Όσο για το Δημήτρη, ακόμα χειρότερα. Διάβαινε απ' ανάμεσα από τις ομορφιές εκείνες σκυφτός, στραβομουριασμένος, αγριοβλέμματος, βουρκόλακας μονάχος. Γύριζε κάποτε τα θολωμένα του μάτια και κοίταζε κατά τις ελιές. Μια φορά, λίγα βήματα πρι να μπη σπίτι του, κοντοστάθηκε. Κάτι μουρμούριζε μοναχός του, κάτι στριφογύριζε μέσα στο ζαλισμένο του νου. Ζαλισμένο από τη ζούλια — ζούλια τρις χερότερη κι από της αγάπης τη ζούλια, αφού δεν είχε και μια στιγμή αλησμονησιάς και τρυφερωσύνης. Σαν όρνιο στα σπλάχνα του νυχωμένο τον κρυφότρωγε ο στοχασμός πως του την κλέψανε μια για πάντα την τιμή της περήφανης φαμελιάς του, την τιμή που με το αίμα της καρδιάς τους την είχανε θεμελιωμένη γονιοί και προπάπποι, και να βρεθή τώρα, λέει, ένας άνομος και να γίνη αφορμή να πέση ολόσωμη θρούβαλα! Και μέσα σε τέτοια ανιστόρητη συφορά, να γυρεύουνε, λέει, παππάδες και διάκοι να τα μπαλώσουνε με ψευτοπαρηγοριές και με κεράσματα. Σκυλί γινότανε να το συλλογιστή μοναχά!
Ξεκίνησε πάλε και χώθηκε σαν κλέφτης μέσα στο σπίτι του. Το λυχνάρι, αναμμένο κ' η γριά η πεθερά του στο τηγάνι αντικρύ στης φωτιάς την αναλαμπή. Ο μόνος άθρωπος που τα καλογνώριζε τα φυσικά του και κάπως τον κυβερνούσε, είταν αυτή η γριά. Τηνε σέβουνταν, ίσως και τηνε φοβότανε λιγάκι ο Δημήτρης την κερά Φρόσω. Μα και πόλεμος να είτανε και σφαγή να πλάκωνε, ο Δημήτρης έπρεπε να πάρη και της πεθεράς του τη γνώμη πρι ναποφασίση. Έπειτα, δεν τάλεγε και του βρόντου η γριά. Τετρακόσια τα είχε κι αυτή, σαν τόσες άλλες ζαρωματιασμένες νησιώτισσες.
Τα είχε μάθει κ' η θεια η Φρόσω τα βρώμικα από κείνη την ταχινή. Μα γνώριζε και τις ενέργειες του Παππά Χαραλάμπη. Ο Εφημέριος μάλιστα σε κείνηνα πρωτοπήγε σα γύρευε το Δημήτρη να τα βολέψη μαζί του. Κ' ίσως να τα γνώριζε από τα πριν η γριά, κάτι θα σοφίζουνταν, κάτι θα προλάβαινε.
Σαν κλέφτης μπήκε ο Δημήτρης, και σα μωρό παιδί καμώνουνταν πως δεν είχε πια τίποτις, πως έστρωσαν όλα.
— Και στο γύρισμά σου πέρασες από της Βασιλικής; ρωτάει η γριά.
— Και πήγα και θα ξαναπάγω. Μισά ψέματα μισές αλήθειες, να γλυτώση μια ώρ' αρχήτερα απ' αναφέλευτες ομιλίες. Τι τον έμελε νάλεγε και ψέματα. Τη ζωή του όλη ψεύτικη τηνε θάρρειε. Ο κόσμος όλος, από τον Παπά και κάτω, με ψεύτικα σκαρώματα πολεμούσε να τον καταπείση πως έλαμπε ακόμα ολόστεκη η τιμή του, που αυτός την ήξερε βουτημένη στην κοπριά.
9
Κάθισε στο τραπέζι, έκαμε πως έφαγε, έκαμε πως ήπιε, να περάσ' η βραδιά. Μιλήσανε για κάτι σπιτοδουλειές, και σαν κοντέψανε μεσάνυχτα, είπε της γριάς να του στρώση στην απάνω την κάμαρα, να κοιμηθή μ' ανοιχτά παράθυρα, ίσως και του περάση ο πονοκέφαλος. Μεσάνυχτα γυρισμένα, όλο το σπίτι ησύχαζε. Η γριά κάτω με τους δουλευτάδες, ο Δημήτρης απάνω, ξαπλωμένος κι αυτός στο στρώμα, όξω από το πάπλωμα όμως, με τα ρούχα, καταπώς είταν. Πού ύπνος και πού ανάπαψη! Άμ' άρχισε κι άκουγε ταχτικά κι απανωτά ρουχαλίσματα αποκάτω, τινάζεται απάνω, και στακροπόδια του περπατώντας πάει και καθίζει κοντά σε παράθυρο. Ανάβει ένα τσιγάρο και κοιτάζει όξω. Κοιμητήρι αυτή την ώρα τολοζώντανο το χωριό. Βασιλεμένο και το φεγγάρι, ξάνοιγες δεν ξάνοιγες τα μέρη της εξοχής γύρω, λιόδεντρα από χλωρασιές, βράχους από χαμόδεντρα. Τα βουνορράχια ως τόσο τις άπλωναν καθάριες τις φειδωτές τους γραμμές, κι απάνωθέ τους λαμποκοπούσε ο ξάστερος ουρανός με τα μύρια καντήλια του.
Μέσα στο χωριό μήτε πετεινός δε λαλούσε ακόμα.
— Πού είνε τώρα όλες εκείνες οι βρωμόγλωσσες, και σε τι λογής όνειρα μέσα να ψαλιδίζουν! έλεγε μονάχος του.
Ξαναπλαγιάζει και κάμνει πάλε να κοιμηθή. Τούρχεται είδος βύθος, πιώτερο ξύπνος παρά ύπνος, κι αντίς όνειρα, πράματα και σκηνές που ταγνάντεψε ή τάκουσε ή τα υποψιάστηκε μες στο μερόνυχτο. Έβλεπε τον Πανάγο με τη Βασιλική μες στη νυφοκάμαρά της στα βραδινά τα σκοτάδια, κ' η γριά, η ξεμωραμμένη η μάννα της η κερά Μαριώ, να θαρρή πως είνε ο Μιχάλης! Και δος του μια περεχυσιά ψιλό ίδρο! Έβλεπε το ξεφάντωμα πιο αργότερα, το Μιχάλη μεθυσμένο στουπί να πετάη αλύπητα τον παρά στα παιχνίδια, το λυγερό τον Πανάγο να σφιχτοκρατάη το χέρι της Βασιλικής στο χορό, και κείνη ξετσίπωτη, δαιμονισμένη, λυσσασμένη, γοργώνα μονάχη, να κλωθογυρίζη το μαντίλι και να το φέρνη γύρο, να τσακίζη τη μέση της και νανεβοκατεβάζη τα στήθια της, να πέφτη ο αχνός του γοργού της ανασασμού απάνω στον αγαπητικό της — κι ο κόσμος απέξω να κοιτάζη, νακούγη, να σκάνη στα γέλοια, και ναπορή το τι έπαθε μαθές, όχι πια ο χαζός ο Mιχάλης, μα το γνωστικό ταδέρφι του ο Δημήτρης, που δεν έρχεται να το σταματήση το μεγάλο το σκάνταλο.
Έβλεπε κατόπι — μέσα στο φοβερό, τον ατέλειωτον εκείνο το βραχνά — έβλεπε τον Πάτερ Χαράλαμπο μόνο που δε βλογούσε την αμαρτία με το Βαγγέλιο στο χέρι, που άκουγε τις ψευτιές του Πανάγου και τις σκέπαζε με το πετραχήλι του, κ' ύστερα να τρέχη και να τις φέρνη αντίδωρο, λέει, ποιανού; — του Δημήτρη!
Και στερνά στερνά η βραδινή, η τρομερή η βραδινή κάτω στο καπελιό, όλο το χωριό να τους κοιτάζη και να μουρμουρίζη, και κεινού να πέφτη το πρόσωπό του από ντροπή, κ' ύστερα να ξανανεβαίνουνε στης Μιχάλαινας και να ξαναρχίζουν το γλέντι αντίς να μοιρολογάνε, που πάει και πάει η τιμή τους. . .Αχ! ξεφωνίζει μια, απάνω στο φριχτό αυτό στοχασμό, και συνεφέρνει με το βουητό του αναστεναγμού του.
— Δεν είναι ζωή αυτή, του κάκου, μουρμουρίζει, και πετιέται πάλε απάνω να κοιτάξη την ώρα.
Λαλούσαν τώρα οι πετεινοί απ' άκρη σ' άκρη του χωριού, και γλυκόφεγγε η ανατολή. Ώρες πρέπει να κοιτότανε βυθισμένος, δίχως να ξέρη κι αυτός. Τέλειωσε δεν τέλειωσε άλλο ένα τσιγάρο, και χαμογελούσε πια ροδοβαμμένος ο ουρανός, αναγάλλιαζαν πορφυρόχρυσα τα βουνά. Αντιλαλούσανε φωνές από τόπο σε τόπο, οι εργάτες που άρχιζαν και ξυπνούσαν, οι γυναίκες που τους τοίμαζαν το φαεί.
Και στο χαμώγι του κάτω, και κει μουρμουρητά και σαλέματα.
Κατεβάζει το τουφέκι του, χώνει στη ζώνη πιστολομάχαιρο, ξαναμαντιλώνει το κεφάλι του, κ' ίσια κάτου, από τη ξώσκαλα που έχει κάθε σπίτι στα μέρη εκείνα. Από την κεριακή αξούριστος, αγουροπρησμένα τα μάτια του με την ξαγρυπνιά, σα νυχτοκλέφτης φαινότανε.
Περνάει απόδιπλ' από του Μιχάλη, ανταμώνει ένα του άνθρωπο παραόξω που μάζευε καψόξυλα για τη φωτιά της Μιχάλαινας, και τονε στέλνει να πάη να φωνάξη τον αδερφό του.
— Μα, αφέντη, κάνει ο δουλευτής, λογιάζοντας ολόγυρα στον αέρα και θέλοντας να πη πως δεν καλοξημέρωσ' ακόμα.
— Πες του να κατέβη και θα πάμε κυνήγι.
Άλλο ένα τσιγάρο, και φάνηκε ο Μιχάλης με το τουφέκι κι αυτός.
— Μα έναν καφέ, αδερφέ μου. Έλα πρώτα μέσα. Την άναψε κιόλας η
Βασιλική τη φωτιά.
— Πάμε τώρα πούχει κυνήγι, κ' ύστερα γυρίζουμε και τον πίνουμε.
— Πάει καλά, κ' έτσι γίνεται.
Και ξεκίνησαν όξω προς τα δικά τους τα λιόδεντρα. Αντίς όμως να πηγαίνη ως τέλος από το συνηθισμένο το μονοπάτι ο Δημήτρης, εκεί που γύριζε κάπως το βουνό και στράβωνε ο δρόμος, αρχίζει και σκαρφαλώνει τα καταράχια δεξιά.
— Ώρα καλή, φωνάζει ο Μιχάλης. Πού θα πας απ' αυτού;
— Έλα μαζί μου και βλέπεις. Από τα χτες το ξετρύπωσα το κατατόπι
αυτό.
Σκάλωσαν κάμποσο. Άξαφνα βρεθήκανε σε μικρό δισκάρι, τριγυρισμένο βράχους κι αυτό.
— Κάθισε τώρα, λέει ο Δημήτρης. Όπου και να είναι θα περάση ο Πανάγος. Την ξέρεις την ώρα του σαν έχη μάζωμα. Ξεκινάει αυτός πριν τους δουλευτάδες του. Να, από κειδά θα περάση. Μια του παίζεις, και γλύτωσε η τιμή μας.
— Δημήτρη! ξεφωνίζει περίτρομος ο Μιχάλης. Έπειτα, κάπως παραπονιάρικα και με παρακάλιο — Έλα στο νου σου, αδερφούλη μου, ξαναλέει.
— Δεν έχει αδερφούλη ξαδερφούλη! σηκώνεται και κράζει μανιασμένα ο Δημήτρης. Μας έκλεψαν την τιμή μας, να την η γιατρειά. Κ' έδειχνε το τουφέκι του.
— Μα δε σου τόλεγα μαθέ και προχτές, πως αν είταν αλήθεια —
— Αλήθεια, ψέματά! Ή τονε σκοτώνεις, ή . . . σε σκοτώνω, του λέει ο Δημήτρης με χαμηλή και με βραχνιασμένη φωνή, τραβώντας το πιστόλι του από τη ζώνη του μέσα.
Δεν είτανε μήτε το πιστόλι, μήτε τη ζωή του που συλλογίστηκε ο Μιχάλης. Συλλογίστηκε πρώτα πρώτα τη Βασιλική του ο δύστυχος. Την ανυποψίαστη τη γυναίκα του, που μήτε να τηνε δη δε γύρισε τρέχοντας νανταμώση τον αδερφό του.
Μάρμαρο έμεινε ο Μιχάλης. Λες και τονε μάγεψε ο Δημήτρης με την παγωμένη ματιά του, με την απάνθρωπή του φωνή. Αυτός, που τον τρόμαζε Τούρκος σαν τάβαζε μαζί του, τώρα με του αδερφού του τη φοβέρα λαφιάστηκε, τάχασε, και με σπαραχτική αγωνία απορούσε ποιος να θυσιαστή, αυτός κ' η γυναίκα του, ή ο ακριβός του ο Πανάγος, το γνωστικό του αγώρι, που ως τα προχτές ακόμα σα γονιός το νοιαζότανε να μην πέση σε μιας μαζώχτρας νύχια, και κείνος τον άκουγε, κι ως τόσο πού να το φαντάζεται τώρα —
Και καθώς γοργόσκιζαν το νου του οι αστραπεροί αυτοί λογισμοί, ακούγονται περπατηξιές αποκάτου, και νά ο Πανάγος.
Δε γύρισε ο Μιχάλης να ξαναδή το Δημήτρη, πίσωθέ του, κρυμμένο τώρα μπροστά σε λιθάρι. Την έννοιωθε όμως τη τρομερή του ματιά, τις άκουγε τις κρυφομίλητές του φοβέρες. Και σκύβοντας από πίσω απ' άλλο λιθάρι, παίρνει σημάδι κι αφίνει την τουφεκιά.
Έπεσε αμέσως ανάστηθα από το δεινό καρδιοχτύπι. Φαινότανε σα σκοτωμένος ο ίδιος.
Σαν πήρε μερικούς ανασασμούς και συνέφερε, λογιάζει δίπλα του και λείπει ο Δημήτρης. Δεν πήγε αμέσως ο νους του στο σκοπό του Δημήτρη. Ανασηκώνεται να κοιτάζη κάτω στο μονοπάτι, και βλέπει του δόλιου του Πανάγου το κεφάλι ξέχωρο από το κορμί, και το Δημήτρη που σκάλωνε πάλι τους βράχους.
— Πάμε τώρα να πιούμε της Βασιλικής τον καφέ· λέει λαχανιασμένα σαν ξανανέβηκε. Τώρα ναι. Είνε νύφη μου η Βασιλική. Να τραβήξουμε όμως από τα ρομάνια εκείνα, να κυνηγήσουμε κιόλας. Για τον Πανάγο σου, ας πάνε να σκοτίζουνται οι Τούρκοι που τούκοψαν το κεφάλι.
Και σαν αποσκούπισε το μαχαίρι στα χόρτα, σηκώθηκαν και πήραν τον απάνω το δρόμο.
Ώσπου νάρθ' η ώρα που βγαίνουν οι δουλευτάδες, τα δυο ταδέρφια ροβολούσαν κατά το χωριό από την άλλη την πλευρά με δυο ζευγάρια κοτσύφους.
10
Ό,τι άνοιξε τα παράθυρά του ο Φώτης, και τα κοπέλλια του, άλλος σκούπιζε τα τσιγαροκόμματα της αποψεσινής συντροφιάς, άλλος διάρμιζε τα ποτήρια και τα καφκιά, να και χώνεται μέσα σαΐττα ο Μανώλης, του Δημήτρη ο δουλευτής, λαχανιασμένος, σκουνισμένος, κατάχλωμος.
— Φονικό! κράζει του Φώτη. Ό,τι πήγαινα στις ελιές, και στο μισό το δρόμο στρωμένος ο κυρ Πανάγος! Αλλού αυτός κι αλλού το κεφάλι του.
— Οι Τούρκοι! ξεφωνίζει ο Φώτης.
Μετά το Μανώλη, κι άλλοι με τα ίδια τα μαντάτα, ύστερ' άλλοι, ώσπου γέμισε το Καπελιό δουλευτάδες, αφεντάδες, γέρους, παιδιά — ως και γυναίκες και κορίτσια κατέβηκαν. Βούηζε πάλε σε μισή στιγμή το χωριό.
Στερνοί στερνοί κατεβήκανε κι ο Μιχάλης με το Δημήτρη.
— Ξέρει ο Γιάνης; ρωτάει ο Δημήτρης τον άνθρωπό του. Τρέξε να του τα πης. Πάρε κι από του Μιχάλη κανέναν, κι ανεβάστε το λείψανο στου αδερφού του.
Έπειτα πιο τρανόφωνα και με στοχαζούμενο ήθος.
— Και, παιδιά, μη πολύ σούσουρο, γιατί πόλεμος στ' ανοιχτά δε συφέρνει τώρα. Έτσι μας μηνούν κι από τα Σφακιά κι από τους Λάκκους. Παρά να πάτε και να συμμαζέψτε τα γυναικόπαιδα, κ' ύστερα συλλογιούμαστε.
Τον άκουσαν κ' έτρεξαν καμπόσοι να κοιτάξουν τα σπιτικά τους.
Πήρανε μαζί τους και τα γυναικόπαιδα που τριγύριζαν.
— Ένα κρασί στα παιδιά, προστάζει ο Δημήτρης του Φώτη. Να μου
πήτε τώρα το τι ακούσατε χτες προχτές από τα τούρκικα. Τι έτρεξε;
— Νά, πετιέται κι αποκρίνεται ένας τους. Εψές σαν μπήκανε μέσα ο Χουσεήνης, ο Μουσταφάς, κι ο άλλος ο Χασάνης, και κουβεντιάζανε με το συμπάθειο για τη ψευτιά εκείνη που κόλλησαν του Πανάγου και του αφέντη μας αποδώ (δείχνοντας το μαραμένο, το θεόνεκρο το Μιχάλη), γύρισε κ' είπε ο Χασάνης πως αυτός αν είταν ελόγου του, θα του την έπαιζε του κυρ Πανάγου.
— Σα να είχε κάποιο νόημα αυτό που είπε ο μουρτάτης. Αφορμή θα γύρευε να σκεπάση τις μπερμπατιές του, λέει άλλος.
— Αυτός θα είνε ο σκύλος, ξαναλέει τρίτος.
— Τσιμουδιά το λοιπόν, τους κάνει ο Δημήτρης. Αφήστε μου τη δουλειά εμένα. Αμέτε σεις όξω και κάμετε τον ανήξερο. Πέστε το και των αλλονώνε να σωπαίνουν, το τι θα κάμω. Όποιος ανοίξη στόμα, την τρώει την μπαλλοτέ.
Και ξεκινάει αμέσως κιόλας καταόξω, από το μέρος που έβλεπε προς την τούρκικη τη μεριά. Ο Μιχάλης πάλε, κάμνοντας ο δύστυχος καρδιά με το στανιό, τράβηξε σπίτι του να πάρη τη γυναίκα του και να πάνε στου Γιάνη.
Τάξερε τα τούρκικα τα κατατόπια ο Δημήτρης σαν τα δικά τους. Και το Χασάνη τονε γνώριζε και τις συνήθειές του. Πηγαίνει απ' ασύχναστα καταράχια και κρυφοχώνεται σε ρουμάνι που παράπλευρα περνούσε κάθε ταχυνή ο Χασάνης, διαβαίνοντας κι αυτός στις ελιές του. Η ώρα του κιόλας. Το πήρε απόφαση να κάμη απατός του την παίδεψη, μην τύχη και τα φέρη ο διάβολος και τους περάση υποψία τους δικούς του. Άλλη μια μπαλλοτέ το λοιπό, να σκεπάση την πρώτη. Το κακό έγινε που έγινε. Τώρα να καψομπαλωθή και να συχάση ο κόσμος.
Δεν παραμόνεψε πολλή ώρα. Μπαμ! και κάτω ο ανυποψίαστος ο Χασάνης, ό,τι αποτέλειωσε το ναμάζι του και ξεκινούσε με το γαδούρι.
Αστραπή ο Δημήτρης από βάτους, από θυμάρια, από βράχους και ρημοτοίχια, και βρίσκεται σπίτι του.
— Αχ, και τάκουσες τα μαύρα τα μαντάτα; του λέει η κερά Φρόσω η
πεθερά του, άμα τον είδε.
— Και δεν τάκουσα; Έτρεξα κιόλας και του την έπαιξα του
βρωμόσκυλου. Την ίδια ώρα θα τους θαφτούνε και τους δυο.
Και της αποξήγησε τα γενάμενα.
Κουνούσε η γριά το μαγουληκωμένο κεφάλι της σα ν' αγνάντευε μεγάλες συφορές ομπροστά της. Δεν ξεστόμισε τίποτις όμως, παρά τούβαλε του Δημήτρη να φάη. Νίφτηκε ο Δημήτρης, και κάθισε κ' έφαγε.
— Εγώ θα πάω τώρα στου Γιάννη, λέει η γριά. Είνε λέει απαρηγόρητος ο βαριόμοιρος. Και βράζουν λέει οι γαμπροί του από καράζι. Να πάω να τους τα ξεμυστηρευτώ, πρι να τρέξουν και μας τουφεκίσουν και κανέν' άλλον Τούρκο και μας κατέβη τριπλή φουρτούνα.
Έμεινε μονάχος του ο Δημήτρης.
11
Πέρασε δεν πέρασε μιαν ώρα, και ροβολάει κατά την κάτω την άκρη του χωριού, τη Χριστιανική, ολότρεμη, σκιαγμένη, θειαφοκίτρινη η Ασήμω. Ό,τι ανέβηκε να μαζέψη στου Χουσεήνη, κι ακούστηκε στα μέρη της το δεύτερο το φονικό. Το πρώτο το είχε ακουσμένο πρι να ξεκινήση από της θειας της, και ταρμήνευε μοναχή της. Ή ο Μιχάλης, έλεγε τότε διαβαίνοντας, ή ο Δημήτρης. Ο Μιχάλης δεν μπορεί να είναι, αυτός ξεφάντωνε πάλε μαζί του εψές. Είνε ο Δημήτρης που μήτε τη μια μήτε την άλλη τη βραδινή δε φάνηκε στης Μιχάλαινας, από το θυμό του. Ο Δημήτρης είνε. Καλά του την έφτιαξε, του ψωροπερήφανου! Να μάθη αυτός.
Κ' η θεόλαμπρη ομορφιά της, καθώς τα μουρμούριζε αυτά μονάχη της ανεβαίνοντας στου Χουσεήνη το χτήμα, είταν αλλαγμένη καθώς αλλάζει ο ουρανός με τη συννεφιά. Έρχουνται ώρες που παίρνει τέτοια όψη η γυναίκα, που την ανιστορείς καθώς θα φαίνεται σα γεράση, ζαρωμένη, με δίχως δόντι και δίχως χάρη. Τέτοια θάρρειες και φαίνουνταν η Ασήμω εκείνη την ώρα.
Τώρα όμως που με το δεύτερο φονικό τη συνεπήρε η τρομάρα, μονάχη χριστιανή εκεί απάνω μέσα στους Τούρκους, λυσσασμένους όλους με τάξαφνο, ταδόκητο το κακούργημα, ροβολώντας η Ασήμω από χαμόδεντρα κι' από βράχους φαινότανε ζορκάδα πάλε λυγερή, γοργοκίνητη και περίτρομη, που την κυνηγούσε λιμασμένο θεριό να τη φάη.
Τρύπωσε μες στο καλύβι της θειας της. Τη βρήκε και τοιμαζότανε για το λείψανο.
Η θεια Πασκαλιά δεν πολύπαιρνε από μαριολιές. Στα γουρουνάκια της περίφημη, καλή και για να πηγαίνη στην εκκλησιά, μα πιο μακρήτερα το μυαλό της δεν έφτανε. Κάτι άκουσε κι αυτή για το σκοτωμό του Πανάγου, μα να βάλη ο νους της δυο και δυο κοντά και να τα κάμη τέσσερα, αυτό δεν το κατάφερνε η θεια Πασκαλιά. Συλλογίστηκε μονάχα να πάη στο λείψανο, κ' έβαζε τη μαύρη της μαγουλήκα σαν έμπαινε η Ασήμω.
— Και τι θα κάμουμε μαθές τώρα σαν αγριέψουν οι Τούρκοι, που είμαστε και στου χωριού την άκρη! γυρίζει και λέει της Ασήμως σαν άκουσε το δεύτερο φονικό.
— Δε θα τα φαν τα γουρούνια σου οι Τούρκοι, κ' έννοια σου. Μόνον τρέχα στο λείψανο. Στάσου! νάρθω κ' εγώ.
Στοχάστηκε πως καλλίτερα να πάη κι αυτή, μια και τους ξαπόλυκε τους Τούρκους, να τάχη καλά με τους Χριστιανούς, ανίσως και σηκωθή πόλεμος. Έρριξε λοιπόν κι αυτή ένα μαυρόρουχο από πάνω της, τυλίχτηκε μαυρομάντιλο, έγινε πεντάμορφη χωρίς να το ξέρη, και ξεκίνησε με τη θεια της, συνεφερμένη τώρ' από την τρομάρα.
Ώσπου να κατασταλάξη στην εκκλησιά, τάμαθε όλα η Ασήμω. Τόξεραν όλοι οι χριστιανοί του Δημήτρη το κάμωμα. Και τι πείραζε και να τόξεραν. Όλοι τους ένα είτανε στην τουρκομάχητ' απάνω, γυναίκες κι άντρες. Ποιος τους τρελλάθηκε να τον καταδώση!
Μια ώρα να γυρίση μεσημέρι, κατέβαινε το λείψανο, τα ξεφτέρια πρώτα πρώτα, έπειτα ο Πάτερ Χαράλαμπος ψέλνοντας με το θυμιατά στο χέρι, κατόπι το ξυλοκρέββατο σηκωμένο από τέσσερες πανώριους λεβέντηδες, έπειτα οι γυναίκες της φαμελιάς, κι ανάμεσα τους μαυροφόρα η απαρηγόρητη η Βασιλική — που σαν πλερωμένη μοιρολογούσε — η κερά Φρόσω σκυφτή κι ανομίλητη, οι αδερφάδες του μακαρίτη σπαραγμένες και κείνες, κι άλλες πολλές. Κι ολοτρόγυρά τους οι άντρες όλοι με τα τουφέκια. Έλεγες κ' είτανε στράτεμα και κατέβαινε.
Καθώς περνούσε το λείψανο από τη θύρα της εκκλησιάς, που στεκόντανε μερικές από την παρακάτω τη γειτονιά κι απαντέχανε να περάση και νακολουθήσουν κι αυτές, βλέποντας ένας την Ασήμω, ίσια ίσια κείνος που έλεγε την αποβραδινή στο Καπελιό για τανίψι του πως η μαζώχτρα του ρίχτηκε, της πετάει μια βρισιά.
Ξαφνίστηκε η Ασήμω. Θάρρεψε πως την έννοιωσαν, στοχάστηκε πως κι α δεν την καλοννοιώσανε δε θαργήσουν, πως σήμερ' αύριο κάποια μπορεί να προβάλη και να την καταδώση ή του Δημήτρη ή του Μιχάλη πως αυτή την πρωτόβγαλε τη θανάσιμη την καταλαλιά, αποφασίζει λοιπόν αμέσως, πρι ναπολύση η νεκρώσιμη η ακολουθία, να σύρη κατά το τουρκοχώρι και να σοφιστή τρόπο να τα ψήση μαζί με τους Τούρκους.
Σκύβει και λέει της θειας της πως μεταγυρίζει στο λιομάζωμα, κ' ίσια στου Χουσεήνη το σπίτι. Ό τι γύριζε ο Χουσεήνης από το σπίτι του Χασάνη, που τον είχαν ξαπλωμένο στη μέση και ξεφώνιζαν οι γυναίκες του. Μαύρος από θλίψη κι από θυμό. Έτσι του ήρθε να τραβήξη το λάζο του και να τα σπαράξη της Ασήμως τα στήθια, σαν την πήρε η άγρια ματιά του.
— Τονε βρήκα το φονιά! προφταίνει αυτή και του κράζει. Κ' έτρεξα
με την ψυχή στο στόμα να το πω του αφέντη μου.
— Και ποιος είν' ο φονιάς; Α βαστούσες τουφέκι, θάλεγα πως εσύ
είσαι, βρωμόπιστη. Άλλος χριστιανός εδώ απάνω δε φάνηκε σήμερις.
— Ο Δημήτρης! Ο Κυρ Δημήτρης! Του Μιχάλη ο αδερφός!
— Πήγαινε μέσα να φας. Άιντε, παλιογλωσσού, άιντε! Ανίσως όμως και μου λες ψέματα —
— Ψέματα; Να! Και σταυροκοπήθηκε.
— Να χαθής από δω, σκυλόπιστη, που αποκοτάς να μου κάμης και τον παλιόσταυρό σου!
Κι άφαντη η Ασήμω.
12
Έγερνε ο ήλιος κατά το βουνό, ως δυο ώρες να βασιλέψη. Όλοι οι δικοί συναγμένοι στου Γιάνη να παρηγορήσουνε τους θλιμμένους, κι ας είχαν ατοί τους ανάγκη παρηγοριά, που τέτοιος πανώριος κρίνος σε μια δύσεχτη ώρα έπεσε και μαράθηκε. Η Μιχάλαινα μάλιστα που σταλήθεια τον αγαπούσε σαν αδερφό της, τόσο κατάκαρδα το πήρε, που μήτε στιγμή δεν τον άφινε το Μιχάλη να λείψη από σιμά της. Να του τα λέη και να του τα ξαναλέη, τα γλέντια, τα ξεφαντώματα, τις χάρες και τα γέλοια, την καλοσύνη του και τη χρυσή του καρδιά, και νάρθη λέει ο μαύρος ο χάρος να τα ρημάξη όλα και να τα σκοτεινιάση. Και ποιος πια να πάη και να σφαλιχτή σπίτι του μέσα; Όλοι, όλοι να μείνουν απόψε στου Γιάνη, να νυχτερέψουν ανιστορώντας τα περασμένα, ίσως και βρούνε παρηγοριά.
Κάθε λόγος της χολοσκασμένης Βασιλικής δίστομο μαχαίρι στου Μιχάλη τα σπλάχνα. Κόλαση καθώς που είταν η ψυχή του, ακόμα πιο φοβερώτερη την έκαμνε το θέλημα της Βασιλικής — να νυχτερέψουνε στου Πανάγου το σπίτι! Τι να κάμη ως τόσο, τόρριξε στο κρασί, κ' έτσι σα να μούδιασε η ματωμένη καρδιά του.
Ο Δημήτρης ως τόσο σηκώθηκε νάβγη όξω.
— Για πού; ρωτούν οι άντρες.
— Να δούμε και τι χαμπάρια οι Τούρκοι.
— Μα δεν είπαμε να μη δείξουμε πόλεμο;
— Κι α δείξουν αυτοί; Κάποιος μας πρέπει να πάη και να δη το τι σκοπούς έχουν. Πηγαίνω εγώ.
Βγήκε, πέρασε από το Καπελιό, κι αφού συναγροικήθηκε με μερικούς άλλους, τράβηξε κατά τα Τούρκικα, από τόπους αδιάβατους πάντα, με σωστή λαγού περπατηξιά.
Χώθηκε ανάμεσα στα πλοκάμια ενός βάτου, ως διακόσια βήματα από του Σουλεημάνη τα δέντρα. Μάζευαν ελιές οι μαζώχτρες τους. Ο Τούρκος όμως δεν φαίνουνταν πουθενά.
Συλλογίστηκε ο Δημήτρης να κόψη δρόμο από δίπλα, και πηγαίνοντας τον τοίχο — τοίχο από πίσω απ' άλλα ρουμάνια να ρίξη ματιά κατά τα τούρκικα σπίτια, να μάθη τι κάμνουν, κ' έπειτα να κατέβη από τασυνήθιστο μονοπάτι που ανεβοκατέβαινε κ' η Ασήμω.
Και καθώς πέρναγε και λαφροπηδούσε από βάτο σε βάτο, από δέντρο σε δέντρο, σα δυσκολοθώρητο αγρίμι πούπρεπε να είνε μαθημένο το μάτι σου να το ξεχωρίση — Μπαμ! ο Σουλεημάνης, που τον παραμόνευε από δικό του κρυψώνα, ας είνε καλά η τετραπέρατη η Μαζώχτρα, που τονε μυρίστηκε από την ώρα που πρωτανέβηκε και τα πρόφταξε του αφέντη της· μια κουτρουβάλα λοιπόν, και κάτου ο Δημήτρης πρι να βραδιαστή κ' η δική του η τουφεκιά.
Κόβει το κεφάλι ο Τούρκος, το περιτυλίγει με ξεπαραλυμένο σακκί, κι από σκοινί δεμένο τριγύρω το σφεντονίζει κάτω και κάτω, κατά τη Βρύση πούβγαιναν κάθε βράδυ να νεροκουβαλήσουν οι Χριστιανοπούλες.
Το καναβάτσο ξεμπερδεύτηκε και πέταξε στο μισό το δρόμο, το κεφάλι όμως κατρακυλώντας κι αντιχτυπώντας από βράχο σε βράχο έφτασε στον τόπο που ήθελ' ο Τούρκος. Τόννοιωσε ο Χουσεήνης από τα φοβερά τσιριχτά εκεί κάτω πως βρέθηκε το σκιαχτερό του ριξίδι.
— Να μείνης εσύ εδώ απάνω απόψε, γυρίζει και λέει της Ασήμως, και σέρνει τακέφαλο το κορμί μες στους βάτους. Δεν ξαναβρέθηκε ποτές το κορμί εκείνο.
Μ' όλη τους τη χολόσκαση που είχαν ανήμερα κιόλας θαμμένο το Χασάνη, τόσο τη χάρηκαν την πλερωμή αυτή της ζημιάς τους, που σκαρώσανε σωστό πανηγύρι τη βραδινή εκείνη στα δαδοφωτισμένα λημέρια τους. Ακούγουνταν οι ταρμπούκες και τα τραγούδια ως την κάτω την ενοριά, την ώρα που κάμανε γύρο κ' έβαλαν καταμεσής τη μαζώχτρα του Χουσεήνη, τη λυγερή την Ασήμω, και χόρεψε. Την κοίταζαν αγριόχαροι, την τρώγανε με τα μάτια τους και με τακόλαστά τους γνεψίματα, καθώς λύγιζε και τσακιζότανε με ξεβιδωμένους αρμούς, καθώς χαμογέλαγε και χαμηλόβλεπε ανεμίζοντας τα χαριτωμένα της μέλη, και πάλι στεκότανε μία στιγμή κοιτώντας τους και λωλαίνοντάς τους με τα μάτια της εκείνα που αστράφτανε μες στω δαδιών την αντιφεγγιά. Τους τάκαμνε όλ' αυτά, να γενή το χατίρι τους. Κι αν αποκοτούσε, ας μη χόρευε η Ασήμω· ας μην έβγαινε να τους μαλακώση με τη μυριόχαρη παρουσία της. Μα και κάτι πιο ακριβώτερα θα την πλέρωνε η μαζώχτρα την τούρκικη προστασία, μόνο που ο Χουσεήνης μαγείρευε κι' αυτός ένα δικό του σκοπό μέσα του και δεν τα σήκωνε τα πολλά τους χαδέματα. Τη λογάριαζε για τον Πασά της Κίσαμος αυτός.
Κάτου ως τόσο, στα Χριστιανικά τα λημέρια, θρήνους και κλάματα πάλε, πάλε ξεφωνήματα και στηθοδαρμούς οι γυναίκες, λύσσα και ξεφρένιασμα οι άντρες, σανε φέρανε του Δημήτρη το κεφάλι ματοκυλισμένο, χωματιασμένο, αγνώριστο από τις λαβωματιές που αποδέχτηκε κατρακυλώντας τα καταράχια.
Σηκώθηκε η θλιμμένη η συντροφιά από το σπίτι του Γιάννη και τράβηξαν όλοι στης κερά Φρόσως.
Γνωστικιά γυναίκα, η κερά Φρόσω. — Τις απομάντευα τις συφορές αυτές, έλεγε, τις είδα και στα νιάτα μου, Θεός το ξέρει και πόσες ακόμα φορές θα τα ξαναδώ και θα τα ξαναθρηνήσω.
Σηκώθηκε τότες είχε δεν είχε ο Μιχάλης κ' έτρεξε να πάη να βρη το κορμί. Αδύνατο στάθηκε. Νανέβη ως τα Τούρκικα, δεν του φάνηκε και πολύ γνωστικό, και δεν το συλλογίστηκε άσκημα. Πετιέται ως το Καπελιό, να δη και να μάθη τι γίνεται. Ανάστατος ο κόσμος εκεί. Έκαμε καρδιά, και στάθηκε και τους είπε να μην το κουνήσουν, ειδεμή πέτρ' απάνω στην πέτρα δε θαπομείνη, μήτε δέντρο απάνω στην ρίζα του. Μα κι άλλοι δέκα να πέσουνε με το παραμόνεμα, πάλε καιρός δεν είνε. Θάρθη η ώρα τους, κι ας μη νοιάζουνται.
— Όσο για παραμόνεμα, δική μου αράδα, ξαναείπε βλέποντας τους χωριανούς ανοικονόμητους. Δική μου αράδα, και πάγω κιόλας, πρι να το μυριστούν οι γυναίκες.
Τους κέρασε, και τράβηξε όξω. Τόβαλε στο νου του κάποιο να ρίξη κάτω, μα ας είνε όποιος είνε, ίσως και βρουν ησυχία. Ο φταιξάρης να βρεθή; δύσκολο πράμα. Σκαλώνει λοιπόν κι ανεβαίνει με το φεγγάρι κατακεί που είτανε μαζεμένοι οι αλλόπιστοι και κάμνανε ζιαφέτι. Σημαδεύει από κάμποσο αλλάργα ένανε στεκάμενο παραόξω, του «παίζει» μια, και κάτου ο Χουσεήνης, πρι να ξημερωθή και αυτουνού το βόλι.
Μια και δυο, πίσω στο Καπελιό, και τα λέει. Κατόπι στης κερά Φρόσως, και τους είπε και κει πως το βόλι του βρήκε το νοικοκύρη του. Είταν τώρα το κεφάλι του Δημήτρη μεταφερμένο στην εκκλησιά, να κάμη ο Πάτερ Χαράλαμπος τα πρεπούμενα. Έτσι τόκρινε εύλογο η γριά, να μην παραλυπηθή ο Μιχάλης.
Σκύβει ο Μιχάλης και κρυφολέει της Βασιλικής πως νάρθη μαζί του σπίτι, κ' έχει να της πη. Η κυρά Φρόσω που τίποτις δεν της ξέφευγε, απατή της πήγε και τους παρακινούσε να πάνε και να συχάσουν οι δυο τους ύστερ' από τόσο παραδαρμό.
Τα μάντεψε η γριά. Ο Μιχάλης, μεθυσμένος τώρα όχι από κρασί παρ' από τον ερεθισμό τέτοιας ματοκύλιστης μέρας, είνε αλήθεια πως δεν πολυπονούσε αυτή την ώρα η καρδιά του. Σαν πυργώση ένα κακό, φεύγει ο ψυχόπονος κ' έρχεται η αφοβιά της απελπισιάς. Τέσσερα φονικά μέσα σε μια μέρα, και τα δυο από το τουφέκι του, και τόνα αδερφικό, κι ως τόσο σίδερο η καρδιά του. Ταυτί του δεν έδρωνε. Ένα βαθύ βαθύ σκουλήκι τον κρυφότρωγε πάντα όμως, της Βασιλικής του η έννοια. Τι θαπογίνη η γυναικούλα του, αν τύχαινε και τίποτις. Ήθελε λοιπόν τώρα να την έχη σιμά του μονάχος του την άγρια αυτή νύχτα. Κάτι σα να του κρυφόλεγε μέσα του πως ίσως είταν η στερνή του στον κόσμο.
Κ' είτανε σταλήθεια! Από τη μια έμπαινε σπίτι με την ακριβή του Μιχάλαινα, κι από την άλλη οι παραφρενιασμένοι οι Τούρκοι έστελναν την Ασήμω να πάη και να μάθη ποιος την έπαιξε τη στερνή τη μπαλλοτέ.
Έτρεξε η Ασήμω στης θειας της, κι απ' άκρες μέσες που άκουσε από τη γριούλα βρήκε πάλε μονομιάς το φταιξάρη. Λέει της γριάς πως πάει ναπονυχτερέψη με του Χουσεήνη το χαρέμι, πως τόταξε και πρέπει, αφού το ψωμί τους τρώνε. Τσίριξε η γριά, ποιος την ακούγει! Τράβηξε και ξαναπήγε ίσια στα Τούρκικα.
Το τι ακλούθησε την αποταχινή, δύσκολο δεν είνε να το μαντέψουμε τώρα. Βρέθηκε ο Μιχάλης ξερός ολίγο παρέξω από την πόρτα του πηγαινάμενος νανταμώση την κυρά Φρόσω στην εκκλησιά, νανάψουν ένα καντήλι στου Δημήτρη το μνήμα. Οι ίδιες ιστορίες, το ίδιο κακό, το ίδιο βουητό. Κατάντησε κόλαση η Παραμυθιά, που σαν τις αμαρτωλές ψυχές γόγγυζαν κι αναστέναζαν όλοι τους, Χριστιανοί και Τούρκοι, γυναίκες κι άντρες. Και μέσα στις φωνές εκείνες και τους παραδαρμούς ξεχώριζες τα μοιρολόγια της χαροκαμένης Βασιλικής. Ράγιζαν οι πέτρες με ταπελπισμένα ξεφωνητά της, καθώς κουβαλιούνταν το λείψανο του Μιχάλη.
Έκλεισε η κερά Φρόσω το έρημο σπιτικό της και κατέβηκε στης Μιχάλαινας να τη συντροφέψη και να πασκίση να γελάση τον πόνο της με τις ψεύτικες τις παρηγοριές.
13
Τις δυο τρεις μέρες που ακολούθησαν, ακατάπαφτο παραμόνεμα, απανωτές «μπαλλοτές», ατέλειωτα λείψανα, κι από τις δυο τις μεριές. Κατάντησαν ως πέντε πεσμένοι από του Πανάγου το σπιτικό, άλλοι πέντε από του Μιχάλη, κι ως εννιά Τούρκοι. Μαυροφόρεσε ο κόσμος, πούλεγες και θανατικό πλάκωσε.
Πήγε η δουλειά ως ταυτί του Πασά. Κι ο Δεσπότης με την προσταγή του Πασά γράφει του Εφημέριου και στέλνει Επίτροπο να γείνη κρίση και να βρεθή ο φταιξάρης. Ο Πάτερ Χαράλαμπος, μισαποθαμμένος από τον τρόμο, ίσως κι από το διάβαζε διάβαζε ακολουθίες, δεν πέρασε από τον παραζαλισμένο του νου να καθίση και να ξεδιαλύνη τη ρίζα και τη φύτρα του τρομερού του κακού που τους πλάκωσε, ίσως πάψη το βάσανο. Όσο για τους άλλους Παραμυθιώτες, πού καιρός και πού κεφάλι να στοχαστούνε και να κοιτάξουνε γύρω τους, ίσως και βρουν τον τρόπο!
Όλοι φρενιασμένοι τρέχανε, όλοι ολόρθοι κοιμούνταν, με τις υποψίες, με τα παραμονέματα, με τις τουφεκιές.
Σαν έφτασε λοιπόν ο Επίτροπος με τα γράμματα, και κλείστηκαν και τα είπανε με τον Εφημέριο μια βραδινή, και τονε ρώταγε ο Επίτροπος τόνα και τάλλο, έτυχε να ρωτήξη κι ανίσως κανένας Χριστιανός ή Χριστιανοπούλα βρίσκεται με τους Τούρκους. Στοχάστηκε πως δε γίνεται να πέφτουνε με τόση τάξη και γνωρισιά τα Τούρκικα τα βόλια στους δικούς μας απάνω, και να μη δασκαλεύουνται οι Τούρκοι από κάπου.
Αποκρίθηκε ο Εφημέριος πως είνε μια κόρη μαζώχτρα που τώρα και μερικές μέρες τόρριξ' εκεί απάνω εξ αιτίας λέει που ζητούσε το μακαρίτη τον κυρ Πανάγο να την πάρη, και την πειράζανε καθώς φαίνεται οι άλλες οι δουλεύτρες, και πήγε κι αυτή και μεροδούλευε στα τούρκικα τα δέντρα· και πως εξ αιτίας πάλε που την έβρισε κάποιος άλλος, κόλλησε στα τούρκικα μια και καλή, κ' έρχεται μονάχα, λέει, μια φορά το μερόνυχτο και φέρνει της θειας της ψωμί κ' ελιές. Και τόχει, λέει, μεγάλο καημό η γριά. Κ' ήρθε, λέει, η κακόσυρτη στο κελλί και τον παρεκάλειε τις προάλλες να πάη και να τη μεταπείση, να μην τουρκέψη κιόλας η ανιψιά της. Μα δεν το θάρρεψε ο Εφημέριος γνωστικό νανακατευτή ώσπου να πάψη η μάχητα που τους έτρωγε τώρα.
— Να πάμε να τη δούμε αυτή τη γριά, λέει ο Επίτροπος. Απόψε κιόλας.
Κατεβήκανε στης θεια Πασκαλιάς, και τη βρήκανε και συγύριζε κούτσουρα και τσουκάλια πριχού να πλαγιάση. Ανατρόμαξε στην αρχή, θαρρέψαντας πως είτανε Τούρκοι.
Κάθισαν κοντά στη φωτιά — λυχνάρι δεν είχε — κι άρχισε και την ψιλορωτούσε ο Επίτροπος το τι ήξερε. Μη καλονοιώθοντας η γριά την ουσία και το νόημα του τι γνώριζε, θωρώντας και τον Παπά που του είχε μεγάλη ευλάβεια, τα κένωσε όλα του Επιτρόπου, πότε από τη μέση καταπιάνοντας τη δουλειά, πότε από το τέλος, και πότε πάλε από την αλφαβήτα. Από του Σαββάτου ταντάμωμα. Ως και του σταφυλιού την ιστορία δεν την παράβλεψε.
Την άκουγε ο Επίτροπος, και τα στοίβαζε με τη σειρά τους μέσα στο λογισμό του.
Εκεί απάνω ανοίγει η πόρτα, και ποιος να προβάλη; Η Ασήμω.
Χύμιξε μέσα σαν ποντίκι. Άξαφνα τους βλέπει και κοντοστέκεται.
Είχε κατέβη πάλε να δη και να μάθη.
Σα να της ήρθε να ξεχυμίξη και να γυρίση πίσω.
Σηκώνεται ο Επίτροπος και σφαλνάει την πόρτα.
— Πούθε έρχεσαι τώρα; τη ρωτάει ο Παπάς.
— Από της Χουσεήναινας, της χήρας. Έφερα της θειας μου φαεί, αποκρίθηκε χαμηλόφωνα, και χαμηλόβλεπα η Ασήμω.
— Τώρα που είσ' εδώ, κόρη μου, της λέει γελαζούμενα ο Επίτροπος — που σαν κοσμογυριστής που είτανε βρήκε καιρό να καμαρώση και την αγγελική ομορφιά της, — τώρα που είσ' εδώ, πες μας, να σε χαρώ μια κ' είναι μαζί μας κι ο Δάσκαλος· τι σ' έκαμε και πήγες κ' είπες πως ο Πανάγος τα είχε ψημένα με τη Μιχάλαινα;
Το γύρισε ο Επίτροπος από την υποψία στη βεβαιότητα, να την πιάση.
— Ξέρω και γω, αφέντη μου, να, έτσι μου ήρθε.
Και χαμηλώνει πάλε τα μάτια.
— Και τίνος το είπες;
— Να· της Λεμωνής, της Μορφούλας, και της Λενιώς. Όλες μαζώχτρες. Έσυραν αυτές ύστερα και πήγανε, λέει, να μαζώξουνε στην Κάντανο, και καλά Χριστούγεννα πια.
Άρχιζε κι αναθάρρευε η Ασήμω. Η πολύ η ντροπαλάδα δεν είτανε φυσικό της. Είταν ο φόβος και τηνε συμμάζευε στην αρχή.
— Και τώρα για πού;
— Πίσω στης Χουσεήναινας. Δεν το είπα μαθές;
— Εγώ λέγω καλλίτερα νάρθης με το Δάσκαλο απόψε. Σε θέλει, κ' έλα.
— Μα να τρέξω να το πω μια στιγμή.
— Όχι κάλλιο στο κελλί τώρα, κι αύριο το λες.
Θέλοντας μη θέλοντας την πήρανε στο κελλί, αφού καλονυχτίσανε τη θεια Πασκαλιά.
Σκοπός του είτανε του Επιτρόπου να την κουβαλήση ταποταχύ στου
Δεσπότη, κι ας αποφασίση εκείνος κι ο Πασάς το τι να την κάμουν.
14
Την πέρασε η Ασήμω στο κελλί τη νυχτιά της. Δεν καλόξερε και γιατί την είχαν εκεί, μα κάτι έκοβε το μυαλό της και δεν έβρισκε ανάπαψη. Όντας όμως καλά φυλαγμένη, δεν μπορούσε και να ξεκόψη.
Το πρωί πρωί, ό τι έφεξε, μεγάλο πάλε βουητό, μεγάλο κακό στο χωριό από τη μιαν άκρη ως στην άλλη! Η μαζώχτρα! Η μαζώχτρα η Ασήμω τάφτιαξε όλα! Ψυχή δεν απόμεινε που δεν τόξερε πως την είχανε φυλακισμένη μες στο κελλί, και πως θα τηνε φέρουνε του Δεσπότη. Ως και στα Τούρκικα πήγε αστραπή το χαμπάρι.
Χριστιανοί και Τούρκοι, όλοι όξω φρενών, πούγινε αφορμή μια μαζώχτρα και ρήμαξε το χωριό. Και τέτοια η λύσσα τους, που αδέρφιασαν Χριστιανοί και Τούρκοι ανήμερα και χύμιξαν ανακατωμένοι στης Εκκλησιάς την αυλή «να τη σπαράξουν τη σκύλα». Πού πια τώρα να τους εναντιωθή Εφημέριος, πού να δείξη στήθος Επίτροπος! Την έφεραν όξω σέρνοντάς την από τα μαύρα μαλλιά της. Ολότρεμη αυτή, και σαν το πουλί μπρος στη γάτα αποσκιασμένη κι ασάλευτη, μήτε λόγο μήτε γογγητό δεν ξεστόμισε, παρά έπεσε λιγόθυμη στο κατώφλι της θύρας. Κι ό τι κάμανε να της ξαναρριχτούν οι αποτρελλαμένοι οι Παραμυθιώτες, πρόβαλε η βαριόμοιρη η Μιχάλαινα μαυροφόρα πάντα, κατάχλωμη και με τα μάτια κοκκινισμένα από το κλάψε κλάψε, και με φωνή τρεμάμενη τους παρακάλειε, Χριστιανούς και Τούρκους, να την αφήσουνε του Γέροντα και του Επιτρόπου.
Το σεβάστηκαν το θέλημα της χαροκαμένης κι αποτραβηχτήκανε με το στανιό και μ' αγριεμένα μουρμουρητά οι Παραμυθιώτες. Εκεί όμως που κοίτουνταν ακόμα η Ασήμω λιγόθυμη, έρχεται αλάθευτο βόλι μακρόθε και της ταφίνει μια για πάντα κλεισμένα τα πανώρια της μάτια.
15
Πέρασε η μέρα εκείνη με τάγρια τα ξεφαντώματα, που τάχα γλύτωσε το χωριό. Την αυριανή ως τόσο, σα συνέφερε πάλε ο κόσμος, άρχισαν και τα ξανασκάλιζαν και τα ξαναγύριζαν από τη μια κι από την άλλη, να μην είναι τάχα κι άλλος φταιξάρης. Δεν τους έσωνε η Μαζώχτρα. Με τα λόγια λοιπόν του ενού, με τις αβανιές του αλλουνού, αρχίζει κι ανάμεσα στις δυο φαμελιές, Πανάγου και Μιχάλη — όσοι δεν αποδιαβάστηκαν από τα πριν — η αναπόφευγη η λογοτριβή, το καράζι, η ζούλια, το μάλωμα. Αποφασισμένοι να παν κι αυτοί πριν την ώρα τους.
Μέρες και μέρες βάσταξε αναμεταξύ τους η μπροσκάδα, η μπαλλοτέ και το φονικό. Ώσπου άλλος άντρας δεν έμεινε μήτε από τόνα μέρος μήτε από τάλλο παρά ένας και μονάχος, ο Γιάνης, ο λιγομίλητος, ο μελαχολικός, ο συλλογισμένος εκείνος ο Γιάνης μου.
ΑΛΛΕΣ ΚΡΗΤΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ
Κ Α Λ Λ I Τ Σ A (1)
ΑΠΟ τη Ρέθυμνο ξεκίνησε, Αύγουστο μήνα του 1829, Άγγλος ταξιδιώτης μ' άλογο καλό και μ' οδηγό Σφακιανό — που κι άλλοτες την είχε γυρισμένη την Κρήτη μαζί του — και τραβούσε ίσια κατά το Διβάκι στα νότια. Πέρασε από τ' Αρκάδι, πήρε πλάγι τον ουρανόγγιχτο Ψηλορείτη, διάβηκε του Ασώματου την κοιλάδα, κι ώσπου να φτάση στην Κρύα Βρύση, είταν τα χαρτιά του γεμάτα σημείωσες αρχαιολογικές, τοπογραφικές, ιστορικές, καθετίς πούβλεπε ή που άκουγε από χωρικούς κι από καλογέρους.
Σκοπός του αυτό το ταξίδι να μαζέψη υλικό για βιβλία δεν είταν, αυτό το είχε καμωμένο σε ταξίδια προτητερινά. Σκοπός του είτανε να πάη στ' Αποδούλο, χωριουδάκι του Αμαριού, και να ξετρυπώση μια φαμελιά που σε κείνα τα μέρη έπρεπε ακόμα να σώζεται. Έπρεπε να βρεθή της Κυρίας Μπάρτλεης η μάννα κι ο πατέρας ή τουλάχιστο κάποιος της συγγενής. Σα δύσκολο πράμα να γυρεύης, λέει, τη ρίζα και τη φύτρα μιανής Μπάρτλεης στ' Αποδούλο της Κρήτης! Μα, στον ακούραστό μας το Μυλόρδο, που είταν καλός από δυο τρία μισοφαγωμένα ψηφιά σε παλαιικό μαρμαροκόμματο απάνω ιστορίες αλάκερες να σκαρώνη, που κι από τα λόγια των Αμαριωτών αρχαιότητες μάζευε, σε κείνονα μήτε της Κυρά Μπάρτλεης το συγγενολόγι δε φαινότανε δύσκολο πράμα. Τόσο μάλιστα εύκολο το θαρρούσε, που αν τύχαινε και ταξιδεύαμε μαζί του γνωρίζοντας μονάχα όσα γνώριζε, κι ως τόσο τονε βλέπαμε να ξεκαβαλλικεύη με την ησυχία του έξω από το Αποδούλο και να γυρεύη Κυκλώπων τοίχους και Βενετιάνικους πύργους, γλήγορα θα λέγαμε πως ήρθε κι άλλος τρελλός από τη Φραγκιά.
Ο πεντάξυπνος όμως ο Σφακιανός του, που πέτρα Κρητικιά δε σήκωνες να μην τονε βρης αποκάτω, που έπραξε κ' έπαθε πολλά στον καιρό του, τον ήξερε καλλίτερ' από μας το Μυλόρδο. Τον άφινε και γύριζε, σκάλιζε, κ' έγραφε έγραφε, ώσπου χαρτάκι άγραφο δεν τούμνησκε πια όταν μπαίνανε στ' Αποδούλο μια βραδινή, ό,τι βασίλευε ο ήλιος, αποσταμένοι κ' οι τρεις τους, Μυλόρδος, άλογο, Σφακιανός.
Ρωτάει ο Μυλόρδος έναν Αποδουλίτη στου χωριού την άκρη (τα γνώριζε τα ρωμαίικα νερό) καταπού βρίσκεται το σπίτι του Προεστού για να πάνε και να κονέψουνε.
— Πολλά τα έτη στόνομά σας, απολογιέται ο χωριανός.
— Βλέπεις; δε σου τόλεγα πως είστε Έλληνες; γυρίζει και λέει του
Σφακιανού. Έτσι το είπε κι ο Ευριπίδης.
«Ω φως, προσειπείν γαρ σον όνομ' έξεστί μοι».
— Μα να βρούμε και το σπίτι του Προεστού, του κάνει ο Σφακιανός.
— Ποιανού; του Καπετάν Αλεξαντράκη; πετιέται, και λέει ο
χωριανός. Εγώ να σας πάω.
Δεν πέρασαν πολλά σπίτια για να φτάσουνε στο σπίτι του Προεστού.
Χτύπησε την πόρτα ο χωριανός δυνατά και γοργά.
— Ποιος είνε; φωνάζει γυναικίσια φωνή απομέσα.
— Άνοιξε, κερά Φωτεινή, κ' είνε ένας Μυλόρδος.
— Χριστέ και Παναγιά μου! Και τι να τον κάμω που είμαι ολομόναχη!
— Άνοιξε συ, και γω βρίσκω και τον Αφέντη, αποκρίνεται ο
Αποδουλίτης απέξω.
Ανοίγει η πόρτα, μπαίνει ο Μυλόρδος, παίρνει ο Σφακιανός τάλογο να το νοιαστή σε διπλανό χωραφάκι, τρέχει κι ο χωρικός να φέρη τον Προεστό.
Συμμαζεμένη η Φωτεινή και λιγομίλητη στου ξένου την απερίμενη παρουσία. Άναψε το λυχνάρι, έκαμε τα πρεπούμενα, έπειτα στάθηκε αντίκρυ του με τα χέρια δεμένα. Συνηθισμένος ο Μυλόρδος από τέτοια συστήματα, την παρεκάλεσε να μην κοπιάζη, μόνο ας τον αφήση μονάχο ώσπου νάρθη κι ο νοικοκύρης.
Δεν έμεινε πολλήν ώρα μονάχος του ο Μυλόρδος, παρά πρι να προφτάση να ξεδιαλύνη αν τόνομα του χωριού είνε κι αυτό της αρχαιότητας απομεινάρι ή της σκλαβιάς απλό γέννημα, ήρθε ο Προεστός ο Αλεξαντράκης, και μαζί του κι ο Σφακιανός.
Αναρωτήθηκαν, κουβέντιασαν, καθίσανε στο φαεί, άρχισε ύστερα το κρασί, κι από τη μια ομιλία στην άλλη βγήκε στη μέση κ' η ακόλουθη ιστορία.
*
— Οχτώ χρόνια, γυρίζει και λέει ο κυρ Αλεξαντράκης του Μυλόρδου — και με τέτοια πίκρα που πρώτη φορά καλοκοίταξε ο Άγγλος την πονοδαρμένη του όψη — οχτώ χρόνια, και πότε μας φαίνουνται οχτώ μήνες πότε ζωή αλάκερη. Μήνες, σα συλλογιζούμαστε τα μικρά μας που τα είχαμε εδωνά μέσα στο έρμο αυτό το σπιτικό· ζωή αλάκερη, σαν ανιστορούμε ταμέτρητα τα μερόνυχτα που περάσαμε ολομόναχοι κλαίγοντας, ελπίζοντας, παρακαλώντας, και πάλι ξαναπέφτοντας στην απελπισιά.
— Δηλαδή από τα 21; κάνει ο Μυλόρδος, πασκίζοντας να καθίση τώρα κι αυτός διπλοπόδι, καθώς οι άλλοι.
— Από τα 21, το χρόνο που άναψε η εφτάχρονη η φωτιά! Είμαστε από τους πρώτους που σηκωθήκαμ' εδώ στην Κρήτη. Αλωνάρης του 21. Το χορό ως τόσο μας τον πρωτοάνοιξαν οι Σφακιανοί από δω.
Παίρνουν φωτιά τα μάτια του Σφακιανού.
— Αλωνάρης του 21, ξαναλέει ο Προεστός. Σηκώνουνται οι Σφακιανοί, και πού να τους βάλουν κάτω μονάχοι τους οι Χανιώτες! Μερμηγκιές έτρεξαν από τ' ανατολικά του νησιού παντής λογής Μουσουλμάνοι να τους δώσουνε χέρι. Αρίθμητ' άλογα και μουλάρια μαζί τους, να κουβαλήσουν το βιος από τα Σφακιά.
Σφίγγει ένα κρασί εδώ πέρα ο Σφακιανός μ' άγριο χαμόγελο.
— Πέρασαν κι από δω· μα δεν μας πείραξαν τότες. Καιρό δεν είχανε για σφαγή και για ρήμαξη. Στο γύρισμά τους όμως, στην άξαφνη εκείνη την μπόρα. . . .
— Με το συμπάθειο, αφέντη μου Προεστέ, αντισκόβει ο Σφακιανός, κρίμα θα είνε να μην τα πούμε της ευγενείας του όλα καταπώς έγιναν. Θα πης του τα δηγήθηκα γω στα ταξίδια μας άκρες μέσες· μα τεριάζει, θαρρώ, πρι νάρθης στο μεταγύρισμά τους εκείνο, να πούμε τι δρόμο πήρε η δουλειά τω Σφακιών.
— Και ποίος είτανε μαθές εκειδά να μας τα καλοπή.
— Εγώ είμουν εκεί, αναπετιέται και φωνάζει ο Σφακιανός.
— Άμε στο καλό, χριστιανέ, και με τρόμαξες, γυρίζει και του κάνει η Κερά Φωτεινή, που ως τότε σήκωνε το τραπέζι, μα σ' αυτή την ομιλία απάνω είταν καθισμένη με ταργόχειρό της και άκουγε μ' ατάραχη όψη, μα όχι πάλε και μ' αδιαφορία, παρά να πούμε από στοχασιά και ποταγή στο θέλημα του Θεού. Μα έβλεπες και κάτι πιώτερο στο πρόσωπό της φρόνιμης της Αποδουλίτισσας. Μισόφεγγε στα μάτια της κάποια ελπίδα, που τον άντρα της δεν τονε φώτιζε· κάποια πίστη που σ' αντρίκιες καρδιές εύκολα δε ριζώνει.
— Μα δεν είνε, κερά μου, να μη φωνάξη άνθρωπος, απολογιέται ο Σφακιανός. Ακούς εκεί, λέει, ποιος είτανε να τα μαρτυρήση! Θυμάσαι, δόξα νάχη ο Θεός, Μυλόρδε μου, τότες που σε περνούσα από τον Ασκυφό, σαν αφήσαμε το Πρόσνερο και τραβήξαμε κατά το Κράπι κι από κείθε πήραμε τα στενά τω Σφακιών, εκείνα δα με τους πρίνους και με τα γυμνά τα βουνά κι από τις δυο τις πλευρές.
— Και δεν τα θυμούμαι τα κόκκαλα τασπρισμένα στη χαράδρα μέσα;
— Γεια σου! Εκεί λοιπόν πρέπει να πάμε ναρχίσουμε την ιστορία μας
πρι να τη φέρουμε δω.
— Α συφωνή ο κυρ Αλεξαντράκης, λέει ο Μυλόρδος, ίσως καλλίτερα
έτσι. Έχω να τακούσω και κάμποσα χρόνια.