ΑΝΑΜΝΗΣΙΣ
Α'.
Παρήλθον έτη πολλά έκτοτε. Ήμην νεώτατος, πρώτον δε τότε εταξείδευα μόνος. Μετέβαινα εις Γαλλίαν διά της Ιταλίας. Κατ' εκείνην την εποχήν τα ταξείδια ήσαν δυσκολώτερα, δαπανηρότερα, ταυτοχρόνως δε και βραδύτερα ή την σήμερον. Τα ατμόπλοια δεν διέσχιζον μετά της αυτής ταχύτητος την θάλασσαν, ουδ' ήσαν πολυάριθμα ως τώρα, εστάθμευον δε εις πολλούς λιμένας δίδοντα καιρόν εις τους επιβάτας προς επίσκεψιν των πόλεων οπόθεν διήρχοντο, εάν (εννοείται) είχον διαβατήρια εν τάξει και επετρέπετο η ελευθεροκοινωνία. Αλλ' ούτε σιδηρόδρομοι συνέδεον εισέτι τας πόλεις της Ευρώπης, συντέμνοντες τας αποστάσεις. Διά ξηράς ως και διά θαλάσσης ο περιηγητής μετεφέρετο άνευ βίας, του εδίδετο δε καιρός διά να αναπνεύση, να αναπαυθή και να ικανοποιήση την περιέργειάν του.
Και μετά πόσης περιεργείας περιηγείται τις ότε, νέος έτι, βλέπει κατά πρώτον νέον και άγνωστον κόσμον! Πώς τα πάντα τότε εξεγείρουν τον θαυμασμόν και εξάπτουν την φαντασίαν! Ω, η νεότης! Πόσον καλλύνει τα πάντα, ενόσω διαρκεί, και πόσον ταχέως παρέρχεται!
Μετά εικοσιτεσσάρων ωρών διαμονήν εις Νεάπολιν μετεβαίνομεν εις Σιβιταβέκιαν. Αφού επεσκέφθην όσα πλειότερα ηδυνήθην εκ των αξιοθεάτων της Νεαπόλεως, επέστρεψα εγκαίρως εις το ατμόπλοιον, προτού ανελκυσθή η άγκυρα. Το κατάστρωμα ήτο πλήρες ανθρώπων. Μετά δυσκολίας ηδυνήθην ν' ανεύρω μεταξύ του συνωθουμένου πλήθους τους παραμείναντας εκ των εξ Ελλάδος συνταξειδιωτών μου. Το σημείον της αναχωρήσεως δεν είχεν εισέτι δοθή, ώστε δεν ήτο εύκολον να διακρίνω τίνες εκ των πολλών θα προστεθούν εις τους επιβάτας του ατμοπλοίου, και τίνες ήλθον προς αποχαιρετισμόν των αναχωρούντων. Καθόσον όμως παρήρχετο η ώρα, οι εναγκαλισμοί, οι αποχαιρετισμοί και αι βαθμιαίαι αποχωρήσεις ηραίωσαν την συρροήν εκείνην. Οι πωληταί κοραλίων και κτενίων και καθισμάτων και κοσμημάτων, τακτοποιούντες τα εμπορεύματά των, ήρχισαν ο είς μετά τον άλλον να καταβαίνουν εις τας λέμβους, οι ναύται ετέθησαν εις κίνησιν ανασύροντες σχοινία, κλείοντες τας ανοικτάς αποθήκας, εις δε την γενικήν ταραχήν προσετέθη και ο συριγμός του ατμού, προαναγγέλλων τον προσεχή απόπλουν.
Εν τούτοις, άμα επιστρέψας εις το ατμόπλοιον, εν μέσω της επικρατούσης εισέτι κινήσεως και συγχύσεως, παρετήρησα εις την ησυχωτέραν άκραν της πρύμνης καθημένους τρεις, — δύο γυναίκας και ένα άνδρα, — οίτινες εφαίνοντο καταλαβόντες προ ώρας ικανής την γωνίαν εκείνην του καταστρώματος.
Εκ των δύο γυναικών η μεν, νέα, νεωτάτη, εξηπλωμένη επί μακρού ψαθίνου καθίσματος, με προσκέφαλα υποστηρίζοντα το σώμα και την κεφαλήν της, παρηκολούθει με βλέμμα μελαγχολικόν την επί του πλοίου ζωηρότητα. Η άλλη, προβεβηκυία την ηλικίαν, εκάθητο όπισθεν της νέας επί του γύρω του καταστρώματος ξυλίνου θρανίου. Επί δε σκαμνίου χαμηλού, γέρων έχων ύφος αρχαίου στρατιωτικού, κρατών βιβλίον εις χείρας, αλλά μη αναγινώσκων, επρόσεχε μετά στοργής εις πάσαν της νέας κινήσιν και ενίοτε απηύθυνε προς αυτήν ταπεινή τη φωνή τον λόγον.
Προφανώς ήτο πατήρ συνοδεύων θυγατέρα πάσχουσαν, αντί δε μητρός την περιέθαλπεν η γραία υπηρέτρια της.
Αι εντυπώσεις της νεότητος είνε αληθώς ανεξάλειπτοι. Μορφαί τινες μένουν διά παντός χαραγμέναι εις την μνήμην, — συμβάντα προ ετών πολλών διελιχθέντα ενώπιον των οφθαλμών μας διατηρούνται αείποτε ζώντα εις το βάθος της φαντασίας και αναπηδούν αίφνης εκείθεν απρόκλητα, χωρίς να γνωρίζωμεν το πώς και το διατί. Την νέαν εκείνην μόλις είδα, μόλις ήκουσα την ασθενή φωνήν της, δεν γνωρίζω το όνομά της, αλλ' ούτε καν την πατρίδα της, επί ώρας μόνον τινάς η παρουσία της επεσκίασε την ψυχήν μου, και όμως ποτέ δεν την ελησμόνησα, ούτε ποτέ θα την λησμονήσω!
Ήτο ξανθή, πολύ ξανθή. Εφαίνετο εκ πρώτης όψεως ότι ήτο γέννημα της Άρκτου. Εκ των μεταξύ των επιβατών γενομένου μετέπειπα λόγου περί αυτής, εσχημάτισα την ιδέαν ότι ήτο Πολωνίς, αλλ' ουδεμίαν έχω βεβαιότητα περί τούτου. Τα χαρακτηριστικά της ήσαν κανονικά, αλλ' ήτο ισχνή, ωχρά και εξησθενημένη. Οι μεγάλοι γλαυκοί οφθαλμοί της εφαίνοντο μεγαλείτεροι έτι ως εκ της ωχρότητος και της αδυναμίας της, το δε βλέμμα της ανεπαύετο εις ό,τι ητένιζεν, ως απηυδημένον εκ λύπης αφάτου.
Άμα την είδα με συνεκίνησεν η θέα της. Μου ήλθον εις τον νουν όντα αγαπητά, ανεπόλησα την οικογένειαν, την πατρίδα. Η ωχρά εκείνη θελκτική μορφή ημαύρωσε διά μιας την φαιδρότητα των πρώτων εντυπώσεων της ξενιτείας. Το θλιβερόν της βλέμμα επλημμύρησε θλίψεως την ψυχήν μου. Εκάθησα επί του απέναντι θρανίου, παρά την πρύμνην, οπίσω οπίσω, ώστε να μη με παρατηρήση ούτε εκείνη ούτε ο πατήρ της, και δεν έβλεπα ούτε επρόσεχα εις άλλο ουδέν.
Ο ιατρός του ατμοπλοίου διέκοψε την προσήλωσίν μου δι ευθύμου προσαγορεύσεως, ερωτών πώς διεσκέδασα εις Νεάπολιν. Ήτο αγαθώτατος άνθρωπος, αγαπών τους αστεϊσμούς και συντελών διά της ζωηρότητός του εις την επίσπευσιν της μεταξύ των συνεπιβατών του ενάρξεως φιλικών σχέσεων. Με είχε λάβει υπό την προστασίαν του ευθύς εξ αρχής και με μετεχειρίζετο ως αρχαίος οικογενειακός φίλος. Ήτα πεντηκοντούτης περίπου, κατ' εκείνην δε την περίοδον της ζωής μου εθεώρουν τους πεντηκοντούτεις ως γέροντας· αλλ' η ευθυμία του δεν επέβαλεν όσον σέβας προϋπέθετεν η μεταξύ μας διαφορά ηλικίας. Απ' εναντίας είχομεν γίνει εντός ολίγου φίλοι, ως συνομήλικοι.
Ο ιατρός εκάθισε πλησίον μου προς εξακολούθησιν της συνδιαλέξεως και είδε τότε κατά πρώτον τους αντικρύ μου καθημένους ξένους. Η θέα της ασθενούς είλκυσε την προσοχήν του. Την έβλεπεν επί ώραν σιωπών. Η ευτραπελία του διεκόπη.
— Τι πάσχει άρά γε; ηρώτησα.
— Δεν την βλέπεις; Φθισική η δυστυχής!
Και εγερθείς επλησίασε και απέτεινε τον λόγον προς τον γέροντα, μετ' ολίγον δε λαβών σκαμνίον εκάθισεν εκεί και μου απέκρυψε με τα ευρέα νώτα του την κεφαλήν της πασχούσης.
Φθισική! Εγνώριζα τι σημαίνει φθίσις. Ενθυμήθην αμέσως ένα διδάσκαλον του σχολείου μου, νέον ισχνόν, ωχρόν, με κηλίδας ερυθήματος επί των κοίλων παρειών του, μετά κόπου ερχόμενον εις το μάθημα, παραδίδοντα μετά κόπου, και συχνάκις διακοπτόμενον διά να βήξη. Έπειτα ο διδάσκαλος δεν ήρχετο, τα μαθήματα έπαυσαν, εμάθομεν ότι ήτο κλινήρης, και μετ' ολίγας εβδομάδας οι μαθηταί του ηκολουθήσαμεν την κηδείαν του. Δεν είχα εισέτι ίδει άλλο θύμα της φθίσεως, αλλ' εγνώριζα ότι οι φθισικοί αποθνήσκουν, και με τους οφθαλμούς προσηλωμένους εις τα νώτα του ιατρού επανέβλεπα διά της φαντασίας την νεκρώσιμον εκείνην συνοδίαν, και τον διδάσκαλόν μου φερόμενον υπό τεσσάρων εκ των μεγαλειτέρων μαθητών εντός του ανθοσκεπούς νεκροκραββάτου του.
Εντούτοις η άγκυρα ανειλκύσθη, οι τροχοί περιεστράφησαν πλήττοντες παταγωδώς την θάλασσαν και ήρχισε το ατμόπλοιον να κινήται. Ηγέρθην τότε και στηριχθείς επί της όπισθεν του πηδαλίου σπείρας σχοινίων, έβλεπα την ωραίαν πόλιν εκ της οποίας απεμακρυνόμεθα. Η απέραντος έκτασις αιγιαλού, την οποίαν καλύπτει διά των οικιών, των παλατίων και των εκκλησιών της, απήστραπτεν υπό τας ακτίνας του ηλίου, κλίνοντος προς την δύσιν του. Η χλοερά πέριξ ζώνη των καταφύτων λόφων επηύξανε διά της αντιθέσεως του πρασίνου της χρώματος την λαμπρότητα των πυκνών οικοδομών. Δεξιόθεν της πόλεως ο Βεσούβιος, ανυψών αγερώχως τα τραχέα στέρνα, εμαύριζεν άνωθεν του τον κυανούν ουρανόν, επεκτείνων εις νέφος την στήλην των αενάων καπνών του.
Ότε το ατμόπλοιον εξήλθε του λιμένος και ήρχισε να γίνηται επαισθητή η δρόσος της θαλάσσης, η γραία υπηρέτρια επρόσθεσε μετά θωπευτικής φροντίδος σκεπάσματα εις τους πόδας και τα νώτα της εξηπλωμένης νέας. Ο καιρός ήτο ωραίος. Αληθώς προς δυσμάς το ζοφερόν του ορίζοντος δεν εφαίνετο προαναγγέλλον εξακολούθησιν της γαλήνης, αλλ' η απειλή την οποίαν τα νέφη εκείνα υπέκρυπτον ήτο εισέτι μακράν, το δε ατμόπλοιον διέσχιζε θάλασσαν ακύμαντον, μόλις ρυτιδουμένην από την πνοήν ελαφρού αέρος. Μόνοι οι δύο τροχοί, ταράσσοντες τα νερά, εχάρασσον όπισθεν ημών το πέλαγος διά διπλής γραμμής κλιμακωτού αφρού.
Ω! πώς επεθύμουν να πλησιάσω προς την πάσχουσαν, ν' αποτείνω προς αυτήν ολίγας λέξεις συμπαθείας, να σύρω το σκέπασμα επί της άκρας του μικρού ποδός, τον οποίον έβλεπα μακρόθεν ασκεπή, να υψώσω το προσκέφαλόν της ότε έστρεφε το βλέμμα προς την απέχουσαν ήδη ξηράν και προς την κορυφήν του καπνίζοντος ηφαιστείου! Ήτο κενόν πλησίον της το σκαμνίον επί του οποίου εκάθητο προ ολίγου ο ιατρός, αλλά δεν ετόλμων να πλησιάσω.
Η ώρα βαθμηδόν παρήρχετο, ο ήλιος επλησίαζε προς την δύσιν του και ο αήρ εγίνετο δροσερώτερος. Η υπηρέτρια εγερθείσα έκυψε προς την νέαν και εψιθύρισε λέξεις τινάς με ταπεινήν ένδειξιν τρυφερότητος. Εκείνη έστρεψε βραδέως προς την γραίαν τους οφθαλμούς. Δεν ωμίλησε, αλλά το βλέμμα της έλεγεν: Ω, άφες με! θέλω να ίδω ακόμη την θάλασσαν και τον ουρανόν και τον δίσκον του δύοντος ηλίου!
— Αλλ' ο γέρων έθεσε περιπαθώς την χείρα επί της χειρός της και ελάλησε προς αυτήν, και ήτο ικετευτικός της φωνής του ο τόνος.
Η νέα ανέκυψε και επροσπάθησε να εγερθή, αλλά δεν ηδύνατο να κινηθή μόνη. Ο γέρων και η υπηρέτρια την υπεστήριξαν εκατέρωθεν και εβοήθησαν τα βραδέα επί του καταστρώματος βήματά της.
Ενώ ηγείρετο, έπεσεν εκ του φορέματός της απαρατήρητον το χειρόκτιόν της. Α! Διατί δεν το εκράτησα! Έκυψα και το επήρα, προχωρήσας δε το έδωκα εις την υπηρέτριαν. Η ασθενής με είδε και κλίνασα επιχαρίτως την κεφαλήν, με γλυκύ μειδίαμα εις τα κάτωχρα χείλη, επρόφερεν ιταλιστί έν ευγενές Ευχαριστώ, και ήρχισε πάλιν να βήχη.
Ο κόπος με τον οποίον έκαμε τα ολίγα εκείνα βήματα, κρεμαμένη σχεδόν από τον βραχίονα του πατρός της, ο ξηρός και υπόκωφος εκείνος βηξ, εμαρτύρουν, περισσότερον και από την ωχρότητά της, τον βαθμόν της εξασθενήσεώς της. Ήτα προωδευμένη, πολύ προωδευμένη η νόσος. Εις μάτην από την βόρειον πατρίδα των την έφερεν ο δυστυχής πατήρ προς ανάκτησιν ζωής υπό τον ήλιον της μεσημβρίας. Η ζωή κατέλειπε βαθμηδόν το εύχαρι σώμα της. Αλλά διατί ανεχώρουν εκ Νεαπόλεως διευθυνόμενοι προς άρκτον; Μη ο γέρων απελπισθείς ήθελε να επαναφέρη την θυγατέρα εισέτι ζώσαν εις τας αγκάλας μητρός, περιμενούσης εναγωνίως να την επανίδη; Ή μη επεθύμει να ίδη την θυγατέρα του αποθνήσκουσαν εκεί όπου η μήτηρ της απέθανε, και να την ενταφιάση πλησίον της συζύγου του, εις τον τάφον εντός του οποίου ήθελε και αυτός να αναπαυθή;
Β'.
Ο ήλιος επί τέλους έδυσε διασχίζων με τας τελευταίας του ακτίνας τα επί μάλλον και μάλλον πυκνούμενα νέφη, η δε αύρα, ήτις μέχρι προ ολίγου μας εδρόσιζε, μετεβάλλετο ήδη εις πνοάς διακεκομμένας ανέμου βιαίου. Η εσπέρα προσελάμβανεν όψιν αγρίαν. Θα χοροπηδήσωμεν απόψε, έλεγον οι ναύται αναμεταξύ των, επεκύρουν δε την πρόρρησιν αι ποικίλαι επί του πλοίου προετοιμασίαι του πληρώματος, και κάτω εις την αίθουσαν αι των υπηρετών, εξασφαλιζόντων διά σχοινίων τα κινητά σκεύη και έπιπλα.
Έμενα επί του καταστρώματος βλέπων το πυκνούμενον σκότος της νυκτός και την επερχομένην τρικυμίαν. Ο αυξάνων πάταγος των θραυομένων κυμάτων, ο επιτεινόμενος συριγμός του ανέμου, δεν απέσπων τας σκέψεις μου από την άγνωστον νέαν. Πώς είναι άρά γε; Υποφέρει; θα δυνηθή ν' ανθέξη εις τας δονήσεις του σκάφους, όταν ο σάλος του δεινωθή υπό την βίαν της προσεγγιζούσης καταιγίδος;
Οι επιβάται όλοι απεσύρθησαν ο είς μετά τον άλλον εις τους κοιτωνίσκους των. Εκτός των βαρέων υποδημάτων των ναυτών επί των σανίδων του πλοίου, άλλος ανθρώπινος κρότος δεν ηκούετο εν μέσω της βοής του ανέμου και της θαλάσσης. Ήτο ζοφερά η νυξ. Τα νέφη εκάλυψαν ολόκληρον τον ουρανόν. Άστρον δεν εφαίνετο. Μόνος ο φωσφορώδης αφρός των εξηγριωμένων κυμάτων απήστραπτεν εντός του σκότους. Και ηύξανεν η ορμή του ανέμου, το δε πλοίον εσείετο επί μάλλον και μάλλον, και εκυλίετο ένθεν κακείθεν, και επήδα υψούμενον και καταπίπτον.
Στυλωμένος παρά την είσοδον της αιθούσης, προφυλαττόμενος όσω ηδυνάμην από την πνοήν του ανέμου και από τους αφρούς των κυμάτων, ανά πάντα βίαιον του πλοίου κλονισμόν εσκεπτόμην πώς η εξηντλημένη νέα θα δυνηθή διά των ασθενών χειρών να στερεώση το ελαφρόν σώμα εντός της σαλευομένης κλίνης της, εσκεπτόμην πώς θα διέλθη τας μακράς ώρας της αγρίας νυκτός, και ανεμιγνύετο εις τας σκέψεις μου η θλιβερά ανάμνησις της εκφοράς του νεκρού διδασκάλου μου.
Επί τέλους τα κύματα πηδώντα υπεράνω του πλοίου με ηνάγκασαν να καταβώ εις την αίθουσαν. Ο μόνος λύχνος όστις την εφώτιζεν, εκκρεμής αναμέσον των εκατέρωθεν κυλινδουμένων πλευρών του σκάφους, εδείκνυε μέχρι τίνος βαθμού είχε δεινωθή ο σάλος. Αι θύραι των κοιτωνίσκων γύρω ήσαν κλεισταί, γόοι δε και οιμωγαί αντήχουν εκ τινων εξ αυτών. Δεν απεφάσιζα να εισέλθω εις τον ιδικόν μου, ιδών ότι εις Νεάπολιν απέκτησα ως σύνοικον Ιταλόν ευτραφή, μετά του οποίου δεν επεθύμουν να συνάψω γνωριμίαν υπό τοιαύτας περιστάσεις. Εκάθισα επί του κύκλω της τραπέζης θρανίου, εστήριξα τους βραχίονας επί της τραπέζης, επί δε των βραχιόνων την κεφαλήν, και ησθάνθην τον ύπνον καταβαίνοντα εις τα βεβαρημένα βλέφαρά μου.
Δεν γνωρίζω εάν εκοιμώμην ή ήμην έξυπνος, ότε ήκουσα αίφνης την θύραν του αντικρύ μου κοιτωνίσκου ανοιγομένην. Ήγειρα την κεφαλήν. Ο πατήρ της νέας, ανασύρων το όπισθεν της θύρας ερυθρόν παραπέτασμα, πελιδνός, έντρομος, έστρεφε τα βλέμματα προς το δωμάτιον της υπηρεσίας.
— Ημπορώ να σας χρησιμεύσω; ηρώτησα. Τι θέλετε;
— Τον ιατρόν!… Η κόρη μου…
Ανέβην δρομαίος εις το κατάστρωμα. Του ιατρού το δωμάτιον έκειτο πλησίον της μηχανής. Ο άνεμος έπνεε φοβερός, ο αφρός των κυμάτων κατέπιπτεν ως ραγδαία βροχή, μετά κόπου ηδυνήθην να φθάσω μέχρι της θύρας του ιατρού. Την έκρουσα επανειλημμένως, μέχρις ου επί τέλους ηκούσθη η φωνή του.
— Ποίος είναι;
— Μία ασθενής σε ζητεί.
— Α! Γνωρίζω ποία! Έλα μέσα.
Και ήνοιξε την θύραν. Δεν είχεν εκδυθή. Εφόρεσεν εν βία τον επενδύτην του, έλαβεν εκ του γραφείου του κιβώτιον περιέχον φάρμακα και εξήλθομεν του δωματίου. Τον συνώδευσα μέχρι της θύρας του κοιτωνίσκου. Ο γέρων ήνοιξεν άμα μας ήκουσεν, ήρπασεν εκ της χειρός τον ιατρόν, τον έσυρεν εντός του δωματίου και έκλεισε την θύραν.
Εκάθισα εκεί και επερίμενα. Επερίμενα επί ώραν πολλήν. Το σκάφος εκυλίετο αδιακόπως. Έτριζον τα ξύλα του, η θάλασσα εβρόντα θραυομένη επί των πλευρών του, αναμέσον δε της αγρίας βοής ηκούετο ο τακτικός κτύπος της μηχανής, παλαιούσης με τα στοιχεία. Αλλ' ουδέν ήκουα εκ των παρά την πάσχουσαν γινομένων.
— Τι έπαθεν άρά γε; τι έπαθε; Και έσφιγγα εναγωνίως τας χείρας.
Διατί συνεκεντρούτο τόσον εις αυτήν ολόκληρος η ψυχή μου; Διατί μου έπνιγε τον λαιμόν η πλημμύρα της λύπης; Τι κοινόν μεταξύ εκείνης κ' εμού; Διατί τα θολά βλέμματά μου προσηλούντο εις μόνην της ωχράς της μορφής την απούσαν εικόνα;
Ω! πώς ηυχόμην να κοπάση η τρικυμία! Ησθανόμην ότι χάριν της θα έδιδα κατ' εκείνην την στιγμήν το παν διά να επέλθη η γαλήνη. Αλλ' εξηκολούθουν τα κύματα πλήττοντα μανιωδώς το σκάφος και δεν εμετριάζετο ο σάλος.
Και παρήρχετο η ώρα χωρίς να γνωρίζω τι γίνεται όπισθεν του ξυλίνου διαφράγματος, το οποίον με εχώριζεν από την κοίτην της, χωρίς ν' ακούω ουδεμίαν εκείθεν φωνήν, ουδένα ήχον. Ούτε καν τον ασθενή της βήχα ήκουα. Και έτεινα τα ώτα με την ελπίδα ίσως τον ακούσω.
Ήτο γενική η σιωπή εντός της αιθούσης. Ουδέν ηκούετο και εκ των λοιπών γύρω κοιτωνίσκων. Ησύχαζον ή εκοιμώντο οι επιβάται. Μόνον εκεί, αντικρύ μου, εγνώριζα ότι ούτε ησυχία ούτε ύπνος υπάρχει, και όμως βαθεία κ' εκεί σιωπή.
Επί τέλους η θύρα ηνοίχθη. Ηνοίχθη, και είδα την γραίαν υπηρέτριαν, με τα δάκρυα ρέοντα εις τας παρειάς της, ανασύρουσαν το ερυθρόν παραπέτασμα, και τον ιατρόν με τας οφρύς συνεσταλμένας, με το πρόσωπον κατηφές εξερχόμενον του δωματίου.
Δεν απηύθυνα ερώτησίν, δεν επρόφερα λέξιν. Ενόησα ότι επήλθε το τέλος!
— Τι μένεις εδώ; μου είπεν ησύχως ο ιατρός. Έλα μαζή μου. Και με έσυρεν
εις το δωμάτιόν του.
Περί μεσημβρίαν ελλιμενίσθημεν εις Σιβιταβέκιαν. Δεν απεβιβάσθην εκεί.
Έμεινα εντός του πλοίου.
Προς το εσπέρας ο γέρων κρατών εις την αγκάλην το πτώμα της θυγατρός του, ως μήτηρ φέρουσα βρέφος κοιμώμενον, κατέβη την κλίμακα του ατμοπλοίου. Πέπλος λευκός εκάλυπτε την νεκράν από κεφαλής μέχρι ποδών. Ο γέρων δεν έκλαιεν, αλλ' η έκφρασις του προσώπου του εμαρτύρει άλγος βαθύτερον ή όσα δάκρυα ηδύνατο να χύση. Ο ιατρός και η υπηρέτρια, ησύχως θρηνούσα, τον συνώδευον.
Οι επί του καταστρώματος ολίγοι θεαταί της σπαραξικαρδίου εκφοράς, ηκολουθήσαμεν διά των οφθαλμών την νεκροφόρον λέμβον, μέχρις ου την απέκρυψαν παρά την προκυμαίαν τα άλλα εντός του λιμένος πλοία.
ΔΙΑΤΙ ΕΜΕΙΝΑ ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ
Είχα φθάσει την νύκτα εις Κρήτην.
Προ δύο ήδη ετών είχα τελειώσει τας σπουδάς μου εις το Πανεπιστήμιον και προ μηνών τινων είχα αρχίσει την εξάσκησιν του δικηγορικού επαγγέλματος. Είπα ε ξ ά σ κ η σ ιν, αλλά το αληθές είναι ότι η σπάνις πελατών δεν μου παρείχε πολλάς αφορμάς προς επίδειξιν της νομομαθείας μου, η δ' έλλειψις εργασίας δεν συνετέλει εις αύξησιν του μετρίου ανέκαθεν ενθουσιασμού μου διά την νομικήν επιστήμην. Έγεινα νομικός όχι εκ κλίσεως, αλλά κατά καθήκον, χαριζόμενος εις τους γονείς μου. Η κλίσις μου παιδιόθεν ήτο διά το στρατιωτικόν στάδιον· την ανέπτυξε δ' έτι μάλλον μετέπειτα ο σχηματισμός της Πανεπιστημιακής φάλαγγος κατά την μεταπολίτευσιν του 1862, — την ε θ ν ο σ ω τ ή ρ ι ο ν μεταπολίτευσιν, ως την είχον βαπτίσει οι τότε δημαγωγοί μας. Ένεκα της φάλαγγος παρημελήθησαν τα μαθήματα και παρετάθη κατά δύο ολόκληρα έτη η φοίτησίς μου εις το Πανεπιστήμιον· αλλ' όμως εν τω μεταξύ έλαβα την ικανοποίησιν του να προαχθώ μέχρι του βαθμού του ανθυπολοχαγού, η δε στολή μου, την οποίαν ευλαβώς διετήρησα έκτοτε, εκέντα την νεανικήν μου φιλοτιμίαν περισσότερον του δυσκόλως αποκτηθέντος διδακτορικού διπλώματος.
Δεν με παρώρμησε μόνη η στολή μου εις το να μεταβώ όπου ηγωνίζοντο οι αδελφοί μας. Δεν διατείνομαι ότι ήμην απηλλαγμένος πάσης ματαιότητος, αλλ' ελπίζω ότι δεν ήμην χειρότερος των πολλών ομηλίκων μου, όσων τότε ηλέκτρισε τας ψυχάς η εξέγερσις της πολυπαθούς νήσου. Πόσοι, και χωρίς να έχουν προηγούμενα φαλαγγιτικά, έδραμον εκεί, και πόσοι διά του αίματός των εμαρτύρησαν την αγνότητα του ενθουσιασμού των! Οπωσδήποτε, ομολογώ ότι μ' επηρέασεν η συναίσθησις ότι ήμην αξιωματικός. Εφανταζόμην ότι ηδυνάμην, ως τοιούτος, να φανώ χρησιμώτερος. Άλλως ήμην υγιής, άρτιος, εύρωστος· συνηθίσας δε παιδιόθεν να περιφέρωμαι ως κυνηγός εις τα βουνά της Αττικής, ενόμιζα ότι ήμην αρκούντως προητοιμασμένος διά ν' ανθέξω εις τους κόπους του εκεί βουνοπολέμου. Μόνη η προσδοκία της κακοπαθείας των νυκτών με ανησύχει ολίγον, αλλά διά να σκληραγωγηθώ εκ προοιμίων δεν εκοιμήθην εις την κλίνην μου επί τρεις εβδομάδας προ της αναχωρήσεώς μου. Κατεκλινόμην είτε επί των σανίδων του δωματίου, είτε επί των πλακών της υπαίθρου αυλής. Το πράγμα κατ' αρχάς δεν ήτο ευχάριστον, βαθμηδόν όμως συνείθισα και ότε, επί τέλους, επεβιβάσθην εις το μικρόν μεγαλώνυμον ατμόπλοιον, το δοξασθέν κατ' εκείνην την εποχήν «Πανελλήνιον», εθεώρουν εμαυτόν ικανόν προς πάσαν ανδραγαθίαν.
Το ιστορικόν σκάφος μας έφερεν εις τα βάθη σκοτεινής νυκτός εντός ορμίσκου, παρά τα μεσημβρινοδυτικά παράλια της νήσου. Το πρωί, υπό την οδηγίαν των ενόπλων νησιωτών, οι οποίοι μας επερίμενον και μας υπεδέχθησαν αποβιβασθέντας, ανέβημεν εις κώμην κειμένην υψηλά επί του βουνού. Εκεί ευρίσκετο σώμα επαναστατών υπό την αρχηγίαν ακριβώς του οπλαρχηγού, προς τον οποίον έφερα συστατικήν του θείου μου. Ήτο αρχαίος φίλος του ο θείος μου, φαίνεται δε ότι ήσαν ένθερμοι αι υπέρ εμού συστάσεις. Προτού ν' ανοίξη την σφραγισμένην επιστολήν ο καπετάνιος, (αποσιωπώ το πασίγνωστον άλλως όνομά του), έρριψεν επί της στολής μου βλέμμα λοξόν υπό τας δασείας οφρείς του. Δεν είπε λέξιν, αλλ' όμως μ' ετάραξε το βλέμμα εκείνο, — ίσως διότι επεξήγουν την σημασίαν του τα εκφραστικώτερα βλέμματα των περί εμέ οπλιτών. Τα ενδύματά των ουδέν είχον το κοινόν προς την λαμπρότητα της περιβολής μου.
Παρετήρουν τον αρχηγόν ενώ ανεγίνωσκε την επιστολήν.
Κανέν διακριτικόν σημείον δεν τον εξεχώριζεν από τα παλληκάρια του. Ως εκείνοι, εφόρει και αυτός την ζωγραφικήν εγχώριον ενδυμασίαν, ήτις ούτε νέα ήτο, ούτε υπερμέτρως καθαρά, ενώ η στίλβουσα στολή μου….
Εν τούτοις ανεγίνωσκεν ο καπετάνιος την επιστολήν, όλοι δε γύρω ίσταντο σιωπώντες. Η στάσις των αυτή και μόνη και η σιωπή των εμαρτύρουν το σέβας και την υποταγήν των προς τον αρχηγόν. Ήτο μεγαλόσωμος, νευρώδης και εύκαμπτος. Ο λευκός του μύσταξ και αι ρυτίδες του ηλιοκαούς μετώπου του ήσαν ενδείξεις τραναί της προβεβηκυίας ηλικίας του, αλλά το παράστημα και αι κινήσεις του ήσαν ανδρός νέου έτι και ακμαίου. Οι ζωηροί οφθαλμοί του έλαμπον υπό τας ψαράς οφρύς του. Επερίμενα με αίσθημα όχι ανόμοιον φόβου την στιγμήν, ότε ήθελε και πάλιν στυλώσει το βλέμμα του επ' εμού, μετά την ανάγνωσιν της επιστολής.
Την ανέγνωσεν επί τέλους και έστρεψε προς εμέ το βλέμμα, αλλά βλέμμα ήρεμον και φιλικόν, με μειδίαμα εις τα χείλη.
— Καλώς ήλθες, μου είπεν. Ο θείος σου μου γράφει ότι δεν σου λείπει η
όρεξις να κακοπεράσης μαζί μας.
Απεκρίθην φράσεις τινάς εκ των τετριμμένων, περί βωμού της πατρίδος, περί τελευταίας σταγόνος του αίματός μου, και τα παρόμοια. Λόγια! λόγια! Αλλά καίτοι φέρων στολήν αξιωματικού, ήμην διδάκτωρ του Πανεπιστημίου, και δικηγόρος μάλιστα — έστω και άνευ πελατών.
Ο αρχηγός με άφησε να τελειώσω το λογύδριόν μου.
— Βαστάς 'ς τα πόδια; με ηρώτησεν, αφού ετελείωσα. Και χωρίς να περιμένη την απάντησίν μου: Όσον διά την στολήν σου, εξηκολούθησε, θα γείνη κουρέλια προτού γυρίσης να ιδής!
Ητοιμαζόμην να είπω ότι προθύμως θα ενδυθώ ως τους άλλους συστρατιώτας κ' εγώ, αλλά δεν επρόφθασα.
— Σε διορίζω υπασπιστήν μου, επρόσθεσεν.
Εχαιρέτισα στρατιωτικώς, ωσάν να εχαιρέτων τον φαλαγγάρχην εις την προ του Πανεπιστημίου πλατείαν. Εχάρην ενδομύχως διά τον διορισμόν μου, εδίσταζα δε κατ' εμαυτόν, εις τι να τον αποδώσω; Εις τον φαλαγγιτικόν βαθμόν μου, ή εις τας συστάσεις του θείου μου;
— Παιδιά, εξηκολούθησεν ο αρχηγός με φωνήν σοβαρωτέραν, πάρετε τον υπασπιστήν να ησυχάση ολίγον, διότι το απόγευμα… Θεός ηξεύρει.
Τα παιδιά με περιεκύκλωσαν φιλοφρόνως και με ωδήγησαν εις καλύβην εκεί πλησίον, όπου με υπεδέχθη μητρικώς γραία χωρική. Ήμην κατάκοπος, δεν είχα κοιμηθή όλην την νύκτα επί του ατμοπλοίου. Αφήκα εντός της καλύβης τον σάκκον και το όπλον μου και εξηπλώθην υπό την σκιάν ελαίας.
Εκοιμώμην βαρέως, ότε ησθάνθην τον βραχίονά μου σειόμενον ελαφρώς. Ήνοιξα τους οφθαλμούς μη ενθυμούμενος πού ευρίσκομαι. Γονατιστός ενώπιόν μου ο Μίρτος, ο μόνος εκ των νησιωτών του οποίου εγνώριζα ήδη το όνομα, εμειδία σείων ακόμη τον βραχίονά μου. Δεν ηξεύρω πώς και διατί εφιλιώθημεν αμέσως και διά μιας μετά του Μίρτου. Αυτός προπορευόμενος των συντρόφων του με είχεν οδηγήσει εις την καλύβην, μου είχε προμηθεύσει λιτόν πρόγευμα, μου είχε δείξει το ομαλώτερον έδαφος υπό την σκιερωτέραν ελαίαν, μου είπε το όνομά του και ερωτήσας έμαθε το ιδικόν μου, εν ολίγοις, μ' έλαβε τρόπον τινά υπό την προστασίαν του. Εφαίνετο εικοσαετής μόλις, ενώ εγώ ήμην κατά πέντε έτη πρεσβύτερος, — ήτο απλούς στρατιώτης, εγώ δε ανθυπολοχαγός και υπασπιστής του αρχηγού, — δεν είχε ποτέ αποδημήσει της νήσου του, ενώ εγώ ηρχόμην εξ Αθηνών και μάλιστα από το Πανεπιστήμιον — αλλ' όμως αντί να τον θεωρήσω ή μεταχειρισθώ ως υποδεέστερον, ειλκύσθην εκ της πρώτης στιγμής προς αυτόν, ως εξ αδελφικού αισθήματος. Μ' εγοήτευσεν η αφέλεια και η αγαθότης του.
— Κύριε Γεωργάκη, μου είπε μειδιών, διαταγή του αρχηγού θα κινήσωμεν τώρα ευθύς.
— Διά πού;
— Δεν μας το είπεν ακόμη.
Ηγέρθην αμέσως και επορεύθημεν προς την καλύβην. Το χωρίον ήτο εις κίνησιν. Αι γυναίκες εις τας θύρας των οικίσκων απεχαιρέτων τα παλληκάρια, βαδίζοντα ατάκτως με το όπλον επ' ώμου. Εντός της ζώνης, μεταξύ των πιστολίων και της μαχαίρας των, έφερον τα ολίγα εφόδιά των. Ενόμισα καλόν να τους μιμηθώ, κατά τούτο τουλάχιστον, και μετά βραχύ μετά του Μίρτου συμβούλιον αφήκα τον σάκκον μου εις τας χείρας της γραίας χωρικής και προμηθευθείς ζώνην εγχώριον την έδεσα περί την στολήν μου και έκρυψα εις τας πτυχάς της, παρά το πολύκροτόν μου, ολίγον καπνόν και τέσσαρα πέντε παξιμάδια. Ο Μίρτος μου έδειξε την διεύθυνσιν προς την συνάθροισιν του σώματος, και ανελήφθη.
Άμα εξελθών του χωρίου είδα τον αρχηγόν. Εκάθητο εις το κατώφλιον της θύρας ενός ανεμομύλου, του μόνου εκεί, αργούντος κατ' εκείνην την ώρα — . Κατά γης πλησίον του εκάθητο νεαρός νησιώτης. Ο άνθρωπος εφαίνετο ότι ήλθε δρομαίος μακρόθεν. Ήτο κατακόκκινος, εκράτει το φέσι του εις την μίαν χείρα και με την άλλην έτριβε την κάθυγρον έτι κόμην του. Προφανώς αυτός έφερε την αγγελίαν, κατά συνέπειαν της οποίας ανεχωρούμεν. Οι ημίσεις περίπου του σώματος είχον κινήσει προπορευόμενοι, οι λοιποί επερίμενον τας διαταγάς του αρχηγού περί τον μύλον. Επλησίαζα, ότε ο αρχηγός ηγέρθη. Ηγέρθη και ο άλλος, η δε στάσις του εμαρτύρει ότι ήτο έτοιμος να διανύση και πάλιν όσον δρόμον διέτρεξεν ήδη ερχόμενος προς ημάς.
— Μας έφερες τύχην, είπεν ο αρχηγός αποτεινόμενος προς εμέ. Ακόμη δεν ήλθες και θα ιδής να πέση τουφέκι.
— Ιδική μου η τύχη, αρχηγέ, απεκρίθην.
— Αυτό θα φανή, αν είναι. Εμπρός λοιπόν! Υπασπιστά, να μείνης οπισθοφυλακή.
Εχαιρέτησα στρατιωτικώς και πάλιν, απορών ολίγον διατί ετασσόμην οπίσω, και με το ξίφος γυμνόν έμεινα παρά τον μύλον, ενώ διέβαινον έμπροσθέν μου οι στρατιώται, ακολουθούντες τον αρχηγόν. Τους εμέτρησα, ήσαν εξήκοντα. Άλλοι τόσοι περίπου ήσαν οι προπορευθέντες.
Αλλ' ο Μίρτος δεν ήτο μεταξύ των εξήκοντα. Επερίμενα να τον ίδω ερχόμενον, αλλά δεν εφαίνετο και είχον ήδη διέλθει όλοι οι οπλίται. Ήμην όρθιος παραπλεύρως του μύλου. Απέναντί μου, εις μικράν απόστασιν, ήσαν δύο οικίσκοι, οι τελευταίοι του χωρίου. Ενθυμούμαι, — του ενός εξ αυτών η θύρα και τα παράθυρα ήσαν κλειστά· εις το κατώφλιον της ανοικτής θύρας του άλλου εκάθητο χωρικός υπέργηρως, με κατάλευκον γενειάδα. Εφαίνετο τυφλός…. Μεταξύ των οικίσκων υπήρχε διάστημα κενόν, διά του οποίου εφαίνετο όπισθεν πυκνός ελαιών. Έξαφνα, εις τα βάθη εκεί, αναμέσον των δένδρων είδα προχωρούσας βραδέως δύο μορφάς συνεσφιγμένας. Ανεγνώρισα μακρόθεν του Μίρτου το ανάστημα. Έφερε το όπλον εις την αριστεράν χείρα, και διά του δεξιού βραχίονος εκράτει ενηγκαλισμένην γυναίκα στηρίζουσαν την κεφαλήν επί του ώμου του. Έστρεφε προς την σύντροφόν του το κεκλιμένον πρόσωπον, ώστε δεν ηδύνατο να με ίδη. Αλλ' εφαίνοντο τόσον προσηλωμένοι αμοιβαίως, ώστε και αν εστρέφοντο προς εμέ, δεν θα μ' έβλεπον ίσως. Όπισθεν ενός κορμού εστάθησαν και οι δύο. Ω! εκεί αντηλλάσσετο μυστικώς ο μακρός, γλυκύς, — γλυκύς και πικρός ασπασμός του αποχωρισμού. Επί τέλους αι δύο μορφαί προέβαλον πέραν του κορμού. Είς έτι ασπασμός, και η νέα φέρουσα την ποδιάν επί των οφθαλμών της εκρύβη και πάλιν όπισθεν του κορμού. Ο Μίρτος κατήλθε προς εμέ, τρέχων αναμέσον των δύο οικίσκων.
Ενόησεν άρά γε ο Μίρτος ότι είχα ίδει τον αποχαιρετισμόν των; Το πρόσωπόν του εξέφραζε την συγκίνησίν η οποία τον κατείχε. Δεν είπε λέξιν. Αλλά κ' εγώ ούτε διά νεύματος οιουδήποτε ούτε δ' υπαινιγμού υπέδειξα ότι είχα ανακαλύψει το μυστικόν του. Τι ιερώτερον του πρώτου αγνού νεανικού έρωτος! Ενώ έβλεπα τους δύο εκείνους υπό την σκιάν των δένδρων, η ψυχή μου ανέτρεχεν οπίσω εις άλλην σκηνήν παρομοίαν. Ανεπόλουν τους πρώτους παλμούς της καρδίας μου. Και οι δύο δεν είχομεν κατ' εκείνην την στιγμην όρεξιν δι' ομιλίας Ηκολουθήσαμεν σιωπώντες τους τελευταίους στρατιώτας της οπισθοφυλακής.
Ήτο ημέρα ωραία. Ο δοοσερός άνεμος εμετρίαζεν εκεί, επί των υψωμάτων, την θέρμην του θερινού ηλίου. Κατ' αρχάς η ατραπός ηκολούθει την οφρύν βουνού κατωφερούς, απολήγοντος καθέτως προς την θάλασσαν. Πεύκα πυκνά εκατέρωθεν, αναδίδοντα το υγιεινόν άρωμά των, εψιθύριζον υπό την πνοήν του ανέμου. Τα πεύκα βαθμηδόν αραιούμενα έπαυσαν ολοτελώς μετά τινα ώραν και η ατραπός, στρέφουσα προς τα δεξιά, παρηκολούθει εκείθεν την παραλίαν επί βράχων γυμνών. Οι βράχοι ήσαν τόσον απόκρημνοι και εις τόσον ύψος υπεράνω της θαλάσσης, ώστε η προσοχή μου ολόκληρος συνεκεντρούτο εις το πώς να μη ολισθήσω και κατακρημνισθώ. Μου αφήρει η τοιαύτη προσοχή και την τέρψιν της ωραίας εκείθεν θέας. Ήτο δε πράγματι ωραία η θέα επί της απεράντου θαλάσσης εξ ενός, και εξ άλλου επί των βουνών των περικλειόντων την στενήν κοιλάδα, προς την οποίαν κατεβαίνομεν.
Ο Μίρτος εβάδιζε πλησίον μου. Η σιωπή μας είχε λυθή επί τέλους, αλλ' η συνδιάλεξις δεν διεξήγετο μετά πολλής ζωηρότητος εκατέρωθεν· άλλως δεν ήτο και εύκολος ως εκ της φύσεως αυτής του εδάφους. Περιωρίζετο κυρίως εις ερωταποκρίσεις περί των μερών τα οποία διηρχόμεθα, και περί επεισοδίων πολεμικών συνεχομένων μετ' αυτών. Περί αναμνήσεων τρυφερών και αποχαιρετισμών ερωτικών ούτε λόγος.
Εις νέαν καμπήν της ατραπού η κατάβασις έγεινεν αποτομωτέρα και ο Μίρτος μου έδειξε κάτω, παρά τον αιγιαλόν, μικρόν ερημοκκλήσιον λευκάζον αναμέσον των δένδρων, μου ανήγγειλε δε ότι υπό την σκιάν των δένδρων εκείνων θα εύρωμεν πηγήν δροσεράν. Άγγελμα ευφρόσυνον και χαροποιόν! Εδίψων φοβερά! Το παστόν χοιρινόν κρέας, το οποίον είχα φάγει το πρωί εις την καλύβην, και τα παξιμάδια μου τα καταβροχθισθέντα καθ' οδόν, ήσαν αυτά καθ' εαυτά ικανά προς ανάπτυξιν δίψης, μου την εξηρέθισαν δ' έτι μάλλον ο μακρός δρόμος και ο ήλιος, όστις δεν είχεν εισέτι κρυβή όπισθεν των απέναντι βουνών. Αντείχα εισέτι εις τον κάματον, αλλ' η δίψα μ' εβασάνιζεν. Ενόμιζα ότι θα την διασκεδάσω καπνίζων, αλλά δεν αντικαθιστά ο καπνός το νερόν. Με ηύφρανεν η προσδοκία ότι θα δροσισθώ κάτω εκεί υπό τα δένδρα, προς τα οποία επλησιάζομεν. Άνωθεν έβλεπα ολόκληρον το σώμα μας καταβαίνον οφιοειδώς προς τον αιγιαλόν. Οι πρώτοι των προπορευομένων προσήγγιζον εις την στενήν επίπεδον κοιλάδα. Ολίγα έτι λεπτά και θα είμεθα και ημείς υπό την σκιάν των δένδρων. Η πηγή δεν ήτο φόβος να στειρεύση, ο Μίρτος με καθησύχασεν ως προς τούτο· έτρεχεν αφθόνως και διαρκώς. Απέλαυα εκ των προτέρων την προσδοκωμένην τέρψιν της αναψυχής κάτω εκεί, παρά την πηγήν, υπό την σκιάν των δένδρων.
Αίφνης εκ της ρίζης του απέναντι καταφύτου βουνού τρεις άνδρες εφάνησαν τρέχοντες προς ημάς διά της κοιλάδος. Εκίνουν τας χείρας και εφώναζον. Ήκουα τας φωνάς των, αλλά δεν διέκρινα τι λέγουν. Οι πρώτοι εκ του σώματός μας έτρεξαν προς συνάντησίν των. Ολόκληρος η μακρά μας στήλη επέσπευσε το βήμα διά των ελιγμών της κρημνώδους ατραπού, και εβάδιζα σπεύδων κ' εγώ — τελευταίος μετά του Μίρτου.
— Τι συμβαίνει; τον ηρώτησα.
— Κάτι τρέχει, απεκρίθη λακωνικώς.
Το έβλεπα κ' εγώ ότι κάτι τρέχει, αλλά τι; Δεν ήτο καιρός επεξηγήσεων, ενώ εβαδίζομεν τροχάδην πηδώντες επί των βράχων, άλλως δε ήτο πρόδηλον ότι δεν εκέρδιζα πολύ ερωτών προτού φθάσωμεν και ημείς εις την εκκλησίαν. Αλλά πριν ή έτι φθάσωμεν είδα τους προ ημών αφιχθέντας εις κίνησιν πάλιν. Η εμπροσθοφυλακή ανέβαινεν ήδη προς το απέναντι βουνόν και ανέβαινε μετά βίας. Η πρώτη μου σκέψις ήτο ότι δεν έλαβον εκείνοι καιρόν ν' αναπνεύσουν. Μη πάθωμεν το αυτό και ημείς; Και τότε; Ούτε αναψυχή, ούτε ανάπαυσις, ούτε νερόν εκ της πηγής! Και εδίψων, ω! πώς εδίψων!
Ότε και ημείς τελευταίοι εφθάσαμεν τρέχοντες υπό τα δένδρα, ο αρχηγός ορθός έμπροσθεν της πύλης της εκκλησίας συνωμίλει μυστικώς με τους τρεις νεοελθόντας. Εκ των χειρονομιών του εφαίνετο ότι τους ωδήγει πόθεν και πώς και πού να διευθυνθούν. Οι τρεις (άνευ στρατιωτικών χαιρετισμών) ανεχώρησαν δρομαίοι διά του μέσου της κοιλάδος, ενώ η εμπροσθοφυλακή μας ανέβαινε το βουνόν παραλλήλως προς την παραλίαν. Το τι τρέχει δεν ηδυνήθην και τότε να το εννοήσω.
Ο καπετάνιος εστράφη προς ημάς.
— Παιδιά, εφώναξε διά φωνής βροντώδους, ενώ οι στρατιώται προχωρούντες συνεσφίγγοντο περί αυτόν ημικυκλικώς. Παιδιά, αν δεν τρέξωμεν, θα μας πιάση ο εχθρός τα στενά. Εμπρός, παιδιά! θα ξεδιψάσετε 'ς το ποτάμι εκεί. Εμπρός!
Και εξεκίνησεν αμέσως. Τον ηκολουθήσαμεν ρυθμίζοντες το βήμα κατά το ιδικόν του. Δεν εγνώριζα περί τίνων στενών πρόκειται. Αλλ' ο καπετάνιος απετείνετο προς τους νησιώτας του, οι οποίοι δεν είχον ανάγκην επεξηγήσεων διά να τον εννοήσουν. Έν μόνον εγώ επρόφθασα να εννοήσω, ότι θα εύρωμεν εκεί ποταμόν. Εκ δε της ταχύτητος της πορείας υπέθεσα ότι η υπόσχεσις του αρχηγού θα εκπληρωθή εντός ολίγου, μετά δρόμον όχι μακρόν. Εμπρός λοιπόν κ' εγώ! Έστρεψα ολίγον τα βλέμματα αριστερά και δεξιά, διά να ίδω τουλάχιστον την πηγήν όπου ήλπιζον να δροσισθώ, αλλά δεν την είδα. Έκειτο, φαίνεται, όπισθεν της εκκλησίας. Υπομονή! Θ' αποζημιωθώ εις το ποτάμι μετ' ολίγον. Εμπρός!
Το τι σημαίνει η λέξις κούρασις, το ησθάνθην, καθ' όλην του πράγματος την έκτασιν, κατά την ανάβασιν του βουνού εκείνου. Οι άλλοι, εβάδιζον ό λ ο ι ακμαίοι, ωσάν να είχε τότε μόνον αρχίσει η πορεία. Ήρκει να υψώσω την κεφαλήν διά να τους ίδω αναβαίνοντας, ελαφρούς όλους και ζωηρούς. Και χωρίς να υψώσω την κεφαλήν, έβλεπα τανυομένας τας ευρώστους κνήμας των αμέσως προ εμού βαδιζόντων. Ετάνυα κ' εγώ τας ιδικάς μου, αλλά το βουνόν μου εφαίνετο ατελείωτον. Μ' εκέντα προς τα εμπρός αίσθημα φιλοτιμίας. Μου ήρχετο πού και πού εις τον νουν η σκέψις: μη ο αρχηγός μ' έταξεν εις την οπισθοφυλακήν, προνοήσας ότι δεν θα δυνηθώ ν' ανθέξω εις τον κόπον της πορείας; Αλλά πώς να μείνω οπίσω, ενώ οι άλλοι πήγαινον εμπρός; ησχυνόμην να φανώ ασθενέστερός των. Ο Μίρτος μόνος ευρίσκετο όπισθέν μου. Δεν εφαίνετο κουρασμένος εκείνος, αλλ' έμενε πάντοτε τελευταίος. Μη μου τον έταξε και αυτόν ο καπετάνιος επίτηδες ως επίκουρον, — υπάσπιστήν του υπασπιστού!
Καθόσον ανέβαινα, ησθανόμην τας δυνάμεις μου εκλειπούσας. Μετά την κακοπάθειαν της νυκτός είχα ήδη περιπατήσει επί τέσσαρας ώρας. Είναι αληθές ότι μέχρι της εκκλησίας κατεβαίνομεν, αλλά μη και ο κατήφορος δεν καταπονή τας κνήμας; Δεν είχα φάγει τίποτε θρεπτικόν δι' όλης της ημέρας, δεν είχα πίει· — τούτο προ πάντων ήτο το δεινόν, — δεν είχα πίει! Μου έκαιεν ο λάρυγξ, η γλώσσα μου ήτο ξηρά, και με περιέρρεεν ο ιδρώς, και εβάδιζα ασθμαίνων, και εκυρίευε την ψυχήν μου η επιθυμία να φθάσωμεν εις το τέρμα του δρόμου. Εφανταζόμην ότι εκ της κορυφής η κατάβασις εις τον ποταμόν θα ήτο ταχεία και εύκολος και ήλπιζα ότι τέρμα της πορείας θα ήτο η όχθη του ποταμού εκείνου. Αλλ' η κορυφή δεν εφαίνετο. Ελησμόνουν κατά την ώραν εκείνην και επανάστασιν και εχθρούς και βωμόν της πατρίδος, δεν με έμελεν ούτε διά τον Μίρτον, ούτε διά τους έρωτάς του! Έν μόνον εσκεπτόμην: πότε θα εύρω υπό τους πόδας μου έδαφος ομαλόν και πότε θα ίδω εκ της κορυφής τον ποταμόν, όπου ο αρχηγός μας υπεσχέθη ότι θα ξεδιψάσωμεν.
Επί τέλους εφθάσαμεν εις την κορυφήν.
Δεν είχεν εισέτι παύσει η ανάβασις, ότε αντήχησαν δύο τρεις τουφεκισμοί πλησίον εκεί, και φωναί συγχρόνως άγριαι, και πάλιν τουφεκισμοί πυκνότεροι και κραυγαί, — ταυτοχρόνως δε, αλλ' εξ αποστάσεως μεγαλειτέρας, άλλαι φωναί και άλλοι τουφεκισμοί.
— Πόλεμος, πόλεμος, ανέκραξεν ο Μίρτος, και ταχύνας το βήμα έτρεξε προ εμού.
Τον ηκολούθησα τρέχων κ' εγώ.
Πρώτην τότε φοράν ήκουα πυροβολισμούς εις μάχην. Εγνώριζα ότι οι πολεμισταί μας, καθώς οι ήρωες του Ομήρου, αντήλλασσον ύβρεις προτού έλθουν εις χείρας, αλλά δεν εφανταζόμην πόσον αι τοιαύται βροντώδεις προκλήσεις εξάπτουν τα πάθη και ανάπτουν το αίμα. Με κατέλαβε κ' εμέ ο ενθουσιασμός, ο κατέχων τους εκεί μαχομένους. Ελησμόνησα διά μιας τον κάματόν μου και έτρεχα κ' εγώ ανά μέσον των πεύκων, τα οποία μ' εμπόδιζον να ίδω πόθεν έπιπτον οι τουφεκισμοί, και εκραύγαζα κ' εγώ κραυγάς ανάρθρους και αγρίας.
Το βουνόν, επί του οποίου ευρισκόμεθα, εχωρίζετο εκ του απέναντι βουνού διά φάραγγος βαθυτάτης και στενής, τόσον πολύ στενής προς τα ενδότερα, ώστε κάτω εις το βάθος της δεν υπάρχει πάντοτε εκατέρωθεν του ποταμού, όστις την διατρέχει, χώρος ικανός διά την ατραπόν, και οι διαβάται αναγκάζονται, εν ελλείψει γεφύρας, να ακολουθούν συχνάκις τον δρόμον των εντός της κοίτης αυτής του ποταμού. Εις τα άκρα της όμως προς το μέρος της θαλάσσης, εκεί δηλαδή όπου ευρισκόμεθα, η φάραγξ ευρύνεται, λαμβάνουσα διαστάσεις στενής κοιλάδος· η φάραγξ αύτη είναι η κλεις της ορεινής επαρχίας της νήσου, η δε κατάληψίς της υπό του εχθρού ήθελεν είναι τραύμα καίριον, ίσως θανατηφόρον. Κατά του κινδύνου τούτου ημυνόμεθα. Η ληφθείσα το πρωί πληροφορία ήτο ότι στόλος εχθρικός εφάνη πλέων προς το μέρος εκείνο της νήσου. Οι τρεις αγγελιαφόροι εις το ερημοκκλήσιον έφερον την είδησιν του αποβιβασμού σώματος εχθρικού. Ευτυχώς επροφθάσαμεν να καταλάβωμεν ημείς το αριστερόθεν βουνόν, αλλά το δεξιόθεν κατείχετο ήδη υπό του εχθρού. Διά να τον εκδιώξωμεν εκείθεν απητείτο να προσβληθή και εκ των όπισθεν. Εν τούτοις η έγκαιρος άφιξίς μας απεσόβει τον άμεσον κίνδυνον.
Η στρατηγική αύτη εξήγησις ήτο, νομίζω, αναγκαία διά να εννοήσουν τα διατρέξαντα όσοι των νομομαθών συναδέλφων μου, των εχόντων ή μη φαλαγγιτικάς παραδόσεις, αναγνώσουν τας σελίδας ταύτας, δελεασθέντες εκ της επιγραφής των.
Πώς ευρέθην κ' εγώ εις την πρώτην σειράν των πολεμιστών, επί πόσην ώραν έμεινα γεμίζων και κενώνων το όπλον μου, είναι αδύνατον να τα ενθυμηθώ ακριβώς. Εκεί, εις την άκραν του βουνού, βράχοι εσπαρμένοι επί του γυμνού οροπεδίου μετεσχημάτιζον αυτό εις είδος φρουρίου κυκλωπείου. Αι υπερμεγέθεις πέτραι εχρησίμευον ως προμαχώνες ή μετερίζια. Όπισθεν αυτών προφυλαττόμενοι οι πολεμισταί εγέμιζον τα όπλα και έπειτα προβάλλοντες την κεφαλήν ετουφέκιζον. Το απέναντι ύψωμα δεν είχε βράχους, αλλά τα δένδρα εκεί ήσαν πυκνότερα, και όπισθεν αυτών επροφυλάττοντο οι αντίπαλοί μας. Όλα ταύτα μένουν εις την μνήμην μου, ως ανάμνησις ονείρου. Έν μόνον ενθυμούμαι ζωηρώς: τον ποταμόν κάτω εις την κοιλάδα. Τον έβλεπα πλαγίως όπισθεν του βράχου, όστις μ' επροφύλαττεν. Έτρεχον τα νερά του, αφρίζοντα όπου το ρεύμα εύρισκε πρόσκομμα επί της βραχώδους κοίτης. Η θέα των μ' εταντάλιζεν. Εις εκείνα προσήλωνα τα βλέμματα· και γεμίζων και κενώνων το όπλον, τον νουν μου είχα διαρκώς εκεί κάτω. Ήθελα να καταβώ, να πίω, να κορέσω την δίψαν μου. Δεν εσκεπτόμην ότι και οι άλλοι γύρω μου είχον βαδίσει όσον κ' εγώ χωρίς ν' αναπαυθούν. Και οι άλλοι εκραύγαζον πολεμούντες, και έσχιζον τα φυσέκια διά των οδόντων, και είχον τα χείλη μαύρα εκ της πυρίτιδος. Η γλώσσα των θα ήτο ξηρά ως η ιδική μου και ο λάρυγξ των επίσης φλογισμένος, και όμως αντείχον εις την δίψαν εκείνοι και δεν εζήτουν να καταβούν κάτω εις το ρεύμα. Δεν τα εσκεπτόμην αυτά. Δεν εσκεπτόμην τίποτε, παρεκτός ότι διψώ. Ήτο είδος παραφροσύνης. Ήμην έξω εμαυτού. Επί τέλους δεν ηδυνήθην ν' ανθέξω περισσότερον εις τον πειρασμόν όστις μ' εκυρίευε, και στραφείς οπίσω επλησίασα τον αρχηγόν.
Εκάθητο όπισθεν ενός βράχου ατενίζων υψηλά προς τον ουρανόν, προς τα όπισθεν του απέναντι ημών βουνού. Ήτο σύνοφρυς. Εφανέρωνεν ανησυχίαν η έκφρασις του βλέμματος του και αι σπασμωδικαί κινήσεις της αριστεράς του, διά της οποίας έτιλλε τας τρίχας του μύστακος του, ως αν ήθελε να τας εκριζώση.
Έστρεψε προς εμέ τους οφθαλμούς. Εάν ηδυνάμην κατ' εκείνην την στιγμήν να σκεφθώ τι, ήθελα εννοήσει ότι ο στρατηγός παν άλλο είχε κατά νουν ή τας συστάσεις του θείου μου.
Τι θέλεις; ηρώτησεν ανυπομόνως.
Στρατηγέ την άδεια να καταβώ'ς το ποτάμι.
Να κάμης τι;
— Διψώ.
Ο καπετάνιος με παρετήρησεν απορών. Τον εξέπληξεν άρά γε η αίτησίς μου, ή η έκφρασις του προσώπου μου;
— Δεν είναι ακόμη ώρα, είπεν άνευ οργής. Πρόσμενε.
— Δεν ημπορώ να προσμείνω, απεκρίθην υψών την φωνήν.
Οι οφθαλμοί του γέροντος ήστραψαν. Ηγέρθη διά μιας και η δεξιά του κατέπεσεν επί του εγχειριδίου εις την ζώνην του. Τι θα συνέβαινε τότε δεν τολμώ ούτε να το φαντασθώ. Ήτο ωργισμένος εκείνος κ' εγώ ήμην έξω φρενών. Αλλ' αίφνης η φυσιογνωμία του μετεβλήθη. Δεν έβλεπεν εμέ. Υπεράνω της κεφαλής μου το βλέμμα του προσηλούτο εις τον ουρανόν, — προσηλούτο μετά τόσης εντάσεως, ώστε απορών εστράφην κ' εγώ προς τα οπίσω, ακολουθών διά των οφθαλμών την διεύθυνσιν του βλέμματος του αρχηγού. Δεν έβλεπα τίποτε, εκτός του καθαρού ουρανού λαμβάνοντος προς ανατολάς χρώμα ροδόχρουν, υπό τας ακτίνας του δύοντος ηλίου. Επί τέλους μ' εφάνη ότι διέκρινα μακράν πτηνόν και γραμμήν υπ' αυτό κυματίζουσαν. Ήτο όφις; ήτο ταινία; Έβλεπα μετά προσοχής προσπαθών να διακρίνω τι ήτο.
— Παιδιά, εφώναξε βροντωδώς ο αρχηγός. θέλω πέντε από σας να
συνοδεύσετε τον υπάσπιστήν κάτω εις το ποτάμι. Ποίος πηγαίνει;
Εστράφην έκθαμβος προς αυτόν. Είκοσι περίπου νέοι έδραμον εις την φωνήν του εκ των βράχων, όπου εξηκολούθουν οι τουφεκισμοί και αι κραυγαί.
Μειδίαμα κρυπτόμενον υπό τον μύστακα του γέροντος εφαίδρυνε το πρόσωπόν του.
— Μόνον πέντε είπε. Τραβήξετε τον κόμπον.
Και ενώ οι νέοι συνεμορφούντο με το πρόσταγμά του, ο αρχηγός με ωδήγει πόθεν να καταβώμεν, πώς να καταλάβωμεν τον ποταμόν, πώς να κρυφθώμεν υπό την προέχουσαν όχθην του, ταύτα δε πάντα άνευ της ελαχίστης μνείας της προηγηθείσης μεταξύ μας σκηνής. Την είχεν άρά γε λησμονήσει τόσον ταχέως; Δεν ηδυνάμην να εξηγήσω το πράγμα. Πώς παρήλθε διά μιας η δικαία οργή του; Πώς μετέβαλε γνώμην και όχι μόνον απεδέχετο την άτοπον και αυθάδη αίτησίν μου, αλλά συναπέστελλε μετ' εμού τους πέντε εκείνους, εκθέτων αυτούς εις βέβαιον κίνδυνον, χάριν της ιδικής μου δίψης. Όλα ταύτα ήρχοντο εις τον νουν μου, αλλά συγκεχυμένα. Ευρισκόμην εις είδος παραζάλης, εκ της οποίας όμως ανένηψα βαθμηδόν ως αφυπνιζόμενος εκ της ευθύνης, την οποίαν ανελάμβανα, και εκ του ενώπιον ημών κινδύνου. Ότε μάλιστα είδα τον Μίρτον μεταξύ των κληρωθέντων πέντε, η διπλή αύτη συναίσθησις της ευθύνης μου και του κινδύνου επλημμύρησε την ψυχήν μου. Διά της φαντασίας επανείδα το μεταξύ των δύο οικίσκων διάστημα και τας δύο συνεσφιγμένας μορφάς, κρυπτομένας όπισθεν του κορμού αναμέσον του ελαιώνος. Με κατέλαβεν αόριστός τις επιθυμία να είπω τι, να επιφέρω μεταβολήν τινα εις την σύνθεσιν του αποσπάσματος μου, αλλ' ο αρχηγός μάς εφώναξεν «Ώρα καλή παιδιά», και ηρχίσαμεν την κατάβασιν.
Η κατάβασις ήρχισεν εκ της προς την θάλασσαν κλιτύος του βουνού, οπόθεν εστράφημεν βαθμιαίως προς το μέρος της κοιλάδος. Εκεί, και μέχρι της ρίζης του βουνού, τα πυκνά δένδρα μας έκρυπτον και δεν ήτο φόβος να μας ανακαλύψη ο εχθρός. Αλλ' η κοιλάς ηπλούτο υπό τους πόδας μας γυμνή δένδρων. Ο ποταμός έρρεεν εις το μέσον αυτής. Μέχρι της όχθης του το διάστημα δεν ήτο πολύ, δεν υπερέβαινεν ίσως τα εκατόν μέτρα, αλλ' όσον δρομαίως και αν το διηρχόμεθα, οι απέναντι εχθροί βεβαίως θα είχον τον απαιτούμενον καιρόν διά να μας σημαδεύσουν τρέχοντας. Καθ' όσον επλησιάζομεν καταβαίνοντες, η γυμνή κοιλάς μου εφαίνετο πλατυτέρα. Υπελόγιζα την μέχρι της όχθης απόστασιν, την οποίαν έπρεπε να διατρέξωμεν υπό τας σφαίρας του εχθρού, σκοπεύοντος εκ του υψώματος άνωθέν μας, και εφανταζόμην ότι βλέπω την νέαν εκείνην, την σύντροφον του Μίρτου, με την ποδιάν επί των οφθαλμών της, θρηνούσαν, απηλπισμένην. Ω! ελησμόνησα τότε την δίψαν μου! Ήθελα διά παντός τρόπου να σώσω τον Μίρτον. Ο κίνδυνος ήτο ίσως δι' όλους ημάς, αλλά δι' εκείνον και μόνον εσκεπτόμην. Εφοβούμην δι' εκείνον. Ήθελα να τον εμποδίσω από του να με ακολουθήση. Αλλά πώς; Να τον διατάξω να επιστρέψη οπίσω; Επί τίνι προφάσει; Επροσπάθουν να εξεύρω τον τρόπον και δεν εύρισκα. Είχομεν φθάσει υπό την σκέπην των τελευταίων δένδρων. Εκαθίσαμεν εκεί ν' αναπαυθώμεν, ολίγον προτού διασχίσωμεν την κοιλάδα μέχρι του ποταμού. Έδειξα εκείθεν εις τους συντρόφους μου το σημείον, όπου έπρεπε να διευθυνθώμεν, — εκεί όπου η δεξιά όχθη υψουμένη εφαίνετο παρέχουσα ως πρόχωμα δυνάμενον να μας προφυλάξη από τας εχθρικάς σφαίρας, αφού πηδήσωμεν εντός της κοίτης. Αλλ' ο Μίρτος;… Μου ήλθε διά μιας ως έμπνευσις.