WeRead Powered by ReaderPub
Διηγήματα cover

Διηγήματα

Chapter 1: ΠΡΟΟΙΜΙΟΝ ΤΟΥ ΕΚΔΟΤΟΥ
Open in WeRead

Explore more books like this:

About This Book

A set of eight short tales that portray moments from provincial life through concise, realist sketches exploring human frailty, social customs, and private reckonings. Episodes range from sudden physical danger and rescues to intimate recollections, moral dilemmas, and wry examinations of ignorance and gratitude. The writing alternates between ironic distance and empathetic attention, using precise description and episodic structure to reveal characters' inner responses to unexpected events and to everyday pressures. Overall the pieces collect varied tones and subject-matter into a portrait of communities in transition, inviting reflection on empathy, obligation, and the small contingencies that shape lives.

The Project Gutenberg eBook of Διηγήματα

This ebook is for the use of anyone anywhere in the United States and most other parts of the world at no cost and with almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included with this ebook or online at www.gutenberg.org. If you are not located in the United States, you will have to check the laws of the country where you are located before using this eBook.

Title: Διηγήματα

Author: Demetrios Vikelas

Release date: September 12, 2010 [eBook #33709]

Language: Greek

Credits: Produced by Sophia Canoni

*** START OF THE PROJECT GUTENBERG EBOOK ΔΙΗΓΉΜΑΤΑ ***

Produced by Sophia Canoni

Note: The tonic system has been changed from polytonic to monotonic, otherwise the spelling of the book has not been changed. Bold words are indicated by &. Words in italics are included in _. A footnote has been transferred at the end of the book.

Σημείωση: Το τονικό σύστημα έχει αλλάξει από πολυτονικό σε μονοτονικό. Κατά τα άλλα έχει διατηρηθεί η ορθογραφία του βιβλίου. Λέξεις με έντονους χαρακτήρες περικλείονται σε &. Λέξεις με πλάγιους χαρακτήρες περικλείονται σε _. Μια υποσημείωση έχει μεταφερθεί στο τέλος του βιβλίου.

ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΒΙΚΕΛΑ

ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ

ΕΚΔΟΣΙΣ ΝΕΑ ΜΕΤΑ ΠΟΛΛΩΝ ΕΙΚΟΝΩΝ ΥΠΟ ΤΩΝ Κ. Κ. ΓΙΑΛΛΙΝΑ, ΓΥΖΗ, ΛΥΤΡΑ, ΙΑΚΩΒΙΔΟΥ, ΡΑΛΛΗ, ΡΙΖΟΥ ΚΑΙ ΦΩΚΑ

ΕΚΔΟΤΗΣ ΑΝΕΣΤΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗΣ

ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ ΕΚ ΤΟΥ ΤΥΠΟΓΡΑΦΕΙΟΥ ΤΩΝ ΚΑΤΑΣΤΗΜΑΤΩΝ ΑΝΕΣΤΗ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΟΥ

1897

ΠΡΟΟΙΜΙΟΝ ΤΟΥ ΕΚΔΟΤΟΥ

Τα προκείμενα οκτώ Διηγήματα του κ. Δημητρίου Βικέλα εδημοσιεύθησαν κατά πρώτον εις το περιοδικόν «Εστία». Τα έξ πρώτα ανετυπώθησαν εις ιδιαίτερον τεύχος, προ πολλού ολοσχερώς εξαντληθέν. Την νέαν ταύτην έκδοσιν κοσμεί εκατοστύς εικόνων, οφειλομένων εις εξόχους Έλληνας καλλιτέχνας, τους κ. κ. Γιαλλινάν, Γύζην, Ιακωβίδην, Λύτραν, Ράλλην, Ρίζον και Φωκάν.

Πρώτον ήδη παρ' ημίν συνηντήθησαν τόσα ονόματα τοιαύτης αξίας εις τον τίτλον Ελληνικού βιβλίου. Η συνεργασία των μνησθέντων επιφανών καλλιτεχνών καθιστά το τεύχος τούτο λεύκωμα, τρόπον τινα, της συγχρόνου Ελληνικής Ζωγραφικής.

Ως προς τα διηγήματα αυτά καθ' εαυτά, περιττή πάσα εκ μέρους του εκδότου σύστασις. Αρκούντως ήδη εξετιμήθησαν παρ' ημίν, αι δε εις πολλάς ξένας γλώσσας επανειλημμέναι μεταφράσεις τα κατέστησαν, εφαμίλλως προς τον Λουκήν Λάραν, γνωστά και πέραν των ορίων της Ελλάδος.

Το κατ' εμέ κατέβαλον πάσαν προσπάθειαν, όπως η έκδοσις αύτη καταστή αξία του τε κειμένου και των κοσμουσών αυτό ωραίων εικόνων.

ΑΝΕΣΤΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗΣ.

ΠΙΝΑΞ ΤΩΝ ΕΙΚΟΝΩΝ

Αι του κ. Γιαλλινά εν σελ. 15, 28,81 88, 96, 102, 117, 126, 151, 194, 202, 214, 238,251,284, 287

Αι του κ. Γύζη εν σελ. 125, 128, 130, 131, 132, 134, 136, 137, 139, 141, 143, 146, 149, 150, 152, 154, 155

Αι του κ. Ιακωβίδου σελ. 3, 7, 9, 10, 13, 14, 18, 25, 26, 31, 33, 35, 37, 39, 43, 48, 53, 56, 57, 60, 63, 64, 66

Αι του κ. Λύτρα σελ. 71, 77, 83, 85, 89, 93, 94

Αι του κ. Ράλλη σελ. 160, 161, 162, 177, 178, 180, 183, 185, 186, 191, 196, 229

Αι του κ. Ρίζου σελ. 100, 104, 109, 111, 113, 114, 115, 116, 201, 207, 210, 211, 213, 218, 221, 223, 227, 229

Αι του κ. Φωκά 236, 243, 253, 265, 274

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

Η άσχημη αδελφή……………. Σελ. 3
Ο παππά Νάρκισσος…………….» 69
Ο λυσσασμένος………………. » 99
Φίλιππος Μάρθας…………….. » 121
Εις του οφθαλμιάτρου………….» 159
Ανάμνησις…………………. » 189
Διατί έμεινα δικηγόρος …….. » 205
Τα δυο αδέλφια……………… » 233

Η ΑΣΧΗΜΗ ΑΔΕΛΦΗ

Α'.

Ο Κύριος Πλατέας, καθηγητής των Ελληνικών εις το Γυμνάσιον Ερμουπόλεως, επέστρεφεν από τον τακτικόν απογευματινόν περίπατόν του. Άλλοτε ο περίπατος ούτος εγίνετο εις τα Βαπόρια. Αλλ' αφού ήρχισεν η χάραξις της οδού της μελλούσης, ως ελέγετο, ν' απολήξη εις Χρούσα, ο Κύριος καθηγητής, αντί του τετραπλού καθ' εκάστην γύρου του εις τον περιωρισμένον και μόνον έως τότε περίπατον εκείνον των Ερμουπολιτών, έφερε τα βήματά του εις την νέαν οδόν. Παρακολουθών μετά μεγίστου ενδιαφέροντος την γινομένην εργασίαν, παρεξέτεινεν από εβδομάδα εις εβδομάδα τον δρόμον του αναλόγως της προοδευούσης οδοποιίας, οι δε συνάδελφοί του έλεγον περί αυτού ότι θα καταντήση ούτω να περιπατή μέχρι τέλους έως εις τα Χρούσα, όταν η οδός τελειωθή. Αλλά κατ' εκείνην την εποχήν (δηλαδή περί το έτος χιλιοστόν οκτακοσιοστόν και πεντηκοστόν) η συντηρητική των δημοτών μερίς εθεώρει άσκοπον και περιττήν την προς κατασκευήν της οδού δαπάνην, μη επιτρεπομένης δε της τοιαύτης δαπάνης και από τα μέσα του δήμου, αι εργασίαι είχον πρό τινων μηνών διακοπή. Η οδός έφθανε μέχρι του ανοίγματος της πετρώδους φάραγγος του Μάνα, και μέχρι του σημείου εκείνου περιωρίζετο επί του παρόντος ο καθημερινός του Κυρίου Πλατέα περίπατος.

Την άσκησιν ταύτην επέβαλλον εις τον καθηγητήν λόγοι υγιεινής. Αληθώς η εξωτερική του μορφή δεν εμαρτύρει την ανάγκην πολλής προσοχής περί τα της διαίτης. Αλλ' αυτή αύτη η πληθώρα υγείας, η εκδηλουμένη διά της αυξανούσης πολυσαρκίας, ήτο λόγος ανησυχίας δικαιών τα προφυλακτικά μέτρα του. Το μικρόν του σώματός του ανεδείκνυε μεγαλειτέραν ίσως της πραγματικότητος την περιφέρειάν του περί τας οσφύς, αλλά και ο τράχηλος του εξήρχετο μετά τινος στενοχωρίας από τας περιπτύξεις του λαιμοδέτου του, και αι κόκκιναι ξυρισμέναι παρειαί του προείχον οπωσούν στρογγύλαι εκατέρωθεν του δασέος μύστακός του. Εν συνόλω ο τεσσαρακοντούτης ήδη Κ. Πλατέας παρετήρει μετά δυσαρεσκείας ότι το σχήμα του μετεβάλλετο βαθμηδόν επί το σφαιρικώτερον. Ναι μεν, διετήρει εισέτι την ελαστικότητά του, αι δε μικραί του κνήμαι έφερον ευκόλως το υπερκείμενον βάρος, αλλ' ουχ ήττον, οπόταν είχε σύντροφον εις τους περιπάτους του, εφρόντιζε να φέρη την ομιλίαν εις τρόπον ώστε να ομιλή ο σύντροφος εις τον ανήφορον, αυτός δε να λαμβάνη τον λόγον εις τον κατήφορον ή επί ομαλού εδάφους.

Μέχρις ώρας η άσκησις δεν συνετέλεσεν εις ελάττωσιν του πάχους, αλλά τουλάχιστον έθεσε φραγμόν εις την αύξησίν του. Τούτο εξηκρίβωνεν ο Κ. Πλατέας διά των κατά μήνα ζυγίσεών του εις την πλάστιγγα του τελωνείου, όπου η φιλία ενός ελεγκτού τού παρείχε το προνόμιον των τοιούτων δοκιμών. Παρεκτός του περιπάτου, ο ιατρός είχε συμβουλεύσει και τα θαλάσσια λουτρά ως μέσον αντιπαχυντικόν. Κατά της τοιαύτης γνώμης εξανέστησαν οι πλείστοι των γνωρίμων του, ιατρών και μη. Αλλ' ο Κ. Πλατέας ήτο εξ εκείνων, οίτινες εμμένουν ακλόνητοι εις την άπαξ ληφθείσαν απόφασιν και εις την άπαξ δοθείσαν εμπιστοσύνην. Ώστε αι διαμαρτυρήσεις και οι ειρωνικοί υπαινιγμοί των θεωρούντων τα θαλάσσια λουτρά ως δυναμωτικά, και κατά συνέπειαν παχυντικά, δεν ίσχυσαν να τον αποτρέψουν. Εξηκολούθησεν επί δύο θερινάς περιόδους την θαλασσολουσίαν και ήθελε βεβαίως την εξακολουθήσει εφ' όρου ζωής, εάν φοβερόν συμβάν δεν του ενέπνεε τοσούτον τρόμον, ώστε επροτίμησεν ο άνθρωπος να εκτεθή μάλλον εις τον κίνδυνον του να διπλασιασθή η περιφέρεια του, ή εις την επανάληψιν του παθήματος εκ του οποίου διεσώθη χάρις μόνον εις την ρώμην και την γενναιότητα του πρωτοδίκου Κ. Λιάκου. Άνευ αυτού ο Κ. Πλατέας επνίγετο και δεν εγράφετο η παρούσα ιστορία.

Ιδού πώς συνέβη το πράγμα:

Δεν ήτο κολυμβητής περίφημος ο Κ. Πλατέας, αλλ' ηδύνατο όπως δήποτε να πλέη, ηρέσκετο δε προπάντων εις το να απλώνη τα νώτα επί των υδάτων. Ανεπαύετο λοιπόν ούτω μίαν θερινήν ημέραν, πλέων ανάσκελα. Ήτο όλως αμέριμνος, η δε ευφρόσυνος απόλαυσις της χλιαράς θαλάσσης μετετρέπετο εις νάρκωσιν νυσταλέαν, ότε αίφνης ησθάνθη κάτωθέν του τα ύδατα διασχιζόμενα ορμητικώς υπό σώματος ογκώδους, το δε κύμα ωθούμενον προς τα νώτα του μετά παφλάσματος βιαίου. Η λέξις Καρχαρίας ήλθε διά μιας εις τον νουν του. Περιεστράφη εν ακαρεί διά να κολυμβήση και να φύγη ει δυνατόν τον κίνδυνον. Αλλ' είτε εκ του τρόμου, είτε εκ της βίας, είτε εκ του βάρους του, έχασε στρεφόμενος και ισορροπίαν και δυνάμεις, αντί δε να πλεύση εβυθίσθη βαρύς εντός της θαλάσσης.

Ταύτα πάντα αστραπηδόν, εν μια στιγμή. Αλλ' αι τοιαύται στιγμαί είναι ως αιώνες δια τον διερχόμενον αυτάς, η δε φαντασία υπείκουσα εις του αίματος τας βιαίας κινήσεις εργάζεται μετά τοσαύτης τότε ταχύτητος, ώστε, καθώς έλεγε μετέπειτα ο Κ. Πλατέας, εάν επεχείρει να καταγράψη όσα κατ' εκείνην την στιγμήν επεσωρεύθησαν εις την ενθύμησίν του, ηδύνατο να συνθέση τόμον ολόκληρον. Σκηναί της παιδικής του ηλικίας, επεισόδια του ανδρικού βίου του, αι μορφαί των προσφιλεστέρων του μαθητών, η κηδεία της μητρός του, το τελευταίον πρόγευμά του, τα πάντα ήλθον εις τον νουν του με αλληλουχίαν τόσον ορμητικήν, ώστε συνεχωνεύοντο όλα ομού, χωρίς όμως και να συγχέωνται. Συγχρόνως δε, ως ανάκρουσις μουσική συνοδεύουσα τας νοεράς εκείνας εικόνας, εβόυζον διαρκώς εις τα ώτα του αι λέξεις του Βαλαωρίτου

Γκλαν γκλαν το σήμαντρον!…

Την προτεραίαν είχεν αναγνώσει ο δυστυχής καθηγητής το &Σήμαντρον& του Λευκαδίου ποιητού· η ποιητικωτάτη περιγραφή του νέου εραστού, όστις επιστρέφων εις την πατρίδα ρίπτεται εις την θάλασσαν διά να φθάση ταχύτερον εις την ακτήν, όπου ακούει αντηχούντα τον νεκρώσιμον ήχον και βλέπει την κηδείαν της μνηστής του, — ενώ δε πλέει απηλπισμένος καταβροχθίζεται υπό του θηρίου της θαλάσσης, — η ζωηρά απεικόνισις της φοβεράς εκείνης σκηνής τον είχε τοσούτον συγκινήσει, ώστε εις την εντύπωσιν των στίχων του ποιητού απέδιδεν ο Κ. Πλατέας το πάθημά του, δι' ό και διετήρησεν έκτοτε είδος μνησικακίας κατά του Βαλαωρίτου. Εάν δεν ανεγίνωσκε την προτεραίαν το &Σήμαντρον&, δεν ήθελεν εκλάβει ως καρχαρίαν το υπ' αυτόν νηχόμενον σώμα. Δεν ήτο η πρώτη αύτη φορά, ότε νεαρός κολυμβητής επιτηδευόμενος εις τα μακροβούτια, διήλθεν ούτω υπό τα ευρέα νώτα του. Ουδέποτε δε άλλοτε ετρόμαξεν, αλλά κατά την ημέραν εκείνην η εντύπωσις των στίχων του Βαλαωρίτου παρ' ολίγον εγίνετο αιτία του προώρου θανάτου του.

Ευτυχώς ο Κ. Λιάκος ελούετο παρέκει. Ότε είδε τον Κ. Πλατέαν παρά πάσαν συνήθειάν του βυθιζόμενον εντός της θαλάσσης, τους δε κύκλους πλατυνομένους περί το σημείον όπου εβυθίσθη, ενόησε τί συμβαίνει. Διασχίσας βιαίως την θάλασσαν επλησίασε και, καταδυόμενος, ήρπασε τον πνιγόμενον, τον ανέσυρεν εις την επιφάνειαν και μετά κόπου τον ερρυμούλκησεν άπνουν και αναίσθητον μέχρι της ακτής. Χάρις εις τας επικαίρους προσπαθείας των εκεί συνδραμόντων, συνήλθεν εις τον εαυτόν του ο Κ. Πλατέας, μετά πολλής αληθώς δυσκολίας, αλλ' επί τέλους συνήλθεν, εκεί δε εις τον αιγιαλόν ωρκίσθη διπλούν όρκον, ποτέ πλέον να μη κολυμβήση και ποτέ να μη λησμονήση ότι οφείλει την ζωήν εις τον Κ. Λιάκον.

Τον όρκον ετήρησεν έκτοτε πιστώς. Τον ετήρει μάλιστα ως προς τον σωτήρα του μετά τοσαύτης υπερβολής, ώστε ο Κ. Λιάκος, χωρίς βεβαίως να μετανοήση ότι έσωσε τον καθηγητήν, ελάμβανεν όμως συχνάκις αφορμήν να λυπηθή, διότι δεν συνέπεσεν αντ' αυτού να ευρεθή άλλος τις κατ' εκείνην την ώραν λουόμενος εκεί, προς τον οποίον ο Κ. Πλατέας να οφείλη την ζωήν του. Αι εκδηλώσεις της ευγνωμοσύνης του απέβαινον επί τέλους οχληραί. Πανταχού εξύμνει τον σωτήρα του· οπόταν τον συνήντα, (τον συνήντα δε πολλάκις της ημέρας,) τον προσηγόρευεν ενθουσιωδώς, εδράττετο πάσης ευκαιρίας διά να διακηρύξη ότι μόνη του επιθυμία εφεξής είναι και θα είναι να παρουσιασθή περίστασις διά ν' αποδείξη εμπράκτως τα αισθήματά του. — Η ζωή μου σου ανήκει, έλεγε. Σου την έχω αφιερωμένην! — Εις μάτην ο Κ. Λιάκος διεμαρτύρετο προσπαθών να τον πείση ότι δεν ήξιζε τόσον λόγον το πράγμα, ότι πας άλλος βλέπων άνθρωπον πνιγόμενον και δυνάμενος να κολυμβήση θα έπραττεν ό,τι αυτός έπραξεν. Ο σωθείς δεν επείθετο και εξηκολούθει ανακηρύττων την ευγνωμοσύνην του. Αλλ' εάν εβαρύνετο ενίοτε διά τούτο τον Κύριον Πλατέαν, δεν ηδύνατο όμως ο Λιάκος να μένη αναίσθητος εις τοιαύτην λατρείαν. Ο καθηγητής των Ελληνικών προσεκολλήθη τοσούτον εις τον νέον πρωτοδίκην, ώστε κατήντησε και ο δεύτερος να θεωρή τον πρώτον ως μέρος αναπόσπαστον της υπάρξεώς του. Η καθημερινή σχέσις επέφερε φιλίαν, ήτις τους συνέδεσε στενώς, ει και κατά πάντα ανομοίους.

Επέστρεφε λοιπόν από τον συνήθη περίπατόν του ο Κ. Πλατέας. Ήτο μία εξ εκείνων των ωραίων ημερών του Φεβρουαρίου, προδρόμων του έαρος, ότε ο ήλιος θωπεύει διά των ακτίνων του τα πρώτα άνθη των πρωίμων αμυγδαλεών, και λάμπει η κυανή θάλασσα και γελά ο αίθριος ουρανός της Ελλάδος. Αλλ' ο ήλιος έκλινε προς την δύσιν του, ο δε προφυλακτικός καθηγητής δεν επεθύμει να εκτεθή εις την δρόσον της εσπέρας, ενθυμούμενος ότι κατά την ώραν ταύτην του έτους ο χειμών ανακτά την κυριαρχίαν του άμα ο ήλιος κρυφθή. Επλησίαζεν ήδη εις το Ναυπηγείον, όπου τότε ετελείωνεν η πόλις, επεριπάτει δε εισέτι παρά τον αιγιαλόν, ότε είδεν αίφνης μακρόθεν τον Λιάκον, τον αγαπητόν του Λιάκον, εξερχόμενον της πόλεως. Μειδίαμα ευχαριστήσεως εφαίδρυνε το στρογγύλον πρόσωπον του Κ. Πλατέα. Ύψωσε και τας δύο χείρας, η μία των οποίων έφερε στερεάν βακτηρίαν, και μεγάλη τη φωνή, διά ν' ακουσθή παρά του απέχοντος εισέτι φίλου του, ανεβόησε:

Τις δε συ εσσι, φέριστε καταθνητών ανθρώπων;

Διότι ο Κ. Πλατέας είχε την συνήθειαν να παρεισάγη εις την ομιλίαν στίχους ομηρικούς. Υπήρχεν ως εκ τούτου ιδέα επικρατούσα ότι εγνώριζεν εκ στήθους ολόκληρον την Ιλιάδα και την Οδύσσειαν. Ο ίδιος απέκρουε μετριοφρόνως την τοιαύτην περί της Ελληνομαθείας του διάδοσιν, αλλ' ουχ ήττον συνέτεινον προς ενίσχυσίν της αι συχναί του ομηρικαί ρήσεις. Αληθώς αι κακαί γλώσσαι έλεγον ότι οι στίχοι δεν εφηρμόζοντο πάντοτε ακριβώς εις την περίστασιν, αλλ' όμως δεν επεκύρουν την κακολογίαν οι λοιποί της Ερμουπόλεως Ελληνισταί, ίσως διότι δεν ήσαν εις θέσιν να εξακριβώσουν το αληθές ή μη αυτής. Εγέλων όμως και ούτοι μετά των άλλων, ότε ο Κ. Πλατέας, ανυψών την κεφαλήν, απήγγελλε μεγαλοπρεπώς εν μέσω της κοινής ομιλίας τους ηχηρούς εξαμέτρους του Ομήρου.

Ότε οι δύο φίλοι επλησίασαν προς αλλήλους, ο Κ. Πλατέας έθλιψε περιχαρής την χείρα του σωτήρος του και εστάθη απέναντί του.

— Και δεν μου το έλεγες, αδελφέ, είπεν, ότι είχες όρεξιν διά περίπατον σήμερον, ώστε να εξέλθωμεν μαζή; Αλλά πώς ήργησες τόσον; Τώρα είναι ώρα επιστροφής.

— Ήργησα τω όντι. Ενόμιζα όμως ότι θα σε απαντήσω μακρύτερα.

Και μετά προσποιητής αδιαφορίας ο Κ. Λιάκος επρόσθεσεν:

— Είναι πολύς κόσμος έξω;

— Πολύ ολίγος! Δεν τους γνωρίζεις τους Συριανούς; Προτιμούν να αλληλοτρίβουν τους αγκώνας των εις την στενήν των πλατείαν. Μόνοι οι εκλεκτοί ευρίσκουν ευχαρίστησιν «παρά θίνα πολυφλοίσβοιο θαλάσσης».

 — Και τίνες ήσαν σήμερον οι «εκλεκτοί»; ηρώτησε μειδιών ο Κύριος
Λιάκος.

— Έπρεπε να είπω εις δυικόν αριθμόν, «τω εκλεκτώ».

Και εγέλασεν ο Κ. Πλατέας διά την επιτυχίαν του αστεϊσμού του. Εγέλασε και ο Κ. Λιάκος, αλλ' επεθύμει σαφεστέραν απόκρισιν, ώστε επανέλαβε, χαριεντιζόμενος δήθεν και αυτός:

— Αλλ' έχομεν τουλάχιστον μιμητάς ημείς οι δύο; Πόσους και τίνας απήντησες σήμερον;

— Τους αυτούς πάντοτε! τον δείνα, τον τάδε…

Και ήρχισεν ο Κ. Πλατέας απαριθμών εις τα δάκτυλά του τους περιπατητικούς φιλοσόφους, ως τους απεκάλουν οι θαμώνες της πλατείας, όσους συνήντησε, γέροντας όλους ή μεσοκόπους, εκτός ενός νεανίου ρέποντος εις τον ρωμαντισμόν και έχοντος αξιώσεις ποιητού.

— Κυρίας δε διόλου; ηρώτησε και πάλιν ο Λιάκος.

— Και βέβαια! Την Κυρίαν *** με το κοπάδι των μικρών της και τον έμπορον… πώς τον λέγουν;… τον Κύριον Μητροφάνην, με το ζευγάρι του.

Ο Κ. Λιάκος έμαθεν ό,τι επεθύμει, χωρίς να προδώση εις τον φίλον του τον κρύφιον σκοπόν των ερωτήσεών του. Αλλά το κατόρθωμα δεν ήτο μέγα. Ο Κ. Πλατέας δεν είχε την οξυδέρκειαν του Λυγκέως, συνήθως δε πέρα της αμέσου περί αυτόν επιφανείας δεν έβλεπεν. Εις τούτο συνετέλει ίσως και η έμφυτος ευθύτης και αφέλεια του χαρακτήρος του. Μη δυνάμενος να υποκριθή ή να υποκρύψη αυτός, επίστευεν ευκόλως ό,τι και οι άλλοι έλεγον. Ήτο παροιμιώδης η ευκολία, με την οποίαν εγίνετο θύμα των φίλων του καθ' εκάστην πρώτην Απριλίου. Προητοιμάζετο ο άνθρωπος από την παραμονήν, αλλ' αι προφυλάξεις δεν ωφέλουν. Και εάν υπωπτεύετό τι, αι υποψίαι του ουδέποτε ελάμβανον την ορθήν διεύθυνσιν.

— Τι λέγεις; υπέλαβεν ερωτηματικώς ο Κ. Λιάκος. Με συντροφεύεις να περιπατήσωμεν ολίγον;

— Αυτήν την ώραν, αδελφέ!

— Έως εις την στροφήν του δρόμου.

— Δεν έρχεσαι καλλίτερα εις την οικίαν μου να σου προσφέρω έν ποτηράκι μοσχάτον; Χθες μου ήλθεν από την Σίφνον. Σου το συνιστώ.

— Εάν πρόκειται διά κέρασμα, έλα να καθίσωμεν ολίγον εδώ, ν' αναπνεύσωμεν τον θαλάσσιον αέρα, και έπειτα έρχομαι και δοκιμάζω ευχαρίστως το προϊόν της πατρίδος σου.

Και έδειξεν, όπισθεν του Κ. Πλατέα, το ταπεινόν καφενείον, το οποίον τολμηρός κερδοσκόπος είχε πρό τινων εβδομάδων αυτοσχεδιάσει εκεί, εις την Άμμον, στήσας δι' ολίγων σανίδων ελαφρόν παράπηγμα καί τινας προ αυτού τραπέζας.

Ο Κ. Πλατέας έστρεψε την κεφαλήν προς το καφενείον, ύψωσε το βλέμμα προς τον δύοντα ήλιον, έσυρεν εκ του θυλακίου το ωρολόγιόν του, είδε την ώραν και εστέναξεν ελαφρώς.

— Ό,τι θέλεις με κάμνεις, είπε.

Β'.

Οι δύο φίλοι διηυθύνθησαν προς το έρημον καφενείον, προς άκραν ευχαρίστησιν του ιδιοκτήτου, όστις έδραμε προσφέρων τας υπηρεσίας του. Ο πρωτοδίκης, προλαβών επιδεξίως, εκάθισεν εις τρόπον ώστε να βλέπη την προς το Μάνα άγουσαν, ο δε Κ. Πλατέας έλαβε κατοχήν του απέναντι σκαμνίου, στρέφων τα νώτα προς την εξοχήν, το δε πρόσωπον προς την πόλιν, όχι όμως και άνευ τινός ανησυχίας διά την επήρειαν του εσπερινού αέρος, ανησυχίας εκδηλουμένης διά συνεχούς συστολής των ώμων και διά του μέχρι του λαιμού κουμβώματος του επενδύτου του.

Και ήρχισαν συνομιλούντες περί αντικειμένων σχετιζομένων προς τας καθημερινάς ασχολίας των. Ο Λιάκος έδιδεν εντέχνως αφορμήν και ύλην ομιλίας εις τον φίλον του, ώστε ούτος ήτο ο έχων κυρίως τον λόγον. Και ωμίλει ο Κ. Πλατέας μετ' αύξοντος ενθουσιασμού, παρεισάγων στίχους ομηρικούς. Αλλ' όμως παρετήρει ότι ο φίλος του, αντί να τον βλέπη ομιλούντα, είχε τα βλέμματα διαρκώς εστραμμένα προς τον δρόμον, συχνάκις δε κλίνων το σώμα έκυπτε διά να ίδη έτι μακρύτερα την από το Μάνα κάμπτουσαν οδόν. Ακολουθών την διεύθυνσιν των βλεμμάτων του Λιάκου ο Κ. Πλατέας εστρέφετο ενίοτε και αυτός προς τα οπίσω, εστρέφετο δ' ολόκληρος διά να ίδη διά μέσου των ομματοϋαλίων του τι επέσυρε την προσοχήν του σωτήρος του· αλλά τίποτε δεν έβλεπε και εκαλοκάθητο πάλιν εις το σκαμνίον συνεχίζων την ομιλίαν του.

Επί τέλους ο Λιάκος είδεν ό,τι επερίμενεν. Έλαμψαν οι οφθαλμοί του, μετεβλήθη η έκφρασις του προσώπου του, ουδ' επροσπάθει πλέον να φανή ως προσέχων εις τους λόγους του φίλου του, όστις εκείνην την στιγμήν αφηγείτο μετά ζέσεως τα επεισόδια προσφάτου γιγαντομαχίας μεταξύ δύο σοφών καθηγητών του Εθνικού Πανεπιστημίου. Αλλά, βλέπων την προσήλωσιν του Λιάκου προς την διεύθυνσιν του Μάνα, ο Κ. Πλατέας διέκοψε τον λόγον, εστήριξε την αριστεράν επί της τραπέζης προς διευκόλυνσιν της μελετωμένης επί του σκαμνίου περιστροφής του, και ητοιμάζετο να ίδη πάλιν τι το ελκύον την προσοχήν του Λιάκου, ότε ούτος νοήσας τον σκοπόν του θέτει ορμητικώς την χείρα επί της παχείας χειρός του φίλου του, και σφίγγων αυτήν ισχυρώς λέγει ταπεινή τη φωνή, αλλά με ύφος επιτακτικόν:

— Μη γυρίσης!

Ο Κ. Πλατέας, κεχηνώς, δεν εγνώριζε τι να υποθέση. Αλλά δεν εστράφη. Έμενεν ακίνητος, προσηλών εν σιωπή τα βλέμματα εις του Λιάκου τους οφθαλμούς, προσηλωμένους πάντοτε προς τον δρόμον. Εκ της εκφράσεώς των ενόησεν ο Πλατέας ότι το αντικείμενον της προσοχής των επλησίαζεν, αλλά δεν ετόλμα ούτε να κινηθή, ούτε να ομιλήση.

— Ειπέ τίποτε, ψιθυρίζει αίφνης ο Λιάκος επιτακτικώς. Εξακολούθησε την ομιλίαν σου!

— Τι να ειπώ, αδελφέ; Μου έκοψες τας ιδέας μου.

— Λοιπόν απάγγειλε.

— Ν' απαγγείλω!… Τι ν' απαγγείλω;

— Ό,τι θέλεις! Την Ιλιάδα.

— Δεν μου έρχεται ούτε στίχος εις τον νουν.

— Ειπέ το Πιστεύω, ειπέ ό,τι θέλεις, αλλά μη σιωπάς!

Ο δυστυχής καθηγητής ησθάνετο παραλυθείσαν πάσαν θέλησίν του, ήτο ως αυτόματον υπείκον εις την θέλησιν του Λιάκου, του οποίου η δεξιά εξηκολούθει πιέζουσα την επί της τραπέζης αριστεράν του. Ήρχισε μηχανικώς και με φωνήν τραυλίζουσαν την απαγγελίαν. Είπε την πρώτην περίοδον του Συμβόλου της πίστεως. Αλλ' είτε συναισθανόμενος το ανευλαβές του πράγματος, είτε απλώς ένεκα της ασυναρτησίας και της συγχύσεως των ιδεών του, από το Πιστεύω επήδησεν άνευ διακοπής εις το Άλφα της Ιλιάδος. Η μνήμη του όμως δεν τον εβοήθει. Τι ήθελε πάθει μαθητής του, εάν ποτε διέστρεφεν ούτως ενώπιόν του την αθάνατον ραψωδίαν!

Απήγγελλεν έτι, ότε ο Λιάκος, αφίνων ελευθέραν επί τέλους την χείρα του, ηγέρθη αίφνης και στρεφόμενος προς τον δρόμον εχαιρέτισεν υποκλινώς. Ο Κ. Πλατέας έστρεψε τους οφθαλμούς προς τους χαιρετιζομένους και είδε τα νώτα ενός κυρίου προβεβηκότος την ηλικίαν και δύο κομψών κυριών εκατέρωθεν αυτού. Δεν εβράδυνε ν' αναγνωρίση την τριάδα και εκ των όπισθεν.

Ο Διάκος εκάθισε πάλιν. Ήτο κατακόκκινος. Ο Κ. Πλατέας εστραυροκοπήθη προς ένδειξιν του θάμβους το οποίον τον κατείχε.

 — Κύριε ελέησον, είπε! Διά τον Κον Μητροφάνην και τας θυγατέρας του ήτο
όλη αυτή η ιστορία!

 — Με συγχωρείς, απεκρίθη ο Λιάκος μετά φωνής προδιδούσης εισέτι την
συγκίνησίν του. Δεν ήθελα να υποθέσουν ότι ομιλούμεν περί αυτών.

— Μνήσθητί μου, Κύριε! Και δεν μου λέγεις ότι είσαι ερωτευμένος!

— Ω ναι! Την αγαπώ με όλην μου την ψυχήν!

Ο Κ. Πλατέας ήκουσε την εξομολόγησιν με αόριστόν τι αίσθημα ηθικής στενοχωρίας. Ελυπείτο βλέπων την βαθείαν συγκίνησίν του φίλου του, τον εζήλευεν ίσως ολίγο διά το προξενούν την ταραχήν του αίσθημα, ηπόρει πώς δεν του εξεμυστηρεύθη προ της σήμερον τον έρωτά του, ηγανάκτει δε κατά του εαυτού του πώς να μη τον εννοήση και άνευ της εξομολογήσεως. Αλλά ταύτα πάντα τόσον συγκεχυμένα και δυσδιάκριτα, ώστε βεβαίως δεν ηδύνατο διά λόγων να τα εκφράση. Μετά τινων στιγμών σιωπήν, ενώ εισέτι αντήχει εις την ακοήν του η πλήρης πάθους εκφώνησις του φίλου του «Την αγαπώ», ηρώτησεν αφελώς, χωρίς να σκεφθή τι λέγει:

— Ποίαν από τας δύο;

Ο Λιάκος τον ητένισε με απορίαν. Δεν είπε λέξιν, αλλά το βλέμμα του έλεγε: «Και θέλει ερώτημα;»

Ο Κ. Πλατέας εκτύπησε το μέτωπόν του διά της ανοικτής παλάμης.

— Πού έχω τον νουν! ανέκραξε. Με συγχωρείς, αδελφέ. Από τα οπίσω καθώς τας έβλεπα τώρα, δεν διακρίνονται, και ελησμόνησα ότι της μεγαλειτέρας το πρόσωπον δεν εμπνέει τον έρωτα. Η μικρά όμως… δεν σου λέγω! Είναι νοστιμωτάτη! Η εκλογή σου καλή!

Ο Λιάκος ήκουε σιωπών.

— Τον βλέπεις εκεί! εξηκολούθησεν ο Κ. Πλατέας, εκδηλών επί τέλους το παράπονόν του. Να είναι ερωτευμένος και να το έχη κρυφόν από τον φίλον του! Να μη του εκμυστηρευθή τον πόνον του! Ας ήμην εγώ και έβλεπες. Άλλο δεν θα ήκουες παρά τους αναστεναγμούς μου!

Και εξέβαλεν έν Αχ, ερωτικόν δήθεν, από τα ευρέα στήθη του. Η διαπασών του στεναγμού, ή και μόνη ίσως η ιδέα του Κ. Πλατέα πάσχοντος δεινά ερωτικά, έφερε το μειδίαμα εις τα κατηφή του Λιάκου χείλη.

— Πώς δεν μου είπες ποτέ τίποτε; επανέλαβε.

— Δεν σου είπα, απεκρίθη ο Διάκος, διά να μη σε ζαλίζω.

Αλλ' ιδών την έκφρασιν θλίψεως συνάμα και επιπλήξεως, η οποία επεχύθη εις το πρόσωπον του φίλου του, επρόσθεσεν αμέσως:

— Να σου τα είπω όλα, αφού το επιθυμείς.

Αλλ' εσιώπησεν, ως διστάζων πόθεν ν' αρχίση. Ο καθηγητής συστείλας τους ώμους και πάλιν, έστρεψε το βλέμμα προς τον ήλιον και είδεν ότι είχεν ήδη κρυφθή όπισθεν του βουνού.

— Δεν τα λέγομεν καλλίτερα περιπατούντες; Ώρα να επιστρέψωμεν πλέον.

Και ηγέρθη. Ηγέρθη και ο Λιάκος, και οι δυο φίλοι επορεύθησαν προς την πόλιν.

Ώ! Ποία καρδία ερώσα δεν συνησθάνθη την ανάγκην να διαχύση την πλήμμυράν της εις στήθη φιλικά και συμπαθή; Αναχαιτίζει την εξομολόγησιν το σέβας προς την αγνότητα του αισθήματος, — ο αγαπών προκρίνει να τηρήση ως μυστικόν εν παραβύστω το μυστήριον του έρωτός του, ή να αποκαλύψη τον θησαυρόν του εις οφθαλμούς, οι οποίοι ίσως δεν τον εκτιμήσουν, — διστάζει και αναβάλλει, — αλλά το εκχειλίζον πάθος επί τέλους θα φανερωθή! Ο Λιάκος όμως είχεν ήδη εκλέξει και εύρει μυστικοσύμβουλον, ώστε δεν έσπευδε να επωφεληθή της παρούσης ευκαιρίας, και εσιώπα μετανοών διά την απερισκεψίαν, με την οποίαν υπεσχέθη να είπη όλα εις τον φίλον του. Όχι ότι δεν ηγάπα και δεν εξετίμα τον Κ. Πλατέαν. Αλλά τη αληθεία δεν τον εθεώρει αρμόδιον δι' ερωτικάς εξομολογήσεις, δεν τον ενόμιζεν ικανόν να εννοήση τας λεπτότητας των αισθημάτων του. Παρεκτός δε τούτου, του εφαίνετο και ως, τρόπον τινά, προδοσία το να ανακοινώση εις αυτόν τα απόρρητα της καρδίας του, αφού άπαξ εις άλλην ψυχήν τα ενεπιστεύθη.

Ο Κ. Πλατέας παρετήρησε τον δισταγμόν, αλλά τον απέδωκεν εις την συγκίνησιν του φίλου του. Μετά τινα σιωπήν, βλέπων ότι η εξομολόγησις δεν ήρχετο αφ' εαυτής, ηθέλησε να την προκαλέση δι' ερωτήσεων. Αλλ' αι αποκρίσεις ήσαν συνοπτικαί, αν και ειλικρινείς. Όπως δήποτε, εξ αυτών επληροφορήθη ο Κ. Πλατέας ότι ο Κ. Λιάκος ήτο ερωτευμένος προ τριών ήδη ετών, αφότου δηλαδή ήλθεν εις Σύραν, ότι έκτοτε απεφάσισεν ή την νεωτέραν θυγατέρα του Κ. Μητροφάνους ν' αποκτήση ως γυναίκα, ή ουδέποτε να νυμφευθή, ότι μόλις πρό τινων μηνών ηδυνήθη να εννοήση ότι υπάρχει αμοιβαιότης αισθημάτων, ότε πρώτον κατώρθωσε να ίδη υπό στέγην φιλικής οικίας την νέαν και να της ομιλήση.

— Πού συνέβη τούτο;

— Εις της εξαδέλφης μου.

— Η εξαδέλφη σου γνωρίζει τας θυγατέρας του Κ. Μητροφάνους;

— Ω ναι! Ήτο φίλη της μητρός των.

— Α! τώρα καταλαμβάνω, ανεφώνησεν ο Κ. Πλατέας. Η εξαδέλφη σου ήκουε τους αναστεναγμούς σου! Εκείνη εγνώριζε το μυστικόν σου. Διά τούτο δεν μου είπες ποτέ τίποτε εμέ.

Ο Λιάκος εμειδίασεν, αλλ' ο Κ. Πλατέας ωσάν να ησθάνθη είδος ζηλοτυπίας διά την δοθείσαν εις την εξαδέλφην προτίμησιν.

 — Αφού την θέλεις και σε θέλει, επανέλαβε μετά τινα διακοπήν των
ερωταποκρίσεων, διατί δεν την ζητείς εις γάμον;

 — Την εζήτησα. Προ μιας εβδομάδος έστειλα την εξαδέλφην μου εις τον Κ.
Μητροφάνην. Αλλά…

— Τι αλλά; Πού θα εύρη καλλίτερον γαμβρόν; Δεν ηρνήθη!

— Όχι, δεν ηρνήθη, αλλ' έθεσεν όρον, ο οποίος δεν ειξεύρω πότε θα εκπληρωθή, και εν τω μεταξύ δεν θέλει να βλεπώμεθα. Προ δέκα ημερών δεν την είδα, έστω και μακρόθεν. Ώστε εννοείς τώρα διατί σήμερον με τόσην συγκίνησιν…

— Τι είναι ο όρος του; υπέλαβεν ο Κος Πλατέας.

— Να περιμένω μέχρις ου αποκαταστήση την πρωτότοκον θυγατέρα του. Δεν θέλει να νυμφευθη ή ν' αρραβωνισθή η νεωτέρα προ της μεγαλειτέρας.

— Κακή δουλειά, φίλε μου! Φοβούμαι ότι θα έχης να περιμένης πολύ. Δύσκολα θα τον εύρη η μεγάλη. Αλλ' όμως όλα γίνονται, ώστε μη απελπίζεσαι.

Ο Διάκος εσιώπησε πλήρης προφανούς μελαγχολίας.

— Και όμως, επανέλαβε μετ' ολίγον, είναι θησαυρός η νέα, και ας είναι άσχημη! Δεν υπάρχει επί γης ψυχή αγαθωτέρα! Παρεκάλεσε θερμώς τον πατέρα της να μετατρέψη την απόφασίν του, τον εβεβαίωσεν ότι δεν θέλει να υπανδρευθή, ότι άλλο δεν επιθυμεί ή να τον γηροκομήση εκείνον και ν' αναθρέψη τα τέκνα της αδελφής της. Αλλ' ο γέρων είναι αδυσώπητος. Όταν βάλη τίποτε εις τον νουν του, ετελείωσε!

Του Λιάκου η γλώσσα ελύθη. Μεθ' όσης συντομίας απεκρίνετο εις τας ερωτήσεις του φίλου του λαλών περί του έρωτός του, μετά τοσαύτης ήδη αφθονίας λόγου παρεξέτεινε το εγκώμιον της πρεσβυτέρας θυγατρός του Κ. Μητροφάνους. Ίσως ούτως απεζημίωνεν αυτός εαυτόν, καθόσον ομιλών περί εκείνης, ωμίλει περί της νεωτέρας αδελφής. Έθιγε πλαγίως το αντικείμενον, περί του οποίου συνεστέλλετο να λαλήση απ' ευθείας.

— Είναι άγγελος καλοσύνης, εξηκολούθει λέγων. Λατρεύει την αδελφήν της. Έχει δι' αυτήν και μητρός τρυφερότητα. Πράγματι δε αντικατέστησε την μητέρα της, αφότου ωρφάνευσαν. Αυτή κυβερνά την οικίαν. Και πώς την κυβερνά! Η εξαδέλφη μου λέγει ότι δεν είδε ποτέ αλλού τόσην τάξιν, τόσην ευπρέπειαν… Και μη αμελή τα άλλα χάριν των οικιακών φροντίδων; Ολίγαι Ελληνίδες ανέγνωσαν και γνωρίζουν όσα αυτή. Α, ως προς τούτο ο Κ. Μητροφάνης είναι άξιος παντός επαίνου! Ανέθρεψε λαμπρά τας θυγατέρας του. Δεν πταίει εκείνος, εάν η ωραιότης δεν εμοιράσθη εξ ίσου εις αυτάς, αλλά το κάλλος της ψυχής το έχουν εξ ίσου και αι δύο… Είναι θησαυρός και η μεγαλειτέρα! Ευτυχής όστις την αποκτήση σύζυγον!

Ο Κ. Πλατέας ήκουε κατ' αρχάς με απορίαν την αιφνίδιον του φίλου του ευγλωττίαν. Βαθμηδόν η απορία μετεβλήθη εις στενοχωρίαν. Συνέλαβε την ιδέαν μήπως… Αλλά δεν ήτο άνθρωπος να κρύπτη ό,τι ήρχετο εις τον νουν του. Εστάθη εις το μέσον του δρόμου διακόψας και τον περίπατον και την ομιλίαν του Λιάκου και στραφείς προς αυτόν,

— Τι μου τα λέγεις αυτά; τον ηρώτησε. Τι μου την εγκωμιάζεις; Μη έβαλες εις τον νουν σου να μου την φορτώσης;

Ο Λιάκος έμεινεν ως εμβρόντητος. Ουδέποτε συνέλαβε τοιαύτην ιδέαν. Ουδέποτε εσκέφθη ότι ο Κ. Πλατέας ηδύνατο να περιληφθή εις τον κατάλογον των διά γάμον υποψηφίων. Και όμως διατί όχι; Τι έλειπε του ανθρώπου; Και διατί να μη σκεφθή ποτε ότι ηδύνατο τω όντι, αυτός να γείνη ο ζητούμενος σύγγαμβρός του.

Όλα ταύτα τα εσκέπτετο ομού και συγκεχυμένα, βλέπων ασκαρδαμυκτί τον Κ.
Πλατέαν και μη ευρίσκων τι ν' αποκριθή εις το απροσδόκητον ερώτημά του.
Αλλ' εκείνος εξηκολούθησε σοβαρώς:

— Άκουσε να σου ειπώ. Σου χρεωστώ την ζωήν, η ύπαρξίς μου σου ανήκει. Αλλ' εάν ως δείγμα ευγνωμοσύνης μου ζητήσης να νυμφευθώ, προτιμώ να με οδηγήσης εις την θάλασσαν, και εκεί όπου μ' έσωσες να πνιγώ εμπρός σου προς εξόφλησιν και απόσβεσιν του προς σε χρέους μου.

Διατί και πόθεν η δριμεία αύτη δήλωσις; Εμαρτύρει βεβαίως δυσαρέσκειαν, αλλά προήρχετο η δυσαρέσκεια εκ των πολλών όσα ο φίλος του είπε περί της μεγάλης αδελφής, ή μάλλον εκ της παντελούς πρότερον σιωπής και εκ της σημερινής του φειδωλίας εις το να ομιλή περί της μικράς; Τούτο ίσως ουδαμώς εγνώριζε και ο ίδιος, αλλ' όπως δήποτε ήτο δυσηρεστημένος, την δε δυσαρέσκειαν εμαρτύρουν και οι λόγοι και ο τρόπος με τον οποίον τους έλεγε.

Το ύφος του επείραξε τον Κ. Λιάκον.

— Κύριε Πλατέα, είπε ξηρά ξηρά. Σου είπα πολλάκις, επαναλαμβάνω δε, — και το επαναλαμβάνω διά τελευταίαν, ελπίζω, φοράν, — ότι ουδέν δικαίωμα έχω ούτε θέλω να έχω επί της ευγνωμοσύνης σου. Όσο δε περί γάμου, έσο βέβαιος ότι ποτέ δεν εσκέφθην να σε παρουσιάσω ως γαμβρόν, ούτε να σου προμηθεύσω νύμφην, ούτε υπέκρυπτε τοιούτον σκοπόν η εξομολόγησις των ιδικών μου υποθέσεων, με τας οποίας λυπούμαι ότι τόσην ώραν σε επονοκεφάλησα.

Οι δύο φίλοι επανέλαβον τον διακοπέντα δρόμον, αλλ' εν σιωπή και οι δύο. Εβάδιζον πλησίον ο είς του άλλου, μη βλέποντες αμφότεροι την ώραν να χωρισθούν ευσχήμως. Ευτυχώς επλησίαζον εις την γωνίαν, όπου έπρεπε ν' αποχαιρετισθούν, διευθυνόμενοι έκαστος εις την οικίαν του.

Εκεί ο Κ. Πλατέας επανέλαβε την πρόκλησίν του.

— Δεν θα έλθης να δοκιμάσης το μοσχάτον μου;

— Ευχαριστώ. Είναι αργά, έχω δε και κάπου να υπάγω.

— Εις της εξαδέλφης σου:

— Ίσως.

Και επροσπάθησεν ο Λιάκος να μειδιάση.

— Ελπίζω ότι δεν εθύμωσες, υπέλαβε συνδιαλλακτικώς ο Κ. Πλατέας.

— Διατί να θυμώσω;

— Ήσαν περιττά ίσως όσα σου είπα, αφού μάλιστα δεν επεβουλεύθης ποτέ την ελευθερίαν μου (και εκάγχασεν ο αγαθός καθηγητής), αλλά καλλίτερα να είναι καθαρά τα πράγματα.

— Βέβαια, βέβαια!

Και θλίψας την παχείαν χείρα, την οποίαν ο Κ. Πλατέας έτεινε φιλικώς, εξηκολούθησεν ο Κ. Λιάκος τον δρόμον του ταχύνας το βήμα, ενώ ο καθηγητής των Ελληνικών επορεύετο βραδέως προς την οικίαν του.

Γ'.

Η οικία του Κ. Πλατέα έκειτο υψηλά, εις την συνοικίαν την οποίαν σήμερον στολίζει το ορφανοτροφείον. Ολίγιστοι τότε οικίσκοι υπήρχον εις το απόκεντρον ύψωμα. Η θέα εκείθεν είναι εκτεταμένη και ωραία, αλλά δεν είλκυσε τούτο τον Κύριον καθηγητήν· τον είλκυσεν η σχετική ευθηνία των οικοπέδων. Διότι αυτός έκτισε την οικίαν. Οι τοίχοι της αντεπροσώπευον πολυετείς κόπους του. Ήτο μικρά και ταπεινή η οικοδομή, αλλ' ήτο ιδιοκτησία του, δεν την εχρεώστει εις ουδένα, δεν ώφειλε πλέον να πληρώνη ενοίκιον εις ξένον οικοδεσπότην. Το δε γλυκύ αίσθημα της ανεξαρτησίας ήτο αντιστάθμισις επαρκής του κόπου, με τον οποίον ο ευτραφής ιδιοκτήτης διεσκέλιζε δις της ημέρας τον ανήφορον του Ποταμού διά ν' ανέλθη μέχρι της οικίας του.

Η οδός εκείνη, καθώς γνωρίζουν οι επισκεφθέντες την Ερμούπολιν, λέγεται Ποταμός, διότι ήτο η κοίτη του χειμάρρου, διά του οποίου τα όμβρια ύδατα κατήρχοντο εκ του βουνού εις την θάλασσαν. Άλλως δε, και σήμερον έτι εκείθεν διοχετεύονται τα νερά. Εν καιρώ ραγδαίας βροχής η οδός γίνεται και πάλιν χείμαρρος, αλλ' αντί κρημνών και πετρών περιορίζεται εκατέρωθεν υπό οικοδομών, των οποίων αι θύραι υπέρκεινται ικανώς του εδάφους διά τον φόβον της πλημμύρας. Ώστε η ονομασία της οδού έχει εισέτι τον λόγον της. Ευτυχώς δεν βρέχει συχνάκις εις Σύραν, αλλ' όταν τούτο συμβαίνη ο Ποταμός ενίοτε είναι αδιάβατος. Εις τοιαύτας περιστάσεις ο Κ. Πλατέας ηναγκάζετο να ανέλθη εις την εστίαν του ελικοειδώς δι' άλλων πλαγίων οδών. Υπήρχον όμως και ημέραι, ότε εκλείετο εξ ανάγκης εις την οικίαν του, διακοπτομένης εντελώς της συγκοινωνίας.

Η μεγαλειτέρα ηδονή, την οποίαν διά της οικοδομής εκείνης απέκτησεν ο Κ. Πλατέας, ήτο η δοθείσα εις την γραίαν μητέρα του ευχαρίστησις του να διέλθη εν ανέσει τας τελευταίας ημέρας της, μετά τας μακράς στερήσεις και δοκιμασίας εν μέσω των οποίων ανέθρεψε τον υιόν της και τον είδε βαθμηδόν υπερνικώντα τας πρώτας δυσχερείας του διδασκαλικού σταδίου. Εντός της οικίας ταύτης απέθανεν η γραία εν ειρήνη. Έτος είχεν ήδη παρέλθει έκτοτε, αλλά το δωμάτιόν της έμενεν εισέτι ανέπαφον. Είχεν ανάγκην αυτού ο καθηγητής προς ανετωτέραν κατάταξιν της αυξανούσης βιβλιοθήκης του, αλλά το εσέβετο και το ηγάπα και το ήθελεν ούτω κενόν, ως ενδιαίτημα της μνήμης… της σκιάς της μητρός του.

Μόνην εξ αυτής κληρονομίαν παρέλαβε την γραίαν υπηρέτριάν της, την ολιγόλογον Φλουρούν, της οποίας υπέφερεν υπομονητικώς τας γεροντικάς ιδιοτροπίας, αρκούμενος εις την ατελή υπηρεσίαν της και εις την όχι συνήθως επιτυχή μαγειρικήν της. Αλλά της Φλουρούς η κυριαρχία περιωρίζετο εις το ισόγαιον της οικίας. Ο καθηγητής εύρισκε την ησυχίαν του εις το ανώγαιον, εντός του κοιτώνος του. Εντός αυτού είχε και το γραφείον του. Εκεί επί της παρά το παράθυρον τραπέζης ειργάζετο, εκεί προητοίμαζε τας παραδόσεις του, εκεί ανεγίνωσκε τους προσφιλείς του συγγραφείς, εκεί συχνάκις με τον κάλαμον εις την χείρα, ή το βιβλίον ανοικτόν ενώπιόν του, εκάθητο βλέπων αφηρημένος, υπεράνω των δωμάτων των λοιπών Ερμουπολιτών, την θάλασσαν και τας κυανάς γραμμάς των πέριξ νήσων, — ή κλίνων την κεφαλήν και κλείων τα βλέφαρα δεν έβλεπε τίποτε, διότι απεκοιμάτο.

Ηγάπα την οικίαν του ο Κ. Πλατέας. Αφότου την απέκτησε, σπανίως εξήρχετο, παρεκτός διά τας παραδόσεις και διά τον τακτικόν περίπατόν του. Μετά νέας δε πάντοτε ευχαριστήσεως έβλεπεν επιστρέφων τους τοίχους και ήνοιγε την θύραν της.

Την εσπέραν ταύτην επέστρεψε με μεγαλειτέραν ευχαρίστησιν της συνήθους, ως εις καταφύγιον μετά τον κίνδυνον του οποίου την υποψίαν υπέκρυπτε το εγκώμιον της επιδόξου γυναικαδέλφης του Λιάκου.

— Ωσάν να είναι και αλήθεια, έλεγε μονολογών, αφού εδίπλωσε τον επενδύτην του, και περιεβλήθη τον παλαιόν κοιτωνίτην του, ενώ περιέδεε την κεφαλήν με μεταξωτόν μανδήλιον, αντί σκούφου, καθώς συνήθιζε τακτικώς καθ' εκάστην εσπέραν.

— Ωσάν να είναι και αλήθεια! Να φέρω εδώ μέσα κυρίαν, να μου αναποδογυρίση τα πάντα, να με αναγκάζη να εξέρχωμαι όταν θέλω να μένω, και να μένω όταν θέλω να εξέλθω, να ακούω την φλυαρίαν της όταν επιθυμώ σιωπήν, να ανοίγω το παράθυρον ενώ κρυώνω, διότι εκείνη ζεσταίνεται, ή να το κλείω ενώ ζεσταίνομαι διά να μη κρυώση!

Και ταύτα λέγων έκλεισε το παράθυρον.

— Ο γάμος είναι ανοησία, εις την οποίαν ημπορεί τις να υποπέση ενόσω είναι νέος. Αφού πήξη ο νους, δεν συγχωρείται πλέον. Εγώ εις την νεότητά μου διέφυγα την δουλείαν της συζυγίας, και θα χάσω τώρα την ελευθερίαν μου!

Αυτίκα δούλιον ήμαρ εμοί περιμηχανόωντο.

Ενώ δ' απήγγελλε τον στίχον τούτον, έβλεπε διά της φαντασίας ενώπιόν του την νύμφην, ήτις προ ετών πολλών του επροξενολογήθη, καθώς την επανείδε πέρυσιν, ότε επεσκέφθη την πατρίδα του, με πρωίμους λευκάς τρίχας και ρυτίδας εν τω μέσω μικράς αγέλης τέκνων φωναζόντων, παιζόντων και εριζόντων.

— Δόξα τω Θεώ, εξηκολούθησε, σκεπτόμενος μεγαλοφώνως, δεν τα έχω εγώ εις βάρος μου.

Ας τα χαίρεται ο αντικαταστάτης μου!

Η Φλουρού τον διέκοψεν ανοίξασα την θύραν άνευ τινός προειδοποιήσεως. Έρριψε μετ' απορίας το βλέμμα εις όλας του δωματίου τας γωνίας, αλλ' ιδούσα ότι ο κύριος της ήτο μόνος και συνωμίλει με τον εαυτόν του, έσεισε την κεφαλήν και είπε λακωνικώς:

— Έτοιμο!

— Καλά, καλά, έρχομαι, απεκρίθη ο καθηγητής, και κατέβη εις το ισόγαιον, όπου παρά το μαγειρείον υπήρχε δωμάτιον χρησιμεύον και ως αίθουσα και ως τραπεζαρία.

Ο Κ. Πλατέας ήρχισε να τρώγη με όρεξιν, αλλά καθόσον ικανοποιείτο η πείνα του, αι σκέψεις του επανήρχοντο εις τα επεισόδια του σημερινού περιπάτου του. Αφού αυταρέσκως ενετρύφησε και πάλιν εις την συναίσθησιν της ελευθερίας του, εσκέφθη περί του Λιάκου και ελεεινολόγησεν από καρδίας τον σωτήρα του.

— Την έπαθεν ο δυστυχής, έλεγε καθ' εαυτόν. Αλλ' ο άνθρωπος δεν είναι υπεύθυνος διά τα αισθήματά του. Δεν το ήθελε να ερωτευθή. Τώρα ευρίσκεται υπό το κράτος του έρωτος και νομίζει ότι θα εύρη την ευτυχίαν όπου την ζητεί. Είθε να την εύρη και να μη μεταμεληθή! Ο καθείς όμως έχει ό,τι αξίζει, του δε καθενός η ευτυχία εξαρτάται από τον τρόπον του του αισθάνεσθαι και του σκέπτεσθαι.

Ταύτα σκεπτόμενος ο Κ. Πλατέας ενόμιζεν ότι φιλοσοφεί. Αλλ' η δήθεν φιλοσοφία του αύτη ουδέν άλλο ήτο ή απόπειρα αυτόματος προς αποδίωξιν σκέψεων οχληρών. Διότι ανελογίζετο τον Λιάκον συγκινημένον, κατεχόμενον υπό ανεκλαλήτου αδημονίας, προσπαθούντα να υποκρύψη την ταραχήν της ψυχής του, πάσχοντα, και ενταυτώ εβασάνιζε τον νουν του η υποψία μη ο ερωτευμένος φίλος του συνέλαβε τω όντι την ιδέαν του να τον νυμφεύση με την μέλλουσαν γυναικαδέλφην του και εκ λεπτότητος δεν ετόλμα κατ' αρχάς να το είπη καθαρώς, έπειτα δε, δυσαρεστηθείς ως εκ των τρόπων του Πλατέα, ηρνήθη ότι ποτέ εσκέφθη τοιούτο τι.

Και μη δεν είχεν ο Λιάκος το δικαίωμά του ν' απαιτήση τοιαύτην έστω και θυσίαν παρ' εκείνου του οποίου έσωσε την ζωήν; Πώς δε ούτος αντήμειψε τον σωτήρα του; — Όχι μόνον υπεξέφυγεν εκ προκαταβολής την θυσίαν παρανοήσας την αβρότητα του φίλου του, αλλά και υπέδειξεν ότι τον βαρύνει η ευγνωμοσύνη, αφού επρότεινε να την εξοφλήση πνιγόμενος μάλλον ή νυμφευόμενος προς χάριν του Λιάκου! Η τοιαύτη διαγωγή του εφαίνετο ήδη αδικαιολόγητος, ασύγγνωστος! Ηδύνατο τουλάχιστον και εχρεώστει να μεταχειρισθη άλλην γλώσσαν προς τον σωτήρα του, αντί να τον δυσαρεστήση τοιουτοτρόπως.

Όσον εσκέπτετο ταύτα ο Κ. Πλατέας, τόσον εστενοχωρείτο. Το αίμα άνέβαινεν εις τας παρειάς του και ανετρέπετο η σειρά των φιλοσοφημάτων του. Επί τέλους, έσπρωξε βιαίως το πινάκιον, αφού απέφαγε τας τελευταίας σταφίδας του, επέταξεν επί της τραπέζης το χειρόμακτρόν του, και ανήλθε συγχυσμένος εις το δωμάτιόν του.

— Άσχημα έκαμα, έλεγε καθ' εαυτόν. Διατί να τον πειράξω με τα ασυλλόγιστα λόγια μου; Και τις η ανάγκη να τα είπω; Αλλά πάντοτε αργά μου έρχεται η σκέψις!

Και δώσας έν γρονθοκόπημα επί της κεφαλής του, ήρχισε να περιπατή άνω και κάτω εντός του δωματίου εν μέσω του αυξάνοντος σκότους, μέχρις ου η Φλουρού εισελθούσα απέθεσε τον λύχνον επί της τραπέζης και εξήλθε πάλιν εν σιωπή.

Ο καθηγητής εστάθη προσηλών τα βλέμματα εις το φως του λύχνου. Το φως εκείνο του υπεδείκνυε το καθήκον του, τον προσεκάλει εις μελέτην, του έλεγεν ότι πρέπει να προετοιμάση κατά το σύνηθες το αυρινόν μάθημά του. Αλλά διά πρώτην φοράν εις την ζωήν του ησθάνετο ότι δεν ηδύνατο να επιστήση την προσοχήν εις τα βιβλία του. Εδίστασεν, ήρχισε και πάλιν τον εντός του δωματίου περίπατον συλλογιζόμενος συγχρόνως και τον Λιάκον, και τους μαθητάς του, και τας δύο θυγατέρας του Κ. Μητροφάνους, και τον γυμνασιάρχην. Αλλ' όμως εις την σύγχυσιν εκείνην των ιδεών υπερίσχυσε το διδασκαλικόν έμφυτον και καθίσας ενώπιον της τραπέζης κατέταξεν επ' αυτής τους τρεις τόμους του λεξικού του Γαζή, το συντακτικόν του Ασωπίου και τα άλλα συνήθη του βοηθήματα, ητοίμασε το μελανοδοχείον και το σημειωματάριόν του, ήνοιξε την Ιλιάδα, εύρε την σελίδα της αυρινής παραδόσεως και ήρχισε την μελέτην, σημειών εκάστης λέξεως την ετυμολογίαν, εκάστης φράσεως την σύνταξιν, και εκάστου εξαμέτρου τας ρυθμικάς ιδιοτροπίας. Παρέδιδε τότε το Ζ της Ιλιάδος.

Αλλά παραιτών εντός ολίγου και σύνταξιν και ετυμολογίαν και μετρικήν, λησμονών και τους μαθητάς του και την ανάγκην της σχολαστικής ανατομίας του Ομήρου, ανέγνωσεν απ' αρχής μέχρι τέλους το ενώπιόν του χωρίον των αποχαιρετισμών του Έκτορος και της Ανδρομάχης. Ποτέ άλλοτε δεν είδεν εις το επεισόδιον εκείνο όσας καλλονάς ήδη ανεκάλυπτεν! Η απαράμιλλος απεικόνισις συζυγικής αγάπης και πατρικής στοργής, η εξ έρωτος αμοιβαίου πηγάζουσα ευτυχία, η συμφορά του χωρισμού, ταύτα πάντα ουδέποτε τοσούτον τον συνεκίνησαν. Ποτέ άλλοτε ο καθηγητής των Ελληνικών ούτε ανέγνωσεν ούτε απεστήθισεν υπό τοιούτο πνεύμα στίχους της Ιλιάδος! Ενώ δε ανεγίνωσκεν, ο Έκτωρ ενεσαρκούτο εις την φαντασίαν του υπό την μορφήν του Λιάκου. Τον Λιάκον εσυλλογίζετο. Ο Λιάκος δοκιμάζει την πικρίαν του χωρισμού, προτού γευθή την γλυκύτητα της συζυγικής ευδαιμονίας του Έκτορος!

Ο Κ. Πλατέας έκλεισε το βιβλίον και ηγέρθη εκ νέου. Μυρίαι σκέψεις τον εβασάνιζον, ενώ επεριπάτει από την τράπεζαν εις την κλίνην και από την κλίνην εις την τράπεζαν.