WeRead Powered by ReaderPub
Ο Βίος του Χριστού cover

Ο Βίος του Χριστού

Chapter 4: ΤΕΛΟΣ Ο ΒΙΟΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΥΠΟ ΦΡ. ΦΑΡΡΑΡ
Open in WeRead

Explore more books like this:

About This Book

The narrative offers a chronological account of the life, ministry, and significance of Jesus, opening with his humble birth and surrounding traditions, following his itinerant teaching, miracles, parables, and moral instruction, and culminating in his passion, death, and reported resurrection. Alongside narrative retelling, the text situates events in their original regional setting, compares Gospel testimonies, rejects legendary apocryphal additions, and interleaves historical commentary with devotional reflection. Chapters balance descriptive episodes with thematic analysis of faith, humility, and redemption, and include discussions of cultural practices, chronology, and the formation of early Christian memory.

Τότε ο Ιησούς λέγει προς αυτήν, «Μαρία!»

Η λέξις εκείνη, με τον καταπληκτικόν εκείνον αλλά και τρυφερόν τόνον της θείας φωνής, εισέδυ εις την καρδίαν της. Στραφείσα προς Αυτόν, αποπειραθείσα, ως φαίνεται, να θίξη τους πόδας Του ή το κράσπεδον του ιματίου Του, έκραξε προς αυτόν εν τη μητρική γλώσση της, «Ραββουνί!» (όπερ ήτο πολύ εμφαντικώτερον και τιμητικώτερον του Ρ α β β ί), και είτα έμεινεν άφωνος εν τη παραφορά της. Ο Ιησούς Αυτός μετά πραότητος περιέστειλε το πάθος του ενθουσιασμού της. «Μη μου άπτου, είπεν, ούπω γαρ αναβέβηκα προς τον Πατέρα Μου». Πιθανόν τούτο να σημαίνη, «επειδή τούτο είνε μόνον βραχύ διάλειμμα μεταξύ της προτέρας ανθρωπίνης αναστροφής Μου προς υμάς και της μελλούσης πνευματικής ενώσεως». Είτα προσέθηκε, «Πορεύου δε προς τους αδελφούς Μου και ειπέ αυτοίς, Αναβαίνω προς τον Πατέρα Μου και πατέρα υμών, και Θεόν Μου και Θεόν υμών». Οι αρχαίοι Έλληνες Πατέρες εσχολίασαν το αξιοσημείωτον της εκφράσεως ταύτης. «Πατέρα κατά φύσιν την θεϊκήν, ως δε φύσει γενόμενος άνθρωπος, έφης Θεόν, Ύψιστε, τοις δούλοις συγκατιών, εξαναστάς του μνήματος, χάριτι Πατέρα των γηγενών τιθείς τον κατά φύσει Θεόν τε και Δεσπότην». Κατάπληκτος και περιδεής εκείνη έσπευσε να υπακούση. Επανέλαβε προς αυτούς το θειότατον τούτο παράγγελμα, και από γενεάς εις γενεάν αντηχεί δονούσα τας καρδίας η πρώτη εκείνη έκφρασις, η ανεξάλειπτον εμποιήσασα εντύπωσιν εις τα πνεύματα των ακουσάντων — &«Εώρακα τον Κύριον!»&

Ουδ’ έμεινεν ανυποστήρικτος η μαρτυρία της. Ο Ιησούς συνήντησε τας άλλας γυναίκας, και είπεν αυταίς, «Χαίρετε!» Ο τρόμος ανεμιγνύετο με το θάμβος και την συγκίνησίν των καθώς έπεσαν εις τους πόδας Του. «Μη φοβείσθε, είπε προς αυτάς· πορευθείσαι είπατε τοις αδελφοίς Μου ίνα απέλθωσιν εις Γαλιλαίαν, κακεί Με όψονται».

Ανωφελές ήτο διά τους στρατιώτας τους φύλακας να μείνωσι πλησίον κενού τάφου. Εν φόβω διά τα επακόλουθα, και εν τρόμω εις όσα είχον ίδη, έφυγον προς τους άρχοντας των Ιουδαίων, οίτινες είχον δώσει αυτοίς το κρύφιον υπούργημα. Διά τας πεπωρωμένας εκείνας καρδίας πίστις δεν υπήρχεν, ουδέν καν έρευνα. Το μόνον καταφύγιόν των ήτο το ψεύδος. Επροσπάθησαν να συγκαλύψωσιν όλην την υπόθεσιν. Υπέβαλον εις τους στρατιώτας την ιδέαν ότι πρέπει να είχον αποκοιμηθή, και εν τω μεταξύ οι μαθηταί είχον κλέψει το σώμα του Ιησού. Αλλά τοιούτος μύθος ήτο παραπολύ άτιμος προς πειθώ, και παραπολύ γελοίος προς δημοσιότητα. Εάν καθίστατο γνωστόν, ουδέν θα έσωζε τους στρατιώτας εκ του ονείδους και της τιμωρίας. Οι Σαδδουκαίοι άρα έδωκαν αργύρια εις τους στρατιώτας, όπως σκεφθώσι το ίδιον συμφέρον των, και το κοινόν συμφέρον των με τους Ιουδαίους, θάπτοντες την όλην υπόθεσιν εν μυστικότητι και σιωπή. Μόνον βαθμηδόν και βραδύτερον, και προς τους μεμυημένους, η χαμερπής συκοφαντία μετεδόθη. Ο Ευαγγελιστής Ματθαίος λέγει ότι, όταν έγραφε το καθ' εαυτόν Ευαγγέλιον, διεφημίζετο ακόμη ο μύθος μεταξύ των Ιουδαίων.

Η τρίτη εμφάνισις του Χριστού ήτο προς τον Πέτρον. Τα καθ' έκαστα ταύτης είνε άγνωστα εις ημάς. Το γεγονός ερείδεται επί της ρητής μαρτυρίας του ιερού Λουκά και του θεογόρου Παύλου.

Την αυτήν ημέραν, η τετάρτη εμφάνισις του Κυρίου συνωδεύθη από περιστάσεις βαθυτάτου ενδιαφέροντος. Δύο των μαθητών ωδοιπόρουν εις έν χωρίον Εμμαούς, ως οκτώ μίλια από της Ιερουσαλήμ, και συνεζήτουν προς αλλήλους με τεθλιμμένας και εμφόβους καρδίας περί των φοβερών συμβεβηκότων των δύο τελευταίων ημερών. Τότε Ξένος τις επλησίασεν αυτούς και τους ηρώτησε το αίτιον του κατηφούς των προσώπου και του τεταραγμένου των λόγων των. Εκείνοι εστάθησαν κ' εθεώρησαν δυσπίστως τον άγνωστον οδοιπόρον. Και όταν ο είς των δύο, ω όνομα Κλεόπας ωμίλησεν εις απάντησιν, υπάρχει έκπληξίς τις και υποψία εις την απόκρισίν του. «Συ μόνος παροικείς εν Ιερουσαλήμ, και ουκ έγνως τα γενόμενα εν αυτή εν ταις ημέραις ταύταις;» Εκείνος ηρώτησε, «Ποία;» και ούτοι είπον, «Τα περί Ιησού του Ναζωραίου, ος εγένετο Προφήτης μέγας» εν τω Ισραήλ και όμως όλαι αι χαρμόσυνοι ελπίδες ότι έμελλε να λυτρώση τον λαόν Αυτού κατέπεσον εις κόνιν, και όλαι αι κριταί πράξεις Του ενώπιόν του Θεού και του λαού ετελείωσαν προ δύο ημερών εις επονείδιστον

[λείπουν οι σελίδες 407 - 410. Το πιο κάτω κείμενο (μεταξύ των αγκυλών) είναι μεταφρασμένο στην δημοτική από το αγγλικό πρωτότυπο]

………………………

…στον σταυρό. Περιέγραψαν το αίσθημα φοβερής έκπληξης με το οποίο, εκείνη την ίδια μέρα – την Τρίτη μέρα, άκουσαν τις διαδόσεις των γυναικών για οράματα αγγέλων, και την βέβαιη μαρτυρία μερικών Αδελφών τους ότι ο τάφος ήταν άδειος τώρα. «Αλλά», πρόσθεσε ο ομιλητής με αναστεναγμό δυσπιστίας και λύπης – «αλλά Αυτόν δεν τον είδαν».

Τότε, επιπλήττοντάς τους για την έλλειψη νοημοσύνης τους και συναισθημάτων, o ξένος τους έδειξε πως σε όλη την Παλαιά Διαθήκη από τον Μωυσή και μετά υπήρχαν προφητείες όχι μόνο για την δόξα του Χριστού αλλά και για τα βάσανά του. Με τέτοια υψηλή συζήτηση έφθασαν κοντά στου Εμμαούς και ο ξένος φαινόταν ότι θα συνέχιζε τον δρόμο του, αλλά αυτοί τον πίεσαν να μείνει, και καθώς κάθισαν για να φαν το απλό φαΐ τους και Αυτός ευλόγησε και έκοψε το ψωμί, τα μάτια τους άνοιξαν και παρά την αλλαγμένη μορφή, ανεγνώρισαν ότι αυτός που ήταν μαζί τους ήταν ο Κύριος. Αλλά μόλις τον ανεγνώρισαν, Αυτός δεν ήταν πια μαζί τους. «Πώς η καρδιά μας δεν έκαιγε μέσα μας» αναφώνησαν ο ένας στον άλλον, «ενώ μας μιλούσε έτσι, καθώς μας εξηγούσε τις Γραφές;» Αμέσως σηκώθηκαν και γύρισαν πίσω στην Ιερουσαλήμ με τα παράξενα και χαρούμενα νέα. Και τους υποδέχθηκαν με την εκστατική διαβεβαίωση « Ο Κύριος αναστήθηκε πράγματι και εμφανίστηκε στον Σίμωνα!»

5. Μια φορά ακόμα, για Πέμπτη φορά αυτήν την Πασχαλινή μέρα που της αξίζει να την θυμόμαστε αιώνια, εμφανίστηκε ο Ιησούς στους Μαθητές του. Δέκα από αυτούς καθόντουσαν μαζί, με κλειστές τις πόρτες λόγω του φόβου των Ιουδαίων. Καθώς συνομιλούσαν μεταξύ τους και αντάλλασσαν τα ευτυχή νέα, ο Ιησούς εμφανίστηκε ανάμεσά τους με τα λόγια «Ειρήνη υμίν». Η ασυνήθιστη όψη του λαμπρού σώματος – η φοβερή σημασία ότι αυτός είχε αναστηθεί από τους νεκρούς— τους φόβισε. Η παρουσία του Κυρίου τους ήταν πράγματι σωματική, αλλά ήταν αλλαγμένη. Σκεφτόντουσαν ότι ήταν ένα πνεύμα που στεκόταν εμπρός τους. «Γιατί φοβάστε;» τους ρώτησε «και γιατί η καρδιά σας γεμίζει με ανήσυχες αμφιβολίες; Κοιτάξτε τα χέρια μου και τα πόδια μου για να διαπιστώσετε ότι είμαι εγώ· πιάστε με και δείτε· γιατί ένα πνεύμα δεν έχει σάρκα και οστά όπως βλέπετε ότι έχω εγώ.» Όπως τους μιλούσε τους έδειξε τα χέρια Του και το πλευρό Του. Και τότε, ενώ η χαρά, ο θαυμασμός και η δυσπιστία πάλευαν στην καρδιά τους, τους ρώτησε αν είχαν τίποτα να φάει, και για να τους καθησυχάσει, έφαγε ένα κομμάτι ψητό ψάρι εμπρός τους. Και μετά, ακόμα μια φορά τους είπε «Ειρήνη υμίν. Όπως ο Πατέρας μου με έστειλε, έτσι και εγώ σας στέλνω.» Και εκπνέοντας επάνω τους, είπε. «Παραλάβετε το Άγιο Πνεύμα. Σ’ όποιους συγχωρέσετε τις αμαρτίες, οι αμαρτίες τους θα συγχωρούνται· σε όποιους δεν τις συγχωρείτε, δεν θα συγχωρούνται.

Μόνο ένας από τους Απόστολους ήταν απών – Ο Θωμάς ο Δίδυμος. Ο χαρακτήρας του, όπως ήδη είδαμε, ήταν τρυφερός αλλά και μελαγχολικός. Σ’ αυτόν τα νέα φαινόντουσαν πολύ καλά για να είναι αληθινά. Μάταια οι άλλοι Μαθητές τον διαβεβαίωναν «Είδαμε τον Κύριο». Ευτυχώς για μας, αν και λιγότερο ευτυχώς για κείνον, διακήρυξε με έμφαση, ότι τίποτα δεν θα τον έπειθε, παρά μόνο αν έβαζε το δάκτυλό του στα σημάδια των καρφιών και τα χέρια του στο πλευρό Του. Μια βδομάδα πέρασε και οι πιστά καταγεγραμμένες αμφιβολίες του ανήσυχου Αποστόλου έμειναν ανικανοποίητες. Την όγδοη – ή θα πρέπει να πούμε την έβδομη κατοπινή μέρα — γιατί ήδη η ανάσταση είχε καταστήσει την πρώτη μέρα της βδομάδας ιερή στις καρδιές των Αποστόλων — οι έντεκα ήταν ξανά μαζεμένοι με κλειστές τις πόρτες. Ακόμα μια φορά φανερώθηκε ο Ιησούς σε αυτούς, και μετά την συνηθισμένη ευγενική και επίσημη ευλογία Του, κάλεσε τον Θωμά, και του ζήτησε να απλώσει το δάκτυλο του και να το βάλει στα χνάρια των καρφιών και να θέσει το χέρι του στην πληγή του δόρατος στο πλευρό Του, και να είναι «όχι άπιστος, αλλά πιστός». «Κύριέ μου και Θεέ μου!» αναφώνησε ο δύσπιστος Απόστολος, με μια έκρηξη απολύτου βεβαιότητας, «Επειδή Με είδες», είπε ο Ιησούς, «επίστεψες· ευλογημένοι είναι αυτοί που δεν είδαν και όμως πίστεψαν.»

Η επόμενη εμφάνιση του αναστημένου Σωτήρα ήταν προς επτά από τους Απόστολους στην Θάλασσα της Γαλιλαίας – Σίμωνα, Θωμά, Ναθαναήλ, τους γιούς του Ζεβεδαίου και δύο ακόμη – ίσως τον Φίλιππο και τον Ανδρέα – οι οποίοι δεν ονοματίζονται (κατ’ Ιωάννη xxi. 1-24). Οι επισκέψεις του Ιησού είχαν σταματήσει, και πριν να επιστρέψουν στην Ιερουσαλήμ για την Πεντηκοστή ώστε να δεχτούν την υποσχεθείσα εκπόρευση του Αγίου Πνεύματος, ο Σίμωνας είπε ότι θα έπρεπε να ξαναρχίσει προσωρινά το παλιό επάγγελμά του, του ψαρά. Δεν υπήρχε πια κοινό πορτοφόλι, και μια που δεν είχαν μέσα επιβίωσης, αυτό φαινόταν ο λογικός τρόπος επίτευξης ενός ευπρεπούς τρόπου ζωής. Οι άλλοι πρότειναν να παν μαζί του, και βγήκαν στην θάλασσα το απόγευμα, μια και η νύχτα είναι η καλλίτερη ώρα για ψάρεμα. Όλη την νύχτα πάσχιζαν μάταια. Νωρίς την αυγή, στο ομιχλώδες λυκόφως, στην ακτή, είδαν την φιγούρα κάποιου που δεν αναγνώρισαν. Μια φωνή τους ρώτησε αν είχαν πιάσει τίποτα. «Όχι» ήταν η αποθαρρημένη απάντηση. «Ρίξτε τα δίχτυα σας στην δεξιά μεριά του σκάφους και θα βρείτε». Έριξαν το δίχτυ και αμέσως γέμισε τόσο με πληθώρα ψαριών, ώστε με δυσκολία το τράβηξαν. Το επεισόδιο ξύπνησε μέσα τους με τρομακτική δύναμη, την ανάμνηση προηγούμενων ημερών. «Είναι ο Κύριος», ψιθύρισε ο Ιωάννης στον Πέτρο· και αμέσως, ο ενθουσιώδης τύπος με την ζεστή καρδιά, δένοντας τον χιτώνα του ψαρά γύρω από τα λαγόνιά του, πήδηξε στην θάλασσα, να κολυμπήσει τις 100 γιάρδες που τον χώριζαν από τον Ιησού, και ρίχτηκε, βρεμένος από τα κύματα, στα πόδια Του. Πιο σιγά ακολούθησαν οι άλλοι, σέρνοντας το τεντωμένο αλλά ακέραιο δίκτυ με τα 153 ψάρια. Μια φωτιά έκαιε στην παραλία, λίγο ψωμί υπήρχε κοντά της και μερικά ψάρια ψηνόντουσαν στα πυρωμένα κάρβουνα. Ήταν μια σκηνή που ακόμα μπορεί να δει κανείς στις ακρογιαλιές της Γαλιλαίας. Και Αυτός που στεκόταν δίπλα της τους διέταξε να φέρουν και άλλα ψάρια από αυτά που είχαν πιάσει. Αμέσως ο Σίμων πετάχτηκε και βοήθησε με τα δυνατά του χέρια να σύρουν το δίχτυ στην στεριά. Και Αυτός που όλοι γνώριζαν ότι ήτο ο Κύριος, αλλά του οποίου η φωνή και η όψη έκαναν τις καρδιές τους να σταθούν με σεβασμό γεμάτο δέος, έτσι ώστε να μην τολμούν να τον ρωτήσουν, τους είπε, «Ελάτε και φάτε» και τους μοίρασε το ψωμί και τα ψάρια.

Το ευτυχισμένο γεύμα τέλειωσε σιωπηλά, και τότε ο Ιησούς είπε στον αδύναμο αλλά αγαπημένο του Απόστολο «Σίμωνα» (δεν ήταν ακόμα η ώρα να του ξαναδώσει το όνομα Πέτρος) «Σίμωνα, υιέ του Ιωνά, με τιμάς πιο πολύ από αυτούς ;»

«Ναι, Κύριε μου, το ξέρεις ότι Σε αγαπώ».

«Βόσκε τα αρνάκια μου».

Ο Σίμωνας είχε νιώσει στα φυλλοκάρδια του τι σήμαινε η ευγενική νουθεσία «πιο πολύ από αυτούς». Αναβίωνε στην μεταμελημένη ψυχή του τις καυχησιές που είχε εκφέρει με τόση σιγουριά ανάμεσα στους αδελφούς του «Αν και όλοι σκανδαλισθούν, εγώ δεν θα σκανδαλισθώ». Η αποτυχία τον είχε διδάξει ταπεινοφροσύνη, και έτσι δεν θα ζητούσε την πρωτοκαθεδρία στα αισθήματά του, ούτε θα υιοθετούσε την λέξη της ερώτησης του Σωτήρα, η οποία εμπεριείχε βαθιά τιμή και αφοσίωση και σεβασμό· αλλά θα χρησιμοποιούσε αντ’ αυτής την πιο αδύνατη λέξη, που όμως καλλίτερα έδειχνε τα ζεστά ανθρώπινα αισθήματα της καρδιάς του. Και την επόμενη φορά η ερώτηση του θύμισε με λιγότερο πόνο την παλιά του αυτοπεποίθηση, γιατί ο Ιησούς του είπε μόνο

— «Σίμωνα, γιέ του Ιωνά, Με τιμάς;»

Ξανά ο Απόστολος ταπεινά του απάντησε με τις ίδιες λέξεις όπως πριν –
«Ναι, Κύριε, ξέρεις ότι σε αγαπώ.»

«Φύλαξε τα πρόβατά μου».

Αλλά ο Σίμωνας Τον είχε τρις απαρνηθεί και έτσι ήταν αρμόζον ότι τρις έπρεπε να διακηρύξει την πίστη του. Ξανά, μετά από σύντομη παύση, ήρθε η ερώτηση – και αυτήν την φορά με την πιο αδύνατη αλλά και πιο ζεστή λέξη που ο ίδιος ο Απόστολος είχε διαλέξει—

««Σίμων, γιέ του Ιωνά, Με αγαπάς;»

Και ο Σίμωνας, βαθιά ταπεινωμένος και δυστυχισμένος αναφώνησε,
«Κύριε, ξέρεις τα πάντα· Βλέπεις ότι σε αγαπώ».

«Τάισε τα αγαπημένα αρνιά μου.» Μετά, με επισημότητα, πρόσθεσε «Πραγματικά όταν ήσουν πιο νέος ζωννόσουν ο ίδιος και περπάταες όπου ήθελες· μα σα γεράσεις, θ' απλώσεις τα χέρια κι’ άλλος θα σε ζώσει και θα σε πάει όπου δε θέλεις».

Ο Απόστολος τον κατάλαβε· ήξερε ότι αυτό υπονοούσε τα χρόνια της μελλοντικής του υπηρεσίας, τις αγωνίες του μελλοντικού του μαρτυρίου· αλλά τώρα δεν ήταν πια ο «Σίμων» αλλά ο «Πέτρος» — η καρδιά της πέτρας ήταν μέσα του· ήταν έτοιμος να ακολουθήσει την φωνή που του έλεγε «Ακολούθα με» μέχρι θανάτου. Κατά την διάρκεια της συνομιλίας περπατούσε δίπλα στον Ιησού, λίγα βήματα μπροστά από τους συντρόφους του. Κοιτώντας πίσω είδε τον Ιωάννη, τον σύντροφο που συμπαθούσε και τον Απόστολο που ο Ιησούς αγαπούσε να τους ακολουθεί αργά. Δείχνοντας τον, ρώτησε, «Κύριε, αυτός τι θα κάνει;» Η απάντηση ανέκοψε την επιπόλαιη περιέργειά του. «Εάν θελήσω να χρονοτριβήσει μέχρι να έρθω, τι σε αφορά εσένα αυτό; Εσύ να Με ακολουθήσεις.» Ο Πέτρος δεν τόλμησε να τον ρωτήσει περισσότερα και η απάντηση – που ήταν επίτηδες ασαφής – οδήγησε σε μεγάλη παρεξήγηση διαδεδομένη στην αρχική εκκλησία, ότι ο Ιωάννης δεν επέπρωτο να πεθάνει μέχρι να έλθει ο Χριστός. Ο απόστολος ήρεμα διορθώνει το λάθος αναφέροντας τους ακριβείς λόγους του αναστημένου Χριστού. Τον τρόπο του θανάτου του δεν γνωρίζουμε, αλλά γνωρίζουμε ότι έζησε περισσότερο από όλους τους αδελφούς του Μαθητές και ότι επέζησε την τρομερή συντριβή του έθνους του η οποία, μια και έκανε αδύνατη την αυστηρή υπακοή στις συνθήκες της Παλιάς Διαθήκης, άνοιξε σε όλο τον κόσμο ένα απρόσκοπτο μονοπάτι για την ίδρυση της Νέας Διαθήκης και για το Βασίλειο του Ουρανού, — ήταν κατά μια έννοια πιο αληθινή από κάθε γεγονός στην ανθρώπινη ιστορία — ένας δεύτερος ερχομός του Κυρίου.

8. Ίσως ήταν σε αυτήν την περίσταση που ο Ιησούς είπε στους μαθητές του για το όρος της Γαλιλαίας όπου θα συναντούσε όλους που τον γνώριζαν και τον αγαπούσαν για τελευταία φορά. Εάν ήταν το Ταβόρ ή το όρος των Μακαρίων δεν γνωρίζουμε, αλλά περισσότεροι από πεντακόσιοι μαθητές του μαζεύτηκαν εκείνη την φορά με τους ένδεκα, και έλαβαν τις τελευταίες εντολές του Ιησού, να διδάξουν και βαφτίσουν σε όλα τα Έθνη· και την τελευταία υπόσχεση ότι θα ήταν μαζί τους πάντα, μέχρι το τέλος του κόσμου. Γράφοντας μετά από περισσότερα από είκοσι χρόνια από εκείνη την στιγμή, ο Άγιος Παύλος μας δίνει την αξιοσημείωτη μαρτυρία ότι η πλειονότητα των μαρτύρων της ανάστασης ζούσαν ακόμη, και ότι μόνο μερικοί «εκοιμήθησαν».

9. Μία ένατη παρουσίαση του Ιησού δεν έχει γραφεί στα Ευαγγέλια και την γνωρίζουμε από μια μόνο αναφορά από τον Άγιο Παύλο. «Σας ανέφερα» γράφει στην επιστολή του προς τους Κορινθίους (1 Κορ. Xv 3-8), «αυτό το οποίο παρέλαβα, πως ο Χριστός πέθανε για τις αμαρτίες μας, σύμφωνα με τις Γραφές· και ότι θάφτηκε και ]

………………………

πάλιν τη τρίτη ημέρα ηγέρθη, κατά τας Γραφάς, και ώφθη Κηφά, είτα τοις Δώδεκα· μετά τούτο, ώφθη πλείοσιν ή πεντακοσίοις αδελφοίς επί το αυτό… μ ε τ ά τ ο ύ τ ο, ώ φ θ η Ι α κ ώ β ω, είτα πάσι τοις Αποστόλοις. Τελευταίον δε πάντων, ωσπερεί τω εκτρώματι, ώφθη καμοί». Όσον αφορά την εις τον Ιάκωβον εμφάνισιν, ουδέν περιπλέον γνωρίζομεν, ειμή εκ παραδόσεως ουχί αυθεντικής.

Τεσσαράκοντα ημέραι παρήλθον ήδη από της Σταυρώσεως. Κατά τας 40 ταύτας ημέρας δεκάκις ή ενδεκάκις ώφθη εις ανθρωπίνους οφθαλμούς και εψηλαφήθη υπό χειρών ανθρωπίνων. Αλλά το σώμα δεν ήτο πλέον φθαρτόν, είχεν αφθαρτισθή, και μετέσχε της θεότητος, διά του τρόπου της «αντιδόσεως». Ο Καιρός είχεν έλθη ήδη ότε η επίγειος παρουσία Του έπρεπε ν' αναληφθή εξ ανθρώπων, και μέχρις ου επανέλθη εν δόξη ίνα κρίνη τον κόσμον. Συνήντησεν αυτούς εν Ιερουσαλήμ, και οδηγήσας αυτούς έως Βηθανία, προσέταξεν αυτούς να μένωσιν εν τη Αγία Πόλει εωσότου λάβωσι την επαγγελίαν του Πνεύματος. Περιέστειλε τας ανησύχους ερωτήσεις των περί χρόνων και καιρών, και εκέλευσεν αυτούς να είνε μάρτυρές Του εις όλον τον κόσμον. Οι τελευταίοι ούτοι αποχαιρετισμοί εγένοντο επί του Όρους των Ελαιών· και είτα υψώσας τας χείρας Του ευλόγησεν αυτούς, και, ενώ τους ευλόγει, διέστη απ' αυτών, και ανεφέρετο εις τον ουρανόν και νεφέλη ανέλαβεν Αυτόν, και έγεινεν άφαντος από των οφθαλμών των.

Μεταξύ ημών και της ορατής παρουσίας Του, μεταξύ ημών και του δεδοξασμένου Λυτρωτού του καθημένου νυν εκ δεξιών του Πατρός, το νέφος εκείνο ακόμη επιπροσθεί. Αλλά το όμμα της Πίστεως δύναται να το διαπεράση· το θυμίαμα της αληθούς προσευχής δύναται να υψωθή άνευ αυτού· δι' αυτού η δρόσος της ευλογίας δύναται να κατέλθη. Και αν Εκείνος απήλθεν, αλλ' έδωκεν εις ημάς, εν τω Αγίω Αυτού Πνεύματι, πλησιέστερον το αίσθημα της παρουσίας Του, στενοτέραν την περίπτυξιν εν ταις αγκάλαις της στοργής Του, ή όπως θα απηλαύομεν και αν συνεζώμεν το πάλαι Αυτώ εν τη πολίχνη της Ναζαρέτ, ή συνεπλέομεν μετ' Αυτού επί των υδάτων της Τιβεριάδος. Δυνάμεθα να είμεθα εγγύς προς Αυτόν εν παντί καιρώ, και προ πάντων όταν εις προσευχήν το γόνυ κλίνωμεν, όσον ο Ηγαπημένος μαθητής ήτο όταν έκλινε την κεφαλήν επί του στήθους Εκείνου. Ο λόγος του Θεού είνε εγγύτατα εις ημάς, και εις τα στόματα και εις τας καρδίας μας. Εις ώτα κλειστά η φωνή Του δυνατόν να φαίνεται ότι δεν ηχεί πλέον. Οι σφοδροί θόρυβοι του πολέμου δυνατόν να διασείωσι τον κόσμον· αι άπληστοι κλήσεις της φιλαργυρίας και της ηδονής δυνατόν να πνίγωσι την ευγενή έκφρασιν ήτις κελεύει ημάς «Ακολουθείτε Μοι»· μετά δισχίλια έτη Χριστιανοσύνης, οι άπιστοι ψιθυρισμοί της ανυπομόνου δυσπιστίας δυνατόν να καθιστώσι δύσκολον διά την Πίστιν να επαναλαμβάνη, άνευ υβρισμού, το σύμβολον όπερ υπήρξεν η αναγέννησις του κόσμου. Έτι μάλλον, και θλιβερότερον ακόμη, δυνατόν από καιρού εις καιρόν ν' ακούηται, εν τη Χριστιανική Ευρώπη, η ύβρις βλασφήμου τινός γλώσσης, επακολουθούσης να εμπαίζη τον Υιόν του Θεού, καθώς κείται εν τη αγωνία του κήπου, ή αφίνει την υστάτην πνοήν Του επί του δένδρου του πικρού. Αλλά το μυστήριον του Κυρίου είνε μετ' εκείνων οίτινες φοβούνται Αυτόν, και Αυτός θα δείξη αυτοίς την διαθήκην Του. Εις τους θέλοντας ν' ακούσωσιν εισέτι ομιλεί. Επηγγείλατο ότι θα είνε μεθ' ημών πάντοτε, έως της συντελείας του αιώνος, και δεν εύρομεν την επαγγελίαν Του διαλείπουσαν. Τριάκοντα τριών μόνον ετών βραχύν βίον έζησεν επί της γης· επί τρία μόνον διακεκομμένα και τεταραγμένα έτη εκήρυξε το Ευαγγέλιον της Βασιλείας· αλλά διά πάντοτε, μέχρις ου όλοι οι αιώνες συντελεσθώσι, και η γη αυτή και οι ουρανοί παρέλθωσι, θα ευρίσκη έκαστον εκ των πιστών και γνησίων τέκνων Του ειρήνην και ελπίδα και συγγνώμην εν τω ονόματι Αυτού, και το όνομα τούτο θα καλήται Εμμανουήλ ο εστι μεθερμηνευόμενον

&«Μεθ' ημών ο Θεός». &

ΤΕΛΟΣ

Ο ΒΙΟΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΥΠΟ ΦΡ. ΦΑΡΡΑΡ

ΠΙΝΑΞ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α'.
Η Γέννησις. …………………………. Σελ. 3
ΚΕΦΑΛ. Β'.
Η εισαγωγή εις το Ιερόν……………………» 10
ΚΕΦΑΛ. Γ'.
Η επίσκεψις των Μάγων……………………..» 14
ΚΕΦΑΛ. Δ'.
Η φυγή εις Αίγυπτον και η σφαγή των νηπίων…..» 20
ΚΕΦΑΛ. Ε'.
Η παιδική ηλικία του Ιησού…………………» 28
ΚΕΦΑΛ. ΣΤ'.
Ο Ιησούς εν τω Ιερώ……………………….» 37
ΚΕΦΑΛ. Ζ'
Η οικογενειακή Ζωή εν Ναζαρέτ………………» 44
ΚΕΦΑΛ. Η'.
Το Βάπτισμα του Ιωάννου… ………………..» 55
ΚΕΦΑΛ. Θ’.
Ο Πειρασμός………………………………» 63
ΚΕΦΑΛ. ΙΒ'.
Σκηνογραφία της Γαλιλαίας………………….» 87
ΚΕΦΑΛ. ΙΓ'.
Ο Ιησούς το Πάσχα…………………………» 90
ΚΕΦΑΛ. ΙΑ'.
Ο Νικόδημος………. …………………….» 95
ΚΕΦΑΛ. ΙΕ'.
Η Σαμαρείτις……………………………..» 95
ΚΕΦΑΛ. ΙΣΤ'.
Ουδείς προφήτης εν τη εαυτού πατρίδι……….» 102
ΚΕΦΑΛ. ΙΗ'.
Οι δώδεκα και η επί του όρους διδασκαλία……» 114
ΚΕΦΑΛ. ΙΘ'.
Άλλα θαύματα…………………………….» 123
ΚΕΦΑΛ. Κ’.
Ο Ιησούς του Ναυίν……………………….» 127
ΚΕΦΑΛ. ΚΑ'.
Η Αμαρτωλός και ο Φαρισαίος……………….» 133
ΚΕΦΑΛ. ΚΒ'.
Πώς έζη εν Γαλιλαία………………………» 138
ΚΕΦΑΛ. ΚΓ'.
Μεγάλα θαύματα του Ιησού………………….» 144
ΚΕΦΑΛ. ΚΔ'.
Εις την οικίαν του Ματθαίου……………….» 152
ΚΕΦΑΛ. ΚΕ'.
Συνέχεια του προηγουμένου…………………» 155
ΚΕΦΑΛ. ΚΣΤ'.
Ο Ιησούς εις Ιεροσόλυμα…………………..» 158
ΚΕΦΑΛ. ΚΖ'.
Το θαύμα της Βηθεσδά……………………..» 161
ΚΕΦΑΛ. ΚΗ'.
Η αποτομή του Βαπτιστού…………………..» 168
ΚΕΦΑΛ. ΚΘ'.
Ο χορτασμός των πεντακισχιλίων και ο περίπατος επί
της θαλάσσης……………………………..»174
ΚΕΦΑΛ. Λ'.
Αι ομιλίαι εις Καπερναούμ…………………» 180
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΑ'.
Η λύσσα των εχθρών του Χριστού…………….» 185
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΒ'.
Η λύσσα των εχθρών Του……………………» 197
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΓ'.
«Εγγύς μαχαίρας, εγγύς Θεού» ……………..» 204
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΔ'.
Μεταξύ των εθνικών……………………….» 207
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΣΤ'.
Η Μεταμόρφωσις ………………………….» 222
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΖ'.
Ο δαιμονιζόμενος νεανίσκος ……………….» 226
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΗ'.
Βραχεία διατριβή εις Καπερναούμ …………..» 230
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΘ'.
Η εορτή της Σκηνοπηγίας…………………..» 232
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Μ'.
Η επ' αυτοφόρω μοιχαλίς ………………….» 239
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΑ'.
Ο εκ γενετής τυφλός ……………………..» 248
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΒ'.
Χαίρειν τη Γαλιλαία………………………» 253
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΓ'.
Τα καθ' οδόν ……………………………» 259
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΔ'.
Διδασκαλίαι καθ' οδόν…………………….» 262
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΕ'.
Η εορτή των Εγκαινίων ……………………» 272
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΣΤ'.
Πέραν του Ιορδάνου ………………………» 278
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΖ'.
Η Έγερσις του Λαζάρου…………………….» 286
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΗ'.
Ιεριχώ και Βηβανία……………………….» 294
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΘ'.
Η Βαϊοφόρος …………………………….» 303
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ν'.
Δευτέρα της εβδομάδος των παθών. — Ημέρα
Παραβολών ………………………………» 311
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΝΑ'.
Η ημέρα των πειρασμών ……………………» 318
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΝΒ'.
Η Μεγάλη αρά ……………………………» 324
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΝΓ'.
Χαίρειν εις τον Ναόν …………………….» 329
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΝΔ'.
Η αρχή του τέλους ……………………….» 334
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΝΕ'.
Ο Μυστικός Δείπνος……………………….» 337
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΝΣΤ’.
Η Τελευταία Ομιλία……………………….» 343
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΝΖ'.
Γεθσημανή. — Η Αγωνία και η Σύλληψις ………» 350
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΝΗ'.
Ο Ιησούς ενώπιον των Ιερέων και του Συνεδρίου » 359
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΞΑ'.
Η Σταύρωσις …………………………….» 388
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΞΒ'.
Η Ανάστασις του Κυρίου……………………» 400

1) Οι αστρολόγοι διαιρούν τον ζωδιακόν κύκλον εις τέσσαρα τρίγωνα, το του πυρός, το της γης, του αέρος και του ύδατος.

2) Ο πιθανός αριθμός των Νηπίων εμεγαλοποιήθη υπερβαλλόντως. Μία αιθιοπική παράδοσις, την οποίαν προθύμως παραδέχεται και ο Βολταίρος τους αναβιβάζει εις 14,000! Αν λάβωμεν υπ' όψει ότι η Βηθλεέμ ήτο έν απλούν χωρίον κατοικούμενον από 2,000 ψυχάς, θα παραδεχθώμεν κατ' ανάγκην ότι καθ' όλην αυτής την περιοχήν δεν εσφάγησαν άνω των είκοσι και ίσως ούτε και τόσα. Προ πάντων αφού ήσαν «από διετούς και κατωτέρω».

3) Σημ. του Εκδότου. — Τας ιδέας ταύτας, καθώς και άλλας, του διαμαρτυρομένου συγγραφέως, πρέπει να τας βάλη υπό κάθαρσιν ο αναγνώστης ο ορθόδοξος.

4) Όστις αγνοεί το ύφος των Αγίων Γραφών, εκείνος μόνον δύναται να ευρίσκη αφορμήν συζητήσεως από τοιαύτας εκφράσεις, αι οποίαι, άλλως δεν λαμβάνονται κατά γράμμα. Ευθύς εν αρχή του κατά Ματθαίον Ευαγγελίου, ο Ιησούς Χριστός καλείται, «υιός Δαυίδ, υιός Αβραάμ». Θα ειπή ότι ήτον, κατά γράμμα, υιός και του Δαυίδ και του Αβραάμ; Πασιφανέστατα, η λέξις υιός σημαίνει απόγονος· Αλλά και «η αδελφή της μητρός Αυτού Μαρία η του Κλωπά», πώς ηδύνατο να είνε αδελφή της Παρθένου, αφού είχε το ίδιον μετ' αυτής όνομα; Ποία δε η χρησιμότης του ονόματος, αν αντί διακρίσεως, σύγχυσιν μάλλον επιφέρει; Πού ηκούσθη δύο αδελφαί ζώσαι να ονομάζωνται Μαρία 1η, Μαρία 2α; Τότε έπρεπε να καταργηθή το όνομα, και οι άνθρωποι να ονομάζωνται με αριθμούς. Όθεν η Μαρία η του Κλωπά είνε παραδεδεγμένον ότι ήτο εξαδέλφη της Παρθένου, και οι αδελφοί του Κυρίου ήσαν συγγενείς Αυτού. Διότι εκ της Παρθένου δεν ηδύνατο να γεννηθή άλλος Χριστός, καθώς δεν ηδύνατο να υπάρξη και άλλη Μήτηρ του Θεού, αειπάρθενος, πανάμωμος, και υπερτέρα πάντων των κτισμάτων. Σ. Μ.

5) Ου προ πολλού χρόνου ο διάσημος Άγγλος καθηγητής Ούξλεϋ και ο μέγας Γλάδστων συνεζήτησαν εν τω τύπω επί της ουσίας του θαύματος τούτου. Ο Γλάδστων υπερεμάχησεν υπέρ της ορθοδόξου γνώμης, και επολέμησε πάσαν «ορθολογιστικήν» παρερμηνείαν ή διαστροφήν του θαύματος.

6) Οι Εβραίοι της Θεσσαλονίκης, όταν τύχουν εις ταξείδιον, πίνουσι καφέν, αν τις καφεπώλης παραθέση εις αυτούς, χωρίς να παραγγείλουσιν, αλλά δεν τον πληρώνουν, εν ημέρα Σαββάτου. Τον πληρώνουν όμως την επαύριον.

7) Υπάρχουν και άλλα παραδείγματα. Η Φουλβία επανειλημμένως ετρύπησε με χρυσήν βελόνην την γλώσσαν της αποτμηθείσης κεφαλής του Κικέρωνος, και η Αγριππίνα ύβρισε την κεφαλήν της αντιζήλου της Λολλίας.

8) Υπάρχουν και άλλα παραδείγματα. Η Φουλβία επανειλημμένως ετρύπησε με χρυσήν βελόνην την γλώσσαν της αποτμηθείσης κεφαλής του Κικέρωνος, και η Αγριππίνα ύβρισε την κεφαλήν της αντιζήλου της Λολλίας.

9) Η Τουρκική Κυβέρνησις, μετά μεγάλης πονηρίας, έταξε την ενιαυσίαν προσκύνησιν των Μωαμεθανών εις τον τάφον του Προφήτου Μωυσέως (!!), κατά τον αυτόν χρόνον ότε η έλευσις των εορτών του Πάσχα κατακλύζει την Ιερουσαλήμ από χριστιανούς προσκυνητάς. Συνήντησα εκατοντάδας των Μωαμεθανών τούτων εις τα πέριξ της Αγίας Πόλεως κατά το Πάσχα του 1870, και ούτοι θα ήσαν ισχυρά συνδρομή εις τους Τούρκους, εν περιπτώσει ταραχής τινος μεταξύ Χριστιανών εν τη εκκλησία του Παναγίου Τάφου.

10) Είνε πρόσθετος απόδειξις της αξιοπιστίας της διηγήσεως, τόσω πολυτιμοτέρα όσω όλως ασχεδίαστος, ότι οι χαρακτήρες της Μάρθας και της Μαρίας, ως περιγράφονται συντόμως υπό του Ευαγγελιστού Ιωάννου, εντελεστάτα αντιστιχούσι και αρμόζονται προς τους χαρακτήρας των οποίοι φαίνονται εν τω ανεκδότω το οποίον διηγείται, ως είδομεν ανωτέρω, ο Ευαγγελιστής Λουκάς. Όσοι απορρίπτουσι την γνησιότητα του κατά Ιωάννην Ευαγγελίου, ας εξηγήσωσι τουλάχιστον, ως λέγει ο Μάυερ, το «φιλολογικόν θαύμα».

11) Πειθόμενος εις τους ιδίους λόγους του, οφείλει να ομολογήση ενταύθα ο εμβριθής και βαθύφρων συγγραφεύς, ότι εις την ιδίαν ανάγκην, την οποίαν ησθάνθη η Μαρία, υπείχουσι και οι Χριστιανοί, οι μη Διαμαρτυρόμενοι, όσοι το εσωτερικόν αίσθημα της ευσεβούς στοργής των συνειθίζουν να εκδηλώσι δι' εξωτερικών σημείων, οίον προσκυνήσεων και ασπασμών των εικόνων και λειψάνων και άλλων θρησκευτικών ενθυμίων.