Ο καπετάν Γεωργάκης επέζευσε, και εκάθησεν υπό την σκιάν μεγάλης ελαίας της μικράς επαύλεως. Ο αγωγιάτης απέθεσε τα πράγματα εντός του καλυβιού, κ' επήγε να δέση το ζώον.
(Ο πάτερ-Γερεμίας του είχε δώσει ως συνοδείαν τον γέρο-Πέτρον, λέγων: — Ας έλθη ο αδελφός να σε συντροφεύση ως κάτω, να σου 'πη και κανένα λόγον πνευματικόν. — Ο καπετάν Γεωργάκης δεν είχε προσλάβει συνοδίτην από το χωρίον, εν μελαγχολία και παραξενιά. Είχεν ειπή εις την γυναίκα ότι θα υπάγη δι' ολίγας ημέρας ν' αλλάξη τον αέρα στο καλύβι, και ότι δεν θέλει κανένα μαζύ του. Την απεχαιρέτησεν, εφίλησε τα τέκνα του — το μεγαλείτερον εκ των τριών ήτο δέκα ετών και απήλθεν. Δεν ηθέλησε να παραβή τον λόγον του πνευματικού, κ' εδέχθη τον γέρο- Πέτρον ως συνοδίτην. Ο Γέρο-Πέτρος, μοναχός με πενιχρά ράσα, έλεγεν ότι ήτο 98 ετών. Ίσως έπεφτε όρτσα καμμίαν δεκάδα. Ήτο ακμαίος, ηλιοκαής, με σφιχτόν κόκκαλον, ηλιοκαής και σκυτοδεμένος. Ήτο βραχύς, με πενιχρά ράσα κ' είχε δέκα έως δεκαπέντε τρίχας υπό το χείλος και τον πώγωνα. Είχεν υπηρετήση, ως διηγείτο ο ίδιος, στρατιώτης εν Τουρκία, ήτο δε βουλγαρικής καταγωγής).
Το καλύβι ήτο καλοκτισμένον, περιποιημένον, με πολλά σκεύη κ' εργαλεία γεωργικά, με αχυρώνα και σταύλον· μικρά έπαυλις. Ο καπετάν Γεωργάκης εκάθησεν υπό την ελαίαν, δέκα βήματα κάτω του δυτικομεσημβρινού τοίχου, επί όχθου τινός του κατωφερούς εδάφους. Ο γέρο-Πέτρος εκάθησεν αριστερά του, τρεις σπιθαμάς παρακάτω, με τον αριστερόν ώμον και την κατατομήν του προσώπου προς αυτόν νεύουσαν. Ούτος εδοκίμασε ν' αρχίση ομιλίαν.
— Συνηθίζει και λέγει ο Γέροντας, καπετάν Γεωργάκη, όπως λέει ο προφήτης Ησαΐας: «Πάσα κεφαλή εις πόνον, και πάσα καρδία εις λύπην». Ώστε δεν υπάρχει άνθρωπος στον κόσμον που να μην πονέση και να μην πικρανθή, είτε απ' την καρδία, είτε απ' το κεφάλι. Κι' ο Δαυίδ λέει: «Ποτήριον εν χειρί Κυρίου οίνου ακράτου... πίονται πάντες οι αμαρτωλοί της γης». Όθεν δεν μπορεί να γλυτώση ο αμαρτωλός απ' το κατακάθι του ποτηριού, «της οργής του Θεού».
Ο καπετάν Γεωργάκης ήκουεν, αλλά δεν ενόει καλώς, και δεν απήντησεν. Ο γέρων μοναχός εξηκολούθησε με έξαρσιν:
«Χρεμέτισον την φωνήν σου, η θυγάτηρ Γαλλήμ». «Και συντρίψει Κύριος την ύβριν της υπερηφανείας σου, ότι το στρήνος σου ανέβη εις τους μυκτήρας σου, και το κέρας σου συντριβήση». Όπου κι' αν χρεμετίση τινάς την φωνήν του, κι' αν ψηλώση το κέρας του, το κέρατό του θα συντριφθή, κ' η φωνή του θα λουφάξη.
— Αυτό είνε κοντά στον νου, απήντησε τυχαίως ο καπετάν Γεωργάκης.
— Κ' έπειτα να σου πω, επανέλαβε με περισσότερον θάρρος ο γέρο- Πέτρος, δεν βλέπεις τι κακομοιριά, τι απροκοψιά, τι αναχορταγιά μας εκυρίεψε όλους, εις αυτούς τους εσχάτους χρόνους; Λέει ο προφήτης: Ίνα τι τιμάσθε αργυρίου εν ουκ άρτοις, και ο μόχθος υμών ουκ εις πλησμονήν;» Ανίσως δεν στείλη ο Θεός βροχή και χιόνι, και πάχνη, κ' ήλιο, και ζέστη, και δροσιά, ποίαν σημασίαν έχουν τα αργύρια; Αφού δεν υπάρχουν καρβέλια, πώς θ' αγοράσωμε ψωμιά ; Αφού δεν χορταίνωμεν απ' τον κόπον και τον ιδρώτα του προσώπου μας, πώς θα χορτάσωμε απ' την αδικία και πλεονεξία ;
Έως εδώ είχε φθάσει εις την αφελή διδαχήν του ο γέρο-Πέτρος. Αίφνης την στιγμήν εκείνην ο καπετάν Γεωργάκης ανεσκίρτησεν, ανεσηκώθη αποτόμως, κ' ήρπασε την χονδρήν ράβδον, αγριελαιίνην ράβδον του γέροντος μοναχού. Ο γέρο- Πέτρος έστρεψε βλέμμα προς αυτόν, και τον είδεν έντρομος. Είχον εξογκωθή βλοσυρά τα όμματά του, αι τρίχες της κεφαλής του εφρικίασαν, και αφήκεν αλλόκοτον φωνήν:
— Τι ήρθες εδώ;
Συγχρόνως εσφενδόνισε την ράβδον προς τα κάτω, ήτις στρυφοδονήσασα επήγε τριάντα βήματα μακράν τον κατήφορον και πεσούσα εκτύπησε την ρίζαν μιας νεοφύτου ελαίας.
— Τι τρέχει, αδελφέ; είπεν ο γέρο-Πέτρος.
— Να τος! να τος! έκραξεν έξαλλος ο καπετάν Γεωργάκης, δεικνύων αριστερώτερα ολίγον του μέρους, όπου είχε πέσει η ράβδος.
Ο γέρο-Πέτρος εσηκώθη κ' έκαμε τον σταυρόν του.
— Δεν βλέπω τίποτε, αδελφέ μου! Ησύχασε.
— Είνε ψηλός, λάμπει το μάτι του, και κρατεί γυμνό σπαθί. Ήρθε να με κόψη. Φορεί κοντή φουστανέλλα χωρίς λόξαις και κόκκινη χλαίνα, κι' ολόχρυσο θώρακα. Να τος! φεύγει... έκαμε κατακεί.... θ' άρθη πάλι.
Ο γέρο-Πέτρος δεν έβλεπε τίποτε. Έκαμε πολλούς σταυρούς, κ' επροσπάθει να καταπραΰνη τον άνθρωπον. Μετ' ολίγα λεπτά της ώρας, ο καπετάν Γεωργάκης κατεβλήθη, έκλεισε τα όμματα, κ' έπεσε σχεδόν αναίσθητος υπό την σκιάν του δένδρου.
Την επαύριον, το δειλινόν, είχε πλεύσει μεγάλη σκαμπαβία με έξ κουπιά κάτω εις τον αιγιαλόν της Κεχριάς. Οι πέντε κωπηλάται ανήλθον μισής ώρας δρόμον εις το κτήμα του καπετάν Γεωργάκη. Ο έκτος είχε μείνει κάτω εις τον όρμον, διά να φυλάξη την βάρκαν. Άλλοι τόσοι εξωμερίται και βοσκοί, ο Σκαρλάτος κ' οι γείτονες, συνηθροίσθησαν εις την μικράν έπαυλιν.
Ο καπετάν Γεωργάκης είχεν αποθάνει την προλαβούσαν νύκτα. Εκείνος τον οποίον είχεν ιδεί το μεσημέρι, ο άγγελος ή ο χάρος, είχεν ξαναέλθει περί τα μεσάνυκτα, καθώς προείπεν ο καπετάν Γεωργάκης, και τον «έκοψε».
Ο γέρο-Πέτρος, άγρυπνος όλην την νύκτα, του έκλεισε τα όμματα κ' εδιάβασεν όσους ψαλμούς ήξευρεν εκ μνήμης. Η πενθερά του Σκαρλάτου η γηραιά ήλθε διά να συστείλη [σαβανώση] προχείρως τον νεκρόν.
Οι άνδρες κατεσκεύασαν πρόχειρον φορείον με κλάδους και με φυλλάδας δένδρων. Ήπλωσαν επ' αυτού τον γίγαντα νεκρόν, και τον κατεβίβασαν και τον εκόμισαν (με τέσσαρας ή πέντε σταθμούς) — πώς να τον βαστάσουν; — εις τρεις ώρας, τον κατήφορον και την κακοτοπιάν, μέχρι του αιγιαλού κάτω και τον επεβίβασαν.
Η σκαμπαβία απέπλευσε με δύναμιν κωπίων.
Η κηδεία ετελέσθη πανηγυρική το δειλινόν εις την πολίχνην.
ΤΡΑΓΟΥΔΙ TOY ΘΕΟΥ
Με είχε καλέσει ο γενναίος φίλος μου, ο κυρ Στέφανος Μ. εις την οικίαν του την
ημέραν του Πάσχα, διά να συμφάγωμεν την ώραν του προγεύματος περί τας δέκα,
από συγκατάβασιν και ευσπλαγχνίαν, διά να κάμω κ' εγώ μετά τόσα χρόνια Πάσχα
οικιακά, ως έρημος και ξένος στα ξένα. Εύχαρι και θαλπερόν ήτο το εσωτερικόν της
εστίας του, αφού διήλθον την ευρείαν αυλήν, με την διάπλατον πύλην, και τους
σταύλους των αλόγων, την πρασινάδαν, και τας γάστρας των ανθέων. Η οικογένειά
του, η γραία Μαρία η συμβία του, αφελής και αρχαϊκή, ο υιός του, αμόρφωτος και
άπλαστος καλός αμαξηλάτης, κι' ο αδελφός του, στιβαρός, γεροντοπαλλήκαρον,
τραχύς και φιλαλήθης. Τέλος η κόρη του η Ρηνούλα, τελεία αντιπρόσωπος της νέας
γενεάς, κεντήτρια, ζωγραφίνα και θεατρίνα. Πλην όμως και αυτή αφελής και απλή
εις το πρόσωπον και τους τρόπους. Είχε μίαν παιδίσκην επτά ετών, την Μαρίαν,
πάντοτε μειδιώσαν και ανοικτόκαρδον, και έν χαριτωμένον ξενικόν πλάσμα, την
Τοτώ, ξανθήν, γαλανόμορφον και αγγελοθωρούσαν. Η μικρά κόρη δεν ηξεύρω
ακριβώς πώς είχε πέσει εις τας χείρας της, και απετέλει μέλος της οικογενείας.
Φαίνεται ότι κάποια ξένη Γαλλίς, παιδαγωγός ή διδασκάλισσα, είχεν εμπέσει εις τα
δίκτυα κανενός επιχηρευτού και είχε συλλάβει το μαγικόν τούτο χρυσόψαρον της
δεξαμενής, διά να πλεύση εις το πέλαγος του αγνώστου, εάν δεν έμελλέ ποτε να
πτεροφυσήση εις τον αιθέρα του αχανούς. Είτα την φερέοικον μητέρα, οπού δεν
είχε κτίσει την φωλεάν της ποτέ, την επήραν άλλαι πνοαί και μετεκόμισαν, τις οίδε
πού, εις άλλα κλίματα. Εύρε θέσιν καλλιτέραν αλλού, κ' εταξείδευσε, κ'
ενεπιστεύθη το έμψυχον κειμήλιον αυτό εις τας χείρας της Ρηνούλας, όπως την
είχεν εγκαταλίπει κι' αυτήν ο πλανήτης, όστις την εστεφανώθη, και ανέθρεψε
[εκείνη] το τέκνον της, κ' έμεινε ζωντοχηρούσα, κ' εδέχθη ως έρμαιον το ξένον
βρέφος αυτό, ίσως επειδή ησθάνετο μικρόν θησαυρόν φιλοστοργίας εις τα στήθη
της.
Πόση είνε η δύναμις της επιρροής, και αν η Ρηνούλα είχε γοητείαν και όμμα επιβάλλον διά ν' ανατρέφη παιδία, το ησθάνθην την ημέραν εκείνην του Πάσχα, όταν η μικρά Τοτώ, ηλικίας τότε τριάντα μηνών περίπου, ήρχισεν αίφνης να κλαυθμυρίζη εκεί πού την είχαν βάλει να φάγη, διά μίαν μικράν παράλειψιν. Η Ρηνούλα εστράφη προς την μικράν και της είπεν απλώς με τον τρόπον και με το βλέμμα που αυτή ήξευρε:
— Faut pas pleurer! Δεν πρέπει να κλαις.
Κ' η μικρά ελούφαξεν ως εκ θαύματος.
Όταν απεφάγαμεν, κ' εσυγκρίσαμεν το κόκκιν' αυγό, και είχαμεν κενώσει τα τρία τέταρτα της χιλιάρικης — ήτο ωραίον ρετσινάτο, όλον άρωμα και πτήσις και αφρός — αφού έψαλεν ο γέρων Φίλιππος το Χριστός ανέστη (ο κυρ Στέφανος δεν ήξευρεν άλλο να ψάλη ειμή το «Ψήσου γίδα ψήσου, και ροδοκοκκινίσου»), ηθέλησα κ' εγώ να είπω το Αναστάσεως ημέρα το αλλέγρο, τον πρώτον δηλαδή ειρμόν του Κανόνος της ημέρας, όχι το τελευταίον το δοξαστικόν, το αργόν. Μόλις άνοιξα το στόμα μου, κ' επρόφερα:
Αναστάσεως ημέρα,
Λαμπρυνθώμεν λαοί.
Πάσχα Κυρίου, Πάσχα...
η μικρά Τοτώ, βλέπουσα ατενώς προς με, αφήκεν ακράτητον επιφώνημα χαράς, κ' έλαμψε το προσωπάκι της, το στόμα της, τα μάγουλά της όλα εμόρφασαν κ' εμειδίασαν άρρητον μειδίαμα αγαλλιάσεως. Το πράγμα μου επροξένησεν αίσθησιν. Φαίνεται τωόντι ότι έχουν άφατον άρωμα και κάλλος, μαρτυρούμενον η «εκ στόματος νηπίων και θηλαζόντων», αυτά τα εμπνευσμένα άσματα της αγίας Εκκλησίας μας. Συγχρόνως η Μαρία, με παιδικήν χαράν κι' αυτή, ανέκραξεν:
— Αυτά δεν είνε τροπάρια που ψαίλνετε, κύριε.
— Αλλά τι είνε, κορίτσι μου; ηρώτησα.
— Αυτά είνε σαν γλυκά γλυκά τραγουδάκια.
Τούτο μου ενθύμισε μίαν άλλην μικράν κορασίδα, την Κούλαν (Αγγελικήν) του φίλου μου Νικόλα του Μπούκη. Απλούς μανάβης, ή οπωροπώλης ήτον ο άνθρωπος, αλλ' είχε λάβει θεόθεν διά την φιλοξενίαν του την ευλογίαν του Αβραάμ. Η μικρά οικία ήτο ξενών διά τους φίλους και τους διαβατικούς, διά τους εκλεκτούς και τους τυχόντας. Είχεν απολύσει η λειτουργία μετά την παννυχίδα εις το παρεκκλήσι του Αγίου Ελισσαίου, και την ώραν του αντιδώρου, η γυνή του Μπούκη του φίλου μου, ακολουθουμένη από την μικράν κόρην της την Αγγελικούλαν, μ' επλησίασεν εις το στασίδι, διά να μου υπομνήση, ως συνήθως, ότι έπρεπε να υπάγω εις το γεύμα. Τότε η μικρά παιδίσκη (ήτο ως εννέα ετών, ροδίνη και καστανή, και την είχαν υιοθετήσει από το βρεφοκομείον, ως άτεκνον όπου ήτο το ανδρόγυνον· αλλ' αυτή το ηγνόει), μ' εχαιρέτησε, και μου λέγει:
— Εσύ, μπάρμπ' Αλέξανδρε, ψαίλνεις τα τραγούδια του Θεού.
Τραγούδια του Θεού! Έκτοτε η μικρά με ήκουσε να ψάλλω συνεχώς «Τραγούδια του Θεού», εις τον πενιχρόν ναΐσκον, όπου εσύχναζε τακτικά με την μητέρα της. Εκοιμάτο μέσ' το στασίδι, εις τον γυναικωνίτην, την ώραν των αποστύχων, εξύπνα μετά δύο ώρας εις τον Πολυέλεον, κ' έκτοτε δεν ήθελε να κοιμηθή πλέον. Ήτο μία μετά τα μεσάνυκτα. Εκείνην την ημέραν, ήτο 8η Σεπτεμβρίου, είχα ψάλει το «Χαίρε σεμνή, μήτερ και δούλη Χριστού του Θεού». Μετά έξ ημέρας με ήκουσεν η μικρά να ψάλλω το «Αγαλλιάσθω τα δρυμού ξύλα σύμπαντα». Και την ημέραν του Θεολόγου έψαλα το «Φίλε μυστικέ, Χριστού επιστήθιε». Και του Αγ. Δημητρίου έμελψα το «Δεύρο Μάρτυς Χριστού προς ημάς». Και των Εισοδίων έψαλα το «Δεομένους των χαρισμάτων». Και του Αγ. Νικολάου έψαλα «Την ζωοδόχον πηγήν την αένναον», και «Της Εκκλησίας τα άνθη περιιπτάμενος». Και τα Χριστούγεννα έψαλα το «Θεός ων ειρήνης». Και του Αγ. Βασιλείου το «Δεύτε του Δεσπότου τα ένδοξα Χριστού ονομαστήρια», και το «Σου την φωνήν ήδη παρείναι, Βασίλειε». Και των Φώτων έψαλα το «Ιησούς ο ζωής αρχηγός». Και της Υπαπαντής έψαλα το «Χερσίν εβαπτίσθην». Και του Ευαγγελισμού το «Ως εμψύχω Θεού κιβωτώ». Και του Αγ. Γεωργίου το «Ανέτειλε το Έαρ». Και της Αναλήψεως το «Θεώ καλυφθείς». Και της Πεντηκοστής το «Παράδοξα σήμερον». Και των Αγ. Αποστόλων έψαλα το «Σε την υπερένδοξον νύμφην», και το «Ο Χριστοκήρυξ Σταυρού καύχημα φέρων, σε την πολυέραστον θείαν ηγάπησεν». Και της Μεταμορφώσεως έψαλα το «Προ του Σταυρού σου, Κύριε, όρος ουρανόν εμιμείτο». Και εις μνήμην της Παναγίας έψαλα τα θεσπέσια εκείνα κελαδήματα, το «Πεποικιλμένη» και το «Νενίκηνται», και το «Συνέστειλε χορός των Αποστόλων το θεοδόχον σώμα σου· εις ουρανίους θαλάμους προς τον υιόν χαιρετώσα». Και εις την αποτομήν του Προδρόμου έψαλα το «Φρίττουσι πάθη των βροτών» και τόσα άλλα. Κ' η μικρά κόρη τα ησθάνετο, και τα επόθει και τα εχαρακτήριζε με αγγελικόν αίσθημα, ως τραγούδια του Θεού.
Έκτοτε απουσίασα από τας Αθήνας. Είχα ενθυμηθή τους πτωχούς οικείους [μένοντας] εις την μικράν πατρίδα μου, μακράν της οποίας είχα ζήσει, εκ μικρών διαλειμμάτων, υπέρ το ήμισυ της ζωής μου. Όταν τέλος με είχον βαρυνθή κ' εκεί, ετόλμησα μετά τρία έτη να επανέλθω εις την πρωτεύουσαν με την αμυδράν ελπίδα ότι δεν θα εγενόμην και πάλιν βαρετός εις τους φίλους μου.
Αφού εκρύβην επί εβδομάδα εις κοινόν τινα ξενώνα, επήγα λάθρα μίαν πρωίαν να ενταμώσω τον φίλον μου Νικόλαον τον Μπούκην. Φευ! τι έμαθα; Η μικρά Κούλα, ήτις ήγε τώρα το ενδέκατον έτος της ηλικίας της, ήτο άρρωστη βαρειά. Είχε δέκα ημέρας στο κρεββάτι, κι' ο ιατρός είπεν ότι ήτο κακός πυρετός, ίσως τυφοειδούς φύσεως.
Επήγα κατ' ευθείαν από το οπωροπωλείον, όπως με προέτρεψεν ο Νικόλας, διά να βοηθήσω με λόγια, και ενθαρρύνω την μητέρα. Η πτωχή, ήτις την ηγάπα ως να ήτο γέννημα των σπλάγχνων της, ίσως και περισσότερον, μου έδειξε την κλίνην, και η μικρά Κούλα (εχάρη άμα με είδεν, είτα μου έδειξε την κλίνην) ήτο ισχνή, κάτωχρος, πυρέσσουσα, κ' έκειτο σχεδόν αναίσθητος επί της κλίνης. Είπα εις την μητέρα τα συνήθη λόγια της παρηγορίας και της ενθαρρύνσεως· έμεινα δύο ώρας εκεί. Είτα επανήλθα πάλιν το δειλινόν, και την νύκτα, και την άλλην πρωίαν. Η Κούλα έβαινε χειρότερα. Είτα την τρίτην ημέραν εφάνη να είχε βελτιωθή κάπως [η υγεία της], και ησθάνετο. Η μητέρα της μου είπε να πλησιάσω και να της ομιλήσω.
— Περαστικά, Κούλα. Δεν έχεις τίποτα, κορίτσι μου.
— Α! Μπάρμπ' Αλέξανδρε, εψέλλισεν ασθενώς. Πότε θα μου πης πάλι τα θεία... τραγούδια;
— Όποτε θέλεις, Κούλα μου. Άμα γείνη αγρυπνία εις τον Άγιον Ελισσαίον να έλθης να σου τα πω.
— Να μου τα πης. Μα θα τ' ακούσω;
— Άμα προσέχης, θα τ' ακούσης ...
— Ωχ!
Εστέναξεν, έκλεισε τα όμματα και δεν μου ωμίλησε πλέον. Εφαίνετο ότι είχε πολύ κουρασθή (έφερεν ασθενώς την ισχνήν χείρα προς τo ους ενώ εστέναξε. Φαίνεται ότι είχε πάθει βαρυκοΐαν ένεκα της νόσου). Της έφεραν χρίσμα, έλαιον από την κανδύλαν. Αυτή ανέλαβε προς στιγμήν τας αισθήσεις της, κ' εψιθύρισε:
— Μοσχοβολά η ψυχή μου. Λάδι, γαλήνη, ηρεμία. Θα πλέψω καλά.
Μετά τρεις ημέρας την προεπέμπομεν εις τον τάφον. Οι επαγγελματικοί ιερείς κ' οι ψάλται έψαλλον τα κατά συνθήκην, από την Άμωμον οδόν έως τον Τελευταίον ασπασμόν. Μόνος ο παπά-Νικόλας απ' τον Άι-Γιάννη του Αγρού, ο Ναξιώτης, εφαίνετο ότι έπιανε χωριστήν ακολουθίαν, εμορμύριζε μέσα του, και τα όμματά του εφαίνοντο δακρυσμένα.
— Τι μουρμουρίζεις, παπά; του είπα από τα όπισθεν του στασιδίου, όπου είχεν ακκουμβήσει.
— Λέγω την ακολουθίαν των νηπίων μέσα μου, είπεν ο παπά-Νικόλας. Εις αυτό το άκακον αρμόζει η κηδεία των νηπίων.
Τωόντι, κ' εγώ με όλον τον πόνον και τα δάκρυά μου, είχα αναλογισθή εκείνην την στιγμήν την ακολουθίαν των νηπίων, και ακουσίως έλεγα μέσα μου τα τραγούδια του Θεού «των του κόσμου ηδονών, αναρπασθέν άγευστον...», και «ως καθαρόν, Δέσποτα, στρουθίον προς καλιάς επουρανίους έσωσας», και «του Αβραάμ εν κόλποις σε, εν τόποις ανέσεως, ένθα το ύδωρ εστί το ζων......Χριστός ο δι' ημάς νηπιάσας» και «οις αριθμοίς το πλάσμα σου νήπιον.....τα νυν προς σε».
Και αντί του Δεύτε τελευταίον, «Ω, τις μη θρηνήσει, τέκνον μου;.. Ότι βρέφος άωρον εκ μητρικών αγκαλών νυν, ώσπερ στρουθίον τάχος επέτασας». Και ακροτελεύτιον, ύστερον από τόσα και τόσα τραγούδια του Θεού, τα οποία προ τριών ημερών είχε προφητεύσει ότι δεν θα ηδύνατο να τ' ακούση, το «Άλλος τω Αδάμ εχρημάτισεν, η του φύλου απόστασις πύλας εν Εδέμ, ότε όφις ιόν εξηρεύξατο». Αλλά τα ήκουε τάχα η αγνή ψυχή, αν ο άγγελός της της επέτρεπε να ακούη εκεί γύρω;
ΤΑ ΣΥΜΒΑΝΤΑ ΣΤΟΝ ΜΥΛΟ
Εκείνην την βραδειάν είχε μείνει διά να φυλάξη τα κορίτσια την νύκτα, οπού είνε
πάντοτε μυστήριον και αβεβαιότης, ο μπάρμπα Σταμάτης ο Καρδοπάκης. Ήτο
φαιδρός και πρόθυμος γέρων, μικρόσωμος, «παρηγοριά» του χωριού. Ήξευρεν
εκάστοτε να λέγη στα κορίτσια χίλια τραγούδια, όνειρα, παραμύθια. Παντού τον
εύρισκες, παντού ήτο παρών, στα σπήτια, στα μαγαζειά, στα ξωκκλήσια, στα
καλύβια. Έπινε ρακί όπου του έδιδες, και ποτέ δεν σου «χαλνούσε το χατήρι» να
πάη μίαν ώραν δρόμον, διά θέλημα. Εκείνο το δειλινόν, καθώς ανέβαινε το βουνόν
προς τα επάνω, είχε περάση από τον μύλον του Αντώνη της Σάββαινας, κάτω στα
Βουρλίδια, εις την βαθείαν κοιλάδα την σύσκιον και υγράν δι' όλου του έτους. Κ'
εκεί κάτι είχεν ιδεί και ακούσει. Όταν έφθασε, είπε τα μαντάτα στα δύο κορίτσια,
στην Σοφίαν την νεαράν χήραν, και την Λουκρητίαν την νεαράν αδελφήν της· κ' αι
δύο χαριτωμέναι κόραι τον εκράτησαν διά συντροφιάν, να κοιμηθή υπό την αυτήν
στέγην, εις τον μύλον μαζί τους, διά συντροφιάν και παρηγοριάν. Από μύλον εις
μύλον είχεν εκδουλεύσεις ο Σταμάτης. Η Σοφία είχεν υπανδρευθή μόλις προ τριών
ετών, όταν ήτο δεκαοκτώ χρόνων. Ήσαν ορφαναί, και είχον ανατραφή εις άλλον
τόπον, αν και κατήγοντο απ' αυτό το μέρος. Ευρέθησαν χωρίς προστάτην, και όταν
επαρουσιάσθη διά την Σοφίαν ανέλπιστος γαμβρός, παραπάνω από εξήντα
χρόνων, καλοκαμωμένος και ακμαίος, ο Μανώλης του Αγάλλου, αυτή τον επήρεν,
αν και δεν τον ήθελε. Τι να κάμη; Φτώχεια, ορφάνια, ερημία. Ο Μανώλης είχε
σύνταξιν από την Γαλλίαν (όπου είχε ζήσει 30 χρόνια ως λεμβούχος), καταθέσεις
εις τo Κρεντί Λυονναί, και προσέτι, όταν μετά τόσα χρόνια επέστρεψεν εις την
πατρίδα, εύρεν αρκετά πατρικά του κτήματα, χερσωμένα και καταπατημένα, κ'
εξώδευσε πολλά διά να τα διεκδικήση και τα καλλιεργήση. Τον εφώτισεν ο Θεός,
όταν ενυμφεύθη την Σοφίαν, και της τα «έκαμεν όλα επάνω της». Οι συγγενείς του
εγόγγυσαν διά τούτο, αλλά τι τους έπταιεν η πτωχή Σοφία; Ας μην εγύρευεν ο
Αγάλλος πανδρειά.
Ο Μανώλης έζησε δύο χρόνια και απέθανεν. Η Σοφία τα εκληρονόμησεν όλα, μαζί και τον μύλον αυτόν, τον οποίον είχεν ανακαινίσει εσχάτως ο μακαρίτης. Εκεί έμειναν επί εβδομάδας, το φθινόπωρον εκείνο, αι δύο αδελφαί. Εις την αρχήν είχον συντροφιάν, διότι υπήρχον και άλλοι νερόμυλοι εις το ρέμμα της Κεχριάς. Εκεί τον κατήφορον ήτον ο μύλος της Μοσχαδώς της χήρας, ο μύλος του Δήμου του Μανιάτη. Αλλ' αι εργασίαι ωλιγόστευσαν, κ' οι γείτονες έφυγαν. Έλειπαν τον περισσότερον καιρόν, και τα «δύο κορίτσια» εξηκολούθουν να μένουν πάντοτε εκεί, μη έχουσαι πού αλλού να κλίνουν την κεφαλήν, διότι οι συγγενείς του Αγάλλου είχον αποπειραθή (μετά την κηδείαν) να καταλάβωσι την οικίαν, κ' ενήργησαν να σφραγισθή η θύρα και η υπόθεσις, εις τας χείρας των δικολάβων και των δωροφάγων, έμενεν ακόμη «εγκρεμής». Εκεί λοιπόν είχον αναγκασθή να κλεισθούν εις τον μύλον.
Εκεί τας ηύρεν ο Σταμάτης ο Καρδοπάκης, και αφού ταις είπε τι είχε μάθει, τον εκράτησαν να κοιμηθή εκεί. Αφού εσταμάτησαν τον μύλον, κ' επήραν το «εξάγι» από το τελευταίον άλεσμα της ημέρας, εκάθησαν να δειπνήσουν εληές, τυρί και πλαθόπητταν οπτήν, την οποίαν είχε ψήσει εις ολίγα λεπτά, ανάψασα φωτιάν εν υπαίθρω, ως είδος εστίας ή καμίνου, κατά το πρόθυρον του κτιρίου, η Λουκρητία. Κατόπιν ο μικρός γέρων ήρχισε να διηγήται παραμύθια χειμερινά, και ν' απαγγέλλη αισθηματικά δίστιχα. Αι δύο κόραι, με το πλέξιμόν τους εις το στέρνον, τον ήκουον με το έν αυτί κ' εγέλων χωρίς όρεξιν. Ο Σταμάτης έψαλλε και τραγούδια ανάμεσα, διά να τας κάμη να διασκεδάσουν και αποσπάση τον νουν των από την τυραννούσαν σκέψιν. Διότι ήτο διωγμός εναντίον των εκ μέρους των συγγενών του μακαρίτου, και άλλαι ακόμη σκευωρίαι και ραδιουργίαι. Τέλος ο γέρο-Σταμάτης ενύσταξεν· αι δύο αδελφαί, αν και δεν είχον ύπνον, εσηκώθησαν κ' έκαμαν την προσευχήν των εμπρός εις το Τριμόρφι (εικόνα φέρουσαν τον Χριστόν, την Παναγίαν και τον Πρόδρομον) υπό το αναμένον κανδήλι, όπου έφεγγε γλυκά εκεί εις την ερημικήν φωλεάν των.
Έστρωσαν σινδόνα και βελέντζαν διά τον Σταμάτην, επί του μικρού σανιδώματος, άνω των τριών ή τεσσάρων βαθμίδων του μικρού πατώματος. Αυταί επλάγιασαν εντεύθεν της θύρας, της μη εχούσης θυρόφυλλα, επί του ιδίου δαπέδου. Ο γέρο-Σταμάτης ήτο καλά εκεί, διά να είνε πλησιέστερα εις την έξω θύραν, και ν' ακούση πάντα τυχόν κρότον μέλλοντα ν' ακουσθή έξω. Επειδή εκαυχάτο ότι ήτο άγρυπνος πάντοτε και τον είχον επονομάσει τινές «φύλακα των κοριτσιών». Δίπλα εις το μικρό πάτωμα ήτο η καθαυτό μηχανή, ο κύριος μύλος. Υποκάτω του πατώματος ήτο η διέξοδος του νερομύλου προς τον κατήφορον, δυτικά, εις το ρεύμα.
Ο Καρδοπάκης είχεν αποκοιμηθή, και αντί ν' ακούη αυτός τους κρότους τους έξω, ήκουον αι δύο κόραι τον ρογχαλισμόν του. Έξω εφύσα λεπτή αύρα, κ' ηκούετο από καιρού εις καιρόν ο θρους των φύλλων. Ο μικρός χείμαρρος κατήρχετο μελαγχολικώς από την δροσεράν σπηλιάν, παραπλεύρως και ολίγον χαμηλότερα του παλαιού Ερήμου μοναστηρίου της Κεχριάς, κ' εκελάρυζε την νύκτα ανάμεσα εις τους βράχους και τους θάμνους, και πότε έπιπτεν εις μικρούς καταρράκτας με ορμήν, πότε εστρώνετο εις μαλακόν ρείθρον ως έλαιον επί της άμμου και των χαλίκων. Καβούρια και χέλια μικρά θα ηδύνατο να ψαρεύση εκεί την ημέραν ευκαιρών άνθρωπος. Τα δένδρα έσμιγον εις τρυφεράς περιπτύξεις εκεί την νύκτα, και ο κισσός και το κλήμα ανερριχώντο εις τα ύψη των κλάδων, και καρποί μελαμβριθείς εκρέμαντο εις τα ακροκλώνια, διά να δίδεται τροφή εις όλα τα πτερωτά και τα όρνεα, τα επικαλούμενα το όνομα του Κυρίου. Και θνητός άνθρωπος δεν ηδύνατο ν' αναβή εκεί, ουδέ να καταβή, εκτός αν ήτον ουρανοπετής. «Ουδέ κεν αμβαίη βροτός ανήρ, ου καταβαίη». Και τ' άντρα τριγύρω εφύσων ως κινύραι της νυκτός εις το σκότος, κ' η ηχώ έμελπε τους στρυφνούς διφορουμένους χρησμούς της. «Εθέλω ειπείν τι — τι; — Λέξον ως ερώ — ερώ». (4) Και τα άστρα κατέφεγγον όλην την κοιλάδα, ως αφιερωμένα, και .... ο γαλαξίας, κ' η Πήχη, και η Πούλια, και τ' Αμάξι, και οι δύο Αδελφοί, οπού τελευταίοι εβασίλευον πέραν εκεί, εις τα καταμέλανα βουνά της Στερεάς, εις τα ανάβαθρον του ουρανού, το Πήλιον. Μόνον μία νεράιδα ερημικά βαθυπλόκαμος απετόλμα την νύκτα και κατήρχετο εις το ρεύμα, κ' εμπιστευομένη εις το εχέμυθον της νυκτός απέβαλλε τον πέπλον, κ' ελούετο, εις τα κρύα νερά του λάκκου, της στέρνας, εις την κορυφήν του μύλου, επάνω της στέγης. Και δυο δειλά όμματα σατύρων, νεόπλαστοι βλαστοί της αιπολικής γενεάς, προέκυπταν διά μέσου των κλάδων, υψηλά εις τα δένδρα, και ηγωνίζοντο ν' ανακαλύψωσι το μυστήριον της καλλονής εκεί εις το σκότος. Και τότε η ηχώ θα ηδύνατο καθώς το πάλαι, εις την εξομολόγησιν του Ερώντος, να επαναλάβη: Ερώ, ερώ.
Ο Σταμάτης ο Καρδοπάκης δεν είχε χορτάσει τον ύπνον. Θα ήτο μία μετά τα μεσάνυκτα και η Σοφία δεν είχεν αποκοιμηθή ακόμη — τόσον νέα (είχε λάβει) πικράν πείραν του κόσμου. Η μικρή Λουκρητία είχε κλείσει τα όμματα, διότι ήτο μόλις δεκαεπτά ετών και δεν είχε γνωρίσει ακόμη τα πάθη και τα βάσανα. Εις τας ώρας εκείνας του μυστηρίου και της σιγής, όταν η αύρα η εσπερινή είχεν αποκάμει να πνέη και άνεμος όρθριος δεν εφύσα, και ήτο ζέστη φθινοπωρινή, διώκτρια του ύπνου — και τα άστρα, ως μαγευμένα, τρέμοντα έφεγγον εκεί επάνω εις το άπειρον — τότε ηκούσθη θρους, κρότος μαλακός, επαισθητός εις τα ώτα της Σοφίας. Ηκούσθησαν αόριστοι ψιθυρισμοί, αμυδροί ήχοι, ως ομιλίαι ανθρώπων εν ονείρω. Η νέα ανεσηκώθη επί του προσκεφάλου της, στηρίζουσα εις τον βραχίονα την παρειάν και ηκροάσθη. Οι ψίθυροι, αν και πολύ ήρεμοι της εφάνηκαν πράγματι υπαρκτοί, και δεν την επλάνα η φαντασία, ούτε την εγέλων τα ώτα της.
Ανελογίσθη τότε τι της είχεν ειπεί ο γέρο-Καρδοπάκης, όταν έφθασε το δειλινόν εις τον μύλον. Εις τα Βουρλίδια, εκεί κάτω, όχι μακράν του χωρίου, όπου απείχε μιας και πλέον ώρας δρόμον απεδώ, εκεί ήτο καταφύγιον και τόπος συναντήσεως δια τους (γύρω στον μύλον της Σάββαινας) νέους κυνηγούς, διά μερικούς νεαρούς βοσκούς της νέας γενεάς, όπου εφύσων αυλόν και έψαλλον κινύραν, ακόμη και διά ξεπεσμένα αρχοντόπουλα, της μικράς πολίχνης, οπού ησχολούντο εις «εργολαβίας», και επιχειρήσεις ερωτικάς. Ο γέρο-Σταμάτης, αν δεν ηπατήθη, ή δεν ήθελε να «πουλήση δούλεψιν», είχεν ακούσει, εις το πέρασμά του, σχέδια και μηχανορραφίας μελετωμένας μεταξύ των νέων αυτών, εξ ων εύρε πέντε ή έξ συνηθροισμένους εις την δροσεράν κοιλάδα την ημέραν εκείνην. Φαίνεται ότι επρόκειτο, καθώς υπώπτευσεν εκ των όσα ήκουσεν ο εύθυμος γέρων, «για να κλέψουν ή την Σοφιά ή τη Λουκρητία». Εγίνοντο δηλαδή μελέται περί απαγωγής της μίας των δύο αδελφών υπό των ερωτύλων ή των «κυνηγών» εκείνων. Και εις τα συμβούλια ταύτα ήτο παρών, ως εμαρτύρει ο Καρδοπάκης, και είς των νεωτέρων συγγενών του μακαρίτου Αγάλλου, ανεψιός του εξ αδελφού. Ήτο μάλλον θετός υιός του αδελφού του, αλλά τόσον χειρότερα. Διότι και χρηματικώς και ερωτικώς ακόμη ο άνθρωπος θα ενδιεφέρετο εις την υπόθεσιν. Οι συγγενείς λοιπόν του Αγάλλου, ως έλεγεν ο γέρο-Σταμάτης, «είχον την ουρά τους μέσα σ' αυτή τη βρωμοδουλειά». Είχον διπλούν συμφέρον, να δυσφημισθή η νεαρά χήρα, διά να καταφάγουν αυτοί την κληρονομίαν.
Η Σοφία, έτεινεν ισχυρώς τα ώτα, και οι ψίθυροι εγίνοντο ευκρινέστεροι. Τότε εσηκώθη σιγά, επάτησε με τους πόδας γυμνούς δύο βήματα, και ήνοιξεν έν μικρόν συρτάρι εις χαμηλόν σκαμνοτράπεζον παρά τον τοίχον.
Την στιγμήν που ήνοιξε το συρτάρι ενθυμήθη να επικαλεσθή τα θεία. Εστράφη, κ' έκαμε τρεις σταυρούς προς το εικόνισμα υπό το τρέμον γλυκύ φως του κανδηλίου, όπου εφαίνοντο ως όνειρον αι τρεις διαλάμπουσαι μορφαί. Είτα επανεστράφη προς το έπιπλον, εβύθισε την χείρα, κ' έλαβεν εκείθεν έν ρεβόλβερ.
Ήτο το περίστροφον του μακαρίτου του ανδρός της, όστις την είχε νυμφευθή από όψιμον έρωτα, κ' εφάνη τόσον καλός προς αυτήν. Η Σοφία το εζύγισεν εις την χείρα, εβεβαιώθη, αν και το ήξευρεν, ότι ήτο γεμάτον, εστάθη μίαν στιγμήν, διά να ακροασθή ακόμη. Δεν απεφάσισε να ξυπνήση την αδελφήν της, ήτις είχεν αποκοιμηθή προ μικρού.
Εβάδισε τρία βήματα προς την θύραν την άνευ παραθύρου, όπισθεν της οποίας έρρεγχεν ο γέρο-Σταμάτης. Έκυψε, του έθιξε τον ώμον, τον έσεισεν. Ο γέρων έβλεπε νεανικά όνειρα εις τον ύπνον του. Μόλις ησθάνθη το σείσιμον, εγύρισε να στραφή από το άλλο πλευρόν, κ' εμορμύρισε με θρηνώδη φωνήν:
— Τι με πικραίνεις, Κατερίνα. Κατερινάκι μου;... Γονάτισα, μοιρολόησα απάνω στον τάφο σου, σα γυναίκα.... σου είπα τόσα λυπητερά τραγούδια.
Ενθυμείτο την μακαρίτισσα την γυναίκα του, όπου την είχε θάψει προ επτά ετών και ακόμη δεν είχε παρηγορηθή διά την στέρησίν της.
— Μπάρμπα Σταμάτη, σήκω! ήρθαν κείνοι πούλεγες... Μας περικύκλωσαν απόξω.
Και πάλι τον έσεισε σφοδρότερον εις τον ώμον. Ο γέρο-Σταμάτης έτριψε τα όμματα, έκαμε ν' ανασηκωθή, και πάλιν έπεσεν εις τo πενιχρόν, σκληρόν προσκέφαλον η κεφαλή του. Εν τοσούτω την ανεγνώρισε.
— Τι μολογάς, Σοφία; της είπε. Γλυκός ο ύπνος την αυγή.
— Δεν είνε ακόμη αυγή, μπάρμπα-Σταμάτη, είπεν αγωνιώσα η Σοφία, μα είνε απόξω, είνε... που το μάτι τους να βγη!
— Και τι θα καταλάβης να τους βγη το μάτι, Σοφία; είπεν εμπνεόμενος εις αντιλογίαν, με όλην την νύσταν του, ο Καρδοπάκης. Μήπως θ' αποχτήσης ποτέ σου εσύ τρία μάτια; Πάντα με δύο μάτια θάσαι.
— Αχ! χρειάζονται τέσσαρα μάτια την ώραν αυτήν, απήντησε με πάθος η Σοφία.
Εκράτησε τον γέρον από των δύο ώμων, και του είπε με τόσον απαλήν, αλλά και λεπτήν φωνήν, ώστε και κωφός θα ήκουε:
— Ακούς, γέρο;...ήρθαν εκείνοι, να μας κλέψουν την Λουκρητία, ή να μας πάρουν τον μύλο και τα κτήματα... Έχω εδώ το ρεβόλβερο... Σήκω, να ιδούμε τι θα κάμωμε... μη μας σπάσουν την πόρτα, γέρο-Σταμάτη.
Ο γέρων έτριψε το μέτωπον, την κεφαλήν, και τους κροτάφους του, και είπε:
— Τότε, σιωπή. Μη μας ακούσουν... Τσιμουδιά μη βγάλης.. για να νομίζουν πως δεν είν' εδώ κανείς.
— Α! όσο γι' αυτό, είπεν η Σοφία, θα μπορούσαμε να κάμωμε τον ψόφιο, μπάρμπα-Σταμάτη. Τι σε θέλαμε σένα;.. Μπάρμπα, να φύγης. Να φερθούμε...
— Αμέσως! αλέστα! βάρ' τα χάλασ'τα! έκραξε τότε ο Καρδοπάκης και ανεπήδησεν από την στρωμνήν του.
Εν τω μεταξύ είχεν εξυπνήσει κ' η Λουκρητία, ως να της ωμίλησέ τις καθ' ύπνον εις το ωτίον και να της είπε: Σήκω. Εσηκώθη, έτριψε τα μάτια της, κ' είπε:
— Τι τρέχει;
Οι άνθρωποι είχον έλθει πράγματι έξωθεν του μύλου, κ' η Σοφία δεν είχεν απατηθή εις την αϋπνίαν της. Ήσαν τρεις νέοι κρατούντες τουφέκια, ο Κώτσος ο Κ., ο Αντώνης ο Β. και ο Αλέκος ο Π., δημοδιδάσκαλος «αριστοβάθμιος» της νέας εποχής. Εξ αυτών ο πρώτος ίσως είχε μέσα του σκοπόν και απόφασιν, τη βοηθεία των φίλων του, τους οποίους είχε κατηχήσει, ν' αρπάση την Λουκρητίαν, να την στεφανωθή λάθρα, και να λάβη την προίκα της διά ψυχολογικής βίας από την κληρονομίαν της Σοφίας εκ της περιουσίας του μακαρίτου. Ο δεύτερος, όστις ήτο συγγενής του αποθανόντος, με απροθυμίαν εφαίνετο να επινεύη εις το σχέδιον τούτο, με την πλαγίαν σκέψιν να στενοχωρήση την Σοφίαν, διά να «το κάμη χειρότερα», ως έλεγεν. Ο τρίτος ήρχετο απλώς διά «ρομάντζα», όπως λάβη πείραν πως κλέπτονται τα κορίτσια.
Την στιγμήν εκείνην, όταν είχε σηκωθή η Λουκρητία, ηκούσθη βραδύς και μελετημένος κτύπος εις την οικίαν. Εκείνος, όστις είχε κρούσει την θύραν, εφαίνετο ότι εκτύπα άλλο τόσον η καρδία του, και δεν ήτο πρόθυμος να επαναλάβη τον κτύπον δευτέραν και τρίτην φοράν. Εν τούτοις μετά δύο λεπτά δεύτερος κτύπος ηκούσθη, ακόμη μαλακώτερος.
Εις τον κτύπον τούτον απήντησεν άλλος κρότος, γνώριμος εις όλων τας ακοάς. Η Σοφία έσυρε την σκανδάλην του πιστολιού της και ανεσήκωσε τον λύκον.
Συγχρόνως ηκούσθησαν ψιθυρισμοί έξωθεν, ως να συνεννοούντο μεταξύ των οι πολιορκηταί. Κάτωθεν του μικρού πατώματος προς τον τοίχον ήχησεν αλλόκοτος, ασυνήθης κρότος.
Η Σοφία έβαλε τον δάκτυλον στο στόμα και ακουσίως εγέλασε.
— Την φτερωτή... Την φτερωτή σπάζουν· για να μπουν απ' τη μυλότρυπα.
— Εκεί είνε διαβολότρυπα, είπεν ο γέρων Σταμάτης.
Και συγχρόνως χωρίς να συμβουλευθή τας δύο κόρας, έβαλεν αγρίαν φωνήν:
— Μωρέ, τι κόσμος είν' εδώ; Στοιχειά ήρθαν απόξου, να μας φοβερίξουν; Ξορκίζω σε, Σατανά ... Δος μου το τουφέκι να ρίξω. Άνοιξε το παράθυρο, ψηλά, ψηλά, απ' τον φεγγίτη εκεί!..
Η θεατρική αύτη κραυγή έσχε το αποτέλεσμά της. Πρώτος ο δημοδιδάσκαλος έδωκε το σημείον της αποχωρήσεως. Δεύτερος τον εμιμήθη ο συγγενής του μακαρίτου, και τελευταίος έφυγεν, άμα είδεν ότι απεμονώθη, ο Κ., ο επιχειρηματίας και εραστής της Λουκρητίας. Και ούτως εφηρμόσθη και εδώ, όπως πάντοτε, το Ευαγγελικόν: Και Έσονται οι πρώτοι έσχατοι, και οι έσχατοι πρώτοι.
ΤΑ ΒΕΝΕΤΙΚΑ
Η εκκλησιά εδιάβαζε, Κυριακήν πρωί, κ' ημείς οι δύο, ο Νικολός του Αγιώτη κ' εγώ,
επήραμεν, εκείνος το ζεμπίλι στον ώμον — είχε βάλει μέσα, εκτός από τα μικρά
οψώνια διά το εξοχικόν γεύμα μας, και το σίδηρον της σκαπάνης — εγώ δε
εκράτουν επιδέξια, τάχα ως ραβδίον οδοιπορίας, το ξύλον ή το στηλιάρι της τσάπας
αυτής, κ' εκινήσαμεν εις μελετημένην εκδρομήν.
Είχε κάμει ταξίδια ο Νικολός ανά το Αιγαίον, με την γολέτταν του πατρός του, εις κύκλους τριών ενιαυτών, και τώρα, το φθινόπωρον του 187..., ο γέρο-Αγιώτης είχε δέσει την σκούναν του, από την Κολώναν της αγοράς, όπως εσυνήθιζον οι καραβοκυροί του καιρού εκείνου, εις τον μικρόν λιμένα, κ' εκάθισε να διαχειμάση εις την εστίαν του. Ο ομήλικος φίλος μου, ο Νικολός, είχε μβαρκάρει το πρώτον προ τριών χρόνων, κατά Μάρτιον, αφήσας μισά τα μαθήματα του σχολείου, κ' ημάς τους συμμαθητάς του ορφανούς. Κατά παν φθινόπωρον ο Νικολός επανήρχετο σοφώτερος από τα ταξίδια. Απ' όλα τα μέρη που είχεν αρμενίσει διηγείτο εις ημάς τους στασίμους, τα οστρείδια του βράχου, όπως μας ωνόμαζεν, όλα τα θαύματα όσα είδεν· εις το όρος Άθω, όπου είχον μετακομίσει από τα μετόχια των εσοδίων της χρονιάς εις έν των μοναστηριών, το Χιλιαντάρι, όπου είχε μάθει και άλλας σλαβωνικάς λέξεις, και τον στίχον τούτον:
Χιλιαντάρα μοναστήρα
ντόμπρα ντόμπρα
κουκουλτίτσα.
Είχεν ακούσει προσέτι και το Άξιόν εστιν εις την γλώσσαν εκείνην: «Ντόστονο εστ γιακοβώ, ιστίνο μπλαζίτιτια Μπογορόδιτς...» Εις την Σαλονίκην πάλιν είχεν εκμελετήσει τα ήθη των Εβραίων, και διηγείτο πώς ένα χωριατόπουλο, πρώτην φοράν ελθόν, και ιδόν Εβραίον με μακρά ρούχα και γένεια, τον εξέλαβεν ως παπάν, κ' έσπευσε να βάλη μετάνοιαις· τότε πλήθος Ιουδαίων ελθόντες ενέπαιζον την ακακίαν του παιδίου, απαιτούντες όλοι την ιδίαν χριστιανικήν υπόκλισιν, και λέγοντες: «Κάμε και τούτο το παπά, μετάνοια, κουζούμ· κάμε και τ' άλλο το παπά μετάνοια... » Εις την Σμύρνην πάλιν είχεν ακούσει τόσες περιπαθείς πατινάδες εις τον Φραγκομαχαλάν, και είχεν απολαύσει εις την Αγίαν Φωτεινήν την ψαλμωδίαν του «Νικολάου Σμύρνης».
Την χρονιάν εκείνην, όταν έφθασεν εις την πατρίδα, θα ήτο τότε ως δεκαννέα ετών, εγώ δε ήμην σχεδόν δύο έτη νεώτερος, τρέφων φιλίαν προς εμέ, μου ενεπιστεύθη τότε (μου διηγήθη) — όπως δεν ήσαν σπάνιαι αι διηγήσεις αύται κατ' εκείνους τους χρόνους· λ.χ., ο δείνα παλαιός κλέφτης, κι' αγωνιστής, ξενητευμένος τόσα χρόνια, εξόριστος εις την Ανατολήν, ή και πρώην ληστής, φυγόποινος ή δραπέτης, έτυχε να συναντηθή μ' ένα «καραβάν», καταγόμενον από μίαν τινά νήσον του Αιγαίου, και άμα τη γνωριμία, κ' επάνω εις το κέρασμα, άρχισε να του διηγήται πως εις τα 23 ή τα 25, όταν ήτον λιάπης, στρατιώτης του Καρατάσου, είχε ζήσει μακρόν χρόνον εις την νήσον εκείνου του καραβά· με χαμηλήν φωνήν, και μ' εμπιστευτικόν τρόπον του απεκάλυπτε πως εις ένα ξωκκλήσι, αντικρύ στο Κάστρο του Βοριά, εκεί που αγριεύει και πλήττει τους βράχους το κύμα, όπου βοΐζουν η ρεμματιές και αντιλαλούν τα σπήλαια, και ο χείμαρρος κατέρχεται δρομαίος κατά το ρέμμα και τους βράχους και της αμμούδες της βαθειές, εκεί στο ερημοκκλήσι, οπού το λένε Παναγία Ντομάν, αντίκρυ στο ιερό της εκκλησιάς είνε χωμένα γρόσια, φλωριά βενέτικα. Την ώραν που βγαίνει ο ήλιος, καθώς θα κτυπήση την κορυφήν του σουβλερού βράχου, — τον λέγουν Μύτικα, — εκεί ακριβώς οπού πέφτει ο ίσκιος της κορυφής του Μύτικα, εκεί να σκάψουν — αχ! να μπορούσε ο γέρο- λεβέντης, οπού τάλεγε, να κάμη φτερά, να βρεθή ένα πρωί στο μέρος εκείνο· πλην τα φτερά του ήσαν κομμένα τώρα — και θα εύρουν άλλοι τα γρόσια.
Ένα τοιούτον γέρο-λύκον παλαιόν είχε συναντήσει, φαίνεται, ο νεαρός Νικολός εις τα μέρη της Ανατολής τα παράλια, όπου είχε προσεγγίσει η γολέττα, και τοιαύτην ιστορίαν εκείνος του είχε διηγηθή. Και άμα ήλθεν ο φίλος μου έσπευσε να με κάμη κοινωνόν του μυστικού, ή μέτοχον της επιχειρήσεως. Χάριν μεγαλυτέρου κύρους, ως περίεργος και μνήμων οπού ήτο, μου διηγείτο πολλά και άλλα εγχώρια θρυλήματα.
— Ξέρεις πόσοι και πόσοι έχουν εύρη γρόσια στα παλαιά χρόνια!.. Ο παππούς σου, ο γέρο-Μωραΐτης ο Αλέξανδρος, που έχεις και το όνομά του, δεν ηύρε τον μαμτζά (δηλαδή μακρόν υπόδημα ή μπότταν) με τα βενέτικα, στην αγκωνή του κατωγειού, στο σπήτι με την αυλήν την μεγάλη, που το έχει τώρα ο γυιός του ο Δήμαρχος, ο μπάρμπας σου;... Ο γέρο-Χατζηραφτάκης, που ζη ακόμα — δεν πας να τον ερωτήσης, αγκαλά... δεν θα σου το πη — δεν ηύρε μίαν τζάρα (ή πιθαράκι) γεμάτη φλουριά, στην πεζούλα της αυλής του, που την εχάλασε για να την ξαναφτιάση;... Την γρηά το Μπραϊνώ τσ' Αλεφάντους δεν την ωνείρεψε να πάη να σκάψη στο Έρμο-Κάστρο, με άλλες δυο μαζί — τη γρηά Καλοεδίτσα και τη Σεβαστάκαινα — κ' επήγαν, κ' ηύραν τα γρόσια; Να της ερωτήσης, δεν το μαρτυρούν, μα τα ηύραν... Το πλειο παράξενο απ' όλα ήτον το συμβάν του γέρο- Σκοινά. Από πού, θαρρείς, έγεινε καπετάνιος, με δυο καράβια, ο Γιάννης ο Σκοινάς; Είχε εργάτες στο χωράφι, κάτω απ' την Αραδιά, κατά το γιαλό, κοντά στο ρέμμα. Ήτον Σάββατον βράδυ. Όλη μέρα ξεσκάλωναν, βοτάνιζαν, έσκαβαν. Κατά το δειλινό, σαν άρχισε να γέρνη ο ήλιος, ο ένας ο εργάτης, εκεί πού έσκυφτε στη δουλειά του, κι' ο Γιάννης, με το τσιμπούκι του αναμμένο, εκάθητο σ' ένα μεγάλο κούτσουρο, και τον εκύτταζε πώς δουλεύει, δύο-τρία βήματα παρέκει, εκεί ο εργάτης βρίσκει κάτω στη γης ένα τάλλαρο, κολοννάτο. Και να ήθελε να το κρύψη δεν θα μπορούσε, γιατί ο γέρος ήτον καταμπροστά του. «Αφεντικό, του λέει, κύτταξε τι ηύρα. Μη σου έπεσε;» Ο Γιάννης έκαμε πως έψαχνε στην τσέπη του, κ' είπε: «Τωόντι, εμένα μώπεσε». Και έλεγε σαν αλήθεια, γιατί του έπεσε πράγματι στον λαχνό... «Καλά, είπε, θα σου δώσω τα βρεθίκια». Τάρπαξε, και τώβαλε στην τσέπη. Αλλά την ίδια στιγμή, και με μάτια τέσσερα, ο Σκοινάς, για να μην τον καταλάβη ο εργάτης — απάν' απ' το κεφάλι τους ήταν ένας πεύκος, μεγάλο δένδρο· ο μεροκαματιάρης άνθρωπος, καθώς έσκυφτε κ' έσκαβε, δεν έβαλε ο νους του να κυττάξη καταπάνω. Θα πης, γιατί; Δεν ήτο κισμέτι, τόσο ήτον το ριζικό του, η μοίρα του ήτον να σκύφτη και να σκάβη. Ο γέρο-Σκοινάς όμως, καθώς εκάθητο αναπαυτικά με το τσιμπούκι του, πολύ βολικά του ήρχετο να κυττάξη καταπάνω, στον πεύκο. Και τι βλέπει; ένα δισάκκι παμπάλαιο, πέτσινο, καταμουχλιασμένο, εκρέματο ανάμεσα στα πυκνά κλωνάρια του παλαιού δένδρου. Πέρασε μισή ώρα. Ο ήλιος έγερνε, και κατέβαινε για να κρυφθή στο βουνό, στη μεγάλη στεριά την αντικρυνή. Τότε γυρίζει ο γέρο-Σκοινάς, και λέει στους τρεις ή τέσσερες νομάτους οπού είχε για να του ξανοίξουν το χωράφι: «Επειδής ξημερώνει Κυριακή αύριο, παιδιά, ας σκολάσουμε νωρίτερα, δεν πειράζει. Βάλτε το για το χωριό, κ' εγώ θα μείνω παραπίσω· θέλω να κατεβώ ως τον γιαλό, να πλύνω τα ποδάρια μου — και μπορεί να σας φτάσω στον δρόμο· αλλοιώς περνάτε απ' το σπήτι, ν' αφήστε τα σύνεργα, να σας κεράση η κυρά και το σουρούπωμα σας βρίσκω κάτω στην πιάτσα, και σας δίνω τα μεροκάματα», — «Καλό, αφέντη». Εκείνοι έκαμαν κατά τη ράχη, κι' ο γέρο-Σκοινάς κατά το ρέμμα. Κείνοι ετράβηξαν τον ανήφορο, κι' αυτός εκρύφθη μέσ' το ορμάνι. Κείνοι εκύτταζαν τον δρόμο τους, κι' αυτός είχε το μάτι κολλημένο στον πεύκο. Σαν αλαργάρισαν εκείνοι, αυτός εζύγωσε, κι' ανέβη αλαφρός στο δένδρο, κ' εκαβαλλίκεψε στους κλώνους, κ' εξεκρέμασε κείνο που εφαίνετο σαν δισάκκι αραχνιασμένο, μια χαρά, και το δισάκκι σάπιο έρρεψε όλο, και τα κολοννάτα πετάχθηκαν σωρός, κάτω στο χώμα. Κ' έτσι μ' αυτά και μ' αυτά έχτισε ο γέρο-Σκοινάς ανώγεια και κατώγεια, κ' εσκάρωσε σκάφες, κι' αρμάτωσε άρμενα. Και θαρρώ πως θα ξέχασε να δώση και του φτωχού εργάτη τα βρεθίκια πού του έταξε.
Ο Νικολός ήτον στοχαστής πολύ, και είχεν εκλέξει καλώς την ώραν. Ουδέ πιθανόν ήτο να συναντήσωμεν άνθρωπον καθ' οδόν την ώραν εκείνην της Κυριακής, πλην εάν μακρόθεν εφαίνετο ως σκιά κανέν κρυπτόμενον εις την διάβασίν μας βοσκόπουλον ή αν διεκρίνομεν όπισθεν των πυκνών θάμνων κάπου το ίνδαλμα παιδίσκης τινός βοσκοπούλας, που να εξαφνίζετο και να εφάνταζε κάπου ως ζωντανόν σκιάχτρον. Κ' εγώ εκράτουν το πέλεκον της σκαπάνης ως ράβδον, κ' εκείνος είχε το σίδηρον μέσα στην σπειρίδα την πλεκτήν. Και μου ξανάλεγε στον δρόμον πώς ο γέρο-κλέφτης ο παλαιός, με τα μουστάκια του αγκίστρια δεμένα όπισθεν των ώτων, του είχε διηγηθή την ιστορίαν.
Βέβαια με τον Καρατάσον ήτον παλλικάρι κι' αυτός. Λοιπόν ο θησαυρός περί ου ο λόγος, χιλιάδες φλωρία, όλο βενέτικα, ήτο θαμμένος σιμά εις την Παναγίαν της Κεχριάς, απ' οπίσω απ' το παλαιόν μοναστηράκι, κατά την μικρήν πόρταν, σύρριζα εις την νοτιανατολικήν, όπου ήτον όλη κατηρειπωμένη τώρα, και το μονύδριον έρημον από πολλού. Και αντικρύ εις ένα μεγάλον βράχον, πάντοτε την ώραν που θα εψήλωνεν ο ήλιος δυο κοντάρια, ή τρεις καλαμιές — δι' όλα είχε προνοήσει ο Νικολός, αλλά δεν εφρόντισε να πάρωμεν μαζί μας κανέν τοιούτον μέτρον, διά να εύρωμεν το ύψος του ηλίου — εκτός αν θα μας εχρησίμευε προς τούτο το στηλιάρι της τσάπας οπού εκράτουν εγώ — εκτός πάλιν αν το ξύλον τούτο θα έπρεπε να χρησιμεύση διά μέτρημα των ιδίων πλευρών μας, οίτινες επιθυμούντες χρήματα (λέγει ο Δαυίδ: επιθυμία αμαρτωλού απωλείται, και ο Σολομών λέγει: επιθυμίαι άνδρας κτείνουσι) δεν εβλέπαμεν εμπρός μας την προς τούτο άγουσαν οδόν, την οποίαν όλοι οι Εβραίοι, και πλείστοι Γραικοί, γνωρίζουσιν, εργασία, οικονομία κατ' αρχάς, είτα ασπλαγχνία, τοκογλυφία, εκμετάλλευσις όλων των άλλων ανθρώπων — εκεί άρα όπου έμελλε ν' απλωθή την ώραν εκείνην η σκιά, εκεί έπρεπε να σκάψωμεν, διά να εύρωμεν τον θησαυρόν, όλο βενέτικα.
Σιμά εις την κορυφήν του βουνού, εις τον Άι-Κωνσταντίνον, εκεί ήσαν τα πλατάνια, ωραία δένδρα, και από την ρίζαν των ανέβλυζε δροσερά πηγή. Εστάθημεν προς στιγμήν διά ν' αναψύξωμεν. Εκείθεν έπρεπε να κατέλθωμεν τον κατήφορον, διά να φθάσωμεν εις την Κεχριάν, μισήν ώραν δρόμον ακόμα. Ο Νικολός εφορτώθη πάλιν το ζεμπίλι, εγώ έλαβα το είδος του ροπάλου μου, κ' αίφνης ακούομεν δρομαίον βήμα, και εις τα ώτα μας αντηχεί γνώριμος φωνή:
— Εδώ είσθε;... καλά που... σας ηύρα.
Ήσθμαινεν ο άνθρωπος από τον ανηφορικόν δρόμον. Ήτον ο εξάδελφός μου ο Γιαννιός, άνθρωπος πλέον ή σαράντα ετών. οπαδός της Μεγάλης Ιδέας, έχων δύο βάρκες, την «Θεού Σοφίαν» και την «Επτάλοφον».
— Μη φοβάστε... Καλά. Θα τα βρούμε σίγουρα.
«Ες άρτι φανερόν γέγονε το ρήμα τούτο », είπέ ποτε εν απορία ο Μέγας Μωυσής. Είχε φονεύσει τον Αιγύπτιον προς χάριν των αδελφών του, και οι αδελφοί του τον εφοβέριζον και τον επότιζον πικρίας.
— Πώς το έμαθες; ποιος σου το είπε; ηρώτησεν απορών ο Νικολός.
— Μην τα ρωτάς... Θα τα βρούμε, σας λέω.
Αφότου είχε παύσει να ταξιδεύη με τα καράβια εις μακρυνά πέλαγα, εψάρευε κατ' αρχάς γύρω εις την νήσον, κ' εγιάλευεν εις τον λιμένα. Ύστερον ηγόραζεν απ' αλλού σιτάρια, τα άλεθεν εις τους μύλους πέραν, εφόρτωνε της δύο βάρκες, κ' ήρχετο και τα επώλει εις τον τόπον. Είχε μανίαν ν' αποκτήση θησαυρούς, διά να σώση το Γένος. Τότε του εκόλλησεν είς φοβερός αλήτης, ο Μαλακίας λεγόμενος, όστις εξεμεταλλεύθη την αδυναμίαν του αυτήν, και του υπεδείκνυεν αμυθήτους θησαυρούς, εις διαφόρους αιγιαλούς, εις πολλάς ακτάς, και άλλας τοποθεσίας. Toν επήρε σύντροφον εις την «Επτάλοφον», αλλ' αυτός εις ολίγον καιρόν του έγεινεν αφέντης. Ο Γιαννιός εδούλευε δι' αυτόν. Εκαλοπερνούσε ο Μαλάκιας, κόττα-πήττα, εφόρεσε πανωβράκια και Τουνέζικα φέσια δι' εξόδων του Γιαννιού, εκάπνιζεν αναριθμήτους ναργιλέδες έξω στα καφενεδάκια, ακόμα και στην βάρκα μέσα. Έπινε τσάια, έτρωγε κοττόπουλα. Και κάθ' εβδομάδα έκαμναν τρία ταξίδια, και στο γύρισμα επλησίαζαν εις διαφόρους γιαλούς, κ' έσκαφταν, έσκαφταν. Εις την Χονδρήν Άμμον, εις το Ελαφοκκλήσι, εις το Τουρκομνήμα, κ' εις το Μακρυκατάλυμα. Ο θησαυρός δεν έμενε ποτέ εντός της θήκης, σύμφωνα με την ετυμολογίαν του, αλλ' έκαμνε ποδάρια, έφευγε, άλλαζε θέσιν, έτρεχεν ως τροχός κατά το σχήμα το κυκλικόν οπού έχει· πειρασμικά, τελώνια, από φθόνον τον έκρυφταν· τον εμάγευεν ο Αράπης, οπού τον έβοσκε, κι' έτρεχαν τα βενέτικα ως έμψυχοι τροχοί μαγευμένοι. Αλλά δεν θα τους έφευγεν όμως. Πού θα πάη; Όπου και αν έφευγε, θα τον έπιαναν μίαν ημέραν.
Τέλος υπέδειξεν ο Μαλακίας εις τον καπετάν Γιαννιόν ότι, αφού εκείνος τώρα επέρασεν η ηλικία του, και δεν εμβήκεν εις τον κόσμον — και δεν έπρεπε να νυμφευθή, διότι η ιδέα που έτρεφε να ελευθερώση και να πλουτίση το Έθνος δεν επέτρεπε τον γάμον — έπρεπε τουλάχιστον να φροντίση να νοικοκυρέψη αυτόν, τον Μαλάκιαν, να τον στεφανώση και τον κουκουλώση, να τον προικίση και τον αποκαταστήση· ούτω πως θα είχε κι' αυτός ο Γιαννιός καταφύγιον και θάλψιν εις το γήρας του· διότι δεν εσύμφερε να μείνουν κ' οι δύο άγαμοι. Και πού θα απέθετον τον θησαυρόν, αν τον εύρισκον, όπως έμελλον ασφαλώς να τον εύρουν; Εις χήρας ή υπάνδρους αδελφάς του Γιαννιού, κ' εις ένα σωρόν ανεψιάς του, δεν έπρεπε να εμπιστευθούν. Αυτός δε ήτο ξένος εις τον τόπον, και δεν είχεν άλλην κατοικίαν ειμή την «Επτάλοφον». Ενώ, αν έπαιρνε προικώαν οικίαν, κατά το έθος του τόπου, εκεί ασφαλώς θα έκρυπτον τον θησαυρόν. Όλον το κατώγι, όσον ευρύ και αν ήτο, μόλις θα ήρκει διά να τα χωρέση, τόσον αμέτρητον πλήθος βενέτικα.
Τωόντι ο Γιαννιός κατώρθωσε να τον προξενέψη, και τον αρραβώνιασε με μίαν ορφανήν κόρην, το Κουμπώ του Καλκάνη. Μέγας θρίαμβος διά τον Μαλάκιαν. Ζαχαρομηλιά, μπακλαβάδες, πετεινάρια, φραγκοκοττόπουλα αγκαλιαστά, μοσχάτο κρασί, ταμτζάνες. Έκαμε δε αίσθησιν το πράγμα εις το μικρόν χωρίον, και είς αυτοσχέδιος ποιητής, ο Μιτζέλης Δήμου Μιτζέλα, εις ανάμνησιν των αρραβώνων εκόλλησε το εξής τετράστιχον:
.....................................................
.....................................................
.....................................................
.....................................................
Τέλος, όταν το κακόν επαράγεινε, ο τότε δήμαρχος του τόπου Κωνσταντίνος Μωραΐτης, άνθρωπος όστις εξήσκει πολλάκις επ' αγαθώ την αυθαιρεσίαν, κατά παράκλησιν των συγγενών του Γιαννιού, τον έκαμε «σουργούνι» τον Μαλάκιαν, τον εξώρισε δηλαδή απλώς και καθαρώς από τον τόπον, και ούτως εγλύτωσε το Κουμπώ του Καλκάνη, έσωσε δε και τον καπετάν Γιαννιόν, τον πάλαι ποτέ ιδιοκτήτην της «Επταλόφου» και της «Θεού Σοφίας» (διότι εν τω μεταξύ τα είχε φάγει ο Μαλάκιας όλα, και η μία βάρκα είχε πωληθή, η άλλη ήτον υπέγγυος) από την Άτην την σθεναρήν και αρτίποδα, ήτις πάντας ανθρώπους αάται, ώστε μόνον το ύδωρ της Στυγός να μένη «αάατον».