WeRead Powered by ReaderPub
Η χολεριασμένη: Τα μετά θάνατον cover

Η χολεριασμένη: Τα μετά θάνατον

Chapter 9: ΜΑΝΝΑ ΚΑΙ ΚΟΡΗ
Open in WeRead

Explore more books like this:

About This Book

A narrator recounts an epidemic through the eyes of a young married woman who becomes gravely ill and is abandoned by her husband and family; weakened and desperate for water, she scavenges, eats quince to stave off thirst, and reaches a church where an elderly nun offers her a little water. Inside the church she recognizes her husband and relatives baptizing an infant and preparing to depart with a carriage; she presses the few coins she has to the coachman to secure passage and be taken with them. The story contrasts personal abandonment and fear with small acts of compassion, exploring how social obligation, survival instincts, ritual, and poverty intersect during communal crisis.

Τα κόκκαλά της είχον ευωδιάσει.

ΜΑΝΝΑ ΚΑΙ ΚΟΡΗ


Ω, πόσον ωραία εξυπνά όταν έχη κοιμηθή τις εις τον μικρόν κοιτώνα με το βορεινόν παράθυρον, το βλέπον προς βουνόν, εις την πατρικήν πενιχράν, καθάριον οικίαν, όπου είδέ ποτε το πρώτον άχραντον φως, πόσον ωραία εξυπνά μίαν πρωίαν του Ιουνίου, όταν έχη επανακάμψει εις τον τόπον της γεννήσεώς του μετ' απουσίαν επτά ετών! Οπόσαι μεταβολαί εντός τόσου χρόνου! Όλα σχεδόν ήσαν ως νέα πλάσις δι' εμέ.

Την πρωίαν εκείνην μ' εξύπνησεν ευτυχή σχεδόν ως σατράπην, τον οποίον χαιρετίζει λίαν πρωί η περιπαθής μουσική των αυλών και των εγχόρδων, η φωνή της μικράς γειτονοπούλας μου Ξενιάς, πενταετούς παιδίσκης, ψαλλούσης με παιδικήν δροσεράν φωνήν το δημώδες παλαιόν δίστιχον:

       Καράβι, καραβάκι, πού πας γυαλό-γυαλό,
       με κόκκινη παντιέρα και με χρυσό σταυρό.

Πώς να μην είνε ως νέα πλάσις δι' εμέ, αφού, όταν είχον αποδημήσει, όχι μόνον αυτή ήτον αγέννητη, αλλά και η μητέρα της ανύπανδρη; Και τώρα, ύστερον από τόσους αιώνας ανυπαρξία — εκτός αν αληθεύουν εκείνα όσα μυθολογεί ο θείος Πλάτων, εμπνεόμενος από τον μεγαλοφωνότατον Πίνδαρον — μία μικροσκοπική, αόρατος ψυχή, μία πνοή δημιουργός ακατάληπτος, να εμφυσάται εις μίαν δράκα σαρκός ή χώματος και να μορφούται πλάσμα έμψυχον, και να γίνεται ψυχή ζώσα· και να σηκώνεται λίαν πρωί με λάμποντα γαλανά όμματα, με σγουρά, ξανθά μαλλιά, και να ίσταται υψηλά εις το παλαιόν μπαλκόνι, να προσκολλάται εις τα κάγκελλα, να προσπαθή ν' αναρριχθή χωρίς φόβον μη πέση, και να τραγουδή: «Καράβι, καραβάκι, πού πας γυαλό-γυαλό;»

Υπήρξαν, λοιπόν, το πάλαι, ή και υπάρχουν ακόμη άνθρωποι πιστεύοντες ότι η θεά εκείνη του Κάτω κόσμου, όσων πλασμάτων εδέχθη ήδη των παλαιών αμαρτιών την ποινήν, «ποινάν πάλαι ου πείθεσαι», τούτων τας ψυχάς τον ένατον χρόνον «εις τον ύπερθεν άλιον» αναδίδει πάλιν; Και ότι η ψυχή εις τον Επάνω κόσμον, δεν μανθάνει, ούτε σκέπτεται, αλλά μόνον αναμιμνήσκεται;

Η μικρά αύτη παιδίσκη, καθώς έμαθον, ολίγας ημέρας πριν, όταν απέθανεν έν αρχοντόπουλον της γειτονιάς, τόσον εθαύμασε, και τόσον εγοητεύθη από το θέαμα των λαμπρών εξαπτερύγων, των λαβάρων και θυμιατών, και των πολλών ιερέων με τας στολάς των και του πλήθους του λαού, ώστε εζήλευσε και με πόθον ανέκραξε:

 — Πότε θα πεθαίνω κ' εγώ, ν' αρθούν να με πάρουν οι παπάδες, σαν τον Παναγάκην!

Και το περιστατικόν τούτο μου ενθύμησεν έν άλλο θέαμα, εις το οποίον είχον παραστή προ δεκαεπτά ετών από το ανατολικόν παράθυρον του χειμερινού θαλάμου της ιδίας αυτής πατρικής οικίας μας, συμβάν εις την αυτήν εκείνην οικίαν με τον υψηλόν εξώστην, όπου σήμερον πρωί ανερριχάτο η μικρά Ξενούλα, μέλπουσα το αφελές άσμα, όπου μ' έκαμε ν' αποσείσω τον πρωινόν ύπνον.

Η Ξενούλα θα ήτον τώρα ανεψιά (αν το επέτρεπεν η Περσεφόνη) του παιδιού εκείνου, του μικρού Στέλιου, όστις απέθανε κατά Ιανουάριον του έτους 188..., μίαν πρωίαν Σαββάτου, όταν ο ήλιος ήρχισε να λειώνη τας χιόνας. Η μητέρα της, η Γαληνιώ, ήτον αδελφή του Στέλιου. Η Ζωγράφω, η μάνα της Γαληνιώς, είχεν ένα υιόν, ύστερα είχε κάμει κατά σειράν πέντε κορίτσια, εκ των οποίων τα δύο είχον κατέλθει νήπια εις τα βασίλεια της νύμφης του Πλούτωνος, τα δε τρία εζούσαν· τελευταίον έτεκεν, ως γεροντόπαιδον τάχα, αν και νέα ακόμη, τον Στέλιον, περί ου ο λόγος.

Ο μάστρο-Παναγής ήτον καλαφάτης, και ειργάζετο ολίγους μήνας το έτος εις το «Καρινάγιο». Ο υιός των, ο Γιάννης, δεκατριών ετών, εμάνθανεν ήδη την τέχνην του πατρός του. Τα τρία κοράσια, η Γαληνιώ, η μάνα σήμερον της Ξενούλας και δύο άλλαι, ήσαν από δέκα ετών και κάτω. Το παιδίον, ο Στέλιος, ήτο βρέφος ακόμη. Ο μάστρο-Παναγής, όταν είχε δουλειές, εις το καλαφατείον, έπαιρνε καλόν ημεροκάματον, πλην είχε περισσότερα κεσσάτια. Τα πολλά παιδιά, η λεχωσιές, η αρρώστειες, οι γιατροί, τα γιατρικά, τους έκαμαν να είνε πτωχοί! Ως τόσον, με πολλά βάσανα και με πολλά χάδια, ουχ ήττον η Ζουγράφω είχεν αναθρέψει το υστερνόν της γέννημα. Το εβύζαξε, το εγαλούχησε, το απέκοψε· το παιδίον ήτο αδυνάτου κράσεως μάλλον. Έπειτα ήλθεν ο χειμών, συγχρόνως ήρχισαν τα κεσσάτια. Έκαμε χιόνια πολλά εκείνην την χρονιάν, βαρυχειμωνιά· τα χιόνια δεν επρόφθασαν να λυώσουν, και άλλα χιόνια τα εσκέπαζαν. Έπειτα επήλθε δυστυχία, στέρησις· ύστερον αρρώστησεν ο Στέλιος, το χαϊδεμένον παιδί της Ζουγράφως.

Η πολυβασανισμένη γυνή εμάζευε ξύλα απ' εδώ, κλαδιά απ' εκεί· εζήτει από της γειτόνισσες διάφορα βοηθήματα. Μία των γειτονισσών ήτον αρχόντισσα παλαιά, από καλήν οικογένειαν, αρχίσασα τώρα να πτωχεύη· μία ήτο πλουσία εν ενεργεία. Αι άλλαι ήσαν πτωχαί, σχεδόν όσον και αυτή. Και όμως αύται την εβοηθούσαν το κατά δύναμιν. Η αρχοντοξεπεσμένη η παλαιά επεριποιείτο την Ζωγράφω· την εφίλευε πολλά πράγματα. Η Ζουγράφω εφιλοτιμείτο να φαίνεται χρήσιμος προς αυτήν και της έκαμνε διαφόρους εκδουλεύσεις. Η πλουσία, η τωρινή, την απέπεμψε με άδεια χέρια από το σπήτι της και από την αυλήν της.

Μία όμως από της γεινόνισσες, αυτή και η κόρη της, ήσαν ιδιαιτέρας κατασκευής γυναίκες. Ετρώγοντο με όλην την γειτονιάν. Τακτικά εμάλωναν κάθε μήνα με μίαν γειτόνισσαν, με την σειράν. Κακόν δαιμόνιον επεφοίτα εις τον ύπνον τους, εις τα ξυπνητά τους, και ταις εψιθύριζεν εις τ' αυτιά ότι η γειτόνισσες δεν ταις ήθελαν το καλό, αυτής και της κόρης της, ότι την επεβουλεύοντο και ταις έκαμναν μάγια.

Κατ' αρχάς εμάλωσαν με την Παπανικόλαιναν, την γηραιάν σύζυγον σεβασμίου ιερέως· κατόπιν εφιλονείκησαν με την οικίαν την εδικήν μας· έπειτα ελογομάχησαν με την παλαιάν αρχόντισσαν· ύστερον εκήρυξαν πόλεμον εναντίον εις την άλλην αρχόντισσαν, την νέαν είτα εμάλωσαν με την γρηά-Γρηγόραιναν· τελευταίον επετέθησαν κατά της πτωχής μητρός τόσων τέκνων, της Ζουγράφως.

Έβγαιναν, μάνα και κόρη, έξω στο επάνω το λιακωτό τους, το παλαιόν και ετοιμόρροπον, η γραία Κακαβάραινα κ' η κόρη της το Μελαγχρώ, μεσημέρι και βράδυ και μεσάνυχτα, κ' έλυναν τα κλώνια της μανδήλας τους, κ' εξεσκουφώνοντο, κ' ετραβούσαν τα μαλλιά τους, και κατηρώντο «να πέση ξεπατωμός» στην γειτονιά. Κ' έβγαζαν της καθεμιάς και το παραγκώμι της. Την μίαν την ωνόμαζον. . .. ποδαρούσα, την άλλην εφταλουτρού, την άλλην γυφτοκόνισμα, την άλλην αναρούσα, [ξωτικό] την άλλην μαυροτσούκαλο, παλαβομανίτα. Είχον πλούσιον ονοματολόγιον. Κατεσκεύαζον και λέξεις ιδικάς των, αληθείς γλωσσοπλάστριαι, χωρίς να τo ηξεύρουν. Το καστρί, τo σφραγιδάκι, ο τουρκανάκατος, τo αγαρηνό σκυλλί, «που μυρίζει χασανιές», όλ' αυτά αμφιβάλλω αν ευρίσκωνται εις τo Λεξικόν των αθησαυρίστων.

Ήσαν στρίγγλες με όνομα, «με το νάμι τους βγαλμένο», επίφοβοι αληθώς γυναίκες· τουλάχιστον εις την γειτονιάν επροξένουν φόβον, ενώ μερικοί άλλοι εκ της αγοράς, κακοί αστείοι, συνετέλουν εις το να της ξετρελλαίνουν περισσότερον. Τέλος, όταν εμάλλωσαν με την Ζουγράφω, ανέβησαν εις το δώμα, κατά την συνήθειάν των, κ' ετραβούσαν τα μαλλιά τους, και μαζί με τας τρίχας ήρχιζαν να εκκοκκίζουν και το κομβοσχοίνιον των βλασφημιών των.

 — Παναϊά μ', βγάλ' τσ' τα μάτια, είπεν εν επιλόγω το Μελαγχρώ· βγάλ' τσ', Παναϊά μ', τα μάτια.

 — Το ένα το ματάκι τσ' να βγη, Παναϊά μ'! διώρθωσεν εν κατακλείδι η γραία. Το ματάκι τσ' το ζερβί.

Η γραία ήξευρε τι έλεγε· και ωμιλούσε βεβαίως συνθηματικήν γλώσσαν, ήτις πρέπει να ήτο καταληπτή εις τας υποχθονίους δυνάμεις. Δύο ματάκια είχεν, αναμφιβόλως, κατ' αλληγορικήν έννοιαν η Ζουγράφω, τον Γιάννην και τον μικρόν Στέλιον.

Ύστερον από τόσον κρύο και παγετόν και πείναν και δυστυχίαν, το άρρωστον μικρόν εχειροτέρευσεν. Η γραία Σουλτάνα, η μήτηρ της Ζουγράφως, έτρεξε με όσα ψευτογιατρικά εγνώριζεν, αυτή και όλες η γειτόνισσες, αλλά δεν κατώρθωσαν τίποτε. Τελευταίον εκλήθη και ο γέρων ιατρός, ο μοναδικός εις το χωρίον, αλλ' ήτο αργά· δεν ίσχυσε να σώση το παιδίον.

Τι μυρολόγι ήτον εκείνο, το οποίον ηκούσθη εις την γειτονιάν την πρωίαν του Σαββάτου, Ιανουαρίου φθίνοντος του έτους 188... Ήτον η Πλουσία, η δευτερότοκος αδελφή της Ζουγράφως, τριακοντούτης κόρη. Αυτό το όνομα της είχε δώσει ο νουνός της, ίσως από ειρωνείαν της ψυχικής διαθέσεως, επειδή είχε γεννηθή από πάμπτωχον οικογένειαν. Αλλ' ήτο πλουσία κατά την μακράν καστανήν κόμην, πλουσία κατά την υπερήφανον κορμοστασιάν, πλουσία κατά τα κεντήματα και τας γυναικείας τέχνας. Τέλος, απεδείχθη πλουσία και καθ' όλα, όταν εις τα 189... όταν είχε χάσει πλέον πάσαν ελπίδα γάμου, κατά παραδοξοτέραν ακόμη αντειρωνείαν της τύχης, ευρέθη όψιμος νυμφίος δι' αυτήν, απόχειρος και ευκατάστατος, όστις της εχάρισεν ως «κοριτσιάτικο» το ήμισυ της περιουσίας του.

Αύτη ήτον η μυρολογήτρια της πρωίας εκείνης. Δεν έκλαιε την μαρανθείσαν νεότητά της, δεν έκλαιε την μοίραν της, δεν έκλαιε τον ξενιτευμόν των αρρένων αδελφών της — ω, αυτά δεν ηρμηνεύοντο διά μεγαλοφώνων θρήνων, αλλά δι' ενδομύχων αρρήτων στεναγμών — αλλ' έκλαιε το μικρόν, τρυφερόν πλάσμα, το οποίον ήλθε να παραλάβη είς ιερεύς μ' ένα πενιχρόν σταυρόν και θυμιατόν διά να το προπέμψη· την δράκα εκείνην του χώματος επιστρέφουσαν εις το χώμα, την ελαφράν εκείνην πνοήν, επανακάμπτουσαν εις την ζωήν την αείζωον, εκεί όπου όλα τα νήπια, όπως λέγει ο Συναξαριστής, απαιτούσιν αυτοδικαίως από τον Δημιουργόν να τους πληρώση τα οφειλόμενα. «Δικαιοκρίτα, δος ημίν τα ουράνια αγαθά αντί των επιγείων, ων ημάς εστέρησας».

Έξω εις τον υψηλόν εκείνον εξώστην, υψηλόν διότι η οικία είνε κτισμένη επί των βράχων, οίτινες αρχίζουν εκείθεν να πυργούνται εις υπέροχον λοφιάν υπεράνω της στέγης — αντικρύ του ιδικού μας ανατολικού παραθύρου, εις αυτόν εκείνον τον εξώστην, όπου η αδαής όλου του παρελθόντος τούτου μικρά παιδίσκη τραγουδεί το «καράβι- καραβάκι» της, — εκεί είχε λύσει την μανδήλαν κ' ετράβα τα μαλλιά της η Πλουσία, τονίζουσα το σπαρακτικόν μυρολόγι της. Και η βαθεία καστανή κόμη εκυμάτιζεν ακράτητος από τους ώμους εις τους βραχίονας, και μέχρι των βουβώνων και των αστραγάλων, ως από κρήνην μελάνυδρον και από πέτραν ακρότομον. Το νεκρώσιμον άσμα ανέβλυζεν από το πικραμμένον χλωμόν στόμα της, και διεδονείτο και εστροβιλίζετο, κατερχόμενον ως χείμαρρος από το ύψος των βράχων, κατακυριεύον όλας τας ακοάς και τας ψυχάς των θεατών, και τήκον καρδίας και όμματα, καθώς ο ήλιος, όστις εψήλωνε τότε, έτηκε τας χιόνας.

Το νεκρόν βρέφος εξέφερεν εντός φερέτρου ομοίου με λίκνον αυτή η γρηά Σουλτάνα, η μάμμη του. Σπαρακτικώτερον ακόμη μου εφάνη ότι τον ξύλινον της Εκκλησίας Σταυρόν εδέησε να τον λάβη και να τον κρατή ο μάστρο Κ... ο πατήρ του εκφερομένου νεκρού βρέφους, επειδή ο μάγκας, όστις τον είχε φέρει, αφού παρέδωκε το θυμιατόν εις χείρας του Παπά, τον ακούμβησεν εις τον τοίχον, επί της πεζούλας εις την βάσιν ενός γειτονικού χαμογείου κλειστού (ίσως διότι είδε την πενιχρότητα της παρασκευής και δεν ήλπιζε να πληρωθή καλά δια τον κόπον του) κ' επήγε να παίξη της μπάλλες με τα χιόνια.

Εξεκίνησεν η μικρά πομπή, προπεμπομένη από το παθητικόν πλούσιον μυρολόγι της υψηλοσώμου κόρης Πλουσίας, και την στιγμήν εκείνην, επάνω εις το ηλιακωτόν της γείτονος οικίας εφάνησαν, ως φαντάσματα της ημέρας, ως στήλαι ακίνητοι, να ίστανται δύο γυναίκες· μία μαυροφόρα, και μία με πολίτικην μανδήλαν χρωματιστήν, χρώματος «λαδί». Ήσαν η Κακαβάραινα και η κόρη της η Μελαγχρώ. Εκ τούτων η μεν γραία ανείλκυε την σκούφιαν, την μαύρην μανδήλαν της προς τα άνω, και ανέτεινε την δεξιάν προς τον ουρανόν, η δε νέα εμειδία πικρόν μειδίαμα και έσειε την αριστεράν χείρα· η στάσις και των δύο γυναικών ενέφαινε σκληράν απανθρωπίαν, χαιρεκακίαν και φανερά εξηύχοντο και επέχαιρον, διότι η Παναγιά εισήκουσε την αράν των, κ' έβγαλε το μάτι της Ζουγράφως.

Ό,τι έμαθα ολίγας ημέρας ύστερον, ότι συνέβη μίαν νύκτα εις το Κοιμητήριον της μικράς πόλεως, εδυσκολεύθην να το πιστεύσω, αλλά θα το διηγηθώ παρακάτω όπως το ήκουσα. Η Κακαβάραινα και η κόρη της, από πολλών χρόνων, είχον προχωρήσει πολλά βήματα εις την χώραν των αγνώστων. Είχον εξιπασθή, επειδή ο Γιώργος των, ο υιός της μεν, της δε αδελφός, είχε «βγη καθηγητής απ' το Πανεπιστήμιο, στην Αθήνα». Ήσαν εκ ταπεινού γένους και πάμπτωχοι. Ο γέρο- Σταύρος ο Κακαβάρης, αποθαμμένος προ ολίγων ετών, ήτον ξένος, φερμένος εις τον τόπον από την μεγάλην νήσον, την Έγριπον. Η λαίλαψ του πολέμου, εις την αρχήν του αιώνος, είχε σκορπίσει όλην την οικογένειάν του. Ακολούθως, μετά την αποκατάστασιν των πραγμάτων, πόσοι έγειναν αναγνωρισμοί, μεταξύ γονέων καταφυγόντων εις τας νήσους και τέκνων απαχθέντων εις την μεγάλην ήπειρον, αδελφών φυγόντων εις τα βουνά και αδελφών κρυφθέντων μεταξύ ερειπίων και συντριμμάτων. Πολλοί ανεύρον τους αδελφούς των Τούρκους αγάδες, πλούτου κομιστάς εις τα παράλια, άλλοι ανεκάλυψαν τας αδελφάς των Σουλτάνες, χανούμισσες εις τα χαρέμια. Είς εκ των αναγνωρισμών αυτών ήτο ο του γέρο- Σταύρου, ανωνύμου, (όστις ύστερον προσέλαβε το όνομα Κακαβάρης, όνομα του πενθερού του, αγροίκου βοσκού εις την μικράν νήσον, όπου τον είχε ρίψει η θύελλα και ενυμφεύθη την σημερινήν γραίαν Κακαβάραιναν), όστις ανεγνώρισε τον αδελφόν του όχι Τούρκον, ευτυχώς, αλλά Δεσπότην μιας των μητροπόλεων ανά το Αιγαίον. Τότε ο Δεσπότης προσέλαβε τον νέον, όστις εκυμαίνετο [να γείνη ναύτης] μεταξύ του επαγγέλματος του πατρός του του ναύτου και του πάππου του του βοσκού, τον εσπούδασε και τον έβγαλε καθηγητήν απ' το Πανεπιστήμιο.

Έκτοτε η Μελαγχρώ, ήτις ήτο κατά δύο έτη μικροτέρα, εξήφθη, υπερηφανεύθη και ήθελε να γείνη και αυτή μεγάλη κυρία. Το είδος τούτο της τρέλλας μετεδόθη βραδύτερον και εις την μητέρα της. Κατ' αρχάς η γραία είχεν αντισταθή εις το μίασμα, έπειτα, με τον καιρόν, εκόλλησε και αυτή.

Η Μελαγχρώ εφαντάζετο, έξαφνα, ότι ο αδελφός της θα της φέρη ένα πλούσιον, ευγενή άρχοντα από τας Αθήνας διά νυμφίον. Όταν έμαθεν ότι ο Τρικούπης ήτο άγαμος, πάραυτα συνέλαβε το όνειρον ότι ούτος θα ήρχετο να την ζητήση ως νύμφην· είτα η φιλοδοξία της έφθασε και μέχρι του Διαδόχου του Θρόνου. Τα όνειρα ταύτα τα έβλεπαν εις τα ξυπνητά και τα εξέφεραν μεγαλοφώνως, εις επήκοον της γειτονιάς όλης. Και οι μεν νέοι και τα κοράσια εγέλων με πλατύ στόμα, όταν τα ήκουον. Αι δε γεροντότεραι και φρονιμώτεραι γειτόνισσαι τας επετίμων, συμβουλεύουσαι αυτάς να μη έχωσι τοιαύτας ιδέας. Διάφοροι άνθρωποι αγοραίοι, με τα κακόζηλα αστεία των, υπέθαλπον την τρέλλαν ταύτην, διά λόγων, διά πλαστών επιστολών, ερχομένων δήθεν από τας Αθήνας, εν αις περιείχοντο προτάσεις γάμου από φανταστικά ονόματα αρχόντων και πριγκήπων διά χρυσοχάρτων προγραμμάτων με επιδεικτικά κεφαλαία γράμματα, τα οποία παρουσίαζον ως συναλλάγματα και επιταγάς προς είσπραξιν εκατομμυρίων κτλ..... και αι δύο ήσαν αγράμματοι. Πρώτη εκ των γειτόνων η γραία Παπαντώναινα τας ενουθέτησε, να μην τα πιστεύουν αυτά, αλλ' εκείναι ωργίσθησαν και την ύβρισαν· έκτοτε έγειναν κακαί με όλην την γειτονιάν και με όλον τον κόσμον.

Όταν είδαν ότι ο Γιώργος των, ο καθηγητής, αργούσε να ταις φέρη από τας Αθήνας τον ονειροπολούμενον γαμβρόν, τον Τρικούπην ή τον Διάδοχον, εθύμωσαν και με αυτόν και ήρχισαν να τον υβρίζουν. Η δε μανία των επετάθη, όταν έμαθον ότι ο Καθηγητής είχε νυμφευθή εις τας Αθήνας μίαν φράγκισσαν, νέαν δυτικήν το δόγμα καταγομένην εκ Βαυαρίας. Η γραία ήρχισε να τον καταράται. Ο Αχαΐρευτος, χαΐρι και προκοπή να μην ιδή! Ηρ προήρ! καθάρια Τραμοντίνη!

 — Ο Τουρκανάκατος, που μυρίζει χασανιές! Επρόσθεσεν η Μελαγχρώ (εννοούσα τον γάμον τον οποίον έκαμε)! Το φραγκόπουλο! που τρώει της χελώνες.

Έως εδώ είχον φθάσει αι γυναίκες αύται, μάνα και κόρη. Είχε δε λάβει και άλλας διαστάσεις και στροφάς η τρέλλα των. Είχαν δεχθή εις την οικίαν μάντεις και τουρκόγυφτους, διά να ταις ειπούν την μοίραν. Είχον υπάγει εις μάγισσες, να κάμουν μάγια, διά να μαγεύσουν τον Τρικούπην, να έλθη να ζητήση την κόρην. Είχον απομακρυνθή από τα θεία και δεν επλησίαζον εις ναόν. Μίαν φοράν ηθέλησαν να κάμουν μίαν λειτουργίαν εις εξωκκλήσιον. Τα γλυκοχαράμματα είχαν σηκωθή, εστολίσθησαν κ' εκίνησαν να πάγουν εις τον Άι-Γεώργην. Αλλ' εις τον μισόν δρόμον εστάθησαν, κ' εγύρισαν πίσω, κ' επαράγγειλαν εις τον παπάν να μη λειτουργήση. Τι ταις είχε συμβή; Αι γειτόνισσαι διηγούντο ότι συνήντησαν καθ' οδόν τον Στέλιον, μετά.......εις σχήμα γνωστού καλογήρου, όστις ταις είπε «να μη κάνουν λειτουργίες, δεν πιάνονται».

Ο Γιάννης της Στάμαινας δεν εφοβείτο ούτε τα στοιχειά ούτε τους βρυκόλακας. Όταν επέστρεφε την μίαν μετά τα μεσάνυχτα από τα καθήκοντά του ως πολιτοφύλακος περιπόλου της νυκτός εκείνης — της δε πολιτοφυλακής ταύτης τα καθήκοντα συνίσταντο εις ένα γύρον μεταξύ της 10ης και του μεσονυκτίου ανά τας συνοικίας της μικράς πολίχνης, και εις ένα ύπνον καθιστόν συνήθως μεταξύ του μεσονυκτίου και της πρώτης ώρας, έξωθεν ενός κεντρικού μαγαζείου της αγοράς, επί της κτιστής μπαγκέττας της φατνωμένης με σανίδια — όταν επέστρεφε, λέγω, μετά την διάλυσιν [λήξιν] της νυκτοφυλακής διά ν' απέλθη εις την οικίαν του, ηθέλησεν, ως προνοητικός άνθρωπος, να εξέλθη έξω εις τον γεώλοφον προς δυσμάς της πόλεως, εις τους αγρούς, όπου είδε δεμένον τον ημίονόν του, διά να ρίψη έν βλέμμα και αλλάξη εν ανάγκη το ζώον από το μέρος όπου έβοσκεν. Έφερεν επ' ώμου την καραβίναν του, την οποίαν είχε λάβει αφ' εσπέρας από την δημαρχίαν. Το μέρος, όπου έβαινεν, αντίκρυζε το νεκροταφείον της κωμοπόλεως. Ήτο την νύκτα της τετάρτης, περί τα τέλη Ιανουαρίου, πέντε ημέρας μετά την ταφήν του μικρού Στέλιου. Εκεί βλέπει εμπρός του, προπορευόμενος εκατόν βήματα αυτού δύο μαύρας σκιάς, να βαδίζουν κατ' ευθείαν προς το κοιμητήριον. Ήσαν δύο γυναίκες, η μία προφανώς μαυροφόρα, η άλλη με το χρώμα της νυκτός, εις το οποίον συνεχέετο το αόριστον χρώμα της μανδήλας της.

Ο Γιάννης δεν τας ανεγνώρισεν. Έκαμε τον σταυρόν του μάλλον από απορίαν παρά από φόβον και αντί ν' ακολουθήση τον πλάγιον δρόμον προς το μέρος όπου είχε δέσει το ζώον του, ηκολούθησε τον ευθύν και έφθασε πλησίον του νεκροταφείου. Ήτο λάμπουσα αστροφεγγιά, η δε σελήνη φθίνουσα έμελλε προς όρθρον ν' ανατείλη. Ο άνθρωπος είδε τας δύο μαυροφόρας, άμα έφθασαν πλησίον εις τον περίβολον, να ίστανται προς στιγμήν ενώπιον της πύλης, ως να εδίσταζον. Ο Γιάννης της Στάμαινας εκρύβη όπισθεν προεξέχοντος όχθου της κυρτωμένης λοφιάς του υψώματος και τας παρετήρει με άπληστον περιέργειαν.

Αι δύο σκιαί δεν εισήλθον διά της πύλης, αλλ' ήρχισαν να βαδίζωσι τον τοίχον- τοίχον, κατά την βορεινήν πλευράν του λόφου εκ του μέρους της στερεάς. Η άλλη η δυτικομεσημβρινή πλευρά ήτο προς την θάλασσαν. Όλος ο περίβολος των νεκρών έκειτο επί λόφου θαλασσοπλήκτου, κωνοειδούς, όπου προς το νότιον μέρος εσχηματίζετο κρημνώδης ακτή προς την θάλασσαν (τα κύματα εβαυκάλιζον τον ύπνον των νεκρών). Η πύλη ήτο μεν ανοικτή επί του μανδάλου και φύλαξ ουδείς υπήρχεν εντός, [Ούτε οικίσκος ούτε ναός υπήρχεν, αλλ' ο ναός έκειτο επί υψηλοτέρου οροπεδίου προς ανατολάς], αλλ' ήτο βαρεία και αυτός ο κρότος του ανοίγματός της θα εφαίνετο ότι θα ήτο ικανός να (ταράξη τον ύπνον) εξυπνήση τους νεκρούς τα μεσάνυκτα και θα επέβαλλε [προεκάλει] ρίγος και φρικίασιν εις τα οστά του τολμητίου.

Αι δύο μαύραι σκιαί εκρύβησαν όπισθεν του βορεινού τοίχου και ο Γιάννης της Στάμαινας έσπευσε δρομαίος και τας παρηκολούθησε. Μετ' ολίγα βήματα τας αντίκρυσε πάλιν και πάραυτα εμετρίασε το βήμα. Εκείναι εβάδισαν εκατοστύν βημάτων τον τοίχον-τοίχον και είτα εστάθησαν.

Είχον φθάσει εις έν μέρος του περιβόλου, το οποίον εφαίνετο χαμηλότερον, φθάνον μέχρι της μέσης μετρίου αναστήματος ανδρός, ενώ το άλλο κτίριον έφθανεν έως τας μασχάλας ή τους ώμους. Λίθοι και κονία είχον εκπέσει από την κορυφήν του τοίχου εις το μέρος εκείνο και ήτο ευκολώτατον να το υπερβή άνθρωπος και να εισέλθη.

Ο Γιάννης εσταμάτησε και έβλεπε μετ' αυξούσης εκπλήξεως τα (*)

*) Το διήγημα, πιθανώς το τελευταίον του συγγραφέως, έμεινεν έως εδώ, ατελές.

ΔHΜΑΡΧΙΝΑ ΝΥΦΗ


Τριάντα τόσα κομμάτια καράβια είχον καταπλεύσει εις τον λιμένα. Δέκα μεγάλα βρίκια, γαλέττες δώδεκα και δύο ή τρία μπάρκα ή τρικάταρτα και χωριστά άλλα μικρότερα, κόττερα, βρατσέρες και λόβερ. Και τότε ο μακαρίτης ο γέρο-Γιαλέδης, όστις ήτο σφόδρα ενάντιος εις την ιδέαν, δι' ην είχον παραταχθή ως εις ναυμαχίαν όλα τα σκάφη ταύτα, έλεγε πρός τινα άλλον νεώτερον ομόφρονά του έν παλαιόν δίστιχον:

       Ήρθαν τ' ανθρωπάκια
       απ' τα καραβάκια.

Όλαι αι παλαιαί ναυτικαί οικογένειαι του τόπου, Μαϊμπαίοι, Γιακουμπαίοι, Κουμπαίοι, Χαναίοι, Μολγκοναίοι, Μπιρμπαίοι, (και ο διηγούμενος ταύτα επρόσθετε: Μπουλαμπεραίοι, Αστροφταίοι, Μπουμουναίοι, Κουρουταίοι, Σταχταίοι, Στουρναίοι, Κασναίοι και λοιποί) είχον βάλει πείσμα ότι έπρεπε να εκλεχθή εξ άπαντος, εις την επικειμένην δημοτικήν, ως άρχων του τόπου ο κ. Νίκος Αγγούδης, νεαρώτατος δικηγόρος της τελευταίας κοπής, νεωτεριστής, ερωτύλος, φιλόκοσμος και φιλόδοξος εις άκρον, κωμαστής και κιθαρωδός (έπαιζε «κριθάρα», κατά την φράσιν του Διοματάρη Ρήγα, ενός των θερμών υποστηρικτών του), και ο μόνος κατάλληλος να δοξάση τον τόπον. Και ήτο τωόντι βέβαιον ότι θα εξελέγετο, με τόσην φοβεράν επιστρατίαν ναυστολικού και πληρωμάτων.

Άμα οι αντίθετοι είδον την μεγαλόσωμον αυτήν ακρίδα [ή την αγέλην αυτήν των ορνέων των Θαλασσινών] ενσκήψασαν εις τον λιμένα, ήρχισαν εν χορώ να τραγωδούν το «Πολλή μαυρίλα πλάκωσε»! Όλος σχεδόν ο ιστιοφορικός στολίσκος της νήσου είχεν επιστρατευθή. Έν μόνον μεγάλο καράβι, του καπετάν Αλέξη Παγούρη, εβράδυνε να φανή και δεν εφαίνετο εις την συνάντησιν των σκαφών των ξυλίνων. Το επερίμεναν από ημέρας εις ημέραν να φανή· εις μάτην, Δεν ήλθε δι' όλου του εκλογικού αγώνος, δεν ήλθεν ούτε την παραμονήν της εκλογής, δεν ήλθεν ούτε εις τα επινίκια. Αλλ' ούτε μετά τας εκλογάς ποτέ ήλθεν.

Εις μάτην η καπετάνισσα, η Φλωρού, η γυνή του Αλέξη Παγούρη, έβγαινε πάσαν πρωίαν και πάσαν εσπέραν εις το ηλιακωτόν δώμα, ανάμεσα εις τους δύο [τρεις] κομψούς και λεπτούς κίονας τους υποστηρίζοντας την στέγην, και ίστατο εκεί ώρας, με το ναυτικόν κιάλι εις το όμμα, αγναντεύουσα το μακρόν πέλαγος, εξετάζουσα τα κύματα και διερευνώσα με το βλέμμα τα χαριτωμένα νησάκια, τους μεμακρυσμένους βράχους και τας σπηλάδας. Ίχνος ιστίου δεν έβλεπε πουθενά, ούτε ως πτερόν γλάρου, ούτε ως λοφιάν πάπιας, ούτε ως κεκρύφαλον καλλικατζούνας· ούτε όπισθεν των χθαμηλών σκοπέλων, ούτε πέραν της Μπιώτας, ούτε εκείθεν του Καλαμακιού· ούτε προς την ανατολικήν, ούτε προς την δυτικήν ακτήν. Κ' επανήρχετο εν αθυμία η γυνή εις τον θάλαμόν της και κατέθετε το κιάλι το άχρηστον, κ' έτρωγε το πικρόν δείπνον της εν συντριβή και ανεκλίνετο εις τον σκληρόν καναπέν της εν αγωνία. Και ήτο μόνη εις το ωραίον κομψόν σπήτι της η Αρχόντω, αυτή και η εικοσαέτις ανεψιά της η Φλωρού, την οποίαν είχεν υιοθετήσει, μη έχουσα θυγατέρα. Επειδή τους δύο υιούς της, τον Αργύρην και τον Κίμωνα, τους είχε μαζί του στο καράβι ο πατήρ των. Κ' η κομψή ακρινή οικία, μάρτυς της φιλοκαλίας του κτήτορός της, ίστατο εκεί επάνω εις τα Σχιναδέικα, επί αμβλείας προβλήτος προς τον γιαλόν του Επάνω Μαχαλά, εις την γωνίαν ακριβώς δύο κολπίσκων. Ύπερθεν του παλαιού μύλου με τους βράχους τους σπαρτούς, επί των οποίων ανεγινώσκοντο ακόμη, κατά την παράδοσιν ή την πρόληψιν, τα γράμματα του Θεμιστοκλέους προς τους Ίωνας της Μικράς Ασίας, προτρέποντος αυτούς ν' αποταχθώσι τον μισητόν βάρβαρον και προσέλθωσιν εις την γλυκείαν Ελλάδα, την μητέρα των.

Πώς να παρηγορηθή η Αρχόντω διά την απουσίαν του συζύγου της, αφού ήτο εκ των προτέρων γνωστόν ότι ούτος, όπως και όλοι οι πλοίαρχοι, είχε δώσει υπόσχεσιν να έλθη εις τας εκλογάς; Ιδού ήτο Παρασκευή, εξημέρωνε το Σάββατον, την μεθαύριον θα επανέτελλε Κυριακή, ημέρα των εκλογών, και το καράβι δεν εφάνη. Η καπετάνισσα, καθώς λέγει το παραμύθι [ο λόγος], «έμβαινε κ' έβγαινε και βαρειαναστέναζε».

 — Μάνα, της λέγει μετά πολύν δισταγμόν η ανεψιά η ψυχοκόρη της. Ακούς, τι άκουσα να λένε, πως η γρηά η Γκότσαινα, πούνε μάγισσα...

 — Ξωρκισμένη νάνε, παιδί μου, υπέλαβεν η Αρχόντω!

 — Μα ακούς, μάνα ... επανέλαβεν η κόρη, επειδή, αφού άπαξ ήρχισεν, ησθάνετο την τόλμην να εξακολουθήση.

 — Δεν ακούω τίποτα, είπεν αυστηρώς η Αρχόντω.

Η κόρη «εποδαιώθη», κ' εσιώπησε.

Μετά μίαν ώραν, αφού είχε σηκωθή από το πικραμμένον δείπνον της η καπετάνισσα, πριν σηκωθή να κάμη την προσευχήν της, διά να πλαγιάση, αίφνης της λέγει:

 — Τι έλεγες, Φλωρού, για την γρηά-Γκότσαινα, την μάγισσα;

 — Ναι, αλήθεια, μάνα· του Ραχιώτη το καράβι, ακούς, οπού έλειπε καιρό και καιρό, κ' ήταν φόβος, δεν ήθελε η Ραχιώταινα, ακούς, να πάρη την Γκότσαινα να της κάμη τα μάγια μέσ' το αυγό, να ιδή με τα μάτια της η καπετάνισσα ανίσως είνε καλά το καράβι ή όχι· και τότε η Γκότσαινα της λέει· κι' αν φοβάσαι τα μάγια, πέσε στα θεοτικά· πάρ' ένα κορίτσι απάρθενο, αθώο, ως ένδεκα χρονών να είνε, κατέβασ' ένα 'κόνισμα απ' το 'κονοστάσι, δος της το στα χέρια να το κρατή ώρα πολλή, και να το κυττάζη ατράνταχτα, χωρίς να ξεκολλήση ούτε στιγμή απ' το 'κόνισμα το μάτι. Και τότε το κορίτσι θα φωτισθή και θα τ' αρωτήσης, τι βλέπε; Κ' εκείνο θα σου πη βλέπω το και το, ή βουλιαμμένο είνε το καράβι, ή αβούλιαχτο.

 — Δέσε τη γλώσσα σ', είπεν η Αρχόντω.

 — Ναι· ο λόγος το λέει. Έτσι της είπε η Γκότσαινα, κ' έτσι έκαμε η Ραχιώταινα. Επήρε το κορίτσι του καπετάν Λυμπέρη, τη Χ., που είνε ως ένδεκα χρονών, καθαρό, αθώο, όπως της είπε η Γκότσαινα, και της έβαλε το 'κόνισμα στα χέρια, κ' εκάθισε, και το κύτταζε, μιαν ώρα. Κ' ύστερα την ερωτά· τι βλέπεις; Και της είπε· βλέπω το καράβι που αρμενίζει με πρύμον καιρό, με τα πανιά φουσκωμένα, κι' ο καπετάνιος στο τιμόνι· κατά 'δώ έχει την πλώρη. Κι' αληθινά, σε τρεις μέραις, ήρθε το καράβι. Το θυμάσαι, μήνες είνε από τότε.

Η Αρχόντω, μετά μικράν σκέψιν είπε:

 — Πας να την φωνάξης;

 — Ποια, την Χ., του καπετάν Λυμπέρη; Τέτοιαν ώρα, έρχεται;

 — Τι ώρα είνε; Η κόττες τώρα κάτιασαν.

 — Πώς να πάω, μάνα; φοβάμαι.

-Βγαίνω στο παραθύρι και σ' αγναντεύω· σε φυλάω με το μάτι· τρεις πόρτες παραπέρα είνε.

 — Ας πάω.

Η κόρη εξήλθε, κατέβη στον δρόμον, κ' η θεία της ήνοιξε το παράθυρον και την ενεθάρρυνε. Μετά πέντε λεπτά ήκουσε την φωνήν της, οπού εκάλει την κόρην του καπετάν Λυμπέρη.

 — Χ. Έ, Χ.

 — Τι είνε; Ποιος φωνάζει;

 — Κατέβα να σου πω.

Ήκουσε μικρόν θόρυβον, συνεννοήσεις, φωνάς της παιδίσκης από τον δρόμον, της μητρός της από το μπαλκόνι. Και μίαν τελευταίαν παραγγελίαν:

 — Ας είνε, πήγαινε. Ναρθής γλήγορα.

Και μετ' ολίγα λεπτά αι δύο κορασίδες ανέβαινον τρέχουσαι τα σκαλοπάτια της οικίας του καπετάν Αλέξη.

Η Χ. ήτον χλωμή, λευκή και λεπτοφυής εις άκρον.

Ταχέως εξετελέσθη το πείραμα. Η μικρά παιδίσκη επί ώραν εκράτει έν εικόνισμα με τας δύο χείρας της. Εν τω μεταξύ η καπετάνισσα η Λυμπέραινα, είτε διότι εδυσχέραινεν εκ της παρατεινομένης απουσίας του θυγατρίου, είτε μάλλον διότι επεθύμει να είνε και αυτή παρούσα εις την διεξαγωγήν της μαντείας, έφθασεν εις την οικίαν της Παγούραινας. Μετά ώραν ικανήν, όταν η Αλέξαινα, καθημένη αντικρύ της μικράς, είδε κάπως τα όμματά της να ιλλωπίζουν, από κούρασιν ή ζάλην, την ερωτά:

 — Τι βλέπεις;

 — Βλέπω, απήντησεν η παιδίσκη, ένα καράβι. Βλέπω σύννεφα πολλά, θολά, τρεχούμενα, ανακατωμένα, φουσκοθαλασσιά, τρικυμία, θεώρατα κύματα, που χτυπούν επάνω στους βράχους, στο κάβο, στην ακρογιαλιά.

 — Και πώς το βλέπεις το καράβι; ηρώτησε με κομμένην φωνήν η Αρχόντω.

 — Το καράβι σύντριμμα και τρομάρα... Ωχ! και είνε ένας, δύο, τρεις νομάτοι που πλέουν, τους συναπαίρνει το κύμα, (ύψωνεν αλληλοδιαδόχως τρεις δακτύλους της δεξιάς χειρός της), τους κτυπά η θάλασσα απάνω στα βράχια, που πολεμούν να πιαστούν, τους αρπάζει ξανά πίσω το κύμα, πάλι τους πετά εμπρός, τους χτυπά, πω, πω! απάνω στα γκρύφια, κ' οι νομάτοι ζαλισμένοι, μουσκεμμένοι, μισοσκοτωμένοι, δεν μπόρεσαν να πιαστούν. Βουλιάν, βούλιαξαν, πάνε, όμοροι έγειναν... Οι δύο επήγαν στον πάτο κάτω, κι' ο ένας ακίνητος, με γουρλωμένα μάτια, φαίνεται σαν να γλυκοκοιμάται απάνω σε μιαν αμμουδιά μακράν, τοσηδά, ως τρεις πιθαμές (έκαμε με σχήμα ως να εμέτρα ως τρεις πιθαμάς).

Τέλος διεξήχθη πανηγυρικώς η εκλογή, ο υποψήφιος της νέας εσοδείας επήρε το διπλάσιον των ψήφων από τον παλαιόν, τον πολύ φημισμένον άλλοτε και ισχυρόν αντίπαλόν του. Εωρτάσθησαν μετ' ενθουσιασμού τα επινίκια. Χαρά και αγαλλίασις μετ' αφθόνων σπονδών επέπεσον εις την αγοράν, εις τ' Αλώνια, και τα Λειβάδια, όπου έως τότε έβοσκον ησύχως τόσα άκακα κτήνη. Όλος ο συμμαχικός στόλος εσημαιοστολίσθη. Ποικίλα λαλούμενα, βιολιά και λαγούτα. Γύφτοι με κλαρινέττα, φυσώντες και χορεύοντες, επήδησαν, ηλάλαξαν, εκοβίδησαν, προεξάρχοντες της βακχικής πομπής. Γυναίκες εχρωμάτισαν από την μέθην των, και παιδιά ωλόλυζαν από την λαχτάραν των, από τους δρόμους και από τα σοκάκια [τρέχοντα] εις τα πλευρά και εις την ουράν της λαϊκής πλημμύρας (αγέλης).

Είχον βεβαίως δίκαιον να χαρώσι τόσον· ο νέος δήμαρχος έμελλεν, όπως έγραφεν εις το πρόγραμμά του, δημοσιευθέν εις την «Παλίρροιαν» της Χαλκίδος, κ' εις το «Μη χάνεσαι» των Αθηνών, να κατορθώση πολλά και μεγάλα έργα. Εν πρώτοις απόφασιν είχε να κατεβάση από το βουνόν την βρύσιν του Προφήτου Ηλιού, να την εγκαθιδρύση εις την μικράν πόλιν. Είκοσι χιλιάδας δραχμών εισόδημα είχεν ως έγγιστα ο δήμος· πεντακόσιαι τουλάχιστον χιλιάδες θα εχρειάζοντο διά να κατορθωθή το μεγαλεπήβολον έργον, ώστε να παύσουν πλέον οι εκλογείς του πίνοντες νερόν από τα φρέατα, ας ήσαν ταύτα φλεβώδη και λίαν υγιεινά. Τι θα του εκόστιζε του νεαρού εκλεκτού των να εύρη κάπου πεντακοσίας χιλιάδας διά να το εκτελέση; Προσέτι ο νέος δημοτικός άρχων θα ίδρυεν εις τον τόπον εταιρίαν «Αλληλοβοηθείας» μεταξύ των ναυτικών. Προς τούτο όλοι οι πλοίαρχοι (αλλά και διά να τον αποζημιώσουν, διότι θα έχανεν ο άνθρωπος την πελατείαν του εις την έδραν του Πρωτοδικείου) προκατέβαλον χιλιάδας δραχμών εις χείρας του. Και η μεν «Αλληλοβοήθεια» ποτέ δεν εξετελέσθη, κ' η κρήνη του Προφήτου Ηλιού έμεινε διά πάντοτε εις το βουνόν, όπου ήτο. Εις δε το «Μη Χάνεσαι» εδημοσιεύθη μετά τινας μήνας, ότι «ο μεγαλοπράγμων δήμαρχος κ. Ν. Αγγούδης κατεσκεύασε τρεις ωραίας οδούς διασχιζούσας την νήσον, εξ ων η μία άγει εις την Μακεδονίαν (sic), η δευτέρα προς την Παλαιάν Ελλάδα, κ' η τρίτη εκβάλλει εις την θάλασσαν. Εφώτισε προσέτι την πόλιν διά δεκατριών φανών, διά να βλέπουν την νύκτα όλοι οι νυκτοβάται, και διά να γκρεμοτσακίζωνται την αυγήν όλοι οι εργατικοί, όσοι θα εξύπνων πολλά πρωί διά ν' απέλθωσιν εις το έργον των.

Τέλος, αφού κατώρθωσεν όλα ταύτα, ο νέος δήμαρχος επήρε την κιθάραν του κ' έπλευσεν εις την απέναντι νήσον, όπου εφημίζετο ότι υπήρχον πλούσιαι νύμφαι. Διωργάνισεν εκεί, επειδή αυτός προεξήρχεν ως κιθαρωδός και ορχηστής, κώμους και παννυχίδας με την νεολαίαν του τόπου· όλην την νύκτα «έπαιζε κριθάραν», καθώς έλεγεν ο Διοματάρης, κ' έμελπε μερακλίδικα τραγούδια. Μία ορφανή πλουσία δεν ημπόρεσε να βαστάξη εις την γλύκα κ' εις το πάθος της κιθάρας και μετ' ολίγον καιρόν συνήφθη αρραβών και είτα ετελέσθη ο γάμος.

Εν τω μεταξύ η πτωχή Αρχόντω, η χήρα του πνιγέντος πλοιάρχου, έκλαιε τον σύζυγον και τους υιούς της, κ' οι πλοίαρχοι έκλαιον τας προκαταβολάς των. Και πέραν του πελάγους, εις την αντικρυνήν νήσον αντηχούν άσματα γαμήλια, βακχικά. Ολίγον κατ' ολίγον, αφού συνεπληρώθη η τετραετία του ο κ. Νίκος Αγγούδης μετεκόμισε την δημοτικότητα, την φιλοπατρίαν και όλα τα προγράμματά του εις την πέραν μεγάλην νήσον, κ' έπαυσε πλέον να παίζη «κριθάρα» και να κατεβάζη από τo βουνό εις την πόλιν την βρύσιν του Προφήτου Ηλιού.

ΟΙ ΚΑΝΤΑΡΑΙΟΙ


«Μήνυσις Ιω. Δ. Κανταραίου, κατά Γ. Δ. Κανταραίου, επί αγροζημία, επιθέσει και απειλή». — «Έγκλησις Αντων. I. Κανταραίου, κατά Βασ. Γ. Κανταραίου επί καταπατήσει αγρού, τραύματι και αικίαις». — «Μήνυσις Κωνστ. Στ. Κανταραίου, κατά Αν. Στ. Κανταραίου επί διαταράξει οικιακής ειρήνης, εξυβρίσει και απειλή». Όλ' αυτά τα έγγραφα και πολλά άλλα ομού τα διεξήρχετο ο καπετάν Γιωργής ο Ζηρείτης, πρώην ναυτικός, εμποροπλοίαρχος και νυν γραμματικός των χωριών, ταουνκλέρκ (1) , όπως λέγουν οι Άγγλοι, δηλαδή γραμματεύς της Δημαρχίας. Επειδή τον καιρόν εκείνον η αστυνομία ήτο δημοτική, παρ' αυτή εγίνοντο αι ποινικαί καταγγελίαι. Και χωρίς να προσέξη εις το πλήθος αυτό των Κανταραίων, οίτινες είχον γίνει τόσον πολλοί, (καθότι ήτο εξοικειωμένος με την πληθώραν ταύτην και δεν του έκαμνεν εντύπωσιν), ανελογίζετο μόνον το ατελείωτον αυτό ζήτημα των αγροζημιών των γενομένων ένεκα διαφοράς περί τα σύνορα αγρού και ακουσίως ανεπόλει τον Αλέξην τον Μπαρέκον, υιόν του Γιάννη Παρρήκη, μεγαλοβοσκόν, με αγέλην επτακοσίων αιγών, προ ολίγων ετών αποθανόντα· αυτός θα ήτο ο μόνος όστις, άμα έβλεπε πως είχον καταβοσκήσει εις απηγορευμένον μέρος τα γίδια του, χωρίς μάρτυς να τον ίδη, ειμή μόνος ο Θεός, (αλλά με την ισχυράν πιθανότητα ότι αυτός έμελλε να γείνη ύποπτος, καθό γείτων), πάραυτα έτρεχεν εις την Δημαρχίαν, επαρουσίαζε πέντε εκατοστάρικα, κ' έλεγε: «Να, εκεί κ' εκεί έκαμα ζημία, στου τάδε και στου τάδε· ας βάλουν «πραγμαγνώμονας» να τα εκτιμήσουν και να τα συμβιβασθούμε. Ας μοιρασθούν αυτά, κι' αν τους φανούν λίγα, εδώ είμαστε».

Θεός χωρέστ' τον, τον Αλέξην τον Μπαρέκον. Ήμεθα εις τον γάμον του, τον Ιούλιον του 1868. Ο θειος μου, δήμαρχος τότε, ως σύντεκνος, τον είχε στεφανώσει. Μεταξύ των καλεσμένων ήτον και ο ιατρός του χωρίου μας, ο αλησμόνητος Βαυαρός Γουλιέλμος Βιλδ, καλός, ανοιχτόκαρδος, είρων, με το τσιμπούκι του και θαυμάσιος διά συναναστροφήν. Μαζί του ήταν κ' η ανεψιά του, η Κατερίνα Χιώμμελ, την οποίαν ως άκληρος είχεν υιοθετήσει. Ήρχετο από το Αρσάκειον, όπου είχεν αρχίσει να μαθητεύη ως εσωτερική από δύο ετών, και ήτον χλωμή, απλοϊκή και «γλυκόκαρδη», σουήτχαρτ. Η φτωχή! ποίος το ήλπιζεν ότι έμελλε μετά τρία έτη να λάβη τραγικόν θάνατον, από τας ιδίας της (2) χείρας, πριν γείνη ακόμη είκοσιν ετών;

Λοιπόν ο καπετάν Γιωργής ο Ζηρείτης, εφυλλομέτρα τας διαφόρους μηνύσεις, τας μεταξύ τόσων ομωνύμων, διά να συντάξη τα «κλητήρια θεσπίσματα», και τας κλήσεις των μαρτύρων, όπως εισαχθώσιν αι υποθέσεις εις το Πταισματοδικείον. Ήτο μεγάλη φάρα, σχεδόν κράτος εν κράτει, ολόκληρον φρατρίαν και φυλήν απετέλουν αυτοί οι Κανταραίοι. Είχον πληθυνθή τόσον ανά το χωρίον και εις τους κάμπους της νήσου [γύρω], όπου είχον αποκτήσει εκτεταμένα κτήματα, αγρούς και αμπέλους και κήπους και είχαν ως συνοικίαν ολόκληρον καλυβιών, από μίλι εις μίλι, από κάμπον εις ρεμματιάν, και από λόφον εις δάσος, εις όλας τας χλοεράς τοποθεσίας της μεσημβρινής ακτής, — εις το Σκληθρί, την Καναπίτσαν, εις τον Πλατανιάν, τον Τρούλον, τον Στροφυλιάν και της Κουκουναριές, το ωραίον άλσος των πιτύων, όπου ηπλούτο κ' η λίμνη, η ορφή με τα γαλήνια βαθειά νερά, κτήμα του δήμου, την οποίαν αυτοί πάντοτε ενοικίαζον ή εξεμεταλλεύοντο. — Τόσον, λέγω, είχον πληθυνθή, ώστε θα ήσαν επικίνδυνοι, εάν δεν τους είχε δώσει ο Θεός κακήν μανίαν και λύσσαν να τρώγωνται μεταξύ των. Απήρτιζον αυτοί καθ' εαυτούς μικρόκοσμον και όταν είχον ανάγκην να εκσπάσουν τας κακάς ορμάς των, δεν έδερναν άλλον, αλλ' εδέρνοντο αυτοί μεταξύ των, αδελφοί, θείοι και ανεψιοί, εξάδελφοι και σπανίως εγεννώντο Κανταροπούλες· όλο Κανταρόπουλα· δεν κατεπάτουν ξένον κτήμα (άλλως, ολίγους γείτονας είχον διά να καταπατήσουν σιμά στα σύνορά των, — τους Δελχαρονιαναίους, τους Αιτωναραίους, τους Ασβισταίους και Στροφισταίους), αλλά Κανταραίος κατεπάτει τον αγρόν του Κανταραίου. Αν τους έπιανε κοκκίνη μανία να φονεύσουν, [εφόνευον] ο ανεψιός τον θείον και καθεξής. Και ηυξάνοντο και επληθύνοντο, πληρούντες την ευχήν ή την κατάραν του Δημάρχου.

Μας διηγήθη την ιστορίαν, πώς είχεν έλθει εις την νήσον η δαιμονία οικογένεια, ο γέρων Διονύσιος, ο εμπνευσμένος πνευματικός, εις τον Προφήτην Ηλίαν. Εις μίαν ακτήν της Ευβοίας, τον καιρόν εκείνον, ολίγα έτη προ του 21, σιμά εις το Πευκί, το Αρτεμίσιον, είς άνθρωπος, νέος ακόμη, λίαν πρωί επέταξε τα ρούχα του (ήτο Ιούνιος μην) κ' ερρίφθη εις την θάλασσαν. Ήτο καλός κολυμβητής, αν και εξωμερίτης, ήτοι γεωργός και βουκόλος. Ήτο ο Γιάννης ο Κάνταρος, τελευταίον λείψανον της πάλαι πολυπληθούς εν Ευβοία οικογενείας των Κανταραίων.

Ο άνθρωπος έφευγε την τουρκικήν εξουσίαν, επειδή είχε καταγγελθή ως αδελφοκτόνος. Κατ' εκείνον τον καιρόν ίσχυεν εκεί, ως και αλλού, το «εν τη μαχαίρα μου ζήσομαι». Δεν ήσαν τότε δικαστήρια διά να κρεμά τις την κάπαν του, ούτε δικολάβοι διά να κάμνουν εικονικά έγγραφα και στρεψοδικίας, ούτε διαιτηταί διά να «συβαστής», ούτε ψευδομάρτυρες διά ν' «αθωωθής». Τότε σ' εξεθέωναν οι προεστοί κ' οι «γυφτοχαρατζήδες», τώρα σε «αθωώνουν» οι βουλευταί κ' οι δήμαρχοι.

Λοιπόν ανάγκη πάσα, διά να ζήσης και προκόψης επί της γης, διά να «κεφαλώσης» και αποκτήσης αρπάγματα και κλέμματα (και διά να πυκτεύης και θητεύης και δουλεύης), να είχες το τουφέκι σου γυαλισμένον, γεμάτον, την κουμπούραν σου ασημοδεμένην, σφιχτοταπωμένην, την πάλαν σου κυρτήν, αστράπτουσαν, ακονισμένην. Οι Κανταραίοι τότε είχον πληθυνθή· υπέρ τα πενήντα κεφάλια άρρενες ήσαν εις την Εύβοιαν, όλοι σχεδόν καλοί δουλευταί κ' ευπορούντες, αλλά καταπιεζόμενοι από τους εισπράκτορας και καταπροδίδοντες αλλήλους. Εντεύθεν ήρχισεν εκεί η αμάχη, η οργή και κατάρα του Θεού. Ετρώγοντο μεταξύ των επί ήμισυν αιώνα, κατά γράμμα. Ο Κάνταρος εκυνήγει τον Κάνταρον με το τουφέκι εις το δάσος, και τον εφόνευεν ως θηρίον. Άλλος Κάνταρος παρεμόνευε τον Κάνταρον εις το στενόν με την κουμπούραν και τον άφινε στον τόπον. Άλλος εμάλωνε με άλλον εις τα σύνορα του αγρού, τον ετρύπα με την πάλαν και τον έρριπτε κάτω.

Συνέβη και ολίγοι τινές Κανταραίοι να ξενιτευθούν άλλοι απέθανον από την πανώλη την ενσκήψασαν περί τα τέλη του αιώνος. Όθεν, εις τον καιρόν εκείνον, δεν έμειναν πλέον, εκτός των θηλειών, ειμή δύο Κανταραίοι αδελφοί, ο Νικόλαος, σχεδόν τεσσαρακοντούτης, κι' ο Γιάννης τριακονταπεντούτης. Μίαν των ημερών, ίσως διότι έκριναν ότι υπήρχον παραπολλοί δύο Κανταραίοι, και ο είς επερίσσευεν, ο νεώτερος εκυνήγησε τον πρεσβύτερον με το τουφέκι, εις τον δρυμώνα, εντεύθεν της ακτής, όχι μακράν από το κλεινόν Αρτεμίσιον, το Πευκί, έρριξε και τον έφαγε με το βόλι. Διά μυριοστήν φοράν ο Κάιν εφόνευσε τον Άβελ, αλλ' αντιστρόφως ως προς την τάξιν των πρωτοτοκίων. Άνθρωποι ήκουσαν τον βρόντον και τον συριγμόν, έτρεξαν, και είδαν τον φονέα και το θύμα. Όχι μακράν απείχεν ο σταθμός του Τούρκου, του Γιαορκητζή, ή τελωνοφύλακος. Υπήρχον και δύο νιζάμηδες, στρατιώται, εκεί πλησίον. Οι χωρικοί εφοβέριξαν τον Γιάννην. Ούτος πιστεύσας ότι ήδη έτρεχον κατόπιν του οι νιζάμηδες, ως ταχύπους όπου ήτο, έτρεξε προς την ακτήν, έρριψεν εκεί το όπλον του κάτω, εγυμνώθη κ' ερρίφθη εις την θάλασσαν.

Η νήσος η Ποντική, το ερημόνησον οπού κείται εις το μέσον του πελάγους, θ' απέχη περί τα πέντε μίλια. Πώς να διακολυμβήση τις τόσον υγρόν διάστημα; Πότε να πλέη τις ως χελώνη, πότε ως δελφίν, «τ' ανδρίκεια», πότε να υπτιάζεται, «τ' ανάσκελα» διά να ξαποστάση, κτλ. — του κάκου δεν ηδύνατό τις να πλεύση πέραν. Πλην δεν έλειπαν η ψαροπούλες και τα περάματα. Όταν ο Κάνταρος είχεν αποκάμει, κ' είχε πλεύσει τα δύο πέμπτα ως έγγιστα του πορθμού, Έν τοιούτον πλοίον ευρέθη και τον εψάρευσε. Δεν ήτο προωρισμένος να χαθή, επειδή όλα και όλοι χρειάζονται, διά τας ατελειώτους αμαρτίας των ανθρώπων.

Εις τους αλιείς — διηγήθη ο Γιάννης όταν ανεξήχθη και συνήλθεν εκ της λιποθυμίας, πρώτον με το ρακί, είτα με μικράν τροφήν και ολίγον οίνον — ότι ήτο άνθρωπος άτυχος, οπού τον κατέτρεχαν οι αγάδες, αλλά και μερικοί χριστιανοί προδόται, επειδή ήτο φιλελεύθερος και συνεννοείτο με τους αρματωλούς και τους κλέφτας, αντιπέραν εις την Ρούμελην. Οι άνθρωποι τον επίστευσαν, ως εικός. Δεν είνε σύνηθες πράγμα να βλέπη τις άνθρωπον, και μάλιστα χερσαίον, να κολυμβά τολμηρός τόσον πέλαγος, χωρίς να έχη ισχυρούς και σπουδαίους λόγους. Βεβαίως τοιούτος άνθρωπος δεν ηδύνατο να μην είνε παλληκάρι.

Δεν ήτο έγγαμος, ευτυχώς, ο Γιάννης ο Κάνταρος, όταν τον απεβίβασε το πέραμα εις την νοτιοδυτικήν ακτήν της Σ., εις τον Στροφυλιά, σιμά εις το άλσος των πιτύων και την γλυκείαν λίμνην με τα πολλά χέλια. Είχεν αφήσει πολλάς θείας, εξαδέλφας, κι' ανεψιάς και χήρας και ορφανάς, οπίσω εις την Εύβοιαν, και ούτε ηρώτησεν ούτε έμαθε ποτέ τι είχον γίνει τα πλάσματα εκείνα. Είνε αληθές ότι είχον ευπορίαν αγροτικήν και μικρόν κατά μικρόν ηγχιστεύθησαν με τους εντοπίους, συνεχωνεύθησαν, κ' έλειψεν εκείθεν τ' όνομα των Κανταραίων.

Ο Γιάννης προσεκολλήθη το πρώτον, ως κοπέλλι, πλησίον του γέρο- Στριαριώτη, ενός γεωργοκτηματίου, εθήτευσεν, εδούλευσεν, έκαμε κλέμματα και αρπάγματα. Εδούλευε διά τρεις, έτρωγε μόνον δι' ενάμισυ και ήτο πολύ προκομμένος. Οπωσούν έφερεν ευτυχίαν εις τον παραφέντην του, και θα ηδύνατο και αυτός να καυχηθή, όπως ο Ιακώβ προς τον Λάβαν, ότι είχε «καλό ποδαρικό». «Επί τω ποδί μου ευλόγησέ σε Κύριος ο Θεός». Το δεύτερον έτος έκλεψε μίαν κόρην (ή απήγαγε) του αφεντικού του και την ενυμφεύθη· το τρίτον έτος, εκτός της προικός την οποίαν στανικώς επήρεν, είχεν αποκτήσει άλλα τόσα χωράφια, και είχε κατακτήσει όχι ολίγα γειτονικά χέρσα, με τον κόπον του, και τα εκαλλιέργησε. Κατόπιν η περιουσία του αυτή ετριπλασιάσθη, εγέννησεν υιούς, τον Στάμον και τον Δημήτριον, και θυγατέρα, την Τριανταφυλλιάν, και απέθανε πεντηκοντούτης.

Οι υιοί του εκληρονόμησαν την περιουσίαν του και την προκοπάδα του

(*). Το διήγημα απέμεινε ατελές

Τ'ΜΠΟΥΦ ΤΟΥ Π'ΛΙ


Ποίαν να είχε καλήν τύχην ο καπετάν Στέφος ο Γιαρής και του ήρχοντο όλα βολικά εις αυτόν τον κόσμον; Ποτέ δεν υπήρξεν άνθρωπος τόσον τυχερός, όσον αυτός. Από μίαν παληοκαϊάσα, είδος βομβάρδας ή κολυακιάς, οπού του είχεν αφήσει ως αζήλευτον κληρονομίαν ο πατέρας του, απέκτησε τώρα μίαν τεραστίαν σκούναν μεγίστης χωρητικότητος — επειδή η μόδα ήτον, εις τας ημέρας μας, ν' αρματώνουν ως σκούνες και τα μεγαλύτερα θαλασσινά σώματα [κομμάτια]. Άλλοι έλεγαν ότι είχε συνήθειαν, εκάστοτε, όταν επρόκειτο να μπαρκάρη από τον λιμένα, να βάζη την γυναίκα του την Σινιώραν να προπορεύεται πρώτη ως την βάρκα, κι' αυτός ν' ακολουθή, επειδή εκείνη είχε καλό ποδαρικό. Και όταν είς γείτων, διαβασμένος κάπως, παρετήρησεν ότι αυτό ήτο δεισιδαιμονία, ο παπ' Αβέρκιος ο ερημίτης απήντησεν ότι την δοξασίαν ή την συνήθειαν αυτήν επικυρώνει κ' η Αγία Γραφή. «Επί τω ποδί μου ευλόγησέ σε Κύριος ο Θεός», είπεν ο Ιακώβ εις τον Λάβαν τον πενθερόν του. Άλλοι έλεγαν ότι το μόνον «γούρι», ο καλός οιωνός, τον οποίον συνήθιζε κατά κόρον ο καπετάν Στέφος, ήτον η κλεψιά. Αγαπούσε πολύ το πλιάτσικο, ο βλογημένος. Ό,τι του έπεφτε στην πλώρη του δεν το άφινεν. Είτε εις το πέλαγος, είτε εις τον όρμον, όπου και αν προσήγγιζε, παν ναυτικόν είδος, το οποίον ήθελεν ευρεθή στον δρόμον του, άρμενον ή κάνναβιν ή ξύλον, το μετεχειρίζετο ως λάφυρον πολέμου. Πλην τούτο ίσως το συνήθιζον και άλλοι ναυτικοί, και, διά να είπωμεν την μαύρην αλήθειαν, ποτέ δεν έλειψεν από τον ναυτικόν μας κόσμον αυτή η στοιχειώδης πειρατεία. Και όμως οι άλλοι ποτέ δεν ημπορούσαν, όπως ωμολόγουν οι ίδιοι, να «κεφαλώσουν», δεν εσήκωναν δηλαδή άνω την κεφαλήν, από τας καταδρομάς της τύχης. Αλλά διά τον καπετάν Στέφον όμως η κλεψιά του έβγαινεν εις καλόν.

Τον ενθυμούντο όλοι, όταν ήσαν παιδιά εις το δημοτικόν σχολείον, και εις την πρώτην του ελληνικού· διότι ως εκεί επήγαιναν συνήθως τα καπετανόπουλα του τόπου. Δεν υπήρχεν όνειδος και χλεύη, δεν υπήρχε παραγκώμι και αναγόρευμα, το οποίον να μη του έρριπτον κατάμουτρα. Συνήθως τον ωνόμαζον «σαλιάρα», ή «μπουκαπόρτα», ή «μάπα κεφάλι». Αλλά τώρα, όταν τον έβλεπαν και τον εζήλευαν, θα ηδύναντο να είπωσι προς αλλήλους: «Ούτος ην, ον έσχομέν ποτε εις γέλωτα και εις παραβολήν;»

Όσον αφορά την Σινιώραν την καπετάνισσαν, όλ' οι άνδρες την εθεωρούσαν ως πολύ καλόκαρδην, όταν την έβλεπαν ανοικτοπρόσωπην, κοκκινομαλλούν, χονδρήν ως ξυλίνην καρούταν, να κάθηται σχεδόν διαρκώς επί του κατωφλίου της εξώπορτας του σπητιού, χωρίς να κάμνη τίποτε. Αι γυναίκες την έλεγαν «απαστύλωτη» «αναφάνταλη», «αστάνευτη». Έλεγαν ότι εξακολουθεί και τώρ' ακόμα, σχεδόν πενηντάρα, να βάπτη τα μαλλιά της μ' «ακνά». Επειδή, όταν της τα έβαπτε μικράς κόρης η μάνα της, το πράγμα δεν ελογίζετο εις όνειδος. Αυτή όμως θα ηδύνατο ν' απαντήση ότι τώρα ήτο λογικώτερον να τα βάπτη. Και τωόντι, ποτέ δεν εχαλούσεν η καρδιά της, ούτε δι' αυτό ούτε δι' άλλο τίποτε. Έλεγε μόνον: «Ποτέ δεν βάζω κακό στο νου μου, κι' όλα μου έρχονται δεξιά».