WeRead Powered by ReaderPub
Η νοσταλγός cover

Η νοσταλγός

Chapter 5: ΤΗΣ ΔΑΣΚΑΛΑΣ ΤΑ ΜΑΓΙΑ
Open in WeRead

About This Book

The narrative unfolds in a small coastal community, centering on a woman whose powerful nostalgia for her homeland leads her to board a little skiff by moonlight with a local youth. Their tentative excursion across the harbor becomes fraught when the boat is recognized as belonging to a visiting schooner and the ship's dog raises an alarm. Interwoven scenes of port life, seasonal observance and domestic detail accompany the episode, sketching themes of longing, the sea's pull, and the fragile boundaries between private desire and communal circumstance.

Παρήλθεν ημίσεια ώρα εωσού οι δύο ναύται του καπετάν Κυριάκου πεισθώσι να ξεκολλήσουν από τα σπίτια των. Άλλη ημίσεια ώρα αχρισότου εύρωσι βάρκαν, ανέλθωσιν εις την σκούναν και καταβιβάσωσι την σκαμπαβίαν εις την θάλασσαν. Άλλη ημίσεια ώρα μέχρις ου στραιολογήσωσιν ως κωπηλάτας πορθμείς ή αλιείς εκ της προκυμαίας, των οποίων αι λέμβοι, δίκωποι ή τετράκωποι και βαρείαι ούσαι, δεν εκρίνοντο κατάλληλοι διά την καταδίωξιν, — και μέχρις ότου συνεννοηθώσιν όλοι, και είνε όλοι σύμφωνοι να εκπλεύσωσι. Τέλος επέβησαν της σκαμπαβίας, ο κυρ-Μοναχάκης έβδομος εκάθισεν εις το πηδάλιον, και εξεκίνησαν.

Διά συντόνου κωπηλασίας εξήλθον του λιμένος. Αλλά πού να εύρωσι την βαρκούλαν; Η θάλασσα, φλύαρος καθώς η γυνή, είνε όσον αύτη εχέμυθος, και ποτέ δεν διηγείται το μυστικόν της. Όσον είνε δυνατόν να εύρη τις τα ίχνη των αλλοτρίων φιλημάτων επί των χειλέων της γυναικός, άλλο τόσον είνε δυνατόν να εύρη επί της αχανούς κυανής εκτάσεως τα ίχνη της βαρκούλας. Τις οίδεν! επί τέλους, διελογίζετο ο κυρ-Μοναχάκης. γυνή ήτο. Ο έρως είνε πλάνος και η νεότης ευαπάτητος. Τις εγνώριζεν αν δεν είχεν αμαρτήσει ήδη; ω! καλά της το έλεγεν αυτός, ότι πλησίον του θα ήτο ασφαλής, διότι γηραιός σύζυγος επέχει προς τοις άλλοις τόπον πατρός διά νεαράν γυναίκα. Καλά το έλεγε κ' εκείνη, ότι πλησίον του θα ήτο ασφαλής, και αν ήθελε να σφάλη ακόμη. Τώρα, χιλιάκις αν ήτο αθώα, ο κόσμος θα την κατεδίκαζεν. Αλλά πλησίον του, χιλιάκις αν ημάρτανε, θα ήτο τιμία εις τα όμματα του κόσμου.

Οίμοι! καθώς η βασιλοπούλα του παραμυθιού, αν επεβάλλετο εις την διά του σαγιττεύματος θεοδικίαν, μόνον τα άκρα των δακτύλων της μιας χειρός της θα ήγγιζε το βέλος.

Εις το πέλαγος, ανάμεσα εις το μεταξύ των δύο νήσων πέραμα, έπλεεν η βαρκούλα.

Η φιλόφρων Ναϊάς των θαλασσίων ρευμάτων έφερε βοηθητικόν ρεύμα υπό την τρόπιν της, και η ευμενής Αύρα των απογείων πνοών έστειλεν ελαφράν ριπήν εις την πρύμνην της. Η δροσερά πνοή εδυνάμωσε τους βραχίονας και τους ώμους του νέου, κ' έσφιγξε τους απαλούς μυώνας της νεαράς γυναικός. Εκωπηλάτουν ως δύο ησκημένοι ερέται, τα ελαφρά κωπία δεν τους εκούραζον, και είχον υπερβή ήδη το ήμισυ της υγράς οδού.

Όταν η σκαμπαβία, η τρέχουσα με δρόμον απόλυτης φορβάδος, επλησίαζεν εις το ακρωτήριον Τραχήλι, τότε μόνον οι επ' αυτής ναυτικοί παρετήρησαν την βαρκούλαν.

 — Τ' είν' εκεί;

 — Η βάρκα.

Ο κυρ-Μοναχάκης έστρεψεν αριστερά την κεφαλήν.

 — Α! αυτή είνε!

 — Ποιος ξέρει; δεν πιστεύω να είνε αυτή, είπεν είς των ναυτών, όστις επεθύμει να ήτο τρόπος να μην ήτο αυτή, διά ν' απαλλαγή νέου, προσθέτου και λίαν ανιαρού κόπου.

 — Αυτή είνε, χωρίς άλλο, είπεν άλλος, όστις επεθύμει να ήτο εκ παντός τρόπου αυτή, διότι μεγάλως τον εκέντριζεν η περίεργος αυτή θαλασσία σκηνή, αν κατώρθονον να συλλάβωσι την βάρκαν, μετά της γυναικός και του εραστού της.

 — Αυτή είνε, απεφάνθη ο κυρ-Μοναχάκης· να τα γυρίσουμε κατά κει παιδιά· να ορτσάρω...

 — Πού πάει από 'κεί; ηρώτησεν είς ναύτης.

 — Πάει στον Άι-Νικόλα· το συντομώτερο δρόμο, βλέπεις, διαλέξανε· κ' ημείς ξεπλατισθήκαμε τόσην ώρα να τρέχουμε στο βρόντο.

 — Να τα γυρίσουμε, παιδιά! έκραξεν ο κυρ-Μοναχάκης, σας παρακαλώ γλήγορα να τα γυρίσουμε· σία ένας, να ορτσάρω!

Οι έξ ερέται είχον αφήσει τας κώπας, και η σκαμπαβία έβαινεν ακόμη με την «κεκτημένην ταχύτητα». Ο κυρ-Μοναχάκης εφώναζεν εν τούτοις, φειδομένος του χρόνου τον οποίον έχαναν·

 — Σία, παιδιά, σία. Γυρίστε κατά 'κεί!... όρτσα σκαμπαβία! Αλλ' ουδείς προσείχεν εις αυτόν. Συμβούλιον είχε στηθή εν μέσω του πελάγους. Άλλοι έλεγον να προχωρήσωσιν εμπρός, άλλοι να στραφώσι βορείως προς το μέρος της βαρκούλας. Τέλος υπερίσχυσεν η γνώμη των πλείστων, οίτινες ηλεκτρίζοντο εκ του προσδοκωμένου απολαυστικού θεάματος.

Έστρεψαν αριστερά την πρώραν, κ' έλαβον τας κώπας με νέαν ρώμην, οίαν μετέδιδεν εις τους ανθρώπους η φυσική προς την νίκην φιλοτιμία και η προσδοκία του παραδόξου θηράματος. Αλλ' η σκαμπαβία απείχε τώρα από τον όρμον, προς ον έπλεε, τον τριπλούν του δρόμου όσον απείχεν η βαρκούλα. Και αν η πρώτη είχε τριπλήν δύναμη κοπών, είχεν όμως και πενταπλούν όγκον και τριπλάσιον βύθισμα.

Ο Μαθιός είδεν εγκαίρως την στροφήν την οποίαν έκαμεν αιφνιδίως η σκαμπαβία, και υπέδειξε το πράγμα εις την σύντροφόν του.

 — Κύτταξε, είπε· μας κυνηγούν.

 — Τώρα ας μας πιάσουν! ανέκραξεν ευθύμως το Λιαλιώ. Μου φαίνεται πως είνε μακρύτερα από μας.

 — Ω! βέβαια· πολύ μακρύτερα. Μα έχουν πολλά κουπιά.

 — Κ' ημείς έχομε μεγάλη δύναμι!

Κ' εδιπλασίασε την ζέσιν της εις την κωπηλασίαν.

Επί μίαν ώραν και πλέον επαίχθη κατά μήκος της ακτής εκείνης, ενώ η ωχρά σελήνη κατήρχετο ηρέμα προς δυσμάς και η φωνή του αλέκτορος ηκούετο εκπέμπουσα το δεύτερον λάλημα ανά τας σπαρτάς επί των κλιτύων και των κοιλάδων αγροικίας, το παιγνίδιον του φοβερού και μεγαλοπλοκάμου οκτάποδος του κυνηγούντος την μαρίδα, και του καταδυομένου και φιλοπαίγμονος δελφίνος του θηρεύοντος την ζαργάναν. Η σκαμπαβία έτρεχε, μετά ρυθμικού κρότου των κωπών επί των σιδηρών διχαλωτών σκαλμών, με δύναμιν απαισίου καρχαρίου, πομπώδης και μονότονος. Η βαρκούλα έφευγεν επί του κύματος ως ο φελλός, μετ' ελαφρού ως ο κρότος του φιλήματος φλοίσβου, απωθούσα με τας μικράς παιγνιώδεις κώπας της τα ύδατα, τα οποία την εθώπευον και την προέπεμπον τρέχοντα μεταξύ της, ως τιμητική συνοδεία, προηγουμένη και επομένη βασιλικού άρματος, και θα έλεγέ τις ότι αόρατοι Τρίτωνες την έφερον επιπολής του κύματος διά να μη χάνη ταχύτητα με της τρόπιδος το βύθος.

Εν τούτοις, οφθαλμοφανώς, η σκαμπαβία εκέρδιζε δρόμον επί της βαρκούλας. Έτρεξαν ακόμη, έτρεξαν πολύ, και πάντοτε, η σκαμπαβία εκέρδιζε δρόμον, και πάντοτε πλησιεστέρα εφαίνετο, εωσότου η απόστασις, η χωρίζουσα ακόμη την βαρκούλαν από της παραλίας, ήτο ήδη μικρά, ελαχίστη, και όσον και αν έτρεχε, η σκαμπαβία, ο Μαθιός επρόλαβε κ' έρριψε την βαρκούλαν μεθ' ορμής εις τα ρηχά, επί της άμμου.

 — Πάντα κατευόδιο, έκραξε φαιδρώς το Λιαλιώ.

Ηγέρθη, και βλέπουσα τον λευκόν τοίχον του ναΐσκου του Αγίου Νικολάου στίλβοντα εις το φως της σελήνης, έκαμε τον σταυρόν της κ' επήδησε πρώτη εις την άμμον της παραλίας, βρέξασα τας πτέρνας εις το ύδωρ.

Ο Μαθιός επήδησε κατόπιν της κ' εδοκίμασε να σύρη την βάρκαν.

Η σκαμπαβία δεν απείχεν ήδη ή είκοσιν οργυιάς από του όρμου.

Ο νέος επροσπάθει να σύρη επί της άμμου την βάρκαν, σπεύδων να συνοδεύση την Λιαλιώ επάνω εις το χωρίον. Υπώπτευεν ότι οι άνθρωποι της σκαμπαβίας θα τους εκυνήγουν κ' επί της ξηράς, και, χωρίς να ειξεύρη διατί, ήτο ευτυχής διά τούτο. Η τελευταία εκμυστήρευσις της Λιαλιώς, περί του μνηστήρος του πνιγέντος εν τω Ευξείνω, δεν ίσχυσε να τον καθησυχάση, και ο πειρασμός του ενέπνεε την σκέψιν ότι, μία γυνή ήτις ελησμόνησε τον ατυχή εκείνον διά να νυμφευθή ένα γέροντα, ήτο ικανή να εγκαταλίπη τον γέροντα δι' ένα τρίτον μένοντα εις την πατρίδα της. Αλλ' αν τους κατεδίωκον ομού εις την ξηράν, και αύτη ενεπιστεύετο εις αυτόν και απήρχοντο ομού εις το χωρίον της, ω! τότε ο έρως του θα καθηγιάζετο επί της ξηράς και της θαλάσσης.

Αίφνης, η φωνή του κυρ-Μοναχάκη, όστις εφαίνετο όρθιος, εις το φως της σελήνης, παρά την πρύμνην της σκαμπαβίας, ηκούσθη εν τη σιγή της νυκτός·

 — Λιαλιώ! ε! Λιαλιώ!

Η Λιαλιώ εστάθη σύννους, κάτω νεύουσα την κεφαλήν, και είτα κράξασα, απήντησεν·

 — Ορίστε, μπάρμπα-Μοναχάκη;

 — Θέλεις να πας στους γονείς σου, ψυχίτσα μου; Καλά θα κάμης! Καρτέρει νάρθω κ' εγώ, να σε συνοδεύσω ως εκεί, μήπως κακοπαθήσης στο δρόμο, μοναχή σου, αγάπη μου!

 — Καλώς ναρθής, μπάρμπα-Μοναχάκη! απήντησεν ανενδοιάστως το Λιαλιώ.

Ο νέος ίστατο εντροπαλός πλησίον της, κυττάζων αυτήν, έμφοβος και μη εννοών.

 — Σύρε στο καλό, με τη σκαμπαβία, Μαθιέ μου, π'λάκι μου, του είπε με τόνον ειλικρινούς συγκινήσεως το Λιαλιώ· κρίμα 'ς που είμαι μεγαλείτερη στα χρόνια από σένα· αν πέθαινε ο μπάρμπα-Μοναχάκης, θα σ' έπαιρνα.


ΤΟ ΘΑΥΜΑ ΤΗΣ ΚΑΙΣΑΡΙΑΝΗΣ


Την διήγησιν ταύτην ήκουσα εκ στόματος της κυρά-Ρήνης Ελευθέραινας, του ποτέ Ροδίτη, σεβασμίας γερόντισσας Αθηναίας.

«Είχαμε ένα χρόνο στεφανωμένοι με τον μπάρμπα-Λευθέρη, αυτόν που βλέπεις, και όλον τον χρόνον δεν έπαυσε να είνε άρρωστος. Σου έχω ειπεί πως με είχεν ελκύσει με τα χάδια του, ενώ ήτον αυτός τριαντάρης, κ' εγώ ήμουν δώδεκα χρονών τρελλοκόριτσο, που να μην πήγαινα παραπάνω.

Σαν ήτον άρρωστος, ένα χρόνο και παραπάνω δεν του έλειπεν ο πυρετός, όλη η γειτονιά, κ' η συγγένισσές μου, κ' η κουμπάρες μου, έλεγαν πως είχε καταντήσει να γείνη φτισικός. Είχε χτικιάσει, μου είπαν. Ω! συφορά μου! Γιατροί, γιάτρισσες, γιατρικά, μαντζούνια, τίποτε δεν ωφέλησαν. Η φτώχεια μάς έδερνε, να δουλέψη ο ίδιος δεν μπορούσε. Ο θεός ξέρει πώς τάφερνα βόλτα, με ψέμματα, με αλήθεια.

Μου είπε η κουμπάρα μας μια γνώμη, να τάξω στην Καισαριανή, μεγάλ' η χάρι της, να σηκωθώ να τον πάω, ίσως λυπηθή, η Παναγία και τον κάμη καλά. Χάρες μεγάλες ακούονταν πως γίνονται τον καιρό εκείνο. Εγώ σαν τάκουσα, να τι είπα μέσα μου, σου ξεμολογούμαι: «Καλά, ανίσως δεν τον κάμη καλά η χάρι της, μπορεί, το ελάχιστο, να πεθάνη κει δα, να τον θάψω στο βουνό, για να γλυτώσω από έξοδα που δεν έχω, κι' από άλλα βάσανα και μπελάδες». Το χειρότερο, εφοβούμουν, αν πέθαινε στο σπίτι, μην κολλήση τίποτε στα ρούχα, και κολλήσω κ' εγώ. Όλοι μου λέγανε πως το χτικιό κολλάει.

Λεφτό δεν είχα, ούτε πολύτιμο κανένα μέσ' την κασέλλα μου, έξω απ' το δαχτυλίδι του αρραβώνα που φορούσα. Είχα μερικά χαλκώματα. Επήρα ένα ταψί που είχα, καινούριο, κατακόκκινο, νάτο, εκεί βρίσκεται — έδειξε προς ένα ράφι, επί του οποίου ήσαν ολίγα χάλκινα σκεύη — κ' επήγα στην γειτόνισσά μας την Παναγήνα.

 — Κυρά Παναγήνα, πάρε αυτό το ταψί αμανάτι, να με δανείσης τέσσερα σβάντζικα· θέλω να πάω τον άνδρα μου, που τον έχω άρρωστο, στη χάρι της, στην Καισαριανή, και λεφτά δεν έχω.

 — Να, πάρε δύο σβάντζικα, είπεν η Παναγήνα, αυτά μου βρίσκονται. Άφσε το ταψί σου εδώ, και σαν ευκολυθής, φέρε τα δυο σβάντζικα να το πάρης.

Επήρα τα δυο σβάντζικα, αν και λίγα μου έπεφταν για το ταξείδι που ήθελα να κάμω, άφησα το ταψί μου, κ' είπα κ' ευχαριστώ. Εκινήσαμε με τον άντρα μου, παραμονή της Αναλύψεως, βράδυ-βράδυ. Στο δρόμο ηύραμ' έναν καρροτσέρη, κουμπάρο μιανής συγγένισσάς μου. Τον επερικάλεσα κ' επήρε το Λευθέρη στο κάρρο του, τον πλειότερο δρόμο. Εγώ επήγα με τα πόδια.

Ενύχτωνε όταν φτάσαμε στην Καισαριανή. Πριν φτάσουμε στην εκκλησιά, μέσ' το ρέμμα, ηύραμ' ένα τσέλιγκα, μ' ένα κοπάδι πρόβατα. Καθίσαμ' εκεί κοντά, να ξαποστάσουμε και να συγυρισθούμε, πριν πάμε στην εκκλησιά. Η γυναίκα του τσέλιγκα μας είδε που καθίσαμε, κ' ήρθε κοντά μας.

Ο Λευθέρης, που από 'βδομάδες μπροστά ήτον κομμένη η όρεξί του και δεν έτρωγε τίτοτε, σαν εκαθίσαμε, μου λέει·

 — Πείνασα, καϋμένη γυναίκα. Κόψε μου λίγο ψωμί.

Του έκοψα ψωμί, κι' άρχισε να τρώη με τόσην όρεξι, που απόρησα κ' εγώ. Του είχα κόψει μικρή φέτα, ξεύροντας πως δεν μπορούσε να φάη. Στη στιγμή την έφαγε, και μου γύριψε να του κόψω κι' άλλο.

Η τσοπάνισσα που ήρθε κοντά μας μου λέει:

 — Άνδρας σου είνε, τσούπα; σαν ζαμπούνη τον γλιέπω... Πίνει γάλα, να σας φέρω;

 — Πίνει, είπα εγώ, γιατί είνε άρρωστος.

Εννοούσα που ήτον Τετράδη. Μας έφερε ένα μεγάλο μπρίκι γεμάτο γάλα. Ο Λευθέρης εβουτούσε το ψωμί του μέσα, εμάσσαε της μπουκιές, κ' ερροφούσε το γάλα. Εγώ έτρωγα ψωμί και εληές.

Η τσοπάνισσα τότε, σαν είδε που το ψωμί μας ήτο μπαγιάτικο, δύο-τριών ημερών, μας έφερε μια μεγάλη πλακόπηττα ανεβατή, φρέσκη της ημέρας, και μου την έδωκε.

 — Τι πειράζεσαι; είπα.

Κ' έβαλα την πήττα μέσ' το ταγαράκι μου.

Ο άνδρας της ήλθε και μας έφερε δύο μεγάλα κομμάτια χλωρό τυρί, αλατισμένο.

 — Να, πάρε, τσούπα, για να φάτε αύριο, μου λέει. Το πουρνό, που θάχουμε σφαχτά στη σούβλα, περνάτ' απ' αυτού και σας φιλεύω καμμιά πλάτη.

Εγώ έβγαλα κάτι πεντάραις που είχα, τα ρέστα από ένα σβάντσικο, που το είχα χαλάσει, και του είπα να κρατήση ό,τι θέλει για το τυρί. Εκείνος τα έσπρωξε πίσω, με τη ράχη του χεριού του, κ' είπε·

 — Δε χρειάζονται λιεφτά... Κράτα τα να κολλήσης καμμιά λιαμπάδα στη χάρ' τς για τον μορφονιό σ', που είνε ζαμπούνης.

Σαν παράξενα σου φαίνονται αυτά; — απέστρεψεν αίφνης τον λόγον προς εμέ η αφηγήτρια. — Τότε ήτον άλλος κόσμος. Οι άνθρωποι είχαν πόνο, είχαν αγάπη αναμεταξύ τους. Εύρισκες πολλούς καλούς ανθρώπους, κ' εδώ μέσα, και στα βουνά έξω. Το είχαν 'σε καλό τους να δίνουνε. Γι' αυτό ο Θεός τους ευλογούσε, κ' είχαν μπερικέτια. Άλλος κόσμος τότε! Πού κείνα τα χρόνια;

Πήγαμε στην εκκλησιά, προσκυνήσαμε, κολλήσαμε μια λαμπαδίτσα. Ύστερα ο Λευθέρης εκάθισε κοντά στην Αγίαν Εικόνα, μέσα στην εκκλησιά, και σαν να ενύσταξε. Εγώ εβγήκα να πιω νερό, στην περίφημη, την αθάνατη βρύσι...

Ήτον ως τρεις ώρες νύχτα. Δροσιά, αστροφεγγιά, χαρά Θεού. Εκεί αντίκρυ, πέρ' απ' τα πλατάνια, στο ξέφαντο, είχαν αρχίσει να παίζουν λαλούμενα, φλογέρες, νταούλια, ζουρνάδες, και μερικοί είχαν στήσει χορό. Εγώ, σαν τρελλοκόριτσο που ήμουν ακόμα — είχα παντρευτή πολύ μικρή, καθώς σου είπα, και τώρα δεν θα ήμουν περαπάνω από δεκαφτά χρονών — ξέχασα και άνδρα άρρωστο, και τάξιμο, κ' εκκλησιά, κ' επήγα ίσα προς το μέρος που έπαιζαν τα λαλούμενα κ' εγινόταν ο χορός, για να κάμω χάζι.

Εστάθηκα εκεί ολίγην ώρα, ύστερ' απόστασα να στέκωμαι, κ' εκάθισα στα χορταράκια. Εύρισκα μεγάλη διασκέδασι. Εκεί, ακούω από μερικές γυναίκες κάτι φωνές, που έλεγαν η μια με την άλλη·

 — Στην Εύρεσι!... είνε ώρα... πάμε στην Εύρεσι!

 — Η Περιστέρα... στην Εύρεσι... στην σπηλιά.

Εκείνες που το έλεγαν αυτό, η μία με την άλλη, είχαν έρθει, τώρα κοντά, εκεί, στο μέρος που ήτον το γλέντι το νυχτερινό, κ' εφώναζαν άλλες να της ακολουθήσουν... Κ' έφευγαν όλαις μαζύ, η μία κατόπι της άλλης, κι' άδειασε πολύς τόπος. Γυναίκες πάρα-πολλές, και καμπόσοι άνδρες και παιδιά, μονοκοπανιά έφυγαν από 'κεί που ήμουν, κι' άρχισαν να τρέχουν τον ανήφορο.

Εγώ δεν είξευρα καλά καλά τι ήτον η Εύρεσι, και σχεδόν δεν είχ' ακούσει ποτέ μου για Περιστέρα. Αυτή τη στιγμή θυμήθηκα που η κουμπάρα μας, εκείνη 'που πρώτη μου είχε βάλει στο νου για να τάξω στην Καισαριανή, μου είχε 'πεί ότι η χάρι της περισσότερο ενεργάει στην Εύρεσι, που είνε στη σπηλιά, κι' ότι εκεί κατεβαίνει, τινάζοντας τα πτερά της, μία περιστέρα...

Τότε μία που με μισογνώριζε, και μας είχε ιδεί αρχήτερα με τον άνδρα μου στο δρόμο, κ' είχε καταλάβει πως ο άνδρας μου ήτον άρρωστος, καθώς εσηκώθηκε να φύγη, γυρίζει και μου λέει·

 — Δεν έρχεσαι κ' ελόγου σου στην Εύρεσι;...Πάρε τον άνδρα σου, κ' ελάτε.

Εσηκώθηκα εγώ, έτρεξα κατά τη βρύσι, ξαναήπια νερό, ύστερα 'μβαίνω στην εκκλησιά, και βρίσκω το Λευθέρη, που τον είχε πάρει καλά ο ύπνος, δίπλα στο προσκυνητάρι που καθότανε. Επήγα κοντά, τον έσεισα, κι' άνοιξε τα μάτια.

 — Δεν ξεκολλάς από κοντά μου; μου λέει. Τώρα εγώ λιανονυστάζω. Σύρε έξω στη βρύσι να πάρης τον αέρα σου.

 — Πάμε στην Εύρεσι, του λέω!

 — Στην Εύρεσι;...τι Εύρεσι;

Τον έσεισα πάλι, τον ετράβηξα βιαστικά με το χέρι μου, και τον εσήκωσα. Τότε μου είχε έρθει η στόχασι, πως έπρεπε να κάμω γλήγορα, για να προφτάσω τ' ασκέρι που έτρεχε τον ανήφορο, γιατί δεν είξευρα αν ήτον πολύ κοντά ή μακρυά, και τον δρόμο εγώ δεν τον είξευρα. Έπειτα έπρεπε να προφτάσω να ιδώ την Περιστέρα, καθώς μισοθυμούμουν, που μου είχε 'πεί η κουμπάρα, πως τίναζε τα φτερά.

Έσυρα τον Λευθέρη κ' εβγήκαμε απ' το μοναστήρι.

 — Η χάρι της, του είπα, θα σε κάμη καλά.

Εκινήσαμε, καταπόδι 'ς άλλους, που τους βλέπαμε να τρέχουν μπροστά. Ήτον μεσάνυχτα. Περπατήσαμε κάμποσο ανήφορο, και σε λίγην ώρα φτάσαμε στη σπηλιά.

Ήτον μία σπηλιά ωραία, στον βράχο τον θεόρατο, με χρώμα σταχτερό, που έσταζε δροσιές ολόγυρα. Μοσχοβολούσε ο τόπος από θυμάρια, από σκοίνους κι' αγριοδυόσμο. Κόσμος ένα πλήθος, γυναίκες ένα σωρό, άνδρες πολλοί και παιδιά ένα μελίσσι, άλλοι ορθοί, άλλοι καθισμένοι, μερικοί άρρωστοι από διάφορες ασθένειες, μισεροί και σακατεμμένοι, βρίσκονταν εκεί, κ' έκαναν το σταυρό τους. Ένας παπάς με το πετραχήλι έστεκε στη μέση· είχε κάμει Παράκλησι, και τώρα ήτον στο τέλος. Έψαιλναν «Την πάσα ελπίδα μου», κ' έκαναν μετάνοιες. Σαν είπε το «Δι' αυκών» ο παπάς, πάλι άρχισε να ψαίλνη αγιασμό, μέσα 'σε μια λεκάνη μεγάλη, σαν κολυμβήθρα, φυσικά φτιασμένη στο βράχο, θεόχτιστη, ως φαίνεται.

Σαν άρχισε ο αγιασμός, η γυναίκες εψιθύριζαν η μια με την άλλη·

 — Η Περιστέρα... τώρα θα φανή!

 — Τώρα θα κατεβή η Περιστέρα!

 — Να, τώρα... τώρα θα βγη η Περιστέρα.

Σε λίγην ώρα, κοντά στο τέλος του Αγιασμού, την στιγμή που ήθελε να βαφτίση ο παπάς το Σταυρό στη λεκάνη, ακούστηκ' έξαφνα ένα φρου-φρου, κ' εβόιξ' η σπηλιά, κ' επαρουσιάστηκε για μια στιγμή, για όσην ώρα σας το λέγω, ένα ωραίο πουλί, μια περιστέρα, με άσπρα και σταχτιά και χρυσά φτερά, κ' εφτερούγιασε φρστ!... φρστ!... κ' ετίναξε τα φτερά της, κ' εχτύπησε με τα φτερά της το νερό, που ήτον μέσα στη λεκάνη του Αγιασμού, κι' αμέσως έγεινε άφαντη... Για δυο-τρεις στιγμές εξακολουθούσε, απ' το θόλο της σπηλιάς, να πέφτη νερό μέσ' τη λεκάνη, ύστερα έπαψε. Ο κόσμος εκύτταζε χωρίς φωνή, χωρίς πνοή...

Ύστερα μονομιάς από πολλών τα στήθια εβγήκ' ένα «Μέγας ει, Κύριε!» και δυο τρεις χωριάτισσες είπαν «Χριστός 'δε σέρ-** Μαρία!»

Την ίδια στιγμή εβούτηξ' ο παπάς το Σταυρό, κ' έψαλε «Σώσον, Κύριε, τον λαόν σου», κ' ύστερα όλος ο λαός, παιδιά, άνδρες, γυναίκες, έπεσαν με τα μούτρα στην αγιαστούρα του παπά και μέσα στη λεκάνη, κ' έπαιρναν αγίασμα με τα φλασκιά τους, με τα τασσάκια τους, κ' έπιναν, κ' εξεφωνούσαν: «Δόξα σοι, Κύριε, δόξα σοι! ».

Με πολύν κόπο, επήρα κ' εγώ αράδα, κ' έσυρα σπρώχνοντας με όλη τη δύναμί μου το Λευθέρη απ' το μπράτσο, κι' απ' της πλάτες, και μπορέσαμε με πολλά βάσανα να πλησιάσουμε τον παπά, και μας φώτισε με την αγιαστούρα του· ύστερα έσκυψα με το στόμα κ' ήπια αγίασμα· ύστερα εγέμισα της δύο φούχτες και της έφερα στο στόμα του ανδρός μου να πιή. Ήτον δροσερό, γλυκό νερό, αγίασμα· είχε μία δροσούλα και μία μοσχοβολιά που δεν ξανάγεινε.

Κατόπι γυρίσαμε πάλι, με όλο το μελίσσι μαζύ, κ' εφτάσαμε στην εκκλησιά.

Το πουρνό, αφού ελειτουργηθήκαμε, δεν ξεχάσαμε να περάσουμε απ' το μέρος όπου είχε τη στάνη του προσωρινά ο ψεβραδυνός ο τσέλιγκας.

Μας έδωκε γάλα, γιαούρτι, χλωρό τυρί· ύστερα σαν εψήθηκαν τ' αρνιά, μας εφίλεψε ένα μεγάλο κομμάτι από παγίδια κι' από πλάτη, κ' εξεφαντώσαμε. Μία φαμίλια απ' την Πλάκα, που κάθισαν εκεί κοντά να ξεφαντώσουν, μας εγνώριζαν· μας έστειλαν ένα φλασκί γεμάτο κρασί, κ' ήπιαμε στην υγειά τους.

Περάσαμε πολύ καλά ολημέρα. Το βράδυ γυρίσαμε στο σπίτι μας. Στη στράτα που γυρίζαμε, δεν είχε νυκτώσει ακόμα πολύ, και βλέπω ένα μικρό κομπόδεμα χάμου. Σκύφτω, το μαζεύω, τ' ανοίγω και βλέπω που είχε μέσα τρία σβάντζικα.

Η φαμίλια η Πλακιώτικη, που μας είχε φιλέψει το κρασί, μία γυναίκα με τον άνδρα της και με δυο παιδιά, είχαν ξεκινήσει κ' εκείνοι πεζοί ολίγο μπροστά από μας, κ' είχαν προπεράσει ως μία τουφεκιά τόπο. Κατ' αρχάς έκαμα να βάλω το κομπόδεμα στην τσέπη μου, ύστερα είπα· «κι αυτοί φτωχοί σαν εμάς είνε, μην τους έπεσε, κ' είνε κρίμα να το κρατήσω». Τους φωνάζω·

 — Μη σας έπεσε κανένα κομπόδεμα!; Τι λογής ήτον, και πόσα λεπτά είχε μέσα;

Εψάχτηκαν.

 — Όχι, μου είπαν δεν μας έπεσε τίποτε...

Τότε είπα κ' εγώ, μπορεί νάπεσε καμμιανής που νάχη τον τρόπο της· κισμέτι ήταν ας το κρατήσω.

Ο Λευθέρης ήτον πολύ καλλίτερα. Εγύρισε όλο το δρόμο με τα πόδια. Η όψι του εκαλλιτέρεψε πολύ. Είχε γυρίσει η όρεξί του, κ' έφαε κ' ήπιε καλά στο πανηγύρι. 'Σε λίγον καιρό έγεινε καλά, εδυνάμωσε, κ' έζησε κ' είνε τώρα ογδοντάρης, όπως τον βλέπεις.

Το πρωί της άλλης ημέρας πηγαίνω στην Παναγήνα την γειτόνισσα.

 — Να, πάρε, κυρά Παναγήνα, τα δύο σβάντικά σου και δώσε μου τ' αμανάτι μου.

Είχα χαλάσει το ένα σβάντζικο απ' τα δυο που με είχε δανείσει, έκαμα όλα τα έξοδα του ταξειδιού, έφαγα και ήπια καλά, έφερα και δυο μεγάλα κομμάτια τυρί στο σπίτι, καθώς και μισό καρβέλι από μαύρο ψωμί χωριάτικο, έδωσα τα δύο σβάντζικα τα δανεικά, και μου περίσσευσαν και δύο ακόμα σβάντζικα.

 — Να, πάρ' το, κυρά Λευθέραινα, το ταψί σου, μου λέει η Παναγήνα, αφού επήρε τα δυο σβάντζικα. Επήρα το ταψί μου, και να το αυτό είνε! βρίσκετ' ακόμα, ύστερ' από σαρανταοχτώ χρόνια».

Εσηκώθη, ύψωσε την χείρα της εις το ράφι, και μου επαρουσίασε χάλκινον αγγείον παλαιόν, ολίγον τρύπιον εις την μίαν άκρην.

ΤΗΣ ΔΑΣΚΑΛΑΣ ΤΑ ΜΑΓΙΑ


Μεγάλο θάμμα έγεινε εις όλη τη γειτονιά — και εις όλο το χωριό μάλιστα — ένα Σάββατον πρωί, καθώς επήγεν η νεαρά δασκάλισσα, συνοδευομένη και από την μικρήν υπασπιστίναν της, το Ουρανιώ, το θυγάτριον του Παναγή του Κυραντώνη, διά ν' ανοίξη την πόρταν του σχολείου· η μικρή υπασπίστρια επροπορεύετο κρατούσα ένα κομψόν κουτί και δύο τυλιγμένα εργόχειρα, έκαμνε χαριτωμένους μορφασμούς και τσακίσματα, είχε την ξανθήν πλεξίδα της λοξά προς το ένα αυτί, κ' ήτο όλη μειδίαμα και χάρις, ώστε η μεν μυτίτσα της εγίνετο πλακαρή και σχεδόν εξηλείφετο από τους δύο μορφασμούς και τ' αυλακάκια τα σχηματιζόμενα εκατέρωθεν, από το πτερύγιον της ρινός έως τα κάτω βλέφαρα, και τα ματάκια της μισοκλεισμένα, ετόξευαν υγρόν σπινθήρα· η διδασκάλισσα χλωμή, με παιδικόν πρόσωπον, λευκοφορεμένη, καθώς και η μικρή συνοδός της, αναδεδεμένη τον στέφανον της πλουσίας κόμης της, άμεμπτος εις τα της μόδας — αλήθεια, τα κορίτσια του σχολείου, είχαν μάθει καλούς, πολιτισμένους τρόπους απ' αυτές της δασκάλες· εμάθαιναν γράμματα και χειροτεχνήματα, έκαμναν ως και γυμναστικήν, έν-δύο-τρία, εις το προπύλαιον του Σχολείου· η κόρη του Ντάκου είχε μάθει πώς να χτενίζη τ' αχυρόχροα μαλλιά της, ξέπλεκα, απλωμένα επί των νώτων, μέχρι της μέσης, λευκοφορούσα ωσάν ανεράιδα του βουνού· η παιδίσκη του Στάιου και του Λεγαντή είχον μάθει μπλε μαρρέν, και καρρέ, ακόμη και τρανσπαράν και το θυγάτριον του Σταμάτη του Μπλατσίνη είχε μάθει εις ένα μονότονον αχρωμάτιστον ήχον διάφορα ανόητα τραγουδάκια· όσον αφορά την ξανθήν πλεξίδα λοξήν προς το αυτί, όλαι σχεδόν αι μαθήτριαι την είχον αναπετάσει εσχάτως· άλλοι έλεγον ότι απ' εκείνο το αυτί εβγήκε το μυαλό της δασκάλας και των κοριτσιών, άλλοι έλεγον ότι εξητμίσθη από την κορυφήν της κεφαλής, διά μέσου των ριζών εκάστης τριχός, και άλλοι έλεγον ότι είχε φύγει απάνω από την οροφήν του Σχολείου· πλην ταύτα ήσαν λόγια των γραϊδίων της γειτονιάς, των γλωσσαλγών, όπου μεταχειρίζονται την ρόκαν μόνον ως συνόδευμα των κινήσεων της γλώσσας, ή έχουν την κακολογίαν οιονεί ως κέλευσμα προς ανακούφισιν του κόπου της ρόκας. Ο κόσμος θα εξακολουθή πάντοτε να βαδίζη εμπρός, πότε κούτσα-κούτσα, πότε σήκω-πέσε· με σκιρτήματα μονοπόδαρα, με σκοντάμματα, ή με βήματα καρκίνου· και αλλοίμονον εις τους όσοι εγήρασαν κ' εκουράσθησαν και δεν δύνανται να παρακολουθήσουν· εις όσους «επαλαιώθησαν και χώλαναν από των τρίβων αυτών».

Λοιπόν εκείνην την πρωίαν Σαββάτου, περί τας αρχάς Μαΐου, καθώς ηνοίχθη η πόρτα, και εισήλθεν η Ευανθία, η νεαρά διδασκάλισσα, δεν επέρασαν δύο λεπτά, και η μικρή ακόλουθός της, το Ουρανιώ, αφήκε βαθείαν κραυγήν εκπλήξεως·

 — Κυρία! Κυρία!

 — Τι είνε;

 — Ιδέτ' εδώ!... έλα να ιδής.

Η νεάνις έκαμε τρία βήματα προς το μέρος όπου την εκάλει η παιδίσκη. Δίπλα εις την μεγάλην τράπεζαν της δασκαλοκαθέδρας, όπου απετίθεντο συνήθως οι έλεγχοι και κατάλογοι, ως και τα τετράδια των μαθητριών, επί του μικρού τραπεζίου του χρησιμεύοντος διά την διδασκαλίαν και εξάσκησιν των χειροτεχνημάτων, έκειντο φύρδην μίγδην μερικά αντικείμενα ξένα όλως, προς το Σχολείον, τα οποία ήτο όλως άπορον πώς ευρέθησαν εκεί. Εν πρώτοις χόρτα τινά και άγρια άνθη, παπαρούνες και σταχυοειδή, λυσσοχόρταρα, μαϊόχορτα, και ολίγαι κλωσταί καννάβιναι και καραβοσχοίνου, μακραί τρίχες γυναικείαι μαύραι, άλλαι τρίχες φοράδας κόκκινες, μικρά κόκκαλα από το Κοιμητήρι, και τέλος έν κρανίον ανθρώπινον. Τι ήσαν όλ' αυτά; και τι ήθελαν εκεί; Βεβαίως μάγια· εχθροί τα είχαν ρίξει της δασκάλας.

Της μικράς παιδίσκης εξηλείφθη ο μορφασμός της, το χαμόγελόν της έσβυσε και η μυτίτσα της η πλακαρή εσχηματίσθη εις προεξοχήν. Η νεαρά διδασκάλισσα εγέλασε. Δεν εφαίνετο να πιστεύη τα μάγια.

Η Ουρανιώ συνέπλεξε τας χείρας της εν αδημονία.

 — Μάγια σας κάμανε, κυρία, μάγια!...

 — Δεν είνε τίποτε, Ουρανία· μάζωξέ τα να τα πετάξης έξω.

 — Εγώ κυρία, να τα πιάσω, με τα χεράκια μου!;

 — Κάμε αυτό που σου λέω, διέταξεν εν ανυπομονησία η δασκάλισσα· δεν είνε τίποτε,...πριν έλθη κ' η άλλη, και τα ιδή· και τότε το μικρό γίνεται μεγάλο.

Έτι λαλούσης αυτής εισήλθεν η Ευθαλία, η δευτέρα διδασκάλισσα, συνοδευομένη και από την μητέρα της. Ήτο στρογγυλωτέρα ολίγον το ανάστημα, όπως η άλλη ήτο λιγνή, παχουλή, όσον ισχνή εκείνη, με παιδικόν πρόσωπον όπως η πρώτη, ολιγώτερον κομψή, αλλά συμπαθής την έκφρασιν. Είχεν έλθει εφέτος, πρώτην φοράν εις τον τόπον, καθώς είχε λάβει το δίπλωμά της από το εν Αθήναις Αρσάκειον, όπου όλαι ως γνωστόν αριστεύουν· ενώ η πρώτη ήγε τον τρίτον χρόνον από του διορισμού της. Η Ευθαλία ηκολουθείτο από την μητέρα της· ήτο αύτη καλή γερόντισσα, ευσεβής, καταγομένη από την γείτονα νήσον, και ελέγετο ότι ήτο εκ μιας των καλλιτέρων οικογενειών της πατρίδος της.

Διηυθύνθησαν προς το μέρος της δασκαλοκαθέδρας, προς το εσώτερον δυτικόν πλάτος του ισογείου, από την θύραν την νοτιοανατολικήν. Η Ευανθία, ως τας είδε, έρριψε βλέμμα ανήσυχον προς τα μαγικά αντικείμενα, όπου δεν ήτο καιρός πλέον να τα κρύψη ή να τα κάμη άφαντα, και εν σπουδή, προχείρως, ανεσήκωσε το ίδιον τραπεζομάνδηλον, και με αυτό εδοκίμασε να τα σκεπάση. Αλλά δεν έφθανεν η ποδιά του οθονίου διά να συγκαλύψη όλα τα μαγικά, καθώς έκειντο σκόρπια επί της μικράς τραπέζης, όθεν βιαίως ετράβηξε το τραπεζομάνδηλον προς το μέρος της, διά να κάμη μακροτέραν την κρεμαμένην άκραν πλην τότε έγεινε μικρός θόρυβος, τα σκληρά αντικείμενα εκρότησαν, και δύο πεθαμμένα κόκκαλα σπρωχθέντα αποτόμως, έπεσαν μετά κρότου εις το σανιδένιον πάτωμα.

Η Ευανθία εμόρφασεν οργίλως, θυμωμένη κατά του ιδίου εαυτού της· αφήκε μικράν κραυγήν εκπλήξεως ως ν' ανεκάλυψεν αίφνης έν πράγμα, το οποίον ήτον εμπρός εις τα μάτια της, και όμως δεν το έβλεπεν έως τότε· και ταχεία, έλυσε την ιδίαν λευκήν ποδιάν της και την εφήπλωσεν επί του τραπεζίου.

Η Ευθαλία και η γερόντισσα, εν τω μεταξύ αργοπατούσαι και συνομιλούσαι, μόλις έφθασαν πλησίον της πρώτης δασκάλας, και την εκαλημέρισαν. Πλην η μία άκρα της λευκής εμπροσθέλλας έπεσεν ακριβώς επί του νεκρικού κρανίου, και μόνον κατά τα δύο τρίτα το εσκέπασε. Το πρόσωπον, το στόμα, και το χάσμα της φαγωμένης ρινός του κρανίου έμειναν ορατά προς το μέρος οπόθεν ήρχοντο αι δύο γυναίκες.

Η γραία αφήκε κραυγήν θάμβους και φόβου·

 — Μπα!.... τ' είν αυτό, πουλάκι μ';

Εδείκνυε τα αραιά διαλείποντα οδόντια, και τα χάσματα των οφθαλμών του κρανίου.

Η Ευανθία εκάλεσεν εις επικουρίαν όλην την ετοιμότητα του πνεύματός της.

 — Εμάς, κυρία, ο καθηγητής μας, ο Β., μας εδίδασκεν ανθρωπολογίαν, ως και ανατομίαν... μας εσυνείθισε να μελετάμε τους σκελετούς των αποθαμμένων, και να μην έχουμε προλήψεις.

Η αγαθή γραία την εκύτταξεν, ως να μη ενόει.

 — Παρήγγειλα να μου φέρουν αυτό το κεφάλι και τα κόκκαλα, διά να διδάξω τας μαθητρίας μου από πού και πώς είμεθα φτιασμένοι.

Η γραία ανεσήκωσε την άκραν της ποδιάς, κ' εξήτασε διά του βλέμματος όλα τ' αντικείμενα.

 — Α! θα της μάθης ούλα τα πάντα, μαθές, είπεν αφελώς, εις τρόπον ώστε δεν ήτο πολύ σαφές, αν είχε πεισθή ή αν ειρωνεύετο· και για τούτο, έφερες, πουλάκι μ', ούλα τα σκέλεθρα αυτά, απ' τα Μνημούρια... και της κανναβένιες κλωσταίς, και της τρίχες της αλογίσιες, και της παπαρούνες, και τα μαϊολούλουδα;

 — Καιρός είνε να λάβουν τα κορίτσια μίαν ιδέαν γι' αυτά τα πράγματα, είπεν η δασκάλα· κοντεύουν η εξετάσεις, και πώς θα κάμουμε κ' ημείς φιγούρα;

Όταν είχαν φθάσει την πρώτην στιγμήν η Ευανθία και η μικρά συνοδεύτριά της εις το σχολείον, έξω εις το προαύλιον ήσαν πέντε ή έξ μαθήτριαι, με τα τετράδιά των και με τα εργόχειρα, περιμένουσαι. Αύται είχον εισέλθει ήδη κ' επήγαν εις τα θρανία των. Άλλαι δέκα έως δεκαπέντε έφθασαν ευθύς κατόπιν. Το Σχολείον εγέμιζεν ήδη από κορίτσια.

Δύο ή τρεις κορασίδες, είτα επτά ή οκτώ, ύστερον όλαι όσαι ήρχοντο, αφήκαν της σάκκες επί των θρανίων των, και κατηυθύνθησαν προς το μέρος όπου ίσταντο αι τρεις γυναίκες. Η μία είπε της Ουρανίας·

 — Αρή, τι είνε;

 — Μάγια, είπε με μορφασμόν το Ουρανιώ. Ήδη της είχε περάσει ο φόβος και της επανήρχετο η συνήθης ευθυμία της.

 — Μάγια; ηρώτησεν η Σινιωρίτσα του Μυτιληνιού,

 — Μάγια; επανέλαβεν η Ματούλα του Καλοειδή.

 — Μάγια· εβεβαίωσε το Ορσάκι του Ζαχαριάδη.

 — Μάγια· επεκύρωσεν η Φλωρού του Λαμιαίου.

Τα κορίτσια είχον περικυκλώσει την μικράν τράπεζαν, κ' εκύτταζαν με μεγάλα μάτια και με ανοικτά στόματα τ' αξιοπερίεργα αντικείμενα.

 — Τι θέλετ' εδώ; έκραξε με αυστηρότητα η Ευανθία. Γλήγορα στα θρανία σας... στας θέσεις σας!

Έδραξε την βέργαν, κ' εφοβέρισε τας μαθητρίας.

Η γραία Μονεβασιά, η μητέρα της δευτέρας δασκάλας, συνέπλεξε τας χείρας, κ' έκραξε·

 — Τώρα, τι να κάνουμε! τ' ήταν αυτό;... Μη λες πουλάκι, μ', πως το είχες παραγγελιά, για να μάθης τα κορίτσια κατά πώς είμαστε φτιασμένοι, ούλα τα πάντα. Μάγια σας ρίξανε· ακούς τα κορίτσια τι λένε;

 — Ξέρουν τα κορίτσια τι τους γίνεται; είπεν η Ευανθία.

 — Τώρα χρειάζεται αγιασμός να ψαλή εδώ... ξορκισμοί να διαβαστούνε... Μην αρχινάτε, πουλάκι μ', το μάθημα, πριν ξορκιστή ο εχτρός από δω μέσα.

Εκάλεσε την μικράν Ματιώλαν, κόρην του Παπαγληγόρη.

 — Πας, πουλάκι μ', ν' πης τ' παπά σ', να πάρη το πετραχήλι του, νάρθη εδώ;... Να πάρη, πες, και το ευχολόγιο μαζύ του... ξορκισμούς πρέπει να διαβάση.

Η μικρή δεν επερίμενε να επικυρώση την διαταγήν η διδασκάλισσα. Πάραυτα έτρεξε προς την θύραν. Η Ευανθία, ως ναρκωμένη, δεν είπε τίποτε. Μόνον όταν η παιδίσκη εξήλθεν, εστράφη προς την γερόντισσαν και της είπε·

 — Τι θέλεις, σταυρομάνα, για να μας ακούσουν κι' άλλοι;

 — Αυτό, πουλάκι μ', δεν είνε πράμμα που να κρυφτή, μαθές, είπεν η γραία· ο παπάς που θάρθη δεν θα το κοινολογήση; έχεις ψαλίδι για να κόψης της γλώσσες όλων των κοριτσιών;

Η Ευανθία έσεισε τους ώμους.

 — Κη να της κόψης, πουλάκι μ', άλλαις θα φυτρώσουνε· μια θα κόφτης, δυο, τρεις, τέσσαρες θα βγαίνουνε.,. Δεν έχουν παιδεμμό των γυναικών η γλώσσες.

Η Ευανθία εν ανία, περιήρχετο περί τας δύο τραπέζας και τα πρώτα θρανία. Η γραία Μονεβασιά, επλησίασε προς τα μάγια, και ήρχισε να θεωρή μετά προσοχής το νεκρικόν κρανίον.

 — Να, εδώ είνε τα γράμματα, που γράφουν τη μοίρα μας, είπε δεικνύουσα τα ιερογλυφικά εκείνα σημεία της συναρμογής του μετώπου· εδώ είνε γραμμένο όλο το ριζικό μας. « Έπαθα, τάπαθα· τα μέλλω πάθω;»

 — Τι θα πη αυτό, μητέρα; ηρώτησεν η Ευθαλία.

 — Αυτό θα πη, κορίτσι μ', ξέρουμε τα όσα πάθαμε, μα δεν ξέρουμε τι μας μέλλει ακόμας. Ήταν μια ζηλειάρα, και είδε που ο άνδρας της είχε ένα γυναικείο καύκαλο κλεισμένο μέσ' το αρμάρι του, απ' την μανία της το έρριξε στο φούρνο και τόκαψε, κι' ο άνδρας της το είχε φυλάξει από περιέργεια, επειδή ήταν μάντις, κ' εγνώριζε να διαβάζη τα μυστικά γράμματα του ριζικού, και απόρησε σαν τι έμελλε να πάθη αυτό το κούτελο· κ' εκείνη, απ' τη ζήλεια της επίστεψε πως ήταν της παληάς αγαπητικιάς του, και σαν το είδ' εκείνος ύστερα που κάηκε, εκατάλαβε γιατί επάνω στο κούτελο ήτον γραμμένο· «έπαθα, τάπαθα· τα πάθω μέλλω;»

Η Ευθαλία ηκροάτο εν σιωπή. Η μήτηρ της επανέλαβε·

 — Κι' αυτό εδώ, πουλάκι μ', φαίνεται να είνε γυναικείο κούτελο· και εις αυτό επάνω επάνω κάτι τέτοιο είνε γραμμένο.

Τέλος έφθασεν ο Παπά-Γληγόρης. Εφόρεσε το πετραχήλι του, ήνοιξε το ευχολόγιον και ήρχισε να διαβάζη με ψίθυρον και βόμβον φωνής:

«Επιτιμά σοι Κύριος, διάβολε... φύγε, δραπέτευσον, αναχώρησον, δαιμόνιον ακάθαρτον και εναγές, καταχθόνιον, βύθιον, απατηλόν, άμορφον, ή αυτός ει ο Βεελζεβούλ, ή καταπείων, ή δρακοντοειδής, ή θηριοπρόσωπος, ή ως ατμίς ή ως καπνός, ή ως «άρρεν ή ως θήλυ, ή ως ερπετόν, ή ως πετεινόν, ή νυκτόλαλον, ή κωφόν, ή άλαλον... ή λάγνον ή δυσώδες, ή φαρμακόφιλον, ή ερωτομανές, ή αστρομαγικόν, ή φιλόνεικον, ή ακατάστατον, ή εωθινόν· μεσημβρινόν ή μεσονύκτιον, ή αωρίας τινός, ή αυγής..· ή κρημνών, ή εκ λάκκου, ή καλαμώνος, ή λίμνης, ή εκ στέγης λουτρού, ή εκ μνήματος ειδωλικού, ή όθεν ίσμεν και ουκ ίσμεν;.. φιμώθητι, φοβήθητι, φύγε, μη υποστρέψης, μηδέ υποκρυβής, αλλ' άπελθε εις γην άνυδρον, έρημον, αγεώργητον, ην άνθρωπος ουκ οικεί. Θεός μόνος επισκοπεί, ο σειραίς ζόφου ταρταρώσας σε πάντων κακών, τον εφευρετήν διάβολον, ότι μέγας ο φόβος του Θεού, και μεγάλη η δόξα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος».

Όλην την ημέραν η Ευανθία, ούτε τας μαθητρίας απέπεμψεν, ούτε μάθημα είχεν όρεξιν να κάμη, αλλ' αυτοσχεδίασε προχείρους ανακρίσεις, και ήρχισε να εξετάζη τα κοράσια αν εγνώριζον τίποτε ως προς τα μαγικά αντικείμενα τα ευρεθέντα εις το Σχολείον. Προ πάντων ήτο άπορον, πώς και πόθεν εισήλθε το πρόσωπον το οποίον είχε ρίψει αυτά τα περίεργα πράγματα εντός του Σχολείου. Η πόρτα ήτον κλειδωμένη, τα παράθυρα ήσαν εφωδιασμένα με δικτυωτά... από την στέγην τάχα, καθώς έλεγαν κ' οι εξορκισμοί, κατήλθεν ο εχθρός, ή κάτωθεν από το ισόγειον δάπεδον του κτιρίου ανήλθε το καταχθόνιον δαιμόνιον;

Τέλος, η νεαρά δασκάλισσα, μετά πολλής προσπαθείας, ανεκάλυψεν έν ίχνος, πραγματικόν ή απατηλόν. Και την εσπέραν, όταν εσχόλασαν τα κορίτσια, εγνώσθη ότι αι δύο μαθήτριαι, αίτινες είχον κρατήσει τα κλειδιά διά να σκουπίσουν την προλαβούσαν εσπέραν, είχαν έλθει εις συγκοινωνίαν με μίαν πρώην μαθήτριαν, την Αρετώ Καλκατζάκη, και μ' ένα κορίτσι του δρόμου, την Μαχώ της Τσούναινας. Αυταί αι δύο είχαν κάμει τάχα τα μάγια;

ΠΑΙΔΙΚΗ ΠΑΣΧΑΛΙΑ


Τον υιόν της τον καπετάν Κομνιανόν, τον επαντρολογούσεν ήδη η γρηά Κομνιανάκαινα, αν και δεν είχε χρονίσει ακόμη η νύμφη της, η μακαρίτις. Τα δύο ορφανά, μία κόρη οκταέτις και έν τετραετές παιδίον, εφόρουν μαύρα, κατάμαυρα, όπου εστενοχώρουν κ' εχλώμιαιναν τα πτωχά κάτισχνα κορμάκια των, και ήτον καϋμός καρδιάς να τα βλέπη τις. Ενθύμιζαν το δημώδες δίστιχον:

       Βαρύτερ' απ' τα σίδερα είνε τα μαύρα ρούχα,
       γιατί τα φόρεσα κ' εγώ για μιαν αγάπη πούχα.

Η γραία έκειτο επί της κλίνης καθ' όλην την Εβδομάδα των Παθών, γογγύζουσα, ρέγχουσα, φωνάζουσα. Εβεβαίου ότι «αγγελιάστηκε» και ητοιμάζετο ν' αποθάνη. Επέβαλλεν εις την Μόρφω, την μικράν εγγονήν της, εργασίας ανωτέρας της ηλικίας του πτωχού κορασίου. Αίφνης εν μέσω δύο γογγυσμών, έβαλλε μίαν φωνήν, κ' έκραζεν από της κλίνης προς την εκτός του ισογείου θαλάμου πηγαινοερχομένην και υπηρετούσαν παιδίσκην·

 — Μη χύνης στην αυλή τα νερά· χίλιαις φοραίς σ' το είπα, στο νεροχύτη!

Κ' επανελάμβανε τους αφορήτους στεναγμούς, επιτείνων μάλιστα αυτούς οσάκις τυχόν, πτωχή γειτόνισσα, μη τολμώσα να εισέλθη, ήρχετο δειλώς μέχρι της θύρας και ηρώτα πώς ήτο η ασθενής.

Βεβαίως η γρηά Κομνιανάκαινα έπασχεν, αλλ' ίσως εμεγαλοποίει το πράγμα. Έκλαιε «τα νειάτα της», έλεγεν ότι δεν θα προφθάση να κάμη εφέτος Πάσχα. Η γειτόνισσα η Μηλιά εβεβαίου ότι η γραία είχε και «κομπόδεμα», αλλά πού να εμβάση μέσα καμμίαν εκ των γειτονισσών της! Ελλείψει άλλης ασθενείας ήτο ικανή ν' αποθάνη από την φιλαργυρίαν της. Δεν εβάστα η ψυχή της να δώση κάτι τι εις μίαν πτωχήν γυναίκα διά να την «κυττάξη», κ' επέβαλλε βαρείαν αγγαρείαν εις την Μόρφω, οκταετή παιδίσκην. Ενίοτε παρελήρει αληθώς. Είτα έβαλλε αγρίαν κραυγήν. Έκραζε την παιδίσκην να την σκεπάση με το σινδόνιον, αλλά χωρίς αύτη να την εγγίση καν, η γερόντισσα έβαλλε τοιαύτην ωρυγήν, ώστε η μικρά κατετρόμαζεν.

Ο καπετάν Κομνιανός έλειπε με το γολεττί, κ' επεριμένετο να έλθη. Είχε μαζύ του με το γολεττί και τον πρωτότοκον υιόν του, τον Γεώργην, δωδεκαετή παίδα. Τούτο ήτο ένας από τους καϋμούς της γραίας, ότι έμελλε ν' αποθάνη, ως έλεγε, χωρίς να επανίδη τον υιόν της και τον εγγονόν της τον μεγάλον, όστις ωμοίαζε τόσον με τον μακαρίτην τον πάππον του. Και ποίος να της σφαλήση τα μάτια; αι ανεψιαί της, υπανδρευμέναι και αι δύο, της εβαστούσαν κακίαν διά κάτι κληρονομικάς διαφοράς, και δεν έσπασαν το πόδι, «η λαχταριασμέναις, η αχρόνιασταις!», να έλθουν να την ιδούν. Ούτω της ήρχετο και αυτής ν' αποθάνη εις το πείσμα των, ν' αποθάνη χωρίς να της φιλήσωσι την χείρα.

Ιατρός, πού να ευρεθή; Είχεν αυτή να πληρώνη; Αυτή ώφειλε να κάμνη οικονομίαν διά τα ορφανά, και δεν έπρεπε να φθείρη το βιο του υιού της εις τα γιατρικά, και δεν ξέρω τι. Ψευτογιάτρισσες! κάμε τη δουλειά σου! Έχουν εμπιστοσύνην τώρα αυταί αι γυναίκες; Ο κόσμος εχάλασε, τι τα θέλεις! Έμβαζε αυτή μες το βιο της, μες τα καλά της ξένην γυναίκα; Της ήρχετο να επαναλάβη προς τας γειτονίσσας την ιδίαν κραυγήν, δι' ης απεδίωκε το πάλαι παρείσακτον όρνιθα από τον ορνιθώνα της: ξου, ξένη!

Ως τόσον επεθύμει να ήρχετο ο υιός της διά να τον νυμφεύση, να του δώση και την ευχήν της. Σαράντα χρόνων άνθρωπος, κι' ο κόσμος είνε πέλαγος, σαν εκείνο που αρμένιζε τώρα. Πώς να περάση την ζωήν του χωρίς να έλθη εις δεύτερον γάμον; Και τα ορφανά, και αυτά θα εύρισκαν μητέρα, μίαν οικοκυράν, ήτις από τώρα επροσφέρετο μάλιστα να έλθη να την υπηρετήση, καλήν εις την ασθένειάν της. Αλλ' η γραία Κομνιανάκαινα, μη θέλουσα να παραβή την αρχήν της, δεν εδέχθη την εκδούλευσιν.

Το βέβαιον είνε ότι εκ των δύο ορφανών, η Μόρφω, ήτις είχεν ήδη αίσθησιν, αν δεν επεθύμει ν' αποκτήση μητέρα, ενεθυμείτο κ' ελυπείτο την μητέρα της. Ο Ευαγγελινός, νήπιον τριετίζον εν καιρώ της συμφοράς, ούτε είξευρε τίποτε, ούτε ενεθυμείτο. Έκλαιε μόνον όταν η μάμμη τον εβίαζε να φορέση τον κατάμαυρον σάκκον του. Η Μόρφω, λευκή και ωχρά, με τα μαύρα φουστανάκια της, και με το μαύρον μανδήλιον το σκεπάζον τα ξανθά της μαλλιά, ήτο κατηφής, κ' ενεθυμείτο το περυσινόν Πάσχα, όταν έζη η μήτηρ της. Η ατυχής γυνή είχεν αποθάνει από την γένναν της, το παρελθόν θέρος, και το βρέφος μετ' αυτής. Τώρα η κορασίς είχεν αντί της καλής και πονετικής μητρός την μάμμην με την αφόρητον παραξενιά της, ήτις, ενώ εβεβαίου ότι όλα της επόνουν, κεφαλή, λαιμός, χείρες, πόδες, πλάται, κοιλία, μέση και τα λοιπά, πνιγομένη δε από τον βήχα και γογγύζουσα δυνατά και βάλλουσα κραυγάς αγρίας εφείδετο να δώση εις ιατρούς και φάρμακα, αίφνης ηγείρετο υποβαστάζουσα την κοιλίαν της, εξήρχετο μέχρι της θύρας, έρριπτε βλέμμα εις τον εκτός, κόσμον, κι' έλεγεν·

 — Αχ! τι γλυκειά πούν' η ζωή!

Πέρυσι, ω! πέρυσι, την μεγάλην Πέμπτην πρωί, αφού εγύρισαν από την εκκλησίαν, όπου είχον μεταλάβει όλοι, η καλή και προκομμένη μήτηρ, καίτοι άγουσα ήδη τον έβδομον μήνα της εγκυμοσύνης της, ανεσφουγγώθη και ήρχισε να βάφη εν τη χύτρα τα αυγά, με ριζάρι, κιννάβαρι και όξος. Είτα ήρχισαν να έρχονται εις την θύραν ανά ζεύγη τα παιδία της πολίχνης, με τον υψηλόν καλάμινον σταυρόν στεφανωμένον με ρόδα ευώδη και με μήκωνας κατακοκκίνους, με δενδρολίβανον και με ποικιλόχροα αγριολούλουδα, με τον αποσπασθέντα από τ' Οχτωήχι χάρτινον εσταυρωμένον εις το μέσον του σταυρού, και με ερυθρόν μανδήλιον κυματίζον, μέλποντα το άσμα:

       Βλέπεις εκείνο το βουνό με κόκκινη παντιέρα;
       Εκεί σταυρώσαν το Χριστό τον πάντιον βασιλέα.

       . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

       Σύρε, μητέρα μ', στο καλό και στην καλή την ώρα,
       κ' εμένα να με καρτεράς το Σάββατο το βράδυ,
       όταν σημαίνουν εκκλησιαίς και ψαίλνουνε παπάδες,
       τότες και συ, μανούλα μου, νάχης χαραίς μεγάλαις.

Και τι χαραίς μεγάλαις, τω όντι, τι χαραίς δι' όλα τα παιδία! Και η καλή η μήτηρ της προθυμότατα έδιδεν ανά δύο αρτιβαφή αυγά εις όλα τα παιδία· δύο αυγά κόκκινα, και τι ευτυχία! τι νίκη! ενώ η μάμμη εφώναζεν ότι αρκετά παιδία ήλθαν, και αρκετά ετραγούδησαν, και ότι έπρεπε να υπάγουν και αλλού.

Μετά ταύτα η μήτηρ ήρχιζε να ζυμώνη, και έπλασε αρκεταίς κουλούραις μετ' αυγών, διά τον σύζυγον, επιδημούντα τοτε, διά την πενθεράν της, δι' εαυτήν, διά ταις κουμπάραις, ως και μικραίς «κοκκώναις» διά την Μόρφω, διά τον Ευαγγελινόν, διά τ' αναδεξίμια της και διά τα πτωχά παιδιά της γειτονιάς.

Κ' επειδή ο μικρός Ευαγγελινός έκλαιε, λέγων ότι δεν είνε αρκετά μεγάλη η κοκκώνα του, η μήτηρ του έδιδεν άλλην να εκλέξη, αλλ' αυτός δεν ημέρωνεν ούτε ήθελε να ταιριασθή. Το βέβαιον είνε ότι τας ήθελεν όλας διά τον εαυτόν του. Και τότε η μήτηρ τον επαρηγόρει λέγουσα ότι το Σαββάτο το βράδυ θαρθή η κουρούνα (κρα-κρα!) να φέρη το τυρί και το κρέας (τσι-τσι!), και τότε να ιδής χαραίς ο Ευαγγελινός, σαν ακούση κρα-κρα! την κουρούνα να χτυπά το παραθύρι. «Πάρε Βαγγελινέ το τυρί, πάρε και το τσι-τσι να φάτε!» Και ο μικρός εψέλλιζε και αυτός, «θα θη κουούνα να φέη του τσι-τσι» και συνάπτων τας χείρας, δακτύλους μεταξύ δακτύλων, κατά το υπόδειγμα της μητρός, εμιμείτο την ειρεσίαν των πτερών της κουρούνας, το δε παιδίον της γειτόνισσας της Μηλιάς, εξαετές, άνιπτον, ρακένδυτον, οκλάζων εις μίαν γωνίαν, κρατούν την κοκκώναν του, την οποίαν εσκέπτετο αν δεν ήτο καλόν να την φάγη τώρα που είνε ζεστή, διεμαρτύρετο γρυλίζον και λέγον: «Ναι! θαρθή η κουρούνα! αμ' δε θαρθή!»

Και την Μεγάλην Παρασκευήν, περί την δύσιν του ηλίου, η μήτηρ ωδήγησε τα δύο παιδία εις την εκκλησίαν, όπου, αφού έκαμναν τρεις γονυκλισίαις προ του ανθοστεφούς κουβουκλίου, ησπάσθησαν τον μυρόπνουν Επιτάφιον, το αργυρόχρυσον Ευαγγέλιον με τ' αγγελούδια, και τον Σταυρόν με τ' ανθρωπάκια και της παναγίτσαις (τι χαρά, τι δόξα!), και είτα επέρασαν τρις υπό τον υψηλόν, μεγαλοπρεπή Επιτάφιον, ο δε Ευαγγελινός (όλα τα ενεθυμείτο η μικρά Μόρφω) ανέτρεψεν εξ απροσεξίας πήλινον αμφορέα με ύδωρ, εξ εκείνων ους θέτουσιν υπό τον επιτάφιον προς αγιασμόν, διά να μεταχειρισθώσι το ύδωρ εις το καματηρό, ήτοι τους μεταξοσκώληκας, και εις άλλας χρείας αι νεώτεροι μυροφόροι, γυναίκες διακαώς ποθούσαι «να ξενυχτίσουν το Χριστό» μένουσαι άγρυπνοι εν τω ναώ πέραν του μεσονυκτίου, διότι η ακολουθία του Επιταφίου ψάλλεται εκεί το Μέγα Σάββατον περί όρθρον βαθύν. Ο αμφορεύς πεσών εθραύσθη, η δε γυνή ης ήτο κτήμα ωργίσθη και είπεν ότι το έχει «σε κακό της». Τότε η μήτηρ του Ευαγγελινού, αφού επέπληξεν αυστηρώς το παιδίον, πειραχθείσα είπεν ότι «αν είνε κακό ας είνε για μένα!». Και την πτωχήν δεν την ηύρε ο χρόνος!

Το Μέγα Σάββατον δε, μικρόν μετά τα μεσάνυκτα, η μήτηρ εξύπνησε τον Ευαγγελινόν και την Μόρφω, κ' ενώ εσήμαιναν διά μακρών οι κώδωνες, επήγαν εις την εκκλησίαν, όπου εψάλη το «ω γλυκύ μοι έαρ» και άλλα ακόμη παθητικά άσματα. Είτα οι πιστοί όλοι με αναμμένας λαμπάδας εξήλθον εις το ύπαιθρον, υπό το αμαυρωθέν φέγγος της φθινούσης σελήνης, ενώ η αυγή έλαμπεν ήδη ροδίνη και ξανθή, προπέμποντες τον Επιτάφιον αγλαόφωτον με σειράς λαμπάδων. Και η αύρα πραεία εκίνει ηρέμα τους πυρσούς, χωρίς να τους σβύνη, και η άνοιξις έπεμπε τα εκλεκτότερα αρώματά της εις τον Παθόντα και Ταφέντα, ως να συνέβαλλε και αυτή «ω γλυκύ μοι έαρ, γλυκύτατόν μοι τέκνον!» και η θάλασσα φλοισβίζουσα και μορμύρουσα παρά τον αιγιαλόν επανελάμβαινε «οίμοι! γλυκύτατε Ιησού!» Τα δε παιδία προπορευόμενα της πομπής μεγαλοφώνως έκραζον: Κύριε ελέησον! Κύριε ελέησον! Ο Ευαγγελινός εψέλλιζε μετά των άλλων: Κύιε έησον! Κύιε έησον!