωτέρω υποδειχθέντα, τα είχε σκεφθή η γραία πολύ πρωιμώτερα και λογικώτερα ή ο Aγάλλος. Η Λ... εις τας πρώτας εξηγήσεις της Μανιάς είχεν απαντήσει πολύ ψυχρά, είπε δηλαδή ρητώς ότι αυτή ανήκεν εις τον αρραβωνιστικόν της και ποτέ δεν θα έπαιρνε άλλον, αν εκείνος την εγκατέλειπεν.

Η Μανιά εξύπνησε την γειτόνισσάν της πρόωρα, με επικλήσεις και φωνάς πόνου. Εκείνη εξύπνησε, την ελυπήθη, και ήνοιξε το παράθυρόν της. Η γραία της εζήτησε με κομμένην φωνήν «ένα κόμπο ρακί» να βάλη στο στόμα της, διά «να πιασθή η ψυχή της», επειδή της είχε «λυθή ο αφαλός της» από ένα «σφάχτην», δριμύν πόνον που την έπιασεν έξαφνα σ' όλα τα σωθικά της, από το «χουλιαράκι» της και κάτω. Ήξευρε καλώς ότι της ευρίσκετο ρακί. Είχε διά πούλημα στο σπίτι, επειδή έκαμνε πολύ ρακί απ' τ' αμπέλι της. Έζη μοναχή, με την παραλυτικήν μητέρα της, ήτις δεν της εχρησίμευεν ειμή διά συντροφίαν, και διά να έχη άνθρωπον, τον οποίον να υπηρετή, διότι άλλως η ζωή της θα ήτο κακή και έρημος.

Την πρωίαν άμα τη ανατολή του ηλίου ηκούσθη εις όλον το χωρίον, ότι ο Αγάλλος είχε «χαλάσει τον φράχτην», όπως έλεγεν ο Φραγκούλης. Ο φράχτης ήτο το παράθυρον, το οποίον διεσκέλισε και υπερεπήδησεν. Όλον το Κάστρον εβόησε κατά του τολμητίου.

Ο νέος το είχε πράξει με «καλήν προαίρεσιν», καθώς τον εδικαιολόγει εις την συνέλευσιν του Κιοσκίου, αυθημερόν, ο πατήρ του. Ήτο ανάγκη να εκθέση οπωσούν εις τα όμματα και τα στόματα του κόσμου, ώστε ν' αποφασίση οψέποτε αύτη να εγκαταλίψη τον άκαρπον μνηστήρα, όστις εμπορεύετο εις την Αίγυπτον καιρούς και χρόνια, και είχε ρίξει «πέτραν οπίσω του», όπως έλεγεν η γρηά το Γηρακώ, η Μανιά, και είχε γείνει αγυρισά του — φωτιά π' τον ε! — και δεν της έστελλε «γράμμα μήτ' απηλογιά». Την άλλην ημέραν, ήρκει να έλεγεν η κόρη το Ναι, αυτός θα την εστεφανώνετο «αποκάτω απ' τα στέφανα των Προφητών, καταμεσής στον ναόν του Χριστού, εν πομπή και παρατάξει».

Και ούτως θα έμελλε βεβαίως να γείνη, εάν η Θεία Πρόνοια δεν ωκονόμει άλλως τα πράγματα. Την πρωίαν της άλλης ημέρας εξημέρωνε Κυριακήν, και έκπαγλος είδησις ηκούσθη ανά το χωρίον. Ο Γιαννάκης ο Δράκος, ο ξενητευμένος αρραβωνιστικός της Λ..., έφθασε κάτω εις τον μεσημβρινόν λιμένα, εις την άλλην πλευράν της νήσου, όπου ήτο επίνειον, με ολίγα νεώρια και μαγαζεία. Την είδησιν έφεραν εκείθεν ελθόντες κάτοικοι του Κάστρου, όπου είχον καταβή διά να πωλήσουν κηπουρικά προϊόντα, τρεις ώρας δρόμον, από τα Μποστάνια, τα κείμενα κατά την δυτικήν πλαγιάν, αριστερόθεν του Κάστρου.

Πώς ο Γιαννάκης δεν ήλθε μίαν ημέραν πριν, προτού να πηδήση ο Αγάλλος το παράθυρον; Και πώς δεν έφθασε μίαν ημέραν ύστερον, αφού την Κυριακήν ητοιμάζετο να στεφανωθή ο Αγάλλος, εν πομπή και παρατάξει αποκάτω από το στεφάνι των Προφητών, καταμεσής στον ναόν του Χριστού; Γράφει [λοιπόν] ο Θεός δράματα;

Ο Αγάλλος το έμαθε, κ' έμεινεν εμβρόντητος επ' ολίγας στιγμάς. Ταχέως όμως συνήλθε, κ' έτρεξε να εύρη τον παπά-Ζαχαρίαν, τον Σακελλάριον. Ο σκοπός του ήτο να κατορθώση να τελεσθή ο γάμος πριν φθάση η είδησις διά τον ερχομόν του Δράκου εις τα ώτα της Λ... και πριν αυτός φθάση στο Κάστρον. Τούτο θα ήτο απηλπισμένον και σπασμωδικόν διάβημα, και αν δεν είχε μάθη η κόρη τον ερχομόν του μνηστήρος. Αλλ' όμως, και τούτο ουδέν το παράδοξον, η Λ... είχε μάθει την είδησιν ακριβώς δέκα λεπτά πριν την μάθη ο Αγάλλος.

Διότι δεν υπήρχε μόνη η Μανιά γραία εις το χωρίον. Ήτο η γρηά Κομνιανάκαινα, κατοικούσα εις μικράν καλύβην αμέσως εντός της πύλης του φρουρίου. Αυτή πρώτη ήκουσε το μαντάτον από τους δύο παραγυιούς του κηπουρού, του Κωνσταντή του Άγγουρα, οπού εμβήκαν το βράδυ στο Κάστρον. Όχι ότι εις αυτήν πρώτην το είπαν, αλλ' αυτή πρώτη το ήκουσε, πριν καταλάβη καλά ο πορτάρης της σιδηράς πύλης, εις τον οποίον το είπαν. Ευτυχώς δεν ήτο τελείως κωφή, ήκουε καλά από το έν ωτίον. Είχε πάρει την ρόκα της, καθώς εβασίλεψεν αντικρύ στα κυανά και τα ρόδινα του Πηλίου ο ήλιος της Κυριακής, όπου έπαυε πλέον η κανονισμένη αργία, κ' εκάθησε κάτω από την Μεγάλην Ταράτσα, εκεί όπου είχαν το σύνηθες χάσμα [οπήν] άνω της φλιάς της σιδερόπορτας, διά να ζεματίζουν τους κλέφτας, και εμάζευε δροσιάν από τον βουνόν εις τον κόλπον της κι' από τους γιαλούς, και διήκουσε το νέον, το οποίον εν σπουδή και ακρατήτως μετέδωκαν τα δύο κοπέλλια του κηπουρού εις τον γέρο-Κώσταν τον πυλωρόν.

 — Καλά, τρεχάτε να πάρτε τα σχαρίκια, απάνω στης Αναγκιάς, να το πήτε της Χ... και της κόρης της, είπεν ο πορτάρης, αφού οι δύο αγροδίαιτοι νέοι είπαν και ξαναείπαν την είδησιν, και αυτός μόλις εκατάλαβε τι ήθελον να είπουν.

Η γρηά Κομνιανάκαινα είχε χώσει την ρόκα υπό την τραχηλιάν της, κ' εποδάρωσε κ' έτρεξεν απνευστί προς την επάνω συνοικίαν. Μετ' ολίγα λεπτά έφθασε πετάμενη, ως κουρούνα, κ' εφώναξε κάτω από το μικρόν πρόστοον της οικίας της Λ...

 — Τα σχαρίκια, Λ... ήρθ' ο αρραβωνιαστικός σου — ο Γιαννάκης ο Δράκος έφθασε.

Η Λ... δεν επίστευε τα ώτα της, επί ικανήν ώραν έμενεν ως απολιθωμένη.

Την πρωίαν έφθασεν εις το Κάστρον ο μνηστήρ ο ξενιτευμένος. Ο Γιαννάκης δεν έφερε καμμίαν δυσκολίαν, ως έμαθε τα συμβάντα. Έρριψε τα βάρη όλα στον Άγάλλον, κ' είπεν ότι ήξευρε την αρραβωνιαστικήν του ως πιστήν και αφωσιωμένην, και ότι, αν έπταισε τίποτε εκείνη, αυτός το αναλαμβάνει ως ίδιον πταίσμα του.

Ο Γιαννάκης είχε φέρει, ως έλεγαν, δυο χιλιάδες τάλληρα από την Αίγυπτον. Άνθρωπος πραμματευτής, τόσον εύπορος, δεν έπρεπε να λεπτολογή διά μικρά πράγματα. Μετά τρεις ημέρας, την Πέμπτην, συνέπιπτεν εορτή, της Αναλήψεως, περί τα τέλη Μαΐου, ήτο δε ακριβώς νέα σελήνη και ο γάμος ετελέσθη την εσπέραν της Πέμπτης (του Γιαννάκη Δράκου και της Λ...) εν πομπή και παρατάξει, καταμεσής στον Χριστόν, αποκάτω απ' το στεφάνι του μεγάλου πολυελαίου, πριν φύγη ακόμα ο Αγάλλος διά το Άγιον Όρος.

Μετά πολλούς χρόνους, όταν όλα τα πρόσωπα του δράματος τα μεν απήλθον, τα δε εγήρασαν — μετά είκοσι περίπου έτη — επανέκαμψεν από το Όρος ο Αλύπας ιερομόναχος και πνευματικός. Είχεν ασκητεύσει τόσα χρόνια εις τα Κατουνάκια, κατά τας δυτικομεσημβρινάς υπωρείας του Άθωνος. Είτα είχεν αποθάνει ο γέροντάς του, αυτός δε επώλησε την ασκητικήν καλύβην, κ' επέστρεψεν εις την γενέθλιον νήσον του.

Το γηραιόν ανδρόγυνον επέζη ακόμη, ο κυρ Δημητράκης τ' Αγάλλου κ' η γραία Αρετή. Ο παπά-Αλύπας επήγε κ' εγκατεστάθη οριστικώς εις το νεόκτιστον σταυροπηγιακόν και πατριαρχικόν Κοινόβιον του Ευαγγελισμού.

Εξελέγη τέταρτος ηγούμενος μετά τον Νήφωνα και τον Γρηγόριον τους κτίτορας (ο δεύτερος ήτο εντόπιος, και μακρυνός συγγενής του, υιός του άρχοντος Χατζησταμάτη), οίτινες είχον αποθάνει προ του 1821, και μετά τον Φλαβιανόν, απελθόντα προς καιρόν εκ της Μονής ένεκα των ανωμαλιών και των περιστάσεων. Ως ηγούμενος διέπρεψε, κ' εφημίσθη μάλιστα το Αλυπιακόν μοσχάτον, όπου αυτός περιτέχνως το κατεσκεύαζεν. Ήτο φερωνύμως κατάλληλον διά ν' ανακουφίζη τας λύπας, τους καϋμούς και τα βάσανα του κόσμου τούτου. Η γραία Αρετή απέθανε, και ο γυιός της ο Αλύπας την έθαψε «με τα χεράκιά του», ως ιερεύς και ως υιός, όπως αυτή ηυχήθη. Ο κυρ Δημητράκης, αφού έδωσε πολλά πανωπροίκια εις τας θυγατέρας του τας υπάνδρους, έδωκεν ικανά κ' εις τον Επιφάνιον, όστις είχεν έλθη εκ της Ύδρας προ πολλού, και μετήρχετο το διδασκαλικόν επάγγελμα εις τον τόπον, εμοίρασε δε καί τινα εις τους πτωχούς, εκράτησεν ακόμη ολίγα διά τον εαυτόν του, κ' επήγε κ' εκοινοβίασεν εις την Μονήν του Ευαγγελισμού, διά να γηροκομηθή πλησίον του υιού του Αγάλλου, όπως πάλαι είχε προείπη. Εκάρη, και ωνομάσθη Δαυίδ.

Μετά χρόνους ύστερον ο πρωτότοκος υιός του Επιφανίου, του Λογιωτάτου, Δημήτριος, αφού έμεινεν ολίγα έτη εις το Ρωσσικόν μοναστήρι, εις τον Άθωνα, επέστρεψεν εις την πατρίδα του. Ούτος έμελλέ ποτε να φημισθή αργότερα ως Διονύσιος ο Γέροντας και ως πνευματικός. Πλην τότε, όταν επαρουσιάσθη εις τον θείον του Αλύπαν, μόλις εικοσιπενταετής, εκαλείτο Δανιήλ ιεροδιάκονος, μοναχός.

Όταν τον είδεν έξαφνα ο θειος του, με λύπην και πόνον ανέκραξε:

 — Μαύρο κούτσουρο εγώ, μαύρο κούτσουρο εσύ.

Τ΄ ΑΓΓΕΛΙΑΣΜΑ


Ανέβαινεν ασθμαίνων τον ανήφορον ο καπετάν Γεωργάκης ο Μ., αν και ήτο καβάλλα επάνω εις μεγάλον ισχυρόν ημίονον, δυνάμενον να σηκώση υπέρ τας 120 οκάδας. Ήσθμαινεν αυτός, ήσθμαινε και το ζώον. Ήτον πρωί ακόμη, αρχαί Ιουνίου, έβαινε προς τα δυτικοβόρεια της εξοχής, κ' είχε τον ήλιον οπίσω του. Και με πλατύ κόκκινο μανδήλι αδιαλείπτως εσπόγγιζε τον ιδρώτα από το πρόσωπόν του. Κ' ήτον άρρωστος υπέρ τα δύο έτη, κ' είχε σωθή και αναλύσει όλος από την αδυναμίαν και ισχνότητα, κ' είχεν ακόμη το διπλάσιον βάρος συνήθους ανθρώπου.

Έφθασε στον Άι — Λιά ως δύο ώρας προ της μεσημβρίας. Τα πελώρια πλατάνια εφυσώντο κ' εσείοντο κυρτά επί της πλατείας, σκεπάζοντα όλην την έκτασιν, νανουρίζοντα την μεγάλην δίκρηνον βρύσιν. Εις το έν τούτων εσώζετο ακόμη το τελευταίον κλήμα ανώρειον περιπλέκον και σμίγον τα φύλλα του εις όλους τους κλάδους και τους ακρέμονας και κρεμών τους προ πολλού δεμένους βότρυς του ανάμεσα στους κλώνας κ' εις το κενόν. Εις τον μακρύν τεράστιον κορμόν του ανέβαινον ακόμη η μάγκες και τα νοικοκυρόπουλα, κ' εκτυπούντο και ελικνίζοντο, μέχρις ου καταστρέψωσι κι' αυτό το σωζόμενον κλήμα, όπως είχον καταστρέψει και τ' άλλα γείτονα αδέλφια του. Εις την κρήνην εποτίζοντο έν κοπάδι πρόβατα, του Γιώργη του Πολύχρονου, και έν απόλυον, του Κώστα του Βαβήλα, εγκαρδιακού αδελφού του. Επιάνοντο σχεδόν καθημερινώς, όταν ήρχοντο να ποτίσουν τα κοπάδια των, οι δύο γνήσιοι αδελφοί, εξ ων ο νεώτερος είχε χάσει όπισθεν ενός λαϊκού παρεγκωμίου το οικογενειακόν όνομά του. Ο Γιώργης κατέβοσκεν όλους τους ξένους αγρούς, όσοι εγειτόνευον με τα σύνορα της νομής του, ο Κώστας κατεπάτει τα σύνορα του αδελφού του και άμα κατεμαρτύρει εις τους ιδιοκτήτας κατά του αδελφού του.

Όταν ήρχετό τις οικοκύρης να παραπονεθή και να τον επιπλήξη, ο μπάρμπα- Γιώργης είχε τόσον γλυκείαν γλώσσαν, ώστε ο άνθρωπος σχεδόν επείθετο ότι ο βοσκός δεν τον είχεν αδικήσει, και είχε γείνει λάθος. Άμα έστρεφεν όμως εκείνος τα νώτα ν' απέλθη, ο Πολύχρονος εσήκωνε τα χέρια και τον εμούτζωνε οπίσω του, γογγύζων, υβρίζων και βλασφημών. Ο Κώστας, καθά διηγούντο, είχε γείνει ποτέ αράπης μελανωμένος την νύκτα, διά να ενεδρεύση και δείρη ένα κάποιον Γούμενον, όστις είχεν έλθει στο μοναστήρι μεταπομπαίος υπό του Επισκόπου, επειδή ο ξένος καλόγερος διεμαρτύρετο κατά του Βαβήλα διά την καταβόσκησιν των κτημάτων της Μονής.

Όταν συνηντώντο εις την βρύσιν του Άι-Λιά,

 — Τώκαμες πάλι το θάμμα σου, πουλί παραδερμένο, άρχιζεν ο Γιώργης. Πήες και μ' εγκάλεσες.

 — Καλά σ' έκαμα, απεκρίνετο ο Κώστας· γιατί εσύ είσαι σκυλί κρυφοδάγκωτο, που πρέπει να σε έχη κανείς έννοια.

 — Τι γαυγίζης, βρε; που να λυσσάξης; με την κακία εσύ θα μείνης, κακόμοιρε.

 — Τι ουρλίσματα και αφρούς βγάζεις απ' το στόμα σου; θα φας τα λιακά σου, γιατί δεν αφίνεις διαβάτη που να μη τον δαγκάσης.

 — Αχ! σκυλί αγαρηνό, άπιστο!

 — Τρομάρα σου! βρωμόσκυλο, κοπρόσκυλο, ψωριασμένο.

Εσήκωνεν ο Γιώργης την στραβολέκαν, ύψωνε κι' ο Κώστας την στραβολέκαν, αντήλλασσον δυο αδελφικές ξυλιές, εωσότου ήρχετο είς γηραιός αγροφύλαξ σοβαρός, ή γείτων κηπουρός γελών, κ' εχώριζε τους δύο σκυλοαδελφούς (τα δυο σκυλαδέλφια).

Ο καπετάν Γεωργάκης επέζευσεν, εχαιρέτησε τους βοσκούς, όσοι ανεψύχοντο εκεί με τα ποίμνιά των, έπιε δροσερόν νερόν, αφήκε βαθύν στεναγμόν και εστράφη προς μακρόν ανώγειον οικοδόμημα, προ της θύρας του οποίου είχε περάσει προ πέντε λεπτών. Ο αγωγιάτης του επήρε το ζώον και το έδεσε διά να βόσκη, χωρίς να το ελαφρώση από το φόρτωμα.

 — Μπορεί να κάμω ως μισήν ώρα, του είπεν ο καπετάν Γεωργάκης· περίμενέ με. Εβάδισε με κόπον, ίσως διότι ήτο αιμωδιασμένος από την καβάλλα. Είτα πάλιν εστράφη προς τον ημιονηλάτην:

 — Αλήθεια, ξέχασα· φέρε τη λειτουργία, το κηρί, και το λιβάνι, απάνω, στον πάτερ-Γερεμία.

Ο άνθρωπος υπήκουσεν. Έλαβεν από έν ζεμπήλι, κρεμάμενον εις το πλευρόν του σαμαρίου, προσόψιον λευκόν τυλιγμένον, όπου ήσαν τα θρησκευτικά δώρα, τα οποία είχεν ονομάσει ο καπετάν Γεωργάκης και τον ηκολούθησεν.

Επήγαινεν ο καπετάν Γεωργάκης να ξαγορευθή στον πνευματικόν, όστις εμόναζεν εκεί ερημικός και ανεξάρτητος (από δεκαετίας, χωρίς να κατέλθη εις την πόλιν). Είχε τόσα χρόνια ανεξαγόρευτος, όλας τας αμαρτίας της νεότητός του τας είχεν ακόμη φορτωμένος εις την συνείδησίν του — τα σαρκικά πάθη και όλα τα λοιπά. Ήτο μόλις σαρανταπέντε ετών, και είχε προκόψει [επιτύχει] εις τας επιχειρήσεις

[του]. Μεγαλοπλοίαρχος, με μπάρκα και με τρικάταρτα δυο τρία, είχεν ανοίξει τον δρόμον, κ' έγεινεν αφορμή να ευπορήσουν και άλλοι εμποροπλοίαρχοι, και είχε φέρει δευτέραν πρόσκαιρον ακμήν εις την φθίνουσαν ναυτιλίαν του ιστίου. Εικοσαετής είχε κληρονομήσει παρά του πατρός του μικρόν καραβάκι χρεωμένον, επλοιάρχει υπέρ τα είκοσιν έτη, και είχε κατορθώσει εν τω μεταξύ όλα τα θαύματα αυτά!

Ήτο γίγας σωματικώς και καρδιακώς. Εδούλευε διά πέντε ανθρώπους, κ' έτρωγε κ' έπινε δι' άλλους τόσους. Είχεν αρρωστήσει σ' ένα ταξείδι προ δύο ετών και πλέον, κ' οι ιατροί της Σμύρνης, είτα κ' οι καθηγηταί των Αθηνών, τω είχον επιβάλει δίαιταν. Ίσως είχε ψαμμίασιν, ή μάλλον διαβήτην επιπλεγμένον με άσθμα. Πώς να τρέφεται αυτός με γάλα, και να πίνη πτισάνην, ή ολίγον χλιαρόν νερόν; Αυτός έβλεπε το μπαρπουνοκέφαλο και του ήρχετο να το αρπάξη από την χείρα του ναύτου ή του ομοτραπέζου του. Ορφούς, συναγρίδας, οστρείδια, καλόγνωμες, αστακούς και χέλια, πώς να τα ξεχάση; Πώς να μη τρώγη κοκορέτσι, κεφτέδες, σπληνάντερο, ή ροσμπίφ με μακαρονάδα; Είνε ζωή αυτή; Ή πώς να μη πίνη το θαυμάσιον μπρούσικο μαύρον του τόπου, ή και το μοσχάτο, και τον ροδίτην, και να στερηθή ακόμη και το τσίπουρο; Είνε ζωή αυτή;

Έβαλεν ένα εξάδελφόν του πλοίαρχον εις το ένα μπάρκο, όστις δεν εύρε δουλειές να δουλεύση και «τον έβαλε μέσα»· το άλλο τo εξεχώρησε «χρεωλυτικώς» εις ένα παλαιόν φίλον του θαλασσινόν, όστις το έφαγε, σκάφη κι' άρμενα και καρφιά, κι' αυτός έμενεν ως έγγιστα δύο έτη εις την γενέθλιον νήσον. Πάλιν φόβον διά να πτωχεύση δεν είχε, καθότι είχεν αποκτήσει κτήματα εις την πατρίδα αξίας 70 χιλιάδων δραχμών, κ' είχε βαλμένα στην Τράπεζαν, εις τας Αθήνας, μετρητά περί τας πενήντα χιλάδας.

 — Για να βρουν τα κουτσούβελα να τρώνε, αν μου συμβή τίποτε, είχεν ειπεί εις ένα πατριώτην του εις Αθήνας.

Εννοούσε τα τρία παιδιά, δύο αγόρια κ' ένα κορίτσι, που είχε.

Τον είχεν εύρει ο φίλος εκείνος εις ένα ξενώνα, της «Πελοποννήσου», πάσχοντα ήδη, πλαγιασμένον επί της κλίνης, και δίπλα, επί της τραπέζης, ήτο έν ρεβόλβερ ολογέμιστον, και το ειρημένον ποσόν, μέρος εις λίρας και μέρος εις χαρτονόμισμα, υπό το προσκέφαλόν του, διά να το καταθέση την αύριον εις την Εθνικήν.

Είτα, όταν ήλθεν εις την πατρίδα, έτρωγε γαλατερά κ' έπινε δι' αναψυκτικόν βυσσινάδα, κατά συγκατάβασιν, δι' όλου του θέρους. Όχι άπαξ παρέβαινε τον αυστηρόν ιατρικόν κανόνα. Κατεβρόχθιζε μπριζόλαν, ψητόν της σούβλας, εκείνο που τρελλαίνει τους φράγκους, «Ροτί αλλά παλλικάρ», κ' είνε η απόλαυσις και το καύχημα όλων των Ελλήνων, γενική πανήγυρις και άνοιξις και πρωτομαγιά! Αλλ' ευθύς ύστερον επήρχετο πάλιν βαρεία η υπόμνησις του σκυθρωπού ασκληπιάδου — ανθρώπου όστις θέλει να διδαχθή «την κεραμείαν εν τω πίθω, ή να μάθη την κουρευτικήν επί της κεφαλής του φαλακρού» — κ' ηναγκάζετο να γείνη πάλιν «γαλακτοφάγος», οποίοι ήσαν οι παλαιοί Α.........., κι' ο Ρότσιλδ, εβραίος χιλιεκατομμυριούχος εις τα Παρίσια, και τόσοι άλλοι δυστυχείς.

Τέλος, η υγιεία του δεν εβελτιώθη, κ' είχεν απομείνει ο μισός, κ' ήξιζεν ακόμη διά δυο· και ήτο ασθενής, και μεγαλοπρεπής, σοβαρός και κάτισχνος. Και την πρωίαν εκείνην, το Σάββατον, πριν επιβή της ημιόνου διά να υπάγη εις το μέγα κτήμα του, εις την Κεχριάν, όπου είχεν έπαυλιν και αγροτικήν οικίαν, διά να αλλάξη τον αέρα, κ' ο δρόμος του ήτο να περάση από τον ναόν του Προφήτου Ηλία, όπου έφθασε λίαν πρωί, είχεν ανοίξει το συρτάρι και είχε βγάλει έν πλήθος ομόλογα, άλλα συμβόλαια, άλλα επί χαρτοσήμου και τ' άλλα εφ' απλού χάρτου, κ' είχε στείλει να καλέση πέντ' έξ πτωχούς γέρους, παλαιούς ναύτας, αποζώντας με 12 δραχμών σύνταξιν από το Απομαχικόν, και δέκα ή δώδεκα χήρας, κι' άλλα τόσα ορφανά κοράσια, κ' έδειξε τα ομόλογα, και τα έσχισεν επί παρουσία των, κ' είπε:

 — Να παρακαλήτε για την ψυχή μου, αν πεθάνω.

Αι χήραι με δάκρυα και με σείσματα [νεύματα] κεφαλής τον ευχαρίστησαν, αι ορφαναί ψιθυρίζουσαι εχαμήλωσαν τας κεφαλάς, και είς εκ των γερόντων θαλασσινών τον ευχήθη:

 — Ο Θεός να σ' αξιώση, καπετάν Γεωργάκη, να χαρίσης ακόμη πολλά.

 — Αμήν! είπεν ο καπετάν Γεωργάκης, εννοήσας ότι τούτο εσήμαινε: «να αποκτήσης πολλά, διά να χαρίσης αναλόγως».

Ακολούθως ίππευσεν επί του μεγαλοσώμου ζώου, και ανέβη τον ανήφορον, δια τον Άι-Λιάν. Είτα επήγεν εις του παπά-Γερεμία, εξωμολογήθη, και δεν άφησε τίποτε που να μην το είπη, εκτός αν εξέχασε μερικά!

Κατόπιν επέβη του ημιόνου, κ' εξεκίνησε διά το κτήμα του. Είχεν άλλον τόσον δρόμον να βαδίση, μίαν ώραν περίπου, επίπεδον και κατήφορον πλαγινόν. Ο Ήλιος εψήλωνεν, έκαιε τα νώτα του αναβάτου, και ήτο ήδη ενδεκάτη και ημίσεια, όταν έφθασεν εις το κτήμα του ο καπετάν Γεωργάκης.

Έκειτο ανάμεσα στο Πυργί και στην Κεχριάν, κ' είχεν αντικρύ το μέγα δάσος των δρυών, τον Αραδιάν, προς μεσημβρίαν, και δεξιά τας ακτάς και τους βράχους του βορεινού Κάστρου, και το θεσπέσιον πέλαγος το και φρίσσον και αβυσσαλέον και γλαυκόν. Όλον το χωράφι, αγύριστον, περιείχεν υπέρ τα χίλια δένδρα, ελαίας, μυγδαλέας, απιδέας και συκέας, ήτο κατήφορος και κρημνός. Διά να κατέλθη τις εκ των άνω, όπου ήτο κτισμένη η μικρά καλώς περιποιημένη έπαυλις, κι' όπου ο Κώστας ο Σκαρλάτος έβοσκε τας πέντε ή έξ αίγας και τα πρόβατά του με την εντολήν να φυλάγη τας μυγδαλέας και τ' άλλα οπωροφόρα, μέχρι των κάτω, όπου πλατάνια και καρυδιές και δρύες εστόλιζον μέσα στο ρέμμα την κρυφήν πηγήν του νερού, έπρεπε να ολισθήση τρις επάνω στα χόρτα, να πέση, να πιασθή από σχοίνον ή κορμόν δένδρου, να βαρέση την πλάτην του, ν' ανασηκωθή, να ξαναπέση, και τέλος να κυλισθή έως κάτω εις την βαθείαν εσχατιάν, εις το κράσπεδον του κρημνού. Είτα η συντροφιά, ως είχε γλυστρήσει τρις και τετράκις, με γέλοια και ευθυμίαν, θα εστρώνετο υπό τα πλατάνια, σιμά στην βρύσιν, όπου ο Χρήστος ο Καλογιάννης θα ελιάνιζε το κοκορέτσι και ο Φραγκούλης του Πάνου θα εσούβλιζε το μπούτι, κ' η Κρατήρα η Σκαρλάταινα θα έφερνε ζεστά αχνιστά τα τυροπ'τάρια, με χλωρόν τυρί, και με δωδεκάδα αυγών κατασκευασμένα, και ψημένα στον φούρνον του καλυβιού της, αντικρύ στην ράχην του βουνού. Αλλά πού τώρα σπληνάντερα και κοκορέτσι, και πού τα τυροπ' τάρια;