WeRead Powered by ReaderPub
Η χολεριασμένη: Τα μετά θάνατον cover

Η χολεριασμένη: Τα μετά θάνατον

Chapter 22: Η ΑΠΟΣΩΣΤΡΑ
Open in WeRead

Explore more books like this:

About This Book

A narrator recounts an epidemic through the eyes of a young married woman who becomes gravely ill and is abandoned by her husband and family; weakened and desperate for water, she scavenges, eats quince to stave off thirst, and reaches a church where an elderly nun offers her a little water. Inside the church she recognizes her husband and relatives baptizing an infant and preparing to depart with a carriage; she presses the few coins she has to the coachman to secure passage and be taken with them. The story contrasts personal abandonment and fear with small acts of compassion, exploring how social obligation, survival instincts, ritual, and poverty intersect during communal crisis.

Αυτά συνέβησαν ύστερον, μετά δέκα χρόνους. Όταν δε μας συνήντησεν ο εξάδελφός μου ο Γιαννιός, επάνω στην Βρύσιν, στα Πλατανάκια, έμβρυον ήτον ακόμη εις τας φρένας του η μανία του θησαυρού, προς πλουτισμόν του Γένους, και ο Μαλάκιας το έμψυχον τερατώδες άγαλμα της λατρείας ταύτης. Αφού δεν ημπορέσαμεν να λάθωμεν την άγρυπνον προσοχήν του πλοιάρχου της «Έπταλόφου» — διότι ενδιεφέρετο σφόδρα διά πάσαν ιστορίαν θησαυρού, και δεν ηδύνατο τίποτε να του διαφύγη — είνε άπορον, πώς δεν έγεινα εγώ ύποπτος εις τον Νικολόν πλην ο φίλος μου δεν ήθελε να με αδικήση διά τοιαύτης υπονοίας. Και έως σήμερον ακόμη δεν ενθυμούμαι να είπα εις κανένα διά την υπόθεσιν του θησαυρού της Κεχριάς, νομίζω δε ότι πολύ δεν επίστευα μέσα μου, αν και τόσον νέος, εις την ύπαρξιν του θησαυρού τούτου. Ο Νικολός δεν ελυπήθη και πολύ διά την παρουσίαν του Γιαννιού, ήτον δε πρόθυμος, ως λίαν ανοικτόκαρδος, να μοιράση τα γρόσια, τα οποία θα εύρισκε, και με αυτόν, και με πάντα άλλον.

Επήραμεν τον κατήφορον, και αφού διήλθομεν τρία ρέμματα, επεράσαμεν πολλά πλάγια και ρεβένια και εχώθημεν τέσσαρας φοράς εις την λάσπην. Είχε βρέξει προ τριών ημερών, και η υγρασία της γης θα διηυκόλυνε μεγάλως την εκσκαφήν του θησαυρού μας. Έλεγε δε ο Νικολός, ως ευσεβής νέος οπού ήτον, ότι η λειτουργία της Κυριακής την ώραν εκείνην ήτον αγαθή συγκυρία, διότι πάσα καλή εργασία, δέησις, ευχή και τάξιμον κατά την ώραν της λειτουργίας εκτελείται. Όπως λ. χ. την πρωίαν της Μεγάλης Πέμπτης, την ώραν οπού διαβάζεται το Ευαγγέλιον της Λειτουργίας, χύνει ο χρυσοχός το δακτυλίδι ή το φλωρί, το οποίον έταξεν η χαροκαμμένη μάνα (της οποίας έχουν αποθάνη τα πρώτα της παιδιά) διά να της στερεωθή ο καρπός της κοιλίας, και της χαρίση ο Θεός το κατόπιν τέκνον της.

Τέλος εφθάσαμεν εις το έρημο μοναστηράκι της Κεχριάς. Ο ναΐσκος, παλαιός, με ζωηράς τοιχογραφίας, με τον τρούλλον και τας χιβάδας του εώρταζε την Μετάστασιν, ή τα Εννεάημερα της Παναγίας. Εισήλθομεν, επροσκυνήσαμεν τας εικόνας, κι' ο Νικολός ήναψεν ευλαβώς τα κανδήλια. Μέσα εις το ζεμπίλι του, χωρίς να το σκεφθώ εγώ, είχε βάλει και έν μολύβδινον παγούρι με έλαιον.

Εξήλθομεν κ' εκυττάξαμεν γύρω-γύρω τον τόπον. Όλοι οι λόφοι, αι κλιτύες και τα πλάγια, ελαιοφυτευμένα, γλαυκά, δροσερά, ευώδη. Την χρονιάν εκείνην δεν υπήρχε καρπός ελαίας, διότι αι ελαίαι εκαρποφορούσαν «δευτοροχρονιά». Άλλως, ας ήτο και Κυριακή, εξάπαντος θα ευρίσκομεν ίχνη ανθρώπου εις τα μέρη εκείνα.

Κάτω προς τον αιγιαλόν, εις το βαθύ ρέμμα, υπήρχον, ή μάλλον εσώζοντο από παλαιού καιρού, ολίγοι νερόμυλοι, εφθαρμένοι, σχεδόν ερείπια. Ίσως δύο εξ αυτών εδουλεύοντο από καιρού εις καιρόν. Πλην δεν ηκούσαμεν κρότον, ουδέ ψυχήν είδομεν.

 — Σήμερα Κυριακή, δεν δουλεύουν, είπεν ο Γιαννιός.

 — Ξέρω πως δεν δουλεύουν, μα μπορεί να βρίσκωνται, είπεν ο Νικολός, όστις αν και τόσον νεώτερός του, εφαίνετο να γνωρίζη καλά τα μέρη.

 — Και λες να είναι κανένας εδώ;

 — Η γρηά το Μουσκαδώ με τα κορίτσια της, η συμπεθέρα της η Αγάλλαινα, και τόσες άλλες, εδώ βρίσκονται τον περισσότερον καιρό. Αποδώ αραδίζουν, πηγαίνουν, έρχονται. Την νύχτα βλέπουν και στοιχειά κάποτε εδώ στο ρέμμα.

 — Και σαν τι στοιχειά; είπα εγώ.

 — Λέω την νύχτα, επέφερεν ο Νικολός, ακόμη και την ημέρα. Νεράιδες, νεράιδες είδαν με τα μάτια τους να χορεύουν, εδώ κάτω στο ρέμμα, σιμά στην βρύσι. Νεράιδες ζωντανές, ασπροφορεμένες, που έσερναν τον χορό, κ' ετραγουδούσαν, μέρα μεσημέρι: «Ημείς παίρνουμε της μιλιές, ημείς καλές κυράδες». Και κα-κα-κα τα γέλοια, κα-κα-κα τα γέλοια.

Εγώ ήκουα μετά προσοχής, κ' εκύτταζα γύρω γύρω, ως να ήλπιζα να ιδώ κάπου ανάμεσα στα πυκνά κλαδιά, κάτω στο ρέμμα, της «καλές κυράδες», όπου έλεγεν ο Νικολός. Εξήλθομεν προς την μεσημβρινήν πλευράν του παλαιού μονυδρίου, και οι δύο ήρχισαν να επιθεωρούν επιμελώς την τοποθεσίαν.

 — Να ο μεγάλος βράχος, είπεν ο Νικολός, αυτός θα είναι. Να ο ήλιος, τώρα πρέπει να είναι δυο κοντάρια ψηλά. Να κι' ο ίσκιος, ως πού φθάνει.

Εσημείωσε το μέρος με τον πόδα, έλαβε το σίδηρον από την σπειρίδα του, το προσήρμοσεν εις το στηλιάρι, έκαμε τον σταυρόν του, κι' άρχισε να σκάπτη. Έσκαψε μισήν ώραν, έκαμε ρηχόν πλατύν λάκκον. Είτα εστάθη.

 — Έλα, μπάρμπα Γιαννιέ, τώρα, αράδα σου είναι.

Ο Γιαννιός έλαβε την σκαπάνην και τον διεδέχθη. Έσκαψεν άλλην τόσην ώραν, επλάτυνε τον λάκκον και τον εβάθυνεν.

Επί δύο τρεις ώρας ενηλλάσσοντο. Εδοκίμασα κ' εγώ άπαξ, αλλά δεν ηδυνήθην να εργασθώ πλέον των δέκα λεπτών.

 — Δεν ξέρεις να σκάψης, μου είπεν ο Νικολός.

 — Δεν είναι για τα χεράκια σου, είπεν ο Γιαννιός.

Εγώ εν τούτοις την περισσοτέραν ώραν εκαθήμην μόνος μακράν από την γινομένην σκαφήν, προς την νοτιοδυτικήν γωνίαν της πλευράς του μοναστηρίου, ολίγα βήματα παραπάνω από το μονοπάτι, το φέρον κάτω προς το ρέμμα. Εκεί εβίγλιζα, ήτοι ήμην καραούλι· είχα δηλαδή σκοπιάν, μήπως φανή που ερχομένη ψυχή ανθρωπίνη, διαβάτου ή γείτονος, ώστε να τους δώσω εγκαίρως είδησιν να παύσουν, και να έλθουν ευπρόσωποι προς το μέρος που εκαθήμην.

Εκόντευε μεσημέρι, και δεν είχεν ακόμη μισό μπόι βάθος ο λάκκος. Ο ιδρώς περιέρρεε τα μέτωπα και τους λαιμούς των.

Εζήτησε να πίη νερόν ο Νικολός, αλλ' εστάθη.

 — Το νερό μας έκοψε, δεν πίνεται... Κάθεσθε, να πάω ως την βρύσι, να φέρω νερό; Έρχεσαι, είπε προς εμέ, μαζί μου;

 — Όχι, κάθησε συ, είπεν ο Γιαννιός, που είσαι πολύ αποσταμένος, και πάω εγώ με τον Αλέξανδρον. Δεν πάμε καλύτερα και οι τρεις μας; είπα εγώ... Δεν θα φάμε κι' όλα, κάτω στην βρύσι;

 — Εγώ το ξέχασα πώς τρώνε, είπεν ο Νικολός. Μα πώς θα τ' αφήσωμε αυτά εδώ;

 — Ο λάκκος εδώ που είνε, είπεν ο Γιαννιός, δεν θα φαίνεται απ' το μονοπάτι κάτω. Ποιος θ' ανεβή εδώ απάνω να κυττάξη; Κρύψε την τσάπα μέσ' τα χώματα, φέρε τo ζιμπίλι σου εδώ, και πάμε στη βρύσι να κολατσίσουμε.

Κατήλθομεν ως πεντακόσια βήματα κάτω, εις το ρέμμα, όπου ηκούετο να κελαρύζη το νερόν. Ανάμεσα εις πλατάνους βαθυφύλλους, οπού δεν είχεν αρχίση ακόμη να πίπτη το φύλλωμά των, εις τον υγρόν κόλπον της κοιλάδος, οπού εχορτομανούσε, κ' εδροσοβολούσε από δρόσον φθινοπωρινήν, απ' τους λαγόνας ενός βράχου αμαυρού, ανέβλυζεν η πηγή. Εκεί σιμά εκαθήσαμεν, κ' εστρώσαμεν το γεύμα μας. Ο Νικολός εκαθάριζε της σαρδέλλες, εγώ έσπαζα τα σφιχτοβρασμένα αυγά, κι' ο Γιαννιός από έν κλειστοπίνακον, το οποίον είχε τυλιγμένον με λευκόν ράκος μέσα στην τσέπην του ναυτικού χιτωνίου του, έβγαλε τρεις ή τέσσαρες πέρκες τηγανητές και πέντε ή έξ κεφτέδες. Μόλις εκάμαμεν τον σταυρόν μας κ' εβάλαμεν δύο ψωμούς στο στόμα, κ' επαρουσιάσθη κάτι ωσάν οπτασία εις τα όμματά μας. Τρία μικρά πλάσματα λευκοφορεμένα ήρχοντο προς τα επάνω, προς την βρύσιν, όπου ημείς εκαθήμεθα. Εφαίνοντο να έρχωνται από το κάτω ρέμμα, το γείτον του αιγιαλού, ίσως από τους μύλους, όπου έλεγεν ο Νικολός: — Να η Νεράιδες!

Εγώ έβαλα την φωνήν, και σχεδόν θα ηυχόμην να ήσαν, αλλ' ο Νικολός με εξήγαγεν από την πλάνην.

 — Αυτές πρέπει να είνε η εγγονές της Αγάλλαινας και της συμπεθέρας της, της Μωσκαδώς. Είνε Κυριακή, και γι' αυτό φορούν άσπρα φουστανάκια. Είνε όλες καλοκαμωμένα κορίτσια, ώμορφο σόι, επέφερεν ο Νικολός.

Άμα μας είδαν, αι τρεις κορασίδες εκοντοστάθηκαν, και δεν εβάδιζαν ούτ' εμπρός ούτ' οπίσω. Εκρατούσαν κανατάκια εις τας χείρας των. Ο Γιαννιός έκραξε με πραείαν φωνήν:

 — Μη φοβήσθε κορίτσια, δεν είμαστε στοιχειά. Κ' έπειτα σεις από στοιχειά θα είσθε μαθημένες να βλέπετε 'δώ κάτω. Τα τρία κοράσια εγέλασαν οξύν αργυρόηχον γέλωτα, όπως γελούν η Νεράιδες.

 — Εδώ έρχεσθε και παίρνετε νερό; είπεν ο Νικολός. Δεν έχει νερό κάτω στο μύλο;

 — Έχει, μα δεν της αρέσει της μαννούς μας, είπεν η μία, η μεγαλυτέρα εκ των τριών. Δεν είνε σαν αυτό εδώ.

 — Εκεί κάτω είνε η μαννού σου;

 — Εκεί είνε.

 — Χαιρετίσματα να της πήτε πολλά, απ' τον Νικολό τ' Αγώτη· είμαστε γενιά.

 — Μετά χαράς.

Εγέμισαν τα κανατάκια των κ' έφυγαν τρέχουσαι. Η πρώτη εξ αυτών, η λαλήσασα, εφαίνετο να είνε ως δεκαπέντε ετών· αι άλλαι, αδελφαί ή εξαδέλφαι της, θα ήσαν έως δώδεκα ή δεκατριών. Και αι τρεις είχον ήδη τους κόλπους «ως νεβρούς δορκάδος κοιμωμένους εν μέσω κρίνων». Η δε χροιά του προσώπου των ερρόδιζεν ως λευκόν τριαντάφυλλον.

 — Καλά που ήρθαμε και το στρώσαμ' εδώ, είπεν ο Νικολός· εάν κανέν' απ' αυτά τα κοριτσάκια τώρα εξεθάρρευε ν' ανεβή παραπάνω, ή αν ταις ήρχετο να παν να προσκυνήσουν ως την εκκλησιά — ή αν ταις είχε δώσει παραγγελία η μαννού τους ν' ανάψουν τα καντήλια — που προλάβαμε ημείς και τ' ανάψαμε — βέβαια θα μας έβλεπαν να σκάβουμε 'κει απάνω.

Εάν, τώρα, ο Νικολός είχε προτείνει αυτός την γνώμην, ότι ήτο καιρός να κατέλθωμεν στην βρύσιν να γευματίσωμεν, θα έλεγε: «Καλά σας το είπα εγώ». Επειδή όμως άλλος την επρότεινε, δεν έλεγε: «Καλά μας το είπε ο Αλέξανδρος». Και ταύτα, ενώ ήτο φίλος μου και με ηγάπα. Μάταιοι οι υιοί των ανθρώπων.

Αφού εφάγαμεν, μετά μίαν ώραν ακόμη, επανήλθομεν εις την εργασίαν. Τώρα ο ήλιος έπιπτε, καθώς έκλινε προς δυσμάς, εις το μέρος του λάκκου, κ' έκαιε πολύ. Η αγγαρεία εγίνετο δυσκολωτέρα. Εν τοσούτω έσκαψαν ακόμη ως δύο ώρας, πότε ο Νικολός πότε ο Γιαννιός. Πτυάριον δεν υπήρχε, και ανεβίβαζον το χώμα με τας δράκας. Η γη εγίνετο σκληρότερα, πετρώδης, ή σχιστολιθοειδής. Ήτο κόπος και πόνος.

Τους ώκτειρα, και ήθελα να σκάψω. Αλλ' ήμην αδέξιος.

Εκεί καθώς έκαιεν ο ήλιος, κ' έσιζον από ελαφράν πνοήν τα φύλλα των δένδρων, μικρός κρότος ηκούσθη άνωθεν, απ' τον ανατολικόν τοίχον του μοναστηρίου· μέσα από την βαθείαν λόχμην και τους πυκνούς θάμνους επρόβαλεν έν πρόσωπον. Γηραλέος άνθρωπος, μεγαλόσωμος, με τουφέκι εις τον ώμον, βέργαν εις την χείρα, και δύο πιστόλια εις το σελάχι περί την μέσην του.

 — Καλώς σας ηύρα· γεια σας, παιδιά.

Ο Νικολός κι' ο Γιαννιός έμειναν με το στόμα ανοικτόν. Εγώ σχεδόν εχάρην μέσα μου. «Θα λάβη τέλος», είπα.

Ήτον ο Τριαντάφυλλος ο Τσολοβίκος, ο αγροφύλαξ του Δήμου. Από νηπιόθεν τον ενθυμούμην με τον χιτώνα του ως τα γόνατα, με της κουμπούρες και με τα χαρμπιά του στην μέσην, και σχεδόν εις πάσαν εκλογήν αγροφυλάκων επροτιμάτο, αυτός κι ο γέρο-Στάμος, ο άνδρας της Τζενεΐνας, χήρας του Τζενεού. Εμειδία, και ήτο ευμενής. — Τι σας ήρθε, βρε παιδιά, κυριακάτικα και δε μ' αφήσατε δυο ώρες τώρα να χαρώ τον μεσημεριάτικο τον ύπνο μου, νταπ, ντουπ, ντουπ, ντουπ, δύο ώρες; Κ εγώ το είχα πάρη δίπλα ανάμεσα στης κουμαριές, στον ίσκιο ενός ορνιού, κ' έλεγα να χορτάσω τον ύπνο.

 — Τίποτα, μπάρμπα Τριαντάφυλλε, τίποτα, είπεν εν αμηχανία ο Νικολός.

 — Θα βρήτε γρόσια, λέτε; μη σας ωνείρεψε; Αχ, παιδιά μου, θα βρήτε και σεις γρόσια, όσα ηύρεν ο Δημήτρης ο Στόγιος, κι' ο Ντούσκος, κι' ο Γιάννης ο Σπίης, κι' ο Τσιμτσιός, κι' ο Λεγαντής, και τόσοι άλλοι, κι' ο Αποστόλης ο Κακόμης, κι' ο Γιάννης της Μυλωνούς. Ήμην νέος κ' εγέρασα, που δεν έπαψαν να ψάχουν για γρόσια, στο Έρμο Κάστρο, και στην Παναγιά την Ντομάν, και στ' Αχειλά το ρέμμα, και σε κάθε ξωκκλήσι, και σε κάθε βράχο, και σε κάθε σπηλιά, και στα Πέντ' Αδέρφια, και στην Καμμένη Πέτρα, και στο Κακόρρεμμα.

Και μετά μίαν στιγμήν επέφερεν:

 — Αχ, παιδί μου, για ν' αποκτήση κανείς γρόσια, άλλος τρόπος δεν είνε, πρέπει να έχη μεγάλη τύχη, να εύρη στραβόν κόσμο, και να είνε αυτός μ' ένα μάτι, δεν του χρειάζονται δύο. Πρέπει να φάη σπήτια, να καταπιή χωράφια, να βουλιάξη καράβια, με τριανταέξ τα εκατό, θαλασσοδάνεια, το διάφορο κεφάλι. Όπως και ο γέρο-Μαμούκος, ας έχη ζωή, πού μας έβγαλε και κάλπη για να γείνη δήμαρχος. Τακούς;

Εφαίνετο ν' απευθύνεται κατά προτίμησιν εις τον Νικολόν.

 — Τ' ακούω, και θαρρώ πως έχεις δίκηο, μπάρμπα Τριαντάφυλλε.

 — Ημείς ίσα ίσα, είπε λαβών τον λόγον ο Γιαννιός ο εξάδελφός μου, ζητούμε τα γρόσια, αν θέλης να ξέρης, μπάρμπα Τριαντάφυλλε, για να ελευθερώσουμε τον κόσμο απ' αυτούς τους αιματοφάγους που λες.

 — Κι' αν θέλη ο Θεός, δεν τους ελευθερώνει; Είνε η αμαρτίες, παιδί μου, που τους σκλαβώνουνε. Ο Γιάννης έγεινε σύννους.

 — Ας είνε ωστόσο· αφού το θέλετε, ψάξτε, σκάβετε, σκάβετε· κάτι θα βρήτε· ή κόκκαλα, ή κοχύλια, ή λαλαρίδια. — Είπε, κ' επήρε δρόμον κατά το ρέμμα. Ημείς εμαζέψαμεν τα σύνεργά μας κ' επήραμεν τον ανήφορον, επιστρέφοντες εις το χωρίον.

TO X. Α. TOY...

Όπως το διηγούνται, όσοι το έφθασαν, εν ηλικία όντες εις Αθήνας τω 1870, ο νεκρός του ενός των ληστών του Δηλεσίου, κομισθέντων εις Αθήνας κατά Μάιον, είχε το πρόσωπον παραδόξως φαιδρόν και γελαστόν. Την ώραν πού τους ετουφεκοβολούσαν τ' αποσπάσματα, ελλοχεύον όπισθεν πυκνών θάμνων και βράχων το παλληκάρι εκείνο της Ρούμελης, ίσως διότι το ταμπούρι του τού εφαίνετο πολύ ασφαλές, τις οίδε τι είχε σκεφθή, ή τι σοβαρόν είδεν, ή τι αστείον ήκουσε παρά τινος γείτονος συντρόφου του, κ' εγέλασεν, όπως οι άνθρωποι γελούν. Συγχρόνως, εν ακαρεί, του ήλθε το βόλι. Τον ηύρε καίριον εις τον λαιμόν, και τον αφήκεν εις τον τόπον.

Μετά δυο ημέρας οι σκοτωμένοι, πέντε ή έξ τον αριθμόν, εκομίζοντο εις Αθήνας. Εις το πρόσωπον του νέου εκείνου όλοι οι φρικώδεις περίεργοι είδον εντυπωμένον, πιστωμένον τον γέλωτα. Ούτ' επρόφθασεν, ο ευτυχής άνθρωπος, να αισθανθή την πικρίαν του βέλους, αλλ' ο θάνατος του ήλθε μυστηριώδης, γλυκύς, προ της αλγηδόνος.

Ο Γιάννης του Λέκα, νέος εικοσαετής, εφαίνετο ότι έχαιρε μεγάλην χαράν σφόδρα, όταν του έλεγαν ότι θα ήρχετο εκείνον τον χρόνον, διά να τον πάρη στρατιώτην, το περιοδεύον Στρατιωτικόν συμβούλιον. Άρχιζεν αμέσως να κάμνη βήματα, προφέρων: έν γυό, έν γυό, κ' ήτον όλος γέλοια και χαρά. Πλην, όταν ήλθε πράγματι η Στρατολογική Επιτροπή, προς μεγάλην χαράν του Δημάρχου, και κατέλυσαν άλλοι εις την Δημαρχίαν, άλλοι στο οιονεί ξενοδοχείον, κι' άλλοι στα σπήτια μερικών, ο Γιάννης, χωρίς να παύση τα γέλοια, η ενδόμυχος ευθυμία και το θάρρος του έφυγαν, κ' ηρνήθη αποτόμως να παρουσιασθή ενώπιον της Επιτροπής. Εστήλωνε τα πόδια του, αντεστήλωνε το κορμί του, έκλαιε, κ' εφώναζε: «δεν πάω, δεν πάω». Όταν δε ο υπίατρος οδηγήθη στο σπητάκι της Λέκαινας, κ' εδοκίμασε να ιδή και να εξετάση τον κληρούχον, ο Γιάννης έπεσεν εις μίαν γωνίαν, εμαζώχθη, εκουβαριάσθη, εσταύρωσε σφιχτά τα χέρια του, έσφιξε τον αφαλόν του, έκαμψε τους πόδας του με τα γόνατα έως τον αφαλόν, και ηρνήθη να υποστή την εξέτασιν του ιατρού. Τέλος η Επιτροπή απεφάσισε να τον κηρύξη «βλάκα», και τον απήλξε πάσης περαιτέρω ενοχλήσεως.

Αλλ' όμως ο Γιάννης δεν έλλειπε ποτέ από καμμίαν αγρυνίαν εις τα εξωκκλήσια, όταν επηγαίναμεν στα πανηγύρια, αρχόμενος από την ανατολήν του έαρος έως το βασίλεμα του θέρους, έως την στρώσιν του φθινοπώρου, και πριν εισβάλη ο χειμών. Πρώτον εις την Παναγίαν της Αγαλλιανούς, όπου η ψυχή μας εμοσχοβολούσε ία και ναρκίσσους και λευκά άνθη της αγραμπελιάς. Είτα εις την Παναγίαν την........., όπου έτρεχε με μόρμυρον και ρόχθον το ρεύμα της Ζωοδόχου, κάτω εις τους μυστηριώδεις καταρράκτας με τα κρεμάμενα πολυτρίχια και τους ανέρποντας κισσούς ανά τους υγρούς βράχους εις τα κυρτά υλομανούντα δένδρα. Και στον Άι-Γεώργην, όπου αι τόσαι νύμφαι του χωρίου ελιτάνευον στολισμέναι με τα πεποικιλμένα μανίκια, τας μεταξωτάς ποδίας και τα χρυσά ποδογύριά των, ερχόμεναι άλλαι με της βάρκες και άλλαι διά ξηράς. Και εις τα Πέντ' Αδέλφια, όπου τα αγκαλιασμένα γηραιά δένδρα καλύπτουν την βρύσιν και στεγάζουν τον πενιχρόν ναόν με το θεσπέσιον άλσος των. Κ' εις τον Άι-Γιάννην τον Μυρωδίτην, όπου τα τελευταία αηδόνια εκαλούσαν εις διαδοχήν τα κοσσύφια ανά το ..... .................................. από το ύψος των................... έως τον γιαλόν.... .........................., και το κελαρύζον νερόν του βαθέος, ανερχομένου Διακαλιού ανέβλυζεν από την ρίζαν της γηραιάς δρυός, όπου με τα κυμβαλίζοντα πέταλα των φυλλομανούντων κλώνων της διηγείτο τας αναμνήσεις των αιώνων. Πόσαι οικογενειακαί θαλίαι είχον τελεσθή το πάλαι υπό τους βαθυφύλλους κλάδους της, πόσα άκακα ερωτικά ζεύγη είχον εύρη ποτέ καταφύγιον εις την σκιάν της. Και είτα εις τον Άγ. Ηλίαν και εις τον Άγ. Παντελεήμονα, κ' εις την Παναγίαν την Πρέκλαν, κ' εις την Παναγίαν του Καρδάση κ' εις την άλλην Παναγίαν του Αραδιά, κ' εις τον Άι- Γιάννην του Κάστρου, κ' εις τον άλλον Άι-Γιάννην του Μετοχιού, κ' εις τον Άι- Δημήτρην, κ' εις τον Άι-Ασώματον τ' Αγγελή, και τέλος εις την Παναγίαν την Καστριώτισσαν, όπου πάσα σεμνότης και πάσα χάρις εν γαλήνη συνηνούντο, και πας γόνυ έκλινεν ενώπιον της θείας (εν γαλήνη) Πολιούχου: «Διανέμοις των χαρισμάτων την σην γαλήνην, Θεοτόκε, τη ψυχή μου».

Όλα ευωδίαζον άνοιξιν και απλότητα και χαράν. Ο Γιάννης έμβαινεν εις το παρεκκλήσι γελών, τον ωδηγούσεν η μάννα του, χήρα έχουσα αυτόν ως μοναχογυιόν, να «χαιρετίση», δηλ. να ασπασθή την εικόνα στο προσκυνητάρι, την ησπάζετο γελών, είτα επήγαινε στ' αριστερά του χορού, κ' έστεκε δίπλα εις το άκρον ανατολικόν στασίδι, δύο βήματα από την βορείαν πύλην, όπου αι γυναίκες έφερον τυλιγμένας με προσόψια τας προσφοράς, και έγραφαν τα ονόματα, δηλ. τα έγραφεν ο παπάς καθ' υπαγόρευρευσιν ιστάμενος εις το χάσμα της θύρας, με το μολυβδοκόνδυλον, κρατών φύλλα διπλωμένα χάρτου επί του βιβλίου των Αποστόλων ή των Ψαλτηρίων· «Γεωργό, Γεωργό και του πλι» (δηλ. το πλοίον) μετά των συμπλεόντων αυτώ, Νικολάκη, πάλι Νικολάκη (ο παπάς έγραφε, Ν. Ν.), Κυρατσούλα, Σειραΐνα, άλλη Σειραϊνώ (Κυρ. Σειρ.), Κωνσταντή, Κωνσταντή (Κ. Κ.), συμβίας, τέκνων, γονέων και αδελφών αυτών».

Εκεί έστεκεν ο Γιάννης, και ήκουε γελών τα υπαγορεύματα των γυναικών, τας απηχήσεις και τους ασπασμούς του παπά. Τέλος, όταν ήρχιζεν η ψαλμωδία, ο Γιάννης εξηκολούθει να γελά προς τας αντιφωνίας των διαφόρων νεαρών ψαλτών και τας οξυφωνίας του παπά. Συνήθως αντείχεν όρθιος επί ώρας, είτα εκάθητο εις το σκαλοπάτι του βήματος κάτωθεν της τελευταίας αριστερά εικόνος (ήτις ήτο συνήθως του Αγίου του ναού). Η μάννα του, επειδή τον είχε μονογενή, συχνά έταζε και παρεκάλει τους Αγίους «να τον κάμουν καλά». Πλην φαίνεται ότι αυτός ήτο αρκετά καλά, σχεδόν καλύτερα από πλείστους άλλους, και οι Άγιοι δεν έκρινον ότι εσύμφερε να του δώσουν εκείνο το οποίον η μάννα του ωνόμαζε «την υγειά του», δηλ. την ελευθερίαν να κακουργή εν γνώσει.

Η ψαλμωδία εξηκολούθει δι' όλης της νυκτός. Πενήντα ή εκατόν άνδρες και παιδιά — συνήθως είχον παραφάγη καί παραπίη — εκοιμώντο έξω, ανάμεσα στους σχοίνους, και οκτώ ή δώδεκα γυναίκες, και τρεις γέροι, εις τα στασίδια ή στας πλάκας του ναού εκοιμώντο καθήμενοι. Ενίοτε ηκούετο το ρογχάλισμα του ιερέως μέσα απ' το Άι-Βήμα. Ο ψάλτης υπενύσταζε και έκαμνε «μετάνοιες» όρθιος στο στασίδι, κι' ο γέρο- Δημητρός, ο πρώην νεωκόρος κ' επίτροπος επί των εξωκκλησίων, χωρίς ο νους του ν' αποσπάται απ' το παγγάρι και τα κηρία, έπαιρνε «δύο τροπάρια» καθιστός στο στασίδι. Ο Γιάννης άγρυπνος δεν έπαυε να γελά.

Κάτω εις την πολίχνην, όπου ο Γιάννης ήτο ευθυμία και χαρά των σπητιών, ο ίδιος εγέλα θορυβωδέστερον όταν συνήντα ένα από τους περιπλανωμένους του χωριού, σχεδόν ομοιοπαθή του, ή τον Ζαχαρίαν τον Κούκον, ή τον Τάσον τον Νικολήν, ή τον Ματώ απ' τον Απάνω Μαχαλάν. Τότε άνοιγε πράγματι η καρδιά του. Εγέλα ακρατήτως, και δεν ημπορούσε «να μαζώξη το στόμα του». Ήτο ως να έλεγε: «Χαίρομαι, αδελφέ μου, πού σε βλέπω τέτοιον· οι άλλοι που μας γελούν είνε πολύ χειρότεροι».

Κ' εις τα ξωκκλήσια, κατά την διάρκειαν της αγρυπνίας, συνήθως ήρχετο μετά τα μεσάνυχτα πάντοτε, ή ο γέρο-Δημήτρης ο Ηπειρώτης ο νυχτοβάτης, ή ο πάτερ- Ιωακείμ, ο άστεγος μοναχός, συνήθως ξυπόλυτος και ξεσκούφωτος. Όταν τον έβλεπεν ο Γιάννης, τότε ησθάνετο άκραν ευθυμίαν, κ' ενετρύφα εις την θέαν του. Ο Ιωακείμ ίστατο εις την άλλην γωνίαν του Τέμπλου δεξιά και συνήθως του έδιδον οι ψάλται να διαβάση το ψαλτήρι. Ο Γιάννης δεν εχόρταινε να τον κυττάζη, κ' εγέλα, εγέλα με ηδονήν άρρητον.

Και όταν δεν ήτο πανηγύρι ο Γιάννης με το γαϊδουράκι έτρεχε συνήθως εις την εξοχήν. Είχεν η μάννα του μικρούς ελαιώνας και χωραφάκια, κι' ο πτωχός νέος φαίνεται ότι κάτι έκαμνεν εις γεωργικάς αγγαρείας και βοηθητικά έργα, με όλην την αδυναμίαν του. Αλλά και τότε, όταν επέρνα από εξωκκλήσι, επέζευεν, έδενεν εις την ρίζαν θύμου το γαϊδούρι, και εισήρχετο εις τον ναΐσκον. Εκεί έβγαζεν ατάκτους φωνάς, θέλων να μιμηθή τους ψάλτας, και κάποτε έβαλλε χείρα εις εικονίσματα και τα κατεβίβαζε κάτω διά να τα ξεσκονίση, όπως εφρόνει· άλλοτε έβγαζε τα θυρόφυλλα της Αγίας Πύλης, κι' άρχιζε να τα πελεκά με το μικρόν κλαδευτήρι που είχε. Πότε τα επανέφερεν εις την θέσιν των, και πότε τ' άφινε κάτω εις το έδαφος, όπου έτυχε.

Η Μαλαμμώ του μπάρμπα Δημητρού, συμβία του Γιώργη του Πολύζου, ήτο απαράμιλλος εις την θρησκευτικήν ευλάβειαν. Άλλη δεν ήτον ως αυτή να τρέχη διαρκώς σ' όλα τα ξωκκλήσια, να τ' ασβεστώνη, να τα καλλωπίζη. ν' ανάφτη τα κανδήλια, πότε με λάδι δικό της, πότε εκ μέρους άλλων γυναικών ευποροτέρων της.

Είχε μετακομίση στης πλάτες της πέντε ή έξ παληοσάνιδα, τα οποία της έδωκαν, διά να επισκευάση την στέγην του ναού του Χριστού στο Κάστρον. Η Μαλαμμώ, χάριν ευκολίας, τα απέθεσε προσωρινώς έξωθεν του Κάστρου, προ φοβερού χάσματος της παλαιάς γεφύρας, κ' εις την κάτω βαθμίδα της ιλιγγιώδους, μεγαλοβάθρου, κυκλοτερούς και πλατείας σκάλας. Ήτο μεσοβδόμαδα. Η Μαλαμμώ έλεγε μέσα της «Χριστιανός δεν θα βρεθή να τα κλέψη». Και όμως ευρέθη. Υψηλά από το μικρόν σαθρόν καλύβι, όπου ήτο έν παληοχώραφον ανάμεσα εις τα ορμάνια, όπου έβοσκε πέντε ή έξ ψωραλέας αίγας ο Νικολός ο Μπασιόλης, μακρόθεν επί πολλήν ώραν ετηλεσκόπει την Μαλαμμώ, ώστε είχε αποκάμει στα μάτια να την κυττάξη, κ' εμορμύριζε μεγαλοφώνως μέσ' τα δόντια του: «Πού τα πάει αυτή, τρομάρα της, τα παληοσάδια;»

Την υστεραίαν η Μαλαμμώ είχε δουλειά στο σπήτι της, κάτω στο χωρίον, τρεις ώρας δρόμον. Την τρίτην ημέραν δεν ευκαιρούσεν ο σύζυγός της, όπου ήτο ολίγον κτίστης, αλλά και αγωγιάτης και γεωργός. Την άλλην ήτο Σάββατον, κ' η Μαλαμμώ εκατάφερε τον σύζυγόν της να υπάγουν μαζί και το μουλάρι, να κουβαλήση αυτός άμμον κι' ασβέστην από μίαν ανεμιαίαν έπαυλιν, όχι πολύ μακράν του Κάστρου, να εισέλθουν φέροντες και τα σανίδια τ' αποτειθεμένα έξω, να φθάσουν εις τον ναόν του Σωτήρος, κι' αυτή ν' ασβεστώση, κ' εκείνος ν' ανεβή στον τοίχον, πατών ως εις σκαλωσιές εις τα λιποπετρούντα τοιχία τα πλαγινά, να καρφώση τα σανίδια εις το ελλιπές μέρος της στέγης, να τα επιχρίση με την κονίαν που θα εζύμωνε με τα υλικά που έμελλε να μετακομίση (εκείνη ν' ασβεστώση τους τοίχους ή την θύραν και τα παράθυρα, κι' αυτός ν' αναβή στην στέγην, πατών ως εις σκαλωσιές επάνω εις τα ερειπωμένα και σεισμοπετρούντα τοιχία τα πλαγινά και να την επισκευάση).

Φθάνουν εις τα πρόθυρα του Κάστρου, κάτω εις το βαραθρώδες του χάσματος, κυττάζει η Μαλαμμώ. Τα σανίδια έλειπαν. Έκαμε πολλούς σταυρούς, ηπόρησεν, ηγανάκτησε.

 — Το λοιπόν, πού τάχεις βάλη τα σανίδια; ηρώτησεν ο Πολύζος.

 — Εδώ τα είχα βαλμένα, στο κάτω σκαλοπάτι τ' ακούμπησα.

 — Πού είνε τα, το λοιπόν;

 — Πούν' τα; Να κοπή το χεράκι του όποιος τα πήρε.

 — Δεν σούπα εγώ, βλοημένη, να μην κάνης μισές δουλειές; Ή να καρτερέσης έπρεπε ν' αδειάσω, να τα κουβαλήσουμε το μουλάρι, ή, αφού τάφερες, νάκανες ακόμα έναν κόπον να τα πας ως μέσα στην Εκκλησιά.

 — Και ποιος ξέρει, αν δεν θα τα βρούμε μέσ' στην Εκκλησιά, είπε το Μαλαμμώ με εύκολον θάρρος και προς ιδίαν της παρηγορίαν. Έλα, Χριστέ μου, καμμιά καλή Χριστιανή θα ήρθε χτες-προχτές ν' ανάψη τα κανδήλια, και την εφώτισ' ο Θεός και τα κουβάλησε.

 — Άμποτε!

Ο Πολύζος εξεφόρτωσε τα υλικά από το ζώον, έδεσε το ζώον του, ανέβασε με πολύν κόπον πρώτον τον σάκκον της άμμου, είτα την κοπάναν με τον ασβέστην ανά την υψηλήν φοβεράν σκάλαν, η γυνή ανήλθε με το καλαθάκι της, όπου είχε λάδι, κηρία, ως και μικράν προμήθειαν τροφίμων. Είτα εφορτώθη αυτή τον ασβέστην, ο ανήρ της επήρε την άμμον και το καλαθάκι, υπερέβησαν την σιδηράν πύλην, και εισήλθον εις το παλαιόν έρημον χωρίον. Μετά δέκα λεπτά έφθασαν προ του ναού. Εξεφορτώθησαν, εκάθισαν να ξαποστάσουν. Της εφάνη της Μαλαμμώς ότι ήκουε κάτι ως χαλαράν και άρρυθμον ψαλμωδίαν έσωθεν του ναού. Δεν επίστευσε τ' αυτιά της. Επλησίασεν εις την θύραν, την ώθησεν. Η θύρα ήτο κλεισμένη ένδοθεν. Ηκούοντο τώρα ευκρινέστερον αι άμουσοι ψαλμωδίαι.

 — Ωχ, Θε μου, τι να είνε, είπε το Μαλαμμώ. Έλα, Πολύζο, να ιδής και ν' ακούσης. Η πόρτα είνε κλειδωμένη από μέσα.

Επλησίασεν ο άνθρωπος, έκρουσεν, ώθησεν ισχυρώς. Εις μάτην. Η θύρα ήτο πράγματι μανδαλωμένη.

 — Τι πειρασμός είνε αυτός, έκραξε το Μαλαμμώ, συνάπτουσα τας χείρας. Τα σανίδια λείπουν απ' έξω, η πόρτα της εκκλησιάς κλειδωμένη, κι' ουρλιάσματα άχαρα ακούονται μέσα. Τι νάν' αυτό; Μπαίνουν τάχα και στης εκκλησιές πειρασμικά πράγματα;

Απ' όλον τον ακατάληπτον βόμβον του ήχου του ακουομένου η ακοή των αίφνης διέκρινε δις ή τρις τας λέξεις «Χριστός Ανέστη».

 — Χριστός Ανέστη, επανέλαβεν η Μαλαμμώ. Κι' ακόμα τώρα πέρασε το μεσοσαράκοστο.

Ήτο τωόντι σάββατον της Δ' εβδομάδος των Νηστειών.

 — Μην πηαίνη αλλά φράγκα ούτος που είνε μέσα; είπεν ο Πολύζος.

 — Στοιχειό θα είνε· ξορκισμένος οξαποδώ, απήντησεν η Μαλαμμώ.

 — Κανένας μουρλός θα είνε, είπεν ο Πολύζος. Ας ιδούμε. Μην είν' εκείνος ο Γιάννης της Λέκαινας;

Έκρουσε πάλιν δυνατότερα την θύραν. Είτα ανέβλεψεν ανά τον τοίχον, κ' έδειξεν εις ύψος δύο οργυιών σχεδόν τον μικρόν φεγγίτην με την χρωματιστήν ύαλον, που έφεγγε τον ναόν από την δεξιάν πλευράν.

 — Να μπορούσα ν' ανεβώ 'κεί απάνω, είπεν. Έλα, βόηθα, Μαλαμμώ, να σωρέψουμε πέτρες πολλές, να της στερεώσουμε, για ν' ανεβώ ως εκεί.

 — Δεν φωνάζουμε μια, είπε το Μαλαμμώ, αλλά δεν υπήρξε φωνή και ακρόασις.

Ήρχισαν ν' αποκόπτουν λίθους από τα ερείπια των παλαιών οικιών εδώθεν κ' εκείθεν. Όταν συνέλεξαν λίθους αρκετούς, ήρχισεν ο Πολύζος να τους στοιβάζη εις σωρόν. Πλην τότε παρ' ελπίδα ηκούσθη κρότος μανδάλου ή μοχλίου αποσυρομένου και οξύς γέλως ήχησεν εις το χάσμα της διανοιγείσης θύρας.

Ήτο τωόντι ο Γιάννης του Λέκα. Υπεδέχετο με παιδικούς καγχασμούς την γυναίκα και τον άνδρα της.

 — Α! Εσύ 'σαι λοχεμμένε! είπε η Μαλαμμώ — γιατί δεν ακούς τόσην ώρα που σε φωνάζουμε;

Ο Γιάννης απήντησε διά νέου καγχασμού. Εστράφησαν προς την θύραν, και είδον τα εντός.

Ο Γιάννης είχεν ανάψει διά μαναλίου όλα τ' απόκηρα, όσα είχεν ευρεί εκεί, είχε χύσει το λάδι από τα κανδήλια, είχε κενώσει όλον το λαδικόν, που εύρεν εις το ερμάρι της βορειοδυτικής γωνίας, και είχε κατορθώσει να τ' ανάψη ως πυροφάνι, μόνον δύο κανδήλια εκ των επτά ή οκτώ των προ του Τέμπλου και του προσκυνητηρίου, και ηυφραίνετο ψάλλων το «Χριστός Ανέστη, όπως αυτός ήξευρεν. Είχε βαρεθή την σαρακοστήν, επόθει το Πάσχα, και ήρχισε να το προεορτάζη.

Αφού εγέλασεν αρκετά, η Μαλαμμώ έσβυσε τ' απόκηρα, επροσπάθησε να σκουπίση τα χυμένα λάδια, και είτα εμελέτα ν' αρχίση το ασβέτωμα. Ελησμόνει ήδη τα χαμένα σανίδια. Αλλ' ο Πολύζος είπε:

 — Και πούν' τα σανίδια, Μαλαμμώ;

 — Πούν' τα, μαθές, επανέλαβεν η γυνή.

Τυχαίως και στον βρόντον η γυνή εστράφη προς τον πτωχόν νέον, και τον ηρώτησε:

 — Μην είδες, Γιάννη, τα σανίδια πουθενά;

Ο άκακος νέος απήντησε μόνον:

 — Κουβάλας.

Ο περί ου ο λόγος τωόντι είχε συναντήσει τον Γιάννην κατά την προχθές, την ώραν οπού εκουβάλα τα κλοπιμαία. Του έδωκε δύο ξυλειές ως αρραβώνα, και τον εφοβέρισε να μη μαρτυρήση τίποτε. Ο Γιάννης απήντησε με το παγωμένον γέλοιο του.

Είχε ξεχάσει της ξυλειές, ως και την φοβέραν. Την επαύριον ανεύρε τα κλοπιμαία η Μαλαμμώ.

Η ΑΠΟΣΩΣΤΡΑ


Ότ' είχε βασιλέψ' ο ήλιος. Κατεβαίναμε τo στενό καλδερίμι, τον κατήφορο. Ζερβά μεριά, στο κάτω σκαλοπάτι του παληού σπιτιού του Γιάννου τ' Αγιώτη (μια φορά ήταν του Γιάννου τ' Αγιώτη, όταν ο μακαρίτης εζούσε κ' εμεθούσε ακόμα· τώρα δεν ξέρω πλια τίνος είνε, γιατί πέρασαν τόσα χρόνια!) καθόταν η Μορισώ, το Γιαλινάκι, με τη ρόκα της, με ταδράχτι της, μαζί με δυο άλλες, κι' άλεθε η γλώσσα της. Την στιγμή που περνούσα, άκουσα να πέση μια παροιμία απ' το στόμα της.

 — Τρεις όπ' σ' έχω, άντρα, και τρεις όπ' μ' έχεις έξη· και τρεις του παιδιού, εννιά...

Εκείνο το δειλινό είχε σπαργανίσει, καθώς έμαθον, μία νειόνυφη, η γυναίκα του Κώστα του Μπουλτογιάννη. Έξ εφτά μήνες είχαν περάσει απ' το γάμο. Η θεια Μορισώ εσκολίαζε, τώρα, κατά τον δικόν της τον τρόπο, το 'φταμηνίτικο ή το πρωιμάδι, που είχεν έρθη στον κόσμον αυτόν.

Όλα τα συμβάντα του μικρού χωριού, τα όσα γίνονταν, και τα όσα δεν είχαν γείνη ακόμα, έτσι τα εσκόλιαζε. Δεν άφινε καμμιά κουβέντα, κανένα μαντάτο, κανένα «λακριντί», που να μην τ' αποσώση. Μ' αυτά, και με τη ρόκα της, περνούσε την ώρα της, κ' έκανε να περάσουν και των άλλων γυναικών η ώρες. Αλλοιώς, τι θα γινότανε, 'ς αυτόν τον παληόκοσμο;

Παραπονεμένη, πολύπαθη γυναίκα! Ο σχωρεμένος, ο άντρας της, πέθανε, ο αδιαφόρετος, και της άφησε τρία παιδιά. Ο γυιός της ο μεγάλος, από τριάντα χρόνια τώρα, είχε πάρη μαύρα πέλαγα. Άμορος είχε γείνη, και δεν ακούστηκε πλια. Ο άλλος, ο μικρός, ακουγόταν ακόμα κάποτε· ήτον στην Αμέρικα χρόνια, της έγραφε πως θάρθη, και δεν ερχότανε. Την κόρη της, την είχε καλοπαντρέψη, μα δεν είχε τύχη να ζήση· πέθανε στη γέννα, και το παιδί έζησε ως που ν' αποκτήση το δικαίωμα ο πατεριασμένος του να κληρονομήση τα προικιά, κ' ύστερα, στους πέντε μήνες, ξαναπαντρεύτηκε· αυτός ήταν ο μεγαλείτερος καϋμός της θεια- Μορισίνας!

Για να μαλακώση, η ταλαίπωρη, τον πόνο της, έκαμε στην αρχή να πέση στα θεία και σε αγαθοεργίες. Θέλησε να πάρη ψυχοκόριτσο έν' αρφανό, πού κανείς δεν ήξερε τον πατέρα του. Επειδή όμως ήτον πολύ αράθυμη, και όταν θα θύμωνε, θα φώναζε το κορίτσι «μπαστάρδικο!», για να μην κολάζη την ψυχή της, έκαμε καλύτερα να το διώξη, ύστερ' από τρεις 'μέραις αφού το πήρε στο σπίτι της.

Καμπόσες φορές είχε κάμη κόλλυβα και λειτουργιές για τους πεθαμμένους. Ύστερ' απ' ολίγο, τα έφερε ο διάολος να μαλλώση με τον ένα, έπειτα με τον άλλον, παπά της Εκκλησιάς· τότε κι' αυτή, για να μην τους τα χαραμίζη, και κολάζη την ψυχή της, έπαψε της προσφορές και τα μνημόσυνα.

Μόνο επήγαινε ακόμα στην Εκκλησιά, κ' εκολλούσε κεράκια στους Αγίους. Ύστερα, επειδή μέφτηκε τον επίτροπο, πως έκλεψε τάχα απ' το παγγάρι, έπαψε ν' αγοράζη απ' την Εκκλησιά, κ' έπαιρνε απ' τον μπακάλη. Έπειτα ο παπάς, οπού δε τάχε ακόμα καλά μαζί της, της είπε να μη φέρνη νοθεμμένα κεριά, μόνε να ψωνίζη απ' το παγγάρι. Τότε κι' αυτή έπαψε να κολλά κεριά.

Ωστόσο, επήγαινε ακόμα στην Εκκλησία. Ύστερα, επειδή έβλεπε καμπόσες γυναίκες, οπού αυτή της είχε για κλεφτρίνες και για «παστρικές», να έρχωνται κοντά στο στασίδι που ακουμπούσε, και να κάνουν μακρινούς σταυρούς και στρωτές μετάνοιες, σκανδαλίσθηκε, και δεν επατούσε πλια στην Εκκλησιά, για καμπόσον καιρό.

Τόσο κακότυχη που έμεινε, για να έχη μια παρηγοριά στη μονοτονία της ζωής της, αποφάσισε και δεύτερη φορά να πάρη ένα ψυχοπαίδι, που να είνε από μάννα και πατέρα, για να μην την βάζη ο πειρασμός, στο θυμό της απάνω, να το φωνάζη μπάσταρδο. Ηύρε, αλήθεια, ένα ορφανό, που ήτον κι' από μακρινή γενιά της. Το πήρε, το ανάθρεψε, το μεγάλωσε. Κείνο βγήκε πολύ θεληματάρικο, απαιτούσε πάντοτε «το δικό του να γένη». Αυτή ήτον πολύ αψίθυμη, και δεν έκαναν καλό χωριό οι δυο τους. Τέλος, το παιδί μπαρκάρησε, «πήρε τα μάτια του κ' έφυγε», και τον δεύτερο χρόνο επνίγη μ' ένα καΐκι που αρμένιζε. Και πάλι η θεια Μορισίνα απέμεινεν έρμη και μοναχή.

Και τώρα εγήραζε, κ' εδιψούσε για συντροφιά, μέσα στους τέσσερες τοίχους του σπιτιού της. Αυτήν τη φορά, την ορμήνεψαν να μην πάρη πατριωτάκι, μα ξένο, για να μη λάβη θάρρος μαζί της. Επήρ' ένα κορίτσι από ξένα μέρη, απ' τη στεριά την αντικρινή, φτωχό, έρμο και σκοτεινό. Το ανάστησε, το πόνεσε, το μεγάλωσε. Αυτό, σαν έγεινε δεκαπέντε χρόνων, αγάπησ' ένα νέον στη γειτονιά και μια βραδειά, τη σαρακοστή, όταν η ψυχομάννα της ήτον στην Εκκλησιά (γιατί είχε ξαναρχίσει, φυσικά, να πηγαίνη, επειδή δεν υπόφερνε να τήνε λένε «ξεχωρισμένη» κι' «αλιβάνιστη») έμπασε τον αγαπητικό στο σπίτι, κ' έκαμε αρρεβώνα μαζί του. «Ή θα με πάρης, ή θα χαθώ».

Η ψυχομάννα λύσσαξε, σκύλιασε, απ' το κακό της. Της ήρθεν, ευθύς, να την πετάξη όξω, αφού την γδύση, και να την αφήση με το πουκάμισο. Εδώ «τα ηύρε σκούρα». Οι δικολάβοι, όπου δεν λείπουν από κανένα μικρό χωριό, υπερασπίστηκαν τη νέα, και την εσυμβούλεψαν να μην κουνηθή από το σπίτι. Η θεια το Γιαλινάκι επήγε 'ς ένα ξάδερφό της, που ήτον κάπως μεγάλος και τρανός, ανώτερος υπάλληλος του Κουβέρνου, κι' αυτός την ορμήνεψε να βάλη μαστόρους να ξεσκεπάσουν το σπίτι, για να την αφήση να πεθάνη απ' το κρύο, κι' από το άλλο μέρος, να του κάμη το σπίτι απάνω του, οικονομικά, καθώς το ξανάλεγε ύστερα η θεια Μορισίνα. Αληθινά, χωρίς να το καλοσυλλογιστή, με βία, επήγε και του έκαμε το έγγραφο το «οικονομικό», κ' έβαλε δύο μαστροχαλαστήδες μισομεθυσμένους, ένα κοντόγιορτο, κι' άρχισαν να κατεβάζουν τα κεραμίδια...

Τότε, άξαφνα, την επήρε το παράπονο, κόπηκε η καρδιά της, κι' άρχισε να χύνη τόσα δάκρυα απ' τα μάτια της, ως να είχε μέσα της ολάκερη στέρνα βουλλωμένη, που δεν είχε δουλευτή ποτέ, και τώρα μόνο άρχισε να ξεχειλίζη. Λοιπόν, το μετανόησε, έτρεξε στον εξάδερφό της, και τον επαρακάλεσε να της χαλάση το έγγραφο το «οικονομικό». Ο ξάδερφος όμως δεν φαίνεται να είχε πολλά υγρά μέσα του· αρνήθηκε, σκληρύνθηκε, κ' είπε πως το σπίτι ήτον δικό του...

Αφού είδε κι' αποείδε, η γρηά Μορισίνα, ότι καμμιά δουλειά, κανένα έργο, ό,τι κι' αν είχε καταπιαστή, δεν της εβγήκε σε καλό τέλος, στα υστερνά της βάλθηκε κι' αυτή ν' αποσάνη της κουβέντες, τα μαντάτα, και της δουλειές των αλλονών. Κ' επέρναε τον καιρό της να κρένη και να ξεστομίζη σκόλια για κάθε τι. Η μεγαλείτερη δουλειά της ήτον να λέη τραγουδάκια, να βγάζη παραγκόμια για τον καθένα.

Άμα έβγαινε το πουρνό απ' την Εκκλησιά, από τη στερνή φορά που είχε ξαναρχίσει να πηγαίνη, το έστρων' εκεί στα σκαλοπατάκια, όχι μακριά απ' το σπίτι της, κ' έπιανε λακριντί με της γειτόνισσες. Της καθημερινές έκανε και τη ρόκα της, εδούλευε κ' η γλώσσα της, σαν να έκαναν ζευγάρι τα δυο. Της Κυριακές, που έβλεπε και πλειότερον κόσμο (γιατί το στερνό κατηφορικό καλδερίμι ήτον πρώτο σοκάκι κατά το γιαλό, δίπλα στην πιάτσα) άλεθε το διπλό η γλώσσα της.

Αν έβλεπε κανένα μαραγκόν του ταρσανά στολισμένον, με γαλάζια γιαλιστερή βράκα, με το φέσι κατακόκκινο, και μακριά φούντα, έλεγε: «Κόρδα και φούντα, και τάσπρα, πούν' τα;»

Αν επερνούσε καμμιά νειόνυφη, με ολόχρυσα κεντήματα και ποδογύρια, που η κορμοστασιά της δεν της εφαίνοταν τόσο νόστιμη: «Τι τέμπλα, τι ανέμη, θα 'πω; κουρμαντέλα, να μην αβασκαθή, το κορμί της!..»

Αν ήτον κοντή και χωρίς μέση: «Τι κουβάρι είν' τούτο, μαθές; πώς δεν την εξεδίπλωσε η μάννα της; ...»

Αν ήτον καμμιά ψηλή κ' άγαρμπη: «Δε σας φαίνεται σα μανάλι με τη λαμπάδα σπασμένη.... που το πάει ο μπάρμπ' Αναγνώστης μπροστά απ' τον παπά, που θα πη το «Σοφία, ορθοί»;

Αν έβλεπε κανένα κορίτσι πολύ μαυρειδερό: «Την επάτησε στην μπογιά ου Άραμ 'ς (παραγκώμι ενός βαφειά του τόπου).

Αν επερνούσε κανένα ψηλό υποκείμενο: «Νύχτωσε, και δεν πρόφτασε να χτίση άλλο μισό. Χρειάζεται σκαλωσιά να βάλη ο Αριφός (παρατσούκκλι του πρωτομάστορη, που σκάρωνε τα καράβια).

Καμπόσων ανθρώπων τη ζωή και τα πάθια τάπαιρνε «κουτουριάρικα», και τάχε σχεδόν μονοπώλιο, η γρηά Μορισίνα. Εκείν' η παροιμία που ακούσαμε απ' το στόμα της: «Τρεις οπ' σ' έχω...κτλ.», ήτον μόνο συνέχεια χωρίς τέλος. Ένα χρόνο πριν, όταν είχε γείνη ο αρρεβώνας, του ίδιου ταντρόγυνου, είχε 'πή: «Τα όρνια παντρεύουνται, και τα στοιχειά βλογιούνται.... »

Μια βραδειά, προ χρόνων, όταν είχε βγη περίπατο ένα ζευγάρι αρρεβωνιασμένων, οπού η μανάδες και των δυο κάτι παληά ψεγάδια είχαν, φαίνεται, στην υπόληψί τους, η γρηά έξαφνα είχε ξεφωνίση:

 — Τι ταιριασμένο αντρόγυνο, να σ' πω!

 — Σε τι είνε ταιριασμένο, θεια Μορισώ; την ερώτησαν.

 — Να, πλειά π......ς γυιός, και π.....ς θυγατέρα· απήντησεν η γερόντισσα.

Μια χρονιά, είνε τώρα πολύς καιρός, ο καινούριος δήμαρχος που είχε γείνη στο χωριό, θέλοντας να νεωτερίση, ξώδεψε ολίγες χιλιάδες του Δήμου του φτωχού, για να κάμη λέει, «αρτεσιανά φρέατα».

Ύστερ' απ' ολίγους μήνες, τα ψευτοπήγαδα χάλασαν, κ' έγειναν άχρηστα. Η θεια Μορισίνα πήγ' ένα βράδυ να γεμίση το κανατάκι της 'ς έν' απ' αυτά, και δεν ηύρε νερό στάλα.

 — Παλαβώσανε και τα φτιάσανε, παλαβώσανε και τα χαλάσανε, είπε.

Θαρρώ πως αυτό ήτον το απόφθεγμά της το τελευταίο. Ύστερ' απ' ολίγο σχωρέθηκε.

ΤΕΛΟΣ

ΜΕΤΑΦΡΑΣΜΕΝΟΙ από όλους τους λαογράφους μας
ΟΛΟΙ ΟΙ ΑΡΧΑΙΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ
εις 120 τόμους δεμένους αξίας δραχ. 315 με 10 Δραχ. κατά μήνα
ΕΞΕΔΟΘΗΣΑΝ

ΑΙΣΧΥΛΟΥ

Πέρσαι, Μετάφρ. Ιωάννου Ζερβού 1.50
Αγαμέμνων, Μετάφρ. Ι. Γρυπάρη 1.50
Ευμενίδες, Μετάφρασις Ιω. Γρυπάρη 1.50
Χοηφόροι, Μετάφρ. Ιω. Γρυπάρη 1.50
Προμηθεύς Δεσμώτης, Μετ. Ι. Ζερβού 1.50
Επτά επί Θήβας, Μετ. Ιω. Γρυπάρη 1.50
Ικέτιδες, Μετάφρ. Μ. Αυγέρη 1.50

Ολόκληρος ο Αισχύλος εις 7 τόμους 10.50

ΣΟΦΟΚΛΕΟΥΣ

Αντιγόνη, Μετάφρ. Κ. Χρηστομάνου 1.50
Τραχίνιαι, Μετάφρ. Α. Καμπάνη 1.50
Οιδίπους Τύραννος, Μετ. Α. Καμπάνη 1.50
Φιλοκτήτης, Μετάφρ. Α. Καμπάνη 1.50
Αίας, Μετάφρασις Κ. Βάρναλη 1.50
Ηλέκτρα, Μετάφρ. Μ. Αυγέρη 1.50
Οιδίπους επί Κολ. Μ. Ηλ. Βουτιερίδου 1.50

Ολόκληρος ο Σοφοκλής εις 7 τόμους 10.50

ΕΥΡΙΠΙΔΟΥ

Ιφιγένεια η εν Ταύρ. Μτ. Κυπαρίσση 1.50
Ιππόλυτος ο Στεφαν. Μτ. Α. Τανάγρα 1.50
Φοίνισσαι, Μετάφρ. Ν. Ποριώτη 1.50
Άλκηστις, Μετάφρ. Γ. Τσοκοπούλου 1.50
Βάκχαι, Μετάφρ. Κ. Βάρναλη 1.50
Μήδεια, Μετάφρ. Α. Τανάγρα 1.50
Ικέτιδες, Μετάφρ. Ν. Ποριώτη 1.50
Κύκλωψ, Μετάφρ. Γ. Τσοκοπούλου 1.50
Ίων, Μετάφρ. Π. Δημητρακοπούλου 1.50
Ανδρομάχη, Μετάφρ. Γ. Τσοκοπούλου 1.50
Ηλέκτρα, Μετάφρ. Α. Τανάγρα 1.50
Ηρακλής μαινόμενος, Μετ. Κ. Βάρναλη 1.50
Ιφιγένεια η εν Αυλίδι, Μτ. Ι. Φραγκιά 1.50
Ηρακλείδαι, Μετάφρ. Κ. Βάρναλη 1.50
Ρήσος, Μετάφρασις Α. Καμπάνη 1.50
Ελένη, Μετάφρασις Α. Καμπάνη 1.50
Ορέστης, Μετάφρ. Ιω. Ζερβού 1.50
Εκάβη, Μετάφρασις Ν. Ποριώτη 1.50
Τρωάδες, Μετάφρασις Α. Καμπάνη 1.50

Ολόκληρος ο Ευριπίδης εις 19 τόμους 23.50

ΘΕΟΚΡΙΤΟΥ

Ειδύλλια, Μετάφρασις Ιω. Πολέμη 2.

ΟΜΗΡΟΥ

Ιλιάς, Μτ. έμμετρ. Ι. Ζερβού, τόμ. 6 6.
Οδύσσεια, Μτ. έμμ. Ι. Πολυλά, τόμ. 6 6.

ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΟΥΣ

Εκκλησιάζουσαι, Μτ. Π. Δημητρακοπ. 2.
Όρνιθες, Μετ. Π. Δημητρακοπούλου 3.
Βάτραχοι, Μετ. Π. Δημητρακοπούλου 5.
Λυσιστράτη, Μετ. Π. Δημητρακοπούλου 2.
Νεφέλαι, Μετ. Π. Δημητρακοπούλου 2.
Αχαρνής, Μετάφρ. Μ. Αυγέρη 2.50.
Ιππής, Μετάφρασις Μ. Αυγέρη 2.50.
Σφήκες, Μετάφρασις Μ. Αυγέρη 2.50.
Ειρήνη, Μετάφρασις Μ. Αυγέρη 2.50.
Πλούτος, Μετάφρασις Μ. Αυγέρη 2.50
Θεσμοφοριάζουσαι, Μετ. Μ. Αυγέρη 2.50.

Ολόκληρος ο Αριστοφάνης εις 11 τόμ. 27.

ΞΕΝΟΦΩΝΤΟΣ

Απομνημονεύματα, Μετ. Κ. Βάρναλη 2.50
Κύρου Ανάβασις, Μ. Δ. Αναστασ. τόμ. 2 5.

ΘΕΟΦΡΑΣΤΟΥ

Χαρακτήρες, Μετάφρ. Μ. Σιγούρου 1.

ΘΟΥΚΥΔΙΔΟΥ

Πελοπονν. πόλεμ. Μτ. Ι. Ζερβού, τ. 4 10.

ΛΟΥΚΙΑΝΟΥ

Άπαντα, Μτ. Ιω. Κονδυλάκη, τόμ. 6 13.

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΟΥΣ

Αθηναίων Πολιτεία, Μετ. Ιω. Ζερβού 3.
Ηθικά Νικομάχεια, Μετ. Κ. Ζάμπα 5.
Περί ψυχής, Μετάφρ. Π. Γρατσιάτου 3.
Μικρά Φυσικά, Μετ. Π. Γρατσιάτου 3.

ΔΗΜΟΣΘΕΝΟΥΣ

Οι Τρεις Ολυνθιακοί, Μτ. Ν. Γκινοπούλ. 1.
Ο περί στεφάνου λόγος, Μ. Γκινοπούλ. 2.
Οι τέσσαρες φιλιππικοί, Μτ. Γκινοπούλ. 1.50.

ΠΛΑΤΩΝΟΣ

Ευθύφρων, Μετ. Αλ. Μωραϊτίδου 1.20
Απολογία Σωκράτ. Μτ. Α. Μωραϊτίδου 1.50
Κρίτων, Μετάφρ. Ν. Γκινοπούλου 0.80
Φαίδων, Μετάφρ. Αρ. Χαροκόπου 2.50
Κρατύλος, Μετάφρασις Κ. Ζάμπα 2.50
Θεαίτητος, Μετάφρασις Κ. Ζάμπα 3.
Σοφιστής, Μετάφρασις Κ. Ζάμπα 2.50
Πολιτικός, Μετάφρασις Κ. Ζάμπα 2.50
Παρμενίδης, Μετάφρ. Π. Γρατσιάτου 2.
Φίληβος, Μετάφρασις Κ. Ζάμπα 2.50
Συμπόσιον, Μετ. Ν. Κουντουριώτου 2.50
Φαίδρος, Μετάφρασις Κ. Γούναρη 2.
Αλκιβιάδης Α' και Β', Μτ. Καζαντζάκη 2.50
Ίππαρχος Αντερασταί, Μετάφρασις Κ. Κωνσταντινίδου 0.80
Χαρμίδης, Μετάφρασις Α. Καμπάνη 0.80
Λάχης, Μετάφρασις Α. Καμπάνη 1.
Λύσις, Μετάφρασις Α. Καμπάνη 0.80
Ευθύδημος, Μετάφρ. Ιω. Γρυπάρη 1.50
Πρωταγόρας, Μετάφρ. Α. Χαροκόπου 2.
Γοργίας, Μετάφρ. Αλ. Φιλαδελφέως 3.
Μένων, Μετάφρ. Χ. Παπαντωνίου 1.50
Ιππίας μείζων και ελάσσων, Μτ. Ζάμπα 2.50
Μενέξενος, Μετάφρ. Ιω. Ζερβού 1.
Πολιτεία, Μετ. Ιω. Γρυπάρη, τόμοι 2 6.
Τίμαιος, Μετάφρ. Π. Γρατσιάτου 3.
Κριτίας, Μετάφρ. Α. Χαροκόπου 1.
Νόμοι και Επινομίς, Μετ. Ζάμπα, τόμ. 2 8.
Ερυξίας Αξίοχος Αλκυών, Μτ. Μάνεση 1.
Δημόδοκος Σίσυφος Κλειτοφών Ίων Μίνως, Μετ. Ν. Καζαντζάκη 2.
Θεάγης περί Δικαίου περί Αρετής, Μετάφρασις Λιμπεροπούλου 0.80
Επιστολαί και Όροι, Μετ. Κ. Ζάμπα 2.

Ολόκληρος ο Πλάτων εις 38 τόμους 65.70.

ΗΡΟΔΟΤΟΥ

Μούσαι, Μετ. Α. Σκαλίδου, τόμ. 4 12.

ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΥ

Βίοι Παράλληλοι, Μτ. Α. Ραγκαβή, τ. 10 30.

ΕΠΙΚΤΗΤΟΥ

Εγχειρίδιον, Μετ. Α. Καμπάνη 0.80.

ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΦΕΞΗ
Εκδιδομένη υπό την διεύθυνσιν του Δρος Ι. ΖΕΡΒΟΥ


G. d'Annunzio

Όνειρον εαρινής πρωίας (έκδοσις επί κοινού χάρτου). 0.60.

Ed. de Amicis

Σκηναί τον στρατιωτικού βίου. 2.

Σ. Βασιλειάδου

Αττικαί νύχτες 6.

Αρ. Βαλαωρίτου

Έργα. (έκδοσις επί κοινού χάρτου) 5.

Γ. Βιζυηνού

Το αμάρτημα της μητρός μου. 3.

G. Chantepleure

Τα Ιωάννινα πολιορκημένα 3.

W. Goethe (Γκαίτε)

Φάουστ. Μετ. Μ. Αυγέρη 4.
Βέρθερος. (έκδοσις επί κοινού χάρτου) 2.

Ειρ. Π. Δημητρακοπούλου

Η Υιοθετημένη. Μυθιστόρημα 3.

Η. Van Dyke

Διηγήματα. Μετ. Α. Μαρπουτσόγλου 2.50.

Emerson

Λόγια τον κόσμου. Μετάφρασις Θ. Χ. Φλωρά. 3.

Η. Eckermann

Συνομιλίαι Έκκερμαν με τον Γκαίτε. Μετ. Ν. Καζαντζάκη. 3.
Επικτήτου Έγχειρίδιον. Μετ. Α. Καμπάνη. 0.80.

Αρ. Εφταλιώτη

Νησιώτικες Ιστορίες 3.

G. Flaubert

Ο πειρασμός του Αγ. Αντωνίου. Μετ. Κ. Βάρναλη. 3.

Ιω. Ζερβού

Μύθοι της Ζωής 3. Ιστορία της ιδέας. Γαβατάμας Αστάρης 4.

Ε. Zola

Η Ταβέρνα. Μετ. Χ. Νεοκλέους. (έκδοσις επί κοινού χάρτου) 4.50.
Η Γη. Μετ. Μπ. Αννίνου. (εκδ. επί κοινού χάρτου) 4.50

Λουκίας Ζαδέ

Όταν ήμουν στον πόλεμο 1.50.

Γ. Ζαλοκώστα

Τα άπαντα (εκδ. επί κοιν. χάρτου). 3.50.

Θεοφράστου

Χαρακτήρες. Μετ. Μ. Σιγούρου. 1.

Θεοκρίτου

Ειδύλλια. Μετ. Ιω. Πολέμη 2.

V. Hugo

Φιλοσοφία και Φιλολογία. Μετ. Γερ. Βουτσινά 2.50.

Η. Ibsen (Ίψεν)

Οι βρυκόλακες. (έκδοσις επί κοινού χάρτου) 1.
Το σπίτι της κούκλας. (έκδοσις επί κοινού χάρτου) 1.40.

Ν. Καρβούνη

Ο πόλεμος Ελλάδος και Βουλγαρίας 4.

Ι. Κονδυλάκη

Ο Πατούχας. 3.

Διον. Κοκκίνου

Γρίμποβο, Μπιζάνι, Γιάννενα 3.

Ανδρ. Κάλβου

Η Λύρα.2.

P. Calderon

Ο Αλκάδης της Θαλαμέας.(έκδοσις επί κοινού χάρτου) 1.
Το στοιχειό. (επί κοινού χάρτου). 1.

Δ. Καμπούρογλου

Αναδρομάρης.3. Θρύψαλα.2.

Λουκιανού

Άπαντα. Τόμ. 6. Μετ. Ιω. Κονδυλάκη.18.

G. Leopardi

Ηθικά έργα. Μετ. Α. Καμπάνη. 3.