Πόσες φορές μου ιστορούσε την καθαρότητα, που είχανε τα οράματα ή οι ανάμνησες αυτές, που είτανε τόσο χαραχτηριστικά της! Τώρα μπορώ και βλέπω καλήτερα και καθαρότερα τόνειρό της παρά τότε!
Είναι βέβαιο πως τα έβλεπε όλα αυτά, όσο που έσβησε όλη η τρελή ψυχική της διάθεση κ' είδα πως γεμίσανε δάκρυα θερμά τα μάτια της. Με ζωηρό κίνημα άδειασε τα ποτήρι της, γλύστρησε από τον καναπέ κι ακκούμπησε τα κεφάλι στα γόνατά μου.
Σα να μου μετάγγισε άμεσα κάτι από το αίστημά της ή σα να συναπαντηθήκανε οι στοχασμοί μας στο περασμένο, όπου μας αγκάλιαζε και τους δυο τόνειρο της ευτυχίας, κυριεύτηκα και γω από μια διάθεση ολότελα διαφορετική από την προτητερινή κ' ενώ έβαλε απαλά το χέρι γύρω στα λαιμό της και τη χάδεψα στο μάγουλο, είπα:
— Τι συλλογίζεσαι;
— Συλλογίζουμαι το πρώτο μας καλοκαίρι.
Τη στιγμή αυτή μου φάνηκε σα να είχα συλλογιστεί και γω το ίδιο. Όλη μου η κούραση έφυγε μεμιάς κι όλος συγκίνηση έσκυψα και της φίλησα το στόμα.
Την ίδια στιγμή καθότανε η Έλσα ανασηκωμένη εκεί.
Ο πόθος για κάτι νέο, κάτι ασυνήθιστο, κάτι που να έκοβε τη μονοτονία του καθημερινού, έσμιγε τη στιγμή αυτή με την ανάμνηση του περασμένου και μ' έναν τόνο, που δεν μπορούσε να του αντισταθή κανείς, φώναξε:
— Θέλω να πάω εκεί· θέλω να πάω εκεί, Γιώργο.
Μα την ίδια στιγμή ένοιωσα τον εαυτό μου να γυρίζη στην πραγματικότητα. Η ψυχική διάθεσή μου στο βάθος είταν ίσως ίδια με της γυναικός μου, όμως ταυτόχρονα αιστανόμουνα εκείνο το παράξενο αίστημα της απογοήτεψης, που περιμένει παντού, το αίστημα, που ορθώνεται μέσα μας και μας χαλινώνει τα όνειρα στις πιο έντονες στιγμές της ζωής μας. Τρόμαξα μπροστά στη δοκιμή αυτή να ξυπνήσουμε στη ζωή τη νιότη, σα να φοβόμουνα πως αντίς τη νιότη θαπαντούσα κάποιον πόνο, που ήθελα να τον αποφύγω με κάθε τρόπο.
Είμουνα τόσο βέβαιος για την απογοήτεψη, ώστε η αθώα πρόταση της γυναικός μου, η μικρή εκδρομή στο νησάκι, όπου γνώριζα τον κάθε κόλπο, το κάθε στενό, ως και τις πέτρες ακόμα στο βυθό του φιόρδ, μου φάνηκε πως έκρυβε κάτι τόσο σοβαρό και κρίσιμο, ώστε να έπρεπε να το συλλογιστώ καλά πριν λάβω μια τόσο βαρειά, μοιραία απόφαση. Ταυτόχρονα όμως είδα πως η ιδέα αυτή γέμιζε τη γυναίκα μου με τόση μαγεία, ώστε δεν μπορούσα να πω όχι. Γι' αυτό είπα ναι και την έσφιξα στο στήθος μου για να κρύψω τη δυσθυμία μου.
Όταν όμως γυρίζαμε στο σπίτι, σ' όλην την ύπαρξη της Έλσας είτανε χυμένο κάτι σα λάμψη νεανική. Δεν είχε νοήσει τίποτε από κείνο που αιστανόμουνα πραγματικά. Σα να πίστευε πως βάδιζε προς κάποια μεγάλη ευτυχία, τόσο έλαμπε η όψη της καθρεφτίζοντας το ζωντανό αίστημα, που έδενε μαζί εκείνο που υπήρξε με κείνο που υπήρχε. Και μου πέρασε στην ψυχή ένα τόσο θλιβερό συναίστημα με την ιδέα πως μπορούσε ναληθέψη η προαίστησή μου, ώστε μου ήταν αδύνατο να κρατήσω τους στοχασμούς μου.
— Είσαι βέβαιη πως θα είναι, όπως το περιμένεις; ρώτησα.
Έκαμε κίνηση σπασμωδική κ' η έκφραση του προσώπου της είτανε σχεδόν πικρή, όταν απάντησε:
— Γιατί θέλεις να μου τα καταστρέφης όλα;
— Το κάνω αλήθεια;
— Όχι, μα είμουν τώρα τόσο ευτυχισμένη.
Σώπασα και την έσυρα πιο κοντά μου. Εμπρός στην πίστη της λησμόνησα το δισταγμό μου κ' η ασήμαντη εκδρομή μας πήρε στη φαντασία μας σχήματα παράξενα, έτσι όπως όταν κοντινά νησιά υψώνουνται στον ορίζοντα και λάμπουνε σε φως φανταστικό.
9
Τέλος μια Κυριακή πρωί καθόμαστε στο κατάστρωμα του βαποριού και βιαζόμαστε να φτάσουμε κει που θέλαμε.
Είχαν περάσει πολλά χρόνια που δεν κάμαμε αυτόν το δρόμο, χρόνια που φέρανε καλά και κακά, χρόνια που μας χωρίσανε και χρόνια που μας ξανασμίξανε. Δρόμους ξεχωριστούς πήραν οι στοχασμοί μας, μα συναπαντηθήκαν πάλι και δεμένοι σα μ' ένα παράξενο μυστικό αίστημα, που ήθελε να προκαλέση τη μοίρα, καθόμαστε πλάγι πλάγι, ενώ μπροστά μας περνούσαν οι τοποθεσίες αραδιαστές, φωτισμένες από τον ξάστερο ανοιξιάτικο ήλιο, περιβρεγμένες από τα γαλανόλαμπο νερό, που ένας αλαφρός άνεμος το έκανε να τρεμουλιάζη.
Η αντίστασή μου είχε χαθεί τώρα ολότελα.
Άφησα να με σέρνη χωρίς θέληση η γυναίκα μου και δεχόμουνα την κάθε εντύπωση με μια συγκίνηση, σα να είμουνα δώδεκα χρόνια νεώτερος και να καθόμουνα στο κατάστρωμα και να τραβούσα προς νέα άγνωστα τέρματα, που μέλλανε ναλλάξουνε την καθημερινή ζωή μου και να δώσουνε σ' όλην την ύπαρξη, νέες άποψες. Η γυναίκα μου μού φαινότανε ξανανιωμένη όπως και γω. Το πρόσωπό της το χρωμάτιζε απαλή κοκκινάδα και τα μάτια της φεγγοβολούσανε με τη λάμψη εκείνη που δίνει η ευτυχία. Η φωνή της είχε τόνους αόριστης τρυφερότητας, που με χαδεύανε μ' όλη τη δύναμη της χίμαιρας, που πλημμυρούσε και τους δυο μας, και μεταξύ μας πετούσανε λόγια και χαμόγελα, βλέμματα και κινήματα, όπως γίνεται μόνο στον πρώτον καιρό της αγάπης.
Κι όταν το βαπόρι μας έβγαλε τέλος στη στεριά, αφού σταθήκαμε μόνοι στην αποβάθρα και βλέπαμε το πλοίο που έφευγε, πιαστήκαμε έπειτα μέση με μέση και πήραμε αργά το δρόμο, που πήγαινε φιδωτός ανάμεσα σε λεφτοκαριές και ψηλές ροζιάρικες βελανιδιές. Στα κλαδιά τους μόλις φαινόταν ένα πράσινο ανοιξιάτικο χνούδι και τότε είδαμε πόσο λίγο είταν προχωρημένη γύρω μας η βλάστηση. Η θάλασσα, που κρατεί σφιγμένο στο κρύο της αγκάλιασμα όλο το σύμπλεγμα των βραχόνησων, τα ζώνει με την ψύχρα των πάγων, που εμποδίζει την εργασία της άνοιξης. Εδώ δε χλόιζε ο τόπος όπως μέσα στη στεριά, όπου λιβάδια και δάση φουντώνουν γλήγορα, προφυλαγμένα όπως είναι από τη ζώνη των βραχόνησων, που κρατεί μακριά τους βορεινούς ανέμους. Εδώ είταν ερημιά και κρύο, στα κλαδιά των δέντρων φαινόντανε χλωμά ανοιχτοπράσινα σημάδια, που λάμπανε σταχτεροκίτρινα, οι ιτιές είταν γεμάτες χνουδωτά ανθάκια, η χλόη κρεμότανε κάτω από τα ξερόφυλλα κ' οι ανεμώνες, που μέσα στη στεριά είτανε πια μαδημένες, εδώ ανθίζανε λευκογαλάζιες κάτω από τους κλάδους των χαμηλών λεφτοκαριών.
Αυτή ίσια ίσια η αργή ανάπτυξη της φύσης πλημμυρούσε και τους δυο μας με μια νέα ευτυχία, βυθισμένοι καθώς είμαστε στην ψυχική διάθεση μας.«Βλέπεις, εδώ έρχεται αργότερα, όπως τότε»! — «Ξέρεις όσα κάθουνται στα νησιά βλέπουνε δυο φορές την άνοιξη!»
Και κοιτάζαμε πέρα το πλατύ φιόρδ, που έζωνε όλην αυτή την αργοπορημένη άνοιξη, και χαιρόμαστε τους γλάρους που πετούσαν όπως μια φορά σε μακρουλά τόξα απάνω από το γαλανά νερό, χαιρόμαστε τα λευκά φτερά τους, που γυαλίζανε στον ήλιο, και σταθήκαμε να δούμε το παιγνίδι τους καλήτερα, καθώς βουτούσανε στον αέρα και φθάνανε στο νερό, στο μέρος, όπου το άγρυπνο μάτι τους ξάνοιγε τη λεία.
Χέρι με χέρι, σα δυο παιδιά, ανεβήκαμε το λόφο και φτάσαμε σ' ένα μικρό κόκκινο σπίτι και κοιταχτήκαμε, σα ναλλάζαμε αναμεταξύ μας κάποιο μυστικό, όταν ο βαρκάρης, που μας περνούσε αντίπερα μια φορά, βγήκε στην πόρτα και μας έταξε να μας φέρη στο νησί της νιότης μας.
Σιωπηλοί περάσαμε το γαλανό νερό. Χωρίς ναλλάξουμε λέξη, γεμάτοι από την παράξενη διάθεση, που κυρίευε και τους δυο μας και που φαινότανε πως μεγαλώνει με κάθε νέα τοποθεσία που μας ανοιγότανε, καθόμαστε χεροπιασμένοι κι αφίναμε να μας πλημμυρίζουν οι ανάμνησες, ξέροντας καλά πως ο ένας γνώριζε ό,τι συλλογιζόταν ο άλλος. Ποτέ δε μας φάνηκε αυτό το πέρασμα τόσο λαμπρό, ποτέ δεν είχαμε δει όπως τώρα τη μαγευτική μεγαλοπρέπεια του μεσημεριανού ήλιου, ποτέ το φεγγοβόλημα του νερού και της πυκνόφυλλης ακροθαλασσιάς δεν είχε σμίξει τόσο μελωδικά με το σοβαρό βάθος του σκοτεινού δάσους των ελατιών. Κι όταν πλησιάσαμε στο νησάκι, νομίζαμε πως κάθε πέτρα, κάθε δέντρο, κάθε θάμνο μεγαλώνανε όχι από το πλησίασμα, μα από την ανάμνησή μας, που είχε φυλάξει πιστότερα από την πραγματικότητα την τοποθεσία αυτή, απ' όπου βλάστησε για μας η ευτυχία όλης της ζωής.
Όταν όμως φτάσαμε στη στεριά, σταματήσαμε κ' οι δυο και το ξεφωνητό της μαγείας, που έτρεμε στα χείλη της Έλσας, πάγωσε. Άφωνοι κοιτάξαμε ο ένας τον άλλον και σα στενοχωρημένοι από κάτι νέο, ανέλπιστο, που δε θέλαμε ούτε να το δούμε καν ή να το γνωρίσουμε, προχωρήσαμε αργά στο στενό μονοπάτι.
Εκείνο που παρατηρήσαμε είταν πως το σπιτάκι του νησιού δεν είτανε τώρα πια σταχτί. Είτανε χρωματισμένο κόκκινο. Δεν είταν πια το πλατύ δίπατο χτίριο, μα ένα χαμηλό σπιτάκι στη μεριά, όπου έστεκε μια φορά η πρώτη κατοικιά μας. Φαινότανε σα να είχε μαζευτεί στην παλιά θέση, σα να το είχε κάμει η φτώχεια κ' η ανάγκη να μικρύνη τόσο. Σταθήκαμε μια στιγμή σιωπηλοί, σα να χρειαζόμαστε να πάρουμε την αναπνοή μας.
— Γιώργο, είπε η Έλσα, τι είναι τούτο;
Μου έφτασε να δείξω μόνο τις παλιές βελανιδιές, που είταν ολόγυρα. Τα κλαδιά τους είχανε μαύρα σημάδια κ' η φλούδα τους είτανε καψαλισμένη. Της έδειξα τα θεμέλια, τα μαυρισμένα από την καπνιά, το μικρόν κήπο που είχε παραμεληθεί κ' ένα σωρό μαδέρια έξω στην αυλή. Είτανε καμένα, σαπισμένα και φαγωμένα. Αυτό είταν όλο που έμενε από την πρώτη μας κατοικία.
— Θάπιασε φωτιά, είπα.
Κ' η φωνή μου έτρεμε.
— Καμένο μέρος.
Σα να νοιώθαμε κ' οι δυο τον εαυτό μας αχώριστο από το μέρος αυτό, που είχαμε χρόνια να το δούμε, μας κινήθηκε η περιέργεια να μάθουμε τι έτρεξε, τι έγινε κι άλλαξε το νησί της ευτυχίας μας τόσο, ώστε να μας καταντήση αγνώριστο.
Η νέα αυτή περιέργεια σκόρπισε σχεδόν όλον τον κόσμο των ονείρων, που μας έδενε ως τώρα, και πλάτυνε τον κύκλο της αίστησής μας τόσο, ώστε να περικλείση και τη ζωή εκείνων, που είχανε ζήσει κ' εργαστεί και υποφέρει σ' αυτό το μέρος και που ο καιρός που πέρασε τους άλλαξε τόσο σκληρά, ώστε να μην τους χρυσώνουν πια ευτυχισμένα όνειρα την τραχειά πραγματικότητα.
Κ' ενώ γυρίσαμε τη σκέψη μας στους ανθρώπους αυτούς, που πρωτήτερα τους θεωρούσαμε μόνο σαν αναγκαίο συμπλήρωμα της δικής μας χαράς, άνοιξε η πόρτα του σπιτιού και στη λάμψη του ηλιού, που έπεφτε στη σκάλα, παρουσιάστηκε μια καμπουριασμένη γειτόνισσα και μας κοίταξε μ' ένα χαμόγελο, που έδειχνε πως μας γνώρισε. Φαινότανε τόσο γερασμένη, που έμοιαζε σα να βγήκε από κάποιο παραμύθι, ακκουμπούσε σ' ένα ραβδί και τα σουρωμένο πρόσωπό της ζάρωνε ακόμα περσότερο από τον πόνο, όταν κινούσε το αρθριτικό κορμί της.
— Αλλοιώς το αφήσανε κι αλλοιώς το βρίσκουνε ταφεντικά…, είπε η γερόντισσα.
Κ' ενώ αυτή προχωρούσε με κόπο, παρουσιάστηκε από πίσω ένας γέρος, ήρθε, μας χαιρέτησε κι αυτός, έτριψε τα χέρια, έβηξε και μουρμούρισε ακατανόητα λόγια, κάνοντας θέση στους δύο ξένους να περάσουν το κατώφλι.
Από μια βεράντα μισοτελειωμένη είδαμε όξω το φιόρδ και το στενό του καιρού της νιότης μας. Ο κήπος είταν παραμελημένος όπως κι όλο το καινούριο σπίτι, η χλόη έπνιγε τους δρόμους, όπου περπατούσαμε μια φορά, και στο κιόσκι κάτω στην ακρογιαλιά σαπίζανε τραπέζια και καθίσματα, γιατί κανένας δε διόρθωνε ό,τι χαλούσε η βροχή κι ο άνεμος.
Χωρίς να χρειαστή να τους ρωτήσουμε, μας διηγηθήκανε οι δυο γέροι πως τους έτρεξε το κακό. Η γυναίκα διηγότανε κι ο άντρας βεβαίωνε ξαναλέγοντας τα λόγια της. Και το κακό είχε ρθει τόσο δόλια και ξαφνικά, ώστε να μην μπορέση να του αντισταθή κανείς ούτε να μπορέση να δώση κανείς βοήθεια.
Η πυρκαϊά έπιασε μιαν ανοιξιάτικη μέρα το Μάρτη, μια μέρα που φυσούσε ο βοριάς ψυχρός κι ο πάγος ανάμεσα στα νησιά ούτ' έσπαζε ούτε βαστούσε να περάσουν απάνω του. Γι' αυτό οι γειτόνοι στέκανε και κοιτάζανε χωρίς να μπορούνε ναρθούνε να βοηθήσουν. Μόνοι τους οι δυο γέροι γλυτώσανε ό,τι μπορέσαν κ' έπειτα στέκανε και κείνοι και κοιτάζανε να καίεται ό,τι είχαν, δίχως να μπορούνε να κάμουν τίποτε.
Με τις τελευταίες σπίθες που σβηστήκανε στη στάχτη, έσβησε και σ' αυτούς η τελευταία ελπίδα πως θα μπορούσανε να περάσουν άνετα τα γερατιά τους. Μια μόνο έφτασε να σαρώση όλα όσα μαζευτήκανε σε χρόνια.
Σα χτυπημένοι από την ίδια μοίρα καθόνταν εκεί εκείνοι οι δυο, που λίγες στιγμές προτήτερα αιστανόνταν τον εαυτό τους ξανανιωμένον, κι ακούγανε τα βαρειά, τα λίγα λόγια των γερόντων, που τους ερήμωσε το σπίτι η πυρκαϊά. Ακριβώς το συγκινητικά συνηθισμένο της ιστορίας αυτής με τις διάφορες ασήμαντες λεπτομέρειες κατασύντριψε τους ξένους· γύμνωσε τα όνειρά μας από τη λαμπράδα της χίμαιρας και μας πλημμύρισε με σιωπηλή μελαγχολία. Μας φαινότανε πως ενώ εμείς δε γνωρίζαμε τίποτε, πως ενώ ζούσαμε τη ζωή μας και φανταζόμαστε πως είμαστε ευτυχισμένοι, εδώ έξω στο νησάκι καιγότανε και χανόταν κάτι από κείνον το θησαυρό της ζωής, που είχαμε μαζέψει και τονέ νομίζαμε καλά φυλαγμένον.
Η Έλσα είχε το συναίστημα πως σ' αυτήν την πυρκαϊά έχασε κείνη περσότερα από τους δυο γέρους. Γιατί ποια σημασία είχαν τα έπιπλα, τα φορέματα, τα πράματα; Ποια σημασία είχε αν δυο ερειπωμένοι άνθρωποι, που η ζωή τους κόντευε να τελειώση, καθόνταν εδώ και θλιβόντανε για την αντίθεση μεταξύ χτες και σήμερα, μιαν αντίθεση που καταντούσε ασήμαντη όσο η αλλοτινή ευημερία είτανε τόσο μικρή; Ποια σημασία είχαν όλ' αυτά εμπρός στο πως αυτή δεν έμελλε να ξαναδή ποτέ το νησί της νιότης της, όπως το είδε μια φορά;
Έτσι αιστανότανε και γύρισε και με κοίταξε και δεν μπορούσα να της δώσω καμιά παρηγοριά. Γιατί στοχαζόμουνα πόσο κακά έκαμα να μην ακούσω τη φωνή της προαίστησής μου και να λυτρώσω και τους δυο μας από το να δούμε τα ερείπια της ευτυχίας μας. Μα δεν είχα την καρδιά να το πω κι άρπαξα το μπράτσο της και προχωρήσαμε στο νησί μακρήτερα.
Έγινε με μας όπως με τα παιδιά του παραμυθιού, που πλανηθήκανε καιρό στη μαγική χώρα κι άμα γυρίσανε στον τόπο τους, βρήκανε πως ο καιρός βιάστηκε και γέρασε και κούρασε τους ανθρώπους γύρω τους. Άφωνοι κι ονειρεμένοι καθήσαμε στην ακρογιαλιά και κοιτάζαμε το φιόρδ. Εκεί μένανε όλα όπως είταν και κει που καθόμαστε λησμονήσαμε το καινούριο σπίτι και την καταστροφή που έγινε πίσω μας. Θυμόμαστε μόνο πως κατοικούσαμε τρία χρόνια σ' αυτόν τον κόλπο, κάθε νέο καλοκαίρι σε νέα θέση. Και μ' ένα είδος πόθου να ξακολουθήσουμε ό,τι αρχίσαμε, αποφασίσαμε να περάσουμε αντίπερα, στην κατοικία του δεύτερου καλοκαιριού, σ' ένα κόκκινο σπιτάκι, που το θυμόμαστε στην άκρη του δάσους, σ' ένα μικρό λιβάδι, όπου αποκοιμίζαμε το πρώτο μας παιδί μέσα σ' ένα λευκό πλεχτό καροτσάκι κάτω από το γαλάζιο σκέπασμα.
Περάσαμε τώρα εκεί με τη βάρκα και ξέραμε πως θα βρούμε μια έρημη ακρογιαλιά. Είχαμε μάθει πως ο καιρός σάρωσε και δω κάθε σημάδι από ό,τι υπήρχε μια φορά και τάλλαξε όλα.
Στο μικρό ακρωτήριο, όπου βγήκαμε, κατοικούσε δω και μερικά χρόνια ένας γέρος ψαράς με τη γυναίκα του. Μια χειμωνιάτικη νύχτα, που το χιόνι στοιβαζότανε γύρω στην καλύβα, πέθανε η γυναίκα κι όταν μια μέρα σήμανε η ώρα και για το γέροντα, τα παιδιά κληρονομήσανε τα δυο σπιτάκια στην άκρη του δάσους, τη βάρκα και το ψαράδικο καλύβι κάτω στη θάλασσα.
Μα στα βραχόνησα υπάρχουν κάποιες ιστορίες και μια από αυτές είναι κ' η ιστορία των μικρών κόκκινων σπιτιών στην άκρη του δάσους. Όταν περάσανε τα πενήντα χρόνια, για όσο διάστημα είχαν αγοράσει τον τόπο οι γέροι μια φορά, ήρθε ο χωρικός που τον είχε ιδιοχτησία και τον ξαναπήρε. Έδιωξε τους νέους κατόχους αποκεί. Και για αυτό γκρεμιστήκανε τα σπίτια, σηκωθήκανε τα ξύλα και το χωράφι, που φυτευότανε πρωτήτερα πατάτες, γέμισε αγριόχορτα κι αγκάθια και το μέρος φαινότανε και δω σα να το ρήμαξε η φωτιά.
Οι δυο ξένοι, που ζητούσανε τα χνάρια της νεανικής τους ευτυχίας, βρεθήκανε και δω μπροστά σ' ερείπια. Είτανε σα να τους κυνηγούσανε παντού χαλάσματα. Και κυριεμένη από μια ανησυχαστική αγωνία η Έλσα άφησε το μπράτσο μου. Ανέβηκε το λόφο, το γεμάτο ξερόκλαδα, κ' έφτασε σ' ένα φράχτη που του έλειπε η πόρτα και στους πάλους απομένανε δυο σκουριασμένα, στραβωμένα σίδερα.
Εδώ ακκούμπησε τα χέρια στο φράχτη κι αφίνοντας ελεύτερο το δρόμο στα ευκολοάλλαχτα αιστήματα, που της πλημμυρούσαν την ψυχή, ξέσπασε σ' ένα σφοδρό κλάμα, σε λυγμούς, σα να σωριάστηκε στην κεφαλή της όλη η δυστυχία της ζωής. Μου έσπρωξε το χέρι όταν έκαμα να τη χαδέψω κ' έκλαιγε τόση ώρα, ώστε άρχισα να χάνω την υπομονή και τη βίασα να φύγουμε για να μη φτάσουμε αργά στο βαπόρι.
Δε μ' άκουε, αγκάλιασε τον ώμο μου κ' είπε:
— Έχεις δίκιο, δεν έπρεπε ναρθούμε.
Κι ομολόγησε πως λογάριαζε καιρό την εκδρομή αυτή, πως την επιθυμούσε χρόνια, πως τυχαία, δεν ήξερε κ' η ίδια πώς, της ήρθε η ιδέα πως έπρεπε να γίνη τώρα, τώρα αμέσως. Σταπόκρυφά της όνειρα η ιδέα της εκδρομής αυτής είχε δεθεί τόσο παράξενα με την ιδέα ολάκερης της ευτυχίας μας. Της φαινότανε σα να έπρεπε να κάνουμε την εκδρομή αυτή, σα να μην μπορούσε να βεβαιωθή πράγματι για την ευτυχία της πριν ξαναδή αυτό το μέρος, έτσι όπως το είδε μια φορά κι όπως το έβλεπε πάντα στα όνειρά της. Είπε πως είχε σκοπό, άμα θαρχόμαστε μαζί εδώ έξω, να με παρακαλέση ναρθούμε να κατοικήσουμε άλλο ένα καλοκαίρι. Κ' ήξερε πως δε θα μπορούσα να της το αρνηθώ. Μα τώρα που δεν έμενε πια τίποτε, τίποτε απ' όλα εκείνα που είτανε μια φορά δικά της, τώρα της φαινότανε πως κόπηκε ο κρίκος που την έδενε με τη ζωή την ίδια.
Έμεινα άφωνος εμπρός στο απελπισμένο ξέσπασμά της κ' εννοούσα μόνο πως είχα να κάνω με μια από κείνες τις φαντασιοπληξίες ή τα όνειρα, που για έναν άνθρωπο με έντονη συναισθηματική ζωή έχουν μεγαλήτερη σπουδαιότητα παρότι η ίδια η ζωή. Όσο για μένα, αιστάνθηκα βέβαια και γω συγκίνηση, τόσο από τις ενθύμησες που μου ξυπνούσαν αυτά τα μέρη, όσο κι από την καταστροφή που έγινε κει. Μα ούτε σκέφτηκα διόλου να συνδέσω την ερήμωση αυτή με ό,τι μου είταν αγαπημένο και σημαντικό. Κ' έμεινα σαστισμένος εμπρός σ' αυτό το ξέσπασμα του πόνου.
Δοκίμασα να το ησυχάσω με τα συνηθισμένα μέσα, που ησυχάζει ο άντρας το γυναίκιον πόνο. Με χάδια. Μα η Έλσα μου έσπρωξε το χέρι, γιατί είδε πως ο μαλακός μου τρόπος έκρυβε μια παρηγοριά, που την περιφρονούσε. Ήθελε μόνο συμπάθεια. Το πρόσωπό της πήρε σιωπηλή, απλησίαστη έκφραση, σα να είχε υποτάξει όλο της το είναι στη φαντασία, που την κυρίευε και που δεν ήθελε ναφήση να της την ταράξη κανένας.
Κοίταξε τα ρημαγμένο μέρος γύρω της κ' ενώ η ματιά της γέμισε συμπόνεση, είπε:
— Δυστυχισμένοι άνθρωποι!
Η δική της απογοήτεψη άλλαξε πάλι σε συμπόνεση για τη δυστυχία άλλων ανθρώπων, τη δυστυχία που μαρτυρούσε αυτός ο ρημαγμένος τόπος. Ξανακάθησε χάμω και ρίξαμε τα μάτια γύρω στο μικρό λόφο εκεί στην άκρη του δάσους, που μας έφερνε στην ανάμνηση την ξένοιαστη γαλήνη ενός ολάκερου καλοκαιριού. Αρχίσαμε να μιλούμε. Και δοκιμάσαμε να παραστήσουμε στο νου μας τη σκηνή που προηγήθηκε από την ερήμωση αυτή. Ο χωρικός, που είχε ιδιοχτησία του τον τόπο, ήρθε στα παιδιά, που κληρονομήσανε το σπίτι. Τους είπε μια και καλή πως τέλειωσε η προθεσμία. Περάσανε τα πενήντα χρόνια κ' έπρεπε να γκρεμιστούν τα σπίτια. Ήθελε πάλι τον τόπο του. Ολοφάνερα δεν είχε από αυτό καμιά ωφέλεια, θα είταν ίσως καλήτερα γι' αυτόν αν πουλούσε τον τόπο γι' άλλα τόσα χρόνια ακόμα. Μα είδε πως οι άλλοι νοικιάζανε το καλοκαίρι το ένα σπίτι. Το εισόδημα αυτό του κίνησε το φτόνο και του καρφώθηκε στο νου η επίμονη ιδέα πως δεν έπρεπε να κατοική κανείς εδώ. Ο τόπος έπρεπε νανήκη σ' αυτόν και σε κανέναν άλλον.
Κ' έτσι τα παιδιά, που κατοικούσαν εδώ, έπρεπε να γκρεμίσουν τα σπίτια τους και να φέρουν τα υλικά σ' άλλο νησί, όπου κάποιος πλούσιος συγκινήθηκε και τους έδωσε τόπο να χτίσουνε νέα σπίτια. Μα όταν είχε φορτωθεί κ' η τελευταία βάρκα κ' είταν έτοιμη να φύγη, έπιασε και το νέον η μανία και με το δικαίωμα, που είχε κι αυτός, άρπαξε το πελέκι. Έκοψε τα δέντρα, ξερρίζωσε τους θάμνους, έβγαλε την πόρτα του φράχτη και την έρριξε απάνω στη βάρκα. Κι αφού κύλησε τις πέτρες της σκάλας στη θάλασσα και κατάστρεψε έτσι και την αποβάθρα, έφυγε από το νησί ευχαριστημένος πως ο εχτρός του δεν είχε να κερδίση τίποτε.
Γι' αυτά μιλούσαμε, όμως όλη την ώρα η δική μας απογοήτεψη παραφύλαγε πίσω από τα λόγια μας κ' η Έλσα έτρεμε.
— Είμαστε μεις που σέρνουμε μαζί μας τη δυστυχία; ρώτησε.
Χαμογέλασα. Ο λόγος της μου φάνηκε υπερβολικός.
— Πάμε στο τρίτο νησί. Εκεί ξέρουμε πως όλα είναι όπως είτανε, είπα.
Μα η Έλσα κούνησε το κεφάλι και σηκώθηκε απότομα:
— Πάμε από το δάσος, απ' τον παλιό δρόμο.
Και χωρίς να περιμένη την απόκρισή μου, τράβηξε μπροστά. Φαινότανε σα να της ξαναήρθε η προτητερινή ζωηρότητα, σα να τίναξε από πάνω της όλο το βάρος της ξένης λύπης, καθετί που ίσκιωνε το μέρος αυτό των παλιών θυμητικών μας και μας κυνηγούσε ολάκερη την αλλόκοτη αυτή μέρα με όλη τη θλίψη και τη δυστυχία του κόσμου. Μ' έφερε ίσια στο δάσος σ' ένα στενό μονοπάτι, όπου τα έλατα σμίγανε τους κλάδους τους απάνω από τα κεφάλια μας. Ο δρόμος είτανε μαλακός κ' ευκολοπάτητος. Τριγύρω μας ο ήλιος έτρεμε απάνω στα υγρά μούσκλα, στα κλαδιά και στους κορμούς. Τα μονοπάτι έβγαινε κάτω σ' ένα μικρόν κόλπο, που έκοβε τα δάσος εμπρός σ' έναν απότομο βράχο, και στην ακρογιαλιά, όπου είταν αριά τα δέντρα, ο ήλιος έπεφτε πλατιά απάνω στο γυμνό, ανοιχτό και μόλις χλοϊσμένο έδαφος.
Εδώ σταμάτησε η Έλσα κι άρχισε να ψάχνη στους κορμούς των δέντρων. Κι όταν την είδα να γυρεύη κάτι εκεί, ξύπνησε μέσα μου και μένα κάποια θύμηση κοιμισμένη πολύν καιρό, τόσο ώστε μόλις μου ήρθε μια φορά στο νου στο διάστημα έντεκα χρόνων.
Είταν ένα βράδι, τότε που κατοικούσαμε σε κείνο το σπιτάκι που τώρα γκρεμίστηκε, ένα αυγουστιάτικο βράδι. Είχαμε ρθει εδώ από το ίδιο μονοπάτι, ναποχαιρετίσουμε ένα ωραίο καλοκαίρι. Κ' η Έλσα έβγαλε από το φόρεμά της μια μαύρη καρφίτσα και την έμπηξε στον κορμό ενός ελάτου.
— Να δούμε αν θα είναι δω όταν ξαναέρθουμε είπε.
Η ανάμνηση αυτή σκίρτησε μέσα στην ψυχή μου και με μελαγχόλησε. Άξαφνα είδα τη γυναίκα μου να τρέχη μ' ανάλαφρη κραυγή σ' ένα μικρό έλατο. Από τη φλούδα του έβγαλε μια σκουριασμένη καρφίτσα κ' έτρεξε και μ' αγκάλιασε και με φίλησε και δάκρυζε από ευτυχία.
Προσεχτικά την έμπηξε πάλι στον κορμό του δέντρου. Γιατί δεν της βαστούσε η καρδιά να την πάρη μαζί της. Ίσως να είχε κάποιον προληπτικό φόβο να την αγγίση. Μα από την ώρα που τη βρήκε, η θλιβερή εντύπωση από τη δική μας απογοήτεψη κι από τη δυστυχία των άλλων χάθηκε, σβήστηκε κι από τους δυο μας. Και σα να μας είταν αυτό το περιστατικό παρηγορητικός χαιρετισμός μιας αγαθής μοίρας, περάσαμε ευτυχισμένοι τώρα απάνω από τα ερείπια της πυρκαϊάς, που δε μας άφησε άλλο τίποτε παρά μια παλιά, σκουριασμένη καρφίτσα, που είτανε τόσο καλά κρυμένη, ώστε δεν μπόρεσε να την πάρη κανείς.
10
Πόσες φορές συλλογίστηκα την εκδρομή αυτή, πόσες φορές από τότε μου παρουσιάστηκε σα σύμβολο όλης της ζωής μας!
Τότε όμως αυτό το περιστατικό μας έκαμε άλλη εντύπωση, παρότι μου κάνει τώρα η ανάμνησή του. Τότε μας έκαμε να πάμε και στο μέρος, που κατοικήσαμε για τρίτη φορά το καλοκαίρι, και να νοικιάσουμε για δεύτερη φορά το σπίτι, που η γυναίκα μου δεν ήθελε να το δη στην αρχή. Και χαρούμενοι τραβήξαμε όξω στο μέρος, που μας έδενε μαζί του μια σκουριασμένη καρφίτσα, που δεν την πήρε κανείς.
Δίχως σύννεφα, που να κρύβουνε τον ήλιο, στέκει εμπρός μου το καλοκαίρι, που ακολούθησε την ανοιξιάτικη αυτή εκδρομή. Με ποια όρεξη εργαζόμουνα και πώς προχωρούσε η εργασία εύκολα. Ήσυχα και χωρίς κόπο στοιβαζόντανε τα φύλλα και σχηματίζανε το βιβλίο, που θα έβγαινε το χινόπωρο, και συχνά περίμενε το φαγητό στο τραπέζι, όταν συρτωνόταν η πόρτα κ' η Έλσα κάθιζε ν' ακούση να της διαβάσω τις σελίδες, που γραφήκανε ως τα μεσημέρι. Γαλήνια κ' ευτυχισμένη καθόταν εκεί και χαιρότανε που ο όγκος του χειρόγραφου μεγάλωνε κάθε μέρα. Γιατί γνώριζε καλά ποιος έδινε ζωή στην εργασία. Γνώριζε πως όσα έγραφα εκεί για τους ανθρώπους βλασταίνανε από τις μακριές ομιλίες μεταξύ μας κ' είταν ευχαριστημένη που την ονόμαζα ζωντανό σημειωματάρι μου, σημειωματάρι που βαστούσε ασφαλέστερα παρά κάθε γραφή τους στοχασμούς μου και μου τους ξαναέδινε δροσερούς και ξανανιωμένους. Γιατί όταν τους αντλούσα από την πιστή μνήμη, που τους φύλαγε καλήτερα παρότι εγώ, τους ξανάβλεπα με το μεγεθυντικό φακό της αγάπης, με το φακό που έβλεπε κείνη όλα σα αφορούσαν αυτή και με και προπαντός την εργασία μου. Για τούτο, όταν της διάβαζα ό,τι είχα γράψει, είχα το συναίστημα πως όσα είχαμε δει μαζί σε οράματα κερδίζανε τώρα με τη γραπτή μορφή τους. Αιστανότανε μιαν ήρεμη, παράξενη μητρική χαρά εκεί που ακολουθούσε τη γεννητική ανάπτυξη των πνευματικών αυτών τέκνων μου κι όμως τα ζηλοτυπούσε, γιατί νόμιζε πως γεμίζουνε τη σκέψη μου σε βαθμό που να παραμερίζουν εκεί μέσα αυτή την ίδια, το σπίτι, τα παιδιά κι όλα όσα έδινε η ζωή. Ναι, δεν πιστεύω να μπορούσε και να υποψιαστή ακόμα πόσο αυτή η συνδημιουργία μαζί της μου είτανε πολυτιμότερη από τη δημιουργία την ίδια.
Όσο και να φαίνεται παιδιάστικο, είναι ωστόσο αλήθεια πως τίποτε άλλο δε με κέντρισε ποτέ περσσότερο σε πνευματική δράση, όσο όταν από την έκφραση του προσώπου της, που δεν μπορούσε να κρύψη ποτέ το στοχασμό του, εννοούσα πως μου πέτυχε το έργο που έγραψα και πως είταν ευχαριστημένη. Εκεί που έγραφα, συλλογιζόμουνα πως θα της το διαβάσω κ' η ιδέα αυτή σκορπούσε τις χίλιες φαντασιοπληξίες, που έρχουνται απροσκάλεστες και θέλουνε να εμποδίσουνε την πέννα να προχωρήση. Μα όταν τέλειωνε το διάβασμα κ' ερχόμαστε στην τραπεζαρία, γελούσαμε κ' οι δυο αν είχε κρυώσει τα ψάρι και τα παιδιά κακοπλυμένα, ηλιοκαμένα και ξυπόλυτα κάθονταν εκεί και περιμένανε πεινασμένα.
— Περιμέναμε τόση ώρα εδώ, μουρμούριζε ο Ούλοφ. Πού είσαστε;
— Διαβάζαμε το βιβλίο του πατέρα, απαντούσε η μαμά.
— Δεν μπορούσατε να περιμείνετε να φάμε πρώτα;
— Όχι, δεν μπορούσαμε.
— Θα είναι αστείο βιβλίο, έλεγε ο Ούλοφ.
Μα ο Σβάντε, που δεν ήξερε να συλλαβίση ακόμα, έπαιρνε στην προστασία του το άγνωστο βιβλίο του πατέρα και, όπως πάντα, έμπαινε η μητέρα στη μέση κ' ησύχαζε τα ταραγμένα νερά.
Τι καλοκαίρι όμως είταν εκείνο! Τι θαυμαστό καλοκαίρι, όλο διάθεση για εργασία, δροσερούς ανέμους, καθαρό ήλιο και θερμές φεγγαροφώτιστες βραδιές! Μας μένει στην ανάμνηση σα μια μόνη ηλιοπλημμυρισμένη μέρα. Θυμούμαι τους φίλους που αράζανε στην αποβάθρα μας με τα κότερά τους, θυμούμαι τις εκδρομές με τα κοφινάκια με το φαγί στους δροσερούς ανέμους, τα λουτρά στην ανοιχτή θάλασσα, όπου έμαθε ο Ούλοφ να κολυμπά κι ο Σβάντε κυλιότανε στον άμμο. Θυμούμαι τις γιορτές με τις γιρλάντες τάνθη, τους στίχους, τις φράουλες και το κρασί, τους μακρινούς ήσυχους περίπατους στο δάσος των ελατιών, που ανοιγότανε σ' ένα ηλιοφωτισμένο φιόρδ και θυμούμαι το βαρκάρη, που μας συνόδευε στις θαλασσινές εκδρομές και το πρόσωπό του με τα ψαρά γένια γελούσε μ' όλους μας.
Τι σύντομο που είταν αυτό το καλοκαίρι και πόσο γλήγορα ήρθε ο χειμώνας! Με ποια μελαγχολία παρακολουθούσαμε τις αλλαγές της φύσης, πώς θεριζόντανε τα λιβάδια με τα λαμπρά άνθη τους, πώς κιτρινίζαν τα σπαρτά και τα καλάμια ψηλώνανε και φουντώνανε στο γιαλό και σχηματίζαν ένα πυκνό πράσινο δάσος με μενεξεδένιες κορυφές εκεί που πριν έσπαζε το κύμα παιγνιδιστό απάνω στις πέτρες.
Κι όταν τέλος πλησίαζε η μέρα να φύγουμε, πώς πηγαίναμε να δούμε τελευταία φορά όλα ταγαπημένα μέρη! Ανεβαίναμε στα βουναλάκι με την πλατειά θέα, πηγαίναμε κ' ερχόμαστε στο μονοπάτι του δάσους, ιδίως όταν σκοτείνιαζε και τάστρα λάμπανε ανάμεσα από τα κλαδιά των ελατιών. Μας χρειάστηκε σχεδόν μια βδομάδα για τον αποχαιρετισμό.
Πήραμε μαζί τα παιδιά και κάναμε το γύρο του νησιού με τη βάρκα και μιλούσαμε για το βιβλίο μας, που είταν έτοιμο και θα έβγαινε το χινόπωρο. Ώρες πολλές μπορούσαμε να περπατούμε στο στενό μονοπάτι, που έφερνε από το κοκκινοβαμένο σπίτι μας κάτω στην ακρογιαλιά και κάθε βράδι μέναμε στην αποβάθρα πολλή ώρα κι ακούγαμε το θόρυβο των κυμάτων, που τώρα αχούσε ησυχότερος παρότι την ανήσυχη άνοιξη, μα και τραχήτερος μαζί.
Το τελευταίο όμως βράδι, όταν το αυγουστιάτικο φεγγάρι έπαιρνε να χαθή πια, κατεβήκαμε μόνοι μας στο ακρογιάλι και μπήκαμε στη βάρκα.
Με το νυχτερινό αεράκι ανοιχτήκαμε όξω από το μαύρον κόλπο, όπου το χλωμό μισοφέγγαρο άπλωνε αστραφτερές γραμμές και τριγύρω τα δέντρα στέκανε τόσο σκοτεινά και παράξενα, παίρνοντας σχήματα διαφορετικά από κείνα που τους έδινε το φως της μέρας. Πλέαμε σα σε μαγική τοποθεσία κι ακούγαμε να σπάζουν αλαφρά τα κύματα στα πλευρά της βάρκας. Και χωρίς να πούμε τίποτε, χωρίς να το είχαμε συμφωνήσει από πριν, γύρισα τη βάρκα έτσι ώστε στρήψαμε στους βράχους και βγήκαμε στο ακρογιάλι του άλλου κόλπου. Πιαστήκαμε χέρι με χέρι και τραβήξαμε στον παλιό δρόμο, που έφερνε στον ψηλόν έλατο, που στη φλούδα του είτανε μπηγμένη η σκουριασμένη καρφίτσα. Δε χρειαζότανε να ψάξουμε να βρούμε το δέντρο, γιατί το καλοκαίρι είχαμε ρθει συχνά κ' είχαμε φόβο πως θα πήγαινε κανένας να πειράξη το πραματάκι, που είτανε τόσο καλά κρυμένο και το θαρρούσαμε σα σφραγίδα της αμέτρητης ευτυχίας μας, μιας ευτυχίας, που μια στιγμή φάνηκε πως χάθηκε, όμως ξαναήρθε.
Μα καθώς στεκόμαστε βυθισμένοι στους στοχασμούς μας και κοιτάζαμε το φως του φεγγαριού να σβήνη στη σκοτεινιά του δάσους, η γυναίκα μου είπε:
— Δε θέλω να την αφήσω εδώ. Ήθελα να την πάρω μαζί μου.
Την έβγαλε προσεχτικά και την κάρφωσε στο φόρεμά της.
— Μπορεί να μην ξαναγυρίσω εδώ και δε θέλω να τη βρης εσύ κατόπι.
Έπειτα όταν ξαναπλέαμε όξω με το νυχτερινό αεράκι, μου πλημμύρισε την ψυχή με άρρωστη θλίψη μια προαίστηση, μια προαίστηση εκείνου, που δεν πίστευα πως θα γίνη ποτέ. Κοίταζα προς το μέρος της βάρκας εκεί που είτανε καθισμένη η Έλσα. Μου φάνηκε πως το μέρος είταν άδειο και πως έπλεα μόνος σε ασάλευτα νερά, που είχαν όψη αλλιώτικη από κείνη που τους δίνει το ημερινό φως. Καθόμουνα εκεί κυριεμένος τόσο από το αίστημα αυτό, ώστε λησμόνησα πως δεν είμουνα μόνος κι όταν άκουσα τη φωνή της γυναικός μου, ταράχτηκα, σα να ξύπνησα σε μια νέα πραγματικότητα. Μιλούσε σιγά σα να μιλούσε με τον εαυτό της και στην αρχή άκουγα τα λόγια χωρίς να τα εννοώ.
Συλλογίστηκα συχνά, έλεγε, πως υπάρχουν άνθρωποι, που τους χρειάζεται να πιστεύουνε σε κάτι, και πως τους αδικεί κανείς όταν τους παίρνει την πίστη τους. Είμαι ευτυχισμένη και πιστεύω ό,τι πιστεύεις και συ. Δε θέλω να κάνω τίποτε που δε σου αρέσει, ούτε να πιστεύω κάτι που δεν το ξέρεις. Μα δεν μπορώ να μην πιστεύω στο θεό. Σου κακοφαίνεται πολύ γι' αυτό;
Αν μου το έλεγε αυτό η γυναίκα μου στα πρώτα χρόνια της νιότης μας θα είμουνα έτοιμος να συζητήσω και να χτυπήσω με όλα τα μέσα μια τέτοια πίστη, που η νηφάλια τάση της εποχής με είχε μάθει να την αντικρύζω σχεδόν με περιφρόνηση. Τα χρόνια, που με κάνανε γεροντότερο, δε μου δώσανε βέβαια την πίστη, όμως μου πήρανε την όρεξη να θέλω να προσηλυτίσω άλλους, ούτε και τη γυναίκα μου την ίδια. Εκείνο που πίστευα δεν είταν κάτι σταθερό. Ζητούσα μόνο να βρω το πιο ψηλό και συχνά, ακόμα και στην πρώτη νιότη μου, η φτώχεια εκείνου, που τονομάζουνε με την κακή λέξη «υλισμό», με ξάφνισε με την ξερή του ψυχρότητα. Μα για τα πράματα αυτά, που είταν ακόμα μέσα μου πολύ συγχυσμένα κι άμορφα, δε μιλούσα ποτέ μ' ευχαρίστηση και τώρα τα λόγια της γυναίκας μου ήρθανε τόσο ξαφνικά και μου φάνηκε σα να με ταπεινώνανε.
— Πώς μπορούσε να μου κακοφανή, αποκρίθηκα μόνο.
— Ω πόσο χαίρουμαι, αντήχησε πάλι η φωνή της. Το πρόσωπό της μόλις το ξεχώριζα.
— Τότε δε θα θυμώσης, αν σου πω ακόμα πως κάθε βράδι κάνω την προσευχή μου, έτσι όπως την έκανα όταν είμουνα παιδί. Σε ποιον προσεύχουμαι δεν το γνωρίζω. Μα βάζω και τα παιδιά και προσεύχουνται για σε, για με και για τον εαυτό τους.
Άφησα τα κουπιά, σηκώθηκα από τη θέση μου κ' έπιασα με τα δυο χέρια τα πρόσωπο της γυναικός μου και τη φίλησα χωρίς να μπορώ να προφέρω λέξη.
— Δε θέλω να υπάρχη τίποτε που να μην το γνωρίζης, είπε.
Ξανακάθησα στη θέση μου και πήρα τα κουπιά.
Η βάρκα τράβηξε πάλι το δρόμο της και σε λίγο είδα ανάμεσα στα φυλλώματα των δέντρων ένα φως, που με ωδήγησε στην αποβάθρα μας. Αγκαλιασμένοι πήραμε το μονοπάτι του σπιτιού μας κι όταν καλονυχτιστήκαμε μ' ένα φιλί η Έλσα είπε:
— Μ' έκαμες τόσο ευτυχισμένη απόψε. Ω, δεν ξέρεις, πόσο ευτυχισμένη μ' έκαμες!
Αυτό το βράδι κάθησα αργά κ' έκαμα ό,τι δεν είχα κάμει συχνά όλο αυτό το καλοκαίρι. Συλλογιζόμουνα την Έλσα και με. Αδιάκοπα πρόβαλε ο στοχασμός: γιατί να με ρωτήση αν της επιτρέπω να πιστεύη στο θεό και να προσεύχεται. Κ' ενώ αυτή η γυναίκεια τρυφερότητα με χάδευε σαν πνοή ευτυχίας ανέκφραστης, αιστανόμουνα ταυτόχρονα μια κεντιά μέσα μου: γιατί με ρώτησε γι' αυτό το πράμα;
Πέρασε στο στοχασμό μου όλη η νιότη μας κι όλα χρόνια της αγάπης μας. Πίστευα πως πάντα η θέλησή μου είτανε να την κρατώ στα χέρια, πίστευα πως το έκαμα πάντα και τώρα από όλο το είναι της έβγαινε ένας τόνος, που μου έλεγε πως με όλα αυτά ξέσκισα απρόσεχτα το βάθος της ψυχής της και της έκαμα μια πληγή, που ίσως να μάτωνε πολύν καιρό πρι να τολμήση να με κάμη να υποψιαστώ πως υπόφερε. Έδειχνε πως φοβότανε κάπως εμέ ή την κρίση μου ή και τα δυο. Και ρωτούσα τον εαυτό μου: Γιατί;
Γνώριζα πως δεν μπορούσα ποτέ να τη ρωτήσω γι' αυτό. Γιατί θα μου αγκάλιαζε το λαιμό με τα χέρια της και θα μου έλεγε: «Ω, δε μου έχεις κάμει ποτέ άλλο από καλό!» Νόμιζα πως άκουγα το φανατισμό της φωνής της, όταν έλεγε αυτά τα λόγια. Ναι, ήξερα πως έτσι θαπαντούσε κ' ήξερα πως όλα όσα έλεγε τα αιστανότανε αληθινά. Η ιδέα όμως αυτή δε με ησύχαζε. Κατιτί άλλο μ' απασχολούσε τώρα. Τι μ' έμελε κιόλας την ώρα αυτή αν η γυναίκα μου προσευχότανε στο θεό ή όχι. Τι μ' έμελε αν στοχαζότανε τούτο ή εκείνο. Εκείνα που είπε με χτυπήσαν ίσα στην καρδιά. Τα λόγια της σμίγανε και γινόταν ένα με αυτήν την ίδια και με το καλοκαίρι που πέρασε, με το αίστημα της νυχτερινής εκδρομής στα σκοτεινά νερά, με τη βουή του δάσους και το αχτιδοβόλημα του φεγγαριού απάνω στα σγουρά κύματα. Όλα σμίγανε σ' ένα σύνολο και μου ψιθυρίζανε πως κέρδισα ένα θησαυρό.
Μα ταυτόχρονα με βασάνιζε η ιδέα πως την είχα τρομάξει ωστόσο δίχως να το θέλω. Και τούτο με βασάνιζε, ενώ από το άλλο μέρος τα λόγια της αντηχούσαν ακόμα σταυτιά μου. Ξαναέφερνα στο νου μου όλη τη ζωή, που έζησα με την Έλσα, ό,τι μπορούσα να θυμηθώ κι ό,τι μπορούσε να έχη κάποιο σύνδεσμο μ' αυτή. Κι όταν δεν μπορούσα πια να θυμηθώ άλλο τίποτε, ζητούσα μέσα στο στοχασμό μου εκείνο που μου είταν αδύνατο να βρω.
Γιατί ένοιωθα ένα συναίστημα ενοχής μέσα μου, ένα συναίστημα ενοχής που με βάραινε. Όμως δεν μπορούσα να βρω πότε έσφαλα. Νόμιζα πως χωρίς άλλο εγώ είμουνα ο ένοχος. Όταν πήγα να κοιμηθώ, είδα πως η Έλσα είταν ξυπνητή ακόμα. Όταν όμως έπεσα, έσκυψε και μου φίλησε το χέρι.
Ποτέ άλλη φορά δεν είδα το πρόσωπό της με τόσο ευτυχισμένη έκφραση.
11
Τέλος πλησίαζε η μέρα, που την περιμέναμε καιρό, η μέρα, που έμελλε να γεννηθή το τέκνο μας και να βγη στο φως το μυστικό, που μου είχε μπιστευτεί από καιρό η γυναίκα μου, το μυστικό που έδινε στην ψυχή της ένταση και στην ελπίδα της φτερά κ' έμελλε να ξαναφέρη την ευτυχία στο σπίτι μας. Το προαίστημα αυτό έκαμε τόσο φωτεινό το καλοκαίρι μας, έτσι τουλάχιστο το βλέπω τώρα. Μα όσο παράξενα κι αν μου φαίνουνται όλα τώρα, τώρα που πιστεύω πως έχω την εξήγησή τους, τόσο απλά και φυσικά ήρθαν τότε και δεν μπορούσα ούτε να υποψιαστώ όλη τη σημασία εκείνων που μας συνέβηκαν.
Είχαμε δυο παιδιά ως τότε κ' είχε δοκιμάσει όλες τις συγκίνησες της μητρικής χαράς, που δεν τις λησμονά ποτέ ένας άντρας, που αγαπά τη γυναίκα του. Μα ποτέ άλλη φορά δεν είδα τη γυναίκα μου να χαίρεται τόσο όπως τώρα. Ποτέ δεν αιστάνθηκε μια τόση ευδαιμονία γεμάτη ευλάβεια, όπως τώρα, ποτέ δεν ένοιωσε απλωμένη μια τόσο γιορτινή διάθεση στην καθημερινή ζωή μας, όπως αυτό το σκοτεινό χινόπωρο στη μελαγχολική πόλη, όπου η βροχή έπεφτε ακατάπαυτη κ' η ζωή όλη γύρω μας φαινότανε τόσο βαρειά και σκυθρωπή, όσο ίσως ποτέ προτήτερα.
Είχαμε δυο αγόρια κ' είτανε φυσικό το μικρό πλάσμα, που περιμέναμε, να τονομάζουμε «το κοριτσάκι». Το περιμέναμε και μιλούσαμε γι' αυτό· κ' ένα μεσημέρι, που γύρισα σπίτι από την εργασία μου, η Έλσα μου είπε:
— Αυτό που περιμένουμε είναι ο άγγελός μου και θα με σώση.
Τόσον καιρό είχα λησμονήσει πως κάποτε τρέξαμε κάποιον κίντυνο, γι' αυτό δεν ένοιωσα τα λόγια της αμέσως.
— Να σε σώση; είπα μηχανικά. Από τι πράμα;
Τα πρόσωπό της πήρε μιαν έκφραση παράξενη, σα να ξαναγύριζε στον εαυτό της για να σκεφτή πως είναι δυνατό να αιστάνουνται διαφορετικά δυο άνθρωποι, που αγαπούν ο ένας τον άλλον.
— Ξέχασες το χειμώνα; είπε.
Δεν ένοιωσα ή δεν ήθελα να νοιώσω.
— Νόμιζα πως εκείνο πέρασε, είπα.
— Νομίζεις πως μπορεί να περάση τίποτε; είταν η απάντησή της. Και
πρόστεσε:
— Ίσως το μικρό, που περιμένουμε, να μπορέση να κάμη εκείνο που δεν
το μπόρεσε άλλο τίποτες.
Τη σύντομη αυτή ομιλία τη συλλογίστηκα συχνά και του κάκου ζητούσα να τη συναρμώσω με την αθόλωτη ευτυχία, που απολάψαμε το περασμένο καλοκαίρι. Είτανε δυνατό η γυναίκα μου μέσα σ' όλη τη λάμψη της ευτυχίας, που έδινε τον τόνο σ' όλο το είναι της, να έκρυβε το σπόρο της δυστυχίας, που έμελλε να πέση σ' όλη τη ζωή μας; Είτανε δυνατό αυτό; Ζούσε τάχα δυο ζωές; Μπορούσε να ζη μέσα στον ήλιο και ταυτόχρονα να αιστάνεται πως η νύχτα είτανε κοντά; Ή μήπως η προαίστηση του φόβου, που έδειχνε τώρα, είτανε μια από τις φαντασίες εκείνες, που είναι συνέπειες της κατάστασης που βρισκότανε;
Προσπαθούσα να ησυχάσω τον εαυτό μου με την τελευταία σκέψη, μα δεν το κατώρθωνα καλά. Και σιγά σιγά άρχισα να βλέπω τη ζωή της γυναικός μου μ' ένα νέο και διαφορετικό φως, με το φως που έμελλε να τη σκεπάση τέλος ολάκερη.
Δεν μπορώ να περιγράψω το όλωςδιόλου νέο αίστημα της τρυφερότητας που ξύπνησε μέσα μου με τους στοχασμούς αυτούς, που μου είναι αδύνατο να τους εκφράσω με λόγια. Μόλις μπορούσα να πιστέψω ό,τι έβλεπα, όταν όλα περάσανε καλά κ' η γυναίκα μου, έπειτα από βαρύν αγώνα, άρχισε να δυναμώνη σιγά σιγά. Έφερε στη ζωή ένα χαριτωμένο πλάσμα κι από τις πρώτες μέρες του μιλούσε με λόγια, που δεν μπορούσε να τακούση κανένας άλλος.
Μα το κοριτσάκι δεν ήρθε. Στη θέση του ήρθε έν' αγοράκι, που τονομάσαμε Σβεν.
ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ
1
Ο μικρός Σβεν μεγάλωνε κ' έγινε ο αγαπημένος όλων. Είχε μακριά χρυσά μαλλιά και για να θυμούμαστε το κοριτσάκι, που δεν ήρθε, η μαμά τα σγούραινε, ώστε να κρεμούνε σε μακριά δαχτυλίδια γύρω στο μικρό προσωπάκι με το απαλό δέρμα και τα παράξενα αγγελικά μάτια. Ποτέ παιδί δεν είχε βαθήτερα μεγάλα μάτια με τόσο πρώιμα ονειρεμένο βλέμμα και ποτέ παιδί δεν είχε εμπιστευτικότερο, τρυφερότερο χέρι, που να χαδευότανε στο χέρι των μεγάλων, σα να ήξερε πως παντού θα εύρισκε άσυλο, γιατί αυτό το ίδιο δε γνώριζε τίποτες κακό.
Ο μικρός Σβεν είταν το είδωλο του μεγάλου αδερφού. Τίποτε δεν είταν ωραιότερο από το να βλέπη κανείς πως ο μεγάλος αδερφός, που του άρεσε να κάνη τον άντρα και γι' αυτό δεν ήθελε να δείχνη τα αιστήματά του, έσερνε το μικρό αδερφάκι μέσα στο αμαξάκι, χαιρότανε με το γελαστό προσωπάκι και γύριζε πίσω αδιάκοπα για να δη μην έπεσε ο μικρός. Το μόνο, που μπορούσε να συγκριθή με την εικόνα αυτή, είταν όταν έβλεπε κανείς το Σβάντε να κάνη το ίδιο πράμα. Κι ο Σβάντε χαιρότανε περσότερο να κάνη τον προστάτη, γιατί στα παιγνίδια του με το μεγάλο αδερφό είταν πάντα αυτός ο μικρότερος, που έπρεπε να υπακούη. Ο Σβεν είτανε τόσο μικρός μπροστά στα μεγαλήτερα αδέρφια, που τα θαύμαζε και τακολουθούσε, ώστε έμεινε πάντα ο μικρουλάκης αδερφός. Είτανε τόσο χαρούμενος που μαζευόμαστε όλοι τριγύρω του, άμα γινότανε κάτι κ' η κρυσταλλένια φωνή του και το ξάστερο γέλιο του αντηχούσανε σ' όλο το σπίτι. Τρέχαμε γύρω του γιατί θέλαμε να δούμε πώς λάμπανε τα μάτια του, πώς τα μικρά λευκά του χέρια σαλεύανε από ευχαρίστηση, γιατί θέλαμε να δούμε όλη την αστραφτερή αυτή παιδιάτικη χαρά, που πλημμυρούσε με ήλιο την καρδιά μας.
Ήθελα να είχα γραμένη προτήτερα την ιστορία αυτή του μικρού αδερφού, για να μπορούσε να τη δη εκείνη φύλλο με φύλλο. Εκείνη που γνώριζε καλήτερα τη σύντομη ιστορία της ζωής του, καλήτερα από με, καλήτερα από κάθε άλλον. Εκείνη που θυμότανε και το παραμικρότερο από το βιβλίο της ζωής του, εκείνη που εξακολουθούσε να ζη μαζί του ακόμα κι όταν τα φωτεινά μάτια του δε λάμπανε πια ανάμεσό μας· εκείνη που τον ακολούθησε στο μονοπάτι, που δεν το πατά κανείς πριν φτάση η ώρα του. Έτσι θα μπορούσε να γεμίση με το πνεύμα της αυτά που ήθελα να πω κ' έτσι το ποίημά μου θα είχε την πηγή του πιο αμεσότερη, σα να είταν ο λόγος για ένα παιδί που ζούσε ακόμα.
Γιατί ο μικρός Σβεν ζούσε με τη μητέρα του, κοντά της και για χάρη της. Έπαιζε στην κάμαρά της κι όλο το πρωί, που ο πατέρας έλειπε και τα μεγαλήτερα παιδιά είτανε στο σκολειό, ο μικρός Σβεν καθισμένος κάτω στο πάτωμα άκουγε τη μαμά να του διηγάται παραμύθια. Η μαμά ήξερε πολλά παραμύθια, όμως κανένα άλλο δεν άρεσε τόσο του Σβεν όσο η κοκκινόσκουφη, που την έφαγε ο λύκος εκεί που πήγαινε στη γιαγιά. Τον συγκινούσε τόσο, όταν συλλογιζότανε την τύχη της μικρής κοκκινόσκουφης, είχε τόσο φόβο από τον τρομερό λύκο και θύμωνε τόσο μαζί του. Ήθελε να γίνη μεγάλος και να πάη να τον βρη να τον σκοτώση.
Έπειτα παίζανε με τη μαμά. Παίζανε πως ο Σβεν έγινε μεγάλος και ταξίδεψε και πως η μαμά καθότανε μόνη και τον περίμενε. Κ' έπειτα γύριζε ο Σβεν κ' η χαρά είτανε τόσο μεγάλη, ώστε η μαμά έπρεπε ναφίνη τη δουλειά της και να τον παίρνη στην αγκαλιά και να τον φιλή πολλές φορές.
Του μικρού Σβεν του είχαμε βγάλει πολλά ονόματα στο σπίτι. Τονέ λέγαμε μικρό αδερφούλη και Νέννε, που το βρήκε μόνος του, και μαϊμουδάκι και χρυσό, όπως μας ερχότανε στο στόμα. Ήξερε όλα τα ονόματά του και ταριθμούσε και καμάρωνε γι' αυτά. Ο μικρός Σβεν δεν έπαιζε πολύ μ' άλλα παιδιά και δεν του άρεσε να μένη πολύ μαζί τους. Γύριζε πάλι στη μαμά, σα να είταν αυτό το φυσικότερο πράμα του κόσμου. Και δεν τον έμελε αν έκοβε το παιγνίδι στη μέση και τάλλα παιδιά θυμώνανε. Μόλις έβλεπε τη μαμά, έτρεχε σ' αυτή, της έπιανε το χέρι και πήγαινε κοντά της. Είτανε μια αγάπη που περνούσε κάθε όριο και δεν ψυχραινότανε ποτέ, γιατί η μαμά είτανε τόσο ευτυχισμένη μ' αυτή, ώστε να μην της γίνεται ποτέ βάρος ο μικρός.
Ο Σβεν κ' η μαμά είχαν τα μικρά τους μυστικά κι όταν της ψιθύριζε κάτι στο αυτί, δεν είχε το δικαίωμα να το ακούση ούτε ο μπαμπάς. Αν δοκίμαζε να το κάμη μόνο έτσι για να πειράξη το Σβεν, αυτός έβαζε τη φωνή:
— Όχι, να μην ακούση, δεν κάνει νακούση.
Κ' η μαμά έσπρωχνε τον μπαμπά, ώστε ο μικρός μπορούσε να της πη στο αυτί ό,τι ήθελε.
Και τότε θριάμβευε ο Σβεν.
— Βλέπεις, έλεγε. Δεν κάνει να το ακούσης.
Κ' έπειτα έφευγε κρατώντας το χέρι της μαμάς και περιγελούσε τον μπαμπά. Αυτό το έλεγε πείραγμα του μπαμπά και λίγα πράματα ήξερε που να τον διασκεδάζαν τόσο.