WeRead Powered by ReaderPub
Η χολεριασμένη: Τα μετά θάνατον cover

Η χολεριασμένη: Τα μετά θάνατον

Chapter 5: ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΦΕΞΗ 1912
Open in WeRead

Explore more books like this:

About This Book

A narrator recounts an epidemic through the eyes of a young married woman who becomes gravely ill and is abandoned by her husband and family; weakened and desperate for water, she scavenges, eats quince to stave off thirst, and reaches a church where an elderly nun offers her a little water. Inside the church she recognizes her husband and relatives baptizing an infant and preparing to depart with a carriage; she presses the few coins she has to the coachman to secure passage and be taken with them. The story contrasts personal abandonment and fear with small acts of compassion, exploring how social obligation, survival instincts, ritual, and poverty intersect during communal crisis.

The Project Gutenberg eBook of Η χολεριασμένη: Τα μετά θάνατον

This ebook is for the use of anyone anywhere in the United States and most other parts of the world at no cost and with almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included with this ebook or online at www.gutenberg.org. If you are not located in the United States, you will have to check the laws of the country where you are located before using this eBook.

Title: Η χολεριασμένη: Τα μετά θάνατον

Author: Alexandros Papadiamantes

Release date: August 5, 2010 [eBook #33354]
Most recently updated: January 25, 2021

Language: Greek

Credits: Produced by Sophia Canoni and George Canonis

*** START OF THE PROJECT GUTENBERG EBOOK Η ΧΟΛΕΡΙΑΣΜΈΝΗ: ΤΑ ΜΕΤΆ ΘΆΝΑΤΟΝ ***

Note: The tonic system has been changed from polytonic to monotonic. The spelling of the book has not been changed otherwise. Square brackets [] or question mark indications (;) of the original have been kept. Some footnotes have been placed at the end of the book.

Σημείωση: Το τονικό σύστημα έχει αλλάξει από πολυτονικό σε μονοτονικό. Η ορθογραφία του βιβλίου κατά τα άλλα παραμένει ως έχει. Οι αγκύλες [] και τα ερωτηματικά (;) είναι του πρωτοτύπου. Ορισμένες υποσημειώσεις του βιβλίου έχουν τεθεί στο τέλος του.



ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΗ
ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ
ΦΕΞΗ

Α. ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ

ΤΑ ΜΕΤΑ ΘΑΝΑΤΟΝ

Η ΧΟΛΕΡΙΑΣΜΕΝΗ

ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ                  
ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΦΕΞΗ    
1912                          

Σ Η Μ Ε I Ω Σ I Σ


Εις τον παρόντα τόμον των διηγημάτων του Παπαδιαμάντη, πλην δύο δημοσιευμένων ζώντος αυτού, όλα τάλλα είναι ανέκδοτα και προσχέδια διηγημάτων κατά το μάλλον ή ήττον πλήρη, ευρεθέντα υπό της οικογενείας του μετά τον θάνατόν του.

Και εμψυχώνονται μεν αι ασυμπλήρωτοι αυταί συνθέσεις από την έμπνευσιν και την γοητείαν, την χαρακτηριστικήν των ωρίμων έργων του μεγάλου διηγηματογράφου, έχουν όμως και ένα ιδιαίτερον αισθητικόν θέλγητρον, το ότι μας παρουσιάζουν τον τρόπον της εργασίας του, την αφανή επιμέλειάν του περί την σύνθεσιν και μάλιστα την φροντίδα του διά την διατύπωσιν της αφηγήσεως, όπως π. χ. εις το δεύτερον της σειράς, «Ο γάμος του Καραχμέτη», που αρχίζει κατά δύο παραλλάσσοντας τρόπους.

Εκρίναμεν ότι έπρεπε να δημοσιευθούν τα ΤΑ ΜΕΤΑ ΘΑΝΑΤΟΝ αυτά έργα, όπως ευρέθηκαν, έστω και αν προδήλως υπάρχει ενίοτε εις αυτά λέξις ή φράσις αλλοιώσιμοι ή πλεονάζουσαι. Και τούτο διά τον αυτόν λόγον, που μας επέβαλε την έκδοσιν όλων ανεξαιρέτως των δημιουργικών συνθέσεων του Παπαδιαμάντη και όχι κατ' εκλογήν, η οποία προκειμένου περί πρώτης μετά θάνατον εκδόσεως των έργων μεγάλου συγγραφέως θα ήτον ασέβεια και αυθαιρεσία προς αυτόν και προς το κοινόν. — Αι κατ' εκλογήν εκδόσεις, σύμφωνα με την παντού ισχύουσαν φιλολογικήν συνήθειαν και την ουχί παραδοξολόγον αλλ' εμβριθή κριτικήν, γίνονται αργότερα, όταν η γνώσις των έργων και η έκτίμησις του συνόλου της παραγωγής ενός συγγραφέως διαδοθούν και παγιωθούν εις την εθνικήν ή και μάλιστα την διεθνή φιλολογικήν συνείδησιν.

I. Ζ.

Η XOΛEPΙΑΣΜEΝH


Την κατωτέρω διήγησιν, καθώς και μίαν άλλην, επιγραφομένην «το Θαύμα της Καισαριανής», ήκουσα εκ στόματος της παθούσης, ήτις είνε η κυρά Ρήνη Ελευθέραινα, του ποτέ Ροδίτη, σεβασμία γερόντισσα Αθηναία.

«Με είχαν παρατήσει όλοι οι δικοί μου, ο άνδρας μου, όπως κι' ο αδερφός μου...Είχα πανδρευθή μικρή, μ' αυτόν τον μπάρμπα-Λευθέρη, που βλέπεις που κοντεύει τώρα τα ογδονταπέντε. Θα ήτον ως είκοσι χρόνια μεγαλείτερος από μένα.

Τόσο μικρή και τόσο άκακη και άγνωστη ήμουν, κορίτσι δεκατριών χρονών. Εκείνος μ' έπαιρνε στα γόνατά του και μ' εφίλευε καραμέλες. Θα ήταν τριαντάρης τότε. Εγώ ούτε ιδέαν είχα απ' αυτά τα πράγματα.

Σαν ήρθε η φοβερή χρονιά, που έφερε την κατοχή των Αγγλογάλλων και τη χολέρα, που βάσταξε τρεις μήνες κ' έπαψε την ημέρα του Αγίου Φιλίππου, ύστερα από μεγάλη λιτανεία και δέησι που έκαμε ο λαός με τους παπάδες, με τα εικονίσματα, με Σταυρούς και με ξεφτέρια, κ' οι Αγγλογάλλοι φοβέριζαν τον βασιληά μας, τον Όθωνα, κ' εκείνος ήτον κλεισμένος στο Παλάτι, — μόνο για να παρηγορή τον λαό έβγαινε — και δεν το κούνησε από την Αθήνα, μ' όλη τη χολέρα και το θανατικό. Κ' έβγαιναν τον ανήφορο οι Αγγλογάλλοι, πλήθος πολύ, καβαλλαρία, Δραγώνοι τους λέγανε, και φαντάροι, που φορούσαν κάτι πουτούρια και τους λέγανε Ζουάβους· κι' άλλοι με κατακόκκινες γιακέταις, κάτι φοβεροί, θεόρατοι, άνδρες ως 'κεί 'πάνω, με άντζες γυμνές, που φορούσαν κάτι σαν φουστανέλλες· κ' έβγαιναν κατά την πλατέα κ' εφοβέριζαν τον Όθωνα. Κι' όσο τον εφοβέριζαν οι Αγγλογάλλοι, τόσο τον αγαπούσε ο λαός. Κι' ο βασιληάς επονούσε το λαό κ' εσκορπούσε ελέη και ψυχικά πολλά απ' το Παλάτι.

Σαν ήρθε η χρονιά εκείνη, εμείς ήμαστε πανδρεμμένοι τρία χρόνια μπροστήτερα. Ο μπάρμπα-Λευθέρης με της καραμέλες με είχε καταφέρει. Θα ήμουν δεκαπέντε, ας ήμουν το πολύ δεκάξη χρονών, όταν έγεινε η στεφάνωσι. Εκείνος θα ήτον παραπάνω από τριάντα.

Τότε, σαν ήρθε το κακό, χολεριάσθηκα κ' εγώ. Είχα γεννήσει ολίγους μήνες μπροστά τη μοναχοκόρη, την Κατήγκω μου, αυτή που βλέπεις. Σαν μ' έπιασαν οι εμετοί και τα άλλα συμπτώματα, Θεός να φυλάη — μακρυά από σας — ο Λευθέρης, αυτός που βλέπεις, μ' απαράτησε κ' έγεινε άφαντος. Πέρασαν πολλές ώρες και δεν εφάνη. Ο αδερφός μου ο Θύμιος, κι' αυτός, ούτε θέλησε να με ζυγώση.

Εκαθόμουν στην ενορία των Αγίων Αποστόλων, σ' ένα στενό σοκάκι, στην Ακρόπολι αποκάτω. Είχα το παιδί στην κούνια κ' έκλαιε. Εγώ υπόφερνα απ' τους πόνους της αρρώστειας κ' εδίψαγα φοβερά.

Εφώναζα νάρθη κανένας. Εζητούσα ένα ποτήρι νερό για έλεος. Κανένας δεν ήρχετο. Η γειτόνισσες, άλλες είχαν φύγει, με την ώρας τους, στην εξοχή, κι' άλλες έκαναν τον κουφό και δεν άκουαν.

Μόνον ένας γείτονας, ο κυρ Μικέλης ο Φλουδάκης, πέρασε το χέρι του απ' το παραθυράκι και μου έρριξε δέκα σβάντζικα. Εγώ του φώναζα να μου φέρη νερό. Αλλά μου είπε, δεν είχε, κ' έφυγε. Ή δεν είχε αληθινά, ή φόβος τον έπιασε και δεν ήθελε ν' αργοπορήση σιμά μου, μην κολλήση.

Καλά και τα δέκα σβάντζικα. Λεφτό δεν είχα. Μα ευχαρίστως θα έδιδα τα δέκα σβάντζικα, για να μου έφερνε κανείς ένα ποτήρι νερό.

Μια αρμάθα κυδώνια είχα κρεμασμένη στον τοίχο απ' έν' αραφάκι. Σηκώθηκα, επήρα ένα και το μάσησα, για να ξεδιψάσω. Ύστερα, σαν καλλίτερα μου φάνηκε να ήταν ψημένα. Έκαμα κουράγιο, άναψα φωτιά κ' έψησα δυο-τρία και τάφαγα.

Είχα κουράγιο. Η καρδιά μου γερή. Ο εμετός μου είχε πάψει από ώρα.

Σαν είχα φάγει τα κυδώνια, μου φάνηκε πως μου εκόπη κάπως η δίψα. Ύστερα πάλι εδίψασα χειρότερα.

Σηκώθηκα, κ' εβγήκα έξω. Έκαμα ολίγα βήματα στο σοκάκι. Η γειτονιά έρημη. Ο κόσμος είχε φύγει. Αυλόπορτες κλεισμένες. Παράθυρα κλειδομανταλωμένα. Ψυχή δεν εφαίνετο πουθενά.

Επήγα παραπέρ' ακόμα. Ήξευρα πως ήτον μια βρύσι κάπου εκεί. Έφτασα, με μεγάλη αδυναμία, με κομμένα γόνατα. Ξέστρηψα με κόπο την κάνουλα της βρύσης. Ω! συφορά μου! το νερό είχε κοπή.

Σηκώνουμαι, σέρνουμαι ακόμα παραπέρα... Δεν θυμάμαι αν είχα πάρει μαζί μου το κορίτσι μου από την κούνια...»

Εδώ η αφηγουμένη διεκόπη, και προσεπάθει ν' αναπολήση. Είτα επανέλαβε·

«Ναι... όχι, δεν το πήρα μαζί μου... Είχα βγη έξω για προσωρινά. Το ένα πρώτο για να βρω νερό κ' έπειτα με την ελπίδα ν' απαντήσω κανένα γνώριμο... να τον αρωτήσω αν είδε τον άνδρα μου πουθενά. Χωρίς άλλο, είχα σκοπό να γυρίσω πίσω στο σπιτάκι μου.

Επήγα παραπέρ' απ' τη βρύσι, που δεν είχε νερό. Εκεί ακούω σαν μουρμουρητό, σαν σιγανή ψαλμωδία. Έφτασα απ' έξω απ' τους Αγίους Αποστόλους. Βλέπω μια μικρή καρρότσα, με τ' αλογάκια της, που έστεκε παρέκει, σε μια γωνιά του δρόμου.

Η πόρτα της εκκλησιάς ήτο ανοικτή. Βλέπω μια γρηά. Ήτον η κλησιάρισσα. Σαν με είδε, φοβήθηκε κ' ηθέλησε να κλείση την πόρτα από μέσα. Θα κατάλαβε απ' την όψι μου πως ήμουν μολεμμένη. Σπρώχνω την πόρτα, φωνάζω·

 — Λίγο νερό! ... δεν είστε χριστιανοί;

Είδα που είχε δύο στάμνες ακουμπισμέναις από μέσ' απ' την πόρτα, σιμά στο παγγάρι. Η γρηά μ' ελυπήθηκε, εσήκωσε τη μια στάμνα, που φαίνεται να είχε λίγο νερό, κάτω απ' τη μέση, και μου είπε·

 — Κάμε της χούφτες σου.

Έκαμα της χούφτες μου, της παλάμες μου βαθουλές, έσκυψα, αυτή μου έρριχνε απ' ολίγο-λίγο νερό μέσ' της χούφτες κ' εγώ έπινα. Μου φάνηκε σαν αγιασμός. Αναστήθηκ' η ψυχή μου. Ύστερα η γρηά, σαν ετράβηξε τη στάμνα μέσα, έκαμε πάλι να σπρώξη την πόρτα, για να με κλείση απ' έξω. Εγώ έπιασα με τα δυο χέρια το φύλλο της πόρτας, κ' είπα·

 — Τι κάνουν μέσα;

Άκουσα σιγανή ψαλμωδία και διάβασμα παπά.

 — Βαφτίζουν, μου είπεν η καλόγρηα, με τρόπον που έδειχνε πως ήτον στενοχωρημένη που δεν μπορούσε να με απομακρύνη.

Επέρασα το κεφάλι στο άνοιγμα της πόρτας. Ξαφνίστηκα. Έβαλα μια φωνή. Εκεί μέσα στην εκκλησιά, γνώρισα δικούς μου ανθρώπους. Ήτον ο Λευθέρης, ο άνδρας μου, ο Στάθης, ο γαμβρός του κ' η Στάθαινα, η ανδραδέλφη μου, που είχε πάρει ευχή, καθώς φαίνεται, πριν σαραντίση και εβάφτιζαν το μικρό τους, την πρώτη κόρη που του είχε κάμει η γυναίκα του η νιόνυφη.

Ένας άλλος άνθρωπος ήτον μαζί τους. Αυτός ήτον ο αμαξάς εκείνης της καρρότσας, που είχα ιδεί να στέκη απ' έξω εκεί.

Κατάλαβα τι έτρεχε. Είχαν σκοπό να φύγουν όλοι τους μαζί, για κανένα περιβόλι, κ' είχαν έτοιμο και τον αμαξά με την καρρότσα, κι' ο άνδρας μου, που έκανε και το νουνό, θα πήγαινε, καθώς φαίνεται, μαζί τους. Πριν φύγουν, ηθέλησαν σαν καλοί χριστιανοί, να βαφτίσουν το μωρό τους.

 — Πώς ήρθες; μου εφώναξε ο άνδρας μου σαν με είδε· πού άφησες το παιδί;

 — Εσύ, πώς μ' άφησες, εμένα; του λέω.

Εκείνη τη στιγμή είχε τελειώσει η βάφτισι. Εγώ τους έγεινα κουνούπι και δεν έφευγα από κοντά τους. Ο άνδρας μου ήτον συλλογισμένος.

Μ' έβλεπαν πως μου είχε πάψει ο εμετός, κ' εβαστούσα καλά στα πόδια μου. Ετοιμάζοντο για να φύγουν.

 — Θάρθω κ' εγώ μαζί σας όπου πάτε! είπα εγώ χτυπώντας το κοφτερό του χεριού επάνω στην παλάμη μου.

 — Σύρε να φέρης το παιδί, μου λέει ο άνδρας μου.

 — Πάμε μαζί, του λέω.

Ο Λευθέρης άρχισε να ξύνεται. Ο αμαξάς χωρίς να του προτείνη κανείς τίποτε, άρχισε να φέρνη δυσκολίες.

 — Συφωνήσαμε για τρεις νοματαίους και το μωρό τέσσεροι και μου δώσατε, τι μου δώσατε; τον άκουσα να λέη στον ανδράδελφό μου. Τώρα οι τέσσεροι θα γίνουν έξη. Δεν μας παίρν' η καρρότσα.

Ο ανδράδελφός μου, τον είδα που του έγνεψε με τρόπο, σαν να ήθελε να του πη: «Ησύχασε και μη σε μέλη...θα είμαστε όσοι είμαστε...»

Τότ' εγώ έβγαλα τα ένδεκα σβάντζικα, που μου είχε ρίψει ο γείτονας ο κυρ Μικέλης και δεν είχα ξεχάσει να τα δέσω καλά στο κλωνί της μανδήλας μου. Σαν άκουσε τον κουδουνισμό ο καρροτσέρης, εγύρισε κατά μένα.

 — Να, έχω ένδεκα σβάντζικα, είπα. Σου τα δίνω όλα να με πάρης κ' εμένα μαζί.

Ο καρροτσέρης εζύγωσε προς το μέρος μου. Ξέχασε πως ήμουν χολεριασμένη.

Έβγαλα τα σβάντζικα και τα μετρούσα.

 — Να, πάρε τα και τα δέκα, είπα και να με πάρης μαζί.

Την πρώτη φορά είχα ειπεί ένδεκα· ύστερα, στη στιγμή, το μετάνοιωσα κ' είπα με τον εαυτό μου: «ας κρατήσω κ' ένα σβάντζικο, δεν ξέρω τι γίνεται». Μα ο αμαξάς είχεν ακούσει τα ένδεκα. Επάσκισα εγώ να το κρύψω, το ένα μέσ' την παλάμη μου, μα εκείνος το είδε.

 — Είπες ένδεκα, είπεν ο αμαξάς. Φέρ' τα εδώ και θα σε πάρω.

 — Δέκα, είπα εγώ.

 — Φέρ' το και τ' άλλο, επέμεινεν ο αμαξάς.

Μου τα πήρε και τα ένδεκα. Ο ανδράδελφός μου γύρισε και του είπε·

 — Τώρα δεν έλεγες πως θα πέσουμε πολλοί;

 — Μα αφού μας παίρν' η βάρκα! απελογήθη ο αμαξάς· η βάρκα χωρεί, εσάς τι σας μέλει;

Είχαν ιδεί πως δεν είχα πλέον άσχημα συμπτώματα, η όψι μου φαίνεται να είχε σιάξει και δεν έδειχναν μεγάλο φόβο. Η ανδραδέλφη μου μού έρριξε μια ματιά, σαν να μ' ελυπήθη.

 — Ας έρθη κι' αυτή, η καϋμένη, Στάθη, είπε του ανδρός της.

Κοντολογής, ο άνδρας μου, ο Λευθέρης, έκαμε κουράγιο, επήγε μόνος του ως το σπίτι, ηύρε το παιδί μας που έκλαιε, το επήρε και μου το έφερε και ολίγα ρουχικά μαζί.

Μπαρκάραμε όλοι αντάμα στην καρρότσα.

Εμείναμε δυο-τρεις μήνες, με τον άνδρα μου, σ' ένα περιβόλι μιανής συγγένισσάς μας, κοντά στον Άι-Γιάννη του Ρέντη.

Εκεί ήρχοντο συχνά Αγγλογάλλοι. Είχαν σταθμούς εκεί κοντά. Τους έπλυνα τα ρούχα και μου έδιναν ασημένια φράγκα. Έβλεπαν το κορίτσι μου, την Κατήγκω μου, που μεγάλωνε σιγά-σιγά, κ' εκόντευε να χρονίση. Την εχάδευαν κ' έλεγαν· «Πίκκολο! πίκκολο!»

Ως τόσο, όταν ήταν όλοι τους μαζί, καβαλλαρία, με της περικεφαλαίες τους, εφαίνοντο φοβεροί· χωριστά κι' ολίγοι-ολίγοι, εφαίνοντο κι' αυτοί καλοί άνθρωποι.

Περάσαμε καλά. Η χολέρα έφυγε σε λίγο. Κοντά στα Χριστούγεννα, ήρθαμε στο σπίτι μας, στους Αγίους Αποστόλους, τo ηύραμε απείραχτο, κ' εκαθίσαμε με αγάπη και ειρήνη.

Όχι μόνον είχαμε περάσει καλά, αλλά και κάτι λεφτά μου περίσσεψαν από της υπηρεσίες που έκανα στους Αγγλογάλλους. Όταν εγυρίσαμε στην Αθήνα, μέσα, είχα σωστά εκατόν δέκα φράγκα ασημένια.

Μου φάνηκε, τα ένδεκα σβάντζικα, που είχα δώσει τρεις μήνες μπροστά στον καρροτσέρη, πως τα είχα σπείρει στη γης κ' εκαρποφόρησαν το δεκαπλάσιο».

Ο ΓΑΜΟΣ ΤΟΥ ΚΑΡΑΧΜΕΤΗ

Κατ' εκείνον τον καιρόν είχε καταπλεύσει ο Καπετάν Πασάς με την αρμάδα του εις τον Μέγαν Γιαλόν, κάτω από το Παλαιόν Κάστρον του Βορρηά, όπου εξέσπων τ' άγρια κύματα, φθάνοντα ως μετά μακρόν δόλιχον εις το τέρμα Αλίμενον, θεσπέσιον πέλαγος, [το κράτος του Βορρηά]. Ήτο γαλήνη και καύσων σφοδρός, τα μελτέμια είχον παύσει να φυσούν περί τα τέλη Ιουνίου, και ούτω ημπόρεσαν τα μεγάλα σκάφη να σταθούν σχεδόν επί τριάκοντα έξ ώρας εις τον άνορμον εκείνον κόλπον. Επάνω στα πλοία, το ήμισυ του πληρώματος ήσαν Τούρκοι, Μαυροθαλασσίται, Μικρασιάται και άλλοι· το άλλο ήσαν Αιγύπτιοι και Άραβες, Βαρβαρέζοι, Τουνεζηνοί [Αλγερίνοι]· και το τέταρτον περίπου ήσαν τα συνήθη αγήματα των Χριστιανών ναυτών, εκατόν πενήντα ως έγγιστα Υδραίοι και άλλοι τόσοι ομού Σπετσιώται, και ολίγοι εκ των λοιπών νήσων.

Ο γραμματεύς του Καπετάν Πασά ήτο και αυτός Φαναριώτης, περιπεσών εις δυσμένειαν, εκ της οικογενείας του Μ. Ο ναύαρχος Αχμέτης ήτο εύνους προς αυτόν, τον υποχρέωσε ν' αλλάξη όνομα, και τον έλαβεν ως γραμματέα του επί της φεργάδας. Ο γραικός ήτο αφωσιωμένος εις τον αφέντην του, ως εικός. Την ημέραν εκείνην, καθώς έρριψεν αγκύρας ο στόλος παρά την ακτήν του Κουρούπη, έως τα νησιά του Καστριού και τα Λεχώνια — ανάμεσα εις τον Μέγαν Γιαλόν και τον Μικρόν Γιαλόν — ... και τα πλέον μικρά πλοία ηγκυροβόλησαν παρά τον Άγιον Σώστην εις την δυτικοβόρειον ακτήν, όπου ήτο περισσότερα σκέπη, και αν εφύσα μελτέμι δεν έπιανε και τόσον, ο πρώτος εξ όλης της νήσου, όστις επεσκέφθη εις την ναυαρχίδα τον Καπετάν Πασάν, ήτο ο εκ των πρώτων προεστών του χωρίου, ο Κουμπής Νικολάου........

(*) Η αρχή του διηγήματος επαναλαμβάνεται από τον συγγραφέα εις τους τρεις επομένους παραγράφους κατ' άλλον τρόπον.

Ο Καπετάν πασάς με την αρμάδα κατέπλευσε και άραξε, ανάμεσα στον Μέγαν Γιαλόν κ' εις τον Μικρόν Γιαλόν. Καράβια εγέμισε ο τόπος ο υγρός, εμαύρισε όλ' η θάλασσα. Άλλα έρριψαν άγκυραν από τα Λεχώνια, και περί την ακτήν του Κουρούπη, κι' ως τα νησιά του Καστριού, τα λευκά και πετρώδη πέραν, κι' άλλα, τα μικρότερα σκάφη, ωρμίσθησαν εις τον Άι-Σώστην, ακτήν, όπου ο τόπος ήτο ημερώτερος, εις το απάγγιο, όπου ήτο περισσοτέρα σκέπη και νηνεμία· δεν εφύσα μελτέμια τας ημέρας εκείνας, τέλη Ιουνίου· ήτο γαλήνη· αλλά και αν έπερνε μελτέμι εις την δυτικοβόρειον ακτήν εκείνην, δεν θα έπιανε και πολύ. Ήτο όλος αλίμενος, ονειρώδης τόπος, θεσπέσιον πέλαγος, το κράτος του Βορρά. Τα κύματα εδολιχοδρομούσαν, όλην την ημέραν, από όρθρου βαθέος μέχρι δειλινού — εις όλην την βόρειον Άσπρην θάλασαν, ανάμεσα στα Μπογάζια και τον Όλυμπον, τον Άθωνα και το Γρυπονήσι, και κοντά το βράδυ μόλις έφθαναν εις το τέρμα διά να ξεσπάσουν και αναπαυθούν στο Κάστρο του Βορρηά. Κόσμος και κόσμος, δηλ. οι χίλιοι τόσοι κάτοικοι του Καστριού, γυναίκες, γέροντες και παιδιά εμαζώχθησαν κατά το βράδυ στης Ανεμιάς το κανόνι, στο υψηλύτερον βόρειον μέρος του Καστριού, κ' εγνάντευαν, εγνάντευαν απλήστως, το τέρας οπού είχεν έλθη — τόσα πελώρια σκάφη, τρικάταρτα, με δύο και τρεις κουβέρτες, κ' είχεν αράξει, κατ' ευδοκίαν του απίστου σκυλιού-Σουλτάνου, του αυθέντου μας, εις τα πετρώδη (πετροκάβουρα) νησιά του Κουρούπη, όπου εκατοικούσαν τόσα δαιμόνια και φαντάσματα.

Δύο τρεις βαρκούλες, επειδή ήσαν δύο τρία πτωχά μαγαζειά κάτω στην υγράν άμμον, όπου ήτο μεταξύ εις τους βράχους τους χερσαίους και τους θαλασσίους, οπού κατέβαιναν καλλικαντζούνες κ' εφάνταζαν ως χήραι γυναίκες μυρολογίστρες επάνω στα γκρίφια — και τα λαλαρίδια του γιαλού, κόκκινα, βυσσινιά, ρόδινα, γαλάζια, [βιολετένια] εκυλίοντο λι λι λι, λα λα, δώρα της θαλασσίας νεράιδας, ατίμητα, γλυκά αθύρματα των παιδιών, στην άκραν του γιαλού και της άμμου.

 — Εκείθεν απετόλμησαν δύο-τρεις βαρκούλες κ' έπλευσαν με τα κουπιά επάνω έως τας πλευράς του θαλασσίου κήτους, και περιέπλεον μακρόθεν το θείον κύμα. Κ' οι ναύται από την κουβέρτα τους έκραζαν ελληνιστί, — Ελάτε, ελάτε! — αλλά τα παιδιά, οι κωπηλάται δεν ετολμούσαν (επειδή εκεί εμπρός εις τα νησιά, κι' αντίκρυ στο κάστρο, είχεν αράξει η ναυαρχίς)· διότι το έν πέμπτον περίπου εκ του πληρώματος, ύστερ' από Τούρκους, Αιγυπτίους, Αραβας, Βαρβαρέζους, Τουνεζηνούς και Αλγερινούς, ήσαν τα συνήθη αγήματα των Χριστιανών — Υδραίοι περί τους 150, και άλλοι τόσοι ομού Σπετσιώται, Ψαριανοί, Κασιώται, άλλοι Σποραδίται, κι' ολίγιστοι απ' άλλας νήσους. Και ο πρώτος που επεσκέφθη επισήμως τον Καπετάν Πασάν επί της ναυαρχίδος ήτον ο πρώτος προεστώς του χωρίου, ο Κουμπής Νικολάου, παλαιός γνώριμός του.

Είχεν ο ναύαρχος Αχμέτης επί του πλοίου γραμματικόν Φαναριώτην, εις δυσμένειαν περιπεσόντα, εκ της οικογενείας του Μ. Ο στόλαρχός τον είχεν υποχρεώσει ν' αλλάξη τ' όνομά του, και τον προσέλαβε κρύβδην ως γραμματέα. Ο έξυπνος Γραικός ήτο, ως εικός, πολύ αφωσιωμένος εις τον αφέντην του, όσον πας τις εις την θέσιν του οφείλει να είνε.

Ο Κουμπής Νικολάου, μαύρος, ρωμαλέος, επιβλητικός με το τσιμπούκι, με τας κινητάς μακράς χειρίδας, και με τα τσόχινα ανωβράκια του, προήδρευε συνήθως εις το Κιόσι, δίπλα στην Μεγάλην Στέρναν, κι' αντίκρυ στο τζαμί· εκεί ήτο είς Τούρκος τσαούσης, στο διπλανόν κονάκι, διά τον τύπον — όπου συνηθροίζοντο συνήθως οι προεστοί. Διελέγοντο, εσυμβουλεύοντο, κ' υπερίσχυε συνήθως η γνώμη του ζωηροτέρου, όστις είχεν εκάστοτε αρκετόν σθένος, ώστε να πειθαναγκάζη τους άλλους. Το χάρισμα αυτό το είχεν εις μέγαν βαθμόν ο Κουμπής. Μελαψός, στιβαρός, απότομος, ενόει να γίνεται όπως αυτός ήθελε. Και εγίνετο σχεδόν πάντοτε. Διότι, αν και δεν εδέχετο ο χαρακτήρ του την κολακείαν, αλλ' ήτο απλούς και ευθύτατος, [και] τα είχε καλά με τους Αγάδες.

Εν τούτοις, κατ' οίκον είχε διαφόρους πειρασμούς ο Κουμπής. Την χρονιάν εκείνην είχε κολλήσει στον νουν του Κουμπή, ότι έπρεπε να χωρίση την γυναίκα του, επειδή ύστερ' από 15 χρόνων συζυγίαν δεν του είχε κάμει παιδί. Ο Κουμπής δεν ενόει να έχη παλλακίδα — «πόρνους και μοιχούς κρινεί ο Θεός». Αυτό το ρητόν σχεδόν μόνον απ' όλην την Γραφήν ήξευρεν. Αλλά πώς να υιοθέτηση ξένον γέννημα (ξένο κρειάς να μη θρέψης, έλεγε χυδαία τις παροιμία); διά να τον βλασφημούν τανήψια μετά τον θάνατόν του, επειδή θα τους απεκλήρωνεν; ή πώς ν' αφήση το βιο του σ' όλους αυτούς, οπού θα εμάλωναν μετά την τελευτήν του, ποίος να πάρη τα πλειότερα, και ίσως θα αστοχούσαν να του κάμουν τα ψυχικά — και πάλιν αυτό θα ήτο κατάρα και βάρος εις την ψυχήν του; Καλά είπεν ο Κύριος: «Πώλησον τα υπάρχοντά σου, και διάδος πτωχοίς». Αλλά κ' οι καλόγεροι, δι' ους φαίνεται να το είπε, κι' αυτοί περιμένουν πότε να πωλήση άλλος τα υπάρχοντά του, ή και να τους τα χαρίση διά να έχουν να τρώνε, αλλά και διεκδικούν λυσσωδώς «τα κτήματα της Μονής», διά να τρώη ορφούς και γουρουνόπουλα ο Δεσπότης, ο Πίτροπος, ο Βοΐβοντας, ο γραμματικός και τόσοι άλλοι.

Ανάγκη πάσα να τραβήξη τις το σκοινί του — να βαστήση τον ζυγόν του, να μεταφέρη το φορτίον του. Ο Κυρ Κουμπής, ενώ κατά τα άλλα ήτο τόσον αυστηρός άνθρωπος, είχε κι' αυτός μίαν αδυναμίαν· επόθει να έχη μικρόν νινί, χαριτωμένον, αγγελικόν πλάσμα, διά να το χορεύη στα γόνατά του. Η Σεραϊνώ ήτο σαράντα χρόνων, και μετά τόσα χρόνια, 15 περίπου, δεν εγέννησε τίποτε. «Ούτε παιδί, ούτε κουτάβι, ούτε 'κλούθο». Αυτός ήτο πεντηκοντούντης ως έγγιστα. Η Λελούδα η αντικρυνή του ήτο μόλις τριάντα χρόνων ίσως — ωραία, ροδόπλαστος, σεμνή, ταπεινή, πτωχή και άμεμπτος, απροστάτευτη και πεντάρφανη. Ένα μόνον θείον είχε, κ' εκείνος δεν ήτο ικανός να την προστατεύση.

Εσκέφθη να την απαγάγη, και να δωροφορήση έναν παπάν, ή και να τον βιάση με φοβέραν — επειδή ήτο γνωστόν ότι τα είχε καλά με τους Τούρκους — να τους στεφανώση. Και το πρώτον στεφάνι τι θα εγίνετο; Αυτός δεν είχεν ατιμάσει το στεφάνι, ούτε η συμβία του. «Πόρνους και μοιχούς...» Θα το έκαμνε μόνον διά ν' αποκτήση, αν θέλη ο Θεός, κληρονόμον. Όταν, τας ημέρας εκείνας, συνέβη να καταπλεύση ο Πασάς με την αρμάδα, ο Κουμπής το απεφάσισε.

Κατά την επίσκεψιν εις την ναυαρχίδα συνωμίλησε μίαν ώραν μετά του Αχμέτη Πασά. Τι του είπε; Φαίνεται ο Κουμπής του εζήτησεν εκδούλευσιν, και ο Τούρκος ναύαρχος του υπεσχέθη.

Το βράδυ, όταν ενύχτωσε, ο Κουμπής είχεν αρματώσει μίαν σκαμπαβίαν με έξ κωπία. Τους δύο εκ των κωπηλατών, ψαράδες του γιαλού, όπου ήσαν άνθρωποί του και λίαν αφωσιωμένοι εις αυτόν, τους έπεισε ν' ανέλθωσι τον ανήφορον — υψηλόν, απότομον, πετρώδη, όπου έφερεν από τον Γιαλόν εις το Κάστρον, υποκάτω στην γέφυραν του Κάστρου, από άσχιστον αγριόξυλον, παρά το χάσμα, όπου έχαινεν άβυσσος και κρημνός, όπου έπιανε πάντα άνθρωπον ίλιγγος και σκοτοδίνη. Την γυναίκα του την Σεραϊνώ, την είχε κράξει το πρωί, καθώς κατέβαινεν από τον κρεμαστόν σοφάν, όπου είχε κοιμηθή, κ' εφόρεσε τα πανοβράκια, με τας κεντητάς βρακοζώνας και τα πλατέα μανίκια, κ' έπινε το πρωινόν σερμπέτι του. Διότι μόλις είχεν εισαχθή τότε εις τον τόπον ο καφές. Τον είχε φέρει πρώτος ο κυρ Αλεξανδράκης ο Λογοθέτης, άλλος προεστώς κι' αυτός, εμπορευόμενος από την Μολδοβλαχίαν, κι' ο κυρ Κουμπής, επειδή δεν ήτο εύκολος νεωτεριστής εις όλα τ' άλλα — μόνον εις τον γάμον ήθελεν, όχι να νεωτερίση, αλλά να πραξικοπήση και δώση κακόν παράδειγμα — δεν τον είχε συνηθίσει ακόμη. Έκραξε την γυναίκα και της είπε. — Τ' ακούς, Κουμπίνα; Το βράδυ, σαν σουρουπώση, να πας ν' ανάψης τα καντήλια τ' Άι-Προκοπίου, κάτω στο ρέμμα. Το έχω τάξιμο από καιρό. Μεθαύριο είνε η μνήμη του, κι' αύριο δεν θα πάρης εύκολα αράδα, θα κουβαλήσουν χίλια λαδικά. Πάρε μαζί σου και την φτωχή γειτόνισά μας την Λελούδα, επειδή και είνε κι' αυτή ανέβγαλτη, και δεν έχει άλλη παρηγοριά από σένα, που θα είνε μοναξιά, να πάτε ν' ανάψετε τα καντήλια, να σεργιανήσετε κι' όλας.

 — Άκουσε να σου πω, νάχω και το συμπάθειο, Κουμπή, απήντησε το Σεραϊνώ. Η Λελούδα είνε, όπως είπες, ανέβγαλτη, και τώρα είν' εδώ η αρμάδα. Ποιος ξέρει αν δεν θα βγουν οι Τουρκαλάδες όξω στη στεριά, να πάρουν αράδα της αβραγιές και τα χωράφια. Η Λελούδα θα φοβάται να 'ρθή μαζί μου.

 — Ακούς τι σ' λέω, Κουμπίνα; Εσύ να την καταφέρης να 'ρθή μαζί σου. Και ποιος μπορεί να σας πειράξη, χριστιανός ή τούρκος ή άλλος, ας είνε και διάβολος με τα κέρατα; Δεν ξέρεις ότι τάχω καλά με τσ' αγάδες; Έχουν άλλοι από μένα εδώ στο χωριό κονσόλα κι' αποκούμπι; Εγώ είμ' εδώ. Ποιος θ' αποκοτήση να σας πειράξη;

Η Κουμπίνα, αν και δεν ημπόρεσε να καταδαμάση την αλλόκοτον υποψίαν που της ήλθε στον λογισμόν, συνεμορφώθη με την παραγγελίαν του συζύγου της. Ήτο απλή και δεν επονηρεύετο. «Η δε γυνή ένα φοβείται, τον άνδρα». Της γίδας τα κέρατα είνε κυρτά, εις σημείον υποταγής, φαίνεται, εις τον υψικέρατον τράγον. Της κόττας η λοφιά είνε αμαυρά και ταπεινή, και του πετεινού είνε κόκκινη, υψηλή και εξηρμένη, και όλον το σώμα του με υψηλά σκέλη ανωρθωμένον. Παντού η υποταγή της θηλείας εις τον άρρενα.

Η φτωχή Λελούδα, άμα είδε την πρώτην αρχόντισσαν του χωριού και την παρεκάλεσε να υπάγη μαζί της εις βραχείαν εκδρομήν έξω του Κάστρου, επειδή ησθάνετο κι' αυτή υπολανθάνουσάν τινα ανάγκην ν' αλλάξη τον αέρα, ύστερ' από πολλούς μήνας οπού δεν είχεν εξέλθει από το ταπεινόν καλύβι της, επείσθη. Η Κουμπίνα της είπεν, ότι δεν είχον να φοβηθούν τους Τούρκους, καθότι μέσα στα καράβια ήσαν και πολλοί ναύται χριστιανοί. Υδραίοι και άλλοι, κι' αν θα έβγαιναν και Τούρκοι, οπού δεν ήτο πιθανόν να έβγουν, διότι άμα θα εφυσούσε καιρός, στο αμπαγιέρι, ευθύς η αρμάδα θα έφευγε. Αλλά κι' αν εξακολουθούσε ακόμη μπονάτσα, κι' αν έβγαιναν Τούρκοι, ο Κουμπής έκοβε το σπαθί του, και τα είχε καλά με τους αγάδες, «για το καλό της χριστιανωσύνης», και δεν ετολμούσαν να πειράξουν άνθρωπον. Η Λελούδα εφόρεσε ένα πουκάμισο........κόκκινο κεντητόν με μετάξι, ένα ωραίο φουστάνι «μόρικο», που έκανε νερά-νερά — (δεν ετόλμα ποτέ της να ελπίση ότι θα εγίνετο νύφη, αν και είχε χρυσοΰφαντα ποδογύρια και αργυρά τσαπράκια χρυσοποίκιλτα στην κασέλλα της), επήρε το καλαθάκι της, έβαλε το λαδικό μέσα, και τρία κηριά, κι' ολίγο λιβάνι στο χαρτί — ακόμη και μικρό προσφάγι, ψωμί κ' εληές, επειδή ήτο Παρασκευή, και ακολούθησε την Κουμπίναν.

O Κουμπής εν τω μεταξύ είχεν υπάγει προς συνάντησιν του παπά-Σταμέλου ενορίτου του, εφημερεύοντος εις τον ναόν του Χριστού και του είπε:

 — Το βράδυ-βράδυ, να πάρης το πετραχείλι σου, και το αγιασματάρι· θα πάμε μαζί, για να ψάλης αγιασμό στη φεργάδα.

Ο παπάς τον εκύτταξε με απορίαν.

 — Μη σου φαίνεται παράξενο. Είνε τόσοι χριστιανοί μέσ' τα καράβια. Ο γραμματικός του Καπετάν Πασά είνε Χριστιανός, ομοεθνής μας, ο λοστρόμος Χριστιανός, σ' όλα τα καράβια είνε ασκέρι Χριστιανοί. Στη φεργάδα είνε το ένα τρίτο. Ο ίδιος ο Πασάς σέβεται τα θεία, κ' επικαλείται τον Άι-Γεώργη, τον Άι- Δημήτρη, και την Μεριέμ-Ανά (την Παναγίαν). — Πάρε κ' ένα τετραβάγγελο μαζί σου, γιατί θα χρειασθή, θαρρώ, να διαβάσης ολίγα κεφάλαια στο λοστρόμο, που είνε άρρωστος από μελαγχολία, και δεν ξέρει τι έχει.

Ο ιερεύς τον ήκουε σύννους. Ο Κουμπής εξηκολούθησεν:

 — Αν θέλης, παπά μου. Σ' επροτίμησα ως ενορίτη μου. Αν δεν θέλης, θα προσκαλέσω τον παπά-Φραγκούλη, τον σύντροφόν σου στον Χριστό, ή τον παπά- Δανιέλο απ' τον Άι-Νικόλα. Μη φοβάσαι τίποτε, παπά μου· έχω ορισμόν απ' τον Αχμέτ Πασά. Θα πάρης για τον κόπον σου ένα σελήμι (τάλληρον), και παραπάνω. Αλλοιώς, θα θυμώση ο Πασάς μ' εμένα, και με σας τους παπάδες, πως δεν του έκαμα τον λόγον του.

Την ώραν που έβγαιναν η Κουμπίνα κ' η Λελούδα από τον Άγιον Προκόπιον, όπου είχον ανάψει τα κανδήλια, είχε σουρουπώσει πλέον, και σκότος ήρχισε ν' απλώνεται εις όλην την κρημνάδα αυτήν. Μακράν, προς δυσμάς, εφαίνοντο φώτα εις τον ναΐσκον της Αγίας Κυριακής, όπου θα είχεν αρχίσει ως έγγιστα η αγρυπνία. Αι δύο γυναίκες είχον επισκεφθή προ της δύσεως του ηλίου το παρεκκλήσι [εκείνο], και κατόπιν είχον μεταβή εις τον Αγιον Προκόπιον. Το μονοπάτι εκατηφόριζε αποτόμως προς το μέρος εκείνο, καθώς εξήλθον από τον ναΐσκον του Αγίου, κ' έβαινον εγγύτατα εις τον αιγιαλόν. Είτα ανήρχετο πάλιν, κ' ανηφόριζε πλαγινά βαθμηδόν βαίνον προς την είσοδον του Καστριού, εις την γέφυραν. Εκεί που επατούσαν αι δύο γυναίκες, εις το παρδαλόν σκότος, ήτο άκρα μοναξιά, δεν εφαίνετο ψυχή ζώσα.

Ω, καλύτερον να μην ήτο ψυχή ζώσα την ώραν εκείνην, διά την Κουμπίναν, και διά την Λελούδαν — την τρομάρα που πήραν αι δύο γυναίκες! — εις το μέρος αυτό. Δύο άνθρωποι, κρυμμένοι όπισθεν βράχου, εις τον όχθον του δρόμου, ωμίλησαν ελληνιστί.

 — Σταθήτε! μη φοβάσθε...

 — Ωχ! τι είνε; Αχ! Θε μου, Άι-Προκόπη μου. — Αχ! Παναγία μου!

Πριν αρθρώσωσι δευτέραν λέξιν, τρίτος εξόπισθεν του βράχου προέκυψεν, ο Κουμπής.

 — Μη φοβάσαι, αθώα Λελούδα! Κουμπίνα, να πας στο σπίτι σου. Έλα μαζί μας, Λελούδα.

 — Να 'ρθή; πού να 'ρθή; Σε καλό σου, Κουμπή, ετόλμησε να ψελλίση η Κουμπίνα.

 — Σύρε στο σπίτι σου, Κουμπίνα, επανέλαβεν ο σύζυγός της. — Λελούδα, έλα θα πάμε στην φεργάδα.

 — Στη φεργάδα, επανέλαβεν ως ηχώ η Κουμπίνα.

Ο Κουμπής, διά να μη τρομάξουν παρά πολύ αι δύο γυναίκες, είχε σκεφθή ότι προκριτώτερον θα ήτο να λάβη αυτός μέρος εις την σκηνήν της απαγωγής. Η Σεραϊνώ, μαντεύσασα παραχρήμα τι έμελλε να συμβή, ταπεινή και εγκαρτερούσα, επέστρεψεν εις την οικίαν, έπεσε γονυπετής προ των εικόνων και προσηυχήθη. Εις μίαν γειτόνισσαν αδιάκριτον, ήτις είχεν αναβή και την ηρώτα εν απορία τι έγεινεν η Λελούδα και διατί δεν επέστρεψε μαζύ της απ' το ξωκκλήσι, απελογήθη [απηλογήθη].

 — Έμεινε στην Αγία-Κυριακή. Έχει αγρυπνία ο παπά-Φραγκούλης, κ' είνε κόσμος εκεί. Αν μπορούσα κ' εγώ θα έμενα. Μα δεν είχα την άδεια απ' τον Κουμπή.

Μεγάλη βάρκα, με έξ κουπιά, επερίμενεν εις την ρίζαν του θαλασσοκτισμένου Κάστρου, δίπλα εις ένα χαμηλόν και τριμμένον πατημένον βράχον, σχηματίζοντα φυσικήν αποβάθραν. Ο παπά-Σταμέλος, τυλιγμένος ως τον λαιμόν εις το ράσον του, με το κωνοειδές καλυμμαύχι του, κατεβασμένον ως τα φρύδια και τα πτερύγια των ώτων, εκστατικός, φοβισμένος, επερίμενε καθήμενος παρά την πρύμναν. Οι έξ κωπηλάται, όλοι Γραικοί εκ των αγημάτων, ύψωσαν τας κώπας. Η Λελούδα, ωχρά, τρέμουσα, λιπόθυμος και σχεδόν νεκρά, και ζώσα ως εν ονείρω, επεβιβάσθη, υποβασταζόμενη από τον Κουμπήν. Οι δυο καμάται, οίτινες ήσαν συνεργοί της αρπαγής, ηκολούθησαν μετ' αυτούς. Ο είς εκάθισεν επί της πρώρας, και ο έτερος ηθέλησε να υπάγη προς την πρύμναν, εις το πηδάλιον.

 — Άφσε, κυβερνώ εγώ, είπεν ο Κουμπής.

Ο άνθρωπος επέστρεψεν εις την πρώραν. Ο νησιώτης προεστώς έλαβε τους οίακας, αι κώπαι έπληξαν τα κύματα, και μετά είκοσι λεπτά η βάρκα έφθασε παρά το πλευρόν της ναυαρχίδος.

Ο ναύαρχος Αχμέτ Πασάς δεν εφάνη ούτε επί του σκάφους, ούτε εις τον θάλαμον αυτού, όπου κατήλθον οι επισκέπται. Ο Κουμπής έλειψεν επί τρία λεπτά, πριν κατέλθωσι κάτω, ο δε παπάς και η Λελούδα εκύτταζον αλλήλους, εκύτταζον τους ναύτας με τα τουρκόφεσα, εκύτταζον τα υψηλά κατάρτια και τα πολυσύνθετα άρμενα, υπό το φως δύο μεγάλων φαναρίων κρεμαμένων προς τα κάτω επί του πρυμναίου ιστού.

Ο Κουμπής εφάνη μετ' ου πολύ. Φαίνεται ότι είχεν υπάγει να κάμη τον συνήθη τεμενάν εις τον τούρκον ναύαρχον, και να του δώση λόγον περί του βαθμού όπου είχε φθάσει η υπόθεσις, δι' ην είχε ζητήσει την εύνοιαν και την προστασίαν του. Ο Καπετάν Πασάς επένευσε και παρήγγειλεν εις τον Έλληνα γραμματέα του να τον αντιπροσωπεύση.

Ο Φαναριώτης εφάνη και ωδήγησε τους επισκέπτας κάτω εις τον ίδιόν του θάλαμον. Εκεί το πρώτον όπου είδεν η Λελούδα, άμα ήρχισε να συνέρχεται βαθμηδόν εις τας αισθήσεις της, ήτο μία εικών φέρουσα την Παναγίαν με τον Χριστόν βρέφος, και υποκάτω τον Αγιον Νικόλαον, ιεράρχην με πολιά στρογγύλα γένεια, κρατούντα Ευαγγέλιον κ' ευλογούντα.

Μετά το λουκούμι και την μαστίχαν τα προσενεχθέντα εις τους επισκέπτας, εξ ων η Λελούδα δεν ημπόρεσε να γευθή τι, ο Φαναριώτης έβηξε, κ' έλαβε τον λόγον.

 — Λοιπόν, παπά μου, αν αγαπάς τώρα, φόρεσε το πετραχήλι, κι' άνοιξε το βιβλίο σου.

Ο ιερεύς υπήκουσε μηχανικώς. Την στιγμήν εκείνην κατήλθε την σκάλαν της καμπίνας είς ναύτης, όστις ήτο εκ των κωπηλατών της βάρκας. Ενεχείρισεν εις τον Κουμπήν έν μικρόν δέμα, εντός μεταξωτού προσοψίου, επίπεδον, κυκλοτερές.

 — Αυτό το ηύρα μέσ' τη βάρκα, είπεν.

 — Α! κ' εγώ τα ξέχασα, είπεν ο Κουμπής.

Ήσαν στέφανα του γάμου, τα oποία ο Κουμπής είχε κατασκευάσει, φαίνεται λάθρα, και ιδιοχείρως την ώραν που η Κουμπίνα είχε κινήσει να υπάγη στον Άι- Προκόπην μαζί με την Λελούδαν. Είχε λάβει δύο κληματίδας λεπτάς απ' την πλουσίαν αναδενδράδα της αυλής του, τα είχε τυλίξει με βαμβάκι, κ' εκόλλησεν επάνω ολίγον χρυσόχαρτον, το οποίον εύρε εις τα συρτάρια των εργοχείρων της γυναικός του, περίσσευμα από στέφανα άλλων γάμων, επειδή η Χατζίνα ηγάπα τα τοιαύτα κοινωνικά χρέη, και συχνά εγίνετο συντέκνισσα εις ανδρόγυνα, και νονά εις βρέφη — ακούουσα εκάστοτε την συνήθη εγκάρδιον ευχήν : «Όπως έτρεξες με το λάδι, να τρέξης και με το κλήμα, συντέκνισσα» — δηλ. να ζήση να στεφανώση τα νεοφώτιστα, όσα είχεν αναδεχθή.

Ο Κουμπής απώθησε τα στέφανα επί της τραπέζης, κάτω της Αγίας εικόνος, έκαμεν ένα σταυρόν, κ' έδωκε την χείρα εις την Λελούδαν.

 — Έλα, αγάπη μου.

Η κόρη εσηκώθη μηχανικώς. Ούτε ήθελεν, ούτε ηδύνατο ν' αντισταθή.

Εστάθη εκείνος δεξιά, και αύτη αριστερά, αντικρύ της εικόνος.

 — Τώρα θα μας κάμης πατριαρχικόν γάμον, δέσποτα, όπως συνηθίζουμ' εμείς στο Φανάρι. Ερώτα τους μελλονύμφους, αν θέλουν να παρθούν αμοιβαίως.

Ο Παπάς έντρομος, έμεινεν αδρανής.

 — Άκουσες, Παπά; επανέλαβεν ο γραμματεύς του ναυάρχου.

 — Εγώ δι' αγιασμόν ήρθα, εψέλλισεν ο ιερεύς. Δεν ήξερα πως ήτον γάμος, να πάρω το Βαγγέλιο και το θυμιατό, να πάρω και το φελόνι μου.

 — Θυμιατό έχουμ' εδώ, είπεν ο Φαναριώτης. Κ' ένα τετραβάγγελο μού βρίσκεται.

 — Δεν επήρες τo τετραβάγγελο, Παπά, που σου είπα; ηρώτησεν ο Κουμπής.

Ο Πάπας έμεινεν άφωνος. Ο γραμματεύς επανέλαβε.

 — Δεν πειράζει. Έχω τετραβάγγελο.

Ήναψαν κηρία, ευρισκόμενα εκεί υπό το εικονοστάσιον. Ο Φαναριώτης εστάθη όπισθεν του ζεύγους.

Ο Παπάς ήνοιξε μηχανικώς το μικρόν ευχολόγιον, ή αγιασματάριον, που εκράτει, και ήρχισε να διαβάζη με ψίθυρον φωνήν τας ευχάς της ανομβρίας.

Πριν συμπληρώση την πρώτην ευχήν, ο Φαναριώτης ενόησε καλά, κ' επεμβήκε.

 — Δεν είχομεν ανομβρίαν, δόξα τω Θεώ, φέτος, Παπά μου, έκαμε τόσες βροχές. Λάθος έκαμες. Ευρέ την ακολουθίαν του γάμου.

Ο ιερεύς έστρεψεν ολίγα φύλλα του βιβλίου, εδίστασεν. έβηξε και πάλιν ήρχισε να μορμουρίζη με ταπεινοτέραν ακόμη φωνήν. Ανεγίνωσκεν αυτήν την φοράν την Ακολουθίαν εις ψυχορραγούντας.

 — Σου είπα, δέσποτα, είπεν ο Φαναριώτης. Ξέχασες να ερωτήσης τους μελλονύμφους, αν θέλουν να παρθούν.

Ο Παπάς εστράφη προς το ζεύγος και ηρώτησε μηχανικώς:

 — Θέλεις, Κουμπή, διά γυναίκα σου την Λελούδαν;

 — Την θέλω.

 — Θέλεις, Λελούδα, τον Κουμπήν;...

Η Λελούδα δεν έσεισε την κεφαλήν. Έμεινε ακίνητος, κάτω νεύουσα, με απλήν και περισσήν σεμνότητα. Ο σύντεκνος όπισθεν του ζεύγους ώθησε την κεφαλήν της νύφης. Είχε το «καμάρι» της νύφης και συνάμα και περισσότερον είχε την αφωνίαν του θύματος, του αγομένου εις σφαγήν.

 — Διάβασε, Παπά, την ακολουθίαν του αρραβώνος και κατόπιν του στεφανώματος.

Ο Ιερεύς είπεν:

 — Ας είνε, θα διαβάσω τον Δίγαμον.

Ο Φαναριώτης έμεινε σύννους, είτα είπε:

 — Πώς τον Δίγαμον;.. Η νύφη είνε παρθένος, κ' έρχεται εις πρώτον γάμον. Τον αρραβώνα θα διαβάσης και το στεφάνωμα.

 — Δεν ξέρω τι γίνεται στο Φανάρι. Τον Δίγαμον θα διαβάσω, επέμενεν ο ιερεύς.

Ο γραμματεύς του Παπά υπεχώρησεν. (Η παράδοσις λέγει, ότι ηπείλησε να κρεμάση τον Παπάν εις την κεραίαν του ιστού· όλα αυτά είνε υπόθεσις. Το βέβαιον είνε ότι ο Φαναριώτης υπεχώρησεν εν καιρώ.)

 — Ας είνε. — Διάβασε τον Δίγαμον.

Ο ιερεύς έβαλεν ευλογητόν και ήρχισεν. Αντήλλαξε τα δακτυλίδια. Ο Κουμπής είχε τέσσερα ή πέντε, χρυσά και αργυρά, εις τους δακτύλους του. Εχρειάσθησαν εξ αυτών δύο, έν εκ των δύο που είχεν εις τον παράμεσον και έν εις τον μικρόν δάκτυλον. Μετέβη εις την ακολουθίαν του στεφάνου, χωρίς να είπη: Ευλογημένη η βασιλεία. Άρχισε να διαβάζη την πρώτην ευχήν κατανυκτικά, όσον γίνεται λόγος περί αφέσεως αμαρτιών και περί ανθρωπίνης αδυναμίας. Είτα ευλόγησε τα στέφανα και υπέδειξεν εις τον σύντεκνον πώς θα τ' ανταλλάξη τα στέφανα.

Είτα εκέρασε τους νεονύμφους το κοινόν ποτήριον, τέλος εχόρευσε μαζί τους τον χορόν του Ησαΐα, κ' έκαμεν απόλυσιν. Την στιγμήν που ο Φαναριώτης ήλλαζε τα στέφανα επάνω στα κεφάλια των νεονύμφων, τρεις μεγάλες κανονιές εβρόντησαν επάνω στο κατάστρωμα, εκ των πλευρών του πλοίου. Όλον το πέλαγος εσείσθη και το Κάστρον αντικρύ επήγε και ήλθεν από τον κρότον και τον κλόνον.

Ο νυκτοφύλαξ που εκάθητο επάνω στης Αναγκιάς το κανόνι, εις την βορειοτέραν εσχατιάν του Κάστρου, είδε την λάμψιν, είδε τον καπνόν υπό την πυκνήν αστροφεγγιάν, καθ' ην στιγμήν μόλις είχε δύσει η σελήνη (ήτο ως επτά ημερών και εκόντευε μεσάνυχτα), κ' έκαμε τον σταυρόν του και είπε:

 — Πώς ρίχνουν κανονιές μεσάνυχτα, οι αγάδες; Μην έχουν ραμαζάνι;

Δύο γυναίκες γειτόνισσαι, που δεν είχον ύπνον κ' ελαγοκοιμούντο, πλαγιασμένοι η μία εις έν υπερώον, πλησίον εκεί στης Αναγκιάς, η άλλη εις έν κτήμα, ολίγον παρακάτω, ανεσκίρτησαν. Η πρώτη εσηκώθη, έρριψε βλέμμα έξω, κ' ηρώτησε τον νυκτοφύλακα, τι τρέχει.

 — Οι αγάδες έχουν ραμαζάνι, απήντησεν ο άνθρωπος.

 — Και τι θα πη ραμαζάνι;

 — Ποιος ξέρει! (Νηστεία της ημέρας, και γλέντι της νυκτός).

Της άλλης το βρέφος εξύπνησεν εις τας αγκάλας, κ' ήρχισε τα κλάματα, και δεν ήθελε να μερώση, με όλα τα νανουρίσματα και τα τραγούδια, που του έλεγεν η μάνα του. Η κανονιές είχον αντηχήσει πολύ, κ' εβόησεν όλη η Ηχώ, η Αναγκιά του Κάστρου αντικρύ στα δυο κάτασπρα νησιά, στους βράχους και στα άντρα.

Κάτω στο Κιόσι, στον αρχοντομαχαλάν, κοντά εις τον ναόν του Χριστού, η Σεραϊνώ, οπού ηγρύπνει εις το σπήτι του Κουμπή, ήκουσε τους κανονοβολισμούς, και μόνη αυτή τους εξήγησεν εις την αληθή σημασίαν των.

 — Στερεωμένοι, καλορρίζικοι, εψιθύρισε, σχεδόν άνευ πικρίας. Με γυιους, Κουμπή.

Από της στιγμής εκείνης η Σεραϊνώ υπελόγιζε μετά βεβαιότητος ότι, εντός δύο ωρών το πολύ, το ζεύγος έμελλε να φθάση στο Κάστρον. Διότι δεν θα ήτο πιθανόν να πιστεύση τις ότι θα εξημέρωναν επί της ναυαρχίδος. Εσκέφθη ότι έπρεπε να ζητήση της Λελούδας το κλειδί, να υπάγη να διέλθη αυτή το λοιπόν της νυκτός αντικρύ, εις το μικρό σπητάκι εκείνης. Τότε ενθυμήθη ότι το κλειδί το είχεν αφήσει η Λελούδα εις της Κουμπίνας, ακριβώς εις τον ανατολικόν θάλαμον, όπου ευρίσκετο τώρα αυτή. Το είχε κρεμάσει εις καρφί, υποκάτω στα εικονίσματα. Η Σεραϊνώ ανέβλεψε και το είδεν υπό το φως του κανδηλίου.

Έκαμεν ακουσίαν χειρονομίαν να το λάβη. Είτα εκρατήθη, κ' είπε: «Καλύτερα, ας έλθη, να της το ζητήσω».

Τέλος περί την μίαν μετά τα μεσάνυχτα έφθασεν ήρεμα και εν άκρα σιωπή το ζεύγος των νεονύμφων. Ο Κουμπής, έχων τόσην επιρροήν πάντοτε, αλλά πολλαπλασιαζομένην τώρα ως εκ της παρουσίας του Τουρκικού στόλου, είχε προδιαθέσει τους προεστούς και την πολιτοφυλακήν, λέγων ότι είχε σπουδαίαν υπόθεσιν επάνω στην φεργάδα, και ότι θα έφθανε πολύ αργά την νύκτα. Όθεν ήτο ανάγκη να χαμηλώσουν την γέφυραν και ν' ανοίξουν τας πύλας του φρουρίου.

Η Σεραϊνώ ήνοιξε την θύραν εις το πρώτον κρούσμα, εστάθη σταθερά, υπομειδιώσα και τους ευχήθη:

 — Στερεωμένοι! καλορρίζικοι! με γυιους, Κουμπή...

 — Πώς ξέρεις;

 — Ήρθ' ένα πουλάκι και μούπε.

Εστράφη προς την Λελούδαν.

 — Να πάρω το κλειδί του σπητιού σου, να πάω να κοιμηθώ απόψε;

Η Λελούδα κατένευσε δακρύουσα. Είτα επρόφερε:

 — Να με σχωρέσης!

 — Σχωρεμένη και βλοημένη νάσαι, είπεν εν εγκαρτερήσει η πρώην Κουμπίνα.

Την επαύριον πρωί ο Κουμπής, καθώς εξήλθε διερχόμενος προ της θύρας του πενιχρού οικίσκου, έκραξε την γυναίκα και της είπε:

 — Σεραΐνα (έπαυσε πλέον να την ονομάζη Κουμπίνα), πάρε τα ρούχα σου, τα είδη σου, τ' ατομικά σου, πάρε και καμπόσα δικά μου, όσα θέλεις και σύρε να καθήσης στο σπήτι το δικό σου, εκεί στο Πρεγάδι. Θα στείλω μαστόρους να το μερεμετίσουν, ό,τι χρειάζεται, σήμερα. Και σε περικαλώ, όσο μπορείς, να τάχης καλά με την Κουμπίνα.

 — Εγώ θα τάχω καλά με την νέαν Κουμπίνα, όπως τα είχα και με την Λελούδα, απήντησεν η απλή ψυχή. Και σε περικαλώ, Κουμπή, να μ' αφήσης να καθήσω στο σπήτι σου, να σου ανατρέφω τα παιδιά που θα κάμης.

 — Καλά, ο Θεός σε φωτίζει να φέρνεσαι έτσι, αγία ψυχή, είπε, μη δυνάμενος να κρατήση, ο σκληρός, την συγκίνησίν του.

Έκτοτε ο Κουμπής Νικολάου ωνομάσθη απ' όλον το χωρίον Καραχμέτης, εκ του στόματος του τούρκου ναυάρχου, κ' οι απόγονοί του ονομάζονται μέχρι σήμερον Καραχμεταίοι. Διότι έτεκεν η Λελούδα, και η Σεραΐνα ανέθρεψε, τον Κονόμον (Αλέξανδρον) τον Μόσκοβον, τον Γεώργιον, τον Θωμάν και άλλας τόσας θυγατέρας.

Ολίγους μήνας μετά τον γάμον, η Λελούδα έκαμεν έν φοβερόν λάθος, λίαν επικίνδυνον. Ήτο μεγάλη εορτή, την Βαΐων, κι' ο Κουμπής εξύπνησε λίαν πρωί, να υπάγη εις τον Χριστόν, να λειτουργηθή. Η νέα Κουμπίνα του είχε παραθέσει επί του καναπέ τα φορέματά του, διά ν' αλλάξη, αλλ' επάνω εις την βίαν και τον φανατισμόν της, επειδή επτοείτο και τα έχανεν εις τας φωνάς και την αυστηρότητα του Κουμπή, αντί να βάλη ποκάμισον του Κουμπή, το οποίον ήτο μεταξωτόν και με πλατείας κεντητάς χειρίδας, όπως εσυνήθιζον τότε οι πρόκριτοι, [οι δημογέροντες] έβαλεν υποκάμισον χρυσοκέντητον ιδικόν της. Ο Κουμπής το εφόρεσεν εις το θαμπερόν της αυγής και εις το τρέμον φως του κανδηλίου, (με υπναλέα ακόμη όμματα), εφόρεσε το πανωβράκι, το λαχωρό ζωνάρι και την βελουδένιαν τζάκαν του, και εξήλθεν.

Όταν εισήλθεν εις τον ναόν, οι προεστοί γύρω, στον χορόν, είδον το λάθος. Εκύτταξαν το γυναικείον υποκάμισον του Κουμπή, καί τινες υπεψιθύρισαν, κ' εδάγκασαν τα χείλη των, διά να μη μειδιάσουν.

Ο Κουμπής το εστοχάσθη. Εκύτταξε καλά, το ίδιον στήθος και τον κορμόν και τας χείρας του, και το ανεκάλυψεν.

Εξήλθε δρομαίως. Εφρύαξε κ' έτρεξε με σκοπόν και απόφασιν να σκοτώση την Λελούδα.

Αι δύο γυναίκες είχον ενδυθή. Εφόρεσαν η παλαιά Κουμπίνα τα σεμνά και ταπεινά της, κ' η νέα τα νυφιάτικα, τα οποία δεν είχε φορέσει στον γάμον της, κ' ήσαν έτοιμαι να εξέλθωσι, διά την εκκλησίαν.

Με έν βλέμμα η Σεραΐνα ενόησεν άμα είδε τον Κουμπήν.

Ούτος εσήκωσεν ήδη την χονδρήν και σιδηροκέφαλον ράβδον του εναντίον της Λελούδας.

 — Παληοβρώμα!...

Η Σεραΐνα έπεσεν επάνω στην ράβδον, εις τα γόνατά του, εις τους πόδας του.

 — Έλεος, Κουμπή, έλεος! Δεν το ήθελεν η καϋμένη. Λάθος έκαμε, επάνω στη βία της, στη σαστιμάρα της. Δεν επήρε ακόμη τα χούια σου, τα συστήματά σου, Κουμπή. Σχώρεσέ την για πρώτη φορά, Κουμπή μου, σχώρεσέ την. Έλεος, Κουμπή μου, έλεος!

Ο Κουμπής εκάμφθη.

Η Σεραΐνα επέζησε δέκα ή δώδεκα έτη, όσα ήρκουν διά ν' αναθρέψη τα τέκνα του Κουμπή. Ανεπαύθη κ' ετάφη έξωθεν του ναΐσκου του Αγίου Δημητρίου, σιμά εις την πελωρίαν κοκκινομωρέαν και παρακάτω από τον τεράστιον σχοίνον, κυρτόν εν είδει καλύβης και αποστάζοντα δάκρυ λιβάνου, και αντικρύ εις την ωραίαν και τόσον ζωηράν εικόνα του Αγίου, την επί του ανωφλίου του ναού.

Όταν επήγαν μετά τρία έτη να σκάψουν διά την ανακομιδήν των λειψάνων της, λεπτόν θεσπέσιον άρωμα ως βασιλικού, μόσχου και ρόδου άμα, ανήλθεν εις τους μυκτήρας του ιερέως, του σκάπτοντος εργάτου, της Λελούδας και δύο άλλων παρισταμένων γυναικών.