Η καλή μαμμή αφήρεσεν όλα τα σπάργανα, απέσπασεν αβρώς την φουστίτσαν και το υποκάμισον του βρέφους και το έρριψεν απαλώς εις την σκαφίδα. Ήρχισε να το πλύνη και να αφαιρή τα άλατα, με τα οποία το είχε πιτυρίσει κατά την στιγμήν της γεννήσεως, αφού το είχε αφαλοκόψει. Αφήρεσε και το βαμβάκιον, με το οποίον είχε περιβάλει τας παρειάς και την σιαγόνα του παιδίου, διά να κάμη άσπρα γένεια.
Έλαβε την «μασσάν», την σιδηράν λαβίδα από την εστίαν, και την έβαλε μέσα εις την σκάφην διά να γίνη το παιδίον σιδεροκέφαλον.
Το βρέφος ήρχισε να κλαυθμηρίζη, ενώ η μαμμή εξηκολούθει να το πλύνη μαλακά, και να το υποκορίζεται άμα: «Όχι, χαδούλη μ', όχι, χαδιάρη μ'! όχι κεφαλά μ', πάπο μ', χήνο μ'»! Και συγχρόνως ο πατήρ, η μήτηρ, η μάμμη Πλανταρού και άλλοι συγγενείς και φίλοι παρόντες, έρριπτον αργυρά νομίσματα, διά ν' ασημώσουν το παιδίον. Τα επέθετον αβρώς επί του στέρνου και της κοιλίας του βρέφους, και ολισθαίνοντα έπιπτον εις τον πάτον της σκάφης.
Το παιδίον δεν έπαυε να κλαίη, και η μαμμή το εκολύμβιζεν ακόμη, το εκολύμβιζε. Καλύμβα, τέκνον μου, εις την σκάφην σου, κολύμβα, και απόβαλε την άλμην σου εις το γλυκόν νερόν. Θα έλθη καιρός ότε θα κολυμβάς εις το αλμυρόν κύμα, καθώς εκολύμβησεν όλος, χθες ακόμη, ο πατήρ σου με την σκάφην του. «Φωνή Κυρίου επί των υδάτων, ο Θεός της δόξης εβρόντησε, Κύριος επί υδάτων πολλών».
Την επαύριον, εορτήν της Συνάξεως του Αγίου Ιωάννου του Βαπτιστού, έμελλε να βαπτισθή το παιδίον, επειδή είχε συμβή να γεννηθή ούτω τας παραμονάς της εορτής, πριν περάσουν όλως τα Φώτα. Αλλά την εσπέραν, μετά τα κολυμπίδια, δείπνον παρετέθη εις την οικίαν. Η μαμμή εμάζωξε μετά προσοχής όλα τα αργυρά κέρματα, ημιτάλληρα και σβάντζικα και δραχμάς, τα εκομβόδεσεν εις το μανδήλιόν της, ενώ οι παρεστώτες εφώναζαν γύρωθεν: «Να ζήση! σιδεροκέφαλος! » και επηύχοντο εις την μαμμή «καλή ψυχή».
Είτα η Μπαλαλού εσπόγγισε καλώς το παιδίον με μέγα λευκόν προσόψιον, του εφόρεσε καινούργιο λευκόν υποκαμισάκι και ποδίτσαν, το ανέκλινεν επί των κνημών της, και ήρχισε να το περιβάλλη με τα σπάργανα.
Ο ζωέμπορος ο Πραματής είχεν έλθει εις τα κολυμπίδια, και εδήλωσεν ότι επεθύμει να γίνη ανάδοχος του βρέφους, εις μνήμην του προχθεσινού εν θαλάσση κινδύνου και της διασώσεως.
Ο μικρός ναύτης ο Τσάτσος είχεν έλθει έως την θύραν, και ίστατο θεωρών μακρόθεν την τελετήν του κολυμβήματος. Ο γείτων ο Δημήτρης ο Σκιαδερός, πρωτεξάδελφος του Κωνσταντή του Πλαντάρη, δεν είχε φανή εις την οικίαν από πέρυσιν, από την ημέραν του γάμου. Αλλά την εσπέραν ταύτην επήρε την γυναίκα του την Δελχαρώ και τα παιδιά του, εκ των οποίων δύο εκράτει αυτός αρμαθιαστά από την μίαν χείρα, το έν πενταετές και το άλλο τετραετές, τρίτον διετές έφερεν υπό την μασχάλην, έν πενταμηνίτικον βρέφος εβύζαινεν εις τους κόλπους της η γυνή του, και δύο άλλα επτά και οκτώ ετών την ακολούθουν κρατούμενα από το φουστάνι της, κ' επαρουσιάσθη χαμογελών, χαίρων διά την χαράν του συγγενούς του, γεμάτος από ευχάς και συγχαρητήρια.
Εκάθισαν όλοι εις την τράπεζαν. Δεξιά η Μπαλαλού η μαμμή, αριστερά η μπροσθινή η Σωσάννα, καταμεσής ο πατήρ του νεογνού. Δεξιόθεν της Σωσάννας η Πλανταρού, κατόπιν ο ζωέμπορος ο Πραματής και δύο τρεις άλλοι. Το λοιπόν του χώρου κατείχετο από τον Δημήτρην τον Σκιαδερόν και από την φαμελιά του.
Ήρχισαν να τρώγουν. Τα παιδιά του Δημήτρη του Σκιαδερού δεν εταιριάζοντο εύκολα. Εφώναζαν, εγρίνιαζαν κ' εθορυβούσαν. Το ένα ήθελε τσιτσί, δεν ήθελε μαμμά. Το τρίτον κλαυθμηρίζον εζήτει βρυ. Το τέταρτον ήθελε γλυκό, δεν του ήρεσκε το τυρί. Η ταλαίπωρος η λεχώ υπέφερε κάπως από τον θόρυβον.
Ήρχισαν αι προπόσεις. Ηύχοντο εις τον πατέρα να του ζήση και εις την λεχώ «καλή σαράντισι». Πρώτη έπιεν η μαμμή, δεύτερος ο πατήρ, τρίτη η γραία Σωσάννα η μπροσθινή.
Όταν ήλθεν η σειρά της Πλανταρούς να πίη εις την υγείαν της νύμφης της, ευχήθη με τρεις διαφόρους τόνους φωνής·
— Εβίβα, νύφη, με καλό να σαραντίσεις... Κι' ό,τ' είπα, παιδάκι μ'... αστοχιά στο λόγο μου!
ΓΙΑ ΤΑ ΟΝΟΜΑΤΑ
Απ' όλας τας οικοκυράς, όσαι εώρταζον τα ονόματα των συζύγων των την 7
Ιανουαρίου ημέραν του Αγίου Ιωάννου του Βαπτιστού, καμμία δεν ήσκει
μεγαλειτέραν καθαριότητα, λεπτότητα και ιδιοτροπίαν παρ' όσην η κυρά
Διαμαντηρείζενα, η σύζυγος του καπετάν-Γιάννη του Τζαφέρη. Ο καπετάν- Γιάννης,
αφού είχεν αλλάξει δύο ή τρεις βρατσέρες, ένα γολεττί, ένα «λόβερ», και δύο
σκούνες, όλα σκάφη, έκαστον των οποίων δεν εκράτησε παραπάνω από δύο έτη
εις την κατοχήν του — άμα εύρισκε καλόν αγοραστήν τα εξέκαμνε το έν μετά το
άλλο, και τέλος εκ των διαφόρων τούτων πωλήσεων, αφού έκαμε τον ισολογισμόν
τον, ευρέθη να έχη αυξήσει κατά οκτώ ή δέκα χιλιάδας δραχμάς το αρχικόν
κεφάλαιον, το οποίον κατείχεν όταν εναυπήγει την πρώτην του βρατσέραν, μη
υπερβαίνον τας τρισχιλίας δραχμάς.
Λοιπόν, νέος ακόμα, σαρανταπέντε ετών, επειδή είχε πάθει και ολίγον από έν μικρόν ξεπάγιασμα εις τας κνήμας, εβαρύνθη την θάλασσαν και άνοιξε ένα καλόν μαγαζάκι, κατάμπροστα στην Κολώναν, εις τα άνω της παραθαλασσίας αγοράς, ακριβώς όπου οι άλλοι εμποροπλοίαρχοι των παλαιών ημερών έδεναν τα καραβάκια τους, με γερά παλάμια και με διπλάς αγκύρας, από του Νοεμβρίου μέχρι του Μαρτίου μηνός, διά να παραχειμάσουν εις την πατρίδα, διά ν' απολαύσουν το θάλπος της εστίας, και μη χάσουν, κοντά εις τους εχίνους και τα οστρείδια, και τους αστακούς τους μαγειρευτούς με μάραθα, και τα οχταπόδια τα τηγανιστά με όξος, της τυρόπητταις και τα «τυλιχτά» και τα «καλαπόδια» και «της γρηαίς» ή μεγάλαις τηγανίταις και τόσα άλλα «χάδια της κοιλιάς», όσα αι καλαί οικοκυράδες είξευραν τόσον περιτέχνως να παρασκευάζουν διά τους συζύγους και τους υιούς των τους θαλασσοδαρμένους και ζητούντας της εστίας την αναψυχήν. Το καραβάκι το δικό του, ο Γιάννης ο Τζαφέρης, καθώς έλεγε κοινώς, το άραξεν ασφαλώς εις την ξηράν, εν τη πλατεία της Εκκλησίας, διά ν' αντικρύζη με τα πλωτά καράβια των θαλασσινών, των πρώην συναδέλφων του.
Η οικιακή άνεσις και γαλήνη του πρώην ναυτικού ήτο σχεδόν εντελής. Η γυνή του, ολιγότεκνος, είχε γεννήσει ένα υιόν, άλλο έν νεκροτόκιον, έν θυγάτριον αποθανόν βρέφος, και πλέον ου. Το τέκνον του ο Κώστας, όστις είχε μεγαλώσει και ήτο ήδη έφηβος, ήτο το μόνον στόλισμα της μητρός, η μόνη του πατρός βακτηρία. Έν μόνον παράπονον είχεν ο καπετάν-Γιάννης. Η Διαμαντηρείζενα, αν και εξόχως καλή οικοκυρά, ήτον, ως είπομεν, εις άκρον λεπτολόγος όσον αφορά την καθαριότητα της οικίας της.
Η μικρά οικοδομή εις την βορειοανατολικήν εσχατιάν της πολίχνης, συνορεύουσα με κήπους, μυρίζουσα εξοχήν και άνοιξιν, συνίστατο από έν ανώγεων μετά ισογείου κάτω και από έν υπερώον εις το οποίον ανήρχετό τις διά σκάλας έξ επτά βαθμίδων. Λέγομεν ανήρχετό τις, απλώς διά το σύνηθες της εκφράσεως, διότι άλλως είνε πολύ αμφίβολον, εάν τις «ανήρχετό» ποτε εις το άδυτον εκείνο. Η κυρά Διαμαντηρείζενα τόσον το άσπριζε, το ασβέστωνε, το εσφουγγάριζε, το επαράκαμνε — σχεδόν καθημερινώς — το ανωφερές εκείνο άδυτον του οίκου, όπου είχε τα Εικονίσματα με την κανδήλαν, ολίγα κιβώτια, ένα κομμόν, καναπέν κτλ., ώστε τούτο ήστραπτε κυριολεκτικώς από την λευκότητα και την καθαριότητα. Ουδέποτε επ' ουδενί λόγω θα επέτρεπεν εις τον σύζυγόν της, εις τον υιόν της, εις την μητέρα της, εις την αδελφήν της, εις την πενθεράν της, εις την ανδραδέλφην της, ν' αναβώσιν εκεί επάνω. Αυτή και μόνη ανέβαινε, συνήθως άπαξ της ημέρας, την ώραν καθ' ην ηκούετο ο κώδων του εσπερινού, διά ν' ανάψη το κανδήλι, να κάμη τον σταυρόν της, και να θυμιάση. Προς τούτο είχεν έν ζεύγος από λευκοτάτας εμβάδας, τας οποίας εκεί επάνω μόνον εφόρει. Ανέβαινε με τας συνήθεις γόβας της έως το κεφαλόσκαλον, τας άφηνεν εκεί και εφόρει τας ιδιαιτέρας εμβάδας ή κουντούρες. Είχε και δύο ή τρία «πατήματα» ή «ψαθιά», καθαρώτατα, στρωμένα κατ' αποστάσεις, ανά έν ήμισυ βήμα, όπως ρίπτουν εις τα ποτάμια και τα περάματα των χειμάρρων λίθους εδώ-εκεί κατά πλάτος του ρεύματος, διά να πατήτουν· επάτει εις αυτά και μετ' ευλαβείας επλησίαζεν εις το εικονοστάσιον, διά να εκπληρώση τα προς τους Εφεστίους χρέη.
Ο άλλος, ο καπετάν-Γιάννης, διηγείτο ταύτα κατά το φαινόμενον παραπονούμενος, ίσως μάλλον πράγματι ευχαριστημένος, εις τους στενωτέρους φίλους του.
— Ακού εσύ, βρε αδελφέ!... Να έχη βάλη όλο το σεβντά της στο σπίτι της, στο προικιό της, στο επάνω πάτωμά της! Να θέλη και καλά, να το κάμη να μιλή, να φέγγη, ν' αστράφτη!... Δεν λυπάται τον κόπο της, η σκύλα, ν' ασβεστώνη τρεις φορές την εβδομάδα, πέντε φορές την εβδομάδα να σφουγγαρίζη!... Μ' έχει αφανίσει στον ασβέστη, δεν προφταίνω να της αγοράζω σφουγγάρια... Κάθε Σάββατο έρχεται ο Στέργιος ο Καμινής και μου γυρεύει λεπτά... Τακούτε σεις!... Οι βουτηχτάδες, οι Καλύμνιοι, οι Αιγηνίτες, οι Τρικεριώτες, δεν έχουν άλλο μουστερή από μένα... Μάθανε τώρα το δρόμο, και πηγαίνουν τα ίσα — στο σπίτι. «Σφουγγάρια καλά! Σφουγγάρια καλά!» Απ' το Θεό να τωύρη, η σκύλα, μ' αφάνισε...
Αλλά και το κάτω πάτωμα, η συνήθης κατοικία της οικογενείας, δεν έμενεν οπίσω εις την καθαριότητα και την επιμέλειαν εκ μέρους της οικοκυράς. Η εστία, οι τοίχοι, η οροφή, όλα έλαμπον. Το πάτωμα ήτο στρωμένον με ψάθες και με μεντέρια, τα οποία κάθε πρωί, συχνά και το βράδυ, εξεστρώνοντο, ετινάσσοντο επιμελώς, εσκουπίζετο το πάτωμα, είτα εσφουγγαρίζετο, πότε όλον, πότε μέρος, και πάλιν τα μεντέρια εστρώνοντο και διηυθετούντο μετά φιλοκαλίας, ώστε να εζήλευε κανείς να τα βλέπη.
Έν απόγευμα, η Διαμαντηρείζενα συνέβη ν' ανακαλύψη — ανήκουστον πράγμα — ένα κοριόν έρποντα επί της ψάθας, προϊόν μη έχον δικαίωμα εισόδου εις την οικίαν. Υπώπτευσεν αμέσως ότι το ζωύφιον θα είχε πέσει από το φόρεμα μιας πτωχής γειτόνισσας, ήτις προ μικρού είχεν έλθει να ζητήση εν δοχείον ελαίου δανεικόν. Τόσον εσυγχίσθη, ώστε ενώ προ μιας ώρας μόλις είχε στεγνώσει το πάτωμα από το πρωινόν σφουγγάρισμα και μόλις είχε στρώσει τα μεντέρια, αμέσως εβάλθη εις νέον κόπον πάλιν, κι' άρχισε να τα ξεστρώνη όλα, ψάθες, κυλίμια, μαξιλάρες, μεντέρια, και να τα μεταφέρη έξω εις την αυλήν, να τα τινάζη εκ νέου, να ερευνά λεπτομερώς το πάτωμα, και τέλος, όταν δεν εύρε που δεύτερον άτομον του μυσαρού ζωυφίου, απεφάσισε να στρώση εκ νέου όλα τα μεντέρια της.
Κατά την Σύναξιν Αγίου Ιωάννου, την επαύριον των Φώτων, εώρταζεν, ως είπομεν, και ο καπετάν-Γιάννης ο Τζαφέρης, μαζί με όλους τους άλλους Γιάννηδες. Υπήρχον δε πολλοί εις το χωρίον — σχεδόν πάσα τρίτη οικία είχε ένα Γιάννην — τους οποίους είξευρον ακριβώς όλους, και είχον τον κατάλογον, οι δύο πιστοί φίλοι, ο Αποστόλης ο Καλούμας και ο Πέτρος ο Γύφταρος, αμφότεροι βαστάζοι της αγοράς. Εδέχετο δε εξαιρετικώς κατ' εκείνην την ημέραν η Διαμαντηρείζενα όλους τους επισκέπτας, όλον το χωρίον, σχεδόν χωρίς να μορφάζη. Την ημέραν εκείνην έκαμνε θυσίαν το κάτω πάτωμα της οικίας της. Είχεν όμως ιδιαιτέραν υπηρεσίαν διωργανωμένην εις την αυλήν, ένδοθεν της αυλόπορτας, διά τα ξυπόλητα και τους μάγκες της αγοράς, τους οποίους εφίλευεν εκεί διά χειρός της μητρός της ή της αδελφής της, χωρίς να τους επιτρέπη να εισέλθωσιν εις την οικίαν.
Μίαν χρονιάν, πριν έλθωσιν ακόμη αι μεγάλαι εορταί του χειμώνος, οι δύο ειρημένοι πιστοί φίλοι, ο Αποστόλης ο Καλούμας κι' ο Πέτρος ο Γύφταρος, διαβολική συνεργεία είχαν μαλλώσει μεταξύ των. Κατά τάλλα έτη εσυνήθιζαν οι δύο να πηγαίνουν «κονσέρβα», ως έλεγαν, δηλ. ως δύο συμπλέοντα πλοία, να φέρουν γύραν εις όλας τας οικίας όσαι εώρταζον, και του Αγίου Νικολάου και του Αγίου Ιωάννου και τας άλλας εορτάς τας εχούσας πολλά ονόματα. Οι δύο αχώριστοι φίλοι, ο είς στολισμένος τα εορτάσιμα, ο έτερος με τα μόνα ενδύματά του, ο πρώτος φέρων εις τους πρησμένους πόδας του πατημένα πέδιλα, ο δεύτερος ανυπόδητος, άρχισαν το πρωί, απολείτουργα, την περιοδείαν των από την μίαν άκρην της κωμοπόλεως εις την άλλην. Μίαν φοράν, ο Πέτρος ο Γύφταρος, με ελαφρότητα κάπως, είχεν ειπεί αυθαδώς, ότι «σηκώνουν τα υψώματα» οι δύο τους. Ακούσας την ασεβή παρωδίαν ο Αντώνης Μαραγκάκης ονωματάρχης, Κρης την πατρίδα, τους εφίμωσε με την επιφώνησιν:
— «Ψώμματα! ψώμματα!» δηλ. «ψέμματα! ψέμματα!», και έκτοτε ο Γύφταρος δεν ετόλμησε πλέον να το ξαναπή. Ως τόσον εξηκολούθουν πάντοτε την περιοδείαν των ανά τας οικίας. Αλλού τους εφίλευον τηγανίτες ή λουκουμάδες, σπανιώτερον μισό χαϊμαλί (μικρόν τρίγωνον γλύκισμα), συνηθέστερον λουκούμι ή μόνον στραγάλια, από τα οποία εγέμιζαν τους κόλπους των. Σχεδόν εις όλα τα σπίτια τους εκερνούσαν ροσόλι ή μαστίχαν ή εντόπιαν εκ στεμφύλων ρακήν.
Ο Αποστόλης ο Καλούμας συνήθιζε λίαν πρωί, τας ημέρας των εορτών, που είχαν πολλά ονόματα, διά να μη κάμνη λάθος και παραλείπη κανένα εορτάζοντα, ενώ ακόμη ο κόσμος ήτο εις την Εκκλησίαν, και αυτός ήτο νηφάλιος, να περιέρχεται όλας τας οικίας των Γιάννηδων (ή των Νικολάκηδων, των Γεώργηδων κτλ.) και να σημειώνη δίπλα εις την εξώπορταν ή την σκάλαν, επί του τοίχου, με μικρόν κάρβουνον, λεπτοτάτην μαύρην γραμμήν, έν ιώτα, ορατόν εις αυτόν και μόνον. Τούτο το έκαμνε διά να μη λησμονήση κανένα εορτάζοντα ζαλισμένος, όπως θα ήτο κοντά το μεσημέρι, από τα πολλά πιοτά, ύστερον όταν εξήρχετο της οικίας, μετά την επίσκεψιν, ή και πριν εισέλθη, λίαν επιδεξίως, με κιμωλίαν άσπριζε και εξήλειφε όσον το δυνατόν την μαύρην γραμμήν. Εφέτος όμως ο Πέτρος ο Γύφταρος απεφάσισε να τον εβγάλη απ' αυτόν τον κόπον.
Ήτο την πρωίαν του Αγίου Νικολάου, και οι δύο φίλοι, ως είπομεν, ήσαν μαλλωμένοι. Ο Πέτρος είξευρεν ότι, αφού τα είχε χαλασμένα με τον Αποστόλην, ούτος θα έκαμνε τας επισκέψεις μόνος του, αυτός δε, ξυπόλητος όπως ήτον και απεριποίητος, «αζήλευτος», δυσκόλως θα ετόλμα να εισέλθη εις τας οικίας, και δεν θ' απήλαυε πολλά κεράσματα, ούτε θα έπινεν αρκετά ποτά χωρίς να πληρώση. Κοντά στον Αποστόλην, όστις ήτο οιονεί προστάτης του, επέρνα κι' αυτού η μπογιά του. Τώρα όμως, μόνος του, δεν θα εκαλοπερνούσε πολύ εις τας επισκέψεις.
Διά να εκδικηθή τον Αποστόλην, ιδού τι τον εσόφισεν ο διάβολος να πράξη· την πρωινήν εκείνην ώραν του όρθρου της εορτής της 6 Δεκεμβρίου, ενώ ο Αποστόλης βαίνων από οικίας εις οικίαν, εχάραττε το μυστηριώδες σημείον του εις το πλάι εκάστης θύρας, ο Πέτρος ακολουθών αυτόν με προφύλαξιν, κρυπτόμενος εις τας γωνίας και τας ρύμας, ήρχετο κατόπιν του, ανεκάλυπτε την μαύρην γραμμήν, την οποίαν είχε χαράξει αρτίως ο Καλούμας, καθότι έφεγγεν ήδη αρκετά η ανατέλλουσα ημέρα, και με την κιμωλίαν επεσημείωνε και άσπριζε το μαύρον σημείον. Αλλά δεν ηρκέσθη εις τούτο μόνον το αρνητικόν έγκλημα· ηθέλησε να προσθέση και άλλην θετικήν επιβουλήν, και όπου έτυχεν εις τέσσαρα ή πέντε σπίτια, όπου δεν υπήρχον Νικολάκηδες εορτάζοντας, έγραψε με κάρβουνον το σημείον όπου συνήθιζεν ο Αποστόλης. Ούτω ήτο βέβαιος, ότι ο αρχαίος φίλος και νυν εχθρός του θ' απεπλανάτο να εισέλθη εις σπίτια Γεώργηδων ή Γιάννηδων ή Κωνσταντήδων, όπου θα την επάθαινε... και τότε ο Πέτρος, όστις θα εφρόντιζε να βρεθή εκεί σιμά, εξ όλης καρδίας θα εγέλα.
Την πρωίαν, ο Αποστόλης, αφού είχε γυρίσει όλον το χωρίον, έφθασεν εις την βορεινήν εσχατιάν, σιμά εις την οικίαν του Τζαφέρη. Δίπλα εις την αυλήν ταύτης ήτο κολλητή μία άλλη αυλόπορτα, του Νικολάκη του Κουνιέλη, όστις θα εώρταζε την ημέραν εκείνην. Ο Αποστόλης έγραψε το μαύρον ιώτα, πλησίον της δευτέρας αυτής αυλόπορτας και απεμακρύνθη.
Μετά μίαν στιγμήν ο Πέτρος εξήλθεν από την σκιάν μιας καμπής της οδού, επλησίασεν, έσβυσε με την κιμωλίαν το μαύρο σημάδι από την θύραν του Νικολάκη του Κουνιέλη, εχάραξε μαύρον εις την αυλόπορταν του Γιάννη του Τζαφέρη κ' έφυγεν.
Κοντά το μεσημέρι, ο Αποστόλης, αφού είχε φάγει πολλούς λουκουμάδες και τηγανίτες στα σπίτια και είχε πίει υπέρ τα είκοσι ροσόλια, ρόμια και ρακιά, φέρων αδιακόπως την χείρα εις τον κόλπον του, εξάγων στραγάλια και μασσών εις τον δρόμον, έφθασεν εις την γειτονιάν του Τζαφέρη. Βλέπει την μικράν κάθετον γραμμήν εις την θύραν τούτου και αδιστάκτως εισέρχεται.
Την ιδίαν στιγμήν ο Πέτρος ο Γύφταρος, προβάλλει από μίαν γωνίαν εκεί, πλησιάζει και ίσταται έξω από την αυλόπορταν.
— Καλή 'μέρα σας! Καλή χρονιά Χρόνους πολλούς!... Πολλά τα έτη σας! Να χαίρεστε το Νικολάκη σας! Να ζήσετε!
Ό,τι επιποθείτε! Μ' ένα καλό γυιο, κόρη μου! Να χαίρεστε! Να είστε καλά! Να ζήση ο Νικολάκης!
Ηκούετο ένδοθεν της αυλής, ερχομένη ηχηρά η φωνή του Αποστόλη. Και μετά μίαν στιγμήν απήντησε γυναικεία φωνή·
— Μη!... Μη!... Μη!... Μη μου λερώνεις τη σκάλα! Όξω Αποστόλη! Τι σου ήρθε; Μουρλάθηκες, Αποστόλη! Τι καληχρονίζεις και καλό να μώχης; Τι Νικολάκη μου λες;... Εδώ δίπλα γιορτάζει ο Νικολάκης ο γείτονας... Θα ζαλίστηκες, πιστεύω, καϋμένε, απ' τα κεράσματα τα πολλά που ήπιες στα σπίτια! Στο καλό, Αποστόλη!
Εις την φωνήν ταύτην απήντησε μέγας καγχασμός από τον δρόμον έξωθεν, και συγχρόνως ο Πέτρος ο Γύφταρος, εισώρμησεν εις την γειτονικήν αυλήν και την οικίαν όπου ήρχισε να διηγήται εις τους οικοκυραίους και τους επισκέπτας το πάθημα του Αποστόλη, μετερχομένος το μέσον τούτο ως εισιτήριον διά τον εαυτόν του τον ξυπόλητον.
— Καλή μέρα, καλή χρονιά σας! Να χαίρεστε τον Νικολάκη! Ακούτε, ακούτε τι γένηκε από κει, στην αυλή του γείτονά σας, του Γιάννη! Ο Αποστόλης ο συνάδελφός μου, μεθυσμένος, έκαμε λάθος κ' εμβήκε στο σπίτι του γείτονά σας του Γιάννη, αντί στο δικό σας. Εβίβα! Να χαίρεστε!... Καλή χρονιά!... Αυτά έπαθε ο Αποστόλης ο φίλος μου.
Τ Ε Λ Ο Σ
1) Εσύ του χωριού, ειξεύρεις εις ημάς τον δρόμον να δείξης;↩
2) Εις το χωρίον πόθεν φέρει ο δρόμος . . . (όπου κατοικούν) πολλοί, πολλοί, χίλιαι χιλιάδες!↩