WeRead Powered by ReaderPub
Η νοσταλγός cover

Η νοσταλγός

Chapter 8: ΣΤΟ ΧΡΙΣΤΟ, ΣΤΟ ΚΑΣΤΡΟ
Open in WeRead

About This Book

The narrative unfolds in a small coastal community, centering on a woman whose powerful nostalgia for her homeland leads her to board a little skiff by moonlight with a local youth. Their tentative excursion across the harbor becomes fraught when the boat is recognized as belonging to a visiting schooner and the ship's dog raises an alarm. Interwoven scenes of port life, seasonal observance and domestic detail accompany the episode, sketching themes of longing, the sea's pull, and the fragile boundaries between private desire and communal circumstance.

Και ύστερον, όταν ανέτειλεν ο ήλιος του Μεγάλου Σαββάτου, διαλύων την απαραίτητον ομίχλην της Μεγάλης Παρασκευής (ήτις καθιστά μελαψήν μιγάδα την ημέραν και παμμέλαιναν αράβισσαν την νύκτα), ο Ευαγγελινός εξύπνησεν από τα βελάσματα του αρνίου, το οποίον ητοιμάζετο να σφάξη διά την οικογένειαν του καπετάν Κομνιανού ο γείτονας Νικόλαος, ο σύζυγος της Μηλιάς. Ο Ευαγγελινός και η Μόρφω εξήλθον εις το προαύλιον. Τι ωραίον! τι ήμερον! τι λευκόμαλλον που ήτο το αρνί! Και πώς εβέλαζε (μπε! μπε!) το καϋμένο. Εν τούτοις δεν εφαίνετο πολύ δυσαρεστημένον, διότι έμελλε να σφαγή. Και άλλος Αμνός άμωμος, Αμνός αίρων την αμαρτίαν του κόσμου, και άλλος ατίμητος Αμνός εσφάγη..

Την εσπέραν έφερεν οίκαδε ο πατήρ τας πασχαλινάς λαμπάδας, ωραίας, λεπτάς, περιτέχνους. Τι χαρά, τι θρίαμβος! Φαντασθήτε ωραίας μικράς λαμπάδας με άνθη τεχνητά, με χροσόχαρτα. Ο Ευαγγελινός ήθελε να πάρη την της αδελφής του λέγων ότι εκείνη είνε μεγαλειτέρα. Η μήτηρ του την έδωκεν, αλλ' ο μικρός την έσπασε, εκεί που έπαιζε με αυτήν, έσπασε και την ιδικήν του, και ύστερον έβαλε τα κλάμματα. Ο πατήρ του ηγόρασεν άλλην, αφού τον υποχρέωσε να υποσχεθή ότι δεν θα την πιάση εις την χείρα έως τα μεσάνυκτα, όταν θα υπάγουν εις την Ανάστασιν.

Ο μικρός απεκοιμήθη κλαίων και χαίρων.

Μετά τα μεσάνυκτα, αφού έγεινεν η Ανάστασις, και ήστραψεν ο ναός όλος, ήστραψε και η πλατεία από το φως των κηρίων, τα παιδία ήρχισαν να καίουν μετά κρότου σπίρτα και μικρά πυροκρόταλα έξω εις τον πρόναον καί τινες παίδες δεκαετείς επυροβόλουν με μικρά πιστόλια, άλλοι έρριπτον εντός του ναού επί των πλακών του εδάφους τα βαρέα καρφία με τα καψύλια καταπτοούντες και σκανδαλίζοντες τας πτωχάς γραίας, αίτινες μεθ' όλον τον διωγμόν, ον εκίνουν κατ' αυτών την Μεγάλην Εβδομάδα κατ' έτος οι επίτροποι αξιούντες να περιορίσωσιν αυτάς εις τον γυναικωνίτην, ουχ' ήττον επέμενον και παρεισέδυον εντός του ναού αριστερά, εις την μίαν κόγχην. Είς δ' επίτροπος της επάνω ενορίας, άνθρωπος προοδευτικός, βλέπων ότι όλοι οι εθελονταί ψάλται, νεανίαι εικοσαετείς, εφοίτων κατά προτίμησιν εις την κάτω εκκλησίαν, εις δε την επάνω ηναγκάζοντο να ψάλλωσιν οι ιερείς, τι εσοφίσθη; Πιάνει και αποσπά από τον γυναικωνίτην τα καφάσια, τα δικτυωτά, δι' ων εφράττοντο τέως αι γυναικείαι μορφαί από της όψεως των ανδρών, και αφήνει τον γυναικωνίτην άφρακτον. Τότε διά μιας όλοι οι ευλαβείς και μουσόληπτοι νεανίσκοι αφήκαν την κάτω εκκλησίαν έρημον ψαλτών, κ' έτρεξαν όλοι εις την επάνω.

Είτα τα μικρά παιδία καί τινες παιδίσκαι τετραετείς, με τας κομψάς πoικιλτάς λαμπάδας, ετάχθησαν ανά τον χορόν, περί τα δύο αναλόγια, και παρά το εικονοστάσιον, και ήρχισαν να θορυβώσι, να παίζωσι, να στάζωσιν εις τους λαιμούς αλλήλων, και να τσουγγρίζωσι τα αυγά των. Και έν παιδίον εξαετές, πονηρότερον των άλλων (ήτο ο υιός της Μηλιάς της γειτόνισσας), είχε πλαστόν αυγόν εις τον κόλπον του, πορώδη λίθον, στρογγυλευμένον, κοκκινοβαφή, και δι' αυτού έσπαζε τ' αυγά όλων των παιδιών, και τα έπαιρνε κατά την συμφωνίαν και τα έτρωγε.

Μία παιδίσκη και είς παις πενταετής, ήρχισαν να φιλονεικώσι περί του τίνος η λαμπάδα ήτο ευμορφοτέρα.

 — Όχι, η δική μου η λαμπάδα είνε καλλίτερη.

 — Όχι, η δική μου.

 — Εμένα ο πατέρας μ' την εδιάλεξε και είνε πιο καλή.

 — Εμένα η μάνα μ' την εστόλισε μοναχή της.

 — Και ξέρει να κάνη λαμπάδες η μάνα σ';

 — Όχι, δε ξέρει; Σαν τη δική σ';

 — Τέτοια παληολαμπάδα!

 — Ναι, παληολαμπάδα;...να!...

 — Να κ' εσύ!

 — Να κι' άλλη μια!

Και ήρχισαν να τύπτουν αλύπητα τας κεφαλάς αλλήλων με τας λαμπάδας των, εωσού έβαλαν τα κλάμματα και οι δύο.

Το απόγευμα πάλιν, αφού εψάλη η Β' Ανάστασις κ' έγεινεν η Αγάπη, εξήλθαν όλοι εις την πλατείαν κ' εθεώντο την πυρπόλησιν του Εβραίου, Τι άσχημος και τι ευμορφοκαμωμένος που ήτον ο Εβραίος! Είχε μίαν χύτραν ως κεφαλήν, είχε και λινάρι ως γένειον. Έφερε και ζεύγος γυαλιά (η Μόρφω τα ενεθυμείτο όλα) όμοια μ' εκείνα που φορεί η γραία μάμμη όταν ράπτη ή εμβαλώνη τα παλαιά ρούχα της. Είχε κ' ένα σακκούλι ή πουγγί κρεμασμένον εις το αριστερόν πλευρόν του. Εφόρει μακρυά- μακρυά φορέματα, παρδαλά, ραβδωτά! Και αφού τον εκρέμασαν υψηλά- υψηλά, έως επτά οργυιάς επάνω, ήρχισαν οι άνδρες να τον ματιάζουν, να τον τουφεκίζουν όλοι, έως ότου τον έκαυσαν.

Και ύστερον η μήτηρ έστρωσε την τράπεζαν εις την οικίαν, και παρέθεσε τα αυγά τα κόκκινα, το τυρί, που είχε φέρει η κουρούνα, και το αρνί ψημένο, και τα παιδία εκάθισαν εις την τράπεζαν και ήρχισαν να τσουγγρίζουν τ' αυγά των. Τι χαρά! τι αγαλλίασις!

Εφέτος, δηλαδή κατά το έτος εκείνο της δυστυχίας διά τα δύο ορφανά, δεν ήτο πλέον εκεί ούτε ο πατήρ των, όστις έλειπεν, ούτε η μήτηρ των, ήτις επήγε μακρύτερα ακόμη. Αντί των δύο ήτο η γηραιά μάμμη, ρογχάζουσα επί της κλίνης και γογγύζουσα. Αντί των κοκκίνων αυγών, ήσαν αι φλέγουσαι εκ του πυρετού παρειαί της. Αντί των επιχρύσων λαμπάδων, ήσαν οι δύο τρεμοσβύνοντες και βλοσυροί οφθαλμοί της. Αντί της αθώας χαράς, αντί της αφάτου ευτυχίας του παιδικού Πάσχα, ήτο η λύπη η βαρεία, η ανεπανόρθωτος συμφορά.

Ευτυχώς η γρηά Κομνιανάκαινα δεν απέθανε, και ο υιός της έφθασεν απόπασχα με το γολεττί, και ήρχιζε να καλλωπίζηται και να στρίβη τον μύστακα αποβλέπων εις δεύτερον γάμον. Αλλά, διά τα δύο παιδία, θα επανήρχετο πάλιν η χαρά εκείνη, θ' ανέτελλεν εκ νέου γλυκεία η παιδική Πασχαλιά; Διά τον Ευαγγελινόν ίσως, διά την Μόρφω ποτέ. Αύτη ησθάνετο την απουσίαν της μητρός της και είξευρεν ότι δεν έμελλε να την επανίδη πλέον επί της γης.

Γλυκεία Πασχαλιά! η μήτηρ της χαράς! Γλυκεία μήτηρ! της Πασχαλιάς η ενσάρκωσις!

Αλλ' ο Χριστός υπεσχέθη να πίη με τους εκλεκτούς του καινόν το γέννημα της αμπέλου εν τη βασιλεία του Πατρός του, και οι υμνωδοί έψαλλαν: «Ω Πάσχα το μέγα και ιερώτατον, Χριστέ! δίδου ημίν εκτυπώτερον σου μετασχείν εν τη ανεσπέρω ημέρα της Βασιλείας Σου!».

Η ΧΤΥΠΗΜΕΝΗ


Εις του Γιάννη της Παντελούς το στενό έβγαινε μία Καντίνα με τον λευκόν φερετζέν και το γιασμάκι της και τούτο πολύ συχνά, σχεδόν κάθε μήνα. Την είδε δύο φοραίς με τα μάτια της η γρηά Παντελού, και ο υιός της ο Γιάννης, και διάφοροι άλλοι γείτονες. Ήτον ένα κατάλυμα, παλαιά οικία καταρρεύσασα, χωριζομένη διά του στενού από της οικίας εν ή κατωκει η γραία μετά του υιού της και της νύμφης της, είτα ένας αυλόγυρος έρημος, μ' ένα φούρνον τον οποίον από πολλού έπαυσε να κολλά η γερόντισσα και δύο ετοιμόρροποι οικίσκοι ακατοίκητοι, όλα έρημα και σκοτεινά.

Της νύμφης της τής Γιάνναινας, «της είχεν έρθει άτυχα», εβεβαίου η γρηά Παντελού. Μίαν εσπέραν, όπου είχε καταβή εις το κατάλυμα μοναχή της, βλέπει έξαφνα την Καντίνα λευκόπεπλον, με το μέτωπον, την ρίνα και τας σιαγόνας σκεπασμένα, με τα όμματα σπινθηροβολούντα, κ' εκάθητο ως καλή οικοκυρά εις την αγκωνήν του ερειπίου, επί τινος λίθου, καπνίζουσα το μικρό τσιμπουκάκι της, και πώς της έπρεπε τω όντι! Ήτο άλλως η μόνη οικοκυρά του μέρους, διότι αφού ο χώρος είχε μείνει από ετών έρημος ανθρώπων, επόμενον ήτο να ευρεθή μία καντίνα να λάβη κατοχήν. Η παράδοσις έλεγεν, ότι το πάλαι, ότε είχον οικήσει Τούρκοι εν τη νήσω, ο χώρος ούτος και πολλά κύκλω οικόπεδα ανήκον εις ένα Αράπην, όστις έτρεφεν ουκ ολίγας γυναίκας, και το κατάλυμα τούτο ήτο ακριβώς το χαρέμι του. Είνε αληθές ότι των Τούρκων οι νεκροί γίνονται την νύκτα ζωντανοί σκύλοι, αλλ' ίσως η μία των γυναικών του αράπη να ήτον εις το κρυφόν χριστιανή, και αν και εξεβαπτίσθη διά της μετά του απίστου κοινωνίας, δεν είχε κατορθώσει να γίνη εντελώς Τούρκισσα.

Άμα είδε το απίστευτον θέαμα, η πτωχή γυνή, έτρεξε με τρεμούσας κνήμας, με την γλώσσαν κρεμαμένην έξω, λευκή ως σινδών, έτρεξεν επάνω εις την οικίαν, κ' έπεσεν αμέσως εις την στρωμνήν πυρέσσουσα. «Της ήρθε άτυχα». Είχε χτυπηθή. Και δεν της επήρε μεν η Καντίνα τη μιλιά της, διότι με την γλώσσαν παραλυθείσαν δεν ηδυνήθη ν' αρθρώση κραυγήν, αλλ' έμεινε τραυλή διά βίου.

Επί τρεις μήνας και πλέον την εδιάβαζεν ο ιερεύς της Παναγίας της Κεχρεάς, και κατ' αρχάς αι φωναί της ήσαν ακατάληπτοι. Ύστερον όμως ο τραυλισμός εμετριάσθη, και ηδύνατο μετά δυσκολίας να εκφράση τι επεθύμει. Αλλά πέπλος βαθύς ηπλώθη επί της διανοίας της, όμοιον μ' εκείνον όστις έκρυπτε τους χαρακτήρας της μορφής της Καντίνας.

Η πενθερά της «την είχε 'μόσιμο», τόσον πολύ την ηγάπα. Και την ηγάπα δημοσία, εις το φανερόν, δεν το έκρυπτεν. Η γειτόνισσά της, η γρηά Περμάχου, ηγανάκτει και διεμαρτύρετο κατά της τόσης αδυναμίας της ομήλικός της προς την ασθενή νύμφην. Διότι η πτωχή Γιάνναινα, τριακοντούτις γυνή, ωχρά, αναιμική εξ αρχής, εφύλαττε την στρωμνήν επί μήνας πολλούς, μετά την όψιν του φαντάσματος. Της έλεγεν «ε! σαν πεθάνη, και τι τάχα; θα ξελευθερωθή...» Αλλ' η γραία Παντελού ούτε αστεϊσμού χάριν ηδύνατο να ακούση τοιαύτην ευχήν εκφερομένην. Ν' αποθάνη η νύμφη της; Μη γένοιτο! Και είχεν άλλην νύμφην;

Και όμως, μ' όλους τους απαισίους κρωγμούς της γρηάς Περμάχου, η Παντελού δεν έπαυε να την έχη έμπιστον, να της λέγη όλα τα μυστικά της. Μίαν πρωίαν ελθούσα παρά την θύραν της καλύβης, όπου κατώκει η απαίσιος γραία, υπό την φυλλορροούσαν κληματαριάν, της είπεν ότι η νύμφη της είχε περάσει πολύ άσχημα την νύκτα, ότι δις ήλθεν εις κίνδυνον, ότι «ακόμα λίγο και θελά σώσει», ότι εξύπνησαν τα μεσάνυκτα τον εφημέριον διά να την μεταλάβη, και ότι μόλις τώρα τα χαράγματα ησύχασεν ολίγον και απεκοιμήθη. Αλλ' ότι ακόμη είνε φόβος, φόβος και κίνδυνος.

Στρέψασα τότε η γρηά Περμάχου πολυσήμαντον βλέμμα προς την συνηλικιώτιν και ομότριχά της, της λέγει·

 — Σα σ' ακούω, γειτόνισσα! Θα φάη κι' άλλη ψωμί!...

Εν τούτοις η ταλαίπωρος γυνή υπέφερε και ήτον αξία οίκτου. Έπασχεν από συνεχή πνιγμονήν, είχε λήρους, λιποθυμίας, παραμιλήματα, έκλαιε κ' εκόπεττο άνευ αιτίας παννυχί υπό τον σκληρόν εφιάλτην. Ετραύλιζεν, ετραύλιζε πάντοτε. Εφώναζεν αίφνης: «Να την! την βλέπω!» Εφαντάζετο ότι βλέπει πάντοτε την καντίναν με τον φερετζέν και με το τσιμπουκάκι της. Έκραζεν, έξυπνος ή κοιμωμένη, την κόρην της, παιδίσκην επταετή: «Έλα, μικλό μου! Κατελνιώ μου! καλδιά μ' πονεί...» Και η μικρά ήρχετο πλησίον της και την ενηγκαλίζετο. Η κορασίς αύτη ήτο απαράλλακτον αντίτυπον της μητρός της, μικρογραφία της αυτής εικόνος. Μακρά, ισχνή, λευκοτάτη, κηρόπλαστος. Εν τούτοις η μάμμη της δεν την ηγάπα. Επροτίμα τον αδελφόν της, τον μικρόν Πολυχρονάκην, τετραετές παιδίον «με τέσσαρα μάγουλα», ακριβές αντίγραφον του πατρός του.

Ο χρηστός ούτος νοικοκύρης, γεωργοκτηματίας εκ των πρώτων της νήσου, επαρχιακός σύμβουλος, βραχύσωμος, παχύς, προγάστωρ, επανήρχετο πάντοτε την εσπέραν από το χωράφι (συνήθως ήρχετο πολύ μετά την δύσιν του ηλίου, ενίοτε δύο-ώραις-νύχτα,) κουρασμένος, πεινασμένος, ολιγόλογος, αλλ' όχι και οργίλος, ούτε παράξενος. Δεν ηρώτα ποτέ την πάσχουσαν πώς επέρασε την ημέραν, αλλά και δεν εγόγγυζε ποτέ ούτε παρεπονείτο διατί να είνε άρρωστη. Είχεν εργασίας, είχε σχέδια, ειργάζετο ο ίδιος, αλλά και δεν έπαυε να έχη παραγυιούς, να δανείζεται και να πληρώνη ημεροκάματα. Είχε δύο τρεις ελαιώνας λαμπρούς, φθονετούς, κ' εύρισκε τους δανειστάς προθύμους. Εφαντάζετο ότι η προθυμία αύτη ήτο εκ σεβασμού και αβροφροσύνης προς αυτόν, ως πρόκριτον εκ καλής οικογενείας του τόπου. Όλον τον χρόνον δεν του έλειπον οι εργάται. Είχε δύο βουνά ολόκληρα να καλλιεργήση. Είχε να ξανοίξη, να ξεσκαλώση, να θαμνέψη, να βοτανίση, να φυτέψη, να θηλιάση, να οργώση. Έπειτα είχε να συγκομίση τους καρπούς, να εκθλίψη τα έλαια, να πατήση τας σταφυλάς. «Καιρός του φυτεύσαι και καιρός του εκτίλλαι». Εδανείζετο λοιπόν κ' επλήρωνε. Έλεγε: «παίρνοντας και δίνοντας». Συνήθειαν δεν είχε να λογαριάζεται ποτέ, αν και έδιδεν εις τους τόκους ό,τι του επερίσσευεν. Οι δανεισταί του, ως εκ της οφειλομένης αβροφροσύνης προς αυτόν, ως εκ προγόνων προεστώτα του τόπου, δεν τω έλεγον ποτέ: «Έλα να λογαριασθής». Δεν εφαντάζετο ότι όλα και όλα τα χρέη του θα υπερέβαιναν ποτέ τα χίλια τάλληρα. Εις την πρώτην ελαιοφορίαν είχε σκοπόν να τα εξωφλήση όλα. Αλλά μίαν εσπέραν πολύ δυσαρέστως εξεπλάγη, όταν, επανελθών από το χωράφι, εύρεν εις την θύραν του τοιχοκολλημένην αγωγήν «περί πληρωμής, δραχ. 19,892 και 85% εντόκως, από της επιδόσεως μέχρις εξοφλήσεως». Ο αυθάδης κλητήρ, όστις μόνος αυτός ετόλμησε να λησμονήση την οφειλομένην προς τον απόγονον των προεστώτων αβρότητα, παρεπονέθη ότι δεν εύρισκε ποτέ τον εναγομένον, ότι ήτο αιωνίως εις το χωράφι, ότι ποτέ ούτε κατά Κυριακήν δεν κατέβαινεν εις την αγοράν, και επειδή αι γυναίκες δεν είξευραν να υπογράψουν, ούτε ήθελαν να δεχθούν το έγγραφον, προεικάζουσαι ότι θα ήτο φοβερόν τι, εκόλλησε την αγωγήν επί της θύρας, κ' επήγε να πίη το ορεκτικόν του.

Και είνε παραδεδεγμένον ότι μία δυστυχία δεν έρχεται ποτέ μόνη της. Μόλις είχε παρέλθει μην από του ανεξηγήτου παθήματος της γυναικός του, και η αγωγή του εκοινοποιήθη. Εννοείται ότι, αν και ήτο επαρχιακός σύμβουλος, δεν ενόει τίποτε από δικαστικά πράγματα, και οι δικολάβοι τον εξεμεταλλεύοντο όπως ήθελαν αυτοί. Έπαυσε τους εργάτας διά να πληρώση τους δικηγόρους. Η γρηά Παντελού ήλθεν εις την ακμήν να μετανοήση ότι έπαυσε να κολλά τον φούρνον, ας ήτο και μήτηρ συμβούλου επαρχιακού. Δεν της ήρκουν τα άλλα βάσανα, είχε και την γραίαν στρίγλαν την γειτόνισσάν της, ήτις δεν έπαυε να επαναλαμβάνη την σκληράν επωδόν: «Θα φάη κι' άλλη ψωμί!».

Και αυτή, την νύμφην της, «την είχε 'μόσιμο». Ηδύνατο να ακούη τοιούτον κακόηχον κρωγμόν; Μίαν ημέραν έχασε την υπομονήν και της λέγει: «Για να σου πω, γειτόνισσα, δεν μ' αρέσει να μ' το λες αυτό». Τότε η γραία στραφείσα της απεκρίθη: «Το ξέρω δα πως αμόνεις στ' όνομά της, γειτόνισσα· μα ησύχασε· το όνομά της δε θα χαθή!».

Ήτον ημέρα Κυριακή προ της Χριστού Γεννήσεως, και η γρηά Παντελού, επιστρέψασα εκ της λειτουργίας, όπου είχεν ακούσει «ταις γεννεαίς δεκατέσσαρες», ανέβη εις την οικίαν. Η ασθενής ανέκειτο επί της στρωμνής παρά την εστίαν, και η μικρά Αικατερίνη καθημένη παρά το προσκέφαλόν της τής εκράτει την χείρα. Η γρηά Περμάχου είχεν έλθει να κάμη την συνήθη πρωινήν επίσκεψιν, να δώση κανέν ψευτογιατρικόν εις την πάσχουσαν και να πίη την φασκομηλιά της με το πετιμέζι· οκλάζουσα εις μίαν γωνίαν αντικρύ της εστίας, ομοία με την κουκουβάγια, προσήλου τους μεγάλους οφθαλμούς της επί την ασθενή, και κατεμέτρει τους προϊόντας βαθμούς της φθοράς επί του προσώπου της. Είτα ηγείρετο και κατέβαινεν εις την καλύβην της, και η γρηά Παντελού την προέπεμπε συνήθως μέχρι της κλίμακος. Τότε η Περμάχου επανελάμβανε, ταπεινή τη φωνή, την προφητείαν της ότι «θα φάη κι' άλλη ψωμί», η δε γραία διεμαρτύρετο ασθενώς κατά της επιμονής της.

Και την ημέραν εκείνην το αυτό συνέβη, και το παράδοξον, ότι μόλις εσηκώθη η Περμάχου, ευχομένη «περαστικά» κατά το σύνηθες, και η ασθενής εστήλωσε τα ώτα, προσβλέπουσα διά της ημικλείστου μεινάσης θύρας προς τον εξώστην, καθ' ην διεύθυνσιν εξήλθον αι δύο γραίαι. Ήκουσε τους ψιθυρισμούς των, και η όψις της έγινε πελιδνοτέρα ή όσον ήτο. Διέκρινεν άρα την δύσηχον φράσιν της γραίας κακομάντιδος;

Στραφείσα τότε προς την κόρην της, μετά κόπου και δυσκολίας της είπε τραυλίζουσα·

 — Αχ! παιδί μου, εγώ έχω ως τώλα πεθελά, και συ από δω κ' εμπλός θα έχης... Και εστάθη.

 — Τι θα έχω; ηρώτησε μετά παιδικής περιεργείας η παιδίσκη. Η ασθενής ανένευσεν, ως να ήθελε να είπη· «Άφησέ τα, τώρα δεν είνε καιρός». Αλλ' η μικρά επέμεινε·

 — Τι θα έχω, μητέρα;

 — Τι να σου πω, παιδί μου, εψιθύρισεν η πάσχουσα, ο Θεός ξέλει...

Ίσως ήθελε να είπη «μητρυιά», Αλλά δεν είχε το θάρρος να αρθρώοη την λέξιν.

 — Γιατί, μητέρα, επανέλαβεν η παιδίσκη, είπες πως έχεις πεθερά, σαν να μην είσ' ευχαριστημένη; Και δεν σ' αγαπάει η μαμμίτσα μου;

Η ασθενής έσεισε την κεφαλήν, αλλά δεν είπε λέξιν.

 — Η μαμμίτσα μου, μητέρα, την ακούω εγώ πολλαίς φοραίς, που λέει της θειά-Περμάχους πως σ' έχει 'μόσιμο. Δεν μου λες, μητέρα, τι θα πη αυτό, να έχη κανείς έναν άνθρωπο 'μόσιμο;

 — Θα πη, παιδί μου, εμορμύρισεν η ημίπληκτος, πως αμόνει τάχα στ' όνομά του.

 — Και τι θα 'πη ν' αμόνη στ' όνομά του;

 — Θα 'πη να παίλνη όλκο στ' όνομά του, πώς λένε καμπόσοι, μα τον Θεό, μα την Παναγιά...

 — Α! κ' η μαμμίτσα μου αμόνει στ' όνομά σου;

 — Θεός ξέλει...

 — Την άκουσα, μητέρα, να το λέη της θειά-Περμάχους, κ' η θειά- Περμάχου της έλεγε...

Η ασθενής έκαμε κίνημα όχι περιεργείας ή ανυπομονησίας διά ν' ακούση, αλλά μάλλον αποτροπιασμού όπως μη ακούση τα λεγόμενα. Η μικρά εξηκολούθησε χωρίς να εννοήση·

 — ...Της έλεγε· «Ε! γειτόνισσα, γειτόνισσα! θα φάη κι' άλλη ψωμί...» Δε μου λες, μητέρα, τι θα 'πη να φάη κι' άλλη ψωμί;

Αλλ' η δύστηνος γυνή είχε γείνει πελιδνοτάτη, και τα όμματά της είχον την αλαμπή εκείνην στιλπνότητα, την οποίαν ο λαός ονομάζει βασίλεμμα των ματιών, και οι οδόντες της έμειναν συνεσφιγμένοι.

 — Τι έχεις, μητέρα, τι έχεις; έκραξεν η Αικατερίνη.

Την στιγμήν εκείνην επέστρεψεν η γραία Παντελού, αφού είχε προπέμψει μέχρι της κλίμακος την γηραιάν φίλην της.

 — Κουράγιο, νυφούλα μου, κουράγιο, είπεν ιδούσα την έκτακτον ωχρότητά της, και μη μαντεύουσα τι είχε λεχθή.

Η ασθενής κατέβαλεν υπεράνθρωπον αγώνα, και συνήλθε. Δεν εξέφερε κανέν παράπονον. Εβίασε εαυτήν να μειδιάση προς την πενθεράν και προς το θυγάτριόν της.

Η γραία επανέλαβε και πάλιν·

 — Δεν έχεις τίποτε. Κουράγιο, νυφούλα μου, κουράγιο!

Πτωχή γυνή! υπέφερεν ως μάρτυς. Είχε γείνει θύμα της άγαν ταύτης φιλοστοργίας της πενθεράς της. Τόσον την ηγάπα, ώστε την είχεν απομακρύνει από τους εξ αίματος συγγενείς της. Δεν επέτρεπεν εις την μητέρα και τας αδελφάς της να έλθωσι να την νοσηλεύσωσιν. Αύται αι ίδιαι παρεπονούντο πικρώς κατά της ομαίμονος, την απεκάλουν ξεχωρισμένην. Έλεγαν ότι η πενθερά της κατώρθωσε να την ξεχωρίση από τον κόσμον. Η γραία έβαλε μαναφούκια και εις τα δύο μέρη. Εις εκείνας έλεγεν ότι η νύμφη της δεν τας θέλει να έρχωνται και ότι είνε μία παράξενη, μία ανάποδη... Εις ταύτην παρίστα ότι η μήτηρ της και αι αδελφαί της την εδυσφήμουν πάντοτε, και διά τούτο τας κατηράτο εξ όλης ψυχής. «Η λοχεμμέναις, η στερεμμέναις, η αχρόνιασταις. Αντί να χαρούν που 'μπήκε σε τέτοιο σπίτι η αδελφή τους, την εζηλοφθονούσαν...» κτλ. Την νύκτα η γραία έρρεγχε, καθώς ο Ιωνάς εν καιρώ της τρικυμίας, και δεν εσηκώνετο να δώση το ιατρικόν εις την νύμφην της, ή να της ψήση τουλάχιστον έν θερμόν ποτόν. Τον υιόν της τον είχε πείσει ότι δεν ήτο ανάγκη να καλέση τον ιατρόν εις την οικίαν. «Οι γιατροί δεν ξέρουνε τι τους γίνεται, καλλίτερα τα καταφέρνουν η γυναίκες. Με τα ψευτογιατρικά είδαμε πολλούς να γιατρευτούνε». Και ήρχοντο καθ' εκάστην τρεις ή τέσσαρες ψευτογιάτρισσες εις την οικίαν, ων η μία ήτο η γραία Περμάχου, ήτις έλεγεν ότι με τας αλοιφάς θεραπεύονται αυτά τα νοσήματα, και όχι με τας επωδάς και τα περίαπτα, καθώς ισχυρίζονται αι άλλαι. Και σχεδόν καθ' εκάστην την έτριβε με κηραλοιφήν, και της ήλειφε τα πλευρά, επιφωνούσα: «Κηραλοιφίτσα να το γιάνη!».

Θλιβερά ανέτειλαν τα Χριστούγεννα διά την μικράν Αικατερίνην. Ο κόσμος εώρταζε, και η μήτηρ της εψυχομαχούσε! Και ο πατήρ της δεν έπαυσε να δικάζεται με τους δανειστάς, και άφησε την οικίαν άνευ οψωνίων, διά να πληρώση τους δικολάβους. Και η γραία Παντελού ήτο απαρηγόρητος, λέγουσα ότι δεν ήθελε «να χάση την νυφούλα της, όπου την είχε 'μόσιμο!» Και η γειτόνισσά της η Περμάχου ηγωνίζετο να την παρηγορήση επαναλαμβάνουσα ότι «θα φάη κι' άλλη ψωμί!».

Εκοιμήθη η δυστυχής υπό την κυπάρισσον αντικρύ του ωραίου περιβολίου του συζύγου της, του συγκειμένου εξ ελαιώνος, αμπέλου και κήπου, το οποίον οι δανεισταί θα εξέθετον μετά ένα μήνα εις πλειστηριασμόν. Ουδέν ήττον η γρηά Περμάχου διακαώς ποθούσα να εύρη παρηγορίαν διά την λευκότριχον φίλην της (ήτις έχασε την νυφούλα της, όπου την είχε 'μόσιμο), ήρχισε να τρέχη δεξιά και αριστερά προς αναζήτησιν συζύγου διά τον Γιάννην της Παντελούς. «Και αν εφοβέριζαν να βγάλουν τα υποστατικά του στην δημοπρασίαν, τάχα τι; Αυτός είχε πολύ βιο, ήτον και προκομμένος...» Και η μικρά Αικατερίνη είχεν ακριβώς τόσον ηλικίαν, όση ήρκει διά να αισθάνεται την δυστυχίαν της και να κλαίη. Η μήτηρ της, διά των πραγμάτων, δεν είχε βραδύνει να της δώση απάντησιν εις την αφελή ερώτησίν της περί του «τι θα 'πή να φάη κι' άλλη ψωμί».

ΣΤΟ ΧΡΙΣΤΟ, ΣΤΟ ΚΑΣΤΡΟ


 — Το Γιάννη το Νυφιώτη, και τον Αργύρη της Μυλωνούς, τους έκλεισε το χιόνι απάν' στο Κάστρο, τ'μ πέρα πάντα, στο Στοιβωτό τον ανήφορο· τ' ακούσατε;

Ούτως ωμίλησεν ο παπά-Φραγκούλης ο Σακελλάριος, αφού έκαμε την ευχαριστίαν του εξ οσπρίων κ' ελαιών οικογενειακού δείπνου, την εσπέραν της 23 Δεκεμβρίου του έτους 186... Παρόντες ήσαν, πλην της παπαδιάς, των δύο αγάμων θυγατέρων και του δωδεκαετούς υιού, ο γείτονας ο Πανάγος ο μαραγκός, πεντηκοντούτης οικογενειάρχης, αναβάς διά να είπη μίαν καλησπέραν και να πίη μίαν ρακιά, κατά το σύνηθες, εις το παπαδόσπιτο, κ' η θειά το Μαλαμώ η Καναλάκαινα, μεμακρυσμένη συγγενής, ελθούσα διά να φέρη την προσφοράν της, χήρα εξηκοντούτις, ευλαβής, πρόθυμος να τρέχη εις όλας τας λειτουργίας και να υπηρετή δωρεάν εις τους ναούς και τα εξωκκλήσια.

 — Τ' ακούσαμε κ' ημείς, παπά, απήντησεν ο γείτονας ο Πανάγος· έτσ' είπανε.

 — Τι είπανε; Είνε σίγουρο, σας λέω, επανέλαβεν ο παπά- Φραγκούλης. Οι βλοημένοι, δεν θα βάλουν ποτέ γνώσι. Επήγαν με τέτοιον καιρό να κατεβάσουν ξύλα, απάν' απ' του Κουρούπη τα κατσάβραχα, στο Στοιβωτό, εκεί που δεν μπορεί γίδι να πατήση. Καλά να τα παθαίνουν!

 — Μυαλό δεν έχουν, αυτός ου κόσμους, θα πω, είπεν η θειά το Μαλαμώ. Τώρα οι αθρώποι γεινήκαν απόκοτοι.

 — Να είχανε τάχα τίποτα κ'μπάνια μαζί τσ'; είπεν η παπαδιά.

 — Ποιος του ξέρ'; είπεν η θειά το Μαλαμώ.

 — Θα είχανε, θα είχανε κουμπάνια, υπέλαβεν ο Πανάγος ο μαραγκός. Αλλοιώς δε γένεται. Πήγανε με τα ζεμπίλια τους γεμάτα. Και τουφέκι θα είχαν, και θηλειαίς στένουν για τα κοτσύφια. Είχαν πάρει κι' αλάτι μπόλικο μαζί τους, για να τ' αλατίσουν για τα Χριστούγεννα.

 — Τώρα Χριστούγεννα θα κάμουν απάν' στο Στοιβωτό τάχα; είπε μετ' οίκτου η παπαδιά.

 — Να μπορούσε κανείς να τους έφερνε βοήθεια; εψιθύρισεν ο ιερεύς, όστις εφαίνετο κάτι μελετών μέσα του.

Ήτον έως πενήντα πέντε ετών ο ιερεύς, μεσαιπόλιος, υψηλός, ακμαίος και με αγαθωτάτην φυσιογνωμίαν. Εις την νεότητά του υπήρξε ναυτικός, κι εφαίνετο διατηρών ακόμη λανθανούσας δυνάμεις, ήτο δε τολμηρός και ακάματος.

 — Τι βοήθεια να τους κάμουνε; είπεν ο Πανάγος ο μαραγκός. Από τη στεριά, ο τόπος δεν πατιέται. Έρριξε, έρριξε χιόνι, κι ακόμα ρίχνει. Χρόνια είχε να κάμη τέτοια βαρυχειμωνιά. Ο Άη-Θανάσης έγιν' ένα με τα Καμπιά. Η Μυγδαλιά δεν ξεχωρίζει απ' του Κουρούπη.

Ο Πανάγος ωνόμαζε τέσσαρας απεχούσας αλλήλων κορυφάς της νήσου. Ο πάπα-Φραγκούλης επανέλαβεν ερωτηματικώς·

 — Κι απ' τη θάλασσα, μάστρο-Πανάγο;

 — Απ' τη θάλασσα, παπά, τα ίδια και χειρότερα. Γραιολεβάντες δυνατός, φουρτούνα, κιαμέτ. Όλο και φρεσκάρει. Ξίδι μοναχό. Πού μπορείς να ξεμυτίσης έξ' απ' το λιμάνι κατά τ' Ασπρόνησο!

 — Από Σοφράν, το ξέρω, Πανάγο, μα από Σταβέτ;

Ο ιερεύς επρόφερεν ούτω τους όρους sopra vento και sotto vento, ήτοι το υπερήνεμον, και υπήνεμον, εννοών ειδικώτερον το βορειοανατολικόν και το μεσημβρινοδυτικόν.

 — Από Σταβέτ, παπά... μα είναι φόβος μην τονέ γυρίση στο μαΐστρο.

 — Μα ... τότε πρέπει να πέσουμε να πεθάνουμε, είπεν ως εν συμπεράσματι ο ιερεύς. Δεν είναι λόγια αυτά, Πανάγο.

 — Ε! παπά μ', ο καθένας τώρα έχει το λογαριασμό τ'. Δεν πάει άλλος να βάλη το κεφάλι του στον τρουβά, κατάλαβες, για να γλυτώσ' εσένα.

Ο πάπα-Φραγκούλης εστέναξεν, ως να ώκτειρε την ιδιοτέλειαν και μικροψυχίαν, ης ζώσα ηχώ εγένετο ο Πανάγος.

 — Και τι θα πάθουνε το κάτω-κάτω; επανέλαβεν, ως διά ν' αναπαύση την συνείδησίν του ο μαραγκός. Να, θα είναι χωμένοι σε καμμιά σπηλιά, τσακμάκι θάχουν μαζί τους, ξύλα μπόλικα. Μακάρι να μούχε κι εμέ η Πανάγαινα απόψε στην παραστιά μου τη φωτιά που θενάχουν αυτοί. Για μια βδομάδα, πάντα θα είχανε κουμπάνια, και δεν είναι παραπάν' από πέντε μέρες που αγρίεψε ο χειμώνας.

 — Να πήγαινε τώρα κανένας να λειτουργήση το Χριστό, στο Κάστρο, επανέλαβεν ο ιερεύς, θα είχε διπλό μισθό, που θα τους έφερνε κι αυτούς βοήθεια. Πέρσι, που ήταν ελαφρότερος ο χειμώνας, δεν πήγαμε... φέτος που είναι βαρύς...

Και διεκόπη, ως να είπε πολλά. Ο αγαθός ιερεύς είχεν ήθος ανθρώπου λέγοντος οιονεί κατά δόσεις ό,τι είχε να είπη. Εκ των υστέρων θα φανή, ότι είχε την απόφασίν του και ότι όλα τα προοίμια ταύτα ήταν μεμελετημένα.

 — Και γιατί δεν κάνει καλόν καιρό ο Χριστός, παπά, αν θέλη να πάνε να τον λειτουργήσουνε στην εορτή του, είπεν αυθαδώς ο μάστρο-Πανάγος.

Ο ιερεύς τον εκοίταξε με λοξόν βλέμμα, και είτα ηπίως του είπε·

 — Ε! Πανάγο, γείτονα, δεν ξέρουμε, βλέπω, τι λέμε... Πού είμαστε ημείς ικανοί να τα καταλάβουμε αυτά!... Άλλο το γενικό, και άλλο το μερικό και το τοπικό, Πανάγο. Η βαρυχειμωνιά γίνεται για καλό, και για την ευφορίαν της γης, και για την υγείαν ακόμα. Ανάγκη ο Χριστός δεν έχει να πάνε να τον λειτουργήσουνε... Μα όπου είναι μια μερική προαίρεσις καλή, κι έχει κανείς και χρέος να πληρώση, ας είναι, και τόλμη ακόμα, και όπου πρόκειται να βοηθήση κανείς ανθρώπους, καθώς εδώ, εκεί ο Θεός έρχεται βοηθός, και εναντίον του καιρού, και με χίλια εμπόδια... Εκεί ο Θεός συντρέχει και με ευκολίας πολλάς, και με θαύμα ακόμα, τι νομίζεις, Πανάγο; Έπειτα, πώς θέλεις να κάμη ο Χριστός καλόν καιρό, αφού άλλες φορές έκαμε, κι ημείς από αμέλεια δεν πήγαμε να τον λειτουργήσουμε;

Όλοι οι παρόντες ηκροάσθησαν εν σιωπή την σύντομον και αυτοσχέδιον ταύτην διδαχήν του παπά. Η θειά το Μάλαμα έσπευσε να είπη·

 — Αλήθεια, παπά μ', δεν είναι καλό πράμα αυτοδά, θα πω, ν' αφήσουν τόσα χρόνια τώρα το Χριστό αλειτούργητο την ημέρα της Γέννας του... Για ταύτο θα μας χαλάσ' κι ου Θεός!

 — Κι είχαμε, κάμει κι ένα τάξιμο πέρυσι το Δωδεκάμερο, αλήθειά, παπαδιά; είπεν αίφνης, στραφείς προς την συμβίαν του ο ιερεύς.

Η παπαδιά τον εκοίταξεν ως να μην ενόει.

 — Οπού ήταν άρρωστος αυτός ο Λαμπράκης, επανέλαβεν ο ιερεύς, δεικνύων τον δωδεκαετή υιόν του. Θυμάσαι το τάμα που κάμαμε;

Η παπαδιά εσιώπα.

 — Έταξες, αν γλυτώση, να πάμε, ίσα-μπροστά, να λειτουργήσουμε το Χριστό, την ημέρα της εορτής του.

 — Το θυμούμαι, είπε σείουσα την κεφαλήν η παπαδιά.

Τω όντι, ο μόνος υιός του παπά, ο δωδεκαετής Σπύρος, ον αυτός απεκάλει ειρωνικώς και θωπευτικώς Λαμπράκην, ένεκα της άκρας ισχνότητος και αδυναμίας, εξ ης έφεγγεν οιονεί το προσωπάκι του, είχε κινδυνεύσει να αποθάνη πέρυσι τας ημέρας των Χριστουγέννων. Η παπαδιά, ήτις ήγγιζεν ήδη το πεντηκοστόν, και τον είχε μόνον και υστερόγονον, κατόπιν τεσσάρων επιζώντων κορασίων, ων αι δύο πρώται ήσαν υπανδρευμέναι ήδη, και μετά οκτώ γέννας, ων αι δύο διδύμων, και πέντε θανάτους, η παππαδιά είχε τάξει, αν εγλύτωνε το αγόρι της, να υπάγη του χρόνου να λειτουργήση τον Χριστόν.

Το ενεθυμείτο και το εσυλλογίζετο προ ημερών, και απ' αρχής της ομιλίας του παππά αυτό μόνον εσκέπτετο. Αλλ' έβλεπεν ότι εφέτος θα ήτο δυσκολώτατον, φοβερόν, ανήκουστον τόλμημα, ένεκα του βαρέος χειμώνος, και εφρόνει ότι ο Χριστός θα ήτο συγγνώμων και θα παρεχώρει νέαν προθεσμίαν.

Εν τούτοις, γνωρίζουσα την συνήθη τακτικήν του παπά, ως και την ισχυρογνωμοσύνην του, απεφάσισεν ενδομύχως να μη αντιλέξη. Και ου μόνον τούτο, αλλά και άλλο τι ηρωικώτερον και εις πολλούς απίστευτον· όπου αποφασίση να υπάγη ο παπάς, να υπάγη κι' αυτή μαζί του.

Ήτο γυνή δειλοτάτη, αλλά μόνον ενόσω ευρίσκετο μακράν του παπά. Όταν ήτο πλησίον του παπά της, ελάμβανε θάρρος, η καρδία της εζεσταίνετο, και δεν εφοβείτο τους κινδύνους. Εάν τυχόν ανεχώρει ο παπάς, χωρίς αυτής, να υπάγη εις το Κάστρον, η καρδούλα της θα έτρεμεν ως το πουλάκι το κυνηγημένον. Αλλ' εάν την έπαιρνε μαζί του, θα ήτο ησυχωτάτη.

Η μεγάλη κόρη, η εικοσαέτις, το Μυγδαλιώ, ενόησεν αμέσως τα τρέχοντα, και ήρχισε, παρά το πλευρόν της μητρός της καθημένη, πλησίον της εστίας, να ολολύζη ταπεινή τη φωνή εις το ους της μητρός της.

 — Πού θα πάτε, θα πω; Παλαβώσετε, θα πω; Με τέτοιον καιρό!... Να πάτε στο Κάστρο! Ωχ! καϋμένη... Τι να γείνω;

Η νεωτέρα κόρη, η δεκαεξαέτις, το Βασώ, αρχίσασα και αυτή να εννοή, υπεψιθύρισε·

 — Τι λέει;... θα πάνε στο Κάστρο;... Κι' άρχισες τα κλάμματα! Μουρλάθηκες! Σιώπα, θα με πάρουν κ' εμέ μαζί... θα με πάρετε, μα;...

 — Σουτ! Λ'φάξτε! είπεν αυστηρώς η παπαδιά.

 — Τι τρέχει; είπεν η θειά το Μαλαμώ, ακούσασα τους ψιθυρισμούς εκείθεν της εστίας.

 — Τίποτε, Μαλαμώ, είπε με αυστηρόν βλέμμα ο παπάς· ησύχασε. Πανάγο, είπε στραφείς προς τον γείτονα τον μαραγκόν, εύρων εύσχημον τρόπον να τον αποπέμψη, δεν πας, νάχης την ευχή μου, να πης του μπάρμπα-Στεφανή του Μπέρκου, ναρθή από δω, τόνε θέλω να τ' πω;...

Ο Πανάγος ο μαραγκός ηγέρθη υψηλός, μεγαλόσωμος, ολίγον κυρτός, τινάξας τα σκέλη του.

 — Πηγαίνω, παπά, είπε. Θέλω κ' εγώ να πάω να ιδώ μη μώχη τίποτα η Πανάγαινα για να φάμ' απόψε.

 — Πήγαινε να του πης πρώτα, κ' ύστερα γυρίζεις και τρώτε.

 — Η ευχή σας. Καληνύχτα, παπαδιά.

Κ' εξήλθε.

 — Τι λέει, θα πω, είπεν η θειά το Μαλαμώ, μετά την αναχώρησιν του Πανάγου, θα πας στο Κάστρο, παπά;

 — Να ιδούμε τι θα μας πη κι' ο μπάρμπα-Στεφανής ο Μπέρκος.

 — Ηγώ, ένας-ιμ, είπεν η θειά το Μαλαμώ, α θε πας, έρχουμη.

 — Κ' εγώ, είπεν η παπαδιά.

 — Δεν είνε για ναρθής εσύ, παπαδιά, είπεν ο ιερεύς. Φτάνει που θα κακοπαθήσω εγώ... Δεν πρέπει να λείψουμε κ' οι δύο από το σπίτι.

 — Ηγώ τώκαμα του τάμα, είπεν η παπαδιά.

 — Μα αν πάω εγώ το ίδιο είνε.

 — Δεν είμαι ήσυχη αν δεν είμαι κοντά σου, παπά μ', είπεν η παπαδιά.

 — Κ' ημάς πού θα μας αφήσετε! έκραξε με δάκρυα εις τους οφθαλμούς το Μυγδαλιώ.

 — Σιώπα, καϋμένη, είπε το Βασώ. Θα με πάρ'νε κ' εμένα μαζί, σιώπα!

 — Ναι, εσένα σ' φαίνεται πως είσ' ακόμα μικρή, χαδούλα μ'! Γιατί έτσ' σ' μάθανε. Δεν φταις εσύ! είπε το Μυγδαλιώ, εκχύνουσα την ενδόμυχον ζήλειαν της επί τη τύχη της αδελφής της, ήτις, ως μικροτέρα, δεν είχε κρυφθή ακόμη, ήτοι δεν απείργετο της κοινωνίας ως αι προς γάμον ώριμοι, και απήλαυε σχετικής τινος ελευθερίας.

Ο μικρός Λαμπράκης είχε πέσει επί τον τράχηλον της μητρός του.

 — Θα με πάρετε κ' εμένα μαζί, μάνα; εψιθύρισε περιπτυσσόμενος τον λαιμόν της.

 — Τι λες, χαδούλη μ'! τι λες, πηδί μ'; απήντησε φιλούσα αυτόν η παπαδιά. Εγώ, αν πάω, για σένα θα πάω, γυιέ μ'· κι' αν απομείνω, για σένα θ' απομείνω, γυιόκα μ', για να μην κρυώσης. Όπως αποφασίση ο παπάς σ' και να κάμης μετάνοια του παπά σ', να πλαγιάσης, για να μη μαργώνης, κανάρι μ'!

 — Ναι θα πας· αμ δε θα πας! έκραξε το Μυγδαλιώ, απαντώσα εις έν ρήμα της μητρός της.

 — Σιωπάτε! ακόμα δεν αποφασίσαμε τίποτε, κ' εσηκώσατ' επανάστασι, είπεν ο παπάς. Να ιδούμε τι θα μας πη κι' ο μπάρμπα-Στεφανής.

Είτα στραφείς προς την παπαδιά.

 — Μας φέρανε τίποτε λειτουργιαίς, μπάριμ;

Η παπαδιά έδειξε διά του βλέμματος, σκεπασμένας με ράβδω την δίχρουν σινδόνα, τας ολίγας προσφοράς όσας είχαν φέρει εις την οικίαν του ιερέως τινές των ενοριτισσών, μέλλουσαι να μεταλάβωσι την επαύριον, παραμονήν των Χριστογέννων. Η θειά το Μαλαμώ τας είχεν ιδεί προ πολλού, και προσεπάθει να τας ξεσκεπάση οιονεί με τας ακτίνας του βλέμματος, να μαντεύση ως πόσαι να ήσαν.

 — Μας βρίσκεται και τίποτα παξιμάδι; ηρώτησε πάλιν ο ιερεύς.

 — Θα έμεινε κάτι ολίγο απ' της Παναγιάς. Όλο το Σαρανταήμερο ζυμώνομε κη τρώμε απ' τα βλογούδια, είπεν η πρεσβυτέρα.

Βλογούδια ήσαν οι μικροί σταυροσφράγιστοι αρτίσκοι, οι προσφερόμενοι υπό των ενοριτών εις τους οίκους των ιερέων κατά το Σαρανταήμερον. Αντί όμως αρτίσκων, αι περισσότεροι ενορίτισσαι, κατά τους τελευταίους χρόνους, επροτίμων να προσφέρωσιν απλούν άλευρον, και διά τούτο η παπαδιά είπεν ότι «εζύμωναν από τα βλογούδια».

Βήμα ηκούσθη εις τον πρόδομον. Ηνοίχθη η θύρα και εισήλθεν ο μπάρμπα- Στεφανής ο Μπέρκος, υψηλός, στιβαρός, σχεδόν εξηκοντούτης, με παχύν φαιόν μύστακα, με σκληρόν και ηλιοκαές δέρμα, φορών πλατύν κούκκον και καμιζόλαν μαλλίνην βαθυκύανον, με το ζωνάρι κόκκινον δύο πιθαμαίς πλατύ. Κατόπιν τούτου εφάνη και άλλη μορφή, ορθή, ισταμένη παρά την θύραν. Ήτο ο Πανάγος ο μαραγκός, όστις, αν και είχεν αφήσει την καλήν νύκτα ειπών ότι θα μετέβαινεν οίκαδε να δειπνήση, ουχ' ήττον, κεντηθείσης, φαίνεται της περιεργείας του να μάθη τι τον ήθελαν τον μπάρμπα-Στεφανή τον Μπέρκον, ανέβη και πάλιν εις την οικίαν του παπά.

 — Καπετάν-Στεφανή, είπεν ο ιερεύς, τι λες, μ' αυτόν τον καιρό, μπορεί κανείς να πάη στο Κάστρο, με τ' βάρκα, από Σταβέτ;

 — Από Σταβέτ;... με τ' βάρκα;... στο Κάστρο;... ηκούσθη από της θύρας ως καινή τις πρωθύστερος και ανάστροφος ερωτηματική ηχώ. Ήτο ο μάστρο- Πανάγος ο μαραγκός, με την κεφαλήν προέχουσαν εις το ανώφλιον, με την μίαν πλευράν οιονεί κολλημένην επί του παραστάτου.

Αλλ' ο μπάρμπα-Στεφανής, μόλις ήκουσε την ερώτησιν του ιερέως, και χωρίς να σκεφθή πλέον του δευτερολέπτου, με την χονδρήν, ταχείαν, κ' εμπερδεμμένην προφοράν του ανέκραξε·

 — Μπράβο! μπράβο! ακούς! ακούς! Στο Κάστρο; μετά χαράς! όρεξι νάχης, όρεξι νάχης, παπά!

 — Να, άνθρωπος! είπεν ο παπάς. Έτσι σε θέλω, Στεφανή! Τι λες, είνε κίνδυνος;

 — Κίντυνος, λέει; Ντιπ, καταντίπ, καθόλ'! Εγώ σας παίρνω απάνου μ', παπά! Μονάχα πως μπορεί να κρυώσετε, τίποτε άλλο. Θαρθή, θαρθή κ' η παπαδιά, θαρθή κι' άλλος κόσμος, πολύς κόσμος; Η βάρκα είνε μεγάλη, κατάλαβες, παίρνει και τριάντα νομάτοι, κη σαράντα νομάτοι, κη μ' ούλαις της κουμπάνιες σας, με τα σέγια σας, με τα πράμματά σας. Κ' η φουρτούνα τώρα, κατάλαβες, όσον πάει κη πέφτ'. Ταχιά θάχουμε καλοσύνη, μπουνάτσα, κάλμα. Όλο κη καλοσ'νεύει, να, τώρα, καλοσύνεψε!

Ως διά να ψεύση την διαβεβαίωσιν του γέροντος πορθμέως, οξύς συριγμός παγερού βορρά ηκούσθη σείων τα δένδρα του κήπου και τους ξυλοτοίχους του μαγειρείου επί του σκεπαστού εξώστου της οικίας, αι ύελοι δε και τα παράθυρα απήντησαν διά γοερού στεναγμού.

 — Να! ακούς; καλοσύνεψε! είπε καγχάζων θριαμβευτικώς ο μάστρο- Πανάγος.

 — Σιώπα εσύ, δεν ξέρ'ς εσύ, ανέκραξεν ο Στεφανής. Εσύ ξέρ'ς να πελεκάς στραβόξυλα και να καρφώνης μαδέρια. Αυτή είνε η στερνή δύναμι της φουρτούνας, είν' αέρας που ψ'χομαχάει. Αύριο θα μαλακώσ' ο καιρός, σας λέω εγώ! Μπορεί νάχουμε ακόμη και καμμιά μικρή χιονιά, δε σας λέω, μα ημείς, από Σταβέτ, ανάγκη δεν έχουμε.

 — Και σαν τονέ γυρίση στο μαΐστρο; επέμεινεν ο μαραγκός.

 — Κη χωρίς να τονέ γυρίση στο μαΐστρο, εγώ σ' λέω, πως απ' την Κεχρεά κ' εκεί θε νάχουμε θαλασσίτσα, είπε τρίβων τας χείρας ο Στεφανής. Αυτά είνε αποθαλασσιαίς και δεν λείπουν, κατάλαβες, κι' ο κόρφος μπουκάρει ολοένα, κι' ούλο στρήβει. Μα δε μας πειράζ' ημάς αυτό. Εγώ σας παίρνω απάνω μ', ο Στεφανής σας παίρνει απάν' τ'!

 — Μπράβο, Στεφανή, τώρα μ' έκαμες ν' αποφασίσω. Ήπιες ρακή; τράβα κι' άλλο ένα, είπεν ο παπάς.

 — Έχω πιή πέν' έξ ως τώρα, έτσι νάχω την ευχή σ', παπά.

Πιε κι' άλλο ένα να γίνουν εφτά.

Ο μπάρμπα-Στεφανής ερρόφησε γενναίαν δόσιν εκ της μικράς φιάλης, της πάντοτε κενουμένης και ουδέποτε στειρευούσης, του ιερατικού μελάθρου.

 — Είσαστ' έτοιμοι; είσαστ' έτοιμοι; είπεν ακολούθως. Πήρες τα ιερά σ', παπά, τα χαρτιά σ' ούλα, τάχεις έτοιμα; Έχετε τίποτε πράμματα να σας κουβαλήσω, για νάμαστ' α-σένιο;

 — Από τώρα; είπεν ο παπά-Φραγκούλης.

 — Από τώρα! Τί λες; Να είμαστ' α-πρόντο, παπά, Εγώ σταις δύο θαρθώ να σας φωνάξω, κ' εσείς να είσατ' α-λέστα. Διάβασε, τι θα διαβάσης, παπά, κη σταις τρεις να μπαρκάρουμε.

 — Εγώ θα είμαι ξυπνητός απ' τη μια, είπεν ο ιερεύς, γιατί έχω το ξυπνητήρι μου... κ' έπειτα είμαι και μοναχός μου ξυπνητήρι. Μα σταις τρεις είνε πολύ νωρίς. Να χαράξη, Στεφανή, και μπαρκάρουμε.

 — Σταις τρεις, σταις τέσσαρες, παπά, για να μην πέση αέρας, να τον έχουμε πρίμα ως ταις Κουκ'ναριαίς, νάχουμε μέρα μπροστά μας. Από κει ως το Μανδράκι, κι' ως τον Ασέληνο, τραβούμε σιγά-σιγά με το κουπί. Από κει ως της Κεχρεαίς κι' ως την Αγίαν Ελένη, θα μας παίρνη αγάλι- αγάλια με το πανάκι. Κι' απ' την Αγία Ελένη κι' εκεί, αν δεν μπορέσουμε, να μ'ντάρουμε...

 — Ε, ύστερα;

 — Εγώ θαλασσώνω και βγαίνω στη στεριά, και σας τραβώ με τη μπαρούμα ως τον Άι-Σώστη.

Εκάγχασαν όλοι προς τον αστεϊσμόν του απλοϊκού ναύτου, ο δε παπάς, όστις εφοβείτο και αυτός την τροπήν του ανέμου εις το μέρος περί ου ο λόγος, παρετήρησε προς παραμυθίαν των ακροατών·

 — Μα εγώ λέω ότι θα μπορέσουμε στεριά να τραβήξουμε στην ακρογιαλιά, τον κρεμνό τον ανήφορο. Όσο ψηλά κι' αν το στήβαξε στα βουνά το χιόνι, σταις ακρογιαλιαίς ο τόπος πατιέται.

Έμειναν σύμφωνοι να έλθη ο λεμβούχος να τους δώση, είδησιν εις τας τρεις, διά να ετοιμασθούν, και εις τας τέσσαρας να εκκινήσωσιν. Ο παπά-Φραγκούλης διέταξε να τεθώσιν εις σάκκους αι προσφοραί όσας είχε, καί τινα δίπυρα, και εις δύο μεγάλα κλειδοπινάκια έθεσεν ελαίας και χαβιάρι. Εγέμισε δύο επταοκάδους φλάσκας με οίνον από την εσοδείαν του. Ετύλιξεν εις χαρτία δύο ή τρία ξηροχτάποδα, και μικρόν κυτίον το εγέμισεν ισχάδας και μεγαλόρραγας σταφίδας. Τα δύο παπαδοκόριτσα με τα παράπονα και τους γογγυσμούς της η μία, με τους κρυφίους γέλωτας και την ελπίδα της συμμετοχής του ταξειδίου η άλλη, έβρασαν όσα αυγά είχαν, έως τέσσαρας δωδεκάδας, και τα έθεσαν εις τον πάτον ενός καλαθιού, το οποίον απεγέμισαν είτα με δύο πρόσφορα τυλιγμένα εις οθόνας με κηρία και με λίβανον. Προσέτι ο παπά- Φραγκούλης είχε παρακαλέσει τον μπάρμπα-Στεφανήν να περάση από τα σπίτια δύο εμποροπλοιάρχων φίλων του, εκ των παραχειμαζόντων με τα πλοία των εις τον λιμένα, να τους παρακαλέση εκ μέρους του να του στείλουν, αν τους ευρίσκετο, ολίγον κρέας σαλάδο, εξ εκείνου το οποίον μαγειρεύρουν εις τα πλοία τα εκτελούντα μακρούς πλους. Εκείνοι φιλοτιμηθέντες έστειλαν δύο μεγάλα τεμάχια, έως πέντε οκάδας τα δύο.

Όλας ταύτας τας προμηθείας έκαμνεν ο παπάς προβλεπτικώς διά τους αποκλεισθέντας εις το βουνόν από την χιόνα, περί ων έγινε λόγος εν αρχή, καθώς και δι' εαυτόν και τους μεθ' εαυτού συνεκδημήσοντας προσκυνητάς, καθ' όσον ενδεχομένον ήτο να θυμώση και πάλιν ο καιρός, και να τους κλείση ο χειμών εις το Κάστρον, αν εν τοσούτω έμελλον να φθάσουν σώοι και υγιείς.

Πριν κατακλιθή, ο παπά-Φραγκούλης έστειλε μήνυμα εις τον συνεφημέριόν του τον παπ' Αλέξην, όστις άλλως ήτο και ο εφημέριος της εβδομάδος, ότι δεν θα ήτο συλλειτουργός την επιούσαν, παραμονήν των Χριστουγέννων, εν τω ενοριακώ ναώ, καθόσον απεφάσισε, συν Θεώ βοηθώ, τα υπάγη να λειτουργήση τον ναόν του Χριστού, εις το Κάστρον.

Είχαν πάρει είδησιν αφ' εσπέρας δύο-τρεις ενορίτισσαι, γειτόνισσαι του παπά, διότι ο Πανάγος εξελθών ανεκοίνωσε το πράγμα εις την γυναίκα του, και αύτη το διηγήθη εις τας γειτόνισσας. Επίσης και η θειά το Μαλαμώ εστάλη να φέρη είδησιν εις τον κυρ-Αλεξανδρήν τον ψάλτην, μεθ' ο εξελθούσα έσπευσε να προσηλυτίση δύο ή τρεις πανηγυριστάς και άλλας τόσας προσκυνητρίας.

Όταν έμελλον να επιβιβασθώσιν, ευρέθησαν δεκαπέντε άτομα. Η απόφασις του παπά και η γενναιότης του μπάρμπα-Στεφανή μετά την πρώτην έκπληξιν ενέβαλε θάρρος εις άνδρας και γυναίκας. Ήσαν δε όλοι εξ εκείνων, οίτινες συχνά τρέχουσιν, άρρητον ευρίσκοντες ηδονήν εις πανηγύρια και εις εξωκκλήσια. Ήσαν ο παπά- Φραγκούλης μετά της παπαδιάς, της Βασώς και του Σπύρου, ο μπάρμπα-Στεφανής μετά του δεκαεπταετούς υιού του, όστις ήτο και ο ναύτης του, η θειά το Μαλαμώ, ο κυρ-Αλεξανδρής ο ψάλτης, τρεις άλλοι πανηγυρισταί και τέσσαρες προσκυνήτριαι. Την τελευταίαν στιγμήν προσετέθη και δέκατος έκτος.

Ούτος ήτο ο Βασίλης της Μυλωνούς, ο αδελφός του Αργύρη, του αποκλεισμένου από τας χιόνας. Ήλθεν εις την αποβάθραν με σάκκον πλήρη τροφίμων και με άλλα τινά εφόδια διά την εκδρομήν. Ιδών αυτόν ο ιερεύς,

 — Πώς το έμαθες, Βασίλη; του λέγει.

 — Το έμαθα, παπά, απ' τον μάστρο-Πανάγο τον μαραγκό.

 — Τι ώρα και πού τον είδες;

 — Κατά τας δέκα τον ηύρα εις το καπηλειό του Γιάννη του Μπουμπούνα. Είχε φάει ψωμί κ' εβγήκε να πιή δύο τρία κρασιά με το ισνάφι. Έλεγε πως αποφασίσατε να πάτε στο Κάστρο, και σας εκατάκρινε για την τόλμη. Μα εγώ το χάρηκα, γιατί ανησυχώ για κείνον τον αδερφό μου, και θέλω ναρθώ μαζί σας, αν με παίρνετε.

 — Ας είνε, καλώς ναρθής, είπεν ο ιερεύς.

Εξέπλευσαν. Εστράφησαν προς το μεσημβρινοδυτικόν του λιμένος, έβαλαν πλώρη το ακρωτήριον Καλαμάκι. Ο άνεμος ήτο βοηθητικός, και ο πλους ευοίωνος ήρχιζε. Ναι μεν εκρύωναν πολύ, αλλ' ήσαν όλοι βαρέως ενδεδυμένοι. Ο παπάς εκάθησεν εις το πηδάλιον φορών την γούναν του. Η πρεσβυτέρα είχε το σάλι της το διπλό, η θειά το Μαλαμώ είχε το βαρύ γουνάκι και την κουζούκα της. Ο μπάρμπα- Στεφανής ήτο με την νιτσεράδα του, με τον κηρωτόν πίλον του, με τον ιμάντα δεδεμένον υπό τον πώγωνα, με τα μακρά πτερύγια σκεπάζοντα τα ώτα, και ο υιός του Σπύρος, ο καλούμενος κοινώς το Μπερκάκι, με τας πρεκνάδας και με τας βούλας εις το πρόσωπον, ήτο με τα μανίκια της μαλλίνης καμιζόλας του ανασφουγγωμένος ως τους αγκώνας.

Ευτυχώς δεν εχιόνιζεν, αλλ' ο άνεμος ήτο παγερός. Αίθριος ο ουρανός σταυρωμένος από τον βορράν. Η σελήνη ήτο εις το πρώτον τέταρτον και είχε δύσει προ πολλού. Τα άστρα έτρεμαν εις το στερέωμα, η πούλια εμεσουράνει, ο γαλαξίας έζωνε τον ουρανόν. Ο πήχυς και η άρκτος και ο αστήρ του πόλου έλαμπαν με βαθείαν λάμψιν εκεί επάνω. Η θάλασσα έφρισσεν υπό την πνοήν του βορρά, και ηκούοντο τα κύματα πλήττοντα μετά ρόχθου την ακτήν, εις ην μελαγχολικώς απήντα ο φλοίσβος του ύδατος παρά την πρώραν της μεγάλης και δυνατής βάρκας.

Έκαμψαν το Καλαμάκι και ακόμη δεν είχε χαράξει. Ήρχιζε μόλις να γλυκοχαράζη πέραν της αγκάλης του Πλατανιά. Έφεξαν εις τον Στρουφλιά, αντικρύ του τερπνού και συνηρεφούς δάσους των πιτύων, εξ ου η θέσις ονομάζεται Κουκ'ναριές. Τότε οι επιβάται είδον αλλήλους υπό το πρώτον λυκόφως της ημέρας, ως να έβλεπαν αλλήλους πρώτην φοράν. Πρόσωπα ωχρά και χείλη μελανά, ρίνες ερυθραί και χείρες κοκκαλιασμέναι. Η θειά το Μαλαμώ είχεν αποκοιμηθή δις ήδη υπό την πρύμνην, όπου έσκεπε το πρόσωπόν της με την μαύρην μανδήλαν ως την ρίνα, με την ρίνα σχεδόν ως τα γόνατα. Ο κυρ-Αλεξανδρής είχε πάρει δύο τροπάρια παραπλεύρως αυτής, ονειρευόμενος ότι ήτο ακόμη εις την κλίνην του και απορών πώς αύτη εκινείτο ευρύθμως ως βρεφικόν λίκνον. Ο υιός του παπά, ο Σπύρος, έκαμνε συχναίς μετάνοιες, και όσον αίμα είχε, είχε συρρεύσει όλον εις την ρίνα του, ήτις ήτο και το μόνον ορατόν μέλος του σώματός του. Η παπαδιά εν τη ευσεβεί φιλοστοργία της είχε κρίνει ότι ώφειλε να τον πάρη μαζί, αφού δι' αυτόν ήτο το τάξιμον. Τον απέσπασεν αποτόμως της κλίνης, τον ένιψε και τον ενέδυσε με διπλά υποκάμισα, δύο φανέλλας, χονδρόν μάλλινον γελέκιον, διπλούν σακκάκι κ' επανωφόρι, και περιετύλιξε τον λαιμόν του με χνοώδες μάλλινον μανδήλιον, ποικιλόχρουν και ραβδωτόν, μακρόν καταπίπτον επί το στέρνον και τα νώτα. Τώρα παρά την πρύμνην αριστερόθεν του παπά καθημένη, αριστερά της είχε τον Σπύρον, και ζητούσα αυτομάτως να ψηλαφήση τους βραχίονας και το στήθος του, δεν εύρισκε σχεδόν σάρκα υπό την βαρείαν σκευήν, δι' ης είχε περιχαρακώσει τον υιόν της.