WeRead Powered by ReaderPub
Η νοσταλγός cover

Η νοσταλγός

Chapter 15: ΠΟΣΙΣ ΚΑΙ ΔΑΜΑΡ
Open in WeRead

About This Book

The narrative unfolds in a small coastal community, centering on a woman whose powerful nostalgia for her homeland leads her to board a little skiff by moonlight with a local youth. Their tentative excursion across the harbor becomes fraught when the boat is recognized as belonging to a visiting schooner and the ship's dog raises an alarm. Interwoven scenes of port life, seasonal observance and domestic detail accompany the episode, sketching themes of longing, the sea's pull, and the fragile boundaries between private desire and communal circumstance.

Οι θησαυροί των Βενετών, των Τούρκων, τα λάφυρα των Ελλήνων κλεφτών, όσοι είχον πατήσει κατά καιρούς τον πόδα εις την μικράν νήσον, την γενομένην πολλάκις ορμητήριον πολέμων και εκστρατειών και ούσαν αληθή δρόμον μεταξύ Κασσάνδρας, Ολύμπου και Άσπρης Θάλασσας, εφημίζοντο πόρρωθεν ως κεκρυμμένοι εις άγνωστα άντρα και υπόγεια του Κάστρου και όλης της νήσου. Αι γυναίκες του τόπου δεν ήσαν μεν ως αι χανούμισσαι μαλθακαί, αλλ' εργατικαί, μελαχροιναί και νόστιμαι εκρίνοντο άξιαι να στολίζωσι τα χαρέμια των αληθών πιστών ως σκλάβαι.

Όταν οι πρόσκοποι έφθασαν εις την κορυφήν του Αγίου Κωνσταντίνου, η αυγή είχε πορφυρώσει την ανατολήν με την ροδίνην αλουργίδα της, και αι δύο θάλασσαι εφαίνοντο ένθεν εξαπλούμεναι, η μία ως οθόνη με κυανούν στήμονα και με άλικην κρόκην δεχομένη τας ανταυγείας της παμφαούς ανατολής, η άλλη ως υπόσκιος μελανή άρουρα φέρουσα την σκωρίαν του σκότους ακόμη εγκατεσπαρμένην.

Τότε οι βάρβαροι εστάθησαν εις μίαν στενωπόν, αόρατοι υπό τα πεύκα, εξ ων ήτο κατάφυτον το βουνόν, και ο αρχηγός τους διέταξε να μοιρασθώσιν εις τρεις ομάδας και να βαδίσωσιν εκάστη χωριστά, εις πεντακοσίων βημάτων απόστασιν η μία από της άλλης, διά να μη φανώσιν ύποπτοι εις πάντα αγροδίαιτον, όστις τυχόν ορθρίζων από της αυγής εις το βουνόν, θα τους παρετήρει μακρόθεν. Είχον κρύψει επιμελώς τα όπλα υπό τα πλατέα βουρνούζιά των, είχον αφαιρέσει τα σαρίκια από τα φέσια των τα μακρά, ορθά και υποστρόγγυλα, και ομοίαζαν με Ανατολίτας ζωεμπόρους ή με περιπλανωμένους πραγματευτάς.

Η οδός διά το Κάστρον, εάν εκατηφόριζαν κατ' ευθείαν από της κορυφής του Αγίου Κωνσταντίνου εις την κοιλάδα την καλουμένην «τ' Αρβανίτη», ήτο πολύ συντομωτέρα, αλλ' ο γέρω-Σολμάν, επειδή είχε βάλει σημάδι την υψηλοτέραν κορυφήν, την Καραφιλτζανάκαν λεγομένην, τους ωδήγησεν ανατολικώτερον, προς τα δεξιά, και κατήλθον εις την ωραίαν γραφικήν τοποθεσίαν του Προφήτου Ηλιού, όπου έπιον ύδωρ δροσερόν εκ της κρήνης της διαυγούς, υπό την αμφιλαφή σκιάν γιγαντιαίων πλατάνων. Ήτο δε περί τα τέλη του Απριλίου, και με όλην την επικρατούσαν δρόσον, ήτο ακρανηνεμία, και η ημέρα προηγγέλλετο, λίαν θερμή, ει και ο ήλιος δεν είχεν ανατείλει ακόμη.

Εκείθεν στραφέντες προς τα βορειοανατολικά, διέτρεξαν μέγα επικλινές οροπέδιον, οπόθεν η θέα εκτείνεται ανά το Αιγαίον αχανής μεταξύ του υψηλού Άθω, της Ευβοίας και των νήσων, και όταν έφθασαν εις την ρίζαν του βουνού της Καραφιλτζανάκας ήρχισαν ν' ανέρχωνται προς τ' αριστερά βορειοδυτικώτερον.

Εισήλθον εις σύδενδρον σκιερόν ρεύμα, εις θέσιν καλουμένην «Κρύο Πηγάδι», γείτονα των «Τριών Σταυρών», όπου το παμπάλαιον φρέαρ είνε στοιχειωμένον, και παρά το χείλος αυτού ουχί σπανίως εξέρχονται φαντάσματα, συν τοις άλλοις είς αράπης με την τσιμπούκα, ουχί άραψ μελαψός, όπως αυτοί, αλλ' αιθίοψ παμμέλας, ως εξ εβένου. Ο γέρω- Σολμάν, όστις εγνώριζε το πράγμα, τους επρότεινε κ' έκαμαν όλοι, ανατέλλοντος του ηλίου, ευσεβή προσευχήν, κροτήσαντες τρις τα μέτωπα εις το λιθόστρωτον, επικαλούμενοι ίλεων την σκιάν του αρχαίου ομοθρήσκου των, όστις, τις οίδε διά ποίαν αμαρτίαν, είχε μείνει έξω του Παραδείσου και το φάσμα του εξηκολούθει μετά τόσα έτη να περιπλανάται εις την μελαγχολικήν εκείνην τοποθεσίαν.

Δ'.

Τας αίγας του ο πτωχός αιπόλος τας άφησεν όπως ευρέθησαν εις το έλεος του Θεού, ουδέ είχε καιρόν να τας οδηγήση οπίσω εις την μάνδραν, και να τας ασφαλίση. Βοσκόν άλλον ν' αφήση αναπληρωτήν δεν είχε την στιγμήν εκείνην. Ο ψυχογυιός του δεν είχεν επιστρέψει ακόμη από το φρούριον. Το παληόπαιδο θα ηύρε τας πύλας ανοικτάς και θα το έστρωσε με φίλους εις κανέν καπηλείον. Τις οίδεν αν δεν επώλησε το ήμισυ της καρδάρας, της προορισμένης διά τον κολλήγαν, αντί ημισείας δωδεκάδος ιχθυδίων παστών;

Ο βοσκός ολίγα μόνον βήματα έτρεξεν επί της μεγάλης οδού και είτα εστράφη προς τα αριστερά και εχώθη εν μέσω συστάδος θάμνων. Δεν ήτο μωρός αυτός να υπάγη εις το Κάστρον διά της μεγάλης οδού, την οποίαν είχε δείξει αρτίως εις τους κλέπτας. Εγνώριζε παμπόλλας πλαγίας οδούς, και μονοπάτια γνωστά μόνον εις τους ανθρώπους του επαγγέλματός του.

 — Εκεί μεταξύ των θάμνων ήρχιζε ένα μονοπάτι γνωστότατον αυτώ· χιλιάκις το είχε διατρέξει. Διά του μονοπατίου τούτου θα προελάμβανε τους πειρατάς κατά χίλια τουλάχιστον βήματα. Είχε καιρόν να υπάγη, να έλθη, κ' εκείνοι να μην έχουν φθάσει ακόμη!

Ήτο μονοπάτι και ήτο κρημνός. Ωμοίαζε με τον κρημνόν και με το μονοπάτι του δημώδους άσματος. Αλλ' εγνώριζεν αυτός από μονοπάτια. Από τέτοια «δεν ίδρωνε το μάτι του». Επάτει τόσον ελαφρά εις την γην, ώστε δεν άφινε σχεδόν ίχνος. Εις το επίπεδον οι πόδες του έκοπτον ως τροχοί, εις το κρημνώδες προσεκολλώντο ως αρπάγαι. Οι καλώς εσφιγμένοι περί τα σφυρά και φολιδοειδώς ανερχομένοι εις την κνήμην ιμάντες των πεδίλων του ήσαν ως πτερά εις τους πόδας.

Έτρεχεν, έτρεχεν αναρριχώμενος εις βράχους, υπερπηδών χάνδακας, κατερχόμενος την κρημνώδη ακτήν, ταλαντευόμενος επί του πρανούς, όπου άγρια ανθύλλια και θάμνοι άζωοι και άφιλοι ασφόδελοι εφύοντο μόνον αιωρούμενοι υπεράνω του πελάγους, προσπαίζοντες μαλθακώς προς τους βράχους της απορρώγος ακτής, έτρεχε και συγχρόνως εμελέτα νοερώς το σχέδιόν του. Οι εν τω φρουρίω είχον συνήθειαν υπό της ανάγκης υπαγορευθείσαν, ν' αναβιβάζωσι την γέφυραν καθ' εκάστην μικρόν προ της δύσεως του ηλίου, να την καταβιβάζωσι δε το πρωί άμα τη ανατολή. Εάν εύρισκε την γέφυραν υψωμένην ακόμη, αν και προ πολλού είχεν εξημερώσει ήδη, θα εφώνει εις τον φύλακα της πύλης του φρουρίου να μη την καταβιβάση δι' όνομα Θεού· εάν την εύρισκε καταβιβασμένην, ως ήτο πιθανόν, θα τον εξώρκιζε να την σηκώση, να την υψώση, να την μεταρσιώση, κόπτων πάσαν συγκοινωνίαν με την ξηράν, αν αγαπά τον Θεόν, άλλως το Κάστρον χάνεται.

Και τοιαύτας σκέψεις ανεκύκλου εν τω νω, και τοιούτους φόβους έτρεφε κατερχόμενος την αγρίαν εκείνην βορειοδυτικήν ακτήν, όπου αίγες μόνον δύνανται να πατώσι.

Φθάσας αντικρύ του παρεκκλησίου του Αγίου Σώζοντος, του εγειρομένου ιδιορρύθμως επί τινος σκοπέλου, ολίγας οργυιάς από του αιγιαλού, έκαμε τρις το σημείον του Σταυρού, κ' επεκαλέσθη τον Άγιον τώρα να το δείξη, να μη ψεύση το όνομά του.

Είτα διά το ασφαλέστερον, κατήλθεν ακόμη χθαμαλώτερον προς τον αιγιαλόν, και πάλιν ήρχισεν ελαφρά και γοργά πατών ν' ανέρχηται προς την γέφυραν του Κάστρου. Ευρίσκετο ενώπιον του φρουρίου.

Φοβερόν βραχώδες βάραθρον, όπου ίλιγγος και σκοτοδίνη κυριεύει τον άνθρωπον, άβυσσος ξηρά αιωρουμένη υπεράνω της υγράς αβύσσου χάσκει υπό την γέφυραν.

Η γέφυρα ήτο υψωμένη ακόμη, αν και ο ήλιος είχεν ανατείλει προ μικρού.

Ο βοσκός δεν ηδυνήθη την ώραν εκείνην να μη ενθυμηθή τον παραγυιόν του και ηπόρει τι να έγεινε. Μην έπαθε τυχόν τίποτε; μην έπεσε (Θεός φυλάξοι) εις τας χείρας των κορσάρων; μήπως τον συνέλαβον ούτοι περιπλανώμενον και τον επήραν σκλάβον; Διότι ο βοσκός ενόει αμυδρώς ότι, αν αυτού εφείσθησαν οι βάρβαροι, το έκαμαν εκ περισσής προφυλάξεως, διά να μη προδοθώσι πριν φθάσωσιν εις το Κάστρον. Αλλ' όχι· ο παραγυιός του δεν είχε πάθει (σίδερο στη μέση του·) τίποτε. Εκ της απορίας έμελλε να εξαχθή ο βοσκός πριν μάλιστα ερωτήση.

Ασθμαίνων ο πτωχός Τσόμπανος εστάθη αριστερόθεν, κρυπτόμενος παρά την βάσιν του υψηλού πετρίνου θριγκού, και ήρχισε μεγαλοφώνως να καλή τον πυλωρόν του φρουρίου·

 — Ε! απ' το Κάστρο! ε! πορτάρη!

Ουδεμία φωνή απήντησεν.

Ο βοσκός έκραξε με όσην δύναμιν είχε, διά της κεφαλικωτέρας και βραχνοτέρας φωνής του·

 — Ε! πορτάρη! ε! απ' την Ταράτσα! ε! απ' το Κιόσι!

Ταράτσα ήτο υψηλός ακρόδομος υπεράνω της σιδηράς πύλης κτισμένος, με τας πολεμίστρας και με την απαραίτητον ζεματίστραν του, την ύπερθεν της πύλης μακράν οπήν, δι' ης ως τελευταίον όπλον και καταφύγιον, ηπείλουν να ζεματίσωσι πάντα επιδρομέα, κατορθώσαντα να ζυγώση εις την σιδηράν πύλην κ' επιχειρούντα να την βιάση. Κιόσι (κιόσκι) ήτο το μικρόν περίπτερον, όπου συνερχόμενοι εβουλεύοντο ή απλώς ηργολόγουν οι προεστοί με την μακράν τσιμπούσαν, με τας ποικιλτάς μανίκας και τας κεντητάς ζώνας των.

Και πάλιν εκ τρίτου επανέλαβεν·

 — Ε! πορτάρη! ε! σεις οι προεστοί!

Την φοράν ταύτην ηκούσθη βραχνός ο βαρύς και οξύς τριγμός των σιδηρών μοχλών. Αλλ' ουχ' ήττον παραδόξως η πύλη έμεινε κλειστή, ως να μετενόησεν εκείνος όστις έμελλε να την ανοίξη.

Συγχρόνως διά τινος πολεμίστρας από του ύψους του ακροδόμου ηκούσθη φωνή.

 — Ε! συ, πώς βιάζεσαι τόσο, Τσόμπανε; έχε υπομονή να κατεβάσουμε το γεφύρι. Ή θέλεις να σ' ανεβάσω και σε με το παλάγκο, καθώς ανέβασα τον παραγυιό σου την αυγή;

 — Τον ανέβασες με το παλάγκο; είπεν αυτομάτως ο βοσκός.

 — Έφερε το γάλα του κυρ-Αναγνώστη του προεστού, και ο κυρ- Αναγνώστης το θέλει φρέσκο, κατάλαβες. Εγώ κατέβασα το παλάγκο, για να περάση την καρδάρα στο γάντζο, κ' η αφεντειά του εδέθηκε ο ίδιος, χωρίς να μου 'πη. Σα βαρύ το γάλα, είπα, σαν άρχισα να τραβώ το παλάγκο. Σαν τον ανέβασα ως το μισό το ύψος, βλέπω τη μούρη του ψυχογυιού σου, και μ' εκύτταζε και γελούσε σαν μαϊμού. Είπα να του παίξω καμμιά δουλειά, ν' αφήσω μια το σκοινί, που να του φανή ο ουρανός σφοντύλι... να σου τον φτιάσω εγώ κοπανιστή... Μα ας έχη χάρι, λυπήθηκα το γάλα του κυρ- Αναγνώστη, ει δε μη, ένα τσομπανόπουλο ολιγώτερο, ένα περισσότερο, θελά χάση, κατάλαβες, η Πόλι...

 — Δε με μέλει εμένα γι' αυτά, του εφώνησεν απ' αντικρύ ο βοσκός, αρχίσας να δυσφορή επί τη πολυλογία του φύλακος, όστις αόρατος όπισθεν του τοίχου, διά της πολεμίστρας βλέπων τον βοσκόν, ηυχαριστείτο να τον πειράζη, καπνίζων το βραχύ τσιμπούκι του, έχων αξώσεις δημογεροντικάς και τρέφων περιφρόνησιν προς το γένος των ποιμένων.

 — Και για τι πράμματα εσένα σε μέλει; απήντησεν ο πυλωρός μιμούμενος την επίρρινον φωνήν του αιπόλου.

 — Άκουσε να σου 'πω! πού είσαι! έκραξεν ανυπόμονος ούτος τρέχα να πης στους προεστούς το καλό π' σας θέλω, να μην κατεβάσετε σήμερα το γεφύρι! Το καλό π' σας θέλω! Ακούς;

 — Να μην κατεβάσωμε το γεφύρι; επανέλαβε μηχανικώς ο πυλωρός όπισθεν της πολεμίστρας.

 — Να μην το κατεβάσετε! εφώνησεν εμφαντικώτερον ο βοσκός.

 — Και γιατί; εσύ θα μας προστάξης; Να μην ωνειρεύτηκες τίποτε;

Και ήτο έτοιμος, όπως πρότερον ανέβαλε ν' ανοίξη τας πύλας του φρουρίου απλώς διά να βασανίση τον βοσκόν, διότι τον ενόμισε θέλοντα να εισέλθη εις το φρούριον δι' ιδιαιτέραν του υπόθεσιν, ούτω τώρα ν' ανοίξη την πύλην και να σηκώση διά του αρχετύπου μοχλού την γέφυραν μίαν ώραν αρχήτερα, εις το πείσμα του αιπόλου, κελεύοντος να μείνη υψωμένη η γέφυρα.

Ο μπάρμπα-Δήμος (ούτως εκαλείτο ο πυλωρός του φρουρίου) ήτο η παραξενιά και η αντιλογία εμπρόσωπος.

 — Ήρθαν κλέφταις! επανέλαβεν η φωνή του βοσκού. Ήρθαν κορσάροι! Τους είδα με τα μάτια μου!

 — Κλέφταις; Κορσάροι; επανείπε και ο μπάρμπα-Δήμος.

 — Σύρε να 'πής στους προεστούς, 'πες και του κυρ-Αναγνώστη του κολλήγα μου, χαιρετίσματα πολλά από μένα, ήρθαν κορσάροι! Τους είδα απάν' στο Σταυρό! Έτσι να έχω καλό τέλος! Είδα παραπάν' από δέκα- δώδεκα. Θα είνε κι' άλλοι κρυμμένοι. Δεν ξέρω πού έχουν αραμένο το καΐκι τους... Ως τόσο τους είδα. Ήρθαν να ερωτήσουν το δρόμο του Κάστρου από μένα...

Ο μπάρμπα-Δήμος ήρχισε να λαμβάνη υπό σπουδαιοτέραν όψιν το πράγμα, εν τούτοις όπως μη αφήση εξ ολοκλήρου την αντιλογίαν του.

 — Μην είδες όνειρο, άνθρωπε; εφώναξε. Πού θελά βρεθούν οι κορσάροι;

 — Τους είδα, σου λέω, με τα μάτια μου. 'Όπου κι' αν είνε έφτασαν! Μην κατεβάζης το γεφύρι, πριν σου δώσουν την άδειαν οι προεστοί. Ας βάλουν βάρδια και 'ς το Πρεγάδι κι' αλλού για να μη σας πατήσουν νύχτα.

Και ταύτα λέγων ο βοσκός ήρχισε ν' απομακρύνεται από την γέφυραν.

 — Είσαι στα συγκαλά σου; του εφώναξε διά τελευταίαν φοράν ο μπάρμπα- Δήμος.

 — Εγώ είμαι στα λογικά μου, ησύχασε· τώρα θα ιδής.

 — Και συ πού θα πας; τον ηρώτησεν ο πυλωρός.

 — Εγώ έχω τα γίδια μου, και ξέρω κι' όλαις ταις σπηλαίς να κρυφτώ, απήντησεν ο βοσκός.

Τω όντι, την τελευταίαν στιγμήν του ήλθε του μπάρμπα-Δήμου η απορία: διατί, αν πράγματι είχαν έλθει πειραταί, ο Τσόμπανος δεν εφρόντιζε και περί της προσωπικής ασφαλείας του; Αλλ' ο βοσκός εξηκολούθησε ν' απομακρύνεται και μετ' ολίγον έγεινεν άφαντος,

Ο μπάρμπα-Δήμος ήρχισε να σταυροκοπήται αφειδώς όπισθεν της πολεμίστρας, είτα έσπευσε να καταβή από την Ταράτσαν και εισήλθεν εις το Κιόσκι και μετέδωκε την είδησιν εις τους δημογέροντας του φρουρίου.

Ε'.

Τω όντι, ούτε η ιδέα δεν του ήλθε του πτωχού αιπόλου, του βόσκοντος ολίγας αίγας εις το κατάμερον των Τριών Σταυρών, να ζητήση παρά του μπάρμπα-Δήμου να του ρίψη την σχοινίνην κλίμακα ή να του καταβιβάση τον κάλων με την αρπάγην και την θηλειάν, δι' ης ανήλθεν εις την Ταράτσαν του φρουρίου ο παραγυιός του, κατά την αφήγησιν του πυλωρού· αλλά πρώτον ήλπιζεν ότι οι πειραταί δεν θα υπωπτεύοντο το παρ' αυτού γενόμενον διάβημα, έπειτα αυτός, όστις εγνώριζεν όλους τους κρημνούς και όλα τα μονοπάτια, εγνώριζεν επίσης και όλα τα σπήλαια και τας κρύπτας, τας ανοιγομένας ανά τας βραχώδεις βορεινάς εσχατιάς της νήσου. Ελυπείτο δε το πτωχόν αιπόλιόν του, το οποίον εθεώρει ως παρακαταθήκην εμπιστευθείσαν αυτώ υπό της φειδωλής μοίρας του προς φύλαξιν.

Ο κολλήγας του, ο κυρ-Αναγνώστης, ο προεστός, δεν ήτο άνθρωπος με ανοιχτό χέρι, βλέπεις, και αν ο πτωχός Τσόμπανος έχανε τας αίγας του, ήτο κατεστραμμένος, και πολλάς ελπίδας δεν είχε να εύρη σερμαγιά διά να αγοράση άλλας. Έπειτα όλοι θα τον ωνόμαζαν ανάξιον. Ενόει αυτός καλά από κόσμον, ας ήτο κ' αιγοβοσκός. Και τυχερός να είσαι, κατάλαβες, καλό δεν σου λέγουν, μόνο «σου κάνουν πρόσωπο», και από πίσω σου σκάβουν το λάκκο· και άτυχος να είσαι πάλιν, «τύφλα! » σου φωνάζουν όλοι. Και ούτε ωνειροπόλει αμοιβήν ή μισθόν τινα, διότι, κατά το φαινομένον, προσέφερε μεγάλην εκδούλευσιν προς τους συμπατριώτας του, αναγγέλλων τον επικρεμάμενον φοβερόν κίνδυνον, και σώζων εκ φόνου και διαρπαγής ολόκληρον χωρίον. Αυτά είνε (πώς να είπη τις;) «ιερά πράγματα», και αν υπάρχη αμοιβή τις, θα είνε αλλού κάπου· είχεν αμυδράν την συναίσθησιν ταύτην.

Τοιαύτα τινά ανελογίζετο ο πτωχός αιπόλος, ο βόσκων ολίγας αίγας εις το κατάμερον των Τριών Σταυρών, και ανήρχετο δρομαίος την ιδίαν ατραπόν, δι' ης είχε κατέλθει εις το φρούριον.

Αλλ' όταν έφθασεν εις το ύψος του κρημνού, οπόθεν αρχίζει η ατραπός να διαχαράττηται, τρεις άνδρες κεκρυμμένοι εις τους θάμνους αναπηδήσαντες τον συνέλαβον. Ο βοσκός αφήκε πεπνιγμένην κραυγήν. Οι ένοπλοι άνδρες εν ακαρεί τον εφίμωσαν και τον έδεσαν. Τον μετέφερον δε πλησίον των συντρόφων των.

Ήτο η οπισφοφυλακή των Αγαρηνών, ήτις, φθάσασα εις την κοιλάδα την εκτεινομένην κάτω του ζυγώματος των Τριών Σταυρών, εύρε καλόν έρμαιον τας αίγας του πτωχού αιπόλου. Οι βάρβαροι έσφαξαν πάραυτα τρεις τράγους, και όσα ερίφια υπήρχον τα έγδαραν και τα εσούβλισαν.

Επερίμεναν το σημείον των πέντε τουφεκισμών, τα οποίον είχε συμφωνηθή μεταξύ αυτών και των προπορευθέντων συντρόφων των. Άμα επατείτο το Κάστρον, είχον καιρόν να ψήσωσι τα σφάγια και να ευωχηθώσιν. Ουχ' ήττον είς τούτων ήναψε πυρ και κατεγίνετο να ψήση το τρυφερώτερον των εριφίων.

Τρεις ή τέσσαρες αυτών είχον τοποθετηθή παρά τον κρημνόν επισκοπούντες προς τον Άγιον Σώστην. Επερίμεναν οσονούπω την εμφάνισιν του πλοίου των.

Αυτοί ούτοι ήσαν οι συλλαβόντες τον πτωχόν αιπόλον.

Τον εκράτησαν εν ασφαλεία και δεν τον ηνώχλησαν άλλως. Προφανώς ούτοι ευρίσκοντο εν αγνοία της καθόδου του βοσκού προς το φρούριον, και ουδ' υπώπτευσαν ότι αυτός είχε φέρει εις τους συμπατριώτας του την είδησιν της αφίξεώς των.

Παρήλθε μακρά ώρα και οι πειραταί ήρχισαν ν' ανησυχώσι. Το μεν πλοίον εφάνη πλέον δειλώς πέραν του ακρωτηρίου της Αγίας Ελένης, και ελθόν προσωρμίσθη ου μακράν του Αγίου Σώστη. Εκ του φρουρίου όμως ουδέν σημείον ηκούσθη.

Τέλος, περί ώραν τετάρτην της ημέρας, όταν ο ήλιος είχεν ανέλθει ήδη πολύ υψηλά, οι δώδεκα σύντροφοί των κάθιδροι και πνευστιώντες έφθασαν άπρακτοι πλησίον των.

Ο πτωχός τσόμπανος, ο δεσμώτης, ενόει εκ των οργίλων βλεμμάτων και εκ της θηριώδους εκφράσεως του προσώπου των (χωρίς να ενοή τίποτε εκ της βαρβαροφώνου γλώσσης των), ότι εύρον τας πύλας του φρουρίου κλειστάς και την γέφυραν υψωμένην. Ο Άγιος Σώστης είχε κάμει το θαύμα του. Αίφνης είς των βαρβάρων διαπρεπής και μεγαλόσωμος, όστις εφαίνετο εξασκών εξουσίαν τινά επί τους άλλους, υψώσας τους οφθαλμούς προς ανατολάς, είπεν αραβιστί·

 — Ομνύω εις τον Αλλάχ, αν πέση ο προδότης εις τας χείρας μου, να τον θυσιάσω ως αυτούς τους τράγους!

 — Ποίος προδότης; ηρώτησεν είς των συντρόφων του.

Την στιγμήν εκείνην ο πρώτος λαλήσας, όστις ήτο αυτός εκείνος, όστις μετά του γέρω-Σολμάν, του λαλούντος την ελληνοβάρβαρον, είχεν ερωτήσει το πρωί τον αιπόλον περί της οδού της αγούσης εις το φρούριον, έστρεψε το βλέμμα προς τον σωρόν, ον απετέλει ο δέσμιος βοσκός κείμενος παρά τινα σχοίνον.

 — Τι είν' αυτό; είπε.

Και κύψας εξήτασε το πρόσωπον του αιπόλου.

 — Ιδού ο προδότης! σύντροφε, απήντησε τότε ο μεγαλόσωμος βάρβαρος προς τον ερωτήσαντα προηγουμένως.

Και είτα ήρχισε να εξηγή εν συντόμω προς τους πειρατάς, ότι εκ της κινήσεως ην παρετήρησεν εντός του Κάστρου με το εξησκημένον όμμα του, εκ των βλεμμάτων τα οποία εμάντευεν όπισθεν των πολεμιστρών εκ του ακροδόμου, είχεν υποπτεύσει ότι κάποιος έδωκεν είδησιν εις τους απίστους περί της αφίξεως του μουσουλμανικού στρατεύματος.

Ακολούθως τους ηρώτησε πού ηύραν τον άπιστον αυτόν.

Οι σύντροφοι του διηγήθησαν ότι τον συνέλαβον αναρριχώμενον εις τον κρημνόν, εκεί κάτω, όπου τινές των ανδρών είχον κρυβή παραμονεύοντες.

Και τότε ηλήθευσε διά μυριοστήν φοράν η δεσποτική πρόρρησις, και είς περιπλέον ενώμοτος βάρβαρος έδοξε λατρείαν προσφέρειν τω Θεώ.

. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

Απήχθη μεταξύ των ερεικών και σχοίνων, όπου δειλά ανθύλλια εποίκιλλον τον πράσινον εαρινόν της γης τάπητα· εκεί τον έσυραν οι Αγαρηνοί αλαλάζοντες, κ' εκεί έλουσε με το αίμα του τα άνθη και τους χλωρούς κλάδους, και ζέον ρείθρον εκοκκίνησε την γην, ήτις ευμενής το εδέχθη, η δε αύρα πραεία ανέλαβεν επί πτίλων την πνοήν του, κ' εκεί εκοιμήθη τον ύπνον τον παραδείσioν, ο πτωχός αιπόλος· μιμηθείς τον Ποιμένα τον καλόν, τον τιθέντα την ψυχήν υπέρ των προβάτων.

Και ύστερον πώς να μη μοσχοβολά το χώμα;

ΠΟΣΙΣ ΚΑΙ ΔΑΜΑΡ

(Διάλογος)

ΣΚΗΝΗ Α'

Πόσις. — Ναι, εγώ ο Πόσις. Σου επλήρωσα, ω Δάμαρ, την δεσποτείαν ακριβά.

Δάμαρ. — Τι μ' επλήρωσες;

Πόσις. — Έσκαψα, ως ασπάλαξ, βαθέως την γην, δια να ανακαλύψω χρυσόν και άργυρον, διά να κεντήσης τα πέδιλά σου, να τα φορής, να πατής και να τρίζη η γη υπό τους πόδας σου. Εξεκοίλιασα τους σκώληκας της γης και απέσπασα τα έντερά των, διά να έχης να υφάνης μέταξαν και κατασκευάσης πολύπτυχον εσθήτα, διά ν' ανεμίζωνται τα άκρα σου, και αποτελή το βάδισμά σου μέγαν θρουν. Κατέβην εις τα έγκατα της γης να εύρω αδάμαντα, διά να έχης πόρπην, ήτις είθε να είνε αρκετά στερεά διά την ζώνην σου την χρυσήν. Κατέδυν εις τα βάθη των θαλασσών όπως εύρω μαργαρίτας λευκούς, στιλπνούς, διά να περισφίγγουν οφιοειδώς τον τράχηλόν σου τον θεσπέσιον, άνωθεν του στέρνου σου του θαλπερού και του κόλπου σου του ζωηφόρου. Ηρεύνησα να εύρω σμαράγδους και σαπφείρους όπως κοσμήσω δακτύλιον, δεσμόν πίστεως περί τον δάκτυλόν σου τον τορνευτόν. Έκοψα τας ρίνας δύο Ινδών όπως αποσπάσω τους χρυσούς και λιθοκολλήτους κρίκους των, διά να κατασκευάσω ενώτια διά τα ώτα σου τα διάτρητα, τα διαφανή, τα οποία χρησιμεύουν ως δύο θύραι εισόδου και εξόδου διά τους λόγους τους παρ' εμού — Και τώρα τι άλλο απαιτείς ακόμη, ω Δάμαρ;

Δάμαρ. — Τίποτε, ω, τίποτε! Αναγνωρίζω, τας ευεργεσίας σου, ω Πόσι.

Πόσις. — Λοιπόν ειρήνευε, και έσο αυτάρκης.

Δάμαρ — Μόνον, μου έδωκες χρυσοκέντητα πέδιλα εις τους πόδας, και αδάμαντα εις την ζώνην, και περιδέραιον εις τον λαιμόν, και τόσα άλλα πράγματα!... Ω! Να έχω χρυσά πέδιλα διά να στενάζη υπό τους πόδας μου η γη, να φορώ πολύθρουν μέταξαν περί τα σφυρά και τα σκέλη, να φέρω σκληρόν αδάμαντα εις την ζώνην την χρυσήν, όφεις εκ μαργαριτών να μου περισφίγγουν τον ζωοποιόν τράχηλον, να φέρω κρίκους περιειλητούς εις τους δακτύλους, άλλους κρίκους κρεμαστούς εις τα ώτα, και να έχω την ευπλόκαμον κόμην γυμνήν!... Έν μικρόν πράγμα μου χρειάζεται, ω Πόσι!

Πόσις. — Το ποίον; Λέγε.

Δάμαρ. — Έν μικρόν διάδημα, ω Πόσι, διά την κεφαλήν,

Πόσις. — Ω! διάδημα!... Αντιποιείσαι βασιλείαν;

Δάμαρ. — Διατί να μη αντιποιούμαι; Δεν είμεθα οι δύο μας επί της γης; Δεν είσαι συ ο βασιλεύς πάντων των κτηνών και πάντων των ερπετών, και των πετεινών και των θηρίων; Και αν είσαι συ βασιλεύς, εγώ δεν είμαι βασίλισσα; Τι είμαι;

Πόσις. — Σκληρόν το αίτημά σου, ω Δάμαρ.

Δάμαρ. — Εκράτησες συ δι' εαυτόν παν το αξίωμα και πάσαν την αρχήν και πάσας τας προνομίας. Θέλω κ' εγώ να συμμετάσχω των δικαιωμάτων σου, καθώς συμμετέχω όλων των υποχρεώσεων και όλων των κόπων σου και όλων των λυπών σου — Επιθυμώ να ψηφίζω, να γραμματεύω, να βουλεύω, να στρατηγώ, να καταδυναστεύω... Καιρός να μοι δοθή ισοπολιτεία, ώ Πόσι.

Πόσις. — Επιθυμείς, είπες, να στρατηγής. Και πώς θα δύνασαι να στρατηγής, πριν μάθης να θητεύης; Και πώς θα μάθης να θητεύης, οπόταν έχης τρυφερά τα στέρνα και ευπαθή τα σπλάγχνα και ασθενείς τους βραχίονας; Είσαι ικανή να τρομάζης τους εχθρούς, να τρέπης και να νικάς τούτους;

Δάμαρ. — Δεν θα τρέπω τους εχθρούς, θα τους ελκύω. Θα τους νικώ διά των θελγήτρων. Θα έρχωνται να κύπτωσι και να καταθέτωσι τα όπλα εις τους πόδας μου.

Πόσις. — Ω της αισίας, ω της μακαρίας πίστεως! ω της καλής γνώμης!

Δάμαρ. — Ναι, εις τους πολέμους όσους διεξάγεις συ, εγώ νοσηλεύω τους τραυματίας όσους πληγώσης, εγώ συστέλλω τους νεκρούς όσους θανατώσης, εγώ σπείρω αγάπην και συμπάθειαν και έλεον. Και όταν αναδήσω την κόμην με διάδημα, τότε ειρήνη θα βασιλεύση από περάτων έως περάτων. Τ' όνομά σου είναι πόλεμος, Πόσι, τ' όνομά μου είνε ειρήνη επί της γης.

Πόσις. — Και όταν βασιλεύσης συ, δεν θα υπάρχη πλέον πόλεμος;

Δάμαρ. — Ουδαμού.

Πόσις. — Και ουδείς ο πολεμών την ειρήνην;

Δάμαρ. — Ουδείς.

Πόσις. — Το εναντίον της ειρήνης δεν θα υπάρχη;

Δάμαρ. — Ουχί! Συ ποιείς τον πόλεμον. Εγώ φέρω ειρήνην.

Πόσις. — Ισχυρογνωμονούσα και θέλουσα δήθεν την ειρήνην, δεν πολεμείς;

Δάμαρ. — Αγωνίζομαι κατά του πολέμου.

Πόσις. — Άρα πολεμείς.

Δάμαρ. — Δεν πολεμώ, αλλ' ειρηνεύω.

Πόσις. — Δεν πολεμείς, αλλά ψευδωνυμείς. Το ψευδώνυμόν σου, ώ Δάμαρ, είνε Ειρήνη. Το αληθές σου όνομα είνε Έρις, Ερινύς.

Δάμαρ. — Ω! μου δίδεις τόσα ονόματα...

Πόσις. — Α! έχεις πλείστα ονόματα συ!... Και διά τίνα εγώ πολεμώ πάντοτε, ειμή διά σε και ένεκα σου και χάριν σου;... Συ είσαι η Ελένη όλων των πολέμων, η Κλεοπάτρα-Αλκιόνη όλων των εμπρησμών και των δηώσεων, η Δαλιδά και η Ομφάλη όλων των εξανδραποδισμών... Και όταν εγώ πεισθώ εις τους λόγους σου και πιστεύσω ότι δεν υπάρχει πλέον βία και πόλεμος, άλλος μακρόχειρ θα έλθη γαμψώνυξ να σε αρπάση και σε απαγάγη απ' εμού του νωδού τας αγκάλας, και συ χαίρουσα θα προσκυνήσης την βίαν και την αλκήν παρ' αυτώ, διότι ταύτην πάντοτε, μετά της τύχης, θαυμάζεις και λατρεύεις...

Δάμαρ. — Συ είσαι σκληρός και με ονειδίζεις.

Πόσις. — Διότι είσαι πείσμων και απειθής, φιλόνεικος και γλωσσώδης.

Δάμαρ. — Εγώ γλωσσώδης; Εγώ είμαι αβρά και λεπτοφυής. Συ είσαι τραχύς και άξεστος.

Πόσις (κινεί aπειλητικώς την χείρα). — Μόνον διά της βίας δύναταί τις ν' άρξη σου.

Δάμαρ. — Βαβαί! Με απειλεί ο... με απειλεί την άοπλον και ασθενή.

Πόσις (οργίλος). — Μη λέγε ότι είσαι άοπλος. Έχεις τόσας οπλάς και όνυχας και οδόντας και γλώσσαν τομόν και ηκονημένην. Και το βλέμμα σου είνε ιταμόν, και το ήθος σου αύθαδες.

Δάμαρ. — Απειλείς σκαιώς και υβρίζεις κακώς.

(Ο Πόσις εγείρει κατ' αυτής την χείρα. Η αυλαία πίπτει. Ακούονται ολολυγμοί της Δάμαρτος).

Πόσις (όπισθεν της σκηνής). — Πριν σε τύψω, ήδη κλαίεις!

Δάμαρ (όπισθεν της σκηνής). — Ω! με κτυπά ο βάναυσος!...

ΣΚΗΝΗ Β'.


Α' Αγχιστεύς. — Εδώ είνε ανάγκη συγγενικού συμβουλίου. Το ανδρόγυνον δεν βαίνει καλώς.

Β' Αγχιστεύς. — Διά τούτο ήλθομεν όλοι. Οφείλομεν να λάβωμεν μέτρα.

Εκυρός. — Η Δάμαρ πρέπει να σωφρονισθή· οφείλει ν' αναγνωρίση τον Πόσιν ως κεφαλήν, και όχι να είνε αυτοκέφαλος.

Κηδεστής. — Ο ανήρ οφείλει ν' αγαπά την γυναίκα του· και τότε η Δάμαρ οφείλει υπακοήν εις τον άνδρα.

Πενθερά. — Πάντοτε ημείς αι γυναίκες τα πταίομεν όλα· η νύμφη μου αμαρτάνει τώρα. Δεν βλέπω εις τι πταίει ο Πόσις.

Δάμαρ. — Οφείλουν αι γυναίκες υπακοήν εις τους άνδρας.

Κηδεστής. — Κατ' εμήν γνώμην, ο Πόσις πρέπει να τεθή υπό κηδεμονίαν· προς τούτο συνήλθομεν.

Γάλως. — Ω, ναι, σύμφημι· καίτοι ως κασιγνήτη συμπαθώ...

Αδελφίδη. — Νομίζω ότι πταίουν και τα δύο μέρη· ο θείος πταίει και η θεία αμαρτάνει.

Κηδεστής (αυστηρώς). — Οι νεώτεροι δεν έχουσι ψήφον.

Ανεψιά. — Ας τους ειρηνεύσωμεν, διά να μη μάχωνται προς αλλήλους.

Ανεψιάδους. — Και να υποσχεθή η θεία ότι δεν θα επαναλάβη τα ίδια.

Εξανεψιός. — Άλλως, ας διαζευχθώσι, διά να μη έχωμεν και ημείς βάσανα.

Πόσις (εισερχομένος εις την σκηνήν). — Ακούσατε, ω αγχιστείς· έκαστος εξ υμών ας φροντίση πρώτον να διορθώση, όπερ δύσκολον, τον εαυτόν του, είτα να διορθώση, όπερ απείρως δυσκολώτερον, την ιδίαν αυτού Δάμαρτα, και κατά τρίτον λόγον πρέπει να φροντίση διά τους αγχιστείς του.

Δάμαρ (εισερχομένη εις την σκηνήν). — Εκάστη εξ υμών, ω Γάλωες και λοιπαί ομαίμωνες, ας φροντίση πρώτον να συμμορφώση τον ίδιον αυτής Πόσιν, και είτα να φροντίση διά τους ομαίμωνας.

ΣΚΗΝΗ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ


Πόσις. — Οπόσον σε στέργω, ω Δάμαρ, οπόσον έραμαι σού! Η ψυχή μου ίσταται εις το στόμα ετοίμη να κολλήση εις τα χείλη σου τα κοράλλινα. Ας γείνη έν η πνοή σου με την πνοήν μου. Σου είπα κακόν τι, ω γύναι, σ' ελύπησα; Ω, σύγγνωθι. Ας πίωμεν την Λήθην ομού... Διατί χαμηλώνεις τα όμματά σου, ώ Δάμαρ;... Ω, τόσον μου θίγεις τα σπλάγχνα, μου νύσσεις την καρδίαν... Ομίλει...

. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

Δάμαρ. — Είπες να πίωμεν την Λήθην ομού;...Άκουσον· την ημέραν καθ' ην σ' εφίλευσα εις τον Παράδεισον τον εύχυμον εκείνον καρπόν, ελησμόνησα να σε κεράσω έν ποτήριον διά να τον χωνεύσης... Έκτοτε σοι το οφείλω. Ιδού, λάβε και πίε! (του προσφέρει ποτήριον πλήρες ροδίνου το χρώμα ρευστού). Τούτο είναι κράμα απ' όλα τα φίλτρα και τους χυμούς και τα αρώματα... απ' όλους τους αναρχισμούς και τας χειραφετήσεις και τας ουτοπίας και τους παραλογισμούς... απ' όλας τας μαγγανείας και τας αλχημείας... Όταν εφάγαμεν ομού εκ του καρπού εκείνου, εμάθομεν να γνωρίζωμεν το πονηρόν και το αγαθόν, και συνείδομεν ότι γυμνοί είμεθα, και το πρώτον ερύθημα της αιδού επήνθησεν εις τας παρειάς ημών. Όταν πίωμεν ομού το ποτήριον τούτο, θα μάθωμεν να συγχέωμεν το πονηρόν και το αγαθόν και τον ήττονα λόγον κρείττονα να ποιώμεν, και θα φύγη αφ' ημών πάσα συνείδησις γυμνότητος, και θα έχωμεν την γύμνωσιν ως καλλίστην περιβολήν, και θα είμεθα ανώτεροι της αιδούς, της βαναύσως κοκκινοπροσωπούσης και παιδαριώδους...

Πόσις. — Α· (πίνει και νυστάζει).

Δάμαρ. — Τούτο το ποτόν φέρει ύπνον. (λικνίζει εις τους βραχίονάς της την κεφαλήν του Πόσιος). Τώρα πλέον εγώ είμαι η ...πόσις, και συ ο ...πότης.

Πόσις. — (ονειροπολών). Πότε θα έλθη η έγερσις!;

ΑΨΑΛΤΟΣ


Βαθείαν θυελλώδη νύκτα, προς όρθρον βαθύν, ο όμβρος εκόπασεν αίφνης, και δαιμονιώδης τυφών, κραταιός άνεμος εφύσησε, κ' έπαυσεν ο κατακλυσμός του νερού, αφού επί τρεις ώρας είχε κάμει να πλεύση όλον το χωρίον εις την κοιλάδα την παράλιον. Ο μέγας χείμαρρος εις το μέσον της ωραίας λεκάνης, εξεχείλισε, παρέσυσε δύο γεφύρας, επλημμύρησεν εις όλα τα χαμόγεια και τα σπιτάκια των πτωχών, και έκαμνε να κολυμβούν γυναίκες και παιδία και κτήνη εις τον καταρράκτην τον βαθύν. Το νερόν υψώθη έως τα πατώματα των πτωχικών οικιών, οι περισσότεροι των κατοίκων επρόφθασαν να φύγουν εις τα υψηλά και μετέωρα. Ό,τι ηδύνατο να διακρίνη τις εις το στίλβον εκείνο σκότος, ήτο μόνον έν χάος πλωτόν. Δεν εφαίνετο πλέον άστρον ούτε πούλια, ούτε πετεινός ελάλει, ούτε ωρολόγι εσήμαινεν. Εφαντάζετό τις ότι η νύκτα εκείνη του φθίνοντος Νοεμβρίου δεν έμελλε ποτέ να τελειώση. Αίφνης περί τα μεσάνυκτα ηκούσθη μεγάλη, εξωτική κραυγή:

 — Πι,πι,πι! πι,πι! πι,πι!

Η φωνή εκείνη ήτο ανεξήγητος. Καμμία πτωχή γραία δεν θα ήτο ικανή να φωνάξη, τέτοιαν ώραν, της πάπιες της, αίτινες, άλλως, θα είχον εύρη την χαράν των, και, καθώς εβεβαίωσεν είς χωρικός όστις έλεγεν ότι ειξεύρει απ' αυτά, βεβαίως «εκοιμώντο πλέουσαι εις το νερόν». Η φωνή εκτάκτως οξεία, ήτο ίση με τον ήχον δέκα συριγγών, και δεν ηδύνατο να είνε ανθρωπίνη. Κατά την λογικωτέραν τότε φανείσαν εξήγησιν, αύτος ο άρχων του σκότους είχε τολμήσει να προβάλη το άσχημον ρύγχος του από καμμίαν θυρίδα του ζοφερού αγνώστου, μέσα εις το υγρόν εκείνο έρεβος, και μη δυνάμενος να κρύψη την μαύρην χαιρεκακίαν του, διότι έβλεπε τους ανθρώπους να πλέουν ως να είχον μεταμορφωθή εις το γένος των νησσών, έρρηξε την κραυγήν εκείνην του πικρού σαρκασμού προς την ταλαίπωρον ανθρωπότητα.

Τέλος, μετά μακράς ώρας, μέγας άνεμος τυφών μανιωδώς εφύσησεν. Εσίγησεν ο μονότονος ροίβδος της βροχής, ο βαθύς ρόχθος των κυμάτων αντήχει τώρα από τον λιμένα, και ο φρενιαστικός συριγμός των τροχαλιών, και η βάναυσος κλαγγή των αλύσεων, τας οποίας εξέσυρε κ' έπαιζεν η τρικυμία. Σιμά εις πέντε ή έξ ογκώδη σκάφη, ασφαλώς αραγμένα, ένα μικρόν κόττερον, νέο σκαρί, εφαίνετο να σαλεύη εις τον γνόφον τον βαθύν, ανάμεσα εις το Δασκαλειό, το βραχώδες χθαμαλόν νησίδιον, και εις τον παλαιόν Μώλον, δίπλα εις τα ρηχά, τα απλούμμενα εκείθεν των εκβολών του χειμάρρου. Στιγμήν τινα, όταν ο άνεμος είχε φθάσει εις το έπακρον της λύσσης του, κρότος οξύς ηκούσθη από το κόττερον, όστις εξεχώριζε και από τον ρόχθον των κυμάτων και από τους συριγμούς των τροχαλιών. Ήτον ως κραυγή αγωνίας.

Δύο ή τρεις θαλασσινοί κατοικούντες εις το παραθαλάσσιον, σιμά εις την προκυμαίαν, είχον ανοίξει τα παράθυρά των και εκύτταζαν ανήσυχοι τα χειμαζομένα πλοία. Ούτοι ενόησαν τι εσήμαινεν η κραυγή ή ο κρότος αυτός. Ο είς εφώναξε προς τον γείτονά του·

 — Ποιος να πάη, καπετάν-Στέργιο, να φωνάξη αυτόν τον Μήτρο, τον νειόγαμπρο; Δεν το βλέπω καλά το κόττερο.

 — Ποιος να πάη, καπετάν-Νικόλα! απήντησεν απαθής ο Στέργιος.

 — Αλοί-α στον καϋμένον τον Φραγκούλα! είπεν ο πρώτος ομιλήσας.

Οι δύο ναυτικοί ήσαν με τα νυκτικά των. Άλλως είξευραν ότι ο ιδιοκτήτης του μικρού σκάφους είχε συνήθειαν να κοιμάται κατ' οίκον, η δε οικία του δεν είχε το πλεονέκτημα να είνε παραθαλασσία. Το κόττερον ήτον «νέο σκαρί», και ο καπετάνιος του ήτον «νειόγαμπρος». Μόνον υπήρχον εντός του πλοίου ο σύντροφός του, γέρων ναυτικός, ο Κώτσος ο Φραγκούλας, όστις είχεν έργον να φυλάττη το πλοίον.

Μόλις εξέφερεν ο ονομασθείς Καπετάν-Νικόλας τον ελαφρόν εκείνον ταλανισμόν, και ως απάντησις εις το αλλοί εκείνο φοβερός τριγμός και κρότος μετά οξέος συριγμού αντήχησεν. Ήτον ως καγχασμός θαλασσίου δαίμονος εις το σκότος. Μέσα εις την πάλην των στοιχείων και εις τον ποικίλον ορυμαγδόν, άπειρον όμμα και μη εξησκημένον ωτίον τίποτε δεν θα ηδύνατο να διακρίνη. Μόνον οι δύο πλοίαρχοι, από τα παράθυρά των, πάραυτα ενόησαν και αφήκαν διπλήν κραυγήν.

 — Πάει το κόττερο! είπε μετ' αληθούς πόνου ο Νικόλας. Κρίμα 'στο. Κρίμα 'ς!

 — Τύφλα! είπεν ανάλγητος, αυστηρός τιμητής ο Στέργιος.

Το πρωί όλοι έμαθον ότι η τρικυμία εξέσυρε τας αγκύρας του μικρού κοττέρου, και το πλοίον εγένετο άφαντον, μαζύ με τον Κώτσον τον Φραγκούλαν, τον μόνον επ' αυτού ναυβάτην. Ευρέθησάν τινες διά να υπάγουν να κράξουν τον πλοίαρχόν του, του οποίου η οικία ευρίσκετο ένα δρομίσκον παραμέσα από την προκυμαίαν αλλ' ήτο αργά πλέον. Απόπειρα είχε γίνει, με μίαν μεγάλην σκαμπαβίαν με έξ κωπία, να πλεύσωσι προς το νότιον μέρος, εις το στόμιον του λιμένος, με τον λυσσώντα άνεμον τον πνέοντα από της ξηράς, αλλά δεν ημπόρεσαν να «μπουτάρουν», ήτοι να κατευθυνθώσι προς τα εκεί. Το πλοίον είχε γίνει άφαντον.

Την επαύριον είχε γίνει ευδία. Δεν υπήρχε πλέον η μικρά φουσκοθαλασσιά κ' ελαφρά πνοή, ομοία με τον πείσμονα γρυσμόν του μετά κόπου κατασιγασθέντος εξηγριωμένου σκύλου. Όλοι εσυλλυπούντο τον νεαρόν καπετάν-Μήτρον, και όλοι έκαμνον, όπως συνηθίζουν οι ναυτικοί, ή κατά πρόσωπον ή όπισθεν των νώτων, τας αμειλίκτους εκ των υστέρων επικρίσεις των. Βέβαια, ο Μήτρος ήτο νέος κυβερνήτης. Έως τότε είχε ταξειδεύσει επί χρόνους ως ναύτης εις μεγάλα πέλαγα με την σκούναν του πατρός του. Επόμενον ήτο να είνε «ατζαμής» και να μην ειξεύρη καλά ούτε από ακτοπλοΐαν ούτε πώς να «σιγουράρη» το πλοίον εις τον λιμένα, αφού μάλιστα εκοιμάτο κατ' οίκον. Νειόγαμπρος, νέο σκαρί. Αλοί-α στον Φραγκούλαν.

Ναι, ο Φραγκούλας ήτο γέρος, και ημπορεί να ήτο σχεδόν ανίκανος, παράξενος, στραβός, μισοπάλαβος, αλλοίθωρος, αλλόκοτος και αλλόφρων. Τον είχε διώξει η γυναίκα του. Επί τινα χρόνον έμενεν εις ένα κατώγι, διά ψυχικόν. Επήγαινε με της βάρκες, εις ψάρευμα ή μικρούς ναύλους, αλλά συνήθως εξενυχτούσε στο κατώγι. Τέλος, όταν έφτιασε το κόττερο ο Μήτρος, όστις ήτο δεύτερος ανεψιός του, τον προσέλαβεν ως τακτικόν συμπλωτήρα άμα και νηοφύλακα. Προς τι να υποχρεώνεσαι, του είπε, «μπάρμπα», να κοιμάσαι στο ξένο κατώγι, αφού «καλλίτερα για σένα» σ' έδιωξεν η γυναίκα σου; έλα να κοιμάσαι μέσ' το κόττερο, κάτω στην πλώρη, που κάνει μεγάλη ζέστη, ζέφκι και καλοπερασιά.

Ο καϋμένος ο Κώτσος, ολίγας ημέρας πριν, είχε συμβή, εις την κηδείαν ενός παλαιού γείτονός του, να εισέλθη εις τον ναόν, ενώ εψάλλετο η νεκρώσιμος ακολουθία. Δεν ήτο τακτικά φιλακόλουθος. Μερικοί τον επείραζαν και τον έλεγαν «φαρμασώνον». Αλλ' αυτός ήτο εξ ιδιοσυγκρασίας σκεπτικός, ιδιότροπος εν τη ασυνειδήτω φιλοσοφία του. Διήλθεν άνωθεν του χορού, προ των βαθμίδων του βήματος, κ' επλησίασεν εις ένα νέον δημοδιδάσκαλον, όστις εσυνήθιζε να ψάλλη και κατά την κηδείαν αυτήν ίστατο αριστερά βοηθών τους ιερείς, εις τον στίχον «Κύριε, ανάπαυσον την ψυχήν του δούλου σου», τον οποίον επανελάμβανεν εκ περιτροπής ο ψάλτης. Ο Φραγκούλας αλλοκότως εγέλασε, και είπε με φωνήν σχεδόν ακουστήν·

 — Ανάθεμα στην ψυχήν του δούλου σου; Τι λες, δάσκαλε;

Ο ψάλτης του ένευσε μόνον να σιωπήση. Και με κυκλοτερές βλέμμα προς τους άλλους, τους εσύστησε να μη δώσουν προσοχήν, διά να μη γίνη χασμωδία.

Ο Φραγκούλας μετ' ολίγον και πάλιν επανέλαβε·

 — Τι τους ψαίλνετε;... Τι τους κάνετε νάνι-νάνι;... Όλοι στ' ανάθεμα θα πάμε!...

Ο διδάσκαλος και πάλιν του ένευσεν αυστηρώς. Και ο Κώτσος απεμακρύνθη.

Και μετ' ολίγας ημέρας επέπρωτο ο γέρων ούτος ναυτικός, όστις την πρωίαν εκείνην — τις οίδε; — με την πένθιμον εκείνην ευθυμίαν του άλλην πρόθεσιν ίσως δεν είχεν, ειμή να υποδείξη το μάταιον και το συνθηματικόν και το αγοραίον πάσης ανθρωπίνης συνηθείας, ως και αυτής της νεκρωσίμου πομπής· ο γέρων ούτος, όστις δεν ήτο ειμαρμένον ν' αξιωθή ούτε της εσχάτης παραμυθίας, ούτε της κηδεύσεως, έμελλε να ίδη όλην την φοβεράν, την δαιμονιώδη πομπήν, όλων των στοιχείων τ' ουρανού, των ανέμων, των κυμάτων την φρικώδη συνοδείαν ορχουμένην μανιωδώς περί την γηραιάν κεφαλήν του, γύρω εις την λευκήν ακτένιστον κόμην του· κ' έμελλεν εν τριγμώ αλύσεων και τροχαλιών και αρμένων να καταποντισθή εις το κύμα «άψαλτος, ασαβάνωτος, αμοιρολόγητος».

ΦΩΤΑ ΟΛΟΦΩΤΑ


Εκινδύνευε να βυθισθή εις το κύμα η μικρή βάρκα του Κωνσταντή του Πλαντάρη, πλέουσα ανάμεσα εις βουνά κυμάτων, έκαστον των οποίων ήρκει διά να ανατρέψη πολλά και δυνατά σκάφη και να μη αποκάμη, και εις αβύσσους, εκάστη των οποίων θα ήτο ικανή να καταπίη εκατόν καράβια

και να μη χορτάση. Ολίγον ακόμη και θα κατεποντίζετο. Άγριος εφύσα βορράς, οργώνων βαθέως τα κύματα, και η μικρά φελούκα διά να μην αρμενίζη κατεπάν' τον αέρα, είχε μαϊνάρει το πανί της, και είχε μείνει ξυλάρμενη και ωρτσάριζε κ' εδοκίμαζε να κάμη βόλταις. Του κάκου. Μετ' ολίγον η θάλασσα επήρε τον ελεεινόν φελλόν εις την εξουσίαν της, και ο άνεμος τον έσυρεν εδώ κ' εκεί, και ο Κωνσταντής ο Πλαντάρης εξέμαθεν εις την στιγμήν όσας βλασφημίας είξευρε και ησχολείτο να κάμη την προσευχήν του, ενώ ο μικρός σύντροφός του, ο ναύτης Τσότσος, νέος δεκαεπτά χρόνων, εγδύνετο και ητοιμάζετο να πέση εις την θάλασσαν, ελπίζων να σωθή κολυμβών, και ο μόνος επιβάτης των, ο ζωέμπορος Πραματής, έκλαιε και εύρισκεν ότι δεν ήξιζε τον κόπον ν' αρμενίση τις τόσην θάλασσαν διά να πνιγή, αφού η γη ήτο ικανή να σκεπάση με το χώμα της τόσους και τόσους.

Εκινδύνευε ν' αποθάνη από τους πόνους η Μαχώ, η γυναίκα του Κωνσταντή του Πλαντάρη, νεόγαμος, πρωτάρα. Η Πλανταρού, η πεθερά της, είχε καλέσει από το βράδυ της προλαβούσης ημέρας την μαμμήν την Μπαλαλού και την εμπροσθινήν την Σωσάνναν. Αι δύο γυναίκες, τεχνίτισσαι εις το είδος των και η μήτηρ του συζύγου της κοιλοπονούσης, φιλόστοργος, ως πάσα πενθερά ήτις δεν επιθυμεί τον θάνατον της νύμφης της όταν αύτη είνε πρωτάρα, πριν βεβαιωθή ότι θα επιζήση το παιδίον διά να ασφαλισθή η κληρονομιά της προικός, επροσπάθουν όσον το δυνατόν να ανακουφίσουν τους πόνους της ωδινούσης. Και είχεν ανατείλει ήδη η άλλη ημέρα και ακόμη η γυνή εκοιλοπόνει, και η μαμμή η εμπροσθινή και η πενθερά συνεπόνουν με αυτήν, και ο καλογερόπαπας του Μετοχίου του Αγίου Σπυρίδωνος είχε λάβει εντολήν να ψάλη μικράν και μεγάλην παράκλησιν προς βοήθειαν της ωδινούσης.

Το σπιτάκι έκειτο επάνω εις την κορυφήν του μικρού νησιδίου προς μεσημβρίαν. Την πρωίαν της Παρασκευής, η βάρκα του Πλαντάρη είχε φανή αντικρύ αγωνιώσα εις τα κύματα, και δύο παιδία του γιαλού, απ' εκείνα που περνούν τον καιρόν των κάτω από τον αρσανάν, μη γνωρίζοντα επί της ξηράς άλλην διατριβήν από τας συρμένας έξω φελούκας, ούτε άλλο παιγνίδι από την θάλασσαν, ήλθαν να πάρουν τα συχαρήκια της Πλανταρούς, ακούσαντα την είδησιν από πορθμείς, οι οποίοι είχαν αναγνωρίσει μακρόθεν την βάρκαν. Και τότε η Πλανταρού είδε κ' εκατάλαβεν από την τρικυμίαν όπου ήτο εις το πέλαγος, ότι η βάρκα ανεβοκατέβαινεν εις τα κύματα κ' εκινδύνευε να βουλιάξη, και τότε ενόησε τι θα 'πη νάχη κανείς «δυο χαρές και τρεις τρομάρες». Διότι διπλή μεν χαρά θα ήτο να έφθανεν αισίως ο υιός της, να εγέννα με το καλόν και η νύμφη της· τριπλή δε τρομάρα ήτον ο κίνδυνος του υιού της, ο κίνδυνος της νύμφης της και ο κίνδυνος του προσδοκωμένου νεογνού. Ίσως δε θα ήτο τετραπλή η τρομάρα, αν προσετίθετο και ο φόβος μήπως τυχόν και η νύμφη της γεννήση αισίως... θήλυ.

Επάνω εις την κορυφήν του λόφου, ευρίσκετο μονήρες το σπιτάκι, και κάτω εις την ακρογιαλιάν ήτο κτισμένον το χωρίον. Διακόσια σπίτια αλιέων, πορθμέων και ναυτών. Έν μίλιον απείχε το σπιτάκι από το χωρίον. Υπήρχε μικρός επικεφαλής όρμος, αλλά δεν ήτο λιμήν. Έβλεπε μόνον προς μεσημβρίαν. Η αγωνία της βάρκας του Πλαντάρη ήτο ορατή από την πολίχνην, ορατή και από τον μεμονωμένον οικίσκον.

Η Πλανταρού ήρχισε τότε να μέμφεται πικρώς τον υιόν της διά την τόλμην και την αποκοτιά του. Τι ήθελε, τι γύρευε, τέτοιαις μέραις, να κάμη ταξείδι; Δεν άκουε, ο βαρυκέφαλος, τη μάννα του, τι του έλεγε. Ακόμη τα Φώτα δεν είχαν έλθει. Ο Σταυρός δεν είχε πέσει στο γιαλό. Τον αβάσταχτο είχε; Δεν εκαρτερούσε ο απόκοτος δύο τρεις ημέραις, να φωτισθούν τα νερά, ν' αγιασθούν η βρύσες και τα ποτάμια, να φύγουν τα σκαλικαντζούρια; Καλά να πάθη, γιατί δεν την άκουσε.

Όσον υψώνετο ο ήλιος προς το μεσουράνημα, τόσον ηύξανε και η αγωνία της Πλανταρούς. Η νύμφη της υποστηριζομένη όπισθεν από την Μπαλαλού και κρεμαμένη έμπροσθεν από τον τράχηλον της Σωσάννας, εμούγκριζεν ως αγελάδα. Ο άνεμος εκεί κάτω, εις το πέλαγος, εφαίνετο ότι απεμάκρυνε το πλοιάριον αντί να το προσεγγίζη εις την ακτήν. Η βάρκα ολονέν εξέπεφτε μακρύτερα, αισθητώς εις το βλέμμα. Εις την νύμφην της η Πλανταρού εφυλάχθη να είπη τίποτε. Μόνον εξήρχετο συχνά εις τον εξώστην, προσποιουμένη ότι ήθελε να κουβαλήση το έν ή το άλλο, και έμενεν επί μακρόν κ' εκύτταζεν. Δεν επανήρχετο ειμή αν την ανεκάλει η μαμμή η Μπαλαλού.

Επλησίαζεν ήδη μεσημβρία, και η αγωνία της Πλανταρούς έφθασεν εις το κατακόρυφον. Δεν εφαίνετο πλέον να υπάρχη ελπίς. Ο υιός της θα επνίγετο εκεί εις το άσπλαγχνον πέλαγος, και την νύμφην της με το έμβρυον θα την εσκέπαζεν η «μαύρη γης».

Τέλος, η γραία απέκαμε. Η βάρκα έγινεν άφαντη... Και η σύζυγος του υιού της εγέννησεν... άρρεν. Ω! το στρίγλικο, το κακοπόδαρο, ω! το γρουσούζικο, όπου ψωμόφαγε τον πατέρα του!

Πνίξτε το! Σκοτώστε το! Τι το φυλάτε; Πετάτε το στο γιαλό, να πα να βρη τον πατέρα του! Κι' αυτή, η γουρουνοποδαρούσα η μάνα του, αυτή η πρωτάρα, η στερεμμένη, αυτή η λεχώνα η λοχεμμένη!... Ειμπορείς, μαμμή, να την καρυδοπνίξης, κειδά που θα ψοφολογήση, στο κρεββάτι της, να στραμπουλήξης με τη χεράρα σου και της κλήρας το λαιμό, να πούμε πως εγεννήθηκε πεθαμμένο το παιδί, και πως η μάνα ετελείωσε, καθώς κάθισε στα σκαμνιά, ειμπορείς;

Δεν την εσκέπασεν η μαύρη γης την ταλαίπωρον μητέρα ομού με τον καρπόν των σπλάγχνων της, και το πέλαγος ίλεων δεν έπνιξε τον πατέρα. Ο Πλαντάρης είχε τελειώσει προ πολλού την προσευχήν του, και ο μικρός ναύτης ο Τσάτσος είχε φορέσει εκ νέου το υποκάμισον και την περισκελίδα του. Ο ζωέμπορος ο Πραματής επείσθη ότι ήτο καλός χριστιανός και ότι ήτο προωρισμένος να ταφή εις ευλογημένον χώμα. Ο άνεμος είχε κοπάσει περί το δειλινόν, και ο κυβερνήτης ανέλαβε το κράτος του επί του μικρού σκάφους. Έπιασε δυνατά το τιμόνι και με τα πολλά ορτσαρίσματα ήλθεν η φελούκα εις μέρος απαγγερόν, δίπλα εις την ξηράν ολίγα μίλια απώτερον του μικρού όρμου. Διά τούτο η βάρκα είχε γίνει άφαντος εις τα όμματα της Πλανταρούς, ήτις δεν είχε παύσει ν' αγναντεύη από το ύψος του εξώστου. Έφθασε δε ασφαλώς εις τον όρμον, ευθύς ως έπεσεν εντελώς ο άνεμος, βασίλεμμα ηλίου.

Δεύτερα συχαρήκια επήραν της Πλανταρούς. Ο υιός της, αποστάζων άλμην, κατάκοπος, θαλασσοπνιγμένος, έφθασεν εις το σπιτάκι άμα ενύκτωσε, κ' εκεί μόνον έμαθε την ευτυχή είδησιν, ότι η συμβία του τού είχε γεννήσει κληρονόμον.

Την επαύριον ήσαν Φώτα. Την άλλην ημέραν ολόφωτα. Την εσπέραν της μεγάλης εορτής, άμα τη τριημερεύσει της λεχούς και του παιδίου, έβαλαν την σκαφίδα κάτω εις το πάτωμα και την εγέμισαν με χλιαρόν νερόν βρασμένον με δάφνας και με μύρτους. Επρόκειτο να τελέσουν τα «κολυμπίδια» του παιδίου.

Η καλή μαμμή η Μπαλαλού εξήπλωσε το βρέφος μαλακά επί των ηπλωμένων κνημών της και ήρχισε να λύη τα σπάργανα. Είχε νυχτώσει. Μία λυχνία και δύο κηρία έκαιον επί χαμηλής τραπέζης. Το παιδίον, παχύ, μεγαλοπρόσωπον, με αόριστον ροδίζοντα χρώτα, με βλέμμα γαλανίζον και τεθηπός, ανέπνεε και ησθάνετο άνεσιν, καθ' όσον απηλλάσσετο των σπαργάνων. Εμειδία προς το φως το οποίον έβλεπε, κ' έτεινε την μικράν χείρα διά να συλλάβη την φλόγα. Την άλλην χείρα την είχε βάλει εις το στόμα του, κ' επιπίλιζεν, επιπίλιζε. Τι ησθάνετο; απερίγραπτον.