Ο Παππά-Σεραφείμ εσιώπησεν επ' ολίγον. Ουδείς ημών διετάραξε την σιωπήν του. Εβλέπομεν ότι είχε και άλλα να μας είπη και επεριμένομεν.
Ο ήλιος εν τούτοις είχε δύσει· εντός του θαλάμου αι γωνίαι ήρχισαν να μαυρίζουν· αι κυρίαι έμενον εισέτι εις τον εξώστην και ηκούομεν τας ζωηράς ομιλίας και τον εύθυμον γέλωτά των.
— Ηξεύρετε, φίλοι μου, εξηκολούθησεν ο ιερεύς, τι εσκεπτόμην τώρα και τι συχνάκις σκέπτομαι; Εσκεπτόμην πόσον η αμάθεια μας ζημιώνει, πόσα δεινά ηθέλομεν αποφεύγει ή μετριάζει, εάν εγνωρίζαμεν πλειότερα πράγματα. Αλλά ποίος να μας τα διδάξη; Η αλήθεια είναι ότι καλλιτερεύομεν βαθμηδόν και ολίγον κατ' ολίγον· αλλ' είμεθα ακόμη πολύ οπίσω. Ηξεύρετε ότι εις όλα εδώ τα χωρία της περιφερείας μας ούτε ιατρός υπάρχει, ούτε φαρμακείον. Δεν γνωρίζω εάν ετυπώθη ποτέ εις Αθήνας, έως εδώ όμως δεν έφθασε ποτέ ούτε βιβλίον, ούτε φυλλάδιον με οδηγίας περί του πώς ν' αποφεύγωμεν ή να θεραπεύωμεν τας κοινοτέρας νόσους, δεν λέγω την λύσσαν, αλλά τας ασθενείας αι οποίαι θερίζουν αδίκως τα τέκνα μας! Ας είναι! θα γείνουν όλα με τον καιρόν.
Ότε επέστρεψεν εις το χωρίον ο Χρήστος, στηριζόμενος εις τον ώμον του Γερομήτρου, αιματωμένος, πληγωμένος, με τα φορέματα σχισμένα, το χωρίον ολόκληρον κατεταράχθη. Το έμαθα αμέσως και έτρεξα να τον ίδω. Έζη εις του πατρός του, εις εκείνην την δίπατον οικίαν παρέκει από το καφενείον, εις τον δρόμον της εκκλησίας. Κάτω αποθήκη και ελαιοτριβεία, επάνω δύο μικρά δωμάτια, η δε είσοδός των από μίαν εξωτερικήν κλίμακα εις το πρόσωπόν της οικίας, επί του δρόμου.
— Εκεί όπου κατοικεί τώρα ο δημοδιδάσκαλος; ηρώτησεν ο Ανδρέας.
— Εκεί. Ότε ανέβην, μόλις και μετά βίας κατώρθωσα να φθάσω μέχρι του Χρήστου. Αι γειτόνισσαι είχον πλημμυρήσει και τα δύο δωμάτια και περιεκύκλωναν τον νέον, συμπαθείς αλλ' άχρηστοι, αντί βοηθείας φέρουσαι σύγχυσιν.
Η πρώτη ανάγκη δεν ήτο να πλυθούν τα αίματα ή να διορθωθούν τα φορέματα του Χρήστου, αλλά να καυτηριασθούν αι πληγαί του. Ουδείς όμως εκεί εσκέπτετο περί τούτου. Η σκέψις και η συλλογή ήτο πώς να προμηθευθούν λυσσόχορτον. Τι δεν είπα διά να τους πείσω να τον στείλουν αμέσως εις Αθήνας, εις το νοσοκομείον. Δεν ήθελαν να το ακούσουν· Λυσσόχορτον και πάλιν λυσσόχορτον! Αυτό ήτο η επιθυμητή πανάκεια, αλλά κανείς εις το χωρίον δεν είχε λυσσόχορτον.
— Τι χόρτον είναι τούτο; ηρώτησα διακόψας τον ιερέα.
Οι οφθαλμοί όλων των περί την τράπεζαν εστράφησαν διά μιας προς εμέ και ησθάνθην ότι ηρυθρίασα υπό τα βλέμματά των. Είδα ότι η διακοπή μου δυσηρέστησε το ακροατήριον και μετενόησα διά την άκαιρον ερώτησίν μου. Δεν ήτο κατάλληλος η στιγμή διά βοτανικάς ερεύνας, αλλ' αργά το ενόησα.
— Δεν ηξεύρω πώς να το περιγράψω, διότι δεν το γνωρίζω, απεκρίθη ο ιερεύς. Υποθέτω ότι βλαστάνει εις Σαλαμίνα. Είναι μυστικόν και εισόδημα των καλογήρων της Φανερωμένης. (1)
Δεν εζήτησα πλειοτέρας διασαφήσεις, αλλ' έκυψα σιωπηλώς την κεφαλήν. Ο
Παππά-Σεραφείμ ενόησε την στενοχωρίαν μου και εξηκολούθησεν ως εξής·
— Επί τέλους και μετά πολλά έπεισα και τον Χρήστον και τους — ή μάλλον τας — περί αυτόν, και απεφασίσθη να υπάγη εις Αθήνας. Ήθελε ν' αναχωρήση την επαύριον. Επέμεινα και επί τέλους κατώρθωσα να φύγη αμέσως, υποσχεθείς να τον συνοδεύσω. Ανέβημεν εις τα ζώα μας και εξεκινήσαμεν. Αι γειτόνισσαι μας έδιδον ευχάς εν αφθονία, χωρίς όμως να φαίνωνται πεπεισμέναι ότι το νοσοκομείον θ' αντικαταστήση του λυσσοχόρτου την έλλειψιν. Εφθάσαμεν εις Αθήνας πολύ αργά· αφήκα τον Χρήστον εις το νοσοκομείον και επέστρεψα νύκτα βαθείαν εις το κελλίον μου.
Ταύτα συνέβησαν, καθώς σας είπα, την Δευτέραν. Την Πέμπτην ο Χρήστος επέστρεψεν. Υπέφερεν ακόμη από της καυτηριάσεως τους πόνους, αλλά κατά τα άλλα εφαίνετο καλώς έχων. Μετ' ολίγας ημέρας αι πληγαί του ουλώθησαν εντελώς. Αλλ' οι χωρικοί δεν είχον εμπιστοσύνην εις την θεραπείαν του νοσοκομείου. Η υποψία των δεν προήρχετο εκ του ότι εβράδυνεν η καυτηρίασις, αλλ' εκ του ότι έλειψε το λυσσόχορτον. Πώς ήτο δυνατόν να προληφθή η λύσσα χωρίς λυσσόχορτον; Όπου λοιπόν εφαίνετο ο Χρήστος, εξεδηλούτο γύρω του μυστηριώδης φόβος. Αι μητέρες εφρόντιζον αμέσως να συμμαζεύσουν τα τέκνα των διά να μη ευρίσκωνται πλησίον του. Οι άνδρες εφέροντο περιποιητικώς ως αν να επροφυλάττοντο μη τυχόν λάβη αφορμήν να θυμώση. Εν ενί λόγω, το χωρίον όλον ήτο εις προσοχήν. Συνεμερίζετο άρά γε και αυτός τους φόβους των συγχωρικών του περί της θεραπείας του; Η συστολή με την οποίαν απεκρίνετο, οπόταν συνέβαινε να τον συναντήσω, το λοξόν βλέμμα με το οποίον εκύτταζε τους διαβαίνοντας, ενώ συνωμίλουν μετ' αυτού, ταύτα και άλλα εμαρτύρουν ότι ο δυστυχής είχε τας υποψίας του. Τον ελυπούμην κατάκαρδα. Φαντασθήτε, φίλοι μου, οποία βάσανος, οποία αγωνία να φοβήται τις ότι κρύπτει εντός αυτού τοιαύτην ασθένειαν και να περιμένη από ημέρας εις ημέραν την έκρηξίν της!
— Το χειρότερον είναι, υπέλαβεν ο γαμβρός μου, ότι ο τοιούτος φόβος υποτρέφει την ασθένειαν. Ανεγίνωσκα εσχάτως τοιούτον τι εις επιστημονικόν περιοδικόν. Ο φόβος όστις κατακυριεύει πολλούς, όταν τους δαγκάση σκύλος, φόβος τον οποίον κρύπτουν, είτε από εντροπήν είτε διά να μη τον μεταδώσουν εις τους συγγενείς των, αποτελεί αυτός καθ' εαυτόν ασθένειαν. Η δε τοιαύτη παθολογική κατάστασις επιβαρύνει τας συνεπείας της πληγής και της καυτηριάσεως. Ταύτα και μόνα δύνανται να προξενήσουν τέτανον. Η δε υδροφοβία και ο τέτανος ομοιάζουν εις πολλά. Αυτά λέγουν οι ιατροί. Προς τι όμως μας τα λέγουν, ενόσω δεν μας διδάσκουν και το μυστικόν, πώς να κυριεύωμεν και να εκριζώνωμεν τους μυστικούς φόβους μας; Εδώ τους θέλω! Αλλά με συγχωρείτε, πάτερ, σας διέκοψα.
— Χωρίς ν' αναγνώσω τι περί τούτου, μου ήρχοντο υποψίαι τοιαύται, επανέλαβεν ο ιερεύς. Εν τούτοις αι εβδομάδες παρήρχοντο και ήρχιζαν οι χωρικοί να λησμονούν την ιστορίαν αυτήν, ή τουλάχιστον να μη ομιλούν περί αυτής, ότε, περί τα τέλη του Σεπτεμβρίου, έρχεται μίαν αυγήν ο πατήρ του Χρήστου και μου λέγει ότι ο υιός του δεν είναι καλά.
— Τι έχει; — Δεν ηξεύρω. Έχει θέρμην δεν έχει όρεξιν.
Υπήγα αμέσως να τον ίδω. Τον ηύρα εξηπλωμένον κατά γης εις την κάππαν του επάνω, Ήτο ήσυχος, αλλ' ωχρός και φοβισμένος. Μου είπεν ότι δεν ημπορεί να πάρη την αναπνοήν του, ότι του έρχεται κάποτε ωσάν πνίξιμον εις τον λαιμόν, ότι στενοχωρείται υπερβολικά. Του έδωκα ολίγον γάλα και τον παρεκίνησα να το πίη. Ανεσηκώθη, επήρε το αγγείον από τας χείρας μου και ητοιμάσθη να το γευθή. Αλλ' άμα το επλησίασεν εις τα χείλη του, κατελήφθη υπό ρίγους και αηδίας. Μόλις επρόφθασα να πάρω οπίσω το αγγείον. Τον κατέλαβον σπασμοί φοβεροί. Ενόμιζα ότι τελειώνει. Μετ' ολίγον συνήλθεν.
— Αχ, είπεν, ο γέρος μου τα πταίει. Αν εφρόντιζε να μου φέρη το λυσσόχορτον, δεν θ' απέθνησκα λυσσασμένος!
Επροσπάθησα να τον πείσω ότι η ασθένειά του ήτο απλή του στομάχου ταραχή, είπα όσα ηδυνάμην χωρίς δυστυχώς να τα πιστεύω, και τον αφήκα υποσχεθείς να τον επισκεφθώ πάλιν το εσπέρας, διότι είχα την ημέραν εκείνην να τελέσω γάμον εις το πλέον απόκεντρον χωρίον της περιφερείας μου. Τοιαύτη η ζωή του ιερέως: Από την λύπην εις την χαράν, από τα στεφανώματα εις την κηδείαν. Ας είναι!
Το εσπέρας, πριν έτι εισέλθω εις το χωρίον, έμαθα ότι ο Χρήστος ήτο μανιώδης. Ο πατήρ του μ' επερίμενεν εις το κελλίον μου. Ήθελε την βοήθειάν μου διά να μεταφέρωμεν τον πάσχοντα εις άλλο οίκημα ισόγειον. Το απήτουν οι γείτονες. Εφοβούντο μη εξέλθη εις τους δρόμους και αρχίση να δαγκάνη δεξιά και αριστερά. Εις το ανώγαιον όπου ευρίσκετο δεν ήτο δυνατόν να εμποδισθή, εάν ήθελε να εξέλθη. Ηδύνατο να πηδήση από τα παράθυρα. Τον ήθελαν εις το ισόγειον διά να τον φρουρήσουν ευκολώτερον. Οι χωρικοί ήσαν φοβισμένοι, ο δε φόβος είναι άγριος και σκληρός, και ενόησα ότι, εάν ο δυστυχής Χρήστος εγίνετο απειλητικός και επικίνδυνος, θα ετουφεκίζετο.
Χωρίς να χάσω καιρόν μετέβην εις το ανώγαιον. Ευτυχώς ηύρα τον ασθενή εις περίοδον ησυχίας. Εκάθητο κατά γης με τους αγκώνας επί των γονάτων και την κεφαλήν εντός των χειρών. Τα ολίγα έπιπλα του δωματίου ήσαν άνω κάτω, και σπασμένα εδώ κ' εκεί τρίμματα πηλίνων αγγείων. Σας εξομολογούμαι ότι την στιγμήν εκείνην με κατέλαβεν αίσθημα φόβου. Εσκέφθην ότι ήτο ανοησία μου να υπάγω μόνος εκεί. Αλλά δεν ηδυνάμην πλέον, και αν το ήθελα, να οπισθοχωρήσω. Επλησίασα, έθεσα την χείρα μου επί της κεφαλής του και είπα μίαν ευχήν μεγαλοφώνως.
Ότε ετελείωσα, έκαμε τον σταυρόν του και μου εφίλησε την χείρα.
Δεν είσαι καλά εδώ, Χρήστε μου τω είπα. Έλα να υπάγωμεν εις του θείου σου. Δεν κατοικεί κανείς εκεί και θα είσαι καλλίτερα και ησυχώτερος. Ακολούθει με.
Ηγέρθη εν σιωπή.
— Δεν θέλω να με ιδή κανείς, είπεν ησύχως. Ειπέ τους όλους να φύγουν
από τον δρόμον μας.
Ήνοιξε την θύραν και, μολονότι δεν ήτο κανείς έξω εκεί, εφώναξα δυνατά:
Φύγετε όλοι, πηγαίνετε εις τα σπίτια σας.
— Δεν έμεινε κανείς έξω, Χρήστε. Πηγαίνωμεν.
— Δεν ημπορώ να βλέπω το φως, πάτερ. Με πειράζει.
Ο ήλιος επλησίαζεν εις την δύσιν του και αι τελευταίαι ακτίνες του εχύνοντο διά της ανοικτής θύρας εντός του πενιχρού δωματίου. Επήρεν ο Χρήστος την κάππαν του, την έθεσεν επί της κεφαλής του, την εχαμήλωσεν επί του προσώπου του και μοι έτεινε την χείρα. Εγώ εμπρός, εκείνος κατόπιν, μετέβημεν από το έν οίκημα εις το άλλο. Εκεί έμεινα αρκετήν ώραν πλησίον του, επροσπάθησα όπως ηδυνάμην να τον παρηγορήσω, και ανεχώρησα αφού ενύκτωσεν. Ότε ήνοιξα την θύραν διά να εξέλθω, μου εφάνη ότι είδα εις το σκότος ανθρώπους ωπλισμένους. Έκλεισα την θύραν. Η κλεις ήτο έξωθεν. Την εκλείδωσα και επροχώρησα.
Οι χωρικοί με περιεκύκλωσαν αμέσως ερωτώντες περί του ασθενούς. Είπα ότι αποθνήσκει και τους παρεκάλεσα εν ονόματι του Θεού του Ελέους να τον αφήσουν ν' αποθάνη εν ειρήνη. Οι δυστυχείς δεν ήσαν αναίσθητοι. Ελυπούντο εξ όλης καρδίας τον φίλον, τον σύντροφόν των. Αλλά το αίσθημα της αυτοσυντηρήσεως είναι ανώτερον του ελέους, ο δε φόβος εξεγείρει εις του αμαθούς την καρδίαν του θηρίου τας ορμάς…
Εκεί μας διέκοψαν αι Κυρίαι. Η εσπερινή δρόσος τας εδίωξεν από τον εξώστην.
— Ακόμη εις τα σκοτεινά κάθησθε, ανέκραξεν η αδελφή μου. Ο Παππά- Σεραφείμ θα σας λέγη κανέν νόστιμον παραμύθι. Δεν μας το λέγετε και ημάς, να διασκεδάσωμεν;
Και διέταξε την υπηρέτριαν να φέρη φώτα.
— Τι απέγεινεν ο Χρήστος; ηρώτησε σιγά ο Ανδρέας.
Ο ιερεύς έκλεισε τους οφθαλμούς και εκίνησεν οριζοντίως την χείρα.
Δεν ενόησα, και ούτε ηθέλησα πλέον να εξετάσω, τι εσήμαινεν η χειρονομία εκείνη. Απέθανε; τον εφόνευσαν;….
Η υπηρέτρια εισήλθε με τα κηρία αναμμένα και ηλλάξαμεν ομιλίαν.
ΦΙΛΙΠΠΟΣ ΜΑΡΘΑΣ
Οι σημερινοί νέοι δυσκόλως φαντάζονται οποίαι ήσαν, προτού αυτοί γεννηθούν, αι ήδη ακμάζουσαι πόλεις της Ελλάδος. Ούτως η Σύρα έχει σήμερον αμαξιτούς οδούς, εις δε την πλατείαν Λεωτσάκου, την κοινώς Πλαταίαν, ευρίσκει τις σταθμευούσας αμάξας με δύο ίππους, και μάλιστα (ω του θαύματος,) γίνεται λόγος περί κατασκευής σιδηροδρόμου μεταξύ της πόλεως και των εξοχών της νήσου! Και όμως δύο αδελφοί γνωστοί μου, πρεσβύται την σήμερον και οι δύο, ενθυμούνται τον θαυμασμόν των ότε, κατά την παιδικήν των ηλικίαν, μεταβάντες εξ Ερμουπόλεως εις Αθήνας, συνήντησαν εις τον πρώτον εκεί περίπατόν των την βασίλισσαν Αμαλίαν έφιππον.
— Μητέρα, ανεφώνησεν ο νεώτερος, ότε επέστρεψαν εις την οικίαν, μητέρα, είδα την βασίλισσαν επάνω εις ένα ωραίον γάιδαρον!
— Δεν ήτο γάιδαρος, υπέλαβε περιφρονητικώς ο μεγαλείτερος· ήτο μουλάρι.
Δεν ήσαν όλως αξιόμεμπτοι και οι δύο διά την ατέλειαν των γνώσεων των περί την ζωολογίαν. Ίππος δεν υπήρχε τότε εις Σύραν, δεν είχον δε ίδει ούτε ζωγραφιστόν τοιούτον, καθόσον οι παίδες τότε δεν ελάμβανον ως δώρα ούτε βιβλία με εικονογραφίας ούτε παίγνια καλλιτεχνικά, καθώς σήμερον.
Αλλ' εάν υπελείπετο της πρωτευούσης ως προς ίππους και αμάξας, νομίζω όμως ότι ουδεμίαν της Ελλάδος πόλιν αδικώ λέγων ότι η Ερμούπολις προηγήθη των λοιπών εις τον εξευρωπαϊσμόν. Αι Αθήναι ήσαν πλήρεις έτι φουστανελλοφόρων, ότε πάντες σχεδόν οι Ερμουπολίται, οι οπωσδήποτε διασκελίσαντες τας πρώτας βαθμίδας της κοινωνικής κλίμακος, εφόρουν φραγκικά. Το ιστορικόν καφενείον της Ωραίας Ελλάδος ήτο το μόνον συνεντευκτήριον των κατοίκων της πρωτευούσης, (εκτός των λογίων, οίτινες κατά προτίμησιν αντήλλασσον τας ιδέας των εντός προνομιούχων τινών φαρμακείων,) ενώ οι έμποροι της Ερμουπόλεως είχον όχι μίαν μόνην, αλλά δύο λέσχας αξιολόγους, εις τας οποίας μάλιστα έδιδον και χορούς πολυκρότους κατά τας αποκρέω. Ώστε ο ερχόμενος εκ των άλλων μερών της Ελλάδος εις Σύραν, έβλεπεν εκεί εξωτερικά σημεία φραγκισμού, τα οποία εις μάτην ήθελε τότε αναζητήσει αλλαχού.
Τούτο εξηγείται ευκόλως. Οι συνοικισταί της Ερμουπόλεως, εκριζωθέντες των εστιών των από τον ανεμοστρόβιλον της Επαναστάσεως και μεταφερθέντες επί νέου εδάφους, ηδύναντο δι' αυτό τούτο να μεταβάλωσιν, ευκολώτερον των άλλων Ελλήνων, τα προγονικά ήθη και έθιμα. Άλλως δε οι πλείστοι ανήκον εις τας εμπορικάς τάξεις, πολλοί εξ αυτών ή επεσκέφθησαν οι ίδιοι τα ξένα ή είχον συγγενείς εκεί αποκατασταθέντας, ώστε δεν ήργησαν να συγκεντρώσουν εις την νήσον εκείνην το εμπόριον της Ελλάδος, και ν' αποκαταστήσουν την Ερμούπολιν το πρώτον σημείον ενώσεως μεταξύ του αρτισυστάτου κράτους και της λοιπής Ευρώπης.
Αληθώς ο αποκτηθείς ούτως εξευρωπαϊσμός έφερε τον διπλούν τύπον και της βίας με την οποίαν μετηνέχθη έξωθεν, και της ανεπαρκείας των μέσων διά των οποίων επραγματοποιείτο η εφαρμογή του. Οι νέοι εκείνοι Ευρωπαίοι εφαίνοντο μη λαβόντες εισέτι τον καιρόν να συνηθίσουν εις τα ξένα ήθη και εις τα νέα φορέματά των. Η φραγκική των ενδυμασία δεν ήτο πάντοτε ούτε του νεωτέρου, αλλ' ούτε καν ομοιορρύθμου συρμού· αποτέλεσμα τούτο είτε της ποικίλης έξωθεν προελεύσεως των ενδυμάτων, είτε της καλλιτεχνικής ανεξαρτησίας των εγχωρίων ραπτών, είτε επί τέλους της μη εντελούς εισέτι λήθης των αρχαίων έξεων. Ούτω και εις τας λέσχας επεκράτει, έστω και κατά τους χορούς, δόσις απλοϊκότητος μεγαλειτέρας οπωσδήποτε της συμβιβαζομένης με την εθιμοτυπίαν του παρεισάκτου πολιτισμού. Εν συνόλω, εις την κοινωνίαν εκείνην, της οποίας τα συστατικά ήσαν ετερογενή και ποικίλα, αι δε περιστάσεις ανώμαλοι και εισέτι δυσχερείς, υπήρχε τι το ασυνάρτητον, το ιδιόρρυθμον, δος δ' ειπείν και το αλλόκοτον.
Το αλλόκοτον τούτο διεφαίνετο κατ' εξοχήν είς τινας τύπους των τότε Ερμουπολιτών, οίτινες ηδύναντο να δώσουν αφορμήν εις ηθογράφον ή και εις γελοιογράφου την γραφίδα, εάν δεν εξημβλύνετο η συναίσθησις του γελοίου εν μέσω της γενικής ακαταστασίας και της προσφάτου έτι μνήμης της πανωλεθρίας, εκ της οποίας προέκυψεν ο συνοικισμός της Ερμουπόλεως. Παρεκτός δε τούτου, η συνήθεια εξοικειοί προς παν το έκτακτον. Οι περί ων ο λόγος ιδιότροποι τύποι κατήντησαν να θεωρώνται ως φυσικοί και να μη εξεγείρουν ουδόλως την κοινήν περιέργειαν.
Μεταξύ των προσώπων όσα αι νύξεις μου αύται θ' ανακαλέσουν εις την μνήμην παλαιών Ερμουπολιτών, θα συγκαταλεχθή, πιστεύω, και το του Φιλίππου Μάρθα. Πολλοί ελησμόνησαν ίσως το όνομα, αλλά δύσκολον οι ιδόντες αυτόν άπαξ να ελησμόνησαν τον άνθρωπον. Είχε χαρακτηριστικά μοναδικά και εντυπούμενα διά παντός εις την μνήμην. Αι τρίχες της κεφαλής του ήσαν μαύραι εισέτι, αλλ' η μία του οφρύς, η δεξιά, ήτο λευκή, ο δε δασύς του μύσταξ διηρείτο επίσης εις δύο διακεκριμένα χρώματα, αλλ' αντιστρόφως των οφρύων ήτο λευκός αριστερόθεν και μαύρος δεξιόθεν. Η χιαστή αύτη διασταύρωσις των δύο χρωμάτων έδιδεν εις την φυσιογνωμίαν του έκφρασιν παράδοξον. Εάν έβαφε τας λευκάς τρίχας, ηδύνατο να θεωρηθή ως εύμορφος μάλλον, αλλ' ότε πρώτον ήλθεν εις Σύραν, τις εκεί εσκέπτετο περί κομψότητος! Μετέπειτα, καθόσον ησύχαζον τα πράγματα και ελάμβανον σημασίαν υπερτέραν της αληθούς αξίας των αι μικραί μέριμναι του βίου, ανεφάνησαν και πωληταί και αγορασταί βαφής εις Ερμούπολιν. Αλλά τότε θα επέσυρε την έκπληξιν και την ειρωνείαν του κόσμου ο Μάρθας, εάν ήρχετο εις τον νουν του να επιδιώξη διά τοιούτων μέσων το ομόχρουν των τριχών του. Τον είχον συνηθίσει όπως ήτο και ουδείς πλέον τον παρετήρει. Ναι μεν, τινές των άκραν φιλοσκωμμόνων επέμενον επαναλαμβάνοντες πότε και πότε χαριεντισμόν εγκαινισθέντα προ ετών υπό Χίου εντριβούς περί τας Γραφάς και εμπνευσθέντος από το επώνυμον του Φιλίππου. Αλλ' ούτε καν εμειδία ούτος ή επρόσεχεν ότε, κατά την διάβασίν του, οι τοιούτοι ευφυολόγοι εψιθύριζον το του Ευαγγελίου: «Μάρθα, Μάρθα, μεριμνάς και τυρβάζη περί πολλά, ενός δε έστι χρεία.» Και προφέροντες την λέξιν Ενός έστρηβον τον μύστακα ή έτριβον τας οφρύς.
Το ρητόν ηδύνατο πράγματι να λεχθή προς τον ομώνυμον της Μάρθας, καθόσον υπήρχε χρεία ενός χρώματος, αλλά το πρώτον μέρος της φράσεως βεβαίως δεν προσηρμόζετο εις αυτόν. Ούτε εμερίμνα, ούτε ετύρβαζε περί πολλά ο δυστυχής! Απ' εναντίας, μόνη του μέριμνα εφαίνετο η επιμελής εξάσκησις του έργου του, και τούτο δε τόσον μόνον, όσον εξήρκει προς απόκτησιν του επιουσίου άρτου. Άλλως, ούτε φίλους είχεν ούτε σχέσεις, ούτε εις καφενείον τον είδε τις ποτε να καθίση, ούτε εις ξένην οικίαν εισήρχετο. Ήσυχος, ολιγόλογος, κατηφής, μετέβαινε τακτικώς εκ της οικίας του εις τα γραφεία των πελατών του και εκείθεν πάλιν οπίσω, πενιχρώς αλλά κοσμίως και καθαρώς πάντοτε ενδεδυμένος.
Κατώκει ανέκαθεν εις την παρά την Δυτικήν Εκκλησίαν στενήν οδόν, ήτις αγνοώ εάν απέκτησε την σήμερον ιδίαν ονομασίαν. Ο έκτοτε κατεδαφισθείς οικίσκος του περιείχε δύο μικρά δωμάτια και μαγειρείον, εκ της καπνοδόχης όμως του οποίου αι γειτόνισσαι εβεβαίουν ότι ουδέποτε ανήλθε καπνός. Κατ' αρχάς τινές εξ αυτών ηθέλησαν εκ συμπαθείας να προσφέρουν φαγητά, προφασιζόμεναι ποτέ μεν ότι επεθύμουν να δοκιμάση την επιτυχούσαν πήτταν των, άλλοτε δε ότι ήτο η εορτή του συζύγου ή του υιού των.
Αλλ' εκείνος ευγενώς μεν, διά τρόπου όμως μη επιδεχομένου αντίρρησιν, απεποιείτο την προσφοράν, ώστε αι γειτόνισσαι έπαυσαν η μία μετά την άλλην τας καλοκαγάθους αποπείρας των. Και εξηκολούθει ο Φίλιππος φέρων ανά πάσαν ημέραν εντός χάρτου χονδρού ή εντός λαχανοφύλλου την λιτήν αμαγείρευτον τροφήν του.
Η σειρά των προς την θάλασσαν οικιών της οδού εκείνης, καθώς ενθυμούνται οι γνωρίσαντες την Ερμούπολιν, εκτίσθη επί βράχων αποτόμων. Ο οικίσκος του Μάρθα, χωριζόμενος από την οδόν διά μικρού προαυλίου περιτειχισμένου, προείχε περισσότερον των άλλων προς τα όπισθεν, ο δε ξύλινος εξώστης του εφαίνετο κρεμάμενος, τρόπον τινά, υπεράνω των αποκρήμνων εκεί πετρών. Ότε ο άνεμος έπνεε σφοδρός, οι αφροί των υπό τον κρημνόν μαινομένων κυμάτων ανήρχοντο ενίοτε μέχρι της οικίας αυτής.
Τον εξώστην του είχε περικλείσει ο Φίλιππος άνωθεν και εξ εκατέρων των πλευρών διά σανίδων. Και των παρακειμένων οικιών οι εξώσται περιεκλείοντο κατά τον αυτόν ή άλλον τρόπον, μετασχηματιζόμενοι εις κλίνας ευαέρους και δροσεράς κατά τας θερμάς του θέρους νύκτας. Αλλ' ενώ των λοιπών εξωστών η σκέπη αφηρείτο κατά τον χειμώνα, ο του Φιλίππου έμενε διαρκώς σκεπαστός, αι δε γειτόνισσαι διετείνοντο ότι εκοιμάτο εκεί και εν καιρώ χειμώνος.
Εντός της οικίας εκείνης διήρχετο όσας ώρας δεν απησχόλει η εργασία του. Τας Κυριακάς ελειτουργείτο τακτικώς εις την εκκλησίαν της Μεταμορφώσεως, ενίοτε δε μετά την ακολουθίαν οι χωρικοί, ή κυνηγοί επιστρέφοντες εκ της άγρας, τον συνήντων περιπλανώμενον εις τα πετρώδη της νήσου βουνά, ή καθήμενον επί βράχου με τα βλέμματα εστραμμένα προς την Τήνον. Αλλ' ουδέποτε τον είδε τις το εσπέρας έξω της οικίας του.
Τα προς το ζην επορίζετο επαγγελλόμενος τον διερμηνέα και τον γραμματέα της Αγγλικής γλώσσης. Δι' αυτού εγίνετο πάσα συνεννόησις μεταξύ των Άγγλων πλοιάρχων και των παραληπτών των φορτίων των. Εάν έμπορός τις ελάμβανεν επιστολήν Αγγλικήν, εις τον Φίλιππον προσέφευγε προς μετάφρασίν της· ότε επρόκειτο περί συντάξεως ναυλοσυμφώνων ή περί εκδόσεως συναλλάγματος Αγγλιστί, διά των καλλιγραφικών χαρακτήρων του επληρούντο τα κενά των σχετικών εντύπων.
Δεν επληρώνετο αδρώς διά ταύτα, αλλ' αι μετά της Αγγλίας εμπορικαί σχέσεις της Ερμουπόλεως ήσαν τοσαύται, ώστε δεν απέλιπεν εργασία, εξ άλλου δε αι ανάγκαι του ήσαν τόσον περιωρισμέναι, ώστε εξήρκουν όσα εκέρδιζεν.
Αλλά πού και πώς εξέμαθε την Αγγλικήν ο Φίλιππος; Ήτο γνωστόν περί αυτού ότι κατά την καταστροφήν της Κύπρου περιεσώθη ορφανός εις πλοίον Αμερικανικόν και ότι μετεφέρθη εις Αμερικήν όπου εξεπαιδεύθη, ανδρωθείς δε επέστρεψεν εκείθεν εις την Ελλάδα. Κατ' αρχάς μάλιστα ελέγετο ότι εσπούδασεν εκεί την ιατρικήν, αλλ' επειδή δεν την μετήρχετο, έπαυσε βαθμηδόν να λέγεται τούτο και ελησμονήθη.
Ότε κατά πρώτον ήλθεν εις Σύραν, ελέγοντο και άλλα περί αυτού πολλά και διάφορα. Επί τινα καιρόν διεδίδετο ότι είχε πάθει τας φρένας. Τήνιοι δέ τινες εκυκλοφόρησαν επεισόδια ποικίλα της φημιζομένης παραφροσύνης του. Αλλ' ο άνθρωπος εφαίνετο υγιέστατος τον νουν, η δε κατήφεια και η απομόνωσίς του δεν ήσαν βεβαίως ανεξήγητοι υπό τας γενικάς τότε των Ελλήνων περιστάσεις, ώστε διεσκεδάσθησαν εντός ολίγου πάσαι αι περί διαταράξεως των φρενών του υπόνοιαι. Εν συνόλω, οι Ερμουπολίται δεν ενησχολούντο πλέον περί αυτού. Ουδένα επείραζεν, ουδένα εβάρυνεν, άλλο δεν επεθύμει και δεν επεδίωκεν ή να διέλθη απαρατήρητος η ύπαρξίς του, τούτο δ' επί τέλους και επέτυχε.
Και όμως η μονήρης και άσημος εκείνη ύπαρξις υπέκρυπτεν ιστορίαν θλιβεράν, υπέκρυπτε πάλην μακράν, πάλην καθημερινήν μεταξύ της καρδίας και της διανοίας του. Οι βλέποντες αυτόν παραγεμίζοντα ησύχως τας εντύπους συναλλαγματικάς και φορτωτικάς του δεν ηδύναντο να υποπτεύσουν οποίας τρικυμίας περιέκλειεν η ψυχή του.
Το μυστικόν του Φιλίππου Μάρθα θα συναπέθνησκε μετ' αυτού εάν, ως μνημόσυνον επιπλέον μετά ναυάγιον, δεν περιεσώζοντο ιδιόχειροί τινες σημειώσεις του. Διατί τας έγραψε; Βεβαίως δεν προέθετο την διαμνημόνευσιν των της ζωής του. Εγραφε διότι, όταν κατέχηταί τις υπό μιας μόνης σκέψεως και δεν δύναται να την εκδιώξη, αισθάνεται την ανάγκην να ελαφρώση την ψυχήν του διατυπών όπως δήποτε διά λέξεων το άλγος του. Εάν έχη φίλον, θα το διακοινώση εις τον φίλον του· εάν έχη πίστιν, θα το εκμυστηρευθή εις τον πνευματικόν του, άλλως η υπερχειλής του καρδία θα εκχυθή εις ασυναρτήτους μονολόγους, — ή, εάν γνωρίζη να γράφη, θα χαράξη επί του χάρτου τον θλιβερόν μονόλογον του. Ιδού διατί έγραφεν ο Μάρθας.
Το τετράδιον εις το οποίον έγραφε τας σκέψεις και αποσπάσματα της αυτοβιογραφίας του δεν περιέχει ταύτα και μόνον, αλλ' εχρησίμευεν ως γενικόν σημειωματάριόν του και κατάστιχον. Εις αυτό ενέγραφε μετ' ακριβείας τας μικράς του δοσοληψίας, ως άνθρωπος φροντίζων να είναι πάντοτε ενήμερος και απηλλαγμένος πάσης οφειλής. Εκεί επίσης κατεγράφοντο αι διάφοροι εργασίαι του εις τα γραφεία των πελατών του. Μεταξύ των τοιούτων σημειώσεων υπάρχουν ενίοτε συνταγαί φαρμακευτικαί, μαρτυρούσαι ότι δεν είχε λησμονήσει ο Μάρθας την ιατρικήν του, αλλ' αναγόμεναι άπασαι εις την σκευασίαν ναρκωτικών. Τα συστατικά των δεν παραλλάσσουν ουσιωδώς, αλλ' αι δόσεις και οι συνδυασμοί ποικίλλουν. Ηδύνατό τις εξ αυτών να εικάση ότι περί τα αναισθητικά ιδίως περιεστράφησαν αι μελέται του. Αναμίξ δε και ατάκτως έγραφεν Αγγλιστί ό,τι εσκέπτετο περί εαυτού ή ό,τι ανεπόλει εκ των επεισοδίων του βίου του. Ταύτα άνευ σειράς ή χρονολογίας, αλλ' εκ των δοσοληπτικών σημειώσεων, αίτινες προηγούνται ή έπονται εκάστου αποσπάσματος, δύναταί τις κατά προσέγγισιν να ορίση εκάστου την ημερομηνίαν. Το όλον του βιβλίου εγράφη μεταξύ των ετών 1845 και 1847.
Το βιβλίον τούτο είναι κατάστιχον εμπορικόν εις σχήμα μικρού τετάρτου. Αι τριπλαί εις εκάστην σελίδα στήλαι διά τας υποδιαιρέσεις της λίρας στερλίνας μαρτυρούν την Αγλικήν κατασκευήν του. Η διάσωσίς του οφείλεται προδήλως εις το σχήμα του. Εξελήφθη ως βιβλίον έντυπον και ούτω περιφυλαχθέν ευρίσκεται εισέτι εις την δημοσίαν της Ερμουπόλεως βιβλιοθήκην.
Ομολογώ ότι κατά πρώτον συνέλαβα την ιδέαν του να επωφεληθώ των σημειώσεων του Φιλίππου Μάρθα προς συγγραφήν διηγήματος επί το μυθιστορικώτερον. Αλλά σκεφθείς ωριμώτερον επροτίμησα να τας δημοσιεύσω απαραλλάκτους ως εγράφησαν παρ' αυτού και ν' αφήσω εις τον αναγνώστην την φροντίδα του να συμπληρώση διά της φαντασίας τα κενά.
Ιδού αύται.
Α'.
«Η Ψαριανή γειτόνισσά μου κάθηται το εσπέρας εις το κατώφλιον της θύρας της, με το πρωτογέννητόν της εις την αγκάλην, και περιμένει τον άνδρα της. Ότε επιστρέφων εις την οικίαν μου διέρχομαι εξ ανάγκης έμπροσθέν της, με καλησπερίζει μειδιώσα και σχεδόν πάντοτε ευρίσκει τρόπον να είπη τι, ώστε να διακόψω τον δρόμον μου διά ν' αποκριθώ. Ενίοτε θηλάζει το βρέφος της, καλύπτουσα δια της χειρός το ημιανοικτόν στήθος. Δεν είναι βεβαίως ωραία η γειτόνισσά μου, αλλ' ότε κλίνουσα την κεφαλήν αναπαύει ευφροσύνως το βλέμμα εις τους ανοικτούς οφθαλμούς του θηλάζοντος τέκνου της, με μειδίαμα αφάτου αγάπης εις τα χείλη, τότε μεταμορφούται το πρόσωπόν της. Την εξωραΐζει η μητρική στοργή!
Μένω τότε ενώπιόν της και την βλέπω. Αλλά δεν βλέπω εκείνην. Άλλη μορφή ωραία, μορφή λατρευτή, μου φαίνεται καθημένη εκεί, εις το κατώφλιον της θύρας. Φαντάζομαι ότι βλέπω την σύζυγόν μου θηλάζουσαν εις την μητρικήν της αγκάλην το τέκνον μας. Το επί της κεφαλής της Ψαριανής πράσινον μανδήλιον μεταβάλλεται εις κομψόν Σμυρναϊκόν κεφαλόδεσμον, η μαύρη της κόμη μεταβάλλεται εις ξανθήν, και δύο γαλανοί οφθαλμοί προσηλούν επ' εμού απερίγραπτον βλέμμα.
Αλλ' ενώ ονειρεύομαι ταύτα, αλλάσσει η οπτασία, οι οφθαλμοί εκείνοι κλείονται διά μιας, η λευκή όψις ωχριά, το βρέφος δεν αναπνέει, και την βλέπω νεκράν την μητέρα του, νεκράν καθώς την είδα, καθώς την βλέπω διαρκώς ενώπιόν μου έκτοτε!
Ω, διατί, το όνειρον δεν επραγματοποιήθη! Διατί; Διότι αι κατηραμέναι μου χείρες εξωλόθρευσαν την ευτυχίαν μου. Εγώ είμαι ο καταστροφεύς, εγώ ο ένοχος, εγώ ο φονεύς!
Β'.
Σήμερον με συνήντησε καθ' οδόν ο νεωστί ελθών ενταύθα Γερμανός ιατρός. Ο συνοδεύων αυτόν συμπατριώτης του τον ώθησε διά του αγκώνος, ενώ διεσταυρούμεθα, ο δε ιατρός έστρεψε προς εμέ το βλέμμα και με ητένισε μετά περιεργείας. Τον ήκουσα όπισθέν μου λέγοντα: «Συνέπεια βεβαίως ψυχικής διαταράξεως.» — Δεν υπέθετεν ότι ηδυνάμην να εννοήσω τα Γερμανικά του, ουδ' ότι εσπούδασα και εγώ την επιστήμην του.
Η διάγνωσις μαρτυρεί οξυδέρκειαν. Τω όντι το χρώμα των τριχών μου
ηλλοιώθη κατά το δεκάμηνον διάστημα της διαμονής μου εις τα κελλία της
Ευαγγελιστρίας, αλλ' αγνοώ εάν η αλλοίωσις επήλθε διά μιας ή βαθμηδόν.
Ουδέποτε ηρεύνησα περί τούτου.
Μ' εθεώρουν ως παράφρονα εκεί και ως τοιούτον με μετεχειρίζοντο. Δεν ηδύναντο να ίδουν τι συνέβαινεν εντός της ψυχής μου, δεν εγνώριζον οποίον βάρος επίεζε την συνείδησίν μου, δεν έβλεπον εκείνοι καθώς έβλεπα εγώ αιωνίως ενώπιόν μου το φάσμα της. Και απέδιδον εις διατάραξιν φρενών την απελπισίαν μου και μ' εβασάνιζον διά να με θεραπεύσουν — και ενόμισαν ότι μ' εθεράπευσαν! Όχι, δεν παρελογιζόμην. Εάν παρεφρόνουν τότε, παραφρονώ και τώρα. Διότι και τώρα η αυτή εικών πλανάται αενάως ενώπιον των οφθαλμών μου, η αυτή απελπισία με κυριεύει, η αυτή με κατέχει επιθυμία του θανάτου και έφεσις της αυτοτιμωρίας.
Αλλά τότε εφρόνουν ότι ο θάνατος είναι η μεγίστη των ποινών. Δεν με εθεράπευσαν εκείνοι· ο γέρων ιερεύς της Τήνου με έπεισεν ότι η ζωή είναι ποινή βαρυτέρα του θανάτου. Ω, είχε δίκαιον! Του υπεσχέθην ότι θα παραμείνω μέχρις ου έλθη απρόσκλητος ο θάνατος. Ποσάκις μετενόησα διά την δοθείσαν υπόσχεσιν, ποσάκις ηθέλησα να πατήσω τον όρκον μου! Αλλ' όχι! θα τον τηρήσω πιστώς!
Γ'.
Ενίοτε απορώ εγώ αυτός πώς εκτελώ ακριβώς και αλανθάστως την γραφικήν μου εργασίαν, ενώ πλανάται ο νους μου αλλαχού, — πώς συγκεντρούται η προσοχή μου εις το έργον μου, ενώ η ψυχή μου απουσιάζει. Μη υπάρχουν δύο άνθρωποι εντός μου, και μοιράζεται εις δύο η ενέργειά των; Εξ ενός ο δούλος της συνηθείας, η εργαζομένη μηχανή, ο ετεροκίνητος τροχός, — εξ άλλου η αμετάβλητος σκέψις, η ακατάβλητος οδύνη, η διηνεκής ανάμνησις; Εξ ενός η θέλησις, εξ άλλου η συνείδησις; Επροσπάθησα να μεταβάλω την σκέψιν, να καταβάλω την οδύνην, να νικήσω την ανάμνησιν, επάλαισαν επί πολύ εντός μου τα αντίθετα στοιχεία, αλλ' η θέλησις δεν ισχύει. Ενίκησεν η συνείδησις!
Δ'.
Ο Γερμανός ιατρός θαυματουργεί. Πανταχού ακούω εξυμνούμενα τα κατορθώματά του. Εθεράπευσε του ενός το χρόνιον και επίμονον νόσημα, έσωσε τον άλλον, καίτοι καταδικασθέντα παρά των λοιπών ιατρών. Οι πάσχοντες προσέρχονται σωρηδόν εις την οικίαν του, οι συνάδελφοί του επιζητούν την αρωγήν του. Αντικείμενον της ομιλίας και του θαυμασμού της Ερμουπόλεως είναι προ ημερών ο Γερμανός!
Τοιαύτα επηύχοντο οι συμμαθηταί και οι καθηγηταί εις εμέ, ότε ανεχώρουν εξ Αμερικής. Τοιούτον μοι επηγγέλλετο το μέλλον ο πρόεδρος της Σχολής, ότε εντός της αιθούσης επέστεφε διά λατινικής προσλαλιάς την απονομήν του διπλώματος, το δε συνωθούμενον πλήθος ανευφήμει τον νέον Έλληνα ιατρόν.
Διατί αναπολώ ταύτα, και προς τι; Δεν είμαι πλέον ιατρός, αφού η επιστήμη μου αντί της σωτηρίας επέφερε τον θάνατον, — τον φόνον. Τούτο επέβαλε τότε η συνείδησίς μου, σήμερον το επιβάλλει και η αμάθεια. Επί δέκα ήδη έτη απέμαθα την μη εξασκουμένην ιατρικήν. Σήμερον είμαι γραφεύς της Αγγλικής γλώσσης και ουδέν άλλο, ουδέν περιπλέον! Ουδείς ενταύθα γνωρίζει ότι ήμην ιατρός, ή και αν το εγνώριζε, το ελησμόνησεν. Αλλ' ούτε μεταμελούμαι διά τούτο. Ούτως έπρεπε να γείνη και ούτως εγένετο. Ήδη τετέλεσται!
E’.
Πρό τινος μία υποψία, ήτις και άλλοτε μ' εβασάνισε, μου πιέζει συχνάκις τον νουν. Αμφιβάλλω τότε περί παντός, περί του παρελθόντος, περί του παρόντος, περί της υπάρξεώς μου αυτής. Σκέπτομαι τότε μη διαφεύγη αληθώς την θέλησίν μου η ενέργεια της διανοίας, μη τα γεννήματά της στηρίζωνται επί της σαλευομένης βάσεως πάσχοντος εγκεφάλου, μη και η λύπη μου αυτή… Διατί σκέπτομαι ταύτα; Διατί αι υποψίαι αύται, αι επιβαρύνουσαι έτι μάλλον το αφόρητον άχθος του βίου; Όχι! Ο πάσχων τας φρένας δεν έχει την συνείδησιν του πάθους του.
Ω! Είθε να ήμην παράφρων!
ΣΤ'.
Την νύκτα ότε άυπνος βλέπω τα αναρίθμητα άστρα ακτινοβολούντα εις την απέραντον γαλήνην του ουρανού, και ακούω υπό τον εξώστην μου τον ήσυχον φλοίσβον της θαλάσσης, διαπερούν ενίοτε την φαντασίαν μου, ως εικόνες αλλεπάλληλοι, αι ολίγαι ευχάριστοι αναμνήσεις της ζωής μου. Ενθυμούμαι τότε τον Αμερικανόν ευεργέτην μου, ενθυμούμαι τον ιερέα της Ευαγγελιστρίας, ενθυμούμαι την Ψαριανήν γειτόνισσάν μου, ενθυμούμαι όσην καλοσύνην απήντησα επί γης. Οι άνθρωποι δεν μου ηρνήθησαν ποτέ την συμπάθειάν των, απ' εναντίας· αλλ' εγώ δεν την θέλω, ούτε ποτέ την εζήτησα. Ίσως εάν την επεζήτουν δεν την απελάμβανα, διότι αποβαίνει φορτική η μακρά δυστυχία, η δε φιλανθρωπία προσφέρει την ελεημοσύνην της συμπαθείας εις δόσεις εφημέρους· δεν υποβάλλεται εις χρόνιον φόρον.
Δεν θέλω ούτε αγάπην, ούτε συμπάθειαν· θέλω να διέλθω άγνωστος και απαρατήρητος εν τω μέσω των ανθρώπων, υποφέρων εν κρυπτώ το βάρος της συμφοράς μου, μέχρις ου έλθη η ποθητή ώρα της απολυτρώσεως, — της αναπαύσεως.
Επεθύμουν να γνωρίσω τον Γερμανόν, να τον ερωτήσω περί των γενομένων ερευνών και προόδων εις την χρήσιν των αναισθητικών, να εξακριβώσω την ατίαν του θανάτου της. Αλλά προς τι; Κατά τι θα ωφελήση τούτο; Το λάθος μου δεν διορθώνεται, η νεκρά μου δεν θ' αναζήση. Διατί να διακοινώσω εις τον ξένον τούτον ό,τι ουδείς γνωρίζει;
Ότε εν τη απελπισία μου έκραξα ότι εγώ την εφόνευσα, παρεξήγουν πάντες τους λόγους μου και ενόμιζον ότι παρεφρόνησα εκ της λύπης! Ας μείνη διά παντός άγνωστον το φρικτόν μυστικόν μου. Μόνος ο ιερεύς της Ευαγγελιστρίας το εγνώριζεν, αλλ' απέθανεν εκείνος. Δεν θα ερωτήσω τον Γερμανόν.
Και όμως ποσάκις έκτοτε εμελέτησα τας αναλογίας και υπελόγισα τα συστατικά του αιθέρος, διά του οποίου την εφόνευσα. Αλλά ταύτα δι' υπολογισμών δεν εξακριβούνται. Ανάγκη πειραμάτων, πειράματα δε ούτ' επεχείρησα ούτ' επιχειρώ πλέον. Πόσα τοιαύτα εδοκίμασα εις Βοστόνην, πόσα εις Τήνον, και εις τι απέληξαν; Ενόμιζα ο μωρός ότι κατέχω το μυστήριον της ακινδύνου αναισθησίας, ότι δι' εμού θ' αντανακλασθή εις την Ελλάδα η δόξα της εφευρέσεως, ότι διά της επιτυχούς χρήσεως του αιθέρος θ' ανακουφίσω εγώ την πάσχουσαν ανθρωπότητα, και τι κατώρθωσα; Εθανάτωσα την γυναίκα μου!
Πώς δεν εκράτησε τότε την χείρα μου αμφιβολία τις; Την έβλεπα αγωνιώσαν, κινδυνεύουσαν να συναποθάνη με το αγέννητον έτι τέκνον της, και την απεκοίμισα διά του αιθέρος. Την απεκοίμισα πεποιθώς ότι θ' αφυπνισθή και θα ίδη ευτυχής και σώα το βρέφος, χάριν του οποίου εκινδύνευεν η ύπαρξίς της. Δεν αφυπνίσθη εκείνη. Εγώ αφυπνίσθην εκ της απατηλής μου ματαιοφροσύνης, ότε την είδα νεκράν ενώπιον μου και νεκρόν το τέκνον μου!
Πόθεν το λάθος μου; Μη έσφαλα εις την δόσιν; Μη υπερείχεν εις την σκευασίαν το οξικόν οξύ; Μη επλανήθην ως προς την κράσιν της, ή επήλθεν αλλοίωσις απρόβλεπτος εις τας σωματικάς ενεργείας;
Ω της εγκληματικής μωρίας μου! Τις εγώ ο νομίσας ότι ήσαν εις την εξουσίαν μου της φύσεως τα μυστήρια; Ότε είδα την ωχρότητα του θανάτου εις το πρόσωπόν της και ήκουσα τους τελευταίους βιαίους παλμούς της καρδίας της, τότε συνησθάνθην την φρίκην του έργου μου και απηλπισμένος έτρεξα και ερρίφθην εις την θάλασσαν. Διατί με έσωσαν; Διατί δεν με αφήκαν να αποθάνω; Τι εκέρδισα ζων;
Η'.
Διατί ήλθεν ο Γερμανός ενταύθα; Διατί παρήτησε την πατρίδα του; Μη ώθησε και τούτον η κακή τύχη να έλθη να ταφή ζων μεταξύ ξένων αγνώστων. Αυτός όμως εξασκεί το έργον του, ενώ εγώ απηρνήθην την επιστήμην. Αλλ' η δυστυχία έχει φάσεις ποικίλας και χείρας πολλάς. Του ενός η συμφορά δεν ομοιάζει προς την του άλλου. Τις οίδε πώς ούτος επλήρωσε τον φόρον του εις την Ειμαρμένην! Τις οίδεν οποίον βάρος φέρει η συνείδησίς του!
Θ'.
Συχνάκις αναπολώ τον πρώτον μετά της μνηστής μου περίπατον. Ο ήλιος είχε δύσει, αλλ' αι ακτίνες του εφώτιζον εισέτι την εξοχήν. Κατεβαίνομεν το βουνόν επιστρέφοντες εις την πόλιν. Εκράτει δέσμην ανθών αγρίων εις την μίαν χείρα, διά της άλλης εστηρίζετο επί της χειρός μου. Η ψυχή μου ήτο πλήρης ευτυχίας! Διηρχόμεθα τον έμπροσθεν του ανεμομύλου αγρόν εις τα πρόθυρα της πόλεως. Ο τροχός του δεν εκινείτο, είχον επιδεθή τα ιστία του. Εις την θύραν της παρακειμένης καλύβης εκάθηντο ο γέρων μυλωνάς και η σύζυγός του. Ο υιός των επότιζε τον περί τον μύλον κήπον, η νύμφη των επί χαμηλού σκαμνίου έρραπτεν εισέτι, κύπτουσα διά να βλέπη, τα δε δύο της τέκνα, οι έγγονοι των δύο γερόντων, έπαιζον εκεί, και αντήχουν οι γέλωτές των. Ήτο σκηνή αληθούς ευτυχίας εκείνη. Εστάθημεν και εβλέπομεν, απολαύοντες μακρόθεν την ηδονήν της γαληνιαίας φαιδρότητάς της. Έθλιψα εν συγκινήσει την χείρα της μνηστής μου. Ω! εψιθύρισα, θα μας αξιώση και ημάς ο Θεός να γηράσωμεν ούτω περικυκλωμένοι;
Εμειδίασεν εκείνη. — Πολύ βιάζεσαι, είπεν. Ας χαρώμεν την νεότητα και ας μη προμελετώμεν το γήρας.
Δεν εχάρημεν την νεότητα, και δεν θα έλθη το γήρας. Δι' εκείνην βεβαίως όχι. Είθε όχι και δι' εμέ!
Ι'.
Βάσις της ευτυχίας η άγνοια του μέλλοντος. Τις θα έχαιρε ποτέ, εάν ηδύνατο να προΐδη ότι η παρούσα χαρά θα μετατραπή εις λύπην; Τις θα ηγάπα, εάν εγνώριζεν οποίους σπαραγμούς μέλλοντας υποκρύπτει η πηγή οπόθεν αναβρύει σήμερον η ευδαιμονία; Τις θα ήλπιζεν, εάν δεν έμενον κρυμμένα τα επερχόμενα δεινά; Ενόσω είναι ο άνθρωπος νέος, το στάδιον του αγνώστου απλούται ευρύτερον ενώπιον της τυφλότητός του, όσον δε πλειότερον απέχει το μέλλον, τόσον μεγαλειτέρα η εκ της αγνοίας του πηγάζουσα ευτυχία!
Αλλ' όταν το δάκτυλον της Ειμαρμένης στηλωθή εις σελίδα υπό της χειρός της ανοιχθείσαν, όταν ο κρύπτων τα μετέπειτα πέπλος σχισθείς αποκαλύψη τας όπισθεν αυτού συμφοράς, τότε διαλύεται η πλάνη, τότε επέρχεται αφύπνισις σκληρά, τα δε όνειρα διαδέχεται η απελπισία.
Το βλέπω εγώ το δάκτυλον της Ειμαρμένης, βλέπω την σκιάν του επί του ανοικτού βιβλίου της ζωής μου. Διά του σχισθέντος πέπλου βλέπω προκεχαραγμένην την τροχιάν μου μέχρι του κρημνού όπου θα καταλήξη!
Αλλ' όχι! Απατώμαι και ματαιοφρονώ. Ουδ' επί τοσούτον δύναμαι να καυχηθώ. Ο άνευ ελπίδος ζων γνωρίζει μόνον τι εστερήθη, γνωρίζει ότι θα διέλθη ημέρας αφωτίστους εκ του φωτός της ευτυχίας, αλλά δεν γνωρίζει ούτε δύναται να προΐδη τι εισέτι κρύπτεται εντός του έμπροσθεν αυτού σκότους.
Αλλ' είναι πλήρες το ποτήριον, δεν χωρεί άλλην πλέον ρανίδα! Και μη απαιτήται αύξησις ποσού διά ν' αυξήση η πικρία της πικρίας του; Μη δεν αυξάνη αφ' εαυτής, καθ' όσον ο χρόνος παρέρχεται;
Ω, το βάρος της ζωής! Ω, η αφόρητος ανία της υπάρξεως!
ΙΑ'·
Επί τέλους! η λύσις παρουσιάζεται αφ' εαυτής! Επέρχεται η ποθητή διέξοδος επί τέλους!
Την νύκτα, ενώ εσύριζεν ο άνεμος περί την σκέπην του εξώστου μου και η θάλασσα εβρόντα κάτωθέν μου, ήκουσα αίφνης ξύλου τριγμόν και ησθάνθην τον εξώστην σεισθέντα υπό την κεφαλήν μου. Το πρώτον μου αίσθημα ήτο αίσθημα τρόμου. Αλλά διήλθεν ο φόβος ως αστραπή, και επλήσθη χαράς η καρδία μου.
Επί τέλους!
Ανέκυψα και εκάθισα βλέπων κάτωθεν μου την αφρίζουσαν θάλασσαν. Έσεισα τον εξώστην. Μόνον η προς την κεφαλήν μου πλευρά του ενέδιδεν υπό την πίεσιν, αλλ' επανήρχετο μετ' ελαστικότητος εις την προτέραν της θέσιν. Επροσπάθησα να καθησυχάσω τα αισθήματά μου και να κατατάξω τας σκέψεις μου. Τι έτριξε; Πώς και διατί;
Δεν κατέβην ποτέ εις τον κρημνόν διά να επεξεργασθώ κάτωθεν τα του εξώστου μου. Εκ των επί των σανίδων του καρφίων φαίνεται ότι στηρίζεται επί δύο πασσάλων κτισμένων εντός του τοίχου, αλλ' ούτε το πάχος ούτε την στερεότητα των πασσάλων δύναται τις άνωθεν να εξακριβώση. Οπωσδήποτε, φανερόν ότι η υπόκρυφος εργασία της φθοράς εγένετο βαθμιαίως και ήδη το ξύλον απέκαμεν. Εχωρίσθησαν αι φθαρείσαι ίνες του, αλλ' όχι καθ' ολοκληρίαν εισέτι. Αλλά και οι δύο πάσσαλοι θα είναι εξ άπαντος της αυτής προελεύσεως και της αυτής στερεότητος. Διατί δεν έτριξεν επίσης και δεν σαλεύει και ο υπό τους πόδας μου; Διότι το βάρος εκεί ολιγώτερον, η δε φθορά κατά συνέπειαν βραδυτέρα.
Αλλ' εάν ο είς μόνος πάσσαλος θραυσθή, ενώ ο άλλος αντέχει εισέτι, ο εξώστης θα κρεμασθή χωρίς διά μιας να καταπέση. Και τότε; τι εκέρδισα; Διά να καταπέση ανάγκη εκ παραλλήλου και ταυτοχρόνως να προβή και των δύο πασσάλων η φθορά. Και τότε; Τότε υπό το βάρος μου θα συντριβή και θα πέση μίαν νύκτα ο εξώστης, και λήγει το μαρτύριον!
Θα μεταβάλω θέσιν επί του εξώστου. Θα τοποθετήσω το προσκέφαλον εκεί όπου μέχρι τούδε ήσαν οι πόδες μου.
Παραβαίνω μήπως την δοθείσαν υπόσχεσιν; Όχι. Δεν πηγαίνω εγώ προς τον θάνατον, αλλ' ιδού ο θάνατος απρόσκλητος έρχεται προς εμέ. — Καλώς να έλθη!
ΙΒ'.
Εβδομάς παρήλθεν ολόκληρος, αντέχει δε στερεώς εισέτι ο άλλος πάσσαλος. Ουδέ τριγμός ουδέ σάλευμα. Θα περιμείνω με υπομονήν, δεν θα επισπεύσω την καταστροφήν. θα έλθη αφ' εαυτής, θα έλθη!
Εδοκίμασα τι θα συμβή οπόταν συντριβή και πέση ο εξώστης. Έρριψα λίθον ογκώδη κατά κάθετον επί του βράχου. Ο λίθος εκυλίσθη πηδών μέχρι της άκρας του κρημνού, εκείθεν κατέπεσε, και ήκουσα κάτωθεν την βοήν της βαθείας θαλάσσης. Έρριψα λιθάριον μικρόν και κατεκρημνίσθη κυλισθέν επίσης. Ουδεμία επί των βράχων εξοχή ικανή να εμποδίση το κύλισμα οιουδήποτε βαρέος σώματος.
ΙΓ'.
Προσοχή, προσοχή! Σήμερον συνέλαβα τον εαυτόν μου αυτοφώρω μονολογούντα, — ίσως και χειρονομούντα.
Ενώ επέστρεφα εις την οικίαν μου, μία γραία εις την καμπήν της οδού εστάθη διά μιας απέναντί μου, ως τρομάξασα, και με παρετήρει. Συνελθών εν ακαρεί, ήκουσα τον ήχον της φωνής μου.
Προσοχή! Εάν προδοθώ, εάν εννοηθούν οι σκοποί μου, ενδέχεται να εμποδισθή η εκτέλεσίς των. Διά τούτο δεν διέκοψα την εργασίαν μου, αλλ' εξακολουθώ επισκεπτόμενος τα γραφεία των πελατών μου ως πρότερον. Αλλ' εάν δεν είμαι κύριος εμαυτού, εάν η φωνή μου εμφαίνη τα διανοήματά μου χωρίς να το θέλω και χωρίς να το γνωρίζω, τότε τι το όφελος των μέτρων μου περί τα λοιπά; Προσοχή μη προδοθώ!
ΙΔ'.
Σήμερον συνήντησα καθ' οδόν τον Γερμανόν ιατρόν μόλις δυνάμενον να σταθή εις τους πόδας του. Ήτο μεθυσμένος ως κτήνος! Ήκουσα και άλλοτε ότι το συνηθίζει, αλλά δεν έτυχε να τον ίδω ποτέ καθώς τον είδα σήμερον. Ήτο ελεεινός!
Εννοώ το κινούν αυτόν ελατήριον. Θέλει ο δυστυχής να πνίξη την φωνήν της συνειδήσεως, θέλει να μη την ακούη.
Υπάρχουν σκέψεις και αναμνήσεις, εις των οποίων, την βάσανον ο άνθρωπος δεν αντέχει. Προσπαθεί να τας διώξη, αλλά δεν ημπορεί να τας εξαλείψη, ούτε να τας διεκφύγη.
Εάν υποβάλη την διάνοιάν του εις αδιάκοπον εργασίαν, μεταξύ του αντικειμένου της μελέτης και των οφθαλμών του παρεισδύεται η εικών, την οποίαν επεθύμει να λησμονήση. Εάν κλείση τους οφθαλμούς, την βλέπει και πάλιν ζωντανήν ενώπιόν του. Εάν επιζητήση την λήθην εις τας περιπετείας βίου πλάνητος, δεν θα την εύρη ούτ' εκεί. Όσω μακράν και αν υπάγη, τον παρακολουθεί αναπόσπαστος η συνείδησίς του και τον συνοδεύει η θλίψις του. Παραδίδεται τότε εις την μέθην, θέλων και προσπαθών ν' αποκτηνωθή. Τινές, ευτυχέστεροι, παραφρονούν.
Θεέ μου, θεέ μου, δεν είναι απλούστερον και προτιμότερον ο θάνατος;
ΙΕ'.
Ο εξώστης είναι εισέτι στερεός υπό την κεφαλήν μου, αλλ' υπό τους πόδας μου τον αισθάνομαι κλονούμενον περισσότερον και ευκολώτερον. Εικάζω ότι ο πάσσαλος εσχίσθη οριζοντίως, αλλ' όχι καθ' όλον το μήκος του, και διά τούτο αντέχει εισέτι. Εσκέφθην όμως ότι, αν καταστραφή αυτός, ο εξώστης θα κρημνισθή και αν έτι διατηρήται στερεός ο άλλος πάσσαλος. Δεν θα καταπέση ίσως επί των βράχων διά μιας, αλλά θα μείνη κρεμάμενος εκ της μιας των πλευρών του, τα δ' επ' αυτού θα πέσουν εξ ανάγκης επί του κρημνού. Αι κιγκλίδες δεν θα εμποδίσουν την πτώσιν του εξώστου. Εξήτασα καλώς τα ξύλα, τα οποία συνδέουν άνωθεν τας κιγκλίδας. Είναι εκατέρωθεν προσηλωμένα επί του τοίχου της οικίας, αλλά τόσον ατέχνως και ασθενώς, ώστε θα ενδώσουν εις την ελαχίστην βίαν ή πίεσιν. Ουδεμία ανάγκη να περιμένω μέχρις ου τρίξη και διαρραγή και ο άλλος πάσσαλος. Θα τοποθετήσω και πάλιν το προσκέφαλον εις την σαλευομένην πλευράν του εξώστου. Ίσως ούτω το τέλος επέλθη ταχύτερον.
ΙΣΤ'.
Η Μοίρα προώρισε το πέλαγος ως τάφον της οικογενείας μου. Ανέκαθεν είχα το προαίσθημα ότι εντός αυτού θα εύρω και εγώ την αιώνιον ανάπαυσιν. Τους άλλους τρώγει το χώμα, τα ιδικά μας οστά καλύπτονται υπό φυκών και οστράκων εις τα βάθη της θαλάσσης.
Εκ της λέμβου του Αμερικανικού πλοίου, εις την οποίαν οι ναύται διά της βίας μας έσπρωξαν την μητέρα μου κ' εμέ, τον είδα κατά την φρικτήν εκείνην νύκτα, τον είδα τον δυστυχή μου πατέρα καλυπτόμενον υπό των υδάτων.
Οι Τούρκοι ελεηλάτουν και έσφαζον εντός της πόλεως, ενώ ημείς εφεύγομεν προς την παραλίαν. Η λέμβος επερίμενε πλήρης ήδη προσφύγων. Μας έσπρωξαν εντός αυτής οι ναύται, την μητέρα μου κ' εμέ, και η λέμβος απεμακρύνθη της ακτής. Ο πατήρ μου ερρίφθη εις την θάλασσαν και μας ηκολούθει κολυμβών. Αλλ' οι Τούρκοι ήσαν ήδη επί της παραλίας με τα ξίφη γυμνά, με τα όπλα απαστράπτοντα υπό το φως της σελήνης. Εκράτουν το φόρεμα της μητρός μου, ορθίας εντός της λέμβου, βωβός εκ του τρόμου, με τα βλέμματα προσηλωμένα προς τον πατέρα μου. Αίφνης είδα τας λάμψεις εκπυρσοκροτήσεων, ήκουσα τουφεκισμούς και είδα τον πατέρα μου υψούντα τας χείρας, και έπειτα… δεν τον είδα πλέον.