WeRead Powered by ReaderPub
Διηγήματα cover

Διηγήματα

Chapter 10: ΕΙΣ ΤΟΥ ΟΦΘΑΛΜΙΑΤΡΟΥ Α'.
Open in WeRead

Explore more books like this:

About This Book

A set of eight short tales that portray moments from provincial life through concise, realist sketches exploring human frailty, social customs, and private reckonings. Episodes range from sudden physical danger and rescues to intimate recollections, moral dilemmas, and wry examinations of ignorance and gratitude. The writing alternates between ironic distance and empathetic attention, using precise description and episodic structure to reveal characters' inner responses to unexpected events and to everyday pressures. Overall the pieces collect varied tones and subject-matter into a portrait of communities in transition, inviting reflection on empathy, obligation, and the small contingencies that shape lives.

Η μήτηρ μου έπεσεν ως νεκρά εντός της λέμβου, και ως νεκράν την μετέφερον οι ναύται επί του πλοίου. Και εγώ εξηκολούθουν κρατών με τας δύο χείρας το φόρεμά της. Αι φιλάνθρωποι φροντίδες των ξένων την επανέφερον εις την ζωήν. Αλλά δεν ήτο ζωή εκείνη! Εφαντάζετο διαρκώς ότι βλέπει τον σύζυγόν της διωκόμενον υπό των Τούρκων, δεν με ανεγνώριζεν, έκλαιε λέγουσα ότι έσφαξαν και το τέκνον της οι Τούρκοι. Εις μάτην κατεφίλουν τας χείρας της, εις μάτην έκραζα:

— Εδώ είμαι μητέρα!

Παρεφρόνησεν, η τάλαινα. Αλλά το μαρτύριον εκείνης δεν ήτο μακρόν ως το ιδικόν μου. Συγχρόνως με του νου εξηντλήθησαν και του σώματός της αι δυνάμεις. Απέθανε! Και εκ του καταστρώματος του πλοίου όπου, αντί ιερέως, ο πλοίαρχος ανέγνωσεν εις ξένην γλώσσαν τας νεκρωσίμους προσευχάς, το λείψανόν της σαβανωθέν εντός ιστίου, με σφαίραν βαρείαν εις τους πόδας, ερρίφθη εις τα βάθη της θαλάσσης.

Ήμην δεκαετής τότε, ήμην εις ηλικίαν ώστε να αισθανθώ ολόκληρον την πικρίαν των τραγικών εκείνων περιπετειών. Έκτοτε ενετυπώθη εις την ψυχήν μου το προαίσθημα ότι τα οστά μου, καθώς τα οστά των γονέων μου, πέπτωται να κυλίωνται εις τα άδυτα του πελάγους, μέχρις ου η κόνις ανέλθη εις το φως του ηλίου αναμιγνυομένη με τους αφρούς των κυμάτων.

ΙΖ'.

Τέσσαρες εβδομάδες συνεπληρώθησαν σήμερον, ο δε εξώστης αντέχει εισέτι. Ανά πάσαν εσπέραν προσδοκώ το τέλος, αλλ' ο ήλιος ανατέλλων μου το αναβάλλει εις την αύριον. Απηύδησα περιμένων. Η κεφαλή μου αλγεί, βομβούν τα ώτα μου, οι οφθαλμοί μου καίουν, αισθάνομαι ότι δεν δύναμαι πλέον επί πολύ να κυβερνώ τον νουν μου. Ελπίζω όμως, ελπίζω ότι προσεγγίζει η καταστροφή. Αι σανίδες του εξώστου τρίζουν και κλονίζονται επί μάλλον και μάλλον.

Ο ουρανός είνε σήμερον ζοφερός, ο άνεμος γίνεται σφοδρότερος, καθ' όσον ο ήλιος καταβαίνει προς την δύσιν του. Εάν μεταβληθή εις τρικυμίαν την νύκτα, ίσως οι πάσσαλοι επί τέλους συντριβώσιν.

Ίσως! Χθες προς το λυκαυγές μία λευκή περιστερά ήλθε κ' εκάθισεν επί των κιγκλίδων του εξώστου άνωθεν της κεφαλής μου, πάλλουσα τας πτέρυγάς της. Εντός του διαλυομένου σκότους, προτού ανατείλη ο ήλιος, την είδα προσηλούσαν εις τους οφθαλμούς μου τους λάμποντας οφθαλμούς της. Το βλέμμα της εξέφραζε θλίψιν άφατον. Εφαντάσθην ότι ήτο η ψυχή της γυναικός μου και έκλαυσα. Ω, προ πόσου καιρού δεν έχυσα δάκρυα! Έκλαυσα και ωμίλησα προς την λευκήν περιστεράν. Είπα της ψυχής μου τον πόνον. Και με ήκουεν η περιστερά και μ' έβλεπε με το θλιβερόν βλέμμα της. Είπα την ελπίδα μου ότι επέρχεται των δεινών μου η παύσις, ότι θα συνενωθώμεν και πάλιν. Και ήνοιξε τας λευκάς της πτέρυγας η περιστερά και απεμακρύνθη προσηλούσα εισέτι επ' εμού το βλέμμα. Μου εδείκνυεν άρά γε τον δρόμον; Ω ψυχή της γυναικός μου, θα σε ακολουθήσω! Έρχομαι!»

Ενταύθα λήγουν αι αυτόγραφοι σημειώσεις του Φιλίππου Μάρθα. Δεν απαιτούνται γνώσεις βαθείαι, ιατρικής, όπως εκ της αναγνώσεώς των εννοήση πας τις ότι ο δυστυχής κατείχετο υπό της μονομανίας της αυτοκτονίας. Εις τα αποσπάσματα ταύτα διαφαίνονται πάντα τα παθολογικά συμπτώματα νοσούσης διανοίας.

Επί ικανάς ημέρας ηρεύνησα εις τα αρχεία της Ερμουπόλεως προς ανεύρεσιν εγγράφου οιουδήποτε αναγομένου εις τον θάνατόν του. Επί τέλους ανεκάλυψα δικαστικήν απόφασιν, διαλαμβάνουσαν ότι μη παρουσιασθέντος συγγενούς τινος διεκδικούντος την κληρονομίαν του, μήτε δανειστού ουδενός, η πενιχρά περιουσία του μετεβιβάζετο εις την κυριότητα του δημοσίου. Επισυνημμένη δε εις την απόφασιν του δικαστηρίου υπήρχεν η σημείωσις της επί δημοπρασίας εκποιήσεως των ολίγων σκευών του, εκκαθαρισάντων, κατά λεπτομερή απογραφήν, δραχμάς πεντήκοντα τρεις και λεπτά τριάκοντα.

Εξ ετέρου εγγράφου, περισωζομένου εις την βιβλιοθήκην Ερμουπόλεως, εξάγεται ότι τα βιβλία του δεν συμπεριλήφθησαν εις την δημοπρασίαν, αλλ' εναπετέθησαν εις την δημοσίαν βιβλιοθήκην. Τα πλείστα είναι Αγγλικά και ύλης ιατρικής, αλλ' υπάρχουν μεταξύ αυτών καί τινες Αγγλικαί εκδόσεις Ελλήνων συγγραφέων. Το όλον της μικράς βιβλιοθήκης του Μάρθα απετελείτο εκ τόμων τεσσαράκοντα περίπου. Εννοείται δε ότι δι' εμέ το κειμήλιον της συλλογής ήτο το ιδιόγραφον σημειωματάριόν του.

Αλλ' εξ αμφοτέρων των εγγράφων τούτων ουδόλως εφωτίσθην ως προς τα καθ' έκαστα της αποβιώσεώς του, παρήτησα δε πάσαν ελπίδα του να ικανοποιήσω την περιέργειάν μου, ότε φυλλολογών, χάριν άλλων μελετών, την εν τη βιβλιοθήκη Ερμουπόλεως συλλογήν της εφημερίδος «Ο Φανός του Αιγαίου», ανεκάλυψα εις το υπ' αριθμόν 319 και υπό ημερομηνίαν της 10ης Σεπτεμβρίου 1847 φύλλον αυτής, μεταξύ των διαφόρων, την εξής παράγραφον:

— «Πλησίον όσων άλλων καταστροφών επέφερεν η φοβερά τρικυμία της προχθεσινής νυκτός, έχομεν δυστυχώς να συγκαταριθμήσωμεν και τον θάνατον του Φιλίππου Μάρθα. Οι γείτονες, μη ιδόντες αυτόν διόλης της ημέρας χθες, επληροφόρησαν την αστυνομίαν ότι κατέπεσεν ο εξώστης της οικίας του, κειμένης παρά την δυτικήν Εκκλησίαν. Διαρρηχθείσης της θύρας, επεκυρώθησαν αι υποψίαι των γειτόνων. Καθ' ας ελάβομεν πληροφορίας, ο Μάρθας εκοιμάτο συνήθως επί του εξώστου, τον οποίον η βία του ανέμου κατέρριψεν επί των κατωφερών βράχων. Ο εξώστης και πάντα τα επ' αυτού κατακυλισθέντα κατεποντίσθησαν εντός της βαθείας εις εκείνο το μέρος θαλάσσης. Ο δυστυχής, πεποιθώς εις την στερεότητα του εξώστου, δεν επρόφθασε να σωθή αφυπνιζόμενος. Η καταστροφή επήλθεν ακαριαίως ως εκ της σφοδρότητος της τρικυμίας. Η εξακολούθησις αυτής δεν επέτρεψεν εισέτι την εκεί έρευναν, αλλ' άνωθεν ουδέν φαίνεται επιπλέον, ούτε πτώμα, ούτε σανίς, ούτε σινδόνη. Ο άνεμος πνέει νοτιοδυτικός, ώστε κατά πάσαν πιθανότητα θα φέρη το λείψανον του πνιγέντος προς τας ακτάς της Τήνου».

ΕΙΣ ΤΟΥ ΟΦΘΑΛΜΙΑΤΡΟΥ

Α'.

Είχε σχεδόν κενωθή η τραπεζαρία του ιατρού, όπου οι πελάται επερίμενον την σειράν των. Ήτο η ενδέκατη προ μεσημβρίας, εδέχετο δε καθ' εκάστην από της εννάτης μέχρι της ενδεκάτης και ημισείας. Το πρωί ειργάζετο εις το Νοσοκομείον, μετά μεσημβρίαν δε επεσκέπτετο τους ασθενείς του κατ' οίκον. Η πελατεία του ήτο πολυάριθμος, ουδέ περιωρίζετο μεταξύ των κατοίκων μόνον της πρωτευούσης, καθότι το όνομά του, ως αρίστου οφθαλμιατρού, ήτο γνωστόν και εις τας επαρχίας και εις το εξωτερικόν. Οι ασθενείς συνέρρεον προς αυτόν πανταχόθεν, διό και οι ερχόμενοι προς επίσκεψίν του εφρόντιζον να έλθουν ενωρίς, διά να καταλάβουν όσον ένεστι καλλιτέραν σειράν έκαστος. Σπανιώτατον ήτο να έλθη τις μετά τας ένδεκα. Ώστε και η μαγείρισσα, ήτις από το εις την αυλήν κείμενον μαγειρείον ήνοιγε διά σχοινίου την έξω θύραν και εδείκνυεν εις τους μη ειδότας την είσοδον του οικήματος, — άντικρυ του μαγειρείου, — και την τραπεζαρίαν, — δεξιά της εισόδου, εις το ισόγειον, — έπαυε κατ' εκείνην την ώραν ενασχολουμένη εις τα της υποδοχής των πελατών και επεδίδετο αποκλειστικώς εις την προετοιμασίαν του προγεύματος.

Έμενον εισέπεριμένοντες να ίδουν τ ο ν ι α τ ρ ό ν τρεις πελάται, ή μάλλον ειπείν τέσσαρες:

Μία κυρία κομψή με την μικράν θυγατέρα της, έχουσαν τους οφθαλμούς δεμένους με λευκόν επίδεσμον, — είς κύριος μεσόκοπος φέρων ομματοϋάλια, αλλ' υγιής άλλως τους οφθαλμούς, κατά το φαινόμενον τουλάχιστον, — και είς νέος.

Ο νέος ήτο φοιτητής της φιλολογίας προπαρασκευαζόμενος διά τας εξετάσεις του. Επόνει ο δυστυχής και εκράτει διαρκώς την χείρα επί του αριστερού οφθαλμού του. Ήτο η σειρά του ήδη και επερίμενε μετά προφανούς ανυπομονησίας, όρθιος, προσηλών τον δεξιόν οφθαλμόν εις την θύραν του δωματίου του οφθαλμιατρού.

Ο μεσόκοπος ήτο έπαρχος Θήρας. Επωφελούμενος της εις Αθήνας διαμονής του ήλθε να συμβουλευθή τον ιατρόν, δωρεάν, (διότι τον είχε συμβουλευθή προ ενός ήδη έτους επί πληρωμή,) εάν δεν ήτο καλόν να προμηθευθή δυνατώτερα ομματοϋάλια.

Ο άνθρωπος είχε διάθεσιν να συνάψη ομιλίαν μετά των ευρισκομένων εις την τραπεζαρίαν, διά να παρέλθη ευκολώτερον ούτω η ώρα, αλλ' αι προς τούτο απόπειραί του εναυάγησαν. Ο φοιτητής απεκρίθη πολύ λακωνικώς, ίσως μάλιστα ολίγον αποτόμως, εις την ερώτησίν του εάν πονή κατά συνέπειαν της πολλής μελέτης. Η δε κυρία, προσποιηθείσα ότι δεν ήκουσε φράσιν του εγκωμιαστικήν διά την υπομονήν του κορασίου, εξηκολούθει συνδιαλεγομένη με την μικράν της, αλλά τόσον ησύχως, ώστε μόλις ηκούετο ο ψιθυρισμός των.

Απελπισθείς ο έπαρχος εβύθισε την χείρα εις τον κόλπον του και εκλέξας διά της αφής μεταξύ πολλών και διαφόρων εγγράφων, εξήγαγε την Εφημερίδα της Θήρας, προ ημερών ληφθείσαν, και ήρχισε ν' αναγινώσκη το κύριον άρθρον, μολονότι το εγνώριζε πλέον εκ στήθους, λυπούμενος ότι δεν ηδύνατο να το αναγνώση υψηλή τη φωνή, εις επήκοον του φοιτητού και της κομψής κυρίας.

Ιδού τι έλεγε το άρθρον:

«Ο Κ. έπαρχος ανεχώρησε προχθές δι' Αθήνας. Ευχόμεθα να ίδωμεν αυτόν προσεχώς επανακάμπτοντα, επ' αγαθώ της νήσου. Και όμως μετά λύπης, υπαγορευομένης (το ομολογούμεν) εξ αισθήματος εγωιστικού, αναγράφομεν, κατά δημοσιογραφικόν καθήκον, την επ' εσχάτοις διαδοθείσαν εν τη πρωτευούση φήμην, ότι προσεκλήθη υπό της Κυβερνήσεως όπως διορισθή εις θέσιν υψηλήν, ανταξίαν των μεγάλων αυτού προσόντων.»

Σημειωτέον ότι ταύτα πάντα ήσαν ανακριβή. Πρώτον, ουδεμία περί του επάρχου Θήρας φήμη εκυκλοφόρησέ ποτε εν τη πρωτευούση. Δεύτερον, ο Κ. έπαρχος δεν προσεκλήθη υπό της Κυβερνήσεως, αλλ' απήλθε δυνάμει αδείας μετά κόπου και μόχθου αποκτηθείσης, λόγω δήθεν υγείας. Τρίτον, ουδαμώς επρόκειτο περί προβιβασμού, αλλ' απεναντίας υπήρχε φόβος περί παύσεως, καθόσον ο προστατεύων τον έπαρχον βουλευτής, δυσαρεστηθείς επί τη αρνήσει αιτήσεων τας οποίας το υπουργείον εχαρακτήρισεν ως υπερβολικάς, διεπραγματεύετο τους όρους της μεταστάσεώς του εις τας τάξεις της αντιπολιτεύσεως. Τούτο μαθών ο έπαρχος έδραμεν εις Αθήνας προς εύρεσιν άλλων στηριγμάτων, δυνάμει των σχέσεων της συζύγου του. Ευτυχώς εις το μεταξύ η υπόθεσις συνεβιβάσθη δι' αμοιβαίων παραχωρήσεων, και ο μεν βουλευτής εξηκολούθησε δίδων την ψήφον του εις το υπουργείον, διαμείνας ούτω πιστός εις τας πολιτικάς πεποιθήσεις και εις τα πατριωτικά του αισθήματα, ο δ' έπαρχος καθησυχάσας διά την θέσιν του εφρόντιζε περί του αριθμού των ομματοϋαλίων του, δικαιών ούτω και την άδειαν απουσίας.

Ταύτα εν παρενθέσει. Η δ' εφημερίς ως εξής:

«Χωρίς ν' αδικήσωμεν τον άγνωστον διάδοχόν του, δυνάμεθα να εκφράσωμεν την βαθείαν και ειλικρινή λύπην ημών επί τη επαπειλούμενη απωλεία τοιούτου έπαρχου. Η ελπίς ημών είνε ότι εν τη αγάπη του προς την ημετέραν νήσον, αγάπη τοσάκις εκδηλωθείση, θ' αποποιηθή πάντα προβιβασμόν, όπως εξακολουθήση παρέχων διά της πεφωτισμένης αυτού διοικήσεως ευεργεσίας τη ημετέρα νήσω.»

Και εξηκολούθει το άρθρον ανυψούν διά πολλών δοτικών τον έπαρχον μέχρι τρίτου ουρανού! Εγνώριζεν ούτος τον αρθρογράφον· ήτο εξάδελφος της συζύγου του, διορισθείς διδάσκαλος εις το σχολείον Θήρας, χάρις εις τας ενεργείας του προμνησθέντος βουλευτού. Εγνώριζεν ότι τα γραφόμενά του ούτε τα αισθήματα των Θηραίων πιστώς διηρμήνευον, ούτε την αλήθειαν μόνην και πάσαν έλεγον. Ουχ ήττον ετέρπετο και ηγαλλία βλέπων το όνομά του εξυμνούμενον διά του τύπου, ενώ δε ανεγίνωσκεν, εσκέπτετο διά τίνων μέσων ηδύνατο να κατορθωθή η αναδημοσίευσις του άρθρου, έστω και εν περιλήψει, εις εφημερίδα τινά των Αθηνών, και ανελογίζετο οποίαν εντύπωσιν ήθελε το φύλλον εκείνο της πρωτευούσης προξενήσει εις Θήραν, ιδίως εις τον δείνα και τον τάδε, τους ηγέτας του αντιθέτου εκεί κόμματος.

Β'.

Ανεγίνωσκε λοιπόν, ή μάλλον ειπείν έβλεπε την Εφημερίδα του ο Κ. έπαρχος, ενώ η κομψή κυρία και το θυγάτριόν της εψιθύριζον ερωταποκρίσεις, ο δε φοιτητής, όρθιος, επερίμενε ν' ανοιχθή η θύρα του ιατρού.

Άκρα ησυχία εβασίλευεν εντός της τραπεζαρίας.

Αίφνης ηκούσθη έξωθεν διάλογος οπωσούν ζωηρός. Κατ' αρχάς η συζήτησις εγίνετο εις την αυλήν, παρά το μαγειρείον, και δεν διεκρίνετο καλώς το αντικείμενόν της, αλλά βαθμηδόν τα πρόσωπα του διαλόγου επλησίασαν εις την είσοδον της οικίας. Ηκούοντο δύο φωναί, η της μαγειρίσσης και άλλη γυναικεία φωνή. Η δευτέρα αύτη ήτο η ηπιωτέρα των δύο, ο δε ήχος της ήτο γλυκύς. Έπρεπε να προσέξη τις διά να εννοήση ότι ήτο γραίας γυναικός φωνή.

— Σου λέγω ότι δεν δέχεται σήμερα, έλεγε μετά δριμύτητος η φωνή της μαγειρίσσης.

— Εμένα μου είπαν ότι δέχεται, απεκρίνετο η γλυκεία φωνή.

— Δέχεται το πρωί εις το Νοσοκομείον. Πήγαινε εκεί αύριον να τον ιδής.

— Μου είπαν να τον ιδώ εδώ.

— Τι σου είπαν και σου 'ξείπαν! Άκουσε τι σου λέγω εγώ.

— Δεν μου είπες του λόγου σου τώρα ότι είναι επάνω;

— Μάλιστα, επάνω είναι.

— Τότε λοιπόν θα μας δεχθή. Είναι καλός άνθρωπος ο ιατρός. Μου το είπαν εμένα.

— Πάλιν σου είπαν! Εγώ σου λέγω να 'πας εις το Νοσοκομείον.

— Δεν ηξεύρω πού είναι το Νοσοκομείον. Ήθελα να τον ιδώ εδώ.

— Πώς να σου το 'πώ να καταλάβης, Χριστιανή μου! Εδώ βλέπει όσους πληρώνουν.

— Και ποίος σου είπεν ότι εγώ δεν πληρώνω;

Η απόκρισις έθεσε τέρμα εις τα επιχειρήματα και την αντίστασιν της μαγειρίσσης. Αλλ' η υποχώρησίς της εγένετο υπό διαμαρτύρησιν.

 — Αφού δεν θέλεις ν' ακούσης λόγον, είπε, κάμε καλά μαζή του. Να, εκεί
είναι.

Ο διάλογος έπαυσεν, ηκούσθησαν δε εις την είσοδον και εις τας ολίγας μαρμαρίνας βαθμίδας, αίτινες έφερον εις το ισόγαιον της οικίας, βηματισμοί βαρείς, μαρτυρούντες την παρουσίαν και ετέρου προσώπου, παρεκτός της κατόχου της γλυκείας φωνής.

Εν τούτοις ο έπαρχος είχε παύσει την ανάγνωσιν και με την εφημερίδα ανοικτήν επί των γονάτων ήκουε την συζήτησιν, ενόσω διήρκει, και τώρα τον βαρύν κρότον των βραδέως πλησιαζόντων βημάτων. Το κοράσιον, ανασηκώσαν τον επί των οφθαλμών του επίδεσμον, ηρώτα μετ' ανησυχίας την μητέρα του: «Τι τρέχει; Ποίος είναι;» ο δε φοιτητής, όρθιος πάντοτε, διακόψας την προσήλωσιν εις την θύραν του δωματίου του ιατρού, έστρεψε τον υγιή οφθαλμόν προς την είσοδον της τραπεζαρίας. Όλοι μετά περιεργείας επερίμενον την εμφάνισιν των ανερχομένων.

Γ'.

Επί τέλους η θύρα ηνοίχθη. Ηνοίχθη και εισήλθεν εις την τραπεζαρίαν γραία χωρική, εξηκοντούτις περίπου, οδηγούσα νησιώτην γεροντότερον έτι.

Η γραία ήτο μικρόσωμος, εφαίνετο δ' έτι μικροτέρα πλησίον του υψηλού γέροντος, του οποίου εκράτει την αριστεράν διά της δεξιάς χειρός της. Εις την δεξιάν του ο γέρων έφερε ράβδον στιβαράν. Ο τρόπος με τον οποίον εψηλάφει διά της ράβδου το έδαφος, κλίνων προς τα οπίσω το στήθος και την κεφαλήν, ωσεί φοβούμενος μη προσκρούση εις αόρατον πρόσκομμα, το άψυχον βλέμμα των ανοικτών οφθαλμών του, τα πάντα εμαρτύρουν ότι ήτο παντελώς τυφλός.

Το φέσι του τυφλού γέροντος και αι βράκαι του είχον χάσει το αρχικόν χρώμα των εκ της χρήσεως και της πολυκαιρίας, αι παρειαί του ήσαν προ ημερών αξύριστοι, εν συνόλω δε το παρουσιαστικόν του εφανέρωνεν ανέχειαν δικαιούσαν την επιμονήν της μαγειρίσσης, θελούσης να τον στείλη εις το Νοσοκομείον. Απεναντίας, εκ της περιβολής της γραίας χωρικής εφαίνετο ότι δεν ήτο απατηλή καύχησις η διαβεβαίωσις, ότι θα πληρώση τον ιατρόν. Τα πένθιμα ενδύματά της ήσαν απλά, αλλά νέα και καλής ποιότητος. Το φόρεμά της ήτο ανοικτόν εις το στήθος, αναμέσον δε του ανοίγματος έλαμπε το λευκόν μεταξωτόν υποκάμισον, εκ του οποίου εξήρχετο ο ρυτιδωμένος λαιμός της. Έφερε μικρόν φέσι μαύρον, μανδήλιον δε του αυτού χρώματος το έσφιγγε περί την κεφαλήν της, και εκατέρωθεν εκρέμαντο επί των κροτάφων δύο μικροί λευκοί βόστρυχοι. Επί των ώμων έφερε σάλι μαύρον, εν είδει παραχωρήσεως εις τους παρεισάκτους νέους συρμούς της Ευρώπης. Επί του όλου εφαίνετο ότι έβαλε τα καλά της διά να παρουσιασθή ενώπιον του ιατρού.

Άμα εισήλθεν εις την τραπεζαρίαν, οδηγούσα τον τυφλόν, έρριψε το βλέμμα περί εαυτήν και εστάθη διστάζουσα. Εις το χωρίον της ο ιατρός δεν είχεν αντιθάλαμον, ούτε επερίμενον οι πελάται την σειράν των. Την ετάραξε δ' έτι μάλλον η σιωπή των περιεστώτων, οι oποίοι την παρετήρουν μετά περιεργείας, χωρίς να φαίνωνται έχοντες ουδεμίαν σχέσιν ο είς προς τον άλλον. Κατ ' αρχάς ενόμισεν ότι ο όρθιος φοιτητής ήτο ο ιατρός, και ητοιμάζετο να προχωρήση προς αυτόν, σύρουσα τον τυφλόν. Αλλ' εσκέφθη ότι είναι πολύ νέος εκείνος δι' ιατρόν και εστράφη προς τον έπαρχον, όστις, με την εφημερίδα επί των γονάτων και τα ομματοϋάλια επί των ρωθώνων, την έβλεπεν ασκαρδαμυκτί με γυμνούς τους οφθαλμούς. Δεν είχεν ουδ' εκείνος ύφος ιατρού καθ' εαυτό, αλλ' όπως δήποτε έπρεπε να λυθή η απορία της.

— Του λόγου σου είσαι ο ιατρός; ηρώτησε με την γλυκείαν φωνήν της.

— Όχι, κυρά μου. Ο ιατρός είνε εις το δωμάτιόν του, εκεί μέσα. θα μας δεχθή κατά σειράν, πρώτον τον κύριον εδώ, έπειτα την κυρίαν με την μικράν της, κατόπιν εμέ, και έπειτα την ευγενείαν σου.

Ο έπαρχος μετά πολλής προθυμίας επωφελήθη της παρουσιασθείσης ευκαιρίας προς συνδιάλεξιν.

— Δεν κάθεσαι; εξηκολούθησε, δεικνύων δύο καθέκλας πλησίον του. Κάθισε και συ και του λόγου του, έως ότου να έλθη η σειρά σας. Θα περιμένετε αρκετήν ώραν.

Η γραία έστρεψεν επιδεξίως τον τυφλόν με τα νώτα προς την καθέκλαν και τον έσπρωξε σιγά σιγά, μέχρις ου ησθάνθη, όπισθέν του το κάθισμα. Άμα εκάθισεν ο γέρων, εστέναξεν εκ βάθους καρδίας·

— Ελέησόν με ο Θεός κατά το μέγα σου έλεος!

Η φωνή του ήτο τόσον βροντώδης και θλιβερά συνάμα, ώστε η μικρά εφοβήθη και επλησίασεν όσον ηδύνατο περισσότερον εις την μητέρα της, η οποία επροσπάθει να την πείση να μη ανασηκώνη τον επίδεσμόν της.

— Ησύχασε, εψιθύρισεν, ησύχασε. Δεν είναι τίποτε. Πονεί ο καϋμένος!

Η γραία δεν έδωκε κατά το φαινόμενον προσοχήν εις την εκφώνησιν του τυφλού. Εκάθισε πλησίον του και στραφείσα προς τον έπαρχον του απέτεινε τον λόγον, εκφράζουσα άνευ προοιμίων και άνευ περιφράσεων τα παράπονά της κατά της μαγειρίσσης. Ησθάνετο τόσω μάλλον την ανάγκην του ν' ανακουφισθή εκχύνουσα εις λόγους την αγανάκτησίν της, καθόσον επροσπάθησε να την περιστείλη διαρκούσης της συζητήσεως εις την αυλήν.

— Χαρά 'ςτο! έλεγε. Να μη θέλη να μ' αφήση να έμβω! Δέχεται όσους πληρώνουν, λέγει. Και μήπως εγώ της είπα ότι θέλω να τον ιδώ χάρισμα, τον ιατρόν; Ας έχη δόξαν ο Θεός, δεν έχω την ανάγκην της! Ας είμεθα μικροί άνθρωποι, δεν είμεθα της ελεημοσύνης. Του λόγου της θαρρεί ότι αν δεν φορής φράγκικα και καπελίνι δεν είσαι άνθρωπος! Να 'πάγω, λέγει, 'ς το Νοσοκομείον! Όγεσκε, εδώ θα μας ιδή ο ιατρός και ας τον πληρώσω!

Και λέγουσα ταύτα έθεσε την χείρα εις τον κόλπον διά να ψαύση το αργύριόν της.

Ο έπαρχος ενόμισε την στιγμήν πρόσφορον όπως λάβη κ' εκείνος τον λόγον, αλλ' η γραία δεν τω έδωκε τον αναγκαίον προς τούτο καιρόν.

— Δεν φορούμεν φράγκικα, εξηκολούθησε, και δεν είμεθα πλούσιοι, αλλά κάτι σημαίνομεν και 'μείς 'ς τον τόπον μας. Ας κοπιάση εκεί του λόγου της να μάθη αν είναι της ελεημοσύνης η Κυρά Λοξή……

Δ'.

Διέκοψε την γραίαν η θύρα του ιατρού, η οποία ηνοίχθη τρίζουσα. Όλαι αι κεφαλαί εστράφησαν προς την θύραν, εκ της οποίας εξήλθεν ο πελάτης και μετ' αυτόν ο ιατρός. Ο πελάτης διασχίσας την τραπεζαρίαν ανεχώρησεν, ο δε ιατρός, σταθείς εις το κατώφλιον της θύρας του, είδεν ένα προς ένα τους περιμένοντας και ένευσε προς τον φοιτητήν, όστις εισήλθεν εν βία εις το δωμάτιον.

Η θύρα εκλείσθη και πάλιν.

Η Κυρά Λοξή είχεν εγερθή, άμα είδε την θύραν ανοιχθείσαν. Θέσασα την χείρα εις τα βάθη του κόλπου της απέσυρεν από τας πτυχάς του μεταξωτού υποκαμίσου επιστολήν και την έτεινε προς τον ιατρόν. Αλλ' ιδούσα ότι ο ιατρός δεν επρόσεξεν, εναπέθεσε πάλιν την επιστολήν εις τον κόλπον της και εκάθισεν. Εν τούτοις η επελθούσα διακοπή καθησύχασε την αγανάκτησίν της.

Ο έπαρχος ήνοιξε το ωρολόγιόν του και είδε την ώραν.

— Ελπίζω, είπεν, ότι δεν θα χρονίση και αυτός ωσάν τον άλλον.

— Τον έλεγα με τον νουν μου γεροντότερον, υπέλαβεν η Κυρά Λοξή.

— Ποίον; ηρώτησεν ο έπαρχος.

— Τον ιατρόν.

— Δεν είναι δα και τόσον νέος.

— Ποτέ να μη 'πεθάνη! επανέλαβεν η γραία.

— Άξιος ιατρός, επρόσθεσεν ο έπαρχος. Κάμνει θαύματα!

— Θαύματα αλήθεια! Τόσοι και τόσοι εις το νησί μας του χρεωστούν το φως των! Εδώ εις το ξενοδοχείον μ' εφορτώθηκαν να 'πάγω εις ένα άλλον, αλλά πού ν' ακούσω εγώ!

— Ποίον άλλον;

Η κυρά Λοξή είπε το όνομα του άλλου οφθαλμιατρού.

— Θα συγκριθή εκείνος με τούτον; είπε περιφρονητικώς ο έπαρχος.

— Πού 'ξεύρω εγώ! Μου εδιάβασαν εις την εφημερίδα τυπωμένα τα ευχαριστήρια του ενός και του άλλου οπού τους ιάτρευσε, με ένα σωρόν επαίνους.

— Τας εφημερίδας θα πιστεύσης, κυρά μου! Όλα αυτά είναι πληρωμένα.

Λέγων ταύτα ο έπαρχος είχε προς στιγμήν λησμονήσει την Εφημερίδα της Θήρας. Αλλά διά μιας συνησθάνθη ότι δεν είχε το δικαίωμα να εκφέρη τοιαύτην άδικον κατηγορίαν κατά του τύπου, και ρίψας το βλέμμα εις το ανοικτόν εισέτι επί των γονάτων του φύλλον, το εδίπλωσεν ευλαβώς και το ετοποθέτησεν εις τον κόλπον του.

Εν μέσω της βραχείας σιωπής, η οποία συνώδευσε τας περί τύπου ενδομύχους σκέψεις του επάρχου, αντήχησεν αίφνης εντός της τραπεζαρίας η πένθιμος φωνή του τυφλού·

— Ελέησόν με ο Θεός κατά το μέγα σου έλεος!

Η μικρά ετρόμαξε πάλιν, προς άκραν στενοχωρίαν της μητρός της, η οποία επροσπάθησεν εκ νέου να την καθησυχάση, λαβούσα αυτήν επί των γονάτων και ψιθυρίζουσα θωπευτικά λόγια.

Η Κυρά Λοξή δεν είπε τίποτε, αλλά διά νευρικής κινήσεως ανέσυρεν επί των ώμων το σάλι της.

Ο έπαρχος ανύψωσεν επί της μύτης του τα ομματοϋάλια.

— Άνδρας σου είναι; ηρώτησεν.

— Όγεσκε, απεκρίθη η γραία ξηρά ξηρά. Δεν είναι άνδρας μου.

— Περίεργον πράγμα, εξηκολούθησε λέγουσα. Όλος ο κόσμος εδώ μ' ερωτά· «Άνδρας σου είναι; Άνδρας σου είναι;» Έως και η υπηρέτρια κάτω, κοντά εις τάλλα, μου το ηρώτησε και τούτο· «Άνδρας σου είναι;» Εδώ, φαίνεται, άλλο παρά ανδρόγυνα δεν βλέπει κανείς μαζή.

— Με συγχωρείς την αδιακρισίαν μου, κυρά μου. Δεν ήθελα να σε πειράξω με την ερώτησίν μου.

— Δεν μ' επείραξες, κύριε, και δεν το έχω παράπονον ότι μου έκαμες την ερώτησιν. Το έχει ο κόσμος να θέλη να ερωτά, ας είναι και πράγματα οπού δεν τον μέλει.

Μολονότι η κυρά Λοξή εξέθεσε την ιδέαν της αφελώς και χωρίς κακίαν, ο έπαρχος εθεώρησεν ως προσβολήν, τρόπον τινά, το μάθημα το οποίον του εδόθη. Δυσηρεστήθη δε τόσω μάλλον, καθόσον στραφείς προς την κομψήν κυρίαν την είδε μειδιώσαν επιδοκιμαστικώς. Προητοίμαζεν απόκρισιν τοιαύτην ώστε να ζεματίση την γραίαν και να την βάλη εις την θέσιν της, ότε η θύρα του ιατρού ηνοίχθη εκ νέου.

Ε'.

Ο φοιτητής, καλύπτων τον oφθαλμόν διά της χειρός, και με έκφρασιν ανθρώπου υποστάντος καυτηρίασιν, απήλθεν, ενώ η κομψή κυρία, υπείκουσα εις σιωπηλήν πρόσκλησιν του ιατρού, εισήρχετο μετά του κορασίου της εις το δωμάτιόν του.

Ο έπαρχος ελησμόνησε την προσβολήν ή την εσυγχώρησε, καθόσον μάλιστα δεν ήτο παρούσα πλέον η κομψή κυρία. Ανοίξας το ωρολόγιόν του είδε πάλιν την ώραν.

— Τι να έχη άρά γε το παιδάκι της; ηρώτησεν η Κυρά Λοξή.

— Α! ανεφώνησεν ο έπαρχος πλήρης ευχαριστήσεως. Βλέπεις ότι και συ ερωτάς διά πράγματα οπού δεν σε μέλει; Κ ' έπειτα πειράζεσαι και θυμώνεις εάν σ' ερωτήσουν! Εγώ δεν ηρώτησα την κυρίαν τι έχει το παιδάκι της. Δεν την γνωρίζω.

Η γραία ύψωσε την χείρα της εις τα χείλη και περιστρέφουσα χαριέντως τα δάκτυλα περί το στόμα επροσπάθησε να κρύψη το μειδίαμα, το οποίον εφανέρωνον οι γελώντες οφθαλμοί της.

Αντί απολογίας απηύθυνε προς τον έπαρχον δευτέραν και διπλήν μάλιστα ερώτησίν.

— Δεν την γνωρίζεις; Ξένη είναι;

— Ούτε εις τούτο ημπορώ να σε φωτίσω, κυρά μου. Δεν κατοικώ εδώ.

— Και πού κατοικείς;

— Είμαι έπαρχος Θήρας.

Και θέσας, μηχανικώς την χείρα εις το θυλάκιόν του έψαυσε την εφημερίδα. Ευχαρίστως ήθελε διακοινώσει τα περιεχόμενά της εις την γραίαν, αλλ' εσκέφθη ότι η περίστασις δεν ήτο κατάλληλος και απέσυρε την χείρα κενήν.

— Α! Έπαρχος είσαι του λόγου σου, υπέλαβεν η γραία. Και νομάρχης!

— Ευχαριστώ, κυρά μου. Απ' το στόμα σου κ' εις του Θεού ταυτί!

— Και με τι κόμμα είσαι, κύριε έπαρχε;

— Με την Κυβέρνησιν.

— Αι, τότε δεν θα γείνης γρήγορα νομάρχης.

— Πώς τούτο;

— Θα πέση το υπουργείον· δεν είναι πολλά τα ψωμιά του.

— Ανακατώνεσαι εις τα πολιτικά, βλέπω, κυρά Λοξή.

— Αν ημπορής κάμε και αλλέως, Κύριε έπαρχε.

Ο τυφλός διέκοψε την συνδιάλεξιν στενάξας πάλιν εκ βάθους καρδίας·

— Ελέησόν με ο Θεός κατά το μέγα σου έλεος!

Ο έπαρχος προσήλωσεν ερωτηματικώς τους οφθαλμούς εις την γραίαν θέσας τον δείκτην επί του μετώπου του και σαλεύσας έπειτα επανειλημμένως την ανοικτήν χείρα. Η χειρονομία εσήμαινεν ευκρινώς·

— Μη δεν είναι εις τα σωστά του;

Η Κυρά Λοξή ένευσεν αρνητικώς την κεφαλήν και έφερε την χείρα πρώτον εις τους οφθαλμούς της. τους οποίους έκλεισεν, έπειτα δε επί της καρδίας.

Ο έπαρχος ενόησεν ότι κατέχει τον γέροντα η λύπη, αφότου απώλεσε την όρασιν.

Ο σιωπηλός ούτος διάλογος συνεφιλίωσεν εντελώς τον έπαρχον και την γραίαν χωρικήν. Εάν διέμενεν έτι υπολανθάνον νέφος τι αναμεταξύ των, κατά συνέπειαν των μικρών ακροβολισμών, οίτινες επηκολούθησαν την ερώτησιν, εάν ήτο άνδρας της ο τυφλός, διελύθη ήδη και τούτο. Η ομιλία επανελήφθη ζωηροτέρα, περιστρεφομένη ιδίως εις τα πολιτικά. Η κυρά Λοξή διηγήθη διά μακρών τας περιπετείας του τελευταίου εκλογικού αγώνος εις την νήσον της, δεν απέκρυψε δε το ενεργόν μέρος το οποίον έλαβεν υπέρ του αποτυχόντος υποψηφίου βουλευτού της αντιπολιτεύσεως, ουδ' απεσιώπησε τας ελπίδας της περί προσεχούς ήττης της υπουργικής μερίδος.

Ο έπαρχος ήρχισε να βαρύνεται, καθόσον μάλιστα ηναγκάζετο ν' ακούη μόνον, μόλις δυνάμενος πού και πού να είπη ένα λόγον και αυτός, διακόπτων την ευγλωττίαν της κυρά-Λοξής. Άλλως δε η προσοχή του ήτο εστραμμένη και εις την θύραν του ιατρού, η οποία επί τέλους ηνοίχθη, εξελθούσης της κομψής κυρίας με το κοράσιόν της.

Ο Έπαρχος ήρπασε τον πίλον του και σπεύσας ηκολούθησε τον ιατρόν εις το δωμάτιόν του διά να τον συμβουλευθή περί του αριθμού των ομματοϋαλίων του.

ΣΤ'.

Η Κυρά Λοξή και ο τυφλός έμειναν μόνοι.

— Ήλθε η αράδα μας, Γιάννη. Τώρα θα μας ιδή ο ιατρός. Ακούς;

Ο τυφλός δεν απεκρίθη. Πρώτην ήδη φοράν τω απηύθυνεν η γραία τον λόγον, αφότου εισήλθον εις του οφθαλμιατρού. Η σιωπηλή μελαγχολία του αομμάτου γέροντος δεν ανταπεκρίνετο εις την ιδικήν της στωμυλίαν. Αληθώς ηδύνατο κάλλιστα εκείνη να ομιλή διά δύο, αλλά προς τούτο ήτο χρεία να έχη αντικρύ της ακροατήν δεικνύοντα ότι την ακούει, είτε διά παρατηρήσεώς τινος ή διακοπής, είτε διά της εκφράσεως τουλάχιστον των οφθαλμών του. Ο γέρων Γιάννης ουδεμίαν των τοιούτων ενθαρρύνσεων παρείχεν. Οι οφθαλμοί του δεν είχον βλέμμα, τα δε χείλη του δυσκόλως ηνοίγοντο.

Και όμως ήθελεν η κυρά Λοξή να τον εξυπνίση ολίγον τον δυστυχή, τώρα μάλιστα ότε επρόκειτο να τον ίδη ο ιατρός.

— Είδες πώς τρέχουν οι άνθρωποι από παντού να τον ιδούν, επανέλαβε. Τόσην ώραν προσμένομεν!.. Μεγάλος ιατρός, αλήθεια! θα σε ιατρεύση κ' εσένα, Γιάννη, πρώτα ο Θεός! Ακούς;

Αντί πάσης απαντήσεως ο γέρων εστέναξεν: Αχ!

— Μη μου αρχίσης πάλιν εκείνο το Ελέησόν με ο Θεός, υπέλαβεν η γραία μετά ζωηρότητος. 'Σ την ψυχήν μου κάθεται! Κ' έπειτα σ' ακούει ο κόσμος και θαρρούν πώς είσαι αλήθεια του ελέους!

— Και δεν είμαι του ελέους; είπεν ο τυφλός μελαγχολικώς.

— Ουφ! Θ' αρχίσης πάλιν τα ίδια και τα ίδια. «Πως μου είσαι βάρος, και κρίμα 'ς τα έξοδα, και του κάκου οι ιατροί, και τούτο κ' εκείνο!» Ό,τι θέλεις λέγε τώρα, αφού το εκατάφερα να σε φέρω εδώ! Μόνον να το 'ξεύρης ότι δεν μου χρεωστείς τίποτε. Σου το είπα και σου το ξαναλέγω. Δεν ήλθα εδώ εξ αιτίας σου. Είχα δουλειάν να έλθω.

— Μάλιστα! Δουλειάν είχες, εψιθύρισεν ο τυφλός.

Η γραία προσεποιήθη ότι δεν ήκουσε την έκφρασιν της δυσπιστίας του.

— Τι μ' επείραζε λοιπόν, να σε πάρω μαζή μου! Ούτε ναύλον επλήρωσα. Δεν ήθελε να πληρωθή ο καραβοκύρης. Το ψωμί που τρώγεις μαζή μου θα λογαριάσης; Μου κάμνεις άδικον να τα λέγης αυτά και να τα συλλογίζεσαι, Γιάννη. Το κάτω κάτω, έχω χρέος εγώ να μη σε παραιτήσω. Έχω χρέος! Και δόξα τω Θεώ, είμαι εις θέσιν να το κάμω, και ούτε αδικώ κανένα κατόπιν μου, αν κάμω όσον ζω την ευχαρίστησίν μου. Και τι ευχαρίστησις μου απέμεινε της πτωχής, παρά να βοηθώ όσον ημπορώ τους άλλους. Άφησέ τα, Γιάννη, αυτά! Να σ' αξιώση ο Θεός να ιδής το φως σου, και τότε θα είμαι με το παραπάνω πληρωμένη, αν σου έκαμα και τίποτε!

— Δεν θα ιδώ το φως μου! εψιθύρισεν ο γέρων.

— Μην απελπίζεσαι, άνθρωπε! Τόσοι και τόσοι ιατρεύθησαν. Να σου τους ονοματίσω πάλιν ένα κ' ένα; Μάτια είχαν κ' εκείνοι, καθώς εσύ. Τα έχασαν και τους τα έδωκε πάλιν ο Θεός.

— Ελέησόν με ο Θεός….

— Σου είπα, Γιάννη, να μη το λέγης αυτό! Λέγε το μέσα σου και ο Θεός τακούει.

— Θέλω να τακούω κ' εγώ. Ξεθυμαίνω.

— Λέγε το λοιπόν να ξεθυμαίνης!

Και ηγέρθη η Κυρά Λοξή μετά τινος ανυπομονησίας.

Ηγέρθη όχι μόνον διότι ησθάνετο την ανάγκην να διασκεδάση δι' ολίγης κινήσεως την μελαγχολίαν, την οποίαν μετέδιδον και εις αυτήν οι αναστεναγμοί του τυφλού, αλλά και διά να περιεργασθή τα έπιπλα της τραπεζαρίας. Ιδίως είλκυσε την προσοχήν της η εικών του ιατρού, και την παρετήρει μετά προσοχής, ότε ηνοίχθη και πάλιν τρίζουσα η θύρα του δωματίου.

Ο έπαρχος εξελθών την εχαιρέτισε φιλικώς, αλλ' η Κυρά Λοξή δεν επρόσεξεν εις τον χαιρετισμόν του. Δραμούσα προς τον τυφλόν της τον έλαβεν εκ της χειρός, τον ανήγειρε και διηυθύνθη μετ' αυτού προς τον ιατρόν, όστις έστεκεν εις το κατώφλιον της θύρας του.

Ζ'.

Κατά την αυτήν εκείνην στιγμήν ήρχισαν να σημαίνουν αι δώδεκα εις την παρακειμένην εκκλησίαν, ταυτοχρόνως δε η μαγείρισσα εισήρχετο διά πλαγίας θύρας εις την τραπεζαρίαν, φέρουσα δίσκον πλήρη πινακίων και ποτηρίων.

— Με κακοφαίνεται, κυρά μου, είπεν ο ιατρός προχωρών προς την γραίαν, αλλά βλέπεις είναι μεσημέρι και έχω να εξέλθω αμέσως μετά το πρόγευμα. Έλα αύριον, σε παρακαλώ· ή, καλλίτερα, έλα πρωί πρωί εις το Νοσοκομείον.

— Τα βλέπεις τώρα, κυρά; υπέλαβεν η μαγείρισσα, ενώ απέθετε τον βαρύν της δίσκον επί της τραπέζης.

Και στρεφομένη προς τον κύριόν της,

 — Έβγαλα τον λάρυγγα μου, επρόσθεσε, να της λέγω να 'πάγη 'ς το
Νοσοκομείον και δεν ήθελε να με ακούση.

Η Κυρά Λοξή ησθάνθη το αίμα αναβαίνον εις την κεφαλήν της, αλλ' εκρατήθη και, χωρίς να στραφή προς την μαγείρισσαν, απηύθυνε μειλιχίως τον λόγον προς τον ιατρόν:

— Δεν θα κάμης αυτό το άδικον, ιατρέ μου, εις ανθρώπους που έκαμαν τόσον ταξείδι μόνον και μόνον να σε ιδούν. Δεν θα σου πάρη πολλήν ώραν. Να, μόνον να τον ιδής θα καταλάβης τι έχει. Σε παρακαλώ, ιατρέ μου!

Ο ιατρός εφαίνετο μαλαχθείς.

 — Παρ' ολίγον να λησμονήσω, εξηκολούθησεν η γραία. Σου έχω γράμμα από
τον ιατρόν μας.

Και αφήσασα την χείρα του τυφλού απέσυρεν εκ του μεταξωτού υποκαμίσου την επιστολήν και την έτεινε προς τον ιατρόν.

— Μου είπεν εκείνος, εξηκολούθησε, τι καλός που είσαι, και πώς η χρυσή σου καρδιά βαλσαμώνει με την καλοσύνην της τους αρρώστους, πριν τους ιατρεύση η τέχνη σου.

— Πλάνα, πλάνα! ανέκραξε μειδιών ο ιατρός· και ανοίγων την επιστολήν του συναδέλφου του εστράφη προς το δωμάτιόν του.

Η Κυρά Λοξή σύρουσα τον τυφλόν, έρριψε βλέμμα θριαμβευτικόν επί της μαγειρίσσης, και ηκολούθησεν εις το δωμάτιόν του τον ιατρόν αναγινώσκοντα την επιστολήν.

Ιδού το περιεχόμενόν της:

«Σεβαστέ μου και φίλε καθηγητά.

«Σας συνιστώ ενθέρμως την επιφέρουσαν το παρόν. Η Κυρά Λοξή είναι η καλοσύνη προσωποποιημένη. Ουδείς ευπορώτερός της εις το χωρίον, ίσως δε και καθ' όλην την νήσον αλλά ζώσα γλίσχρως, ως χωρική, καταναλίσκει το εισόδημα της αγαθοεργούσα και υποθάλπουσα τους έχοντας ανάγκην βοηθείας. Γνωρίζει όμως πώς να υπερασπίση τα συμφέροντά της και ούτε επιτρέπει εις ουδένα να καταχρασθή την αγαθότητά της, ούτε χωρατεύει εάν θελήση τις να την πειράξη. Άλλως είναι αυτόχρημα αγία Ελεούσα, καθώς την αποκαλούν οι χωρικοί εδώ. Έμαθα εμπιστευτικώς παρά του συμβολαιογράφου ότι την περιουσίαν της διέθεσε μετά θάνατον υπέρ του σχολείου του χωρίου της!

Αλλ' η κυρά Λοξή δεν σκέπτεται μόνον περί ευεργεσιών, ζώσα τε και μετά θάνατον. Είναι προς τούτοις και μία δύναμις ενταύθα, εξασκούσα επιρροήν ουχί αναξίαν λόγου, ήτις ελπίζω ότι δεν θα μοι είναι άχρηστος κατά τας προσεχείς εκλογάς, όποτε, κατά παρακίνησιν πολλών πολιτικών φίλων μου, προτίθεμαι, με την ευχήν σας, να εκτεθώ.

Πεποιθώς ότι η υμετέρα δεξίωσις θα μου προσπορίση νέα δικαιώματα επί της ευμενείας της αγαθής γραίας, Διατελώ κ. τ. λ.»

Περί του τυφλού ουδέ λέξις! Ο ιατρός δεν έδωκε πολλήν προσοχήν εις την αποσιώπησιν ταύτην. Εκ των περιεχομένων της επιστολής το προξενήσαν εις αυτόν προ πάντων εντύπωσιν, και εντύπωσιν ουδαμώς ευχάριστον, ήτο η πρόθεσις του συναδέλφου του να εκτεθή εις τον βουλευτικόν αγώνα.

— Ω, τον ανόητον! είπε καθ' εαυτόν, ρίπτων την επιστολήν επί της τραπέζης.

Στραφείς δε προς τον τυφλόν τον έλαβεν εκ της χειρός, τον έφερε πλησίον του παραθύρου, και ανοίξας διά των δακτύλων τα βλέφαρά του εξήτασεν επί μίαν στιγμήν προσεκτικώς τους αφωτίστους οφθαλμούς του. Έπειτα βλέπων την γραίαν, ήτις παρηκολούθει ατενώς την εξέτασιν, εκίνησεν οριζοντίως την χείρα ως αν έλεγε: τετέλεσται!

Η γραία έθεσε τον δάκτυλον εις τα χείλη και ήνωσε παρακλητικώς τας δύο χείρας. Ήθελε να κρύψη από τον γέροντα το ανίατον του πάθους του. Ο ιατρός ενόησε την βωβήν παράκλησίν της. Ήτο συνειθισμένος εις το να ενθαρρύνη τους πάσχοντας δι' απατηλών παρηγοριών.

— Προ πόσου καιρού δεν βλέπεις; ηρώτησε τον τυφλόν.

Αντί του ερωτωμένου έλαβεν η κυρά Λοξή τον λόγον.

— Είναι τώρα τρία χρόνια που ήρχισε να ολιγοστεύη το φως του· Έλειπε ο κακόμοιρος 'ς τα ξένα από νέος. Εδούλευε να 'βγάλη το ψωμί του. 'Στά ύστερα όλα του τα κέρδη τα εξώδευσε 'ς τους ιατρούς. Είδε κι' αποείδε, εγύρισε 'ς την πατρίδα εδώ κ' ένας χρόνος. Έβλεπε ακόμη πότε είνε μέρα και πότε νύκτα. Τώρα τρεις μήνες δεν βλέπει τίποτε. Όλα μαύρα, λέγει.

— Μαύρα, μαύρα, υπέλαβεν ο γέρων με την πένθιμον φωνήν του.

Η γραία έθλιψε τα βλέφαρα με τα δάκτυλά της διά να εμποδίση έν δάκρυ έτοιμον να ρεύση.

Ο ιατρός την παρετήρει με βλέμμα πλήρες συμπαθείας.

— Άνδρας σου είναι; ηρώτησεν.

— Όγεσκε, απεκρίθη η γραία. Αλλ' η άρνησίς της δεν εξέφραζεν ούτε την δυσαρέσκειαν ούτε την ανυπομονησίαν, μετά της οποίας προ ολίγου απεκρίθη εις του επάρχου την ερώτησιν.

— Αδελφός σου,; επανέλαβεν ερωτών ο ιατρός.

— Όγεσκε.

— Λοιπόν αγαπητικός σου;

Η Κυρά Λοξή ύψωσε πάλιν την χείρα εις τα χείλη, κρύπτουσα το μειδίαμα με την συνήθη χειρονομίαν της.

— Πατριώτης μου είναι, είπε μετά τινας στιγμάς.

Ο ιατρός την έβλεπε μειδιών.

— Ο άμοιρος, επανέλαβεν η γραία, δεν έχει κανένα συγγενή, κανένα ιδικόν του. Τον γνωρίζω από παιδί. Κ' εγώ που σου μιλώ είμαι ξεκληρισμένη, — έρημη και μόνη. Τώρα κοντεύομεν κ' οι δύο 'ς τα τέλη. Αν έβλεπε αυτός κ' εγώ δεν είχα μάτια, θα μου έδειχνε τον δρόμον 'ς τον τάφον. Εγώ έχω τα μάτια μου ακόμη… Εκατάλαβες.

— Εκατάλαβα ότι είσαι καλή χριστιανή, απεκρίθη ο ιατρός.

Και αποτεινόμενος προς τον τυφλόν·

— Να δοξάζης τον Θεόν, επρόσθεσεν, ότι σου επρομήθευσε την βοήθειάν της.

— Δόξα σοι ο Θεός, εστέναξεν ο γέρων.

 — Τι ιατρικόν θα του δώσης, ιατρέ μου; ηρώτησεν η κυρά Λοξή, κλείσασα
τον ένα οφθαλμόν διά να υποδείξη προς τίνα σκοπόν η ερώτησις.

 — Θα του δώσω κάτι να πλύνη τα 'μάτια του. Αλλά πρέπει και να δουλεύη
με τα χέρια του.

 — Αυτό του λέγω κ' εγώ, ιατρέ μου! Με τα χέρια σταυρωμένα και τα 'μάτια
κλειστά σκουριάζει ο νους του ανθρώπου. Του λέγω να πλέκη καλάθια.

 — Σωστά σου λέγει η γερόντισσα και να την ακούης, είπεν ο ιατρός προς
τον τυφλόν.

Αλλ' εκείνος έσεισε την κεφαλήν, εν σιωπή. Δεν ηπατάτο ο δυστυχής ως προς το μέλλον. Εγνώριζεν ότι δεν θα ίδη το φως ενόσω εισέτι έμενεν επί της γης!

Ο ιατρός εκάθισε να γράψη την δήθεν συνταγήν, η δε Κυρά Λοξή εν τω μεταξύ απέσυρεν εκ του κόλπου το μανδήλι της, έλυσε την άκραν του και λαβούσα εκείθεν δύο αργυρά πεντόδραχμα τα απέθεσεν αθορύβως επί της τραπέζης, ενώ ο ιατρός της έτεινε την συνταγήν.

 — Τι είναι τούτο; ανεφώνησεν ο ιατρός. Πάρε τα οπίσω! Αυτήν την ώραν
δεν δέχομαι επισκέψεις, μόνον τους φίλους μου δέχομαι.

Λαβών δε εκ των επί της τραπέζης χρημάτων έν χρυσούν νόμισμα το επρόσθεσεν εις τα δύο πεντόδραχμα, τα οποία επέστρεψεν εις την γραίαν.

— Διά τα καλάθια, εψιθύρισε δεικνύων τον τυφλόν.

— Μόνον αυτό δεν γίνεται, είπεν η Κυρά Λοξή. Όχι μόνον να μη παίρνης αλλά και να δίδης!

Και ηρνήθη αποφασιστικώς την προσφοράν.

— Δεν μου το είπαν ψεύματα, εξηκολούθησεν, ότι είσαι καλός άνθρωπος.

— Συ είσαι καλή! Εγώ δεν επήγαινα και να εξοδευθώ και να θαλασσοπνιγώ δι' ένα πού δεν τον έχω ούτε άνδρα, ούτε αδελφόν, ούτε αγαπητικόν.

— Αι, να σου το 'πώ, ιατρέ μου. Και έκρυψε διά της χειρός το μειδίαμά της. — Δεν είναι ούτε άνδρας μου, ούτε αδελφός, ούτε αγαπητικός μου. Και όμως,.. Πώς να σου το 'πώ; Ένα καιρόν ήτον αγαπητικός μου. Εκατάλαβες; Εξ αιτίας μου, εξενιτεύθηκε όταν με 'πάνδρευσαν. Οι γονείς μου δεν τον ήθελαν. Ήτον πτωχός. Αν μ' ερωτούσαν κ' εμένα τότε, θα τον επροτιμούσα αυτόν που βλέπεις. Ήτον ωραίος νέος και καλός άνθρωπος και πιστός. Πιστός, μου το απέδειξεν. Έμεινεν ελεύθερος. Έφυγε νέος και εγύρισε γέρος και τυφλός. Κ' ενώ έλειπεν, εγώ έθαψα και τον άνδρα μου και όλα μου τα παιδιά. Κ' ευρεθήκαμεν πάλιν, κ' οι δύο δυστυχισμένοι, κοντά ο ένας 'ς τον άλλον. Αλλά τι τα θέλεις, η νεότης έφυγε και δεν μεταγυρίζει. Εκατάλαβες, ιατρέ μου; Τώρα αν είμαι εγώ έρημη και μόνη, αυτός δεν μου πταίει εμένα. Εγώ όμως έχω χρέος να μη τον αφήσω εκείνον αβοήθητον 'ς τα μαύρα και τα σκοτεινά. Εκατάλαβες;

— Μαρία, Μαρία! εφώναξεν ο ιατρός προς την μαγείρισσαν, ανοίγων την θύραν. Βάλε δύο πινάκια ακόμη 'ς το τραπέζι.

Και στρεφόμενος προς την Κυρά Λοξήν·

— Κυρά μου, είπεν, έλα, παρακαλώ, ν' ακούσω την ιστορίαν σου με την ησυχίαν μου εις το πρόγευμα, διότι μου αρέσει.

— Καλέ, πώς γίνεται, ιατρέ μου; 'Σ το τραπέζι σου θα μας καθίσης!

— Γίνεται και καλογίνεται.

Η Κυρά Λοξή επέμενεν αρνούμενη, αλλ' ενθυμηθείσα την μαγείρισσαν δεν ηδυνήθη να ανθέξη εις την ευχαρίστησιν του να την εκδικηθή καθημένη, έστω και επί μίαν στιγμήν, εις την τράπεζαν του κυρίου της, ενώ εκείνη ήθελε να της κλείση την θύραν του.

 — Αφού το θέλεις, ιατρέ μου, μόνον ένα ποτήρι κρασί εις υγείαν σου και
φεύγομεν.

Και λαβούσα τον τυφλόν εκ της χειρός ηκολούθησε τον ιατρόν εις την τραπεζαρίαν.

— Ελέησόν με ο Θεός… ήρχισεν ο τυφλός.

— Σιωπή Γιάννη! Να μη σακούση ο ιατρός!

Ο Γιάννης εσιώπησεν.

— Ο συνάδελφος μου, έλεγε καθ' εαυτόν ο ιατρός, θα νομίση ότι περιποιούμαι την καλήν αυτήν γραίαν, διά να του προμηθεύσω ψήφους! θέλει να γείνη βουλευτής! Ας γείνη να ιδή την γλύκαν.

— Αχ ιατρέ μου, είπεν η Κυρά Λοξή, ενώ ο ιατρός εγέμιζε τα ποτήρια. Ας ήθελες να γείνης βουλευτής μας! Τον κόσμον θα έκαμνα άνω κάτω να μην αποτύχης!

— Ευχαριστώ, ευχαριστώ. Δεν το έχω σκοπόν. Αντί εμού, λάβε υπό την προστασίαν σου τον συνάδελφόν μου εκεί κάτω, πού το νοστιμεύεται.

Και προσφέρων τα ποτήρια,

— Εις υγείαν σου, Κυρά Λοξή, και… εις του αγαπητικού σου!

— Εις υγείαν σου, ιατρέ μου.