WeRead Powered by ReaderPub
Η μαζώχτρα κι άλλες ιστορίες / Ο Βουρκόλακας - Δράμα cover

Η μαζώχτρα κι άλλες ιστορίες / Ο Βουρκόλακας - Δράμα

Chapter 21: ΤΕΤΑΡΤΗ ΣΚΗΝΗ
Open in WeRead

Explore more books like this:

About This Book

A collection of short stories and a dramatic piece rooted in island and rural life. A framing prologue reflects on reading, literary purpose, and cultural habits, and the narratives draw on travel impressions of Crete: rugged landscapes, ruined villages, and local speech. The tales alternate naturalistic depictions of hardship, violence, and social decline with folklore-tinged episodes that probe obsession, isolation, and communal memory. The drama complements the stories by staging local customs and moral tensions, blending realism and vernacular color to portray a community shaped by loss, endurance, and superstition.

Ο ΒΟΥΡΚΟΛΑΚΑΣ

ΔΡΑΜΑ ΣΕ ΤΡΕΙΣ ΠΡΑΞΕΣ

ΠΡΟΣΩΠΑ
Κωσταντής )
Σαράντης )γυιοί της Δέσπως
Θανάσης )
Κρύλης πραματευτής της Βαβυλώνας
Στεφανής κατόπι πάτερ Συνέσιος
Κεριάκος αγωγιάτης
Δέσπω
Γαρουφαλιά )
Περμαθιώ ) γειτόνισσες
Πιπινιώ )

Φάντασμα της Αγιά Μαρίνας
Παλικάρια, Κορίτσια, βιολιτζήδες

Τόπος, χωριό της Ανατολής.

Π Ρ Ω Τ Η Π Ρ ΑΞΗ

ΠΡΩΤΗ ΣΚΗΝΗ

Δρόμος του χωριού. Από ταριστερά η ξώπορτα του σπιτιού της Δέσπως με την αυλή μέσα. Αντίκρυ το περιβόλι της Δέσπως με το σπίτι πλάγι. Δεξιά τα σπίτια της Περμαθιώς και της Πιπινιώς. Οι δυο γειτόνισσες κάθουνται στα κατώφλια τους, βράδυ βράδυ.

ΠΕΡΜΑΘΙΩ, ΠΙΠΙΝΙΩ

Πιπ. Μ' έτρωγε κι όλο μ' έτρωγε ταυτί μου από το πρωί. Αρραβώνας
   μυρίζει πάλι.

Περμ. Ταυτί του εσένα σε τρώει μόνο σαν αποδεχτή κ' ύστερα τα
   μαντάτα. Στον κλήδωνα να τα λες αυτά.

Πιπ. Να μη χαρώ το Μαριώ μου, σου λέω, τίποτις δεν άκουσα. Αμέ να μη μπορούμε δα και μεις να δούμε δεντρί, και να στοχαστούμε τι λογής λουλούδι θα βγάλη;

Περμ. Α! δεν άκουσες, μόνο είδες κάτι! Τα μάτια σου τοίχους τρυπούν και κρυφοθωρούνε, και συ γι' αυτιά μου μιλάς.

Πιπ. Άμε στο καλό, καημένη, κι άδικα με κολάζεις. Ψυχή δεν τρύπησα τοίχο να κοιτάξω. Τώρα πια δεν κρύβουνται τα κορίτσια σα θεν αγάπες, κ' έννοια σου. Στον καιρό μας είταν αυτά. Κι αμέ δε θυμάσαι, καημένη, τότες που ήρθ' ο Γληγόρης μου από τη ξενιτειά, τι κακό έγινε ώσπου να μου πάρη το πρώτο φιλί; Σαν τρελλός με κυνηγούσε μες στην αυλή. Η παρέα τριγύρω, και γω με το δίσκο στα χέρια να χώνουμαι από δω κι από κει, ώσπου πρόβαλε στη μέση η θεια μου η Βαρβάρα και φώναζε πως αυτά μαθές δεν ταιριάζουνε σε τιμημένα κορίτσια.

Περμ. Κακόν καιρό νάχης, που τα είπες και τα ξανάειπες χιλιάδες φορές, κ' έρχεσαι πάλι και μου τα στρώνεις σα να είνε τα νυφικά σου. Ξέχαστα μια και καλή, που χήρεψες και κουβαριάστηκες, κι ακόμα γνώση δεν έβαλες.

Πιπ. Αι, καψούλα μου, Βασιλικός κι α μαραθή . . .

Περμ. Να μαραθής και να ξεραθής.

Πιπ. Περίδρομος να σε κόψη! που δεν αφίνεις μια χριστιανή να θυμηθή και τα νιάτα της.

Περμ. Μωρή τα νιάτα σου θ' ακούμε ή τον αρραβώνα μαθές;

Πιπ. Από τόνα ήθελα νάρθουμε στάλλο. Και συ πάλε μας κάνεις δα την ανήξερη!

Περμ. Αστροπελέκι να πέση και να με κάψη, ανίσως κι άκουσα τίποτις. Ένα γαμπρό ξέρω στη γειτονιά μας, κι αυτός είνε της Τρυποβράκας ο γυιός.

Πιπ. Τώρα μας ξύπνησες και του λόγου σου. Ο κόσμος τόχει τούμπανο και συ μας τόβγαλες για κρυφό. Έλα, μωρή, πιο κοντά, γιατί κ' οι τοίχοι αυτιάζουνται. Ο Στεφανής μωρή είνε, ο Στεφανής, ο Στεφανής!

Περμ. Στα όρη, στα βουνά, και στα κλαδιά, και στα ξερά τα δέντρα!
   Και με ποιάνα!

Πιπ. Να! εκεί που στέκουμουν απόψε και θέμιαζ' από το παράθυρο, γυρίζω, και τι να δω εκειδά κατά το περιβόλι της Κερά Δέσπως! Το Στεφανή μας κ' έκοβε βόλτες απέξω! Τώρα, είταν η Αρετούλ' από μέσα, δεν είταν, ένας Θεός το ξέρει. Μα γυναίκα που είδε κ' έπαθε πολλά στη ζωή της δε χρειάζεται δα και δάσκαλο να της πη πως δυο και δυο κάνουν τέσσερα!

Περμ. Από το Θιό να το βρης, που αβάνιασες το πιο τιμημένο κορίτσι
   μας δίχως να δης δα και τίποτις!

Πιπ. Μηγαρή σου είπα γω πάλι πως τάψησαν κιόλας; Αρραβώνας, σου
   είπα, μυρίζει.

Περμ. Τέτοιον αρραβώνα για τις κόρες σου να τονέ φυλάγης, κι όχι
   για της Ανατολής το καμάρι.

Πιπ. Ναι, είδες δα, λίγα μας έφτειαξες και συ στον καιρό σου, τότες που τον άφινες τον έρμο σου και — έλα Χριστέ και Παναγιά μου!

Περμ. Όχι μόνο σαν και σένα, που πριχού να σου δώση και δαχτυλίδι, δος του και σου τραγούδαγε αμανέδες κάτω από το σπίτι σου.

Πιπ. Χάρη νάχης τον Άη Γιάνη, που πήγα και λειτουργήθηκα σήμερις, και δεν ξεχυμίζω μαθές τώρα με τα νύχια μου να τα χύσω τα μάτια σου που η γλώσσα σου νισάφι δεν έχει.

Περμ. (χαμηλά). Και δεν κοιτάζεις, θεότυφλη, να τηνε δης την κοπέλλα στο παραθύρι της εκειδά, που στέκεται ολομόναχη;

Πιπ. Και δεν τονε βλέπεις και το Στεφανή μέσα στο περιβόλι κοντά στις πορτοκαλιές; Κοίτα τον τόν αξετσίπωτο, και μη μου ψέλνης πια πως δεν ξέρουν κ' οι αρχοντοπούλες από κρύφιες αγάπες. Μωρή, και ποιο λουλούδι δε ζύγωσε μέλισσα να το βυζάξη, μα φτωχομενεξές είτανε, μα αρχοντικό γιασουμί! Έλα τώρα και χώσου μέσα να κρυφοδούμε αποπάνω, μην τύχη και μας νοιώσουν και τους χαλάσουμε τις δουλειές.

(Μπαίνουν και κρύβουνται απάνω στο σπίτι της Πιπινιώς, κοντά σε παράθυρο που βλέπει στο περιβόλι).

ΔΕΥΤΕΡΗ ΣΚΗΝΗ

   Η ίδια· πιο σκοτεινά. Ο Στεφανής ανάμεσα στις πορτοκαλιές. Η
   Αρετούλα στο παράθυρο δίχως να τονε βλέπη.

ΑΡΕΤΟΥΛΑ, ΣΤΕΦΑΝΗΣ

Αρετ. Ήθελα να ξέρω, σα με γεννούσε η μάννα μου, τι πουλί να κελαϊδούσε μέσα σ' αυτοδά το περιβόλι, και με μάγεψε, και να κλείσω το βράδυ παράθυρο δεν μπορώ δίχως να σκύψω και να το γλυκοδώ! Και γιατί μαθές να μου πη η στρίγλα εκείνη η γύφτισσα πως θα ταφήσω τακριβό μου το σπιτικό και θα μισέψω στα ξένα, μα πως θα μεταγυρίσω, λέει, πάλε στον τόπο μου, και θάρθω, με πρωτοτάξιδο καράβι που θάχη σύννεφα για πανιά! Κι άξαφνα σα να βούρκωσε η καημένη κ' έκαμνε να φύγη, μα κοντοστάθηκε πάλι και ξαναγύρισε, και μου λέει πως σε καλά χέρια θα πέσω και να μην πολυνοιάζουμαι!

Ανάθεμα την ώρα που φάνηκε και με παραζάλισε στα καλά καθούμενα! Μα έννοια της δα και δε θα βγουν τα φαρμακεμένα της τα λόγια. Μύριοι άνεμοι να φυσήξουνε δε με βγάζουν από την πονεμένη αυτή φωλίτσα μου. Σ' αυτά τα θεμέλια μέσα είνε ριζωμένη η καρδιά μου, μ' αυτό ταγέρι γλυκοθρέφεται η ψυχή μου. (Τηράει το Στεφανή). Να σαλεύη τάχα κάποιος εκειδά πέρα ή φάντασμα βλέπω; Αχ, ο ίδιος πάλι! Ταθεόφοβο το παιδί, που πρέπει να πατήσω ένα ξεφωνητό και να τονέ διώξω, κι ως τόσο δε βαστάει η καρδιά μου! (αψά). Σύρε, σύρε να μη σε νοιώσουν, κακόμοιρε, και μ' αφάνισες! Στέλνε όσα θες μηνύματα με τους προξενητάδες, μα μην πολεμάς από παράθυρα να μου ψέλνης αγάπες, κ' έχουν πίκρες τα κρυφογύρευτα τα φιλιά.

Στεφ. Η δική μου η αγάπη αγκύλια δεν ξέρει· ξέρει μονάχα το βαθιόκοβο το μαχαίρι που σιγοχώνεις στα σπλάγχνα μου μέσα. Πες μου, Αρετούλα μου, φως μου, γιατί αρνιέσαι να μ' αγαπήσης; τι λαχταρεί η καρδούλα σου και δεν τόχω, ψυχή μου; Αν είνε αγάπη λεβέντικη, πρόσταξε με να περπατήξω στις φλόγες, σε γκρεμνούς να τρέξω να πέσω, φείδια να πάω και ν' αγκαλιάσω, στην πίσσα μέσα να βράσω.

Αρετ. Κι α δε λείψης απ' αυτό σου το κόλασμα, βράζει από τώρα η πίσσα που μπορεί και δυο ψυχές αντίς μια να παραλάβη στα βάθια της.

Στεφ. Γιατί να το λες αυτό, Αρετούλα; Πού σ' αγάπησα τάχα; Εγώ κακός δεν είμαι. Γιατί να κολαστώ και γιατί να κολάσω; Εγώ από τη στιγμή που σ' αγάπησα έγιν' αρνί μονάχο, σαν κορίτσι απονήρευτος είμαι. Πες μου, Αρετούλα. Μπορεί να πάη στην Κόλαση παιδί που χαμογελάει της μάννας; Στην Κόλαση πάει η μάννα που το γλυκοχαδεύει; Πες μου· ταηδόνια που κελαϊδούν την αγάπη τους στην Κόλαση μαθές πάνε;

Αρετ. Ντροπή και καταφρόνιο μελετάς να μας φέρης, και για πουλάκια μου κουβεντιάζεις; Αυτό το πουλάκι που βλέπεις έχει μάννα κι αδέρφια, και κει να πας να κελαϊδής τα τραγούδια σου.

Στεφ. Το ξέρεις πως θα φρενιάσουν, και γι' αυτό μου το λες. Μήτε να την ακούσουνε δε θα καταδεχτούν τη φτωχική προξενειά μου. Με τρώγ' η αγάπη σου, Αρετούλα, και σωτηριά πια δε βλέπω άλλη παρά το ναι σου και την κρύφια στεφάνωση.

Αρετ. Να μην τύχη και σε ξανακούσω, καημένε! Να με κλέψη, λέει!
   Χριστός και Παναγιά! Σύρε και φύγε, αθεόφοβε, γιατί φώναξα κιόλας
   (Σφαλνάει το παράθυρο η Αρετούλα).

Στεφ. (μονάχος). Μ' ένα της χαμόγελο την άρπαξε την καρδιά μου, και τη σέρνει τώρα και τη ματοπληγώνει σε πέτρες και πέτρες! Τονειριάστηκα πως είταν αγάπης χαμόγελο, και πιάστηκα! Μου χώθηκε, αχ, τόσο βαθιά το μαγεμένο ταγκίστρι, που σπαρταρώ τώρα και ξετινάζουμαι να γλυτώσω, και δεν μπορώ. Δεν μπορώ ν' ανεσάνω. Ματώνουν τα σπλάχνα μου, κι ο νους μου στρεφογυρίζει. Μούρχεται έτσι να πάρω ένα δρόμο, να πηγαίνω, να πηγαίνω, και να μη σώνεται. Ν' ανεβαίνω και να κατεβαίνω βουνά, ποτάμια να διαβαίνω για να τη σβύσω τη φλόγα μου, σε μαύρες ερημιές να πλανιέμαι και να τρομάζουνε με τους στεναγμούς μου ταγρίμια. Να φεύγουν ταγρίμια, και γω να στενάζω μονάχος, πάντα μονάχος . . . Αρετούλα μου, Αρετούλα, μην το κάμης αυτό το κακό! Άνοιξε να φέξη πάλι ο κόσμος, ναναστηθή η ψυχή μου. Λυπήσου με, Αρετούλα, και χάνουμαι. Σαν το κερί τη λυώνεις τη νιότη μου, αυτή τη νιότη που πλάστηκε για τα σένα. Μην το πης πως είμαι της φτώχειας αγώρι, γεια μόνο νάχουν αυτά τα χέρια, που μπορούν παλάτι να χτίσουν και να κάθεσαι μέσα μυριοκαμάρωτη.

Αχ, του κάκου! Κατεβαίνει το σκοτάδι στη γης και τη σαβανώνει. Βασίλεψ' ο ήλιος τουρανού, βασίλεψε κι ο δικός μου ήλιος. Γλυκοφέγγουν ως τόσο απομέσα τα σπίτια. Αχτινοβολούν ταμίλητα ταστέρια. Μουρμουρίζουν ταμπελοβάθρακα, και το νερό της βρύσης, ακοίμητος μάρτυρας της αιώνιας αγάπης που ζωντανεύει τον κόσμο, κατρακυλάει και πάει σαν τις ώρες ευτυχισμένης ζωής. Η ζωή μου εμένα θάχη ώρες δύσεχτες και βαριές. Θα γυρεύουνε να περάσουνε και να φύγουν, και πού να φύγουν! Λίμνη, λίμνη βαθιά και θολή την έκαμες τη ζωή μου, εσύ που με δροσοβόλαγες με τα λόγια σου, και το πίστευα πως ο Θεός με πονούσε! Ο Θεός! Αχ, και να τόξερα, γιατί μου την έδωσε ο Θεός αυτή τη λαχτάρα! τι μου την άναψε τέτοια φωτιά! Έλα εσύ, ψυχή του πατέρα μου, που χρόνια τονε λειτουργούσες, έλα και πες μου, γιατί αυτό το μεγάλο το κρίμα! (Ακκουμπάει σε δέντρο, ύστερα τραβιέται και χάνεται στα βάθια σιγά σιγά).

ΤΡΙΤΗ ΣΚΗΝΗ

Η ίδια. Οι δυο γειτόνισσες βγαίνουν από την πόρτα της Πιπινιώς.

ΠΕΡΜΑΘΙΩ, ΠΙΠΙΝΙΩ

Περμ. Ανάθεμά σε παλιογλωσσού, που πήρες έτσι στο λαιμό σου το παινεμένο μας το κορίτσι. Και δεν είδες πως κλείστηκε μέσα δίχως μήτε ματιά να του ρίξη; Έτσι μου θάρρεψες πως είνε σαν τη μούρη σου κ' οι αρχόντισσες! Κρίμα μονάχα που δεν τονέ μυρίστηκε ο κυρ Κωσταντής τον προκομμένο το Στεφανή σου, που έμαθε δα κι αυτός να διαβάζη ψαλτήρι και μου λιμπίστηκε αρχοντοπούλες! Σα να το ξέχασε πως είτανε μυρολογίστρα η θεια του.

Πιπ. Δαιμόνιο και τι δαιμόνιο τον έχει πιασμένο! Γλήγορα θα τον ακούσουμε στο μοναστήρι κι αυτόν. Τονε ζούρλαναν τα γράμματα το δύστυχο. Ίσως τράβηξε κιόλας να πάη να πνίξη κανέναν τότες που ξεκίνησε από το δέντρο που γύρευε ναγκαλιάση σαν του σφάληξε το παράθυρο το κορίτσι. Μωρή, καλά κ' έπαιζαν από την αυγή τα ματόκλαδά μου! Ακούς εσύ, λέει! Λεβέντικες αγάπες ορέχτηκε το παπαδοπαίδι. Κι άμε δεν πάει να φαίνη! Καλά του τάψαλε το κορίτσι, μωρή, όχι σαν και μας, που ξεμυαλιστήκαμε πρι να καλοξέρουμε πούθε — έλα, Χριστέ και Παναγιά!

Περμ. Για λόγου σου να τα λες αυτά, κι όχι για μένα που —

Πιπ. Που τα γνώριζες μαθές όλα εσύ!

(Τρέχει η Περμαθιώ να χτυπήση την Πιπινιώ, και χώνουνται κ' οι δυο τους μέσα στης Πιπινιώς).

ΤΕΤΑΡΤΗ ΣΚΗΝΗ

Χαγιάτι της Δέσπως. Νύχτα. Η Δέσπω κάθεται στο μιντέρι και κλώθει. Πλάγι της πλέχνει η Αρετούλα. Ο Κωσταντής κάθεται κοντά σε παράθυρο και κοιτάζει κάποτες έξω.

ΔΕΣΠΩ, ΚΩΣΤΑΝΤΗΣ, ΑΡΕΤΟΥΛΑ

Δέσπω. Τι να είτανε μαθές αυτό τόνειρο! Ένα καράβι, θεόρατο καράβι, και μέσα κόσμος αμέτρητος, κι όλο το σπιτικό μας μαζί. Και να μην είνε, λέει, θάλασσα παρά να είνε στεριά, και να γλιστράη το καράβι και να τρέχη με μια γληγοράδα, σαν όνειρο! Και να μην ανοίγη στόμα ψυχή να μιλήση, μόνο να κάθουνται κει μέσα όλοι αμίλητοι κι ολόχλωμοι. Χριστέ και Παναγιά μου! (Αποθέτει ταδράχτι δίπλα και κάνει το σταυρό της). Άσκημο, άσκημο όνειρο.

Αρετ. Αχ, πως μ' αποτρομάζεις, μάννα, μ' αυτά σου τα όνειρα!

Κωστ. Και να δης που θα βγουν το μήνα που δεν έχει σάββατο.

Δέσπω. Ας είμαι ως τόσο καλά που πήγα και το είπα της Γαρουφαλιάς άμα σηκώθηκα, να μην αληθέψη το έρμο. Έβαλες, Αρετούλα μου, νερό στη φωτιά; Πήγαινε, κόρη μου, βάλτο, να σε λούσω απόψε στου φεγγαριού τις αχτίδες, να τα κάμω στην αστροφεγγιά τα σγουρά σου. Σήκω, αγάπη μου, κ' έχε το νου σου και στο φαεί των παιδιών. Άργησαν οι βλογημένοι, και πρέπει να μποδίστηκαν κάπου.

Αρετ. Σε ξέρω, μαννούλα, και πια δε με γελάς. Κάτι θες να του κρυφομιλήσης πάλε του Κωσταντή. Ήθελα και γω να σου πω κάτι, μα καλλίτερα όχι.

(Σηκώνεται νάβγη).

Δέσπω. Σαν τι λογής;

Αρετ. (μονάχη της). Γιατί να τον καταλαλήσω το δύστυχο! Αυτός κακό δεν είχε στο νου του. Είτανε μια τρέλλα, μα θαρρώ πως γατρεύτηκε πια ως τώρα. (αψά). Τίποτις, μάννα, τίποτις. Έτσι το είπα. (Βγαίνει).

Δέσπω. Ο Θεός να μας φυλάη! Είδες εσύ, Κωσταντή μου, ποτέ σου τέτοια ομορφιά;

Κωστ. Την παραχαδεύεις, σου λέω, μάννα, και θα μας τη χαλάσης. Καμάρωνε την όσο θες απομέσα σου, μα μην της τα λες. Το παιδί είνε βοτάνι, κι όσο το χαδεύεις μαραίνεται κι αποζαρώνει. Πότιζε το στη ρίζα του, δίνε του ήλιο κι αγέρι όσο θες, μα μην το πολυαγγίζης.

Δέσπω. Να είσουνα μάννα, θα τόννοιωθες τι θα πη μονάκριβη κόρη. Είνε κι ο αποξύστης μας, Κωσταντή, κ' έχει κι αυτό να πη. Τριώ μηνών τηνέ βύζανα σάνε συχωρέθηκε ο μακαρίτης ο κύρης σου. Και γύρισε και μου είπε ο καημένος — Δέσπω, η Αρετούλα στα χέρια σου. Και σφάληξε τα μάτια του και πια δεν τα ξανάνοιξε. Το θυμάσαι. Δώδεκα χρονών αγώρι σ' είχα τότες. Πέρασαν τα χρόνια και φύγανε. Μεγάλωσαν τα παιδιά μου, κ' η Αρετούλα μας έγινε κοπέλλα κι αυτή. Αι, καιρός είνε, γιόκα μου, εσένα, σου το λέγω που είσαι κι ο πιο γνωστικός μου, να της βρούμε γαμπρό που να της αξίζη.

Κωστ. (σηκώνεται). Αυτή τη δουλειά να την αφήσης απάνω μου. Εγώ θα τη βγάλω πέρα. Οι γαμπροί δεν γίνουνται άψε σβύσε. Χρειάζεται υπομονή το κυνήγι τους. Εγώ θα τονε βρω το γαμπρό κ' έννοια σου. Και του λόγου σου πια κοίταζε τα συγύρια της.

Δέσπω. Ναι, δε σου λέω, παιδί μου, μα ξέρουμε κάτι και μεις οι γυναίκες. Εκείνο που έχω μες στην καρδιά μου και με τρώει είνε, μην τύχη και πέση το πουλάκι μας σάπονα χέρια. Χίλιες φορές καλλίτερα να το θάψω παρά να το ρίξω απάνω στ' αγκάθια το χαδεμένο μου. Αγάπη, Κωσταντή μου, και καλή γνώμη. Κι όλα τάλλα έρχουνται μοναχά τους. Να σου πω τώρα. Είνε ένα παλληκάρι που πάει να λωλαθή με την αδερφή σου. Δεν αποκότησε να μας κάμη, λέει, προξενειά, γιατί είνε, λέει, από φτωχικό σόγι, και φοβούνται πως δεν θα πούμε το ναι. Μα τόμαθα από μέρος καλό πως μας θεν. Η Κουταλιανή μου το ξεμυστηρεύτηκε. Πες μου τώρα, Κωσταντάκη μου' μια κ' είνε όμορφο και τίμιο και καλόγνωμο το παιδί — και το ξέρω πως είνε — δεν έχουμε μαθές βιος και για κείνονε;

Κωστ. Να μην τα ξανακούσω τα προξενήματα της Κουταλιανής που ανακατώνεται στις δουλειές των άλλωνε σαν την όρνιθα μες σταλώνι. Να πάω να τα πιάσω τ' αυτιά της και να τα σέρνω ώσπου αίμα να στάζουνε. Να την πριονίσω την ασυμμάζευτη γλώσσα της, που σε βρήκε μαλακόκαρδη και σ' έπαιζε στα χεράκια της πάλι η θεοκατάρατη. Και συ, από τη βιάση σου να παντρέψης και καλά την κόρη σου, θα τηνέ δώσης κανενός ζητιάνου σιγά σιγά.

Δέσπω. Άκουσέ με, Κωσταντή, και ζητιάνος δεν είνε. Είνε παιδί καλομαθημένο και γραμματιζούμενο.

Κωστ. Γραμματιζούμενο; Μπας κ' είνε ο Στεφανής;

Δέσπω. Κι αν είνε, τι, Κωσταντή μου;

Κωστ. Μη χερότερα! Να μπη να μας θρονιαστή δω μέσα και της μυρολογίστρας τ' ανίψι! Μα ας γυρέψουμε και τον καντηλανάφτη να τελειώνη. Κάλλιο να ρημάξη, εγώ σου λέω, αυτό το σπίτι, κάλλιο γεροντοκόριτσο να πλανιέται και να ξενοδουλεύη η αδερφή μου, ταποφάγια της γειτονιάς να μαζεύη και να φτωχοθρέφεται, παρά να βλέπω Στεφανήδες μπροστά της! Δεν την έχω την αδερφή μου εγώ για τέτοιες γενιές. Μήτε τη φαμελιά μου για τέτοια συμπεθεριά δεν την έχω. Και να της πης της φιλενάδας σου της Κουταλιανής να πάη να τα λέη αυτά στη Βρύση, εκεί που το θολώνουν το τρεχάμενο το νερό οι γλωσσούδες οι πλύστρες με τα βρώμικα λόγια τους. Αυτό το σπίτι χτίστηκε σε θεμέλ' αρχοντάδικα, κι αρχοντάδικη στέγη του πρέπει.

Δέσπω. Παιδί μου, σε τιμώ και σε σέβουμαι για την ξακουσμένη τη φρονιμάδα σου. Είταν όμως πικρά τα λόγια σου, κ' έχυσαν άδικη χολή σε καρδιές που δεν τις γνώρισες σαν και μένα, που είμαι γυναίκα και καθεμέρα τις βλέπω και τις ακούγω. Μέσα στα φτωχικά τα καλύβια λάμπουν κάποτες περλάντια, χίλιες φορές πιο ατίμητα από το διαμάντι αυτό που φορείς. Πετράδια που δεν τα πιάνει ανθρώπου λόγος, γιατ' είνε ουράνια στολίδια και τα διαφεντεύει ο Θεός. Με μια καλή καρδιά όλου του κόσμου τα στολίδια δεν παραβγαίνουνε. Μην τα λησμονής αυτά που σου λέω, παιδί μου, και σα γύρης απόψε, άφησε τη γνώση σου να τονε διώξη τον ύπνο μιαν ώρα και να φέρη την αλήθεια καθάρια στο νου σου, για χάρη της ακριβής μας της Αρετούλας.

Κωστ. Άφινέ τα τώρα, μάννα μου, άφινέ τα. Πάω να δω αν ακούστηκαν αυτοί οι δυο ταξιδιώτες μας. Είτανε νάρθουν πρωί κι ακόμα δε φάνηκαν. Πρέπει να τους κράτησε άλλη μια βραδιά στη χώρα ο Κράλης που ήρθε για δουλειές από τη Βαβυλώνα. Το ξέρεις πως είνε παλιός μου φίλος ο Κράλης, από τον καιρό που άρχισα να ταξιδεύω στα μέρη τους. (Μονάχος του). Και βγάζει κ' εκατό Στεφανήδες από την τσέπη του (Βγαίνει).

ΠΕΜΤΗ ΣΚΗΝΗ

Η ίδια.

ΔΕΣΠΩ, ύστερα ΑΡΕΤΟΥΛΑ

Δέσπω. Έχει το αίμα του μακαρίτη· θαρρώ πως τονέ βλέπω μπροστά μου
   σαν ξεφωνίζη. Μα είνε μάλαμα η καρδιά του· κάκια τι θα πη δεν το
   ξέρει. Είνε η περηφάνεια, η περηφάνεια που τηνε σκοτίζει κάποτες
   και τη θολώνει την καλωσύνη του (Μπαίνει η Αρετούλα).

Αρετ. Μαννούλα, εσείς με τα ξεφωνητά σας και γω λούζουμουν μονάχη
   μου. Για δες τα μαλλιά μου πως θρούνε σαν το μετάξι. Καθίζω τώρα
   και μου τα πλέχνεις, να σε χαρώ, γιατί όπου να είνε θα φανούνε κ'
   οι άλλοι.

Δέσπω. Έπαρε το μαξιλάρι και κάθισε, κόρη μου, γιατί βαραίν' η
   καρδιά μου, κι όταν σ' έχω σιμά μου, γίνουμαι και γω χαρούμενη
   σαν και σένα. Έτσι μούρχεται να σ' έχω πάντα σιμά μου. Τονέ
   ζουλεύω τον καλότυχο που θα σε κάμη δική του.

Αρετ. Καλέ μαννούλα, τι λες; Εγώ παντρειές και γαμπρούς δε θέλω.
   Και να σου πω, μάννα μου, αν είνε να πάρω άντρα, η καρδιά μου μού
   λέει να τονέ διαλέξω ατή μου, μα το ξέρω πάλε πως αυτά στον κόσμο
   δε γίνουνται, και λέω, παρά να μου φυτεύουν ξένες αγάπες ταδέρφια
   μου, κάλλιο να μένω στην αγκαλιά σου που την έχω χάρισμ' από το
   Θεό.

Δέσπω (Μπλέχνοντας τα μαλλιά της). Κι α σαφίνανε να διαλέξης,
   Αρετούλα, ποιόνα θα διάλεγες;

Αρετ. Με κάνεις και γελώ, καημένη μάννα! Σα να είνε δα κι οι
   γαμπροί κεράσια, να βλέπης και να διαλέγης.

Δέσπω. Μα απ' όσα μαθές παλληκάρια είδες, ποιόνα διαλέγεις; Έτσι,
   για χάζι.

Αρετ. Αν είνε για χάζι, να σου το πω. Έχει της στεφάνωσης τόνομα —

Δέσπω (μονάχη της). Ο Στεφανής!

Αρετ. Είν' όμορφος, είνε πρόσχαρος, μα ο καημένος από σόγι δεν είνε. (γελώντας) Αι, δεν τον βρήκες ακόμα;

Δέσπω. Της μάννας ο νους κι από του αϊτού το μάτι κόβει πιο μακριά. Και τι σ' έκαμε, παιδί μου, να διαλέξης του μακαρίτη του παπά Χαραλάμπη το γιο;

Αρετ. Και γιατί, μαννούλα μου, να σου το βαστάξω κρυφό, που δε
   φταίγω. Ο ίδιος ήρθε δεύτερη φορά απόψε στο περιβόλι και μου το
   είπε πως μ' αγαπά. Και του απολογήθηκα πως νάρθη να σε βρη, γιατί
   εγώ προξενήτρα δική μου δε γίνουμαι· και τούκλεισα το παράθυρο —

Δέσπω (σηκώνεται ταραγμένη). Ξεθαρρεσιά του κι αδιαντροπιά του!
   Και τόση ώρα. να μη μου το λες! Και να μην τονε διώχτης με τις
   φωνές σου, μόνο να του λες και για προξενειές! Αθεόφοβη,
   αθεόφοβη! και τι κακό θα μας έβρη αν τακούση κι ο κόσμος.

Αρετ. Ήθελα, μάννα, μα δεν κοτούσα να τονε διώξω, γιατί — να, τονε
   σπλαχνίζουμουν. Τα λόγια του είταν άκακα, πονετικά· γιατί εγώ να
   του πικρομιλώ; Μα πάλι ούτε του γλυκομίλησα. Στη μάννα μου του
   είπα να πάη.

Δέσπω. Αχ, Αρετούλα, δεν τον έμαθες ακόμη τον κόσμο, και πήγες κ' έπεσες σε παγίδα μεγάλη και φοβερή. (Χτυπάει η ξώθυρα). Άρπα το φανάρι και τρέχα ν' ανοίξης την πόρτα. Πρέπει να είνε ταδέρφια σου. Ύστερα πάλι τα ξαναλέμε. Πρόσεχε μόνο να μην τακούση, καημένη, ο Κωσταντής, γιατί χαθήκαμε. (Βγαίνει η Αρετούλα με το φανάρι. Μονάχη της η Δέσπω). Τόξερε πως δεν θα τον ακούσουμε, και πήγε ίσια στο κορίτσι ο αδιάντροπος, που από το Θεό να το βρη! Α δεν είτανε για το παιδί μου που σα να το πόνεσε και μπορεί μαθές να το πάρη κατάκαρδα, ατή μου θα πήγαινα να τον πιάσω τον αθεόφοβο! Την Κουταλιανή θα πάω να βάλω να του τα πη. Μα η αγάπη πάλε δεν είνε μάτια μονάχα που δεν έχει, δεν έχει μήτε αυτιά. Μπορεί να μας την κλέψη κιόλας και με το ζόρι. Να γυρίσω πάλε του Κωσταντή τα μυαλά, αργάτης και πάλι δε σώνει! Ίσως κάλλιο να κλείσω τα μάτια μου, και να τη δώσω πρι να μας βγούνε και πομπές. Και πια τρέχα, γύρευε τότες! Αλλοίμονο μια και λείψη ο αληθινός ο στύλος από το σπίτι! Μεγάλο λόγο να μην ξεστομίσω, μα δεν την είχε ο μακαρίτης αυτή την κατηραμένη την περηφάνεια. Να ζούσε κείνος, θα το πέρναμε μαθές το χρυσόκαρδο αυτό παλληκάρι, και θα καταστάλαζε η ψυχή μας μια και καλή. (Κοντοστέκεται). Αντρίκιες φωνές και γέλοια. Πρέπει νάρθανε.

ΕΧΤΗ ΣΚΗΝΗ

Η ίδια.

Μπαίνει ΚΩΣΤΑΝΤΗΣ, ΣΑΡΑΝΤΗΣ, ΚΡΑΛΗΣ

Δέσπω. Καλώς τους και πάλι καλώς τους! Μα γιατί δα και τόση
   άργητα; Ή τάχα για να μας φέρετε κι άλλον ένα λεβέντη μαζί σας;
   Από το γελαζούμενο πρόσωπό του το νοιώθω πως είνε ο φίλος του
   Κωσταντή μου, ο κυρ Κράλης από τη Βαβυλώνα.

Κράλ. Καλά ταπομάντεψες, αρχόντισσα. Μ' έφεραν τα γλυκοαίματα παιδιά σου να σας δω και να σας γνωρίσω, μια κ' ήρθα στα μέρη σας.

Δέσπω. Και γιατί να μην ερθήτε από τα χτες; Ποιος ξέρει τι πατινάδες εκεί στη χώρα! Μα έχουμε δα και μεις ξοχές και παιχνίδια, κι όσο για περιβόλια, όρεξη νάχετε. Θαρρώ οι δυο αυτοί οι ξεφαντωτάδες μου φταίνε. Αν είχατε μαζί σας τον Κωσταντή, ίσια εδώ θα σας έφερνε.

Κωστ. Κράλη, τι βλέπεις τη μάννα μου. Σου τα είπα χίλιες φορές. Αυτές οι μαννάδες, σα δεν έχουν τα παιδιά τους δεμένα να τα τραβούνε σα σκυλάκια μαζί τους, ησυχία δε βρίσκουνε. Μα τώρα δεν μπορώ να πω πως δεν έχει και δίκιο. Δε δυνήθηκα να κατεβώ Απατός μου στη χώρα, κι άρχιζα να υποψιάζουμαι πως θα ξεφύγης πάλι δίχως να σ' αξιωθούμε στο σπιτικό μας. Μόνο που γλήγορα θα μ' έχης πάλι στη Βαβυλώνα.

Δέσπω. Στη Βαβυλώνα! Χριστέ και Παναγιά!

Κωστ. Νάτα! Δε σου τάλεγα; Μπορεί τώρα ναρχινήσουμε και τα
   μυρολόγια. Κ' έτσι θα πουληθούν οι καρποί μας και θα βγάλουμε και
   παράδες.

Σαρ. Αι, μάννα, εμείς πεινούμε. Πάμε ναλλάξουμε τώρα, κ' ύστερα τα
   μιλούμε και για τη Βαβυλώνα. Ο Θανάσης πήγε να κοιτάξη τα ζα, κι
   όπου να είνε θα μας φανή. Έλα, Κράλη, γιατί ξεκολλημό δε θα βρης

(Βγαίνει Σαράντης και Κράλης).

ΕΒΔΟΜΗ ΣΚΗΝΗ

Η ίδια.

ΔΕΣΠΩ, ΚΩΣΤΑΝΤΗΣ, ύστερα ΘΑΝΑΣΗΣ

Κωστ. Αι, πως σου φαίνεται; Είχα δίκιο ή όχι; Είδες τέτοιο λεβέντη εσύ ποτέ σου;

Δέσπω. Καλός κι' άγιος μου φαίνεται, Κωσταντή μου. Αν το ρωτάς όμως αυτό για την Αρετούλα, σα δύσκολο το βλέπω, ν' αφήση μαθές τη Βαβυλώνα και τις αρχοντιές του και νάρθη να φυλακιστή στο χωριό μας.

Κωστ. Νάρθη και να φυλακιστή! Και ποιος το είπε: Αμέ και τι θαρρείς πως ονειρεύουμαι τόσα χρόνια άλλο, παρά νάχω κ' ένα δικό μου σπιτικό στη Βαβυλώνα, της αδερφής μου το σπιτικό, και να κάμνω κονάκι, που χρόνος δε διαβαίνει δίχως να πλανιέμαι στα μακρινά εκείνα τα μέρη. Να σου πω, μάννα, τα βαρέθηκα πια τα χάνια της ξενιτειάς. Θέλω, σαν πηγαίνω, να βρίσκω δικό μου σπίτι. Ως τώρα είχα του Κράλη ταρχοντικό, μα να· παντρεύεται κι αυτός αλλού αύριο και τονέ χάνω. Σαν έχω την Αρετούλα εκεί με τα παιδάκια της και πηγαινοέρχουμαι, και συ πιο κοντά της θα είσαι που θα τη βλέπω δα και για λόγου σου, θάχω και γω μια παρηγοριά μες στα ξένα.

Δέσπω. Φρόνιμος είσαι, Κωσταντή, κι άσκημ' απολογήθης. Στον άμμο πηγαίνεις και θεμελιώνεις τα στερνά της μάννας σου και της [αδερφής σου, κι αφίνεις κατόπι την τύχη κι' ας κάμη ό,τι θέλει μαζί τους, τη μπόρα κι ας τις παίρνη κι ας τις ανεμοσκορπάη! Η πίκρα του χωρισμού πως θα είνε θάνατος για τα μένα, δε λέω τίποτις. Ίσως το συνηθίσω κι αυτό το φαρμάκι με τον καιρό, σα συλλογιέμαι πως είνε και για δικό σου καλό. Μ' αν τύχη κ' έρθη θανατικό, αν τύχη και μπη μαθές αρρώστια μέσα σ' αυτό το σπίτι και το ρημάξη και πολεμώ με το χάρο ολομόναχη, και γυρίζω τα μισοσβυσμένα μου μάτια να δω ένα χαμόγελο δίπλα μου, ν' ακούσω μια προσευκή, ν' απλώσω το μαραμένο μου χέρι και να ψάξω ένα χέρι πονετικό — ποιος θα μου τηνέ φέρη πίσω την Αρετούλα μου;

Κωστ. Εγώ θα σου τηνέ φέρω! Το Θεό σου βάζω εγγυτή και τους Αγιούς μαρτύρους, πως αν τύχη κ' έρθη πίκρα για χαρά, αν τύχη κ' έρθη αρρώστια, ο χάρος να τόχη τριγυρισμένο το σπιτικό μας, στα δόντια του μέσα να σπαρταρούμε, στη μαύρη τη γης να μας κρυοσέρνη, τα σπλάχνα της να μας μαυροτρώνε, πάλι θα κάμω ζωή και φτερά και θα σου τηνε φέρω την Αρετούλα.

Δέσπω. Έχουν τα λόγια σου της Μοίρας τη δύναμη, κι ό,τι να πω κι ό,τι να φωνάξω, το βλέπω πως θα γίνη το θέλημά σου, παιδί μου. Γραφτό της είνε της μάννας να φέρνη στον κόσμο χαρές, και να καταπίνη φαρμάκια. Γεννάς, αναθρέφεις και χάνεις! Βλέπω και δε βλέπω το σύννεφο που μαυρίζει ομπροστά μου. Η ψυχή μας δεν τις χωρεί τις μεγάλες τις συφορές. Αν τις χωρούσε, θα γινόμαστε μύρια κομμάτια με τόνομα του κακού μονάχα. Οι μέρες και τα χρόνια του χωρισμού θα την κατασταλάζουνε λίγη λίγη την πίκρα, κ' έτσι θα χωρέση μες στην καρδιά μου. Εσείς θα τη χαίρεστε τη μονάκριβή μου, και γω θα σιγολυώνω μέσα σ' αυτούς τους έρμους τοίχους.

Κωστ. Αι, μάννα! Στα μυρολόγια θα το ρίξουμε τώρα, πούχουμε και μουσαφίρη σπίτι;

Δέσπω. Αχ, και μας μουσαφιρεύει ανάκουστα βάσανα!

Κωστ. Μια και να τη δης την Αρετούλα σου νύφη, όλα Παράδεισος θα σου φαίνουνται πάλι. Έτσι είστε σεις οι μαννάδες. Από μέσα χαίρεστε, και δος του δάκρυα απόξω. Ως τόσο η Αρετούλα πού είνε; Τόστρηψε, άμα σήκωσα το φανάρι για να την καλοδή ο γαμπρός. Πρέπει να πήγε να στολιστή.

Δέσπω. Θα βγη με την ώρα της, σα χρειαστούμε το δίσκο. Όλα θα γίνουνε με την τάξη τους. Πάγω απατή μου να της πω τα ξαφνικά τα μαντάτα, ώσπου να τοιμασθούν κ' οι άλλοι για το πρωτάκουστο αυτό φαγοπότι. (Βγαίνει).

Κωστ. (μονάχος). Η δουλειά έγινε. Της φάνηκε βαρύ της γριάς, μα πάλι καλά βάσταξε. Τώρα καιρός δε μας μένει. Απόψε τα παιχνίδια, κι αύριο τη στεφάνωση κιόλας. Ο Κράλης ξεκινάει τη δευτέρα, και μονάχος του δεν έχει να φύγη. (Μπαίνει ο Θανάσης). Τα βόλεψες τάλογα, Θανάση; Κι άλλα θα χρειαστούμε για τα προικιά, μα στέλνουμε τον Κεριάκο απόψε και μας τα φέρνει από τη χώρα. Εσύ τώρα να πας στα παιχνίδια.

Θανάσης. Να μας ζήσης που μας τα τέλειωσες μια χαρά. Κ' είταν ώρα μας μα το ναι, γιατί ο κόσμος όξω μας την πάντρευε κιόλας με τον έναν και με τον άλλον.

Κωστ. Ο κόσμος είνε καθρέφτης που σκύβεις και βλέπεις μέσα το νου σου προτού ν' ανοίξης το στόμα σου και να μιλήσης. Ξεχνάς καμιά φορά το σκοπό σου; Βγαίνεις και τονέ ρωτάς τον κόσμο, τι έχεις να πης ή να κάμης. Σε παίρνει τότες από το χέρι και σε σέρνει σε μύριους γκρεμνούς ο καλόβουλος αυτός κόσμος, που σ' αγαπάει κι όλο για το καλό σου χολοσκάνει και νοιάζεται. Έτσι τραβούν και τη μισοζώντανη τη μυίγα τα μερμήγκια σαν πέσουν απάνω της και την κατρακυλούνε μες στη φωλιά τους να κάμουν πανηγύρι απάνω της. Άφινέ τον τόν κόσμο, και τρέχα στα παιχνίδια, σου λέω. Στάσου! Πάω εγώ σε λιγάκι. Σύρε εσύ τώρα ναλλάξης να φάμε, και τότες.

(Βγαίνουνε).

ΟΓΔΟΗ ΣΚΗΝΗ

Ταβέρνα. Ο Στεφανής κάθεται μονάχος τον παρέξω. Παλικάρια κι άλλοι χωριανοί παραμέσα.

ΣΤΕΦΑΝΗΣ, ΠΑΛΙΚΑΡΙΑ, ύστερα ΚΩΣΤΑΝΤΗΣ και ΒΙΟΛΙΤΖΗΔΕΣ

Α'. Παλικ. Τράκα το και συ, μωρέ Στεφανή, τράκα το, κ' άφινε τους γέρους που παντρευτήκανε νιαρές κοπέλλες να συλλογιούνται. (Τον τραβάει παραμέσα). Έλα να σε κεράσω, μωρή κλαμένη Παναγιά, που διώχτεις τους ποντικούς σα μας ψέλνης Χερουβικό. Δος του ένα κρασί, μωρέ Γιάνη, αυτουνού του μισοκακόμοιρου. Γλέντι δε θα δούμε α δεν του τανάψουμε κι αυτουνού τα καντήλια. (Παίρνει ποτήρι και του το δίνει).

Στεφ. Να σε χαρώ, δεν μπορώ. Αν είμουν καλά, αλάκερη πλώσκα την άδειαζα για χατήρι σου.

Β’ Παλικ. Μην τον ακούς το μαριόλο, κ' έχει πολλά η σκούφια του μέσα. Σιγανό ποτάμι είνε αυτός κ' έννοια σου. Μου τα είπε όλα μια ψυχή που σε είδε απόψε, μωρέ θεομπαίχτη, κι α δεν πιής το κρασί, σου τα βγάζω, καημένε. (Ο Στεφανής κάνει να φύγη). Βάστα τονε, γεια σου, δεν έχει να φύγη. Θα το πιη το κρασί, κ' ύστερα θα μας τραγουδήση κιόλας ταναγνωστάκι.

Στεφ. Αφήστε με, να σας χαρώ, κ' είμαι ανήμπορος.

Β' Παλικ. Εσύ άρρωστος, μωρέ κατεργάρη; Τίνος τα ψέλνεις αυτά;
   Τάχα να σε χτύπησ' η πούλια, εκεί ανάμεσα στις πορτοκαλιές;

Α' Παλικ. Πιέ το, καψούλη, και τόχυσα πάνω σου.

(Ο Στεφανής πίνει).

Β’ Παλικ. Με τις υγειές σου. Έλα το τραγούδι τώρα.

Όλοι (γελώντας). Το τραγούδι, το τραγούδι.

Στεφ. Μα, παιδιά μου. δεν έχω φωνή για τραγούδι.

Β’ Παλικ. Φωνή δεν έχεις; Μωρέ και ποιος είνε που μας φυλάει ως το μεσημέρι στην εκκλησιά; (του κρυφομιλάει): Έλα, τραγούδα να ξεσκάσης, καημένε, δεν τους το λέω και μη φοβάσαι.

Γ' Παλικ. Άλλο ένα κρασί θέλει, λέει. Κρασί, κρασί φέρτε του! (Του φέρνουν ποτήρι).

Στεφ. Εσείς βαλθήκετε και καλά να με μεθήστε απόψε. (Πίνει).

Όλοι. Το τραγούδι τώρα, το τραγούδι! (του φέρνουνε ταμπουρά).

Στεφ. (μοναχός του). Βαριά και λαβωμένη καρδιά, τραγούδα τους να κάμουνε γλέντι με τα βάσανά σου.

(Παίρνει τον ταμπουρά και τραγουδάει):

      Από τη μάννα το μωρό,
      Από τη γης βγαίνει, λουλούδι,
      Απ' το πηγάδι το νερό,
      Κι απ' την αγάπη το τραγούδι.

Όλοι (τραγουδούν). Κι απ' την αγάπη το τραγούδι.

Στεφ. Μα το τραγούδι όσο γλυκό,
      Όσο χαρόκαρδο κι α βγαίνη,
      Έχει ένα μάγιο μυστικό,
      Η γλύκα του να σε πικραίνη.

Όλοι. Η γλύκα του να σε πικραίνη.

(Μπαίνει ο Κωσταντής).

Κωστ. Γεια σας, παιδιά, κι ακονίζετε τάρματά σας και γι' άλλο
   ξεφάντωμα.

Α’ Παλικ. Γεια σου, αφεντικό, αλέστα όλοι μας για την αφεντειά
   σου.

Κωστ. Απόψε γίνεται ο αρραβώνας της αδερφής μου με τον κυρ Κράλη
   από τη Βαβυλώνα και βάλτε φωτιά να καή!

Όλοι (σηκώνουνται και φωνάζουν). Ας καή, κι ο κυρ Κωστάκης να είνε
   καλά.

Στεφ. (μονάχος του). Πούθε κατέβηκες, αστροπελέκι μου, και δε σ' έννοιωσα, ώσπου με κομμάτιασες και πήγα! Πούθε ξεπρόβαλες, ανεμοστρόβιλε, και μου τονε συνεπήρες το νου μου; Να φύγω, να φύγω απ' αυτή τη φωτιά που όλο με τριγυρνάει και με πνίγει. Να μην τακούγω τα λόγια τους που σαν οχιές με κρυφοδαγκάνουνε.

(Βγαίνει).

Κωστ. Φέρε των παιδιών κρασί μπρούσικο, Γιάνη, και πες του κυρ
   Μήτρου να τα κουρντίση, κ' ίσια στο δικό μας με τα παιχνίδια!

Όλοι (πίνοντας). Καλά στεφανώματα, αφεντικό, και να σου ζήσουνε,
   να γεράσουνε!

(Έρχεται Βιολιτζής και Λαγουτατζής).

Κωστ. Μπρος, παιχνίδια, και πίσω παλικάρια.

(Βγαίνουνε τραγουδώντας απάνω στο σκοπό των παιχνιδιώνε).

Μια πέρδικα. — μια πέρδικα, μονάκριβη Την είχε η μά — την είχε η μάννα στο κλουβί, έρχεται άγουρος την παίρνει, και στα ξένα τηνε φέρνει. Στα ξένα και — στα ξένα και στα μακρινά, περνούνε χώ — περνούνε χώρες και βουνά, μα δε βρήκανε κονάκι σαν κι αυτό το χωριουδάκι.

ΔΕΥΤΕΡΗ ΠΡΑΞΗ

ΠΡΩΤΗ ΣΚΗΝΗ

Στης Δέσπως. Χαγιάτι. Φώτα αναμμένα. Παίζουν τα παιχνίδια.

   ΔΕΣΠΩ, ΚΡΑΛΗΣ, ΚΩΣΤΑΝΤΗΣ, ΣΑΡΑΝΤΗΣ, ΘΑΝΑΣΗΣ, ΠΑΛΙΚΑΡΙΑ,
   ΒΙΟΛΙΤΖΗΔΕΣ ύστερα ΑΡΕΤΟΥΛΑ

(Στης πόρτας το κατώφλι γειτόνισσες και κοιτάζουνε):

Κωστ. Μην το λυπάστε, παιδιά, το κρασί. Πλημμύρα το κρασί, και χαλάζι το μάλαμα! (Πετάει νομίσματα στους βιολιτζήδες). Μάννα, η νύφη, η νύφη να βγη να κεράση πάλε.

   (Μπαίνει η Αρετούλα στολισμένη με το δίσκο και πηγαίνει στον
   Κράλη. Σταματούν τα βιολιά).

Κράλης (Παίρνει ποτήρι), Στην υγειά σου, πεθερά μου, για σας, αδέρφια. (Βλέποντας την Αρετούλα). Καλώς να σε βρω. Θα μας κάμης τη χάρη να πιής και του λόγου σου;

Αρετ. (σιγανά). Καλώς να ορίσης.

(Ο Κράλης πίνει, η Αρετούλα βάζει το δίσκο σε τραπεζάκι και παίρνει ποτήρι). Με τις υγειές σου και καλώς όρισες. (Γυρίζει και βλέπει τον Κωσταντή). Καλώς να σε βρω, Κωσταντή.

Κωστ. Καλώς να ορίσης, Αρετούλα.

   (Η Αρετούλα πίνει, ύστερα παίρνει το δίσκο και πηγαίνει στον
   Κωσταντή).

   Με τις υγειές σου, Αρετούλα, και καλώς όρισες. Έτσι να μας
   γεμίζης πάντα χαρές, κι από τα ξένα ακόμη να μας φέγγης σαν ήλιος
   που να νυχτώνη και πάλι να χρυσώνεται το χωριό μας. Τι λες κ'
   εσύ, μάννα.

   Κοίταξε τον τόν ήλιο που θα μας γλυκοφέγγη (δείχτοντας την
   Αρετούλα), κοίταξε και τον Αυγερινό αντικρύ της (δείχτοντας τον
   Κράλη).

Δέσπω. Με την ευκή μου, παιδιά μου, με την ευκή μου να είνε, κι ας
   τονε σκεπάζουν κάποτες τον ήλιο και σύννεφα.

Κωστ. Μαννούλα, τι λες; Άσπρη μέρα μας ξημερώνει και σύννεφα βλέπεις; Καλώς να σε βρω, χρυσή μου γριά, ίσως και μας ξανάμπη στον τόπο της η καρδούλα σου.

Δέσπω. Καλώς να ορίσης, αγώρι μου.

(Πίνει ο Κωσταντής. Η Αρετούλα πηγαίνει στη Δέσπω).

Με τις υγειές σου και καλώς όρισες, Κωσταντή μου, και να σε χαιρούμαστε, χρυσέ μου γαμπρέ. Ας την κάμη κι ο Θεός την καρδιά μας πέλαγο, που να βουλιάζουν οι λύπες και ν' αρμενίζουν οι ελπίδες, κι ας μην αράζουνε. (Πίνει η Δέσπω, βγαίνει η Αρετούλα).

Κωστ. Βλέπω, μάννα, και σε ξανανασταίν' η χαρά, και τα γλυκαίνει τα λόγια σου. Μας βαλσάμωσαν οι πονεμένες ευκές σου και μοσκομύρισε το σπίτι παρηγοριά. Παίξτε, παίξτε, μαγεμένα παιχνίδια. Παλικάρια μου, εσείς σηκωθήτε στον τραγουδηστό το χορό. Ας βουήξη η χαρά μας κι ας την ακούσουν οι κάμποι και τα βουνά. Έξω το μαντίλι, αδέρφια, και στο χορό. (Ξαναπαίζουν τα παιχνίδια. Παίρνει ο Κωσταντής ταδέρφια του και τους άλλους και χορεύουν).

Βιολιτζής (τραγουδάει παίζοντας: )
                 Θαμάζουμαι το κρυό νερό,

Κωστ. (τραγουδάει) Το νεραντζοφίλημα.

Βιολ. » Οπόθε κατεβαίνει,

Κράλ. » Νεραντζοφιλημένη.

Βιολ. » Από γκρεμνό γκρεμίζεται,

Σαράντ. » Το νεραντζοφίλημα.

Βιολ. » Στο περιβόλι μπαίνει,

Θαν. » Νεραντζοφιλημένη.

Κωστ. Με μέθησε, μάννα μου, η χαρά σου, κι άλλος άνθρωπος έγινα. Σήκω, γλυκειά μου μάννα, σήκω κ' έμπα κ' εσύ στο χορό. Σήκω, να το δω με τα μάτια μου πως είνε χαρά κι' όχι λύπη της Αρετούλας ο γάμος. (Την τραβάει να χορέψη).

Δέσπω. Ο χορός θέλει νιάτα, παιδί μου, θέλει και νου ανάλαφρο από συλλογές. Κάλλιο νάρθη η νύφη και να μπη στο χορό για τη μάννα της.

Κωστ. Και μάννα και κόρη. Αρετούλα, που είσαι; Ελάτε να μου το δείξετε πως τη νοιώθετε τη χρυσή μας τη μοίρα.

(Μπαίνει η Αρετούλα, και σμίγει στο χορό με τη Δέσπω).

Βιολ. (τραγουδάει) Ποτίζει δένδρα και κλωνιά,

Όλοι (τραγουδάνε) Το νεραντζοφίλημα.

Βιολ. (τραγουδάει) Ποτίζει λεμονίτσες,

Όλοι (τραγουδάνε) Νεραντζοφιλημένη.

Κωστ. (ρίχνοντας νομίσματα στους βιολιτζήδες). Να μου ζήτε, και μάννα και κόρη. Από νεραντζιά δε φούντωσε τέτοιο δροσάτο κλωνάρι. Ως τόσο παιδιά μου, νύχτα σαν ετούτη κι από μέρα πιο λαμπερή δεν την είδαν τα μάτια μου. Ως και το φεγγάρι τη ζούλεψε τη χαρά μας. Στην πατινάδα, παιδιά, να το καταλάβη κι ο ουρανός. Κράλη, να το δης το χωριό μας με τ' ολοφέγγαρο, και να μείνη μες στην ψυχή σου.

Κράλης. Να μας ξανακεράση πρώτα η νύφη, κι ό,τι προστάζεις κατόπι. (Η Αρετούλα κερνάει). Αρετούλα μου, τώρα πια το νοιώθω πως είσαι δική μου· γιατί εγώ το είπα και με κερνάς. Η καινούργια η πατρίδα σου θα τραντάξη με την ομορφιά σου. Κορώνα μου και καμάρι θα σέχω, με του πουλιού το γάλα θα το θρέφω ταγγελικό σου κορμί. Θάρχεται να μας βλέπη ο Κωσταντής, και θα παίρνη μαζί του τα φυλλοκάρδια μας για παρηγοριά της μαννούλας.

Δέσπω. Άμποτες, παιδάκια μου, άμποτες. Αν είχε λόγια ο πόνος της αγάπης, γαμπρέ μου, θα μπορούσα να σου παραστήσω αυτή την ώρα το τι σου δίνω. Την ψυχή μου βγάζω και την αποθέτω στα χέρια σου! Μα είνε μπιστεμένα χέρια, και διαλεγμένα από τον άξιο τον Κωσταντή μου. Αυτό με γλυτώνει και δε βουλιάζω, δεν πνίγουμαι· μόνο δυναμώνω κι ανεβαίνω στα κύματα, και βλέπω ήλιο και φως και χαρά, χαρά για λόγου σου, που θα το καμαρώνης αυτό το στολίδι μας. Αν είχαμε την καλή την τύχη να ζουν οι γονιοί σου, θα είτανε μεγαλείτερη η παρηγοριά μας. Μα δε μας είτανε γραμμένο αυτό το καλό, ίσως για να μας φανερώση πιο καλλίτερα ο Θεός την τρυφερή σου αγάπη.

Κράλ. Να μη συλλογιέσαι άλλο, μάννα, παρά πως το πουλάκι σας θα περάση από τόνα στ' άλλο χρυσό κλουβί. Διπλή έννοια θα το διαφεντεύη σαν τόχω σιμά μου, γιατί παίρνω μαζί μου και τη λαχτάρα σου.

Κωστ. Κράλη μου, είσαι μάλαμα, κ' η ψυχή μου σε χαίρεται. Τη γλυκοπότισες τη μάννα, κ' έγινε δροσοθρεμμένος βασιλικός. Έτσι δροσερή να μένη κ' η αγάπη μας, Κράλη, κ' έτσι αγκαλιαστοί να ζούμε πάντα, κι ας είνε και με το νου. Σαράντη μου και Θανάση, ελάτε, αδέρφια μου, κ' είμαστε βασιλιάδες απόψε. Στην πατινάδα, παιδιά, ομπρός παιχνίδια, και τραγουδάτε μας, παλικάρια.

(Βγαίνουν τα παιχνίδια, κ' ακολουθούν οι άντρες τραγουδώντας).

Μια πέρδικα, — μια πέρδικα μονακριβή, Την είχε η μα — την είχε η μάννα στο κλουβί, έρχεται άγουρος την παίρνει, και στα ξένα τηνε φέρνει. Στα ξένα και — στα ξένα και στα μακρινά, περνούνε χώ περνούνε χώρες και βουνά, μα δε βρήκανε κονάκι, σαν κι αυτό το χωριουδάκι.