WeRead Powered by ReaderPub
Η μαζώχτρα κι άλλες ιστορίες / Ο Βουρκόλακας - Δράμα cover

Η μαζώχτρα κι άλλες ιστορίες / Ο Βουρκόλακας - Δράμα

Chapter 36: ΠΕΜΤΗ ΣΚΗΝΗ
Open in WeRead

Explore more books like this:

About This Book

A collection of short stories and a dramatic piece rooted in island and rural life. A framing prologue reflects on reading, literary purpose, and cultural habits, and the narratives draw on travel impressions of Crete: rugged landscapes, ruined villages, and local speech. The tales alternate naturalistic depictions of hardship, violence, and social decline with folklore-tinged episodes that probe obsession, isolation, and communal memory. The drama complements the stories by staging local customs and moral tensions, blending realism and vernacular color to portray a community shaped by loss, endurance, and superstition.

(Φαίνεται ο Συνέσιος από μακριά).

Συνέσ. (μονάχος του). Σα να μ' έστειλε ο Θεός και τη βρίσκω τη δύστυχη στην τρομερή αυτή μοναξιά.

Δέσπω. Μήτε βογκητό μήτε στεναγμός δεν ανεβαίνει από το μαύρο το
   χώμα. Έρμη, έρμη έμεινα πια στον κόσμο! Ας σύρω και ας ρίξω στον
   γκρεμνό το κορμί μου, τα όρνια να το φαν και να πετάξουνε στα
   ξένα να της πουν της Αρετούλας ταμέτρητα βάσανά μου. (Ξεκινάει).

Συνέσ. (μονάχος του). Να της μιλήσω, θα την παρατρομάξω, κ' είνε ο
   νους της φαρφουρί πυρωμένο που ταγγίζεις και σκάνει. Ας την
   ακολουθήσω, ίσως και χρειαστή βοήθεια στο δρόμο της. (Ακολουθάει
   τη Δέσπω και βγαίνουν).

ΤΕΤΑΡΤΗ ΣΚΗΝΗ

Η ίδια. Σκουντάει την πλάκα και βγαίνει ο Κωσταντής βουρκολακιασμένος.

Κωστ. Τανάθεμα με σήκωσε από το βαθύ μου τον ύπνο· Τέτοιο ανάθεμα ποιος τάφος να το βαστάξη! Βουνό να κατρακυλήσης απάνω του, και πάλε ξεσπάνει ο τάφος και ξαναφέρνει στον κόσμο μια λάκερη κόλαση.

Φωνή τρομερή με ζωντάνεψε, αν είνε ζωή αυτός, του θανάτου ο θάνατος. Την άκουγα τη φωνή της, και γύρευα να ξεσκίσω την παγωμένη μου σάρκα, να τα τραβήξω σύρριζα τα μισοχυμένα μαλλιά μου. Και καθώς πολεμούσα να σαλέψω, ν' απλώσω τα χέρια, ν' ανοίξω το στόμα, και να φωνάξω πως τακούγω τα σπαραχτικά της τα λόγια, κατέβαιναν άλλα λόγια πιο τρομερώτερα και ταποσβόλωναν το κορμί μου. Αγκομαχούσε μέσα μου απέραντος πόνος, κι ως τόσο βογκητό δεν έβγαινε να της πη πως φτάνει, φτάνει ο απελπισμένος θρήνος, γιατί σηκώνετ' ο γιος της να της ξαναφέρη την Αρετούλα, που την πήρ' από πλάγι της και από 'να Χάρο πιο άκαρδα.

Τάκουσα κατόπι το μυρολόγι που διάβαινε κ' έφευγε σαν ανέμου βουητό. Δράκο μ' έκαμε τότες ο πόνος, και το ξετίναξα το λιθάρι και ξαναπρόβαλα στον απάνω κόσμο.

Σα να τρεμουλιάζουν ταστέρια στην όψη μου. Σα να μουχλιάζη ταγέρι τριγύρω μου. Σβύνουν τα καντήλια και σωπαίνουν οι τρουξαλλίδες. Από το κορμί μου σκορπιέται φαρμακωμένη κρυάδα που τάφος δεν τηνέ γνώρισε. Πώς να με δη, να με σιμώση, και να μη ξαφνιστή ταθώο το πλάσμα, που του είχα και γω μια αγάπη, κι ας είταν αγάπη που ρημάζει καρδιές!

Κι αν πάλι την κρύψω την κόλαση που μέσα μου βράζει, μα τα λιβάνια που μυρίζουν ακόμα, ταραχνιασμένο το πρόσωπο, τα σβυσμένα τα μάτια, τα χωματιασμένα τα σάβανα — ποιος μάγος θα μου τα κρύψη!

Εσύ, μαύρη νύχτα, θα με σκεπάσης. Εσείς ανέμοι, θα μου δώστε τα φτερά σας, και σεις, σύννεφα, το σκοτάδι σας. (Χάνεται μέσα σε σύννεφα).

ΠΕΜΤΗ ΣΚΗΝΗ

Στο δρόμο κοντά στης Δέσπως.

ΣΥΝΕΣΙΟΣ, ΠΕΡΜΑΘΙΩ, ΠΙΠΙΝΙΩ

Συνέσ. (Βγαίνει από την πόρτα της Δέσπως με φανάρι στο χέρι). Έχετε το νου σας, καλές μου, στη χαροκαμένη την αρχόντισσα. Την αφήκα με τη Γαρουφαλιά, αφού την καθησύχασα με δυο λόγια, κ' ελπίζω πως δε θα της ξανάρθη το φρένιασμα της απελπισιάς. Έτρεχα με τρομάρα κατόπι της, σα βγήκε από το κοιμητήριο, και να την προφτάξω δεν είχα δύναμη. Ο Θεός με φώτισε και πήρα το μονοπάτι και βρέθηκα ομπροστά της τη στιγμή που χύμιζε όξω φρενών κατά τον γκρεμνό. Την έφερα πίσω, και της έταξα πως ολονυχτής θα προσεύκουμαι για νάρθη πίσω η κόρη της. Η προσευκή μου, χριστιανές μου, πρέπει να γίνη ταξίδι. Άλλος δε μένει να τη φέρη την ταλαίπωρη κόρη από τέτοια μακρινή ξενιτειά. Πηγαίνω ατός μου, κ' αφίνω την τύχη της μάννας στα χέρια του Παντοδύναμου. Αχ, και νάρθη, και τι να βρη! Ολοτρόγυρα θάνατο και τη μάννα της σαλεμένη!

Πιπ. (της Περμαθιώς). Δε σου τάλεγα πως σάλεψε ο νους της; (Στο Συνέσιο). Ο Χριστός κ' οι Αγιοί μαζί σου, μεγαλόχαρή μου ψυχή, που τέλος δεν έχει η καλωσύνη σου.

Συνέσ. (μονάχος του πηγαίνοντας). Κι α δε με είχε δυναμωμένο η άγια μας η πίστη, α δε με είχαν καμωμένο πέτρα του κόσμου οι συφορές, θάλεγα κάλλιο στο μνήμα και γω, παρά να την ξαναδώ ξένη, σε ξένα χέρια, και να την ποτίζω τέτοια φαρμάκια. (Φεύγει).

Περμ. Πάει να μας δείξη πάλι την αγιωσύνη του. Πολεμάει να γλυτώση την αρχόντισσα, μα πού να προφτάξη, που θέλει μέρες και μέρες να πάη και νάρθη! . . Ανατριχιάζω, καημένη, και δε συμμαζεύουμαι από την τρεμούλα. Και τέτοιο σκοτάδι! Φέρ' ένα φανάρι από μέσα να καθίσουμε στο κατώφλι αυτουδά! Α μας χρειαστούνε, η Γαρουφαλιά θανοίξη το παραθύρι και θα φωνάξη. Πού ύπνος πια τέτοιες ώρες!

Πιπ. (φέρνει φανάρι και καθίζουν). Τι παράξενη νύχτα και τι κρύο
   σκοτάδι, σα να γερνούνε στον αέρα φαντάσματα. Ας κάμουμε το
   σταυρό μας κι ας μείνουμε δω καμμιάν ώρα, ώσπου να λαλήξη κι ο
   πετεινός.

Περμ. Να πάη, λέει, ολομόναχη στο κοιμητήριο και να μυρολογάη
   απάνω από τα παιδιά της, κ' ύστερα να γυρεύη να γκρεμιστή! Κι ας
   την πάνε στο Μοναστήρι μια και καλή την κακόσυρτη, νάχουν την
   έννοια της οι καλόγριες.

Πιπ. Στάσου — άκουσες τίποτις από κει μεριά; Είδες τίποτις;

Περμ. Άμε στο καλό και συ που είσαι απατή σου για το Μοναστήρι. Τι νακούσω και τι να δω!

Πιπ. Καλέ κοίτα εκειδά κατά το μεγάλο το δρόμο! Δε βλέπεις εκεί μια φωτερή καταχνιά, και μέσα της ένας καβαλλάρης με γυναίκα στο πλάγι του; Σα μαύρος ίσκιος περνάει τις ιτιές κ' έρχεται κατά το χωριό. Κ' έρχεται μαζί του κ' η καταχνιά σα σύννεφο που το φυσούν οι ανέμοι. Σήκω, καημένη, και πάμε μέσα να προσκυνήσουμε. Ο Χάρος πρέπει να είνε και μαζεύει πάλι διαβάτες για τον άλλο τον κόσμο. (Σηκώνεται και μπαίνουνε στο σπίτι της Πιπινιώς).

Περμ. (σκύβοντας από την πόρτα). Τίποτις δε βλέπω, και του κάκου με τρόμαξες. Τι να είνε, ως τόσο οι θεοσκότεινες αυτές οι ραβδιές που τινάζουνται από πάνω κι ίσια στο δρόμο μας πέφτουν! Πάμε, καημένη, να κάνουμε μετάνοιες και να θεμιάσουμε, η χάρη της Παναγιάς να μας φυλάη κι αυτή τη νύχτα. (Μπαίνει και μανταλώνει την πόρτα).

ΕΧΤΗ ΣΚΗΝΗ

Η ίδια.

Η Αρετούλα φαίνεται στο βάθος τον δρόμου μονάχη της με μαλλιά ξέπλεκα κι αμελημένα φορέματα.

ΑΡΕΤOΥΛΑ, ύστερα ΔΕΣΠΩ, ΓΑΡΟΥΦΑΛΙΑ, ΠΕΡΜΑΘΙΩ, ΠΙΠΙΝΙΩ

Αρετ. Όνειρο πρέπει να είνε, κι ως τόσο ψέμα δεν είνε! Να τος ο δρόμος μας, να την του σπιτιού μας η θύρα! Τι θα πης, μαννούλα μου, να με δης άξαφνα μπροστά σου με τέτοια τρομάρα στο πρόσωπο! Μ' άφησε ο Κωσταντής ολομόναχη, ότι σιμώσαμε το χωριό, ότι ακούσαμε μια φωνή που σιγοδιάβαζε μέσα στο Κοιμητήριο, και χάθηκε από μπρος μου μαζί με το φρενιασμένο τάλογο που περνούσε θάλασσες και βουνά. Γίνεται να μην είνε όνειρα όλα αυτά; Είμουνα στο σπιτάκι μου απόψε. Έλειπε ο καλός μου, που θα γυρίση ο δύστυχος και σαν παιδί θα με κράζη και δε θα με βρίσκη! Όχι, όχι· δε γίνεται. Όνειρο είνε. Και μέσα στόνειρο, άλλο ένα, που τανιστορώ κι αγριεύω σαν αυτή τη δύστροπη νύχτα. Καθούμουνα μονάχη στο παράθυρο. Έρχετ' άξαφνα ο Κωσταντής, και με χαιρετάει από μακριά και μου λέει «Περβάτησ', Αρετούλα μου, κ' η μάννα μας σε θέλει».— «Αλλοίμον' αδερφάκι μου» του κράζω «και τι νε τούτ' η ώρα! Ανίσως κ' είνε για χαρά, να βάλω τα χρυσά μου Κι αν είνε πίκρα, πες μου το, νάρθω καταπώς είμαι». Και μου λέει «Έλα καταπώς είσαι» . Κι ανεβαίνω μαζί του τάγριο τάλογο, και σύραμε σα σύννεφα κ' ήρθαμε. Και διαβαίνοντας από τις ιτιές εκεί κάτω, ξυπνούν τα πουλιά και μιλάνε μ' ανθρώπινη λαλιά και φωνάζουν «Ποιός είδε κόρην όμορφη να σέρνη πεθαμμένος!» — «Ακούς» του κάνω «Κωσταντή, τι λένε τα πουλάκια;» — «Πουλάκια 'νε» μου ξαναλέει «πουλάκια 'νε κι ας λένε.» — «Φοβούμαι σε, αδερφάκι μου» του κράζω τρομασμένα «φοβούμαι σε, αδερφάκι μου, και λιβανιές μυρίζεις». — «Εχτές βραδύς επήγαμε» μου λέει «στον Άη Γιάννη, και θέμιασέ μας ο παπάς με περισσό λιβάνι». Και λέγοντάς μου τέτοια λόγια με κατεβάζει αντικρύ στην Αγιά Μαρίνα, και χάνεται σαν ίσκιωμα από μπρος μου!

Ανέβηκα το χωριό τρέμοντας ολομόναχη μέσα στα σκοτεινά. . . Όνειρο μέσα στόνειρο πρέπει να είταν! Ως τόσο να τον ο δρόμος μας! Να την η θύρα μας! Μισοφέγγει ένα παράθυρο και το βλέπω το σπίτι μας. Το βλέπω, και να φωνάξω δε μπορώ να μου ανοίξουν …. Τουρτουρίζουν τα δόντια μου! Σύγκρυα με περέχυσε ο βλογημένος ο Κωσταντής! Πάγος μονάχος το κορμί του! . . . Όνειρο μαύρο και φοβερό! . . . Τον ονειρεύτηκα πεθαμμένο τον Κωσταντή! . . . Κι ακόμα όνειρο βλέπω, και θαρρώ πως πεθαίνω τώρα και γω! . . Αχ, και να μπορούσα να ξυπνήσω και να γλυτώσω! Να δω τον ακριβό μου στο πλάγι μου και να λαφρωθώ, να ξαναξυπνήσω, να είμαι πάλι στον κόσμο! . . Ως τόσο να την η πόρτα μας! Να το τό σπίτι! Ο Κωσταντής μου το είπε καθάρια πως η μάννα με θέλει. . . Τι να με θέλη τέτοια ώρα παράξενη! . . . Τι να είνε αυτό το κακό που ζητάει να με θανατώση πρι να το μάθω! . . . Φοβερό κι ατέλειωτο όνειρο! . . . . Να φωνάξω, να ξυπνήσω, να γλυτώσω από το βάσανο, να κράξω τη μάννα να με ξυπνήση και να με σώση. . . (φωνάζει) Μαννούλα, μαννούλα, ξύπνα με, και πεθαίνω! Ο Κωσταντής μας είναι που μ' έρριξε μέσα σ' αυτή την κρύα την καταχνιά, που πάει να με πνίξη. Ξύπνα με, μάννα, να ξαναβρεθώ στο σπιτάκι μου! Ο ακριβός μου, ο ακριβός μου! Θα λωλαθή, να το μάθη πως πέθανα! Πέθανα, μαννούλα, και ξύπνα με!

(Πέφτει κοντά στην πόρτα).

Γαρουφ. Είτανε γυναικήσιες φωνές.

Δέσπω. Ο Χάρος έχει πάλι βαλμένο το μαύρο του χέρι. Παιδιά δε μου μένουνε να του δώσω, ανοίξτε του να μπη και να πάρη εμένα. (Σκύβει η Γαρουφαλιά κ' οι δυο γειτόνισσες με τα φανάρια, και βλέπουν την Αρετούλα).

Αρετ. (με μισοπνιγμένη φωνή). Πεθαίνω, πεθαίνω, μαννούλα!

Δέσπω. Αρετούλα μου! (Πέφτει απάνω της, και πεθαίνουν κ' οι δυο τους).

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝA

                                  Σελ.
Πρόλογος …………………….. 9
Η Μαζώχτρα ………………….. 23
Καλλίτσα …………………… 111
Μαριγή …………………….. 132
Τόμορφο το χωριό ……………. 143
Χαρά ανίκητη ……………….. 157
Ο Καπετάν Σταμάτης ο Πολίτης …. 165
Ο θάνατος του Τραμουντάνα ……. 171
Η λαχτάρα του Γέρο Ανέστη ……. 178
Ο Βουρκόλακας ………………. 185

ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ ΕΚ ΤΟΥ ΤΥΠΟΓΡΑΦΕΙΟΥ ΤΗΣ ΕΣΤΙΑΣ Κ. ΜΑΪΣΝΕΡ ΚΑΙ Ν. ΚΑΡΓΑΝΟΥΡΗ

1900 — 2845

ΑΛΛΑ ΒΙΒΛΙΑ ΤΟΥ ΙΔΙΟΥ
Νησιώτικες Ιστορίες ….. Δρ. 2.
Φυλλάδες τον Γεροδήμου …» 2.50

Δραχ. 3.

Τυπογραφείο "Εστία„ Κ. Μάισνερ και Ν. Καργαδούρη 2345.

***

1) Τα πιώτερα της Ιστορίας αυτής είνε παρμένα από τα Ταξίδια του Pashley, Τόμ. Α' 301/303, και Τόμ. Β' 160/174: είνε δηλαδή αληθινά, καθώς και πολλά της «Μαζώχτρας». Κ' έτσι βγαίνει σωστή η αγγλική η παροιμία, πως «η αλήθεια είνε κι από το παραμύθι πιο παράξενη».

2) Αληθινή κι αυτής της ιστορίας η ουσία. (Mendelsson Bartholdy, ιστορ. Ελλ. Επαν. Α'. Τόμος, Ε'. Βιβλίο).