WeRead Powered by ReaderPub
Έργα Ποιήματα - Πεζά Τόμος Πρώτος cover

Έργα Ποιήματα - Πεζά Τόμος Πρώτος

Chapter 42: ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΚΛΕΦΤΙΚΟ
Open in WeRead

Explore more books like this:

About This Book

The collection assembles lyrical poems and short prose that evoke mountain and rural life through folk-inflected language, combining pastoral imagery, laments for personal and communal loss, and moments of patriotic feeling. Several pieces portray shepherding routines, natural landscapes, and intimate grief over death and separation, while others draw on local songs and customs. A substantial prefatory biographical account outlines the author's life, creative habits, and the editorial effort to gather published and unpublished fragments. Together the texts present a vernacular voice that balances rustic simplicity with formal poetic intensity.

    Μια μέρ' αυτή πάει 'ς το χωριό.. - Σαν έλειψε απ' εμπρός μου
    Σκοτείνιασ' ουρανός και γη, ανατολή και δύσι.
    Κ' έννοιωοα τότε αβάσταχτον, πάρα βαρύν τον πόνο.
    Με συνεπήρε η φλόγα του και πέρασ' απ' τον νου μου
    Σαν έρθη η κόρη την αυγή να της το μολογήσω…
    Περνούν τρεις μέραις, - τρεις χρονιαίς για εμέ, - και δεν εφάνη.
    Και μια φαρμακωμένη αυγή μώρχετ' ένας δικός της,
    Και παίρνει το κοπάδι της και πάει κι' αυτός και φεύγει
    Ακαρτεράω ακόμα εγώ, ναρθή μια μέρα η κόρη,
    Για να της πω το ντέρτι μου, τον πόνο της αγάπης.
    Είπα 'ς τ' αστέρια τ' ουρανού, 'ς της νύχτας το φεγγάρι,
    'Στον ήλιο τον χρυσόλαμπρο, 'ςτ' αηδόνια και 'ςτ' αγέρι
    Να μου την φέρουν μιαν αυγή, και δεν μ' ακούει κανένα.
    Νυχτόημερα παρακαλώ Αγίους και Παναγία,
    Τάζω ασημένια τάματα, και δεν μ' ακούν κ' εκείνοι.
    Αν μου το έφερνες εσύ, σ' εχρύσωνα φλογέρα!..

    Ξάφνου η φλογέρα εσώπασε και σβυέται το τραγούδι.
    Τα φουντωτά κοντόκλαδα μεριάζουνε μπροστά του,
    Και 'ς το γοργό αναμέριασμα κάποιο κορμί προβάλλει.
    Μην είνε Λάμια του γιαλού και της ερμιάς Νεράιδα;
    Μην είνε του βουνού Ξωθιά και Μάγισσα της βρύσης;…
    Κόφτ' η φλογέρα τον ηχό κι' ο νηός ορθός φωνάζει:
    — Αν είσαι του βουνού Ξωθιά και Μάγισσα της βρύσης,
    Γύρνα και κρύψου 'ςτής σπηλαίς και κρύψου 'ςτά νερά σου,
    Και μη πατάς τον τόπο μου, μην έρχεσαι 'ς εμένα,
    Γιατ' έχω γκόλφι και σταυρό, κι αγάπη 'ςτήν καρδιά μου.
    — Δεν είμαι Λάμια τον γιαλού και της ερμιάς Νεράιδα,
    Ούτε και του βουνού Ξωθιά και Μάγισσα της βρύσις,
    Μόν' είμαι η πρώτη αγάπη σου κ' αγάπη σου η αιώνια.
    Φωτιά να κάψη τα φλωριά, τα γρόσια του γονιού μου,
    Λύκος να φάη τα πρόβατα κ' εκείνον τ' αγριοπούλια.
    Το χωρισμό σου δε φτουρώ, και δε βαστάω τον πόνο….
    'Στήν αγκαλιά σου πάρε με, αν μ' αγαπάς ακόμα,
    Κ' έλα να φύγουμε μακρυά, να πάμε 'ς άλλον τόπο.
    Αχώριστοι να ζούμε οι δυο, με μια καρδιά, μια αγάπη.
    Να περπατούμε της ερμιαίς, τ' απάτητά τα δάση,
    Πούναι τα γάργαρα νερά, τ' αμάζευτα λουλούδια,
    Που κελαϊδούν ανύποπτα η πέρδικες, τ' αηδόνια.
    Από τον κόσμο να χαθή, να σβύση τ' όνομά μας,
    Κι' ο κόσμος πάλι να χαθή, να σβύση απ' την καρδιά μας.
    Κ' η ταιριασμένη αγάπη μας νάν' ένας κόσμος άλλος.
    Να πάρουμ' από της μυρτιαίς, να πάρουμ' απ' της δάφναις.
    Να πλέξουμε μια χαμηλή μόνο για εμάς καλύβα.
    Αγαπημένοι, αχώριστοι, μονάχοι μας να ζούμε,
    Κι' αν θα χαθούμε, πάλ' οι δυο μαζί μας να χαθούμε…
    ……………………………………………..
    Κάποιος διαβάτης με καιρό διαλάλησε μια μέρα,
    Ότι σ' απόκρυφην ερμιάν εύρε χρυσή φλογέρα.

Η ΚΑΤΑΡΑ

    — Μάνα, πάρ' της ευχαίς και τ' άγια λείψανα,
    Τι δεν μπορούν να γειάνουν την αρρώστεια μου.
    Δεν είν' ούτε από πόνον ούτε από Ξωθιαίς.
    Τρεις χρόνους αγαπούσα κόρην ώμορφη,
    Και λόγο δεν της πήρα, κι' ουδέ φίλημα.
    Μια μέρα 'ςτό ποτάμι την απάντησα·
    Της κρένω, δε μου κρένει, κι' ουδέ με τηρά,
    Της ρίχνω ένα λουλούδι, δεν το δέχτηκε,
    Της ρίχνω το μαντήλι, κρυφοθύμωσε…
    Με συνεπήρε ο πόνος, μάνα, κι' ο καϋμός·
    Πεζεύω, 'ςτά πλατάνια δένω τ' άλογο
    Κι αρπαχτικά την πιάνω και την φίλησα.
    Βαρειά μ' εκαταράσθη σαν μου ξέφυγε:
    — Να ξηραθούν τα χέρια που μ' αγκάλιασαν,
    Να μαραθούν τα χείλια που μ' εφίλησαν!…
    Άκουσες την αρρώστεια, μάνα, γειάνε με.

    — Φλόγα, φωτιά να πέση 'ς την καρδούλα της,
    Να ζωντανέψ' η αγάπη η σιδερένια της,
    'Στούς δρόμους να κινήση και 'ς τα τρίστρατα,
    Ναρθή 'ς την αγκαλιά σου σαν θεότρελλη!…

    Το λόγο δεν απόειπε, δεν απόσωσε.
    Κ' επιάσθηκε η κατάρα, κ' ήρθε η λυγερή
    Με ξανοιγμένους κόρφους, μ' απλωτά μαλλιά,
    Κι' ολοβροντά την πόρτα σαν θεότρελλη.

    Τ' αρρώστου η μάν' ανοίγει· κ' η θεότρελλη
    'Στήν αγκαλιά του πέφτει και φιλεί και κλαίει.

    Έγειανε ο νηός, κ' η κόρη πήρε πληρωμή
    Καθάριο δαχτυλίδι κι' όλο μάλαμμα.

Η ΤΡΑΓΟΥΔΙΣΤΡΑ ΚΙ' Ο ΒΑΣΙΛΗΑΣ
      κ. Γ. Δροσίνη.

Μια λυγερή 'ς τον αργαλειό υφαίνει τα προικιά της.

    Βάν' ασημένιον αργαλειό κ' υφάδια μεταξένια,
    Βάν' σαΐταις μάλαμμα και φιλτισένια χτένια,
    Κι' αγάλια-αγάλια ύφαινε και ψιλοτραγουδούσε.

    Από το βρόντο τ' αργαλειού κι' απ' τον ηχό της κόρης
    Ο ήλιος εσταμάτησε, δεν πάει να βασιλέψη.
    Και καταριέται η εργατειά κ' οι ξενοδουλευτάδες
    Κ' έρχονται και φωνάζουνε και λεν του βασιληά τους,
    Ή να γιατρέψη το κακό που εγείνηκε 'ς τη χώρα
    Κι' ο ήλιος εσταμάτησε, ή θε να τον σκοτώσουν.

Ο βασιληάς στέλνει ρωτά μια μάγισσα μεγάλη.

    — Μάγισσα, ποιο είνε το κακό, που εγείνηκε 'ς τη χώρα,
    Κι' ο ήλιος εσταμάτισε, δεν πάει να βασιλέψη;

    — Κάνα κακό δεν έγεινε 'ς τη χώρα, βασιληά μου.
    Μια λυγερή 'ς τον αργαλειό υφαίνει τα προικιά της,
    Πώχει ασημένιον αργαλειό κ' υφάδια μεταξένια,
    Πώχει σαΐταις μάλαμμα και φιλτισένια χτένια.
    Κάθε που ρίχτει σαϊτιά λέει κ' ένα τραγούδι,
    Κι' από το βρόντο τ' αργαλειού κι' απ' τον ηχό της κόρης
    Ο ήλιος εσταμάτισε, δεν πάει να βασιλέψη.

    Πάει και πέφτει ο βασιληάς 'ς της λυγερής τα πόδια
    — Πάψε, κόρη, τον αργαλειό, πάψε και το τραγούδι,
    Γιατ' απ' το βρόντο τ' αργαλειού κι' απ' τον γλυκό ηχό σου
    Ο ήλιος εσταμάτησε, δεν πάει να βασιλέψη,
    Και καταριέται η αργατειά κι' οι ξενοδουλευτάδες,
    Κ' ήρθαν μέσ' ς τα παλάτια μου και σκούζουν και φωνάζουν
    Ή να γιατρέψω το κακό, ή θα με θανατώσουν.

    — Κι' αν πάψω εγώ τον αργαλειό, κι' αν πάψω το τραγούδι,
    Ποιος θα μου υφάνη τα προικιά και τα μεταξωτά μου;

    — Εγώ θα βάλω γλήγορα υφάντραις να τα υφάνονν.
    Εγώ θα στείλω προξενιά, γυναίκα να σε πάρω.
    Του παλατιού βασίλισσα, κυρά μου να σε κάμω.

Ο ΓΑΜΟΣ

    — Του ποιου ν' το συμπεθεριακό, του ποιου 'ν' αυτό το ψίκι
    Που κατεβαίνει απ' τα βουνά πεζούρα και καββάλλα
    Με τα ψιλά τα φλάμπουρα, με τα διπλά παιγνίδια.
    Με τα τραγούδια τα πολλά, με τα βαρειά τουφέκια.
    Σαν να εσηκώθη ο βασιληάς κ' εσύναξε τ' ασκέρια
    Κι' όλον τον κόσμο εκάλεσε να πάη να πολεμήση;

    — Ο Φλώρος κάνει τη χαρά, παντρεύει τον υγιό του,
    Τον γυιό του τον μονάκριβο, τον μοσκαναθρεμμένο,
    Κι' όλον τον κόσμο εκάλεσε κι' όλο τ' αρχοντολόγι.
    Τρεις χρόνους γράφαν τα προικιά και τρεις τ' απανοπρίκια,
    Και τρεις οπού συντάζονταν κ' εκάλναγαν τον κόσμο.
    Πάν' τα παιγνίδια από μπροστά τα βλάμπουρ' από 'πίσω.
    Κι' αράδι' αράδ' από κοντά πάνουν οι συμπεθέροι.
    Και μέσ' 'ςτό ψίκι ανάμεσα πάν' ο γαμπρός κ' η νύφη,
    Καββάλλα 'ς άλογα ψαριά και χρυσοσελλωμένα.
    Λάμπουν τ' ασήμια του γαμπρού και τα χρυσά της νύφης
    Κ' η λαμπερή τους η ωμορφιά, σαν ήλιος, σαν φεγγάρι.
    Δεξιά ζερβιά παίζουν νουνός και βλάμης τ' άλογά τους,
    Κι' όλο κυττάν τα νηόγαμπρα κι' όλο χαμογελούνε.
    Πάει ο γαμπρός σαν αητός, ορθός, καμαρωμένος,
    Κ' η νύφη πάει σαν πέρδικα, γλυκειά, χαμηλομμάτα.
    Ακολουθάν' οι νηοί κ' η νηαίς και βλέπουν και ζηλεύουν,
    Κ' η ζήλεια βγαίνει απ' την καρδιά κ' ιδρώνει μέσ' 'ς τα μάτια,
    Και σαν αχτίδα πέτεται απώνα μάτι 'ς άλλο
    Κι' από μια 'ς άλληνε καρδιά, κ' εκεί γεννιέται αγάπη.
    Κι' όσο που νάρθη άλλ' άνοιξι, κι' όσο να κλείση ο χρόνος
    Απώνα γάμο δυο και τρεις και τρίδιπλοι φυτρώνουν.

    Βγαίνει 'ςτήν πόρτα να δεχθή τη νύφη ο γέρω-Φλώρος
    Και χύνει σίκλους στο κρασί, το ρύζι χούφταις χύνει.
    Τήνει φιλεί 'ςτά μάγουλα, τήνε φιλεί 'ςτά μάτια,
    Κι' εύχεται καλορροίζικα κ' εύχεται γεννητσούρια.

'Σταίς μαρμαρόστρωταις αυλαίς πεζεύει όλο το ψίκι.

    Όξω το στρώνουν 'ςτό χορό και μέσα στεφανώνουν.
    Και 'ςτά τραγούδια τα πολλά και 'ςτά πολλά τουφέκια,
    Άλλοι χρυσαίς δίνουν ευχαίς κι' άλλοι καλωτυχίζουν:
    — Χαρά 'ςτά δυο τα νηόγαμπρα, χαρά και 'ςτούς γονηούς
          τους! . . .

Η ΠΟΔΙΑ ΤΗΣ ΜΑΡΙΩΣ
      κ. Α. Προβελεγγίω

    Πλέν' η Μαριώ 'στόν ποταμό, πλένει ταις φορεσιαίς της.
    Κι' η ωμορφιαίς της λάμπουνε, κι' αστράφτουν 'στό κορμί της
    Αράδες τ' ασημόκουμπα κι' αράδες τα γιουρτάνια,
    Και 'ςτά καθάρια τα νερά τα πόδια της ασπρίζουν
    Σαν νάναι με τριαντάφυλλα και γάλα ζυμωμένα.

    Περνούν εκείθε πιστικοί και κυνηγοί διαβαίνουν,
    Κι' άλλοι την λεν Λιογέννητη, άλλοι την λεν Νεράιδα.

    Πέρασε κ' ένας σταυραετός, πέρασε απάνω-απάνω,
    Και σαν να 'νοιάστηκε κι' αυτός την ωμορφιά της κόρης,
    Χαμήλωσε ως τον ποταμό κ' αρπάζει την ποδιά της,
    Τη λαχουριά της την ποδιά, τη χρυσοκεντημένη,
    Πούχε ξομπλιάσει απάνω της τον ουρανό με τάστρα.
    Και σκούζ' η άμοιρη Μαριώ και κλαίει την ποδιά της.

Ο σταυραετός μεσουρανίς χάθηκε μέσ' 'ς ταστέρια.

    Με 'λίγες μέραις ύστερα ταράχτηκεν η χώρα,
    Παγάνα πήραν τα χωριά τον βασιληά ανθρώποι
    Και δείχνουνε 'ςταίς λιγεραίς ποδιά γεμάτη αστέρια,
    Και 'ς όποιας πιάση το κορμί, κι' όποια την 'πή δική της,
    Εκείνη θα την πάρουνε μαζή τους 'ςτό παλάτι.
    Πέρασαν-πέρασαν χωριά του βασιληά οι ανθρώποι,
    Δείχνοντας τη χρυσή ποδιά, κι' ούτε κ' ευρέθη κόρη
    Να της ταιριάζει 'ςτό κορμί και να την 'πή δική της.
    Και 'ςτής Μαριώς παν' το χωριό και δείχνουνε 'ςταίς κόραις
    Αράδα-αράδα την ποδιά, και την γνωρίζουν όλαις.
    Μέσα ςταίς άλλαις έρχεται και της Μαριώς η αράδα,
    Και κοκκινίζει από χαρά και παίρνει και την ζώνει.

    Τήνε γνωρίζουνε με μιας του βασιληά οι ανθρώποι,
    Και τήνε παίρνουνε μαζή, την φέρνουν 'ςτό παλάτι

Παίρνουν αυτοί το τάμα τους, και ο βασιληάς την κόρη.

ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΗΣ ΞΕΝΗΤΕΙΑΣ

Ανάθεμά σε, ξενητειά, με τα φαρμάκια πώχεις!

    Θα πάρω έναν ανήφορο να βγω σε κορφοβούνι,
    Να βρω κλαράκι φουντωτό και ριζιμιό λιθάρι,
    Να βρω και μια κρυόβρυσι, να ξαπλωθώ 'ςτόν ίσκιο,
    Να πιω νερό να δροσισθώ, να πάρω 'λίγη ανάσα,

    Ν αρχίσω να συλλογισθώ της ξενητειάς τα πάθη.
    Να ειπώ τα μαύρα ντέρτια μου και τα παράπονά μου.

    Άνοιξε θλιβερή καρδιά και πικραμένο αχείλι.
    Βγάλε κάνα χαμόγελο και πες κάνα τραγούδι.

    — Τραγούδια αν έχ' η μαύρη γη, κι' ο τάφος χαμογέλοια.
    Έχει και του παιδιού η καρδιά, που περιπατεί τα ξένα.
    Τα ξένα έχουν καϋμούς πολλούς και καταφρόνια πλήθος!
    'Στά ξένα δεν ανθίζουνε την άνοιξι τα δέντρα.
    Και δε λαλούνε τα πουλιά, ζεστός δεν λάμπει ο ήλιος.
    Δε φυλλουριάζουν τα βουνά, δεν πρασινίζει ο κάμπος,
    Και δε δροσίζει το νερό, και το ψωμί πικραίνει! . . .
    'Στά ξένα ποιος θα σε χαρή, και ποιος θα σου γελάση;
    Πούν' της μανούλας τα φιλιά, τα χάιδια του πατέρα;
    Πούνε τα γέλοια τ' αδερφού, κ' η συντροφιά του φίλου;
    Πούν' της αγάπης η ματιαίς και τα γλυκά τα λόγια;
    Αν αρρωστήσης, ποιος θαρθή 'ςτήν ξενητειά σιμά σου
    Να σε 'ρωτά τον πόνο σου τα γιατρικά να δίνη
    'Στο έρμο σου προσκέφαλο να ξενυχτάη μαζί σου;
    Κι' αν έρθη μέρ' αγλύκαντι 'ςτά ξένα να πεθάνης,
    Ποιος θα βρεθή 'ςτό πλάι σου τα μάτια να σου κλείση;
    Ποιος θα σου λούση το κορμί, ποιος θα σε σαβανώση;
    Στο Λείψανό σου ποιος θαρθή λουλούδια να σε ράνη;
    Και ποιος με πόνο θα ριχτή 'ςτό νεκροκρέββατό σου
    Για να σε κλάψη; Ποιος θα ειπή για εσσένα μοιρολόγι;
    Αχ! πώς τους θάφτουν νάξερες και πώς τους παν τους ξένους!
    Χωρίς λιβάνι και κηρί, χωρίς παπά και ψάλτη!

Ανάθεμά σε ξενητειά, με τα φαρμάκια πώχεις!

    Πού να τον 'πω τον πόνο μου, πού να τον απορρίξω;
    Να τον ειπώ 'ςτά τρίστρατα, τον παίρνουν οι διαβάταις,
    Να τον αφήσω 'στά κλαριά, τον παίρνουν τ' αγριοπούλια!…
    Κι' αν κλάψω, τα φαρμακερά τα δάκρυα πού να πέσουν;
    Αν πέσουνε, 'ςτή μαύρη γη, χορτάρι δε φυτρώνει,
    Αν πέσουνε 'ςτόν ποταμό, ο ποταμός θα στύψη,
    Αν πέσουνε 'ςτή θάλασσα, πνίγονται τα καράβια,
    Κι' αν τα βαστάξω 'ςτήν καρδιά, με καίν', με φαρμακώνουν
    Αναθεμά σε, ξενητειά, με τα φαρμάκια πώχεις!

ΤΟ ΜΑΓΕΜΜΕΝΟ ΜΑΝΤΗΛΙ
      κ. Ευαγ. Γ. Ζαλοκώστα

    Ώρα γλυκειά της χαραυγής όπου ξυπνάει η πλάσι,
    Οπού γλυκαγκαλιάζεται το φως με το σκοτάδι.
    Που γλυκοφέγγουν η κορφαίς, μαυρολογούν οι λόγγοι,
    Που το φεγγάρι χάνεται, που αχνίζουνε τ' αστέρια,
    Κι' ο λαμπερός ο Αυγερινός μονάχα τρεμουλιάζει,
    Που πέφτει τ' ουρανού η δροσιά και λούζει τα λουλούδια,
    Που ανοίγουν τα τριαντάφυλλα κ' η δάφναις ανασαίνουν,
    Κ' η ανθισμένη αγράπελη από το βράχο σκύβει

    Να ιδή 'ςτο ρέμμα τ' αυλακιού την τρυφερή ωμορφιά της.
    Οπού ξυπνούν η πέρδικες και κελαϊδούν τ' αηδόνια! …

    Κι' ο Μήτρος με τη χαραυγή τα πρόβατα του βγάζει
    Στα κορφοβούνια απ' τάρμεγμα να τα περιβοσκήση,
    Αντιλαλούν η λαγκαδιαίς απ' τα λαμπρά κουδούνια,
    Απ' τα βραχνά βελάσματα αχολογούν η ράχαις,
    Και 'ςτ' αλαφρό τ' ανέβασμα του ζηλεμμένου Μήτρου
    Φουσκώνει η φουστανέλλα του, βροντούν τα χαϊμαλιά του,
    Κι' ο μεταξένιος του ο τσαμπάς τινάζεται σαν νέφιο
    Οπού το δέρνει ο άνεμος και το χρυσώνει ο ήλιος.

    Χαράημερα και του χωριού κινούν η μαυρομμάταις
    Να παν' 'ςτή βρύσι για νερό. Περνούν, περνούν κοπέλλαις,
    Έρχονται με χαρχάγελα και φεύγουν με τραγούδια.
    Ύστερη απ' όλαις έρχεται η Αναστασιά της χήρας,
    Με τα μακρυά της τα μαλλιά, με τα γλυκά τα μάτια.
    Με το μεγάλο τόνομα και με το πλούσιο βιο της.
    Διαβαίνει με περπάτημα σειστό, καμαρωμένο.
    Και τα πουλιά που κελαϊδούν λες και την χαιρετούνε,
    Τα δέντρα που φουρφουλογούν 'ςτής χαραυγής τ' αγέρι,
    Λες και ξυπνούν, ξαφνίζονται 'ςτής λυγερής το διάβα,
    Κι' αναμερώντας τα κλαδιά τώνα ρωτάει τ' άλλα
    Ρωτάει ο γράβος το φτελιά, ο πεύκος το πλατάνι,
    Το κυπαρίσσι τη ιτιά, κ' η λυγαριά τη δάφνη:

— Ποια νάν' εκείνη που περνά, μη νάν' καμμιά Νεράιδα;

    Και σκύφτουν-σκύφτουν να την ιδούν κι' αυτή περνά και
                                                 [φεύγει.

    Χαρά 'στη χήρα πώκαμε την τέτοια θυγατέρα,
    Χαρά και 'ςτό μικρό χωριό οπού την καμαρώνει,
    Χαρά 'ςτόν κι όποιος την χαρή και την κορφολογήση!

    Ο Μήτρος την αγνάντεψεν απ' τα βουνά του απάνω
    Και ροβολάει γλήγορα και 'ςτό στρατί την πιάνει.

— Ώρα καλή σου, Αναστασιά.

— Καλώς τον τον λεβέντη

— Κόρη, για δος μου φίλημα 'ς αυτά τα μαύρα μάτια.

    — Πώς να σου δόσω φίλημα 'ςτά μαύρα μου τα μάτια
    Που 'ς άλλον μ' έχει η μάνα μου από μικρή ταμμένη;

    — Γιατί, καϋμένη Αναστασιά, γιατί περδικοστήθω;
    Τώρα οπού εμεγάλωσες κι' άνθισε η ωμοφιά σου
    Και χύνει μέσ' τα τρίστρατα τη μοσχομυρωδιά της,
    Σ' άλλον να σ' έχουν τάξιμο, κ' εμέ να μ' απαριάσης
    Οπού σε πρωταγάπησα από μικρή μικρούλα,
    Κι' ούτε της βρύσης τώλεγα, ούτε της συντροφιάς μου,
    Ούτε και της φλογέρας μου, του φεγγαριού, του ήλιου,
    Μόν' 'ςτήν καρδιά, το φύλαγα σαν θησαυρό κρυμμένο,
    Και με μια ελπίδα τώτρεφα, πότε να μεγαλώσης,
    Πότε να δώση ο Απρίλης σου, ν' ανθίση η ωμορφιά σου,
    Να σε ζηλεύουν κ' η Ξωθιαίς, 'ςτή βρύσι εδώ να σ' εύρω,
    Για να σ' ανοίξω την καρδιά, να ιδής πούσαι κυρά της,
    Και σ' είσαι 'ς άλλον τάξιμο κ' εμένα μ' απαριάζεις:

    — Μήτρο, 'ςτά λόγια σου γραφτή ξανοίγω την καρδιά σου,
    Μα 'ς άλλον μ' έχ' η μάνα μου από μικρή ταμμένη.

    — Κόρη, για δος μου φίλημα 'ςτά μαύρα σου τα μάτια,
    Κόρη, εγώ σ' αγάπησα, κ' εγώ θα να σε πάρω.

    — Μήτρο, καϋμένε, μην το λες. Ρίξε τα μάτια 'ς άλλη.
    ……………………………………………..
    — Τ' έχεις απόψε Μήτρο μου, και μου είσαι πικραμένος;

    — Δόλια μανούλα μ', άσε με, πλειότερο μη με θλίβεις. . . .
    Θα πάρω δίπλα τα βουνά, δίπλα τα κορφοβούνια.
    Και θα χαλάσω τα χωριά, θα γίνω κλέφτης μάνα,
    Κι' ας φάη λύκος τα πρόβατα και αυτά τα έρμα γίδια.

    — Παιδί μου, … Μήτρε μου; … τι λες; … τι βάνεις με
                                                 [τον νου σου;

— Ό,τι κι' αν λέω μάνα μου, εγώ θα να το κάμω.

    — Μη σώκλεψαν τα πρόβατα, μη σ' άρπαξαν τα γίδια;
    Μην Αρβανίταις πέρασαν και σ' έβρισαν, παιδί μου;

    — Δεν κλέβουν πρόβατα από εμέ, ουδέ μ' αρπάζουν γίδια
    Κι' ουδ' Αρβανίταις μάνα μου, κοτάν' για να με βρίσουν…

Μια κόρη μ' εβαλάντωσε, μια κόρη, … ανάθεμά την!

— Και ποια είν' εκείνη πώρριξε του γυιού μου την αγάπη;

    — Η ζηλεμμένη Αναστασιά κ' η μοναχή της χήρας.
    Την αγαπούσ' από μικρή και τώκρυφτα βαθειά μου,
    Ούτε 'ςτ' αστέρια τώλεγα, ούτε και 'ςτό τραγούδι,
    Μόν' καρτερούσα μάνα μου, τόσον καιρό μ' ελπίδα.
    Να μεγαλώση, να την βρω 'ςτό ξέφωτο μια μέρα
    Να της ανοίξω την καρδιά και να τήνε φιλήσω …
    Σήμερα που την εύρηκα ναρχέται από τη βρύσι
    Και της εγύρεψα φιλί 'ςτά μαύρα της τα μάτια,
    Εκείνη μου τ' αρνήθηκε, και μούπε αλλού να στρέψω,
    Γιατί την έχ' η μάνα της μικρούλ' αλλού ταμμένη …
    Γι' αυτό θα πάρω τα βουνά, θα πάω να γίνω κλέφτης,
    Κ' εγώ, που την αγάπησα, εγώ θα να την πάρω.

    — Αν τώβαλες κατάκαρδα και θέλεις να την πάρης
    Μη παρατάς τα πρόβατα και πας παιδί μου, κλέφτης,
    Τι θα χαθή το σπίτι μας, το βιο μας θα ρημάξη, …
    Κ' εγώ θα πάω 'ςτή μάνα της ταχυά να την γυρέψω,
    Κι' αν δε θελήση η μάνα της νύφη να μου την δώση,
    θα πάω 'ς την πρωτομάγισσα και μάγια θα της κάμω.

    — Αν δεν την πάρω μάνα μου, γλήγορα θα με κλάψης
    ………………………………………….
    — Για σου χαρά σου. Γεώργενα.
             — Καλώς την την Γιαννούλα.

    — Γιώργενα, την Αναστασιά, την ακριβή σου κόρη,
    'Στόν ζηλεμμένον Μήτρο μου δε μου την δίνεις νύφη;

— Από μικρή, Γιαννούλα μου. την έχω αλλού ταμμένη.

    — Ο γυιός μου την αγάπησε. Γιώργεν', από μικρούλα,
    Κι' ο μαύρος εκαρτέραγε πότε να μεγαλώση
    Να της ανοίξη την καρδιά και να την κάμη ταίρι.

— Γιαννούλα τώρα ο Μήτρος σου ας ρίξη αλλού τα μάτια.

    — Δεν είν' αρρώστεια να διαβή να ξαναγειάνη πάλι,
    Δεν είναι μιαν αντάμωσι για να την λησμονήση,
    Γκρεμός δεν είναι και ραϊδιό και σκέπι να περάση,
    Δεν είν' πελαγοποταμιά διά να διαβή από πέρα,
    Δεν είναι μαύρο σύγνεφο να φυλακτή σ' απόσκιο,
    Μόν' είναι ο πόνος της καρδιάς κι' ο πόνος της αγάπης,
    Είναι καϋμός. Και σκιάζομαι να μη τον χάσω, η μαύρη.

— Γιαννούλα, εγώ την κόρη μου την έχω αλλού ταμμένη.

    — Και ποιον θα ναύρης Γιώργενα, καλλίτερο απ' το γυιό μου
    Πούναι λεβέντης ακουστός εις του χωριού τους άντρες,
    Οπούναι και μοναχογυιός και καλοαναθρεμμένος;
    Πού θα να βρης καλλίτερο απ' το δικό μας σπίτι,
    Πώχουμε χίλια πρόβατα και δυο χιλιάδες χίδια,
    Κοπάδια βοϊδογέλαδα κι' άλογα και φοράδια.
    Πώχουμε χίλια στρέμματα αμπέλια και χωράφια.
    Πωχουμε λόγγα πάρθενα, πώχουμε και λειβάδια.
    Πώχουμε χούφταις το φλουρί και φόρτωμα τ' ασήμι;

— Το βιο σας να το χαίρεστε, κ' η κόρ' είνε δική μου.

    — Άιντε, γυναίκα ανάποδη και όχεντρα οργισμένη,
    Σου την γυρεύω με καλό, με το κακό την παίρνω! . . .
           …………………………….

    Πήγε 'ςτήν πρωτομάγισσα, που εμόνιαζε 'ςτό λόγγο,
    Της μολογάει του Μήτρου της το πόνο, την αγάπη.
    Της τάζει χίλια δυο φλουριά και της γυρεύει μάγια.

    — Ακόμα χίλια δυο φλουριά, Γιαννούλα, θα ξοδιάσης,
    Τον ακριβό το Μήτρο σου αν θέλης να μη χάσης.

    — Δίνω και τρεις και τέσσερες ακόμα εγώ χιλιάδες.
            …………………………….

    Τρεις από τότε η μάγισσα βραδειαίς αράδ' αράδα,
    — Κ' ήταν φεγγαρογιόμισμα, — κοντά 'ςτό μεσονύχτι
    Έβγαινε πέρ' απ' το χωριό, κατά το Ξωθιονέρι,
    Εκεί που ρίχνουν σαν περνούν ανάθεμα οι διαβάταις,
    Κ' εμάζευε όλαις ταις ξωθιαίς, ταις στρίγλαις και ταις λάμιαις
    Με σφύριγμα, που ετάραζε της ερημιάς τον ύπνο.
    Χιλιάδες χάραις έταξε, και εγύρεψεν απ' όλαις
    Μετάξι απ' της Πεντάμορφης Νεράιδας το κοκούλι,
    Αίμ' από κόρη πάρθενη, και γλιώσσα από όφιο αστρίτη.

    Ταύραν αυταίς και τάφεραν και πήρανε το τάμμα.
    Με το μετάξι η μάγισσα ύφαν' ένα μαντήλι.
    Τώβαψε με φειδόγλωσσαις και με παρθένας αίμα
    Και τρεις φοραίς το ξόρκισε, τώκαμε μαγεμμένο.

    — Έλα Γιαννούλα, πάρετο· κι' όποτε θέλει ο Μήτρος
    Να πάρη την Αναστασιά, με δαύτο ας την εγγίξη.
    ……………………………………….

    Είκοσι μέραις πέρασαν, σαν χρόνια για το Μήτρο,
    Κ' έφτασε τ' Άι-Γιωργιού η γιορτή, το μέγα πανηγύρι,
    Που χέρι-χέρι νηαίς με νηούς κρατιούνται και χορεύουν.
    Η αράδα της Αναστασιάς εσύντυχε το Μήτρο.
    Κρατιέται απ' το μαντήλι του, μαγεύεται, λιγώνει,
    Του ρίχνει ολόγλυκειαις ματιαίς κι' από κρυφά του λέει:
    — Πίσω απ' τον ήλιο, Μήτρο, ας πάη της μάνας μου το τάμμα,
    Ας ζήση αυτή μονάχη της, κ' εγώ με σέν' αντάμα.

ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΚΛΕΦΤΙΚΟ

    Πότε θαρθή μιαν άνοιξι, θαρθή ένα καλοκαίρι,
    Που λουλουδιάζουν τα κλαριά, που λυόνουνε τα χιόνια,
    Για να ζωθούμε τάρματα και τα χρυσά τσαπράζια,
    Να βγούμε κλέφταις, βρε παιδά, κλέφταις 'ςτά κορφοβούνια!

    Μέσ' 'ςτήν ψηλότερη κορφή να στήσουμε λημέρι,
    Νάχουμε τάστρα τ' ουρανού τ' αποβραδύς κουβέντα.

    Κ' ημάς το γλυκοχάραγμα να πρωτοχαιρετίζη.
    Ημάς ο ήλιος την αυγή 'σάν κρούη να πρωτοβλέπη.
    Να μας ζηλεύουν οι αετοί, να μας ξυπνούν τ' αηδόνια,
    Και μέσ' ςτά γάργαρα νερά και μέσ' 'ςταίς κρύαις βρύσες
    Νεράιδες να μας νύβουνε, φιλιά να μας χορταίνουν.

    Αράδ' αράδα τάρματα 'ςτά πεύκα θα κρεμάμε,
    Και θε να σταίνουμε χορό. Και κάθε μας τραγούδι
    Θάνε βροντή από σύγνεφο, φωτιά από αστροπελέκι.

Θα μας τρομάζουν τα θηριά, θα προσκυνούν οι κάμποι.

    Πότε θαρθή μιαν άνοιξι, θαρθή ένα καλοκαίρι,
    Να βγούμε κλέφταις, βρε παιδιά, κλέφταις 'ςτά κορφοβούνια.

Η ΠΕΝΤΑΜΟΡΦΗ
      κ. Ι. Μ. Δαμβέργη.

    Ήταν δυο αδέρφια γκαρδιακά και πολυαγαπημένα,
    Ο πρώτος κόρη αγάπησε ξανθή και μαυρομμάτα,
    Κ' ήρθε καιρός κι' εσμίξανε κ' εβάλανε στεφάνια.
    Μήνες και χρόνια πέρασαν, ακέρια χρόνια πέντε,
    Κι' ο παντρεμένος θέλησε 'ςτά ξένα να μισέψη.
    Κ' εκάλεσε τον αδελφό και χωριστά του λέει:

    — Βουλιούμαι, αγαπημένε μου, 'ς τα ξένα να μισέψω,
    Να διαπεράσω τα βουνά, να πάω σε ξένον κόσμο,
    Και να γυρίσω με καιρό, με χρόνια και με μήνες
    Με γρόσια στο δισάκι μου και λίρες 'ςτο κιμέρι.
    Σ' αφίνω την γυναίκα μου την πολυαγαπημένη.
    Να την κυττάς σαν αδερφή, σαν αδερφή δική σου.

    Αγκαλιαστήκανε γλυκά κι' αδερφικά φιλιώνται
    Κι' ο παντρεμμένος τάλογο ταχυά καββαλλικεύει,
    Και διαπερνάει θάλασσαις και κάμπους και ποτάμια
    Και διαπερνάει και βουνά και πάει μακρυά 'ςτά ξένα.

    Δώδεκα χρόνια πέρασαν και δεκαπέντε μήνες.
    Ο αφωρεσμένος του αδερφός κ' η σκύλλα του η γυναίκα
    Γλυκά γλυκά αγαπήθηκαν και πέρναγαν μαζύ τους
    Και λησμονήθηκε τ' αντρός και τ' αδερφού η αγάπη.

    Και μέσ' 'ς τα δώδεκα ψηλά και μέσ' 'ς τους τόσους μήνες
    Ο μισευμένος κίνησε απ' τα μακρυά τα ξένα
    Να διαπεράσση θάλασσαις, κάμπους, βουνά, ποτάμια,
    'Σ το πατρικό το σπίτι του με γρόσια να γυρίση.

    Μια μέρα ένα Μαγιάπριλο κοντά 'ςτό μεσημέρι
    Σφιχταγκαλιάζονταν οι δυο 'ςτό στρώμα οι αγαπημένοι.
    Άξαφνα γλήγωρο άλογο 'ςτή θύρα σταματάει.
    Βαρειά φτερνιέται τάλογο, πεζεύει ο καββαλάρης
    Και κράζει τη γυναίκα του και ολοβροντάει τη θύρα.
    Λαχταριστοί τινάζονται απ' το ζεστό το στρώμα
    Και κατεβαίνουν 'ςτήν αυλή τον ξένον να δεχτούνε.
    Χίλιαις αλλάζουν αγκαλιαίς, φιλήματ' άλλα τόσα.
    Ο ένας κλαίει από χαρά, κ' οι δυο από φόβο αχνίζουν.

— Τ' είσαι καλή μου τόσο αχνή και τρέμεις σαν το φύλλο;

    — Μήνες και χρόνια ολόκερα σε καρτερώ απ' τα ξένα,
    Και το μαράζι της καρδιάς, της ξενιτειάς σου η πίκρα
    Μώφερε αρρώστεια αγιάτρευτη και μ' έρριξε 'ςτό στρώμα
    Ή άλλαις, είπα, αγάπησες 'ςτής ξενιτειάς τη χώρα
    Κ' εμένα μ' αλησμόνησες την πολυαγαπητή σου,
    Ή αρρώστησες και πέθανες χωρίς εγώ να μάθω.
    Και δάκρυο, δάκρυο ψεύτικο, δάκρηο γιομάτο απάτη
    Τα μαραμένα μάγουλα της σκύλλας αυλακόνει.

    — Ούτε κι' αγάπησα καμμιά 'ςτής ξενιτειάς τη χώρα,
    Ούτε λησμόνησα ποτές εσένα την καλή μου.
    Μήνες και χρόμα επλούτενα, για να γυρίσω τώρα,
    Με γρόσια 'ςτό δισάκι μου και λίρες 'ςτό κιμέρι,
    Κι' αρρωστεμένη να σε βρω και να σε βρω 'ςτό στρώμα;
    Φωτιά να κάψη τα φλουριά! κ' εγώ θα τα ξοδιάσω
    Σ' όλον τον κόσμο, 'ςτούς γιατρούς, για εσέ, για την υγειά σου!

Και την εφίλησε γλυκά 'ςτά μάτια και 'ςτό στόμα.

    — Ρώτησα εγώ χίλιους γιατρούς. Κι' αν θέλης για να γειάνω
    Από τα Μήλα τα Χρυσά να πας και να μου φέρης.
    Έφεξε η δεύτερη αυγή και πριν να δώση ο ήλιος
    Καββαλικεύει τ' άλογο και φεύγει ο παντρεμμένος,
    Και 'πήγε ναύρη τα Χρυσά τα Μήλα να τα φέρη,
    Για να τα φάη η γυναίκα του να ξαναγειάνη πάλι.

    'Στο δρόμο μάγισσα 'ρωτά, πούν' τα Χρυσά τα Μήλα.
    Κ' η μάγισσα η καλόγνωμη γυρίζει και του λέει:

    — Είνε τα Μήλα τα Χρυσά σε μακρυνό περβόλι,
    Σε περιβόλι απάτητο, που το φυλάει ο Δράκος.
    Χιλιάδες βασιλόπουλα, χιλιάδες παλληκάρια
    Πήγαν να το πατήσουνε κ' εχάσαν την ζωή τους.
    Αν έχης λιονταριού καρδιά και σιδερένια στήθεια,
    Σύρε μέσ' στης Πεντάμορφης το μαρμαρένιο κάστρο,
    Πέρα 'ς εκείνα τα βουνά που 'γγίζουνε τ' αστέρια.
    Αραδαριά θα βρης εκεί τον κάμπο να γιομίζουν
    Χιλιάδες βασιλόπουλα, χιλιάδες παλληκάρια.
    Που πολεμούν με μάνιτα, που αμάχονται με δίψα,
    Όποιος αξιώτερος φανή 'ςτό κάστρο να πηδήση
    Την κόρη την Πεντάμορφη δική του να την κάμη.
    Αν έχης λιονταριού καρδιά και σιδερένια στήθεια.
    Κι' αν θα φανής αξιώτερος και μείνης μοναχός σου.
    Θα κατεβή η Πεντάμορφη, 'ςτό κάστρο θα σε πάρη,
    Κι' ό,τι γυρέψης, θα το ιδής φερμένο 'ςτήν ποδιά σου.

Χτυπάει εκείνος τ' άλογο και χάνεται 'ςτόν κάμπο.

    Σαράντα είχε η Πεντάμορφη, σαράντα ακέρηα αδέρφια,
    Σαράντα καββαλλάριδες, σαράντα παλληκάρια,
    Που όταν κινούσαν, έτρεμαν βουνά μαζύ και κάμποι.
    Κάποιο κυνήγι έναν καιρό ξανοίξανε μεγάλο,
    Και μέσ' ςτο κάστρο επλάκωσαν χιλιάδες βασιληάδες.
    Κ' επιάστηκαν σε πόλεμο, και επιάστηκαν σ' αμάχη,
    Ποιος ζήση απ' όλους να ριχτή την ώμορφη ν' αρπάξη.

    Ο παντρεμμένος έφτακε καββάλα 'ςτ' άλογό του.
    Κ' εκεί που εκείνοι αμάχονται και ένας χτυπάει τον άλλον,
    Βγάζει το δαμασκί σπαθί, οφίγγεται μέσ' 'ς τη σέλλα,
    Κεντάει τ' αλόγου τα πλευρά και ρίχνεται 'ς τη μέση
    Χτυπάει εδώ και σφάζει εκεί κι' ολούθε τάφο ανοίγει.
    Φλογίστηκε 'ς τα χέρια του το δαμασκί σπαθί του,
    Το πρόσωπό του εμαύρισε, άφρισε τ' άλογό του,
    Κι' δω που ο ήλιος έγειρε και πάει να βασιλέψη,
    Πέρα και πέρα εγιόμισε τον κάμπο από κουφάρια
    Κ' η ρεμματιαίς πελάγωσαν απ' το πολύ το αίμα.
    Με κλάυματα η Πεντάμορφη 'ςταίς θύραις κατεβαίνει:

    — Για εσέ, λεβέντη ωμορφοννιέ, λεβέντη καββαλάρη,
    Που μέσ' 'ς τα τόσα αίματα τόσα κορμιά έχεις θάψει,
    Και σήμερα μ' εγλύτωσες από σκλαβιά μεγάλη,
    Για εσένα ανοίγω σήμερα το κάστρο μου να ανέβης.
    Πες μου, τι θέλεις, τι καλό μεγάλο να σου κάμω.

    — Έχω γυναίκα ωμορφονιά, κ' είν' άρρωστη 'ςτό στρώμα
    Όλον τον κόσμο αρώτησα κι' όλος ο κόσμος μου είπε,
    Να φάη τα Μήλα τα Χρυσά να ξαναγειάνη πάλι

    — Έλα 'ςτό κάστρο μου ψηλά να λούσω το κορμί σου,
    Με μόσχο, με ροδόσταμμα. λεβέντη, να σ' αλείψω.
    Να κοιμηθής γλυκά-γλυκά γιατ' είσαι αποσταμένος,
    Και σαν ερθούν ταδέρφια μου τον κόσμου οι αντρειωμένοι,
    Πέρνεις τα Μήλα τα Χρυσά και φεύγεις 'ς την καλή σου.

Κοιμάται.

       Κ' η Πεντάμορφη 'ς τα παραθύρια βγαίνει,
    Παίρνει 'ςτό χέρι αργόχειρο και γλυκοτραγουδάει.
    Να κι' άξαφνα ξαγνάντεψαν τ' αδέρφια της 'ςτόν κάμπο,
    Κι' απαρατάει τ' αργόχειρο και πάει και τους προφταίνει.

    — Σωπάτε, μην τρομάζετε, λαχτάρα μη σας πήρε,
    Κ' εκείνος που με γλύτωσε γλυκοκοιμάται απάνου.
    Χιλιάδες βασιλόπουλα πλακώσανε 'ςτό κάστρο
    Κ' επιάστηκαν 'ςέ πόλεμο, κ' επιάστηκαν 'ς αμάχη,
    Όποιος γλυτώσει απ' όλους τους 'ςτό κάστρο να πηδήση,
    Ν' αρπάξη εμένα και μακρυά δική του να με πάρη.
    Κάθε που έπεφτε σπαθιά τα στήθεια μου περνούσε.
    Μα εκεί που εκείνοι εμάχονταν, κ' ένας τον άλλο εχτύπα,
    Σαν άγιος φανερώθηκε λεβέντης καββαλλάρης
    Και με σπαθί 'ςτά χέρια τον ρίχνεται μέσ' 'ςτή μέση.
    Σε κάθε που έπεφτε σπαθιά εφτέρωνε η καρδιά μου.
    Κι' όσο που ο ήλιος έγειρε και πάει να βασιλέψη,
    Πέρα και πέρα εγιόμισε τον κάμπο από κουφάρια.
    Με μιας το κάστρο τ' άνοιξα, τον πήρα 'ςτά παλάτια,
    Τον έλουσα, τον άλειψα ροδόνερο και μόσχο,
    Και τώστρωσα να κοιμηθή γιατ' είνε αποσταμένος.
    Γυρίστε, μην πεζεύετε· και για δική μου αγάπη
    Θα πάτε πέρα, αδέρφια μου, 'στ' απάτητο περβόλι,
    Πούναι τα Μήλα τα Χρυσά που τα φυλάει ο Δράκος,
    Να πάρτε, να του φέρετε, γιατ' είνε παντρεμμένος,
    Κέχει γυναίκα ωμορφονιά που είν' άρρωστη 'ςτό στρώμα.
    Κι όλον το κόσμο αρώτησε, κ' όλος ο κόσμος του είπε:
    Να φάη τα Μήλα τα Χρυσά να ξαναγειάνη πάλι.

    Χτυπούν τ' αδέρφια τάλογα και χάνονται 'ςτόν κάμπο.
    Φέρνουν τα Μήλα τα Χρυσά. Τα παίρνει ο παντρεμμένος
    Καββαλλακεύει τάλογο και γέρνει 'ςτήν καλή του.

    Μήνες μονάχα επέρασαν. Κ' ένα γλυκό βραδάκι,
    Που μοναχή η Πεντάμορφη αγνάντευε απ' το κάστρο,
    Τ' αγαπημένα αδέρφια της με πόνο ακαρτερώντας,
    Να πηλαλάη έν' άλογο βλέπει μακρυά 'ςτόν κάμπο.
    Απέρναγε σαν σύγνεφο οπού το διώχνει ο αγέρας,
    Κι' όπως βογγάει το σύγνεφο εκείνο εχλιμιντρούσε.
    Γοργό, αφρισμένο επλάκωσε σε λίγο μέσ' 'ς το κάστρο
    Μ' ένα δισάκι απάνω του και δίχως καββαλλάρη.
    Το γνώρισε η Πεντάμορφη και κατεβαίνει κάτου.
    Αυτιάζεται, χτυπάει τη γη και χλιμιντράει εκείνο,
    Σαν κάτι νάθελε να ειπή. Το ξεφορτώνει η κόρη,
    Παίρνει, και το δισσάκι λυεί… και τι να ιδή!… λαχτάρα!…
    κομμάτια ανθρώπινου κορμιού 'ςτά αίματα πνιγμένα,
    Και 'ςτά κομμάτια ανάμεσα τώμορφο το κεφάλι
    Του νηού που την εγλύτωσε!… Δέρνεται και μαδιέται…

Έκλαψε απαρηγόρητη τρεις 'μέραις και τρεις νύχταις.

    Αράδιασε το λείψανο 'ς ολόχρυσο σιντόνι
    Κ' εκάλεσε ένα γλήγορο χιονάτο περιστέρι
    Αθώο, αθώο σαν κι' αυτή, το μόνο σύντροφό της
    Και το επαράγγειλε πιστά, και τέτοια του 'μιλάει:

    — Άνοιξε τα φτερούγια σου, μικρό μου περιστέρι,
    Και θε να πας γι' αγάπη μου σε μακρυνό ταξείδι.
    Θα διαπεράσης θάλασσαις, ψηλά βουνά και κάμπους,
    Θα διαπεράσης σύγνεφα και θε να πας πουλί μου,
    'Στά στοιχειωμένα τα βουνά που πάντα ανοιγοκλειούνε
    Κι' οπού τ' αθάνατο νερό περνάει ανάμεσά τους.
    Πέτα γοργό μέσ' 'ςτ' άνοιγμα, πάρε νερό και φεύγα.

    Πετάει εκείνο και γοργό με το νερό γυρνάνει,
    Και το σταλάζει ανάλαφρα 'ςτ' αραδιαστά κομμάτια.
    Κ' εκεί που πέφτει το νερό, κολλούν και ζωντανεύουν.
    Και ζωντανεύει ολάκερος ο νηός ο παντρεμμένος.
    Ξυπνούν τα 'μάτια τα σβυστά, ανοίγουνε τα χείλη
    Κι' απάνω τους χαμόγελο γλυκό-γλυκό χαράζει.
    Χτυπάει η ακίνητη καρδιά, και το βουβό το στόμα
    Παίρνει αλαφρόν ανασασμό κι' αρχίζει και 'μιλάει:

    — Πόσο βαρηά εκειμώμουνα!… πού ήμουν και πού να είμαι;
    Δεν είσαι συ η Πεντάμορφη με τα σαράντα αδέρφια;
    Δεν είν' αυτό το κάστρο σου; δεν είν' αυτός ο κάμπος
    Που μια φορά επελάγωσα με βασιληάδων αίμα;
    Πού ήμουν όντας πλάγιασα, και τώρα πού ξυπνάω;

— Εξύπνησες 'ςτά χέρια μου… πού επλάγιασες για πες μου;

    — Θυμούμαι, μα σαν όνειρο. Μια μέρα εκυνηγούσα
    Με το μικρότερο αδερφό 'ςτής χώρας μας τα δάση.
    Το μεσημέρι επλάγιασα ς' ένα φτελιά από κάτου
    Κι' απ' τότες τώρα εξύπνησα 'ςτό κάστρο το δικό σου.
    Ποιος μ' έφερε; Πεντάμορφη, μην όνειρο είνε ακόμα;

    — Όχι! δεν είνε όνειρο, κι' ουδέ κοιμάσαι ακόμα
    Σ' έφερε τ' άλογό σου εδώ κομμάτια 'ςτό δισάκι
    Κ' εγώ, που μ' εξεγλύτωσες απ' τη σκλαβιά μια μέρα
    Εγώ με την αγάπη μου και με τα δάκρυά μου,
    Εγώ μ' αθάνατο νερό σ' ανάστησα, λεβέντη.
    Τώρ' αρματώσου γλήγορα, ανέβα 'ςτ' άλογό σου
    Και χτύπα το, σαν αστραπή 'ςτό σπήτι να φέρη.
    Αγκαλιαστά να βρης εκεί 'ςτό στρώμα να κοιμώνται
    Ο αφωρεσμένος σου αδερφός κ' η σκύλλα σου η γυναίκα,
    Για να γλυτώσουν σ' έστελναν για τα Χρυσά τα Μήλα,
    Που τα φυλάει ο Δράκοντας, να χάσης τη ζωή σου·
    Και σαν εγύρισες μ' αυτά, σ' επήραν 'ςτό κυνήγι
    Κ' εκεί σ' εσκότωσε ο αδερφός 'ςτόν ύπνο τον γλυκό σου,
    Τώρ' αρματώσου γλήγορα κι' ανέβα 'ςτ' άλογό σου
    Και σύρε εκεί και σκότωσε και κάμε τους κομμάτια.
    Και γύρνα, την Πεντάμορφη γυναίκα σου να πάρης.

ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ ΤΡΥΓΗΤΟΥ

    Το λέει ο πετροκότσυφας 'ςτό δροσερό τ' αυλάκι,
    Το λεν 'ςτά πλάια η πέρδικες, 'ςτήν ποταμιά τ' αηδόνια.
    Το λέν 'ςτ' αμπέλια η λυγεραίς, το λεν με χίλια γέλοια,
    Το λέει κ' η Γκόλφω η ώμορφη, το λέει με το τραγούδι

    — Αμπέλι μου, πλατύφυλλο και καλοκλαδεμμένο,
    Δέσε σταφύλια κόκκινα, να μπω να σε τρυγήσω,
    Να κάμω αθάνατο κρασί, μοσχοβολιά γιομάτο.
    Μέσ' 'ςτά κατώγεια τα βαθηά σαν μόσχο να το κρύψω,
    Να το φυλάξω ολάκεραις χρονιαίς, ακέρηους μήνες,
    Ως που ν' αρθή μιαν άνοιξι, ναρθή ένα καλοκαίρι,
    Να γύρη από τη μακρυνή την ξενητειά ο καλός μου.
    Να κατεβώ μέσ' ςτήν αυλή, να πιάκω τ' άλογό του.
    Να τον φιλήσω αγκαλιαστά 'ςτά μάτια και 'ςτό στόμα,
    Να τον κεράσω, αμπέλι μου, τ' αθάνατο κρασί σου,
    Της ξενητειάς τα βάσανα να πάν', να τα ξεχάση.

Η ΚΑΠΕΤΑΝΙΣΣΑ
      κ. Μ. Μητσάκη.

    Η Ρούσιω η καπετάνισσα, του Γέρω-Δήμου η νύφη,
    Στα παραθύρια κάθεται, τους κάμπους αγναντεύει,
    Κι' αναστενάζει απ' την καρδιά και με τον νου της λέει:

    — Μάνα, μ' εκακοπάντρεψες και μ' έδωκες σε κλέφτη,
    Που βρίσκεται 'ςτόν πόλεμο απ' την αυγή ως 'ςτό βράδυ,
    Κι από το βράδυ ως 'ςτήν αυγή φυλάει 'ςτό καραούλι,
    Και δεν τον είδα μία φορά να κοιμηθή σιμά μου,
    Εγώ τουφέκια σκιάζομαι, τάρματα εγώ τα τρέμω,
    Για να το ζώσω 'ςτό κορμί να πάω από κοντά του,
    Κ' εχτίκιασαν τα στήθεια μου, εμάλλιασε η καρδιά μου,
    Μαράθηκαν τα νειάτα μου κ' η εμμορφιά μου εχάθη.
    Σαν τι τα θέλω τα φλουριά και τα βαρηά γιονρτάνια.
    Σαν τι τα θέλω τα χρυσά κι' ασημωμένα ρούχα,
    Σαν δεν κοιμούμαι μια φορά 'ςτό πλάι του καλού μου;
    Νάμουνα κάλλια πιστικιά, κάλλια θερίστρα νάμουν,
    Παρά η καπετάνισσα, του Γέρω-Δήμου η νύφη.
    Για ιδές θερίστραις, πιστικαίς, ολημερίς γυρνάνε
    'Στά ρέμματα, 'ςταίς λαγκαδιαίς, 'ςτούς κάμπους και 'ςτά πλάια
    Με τον καλό τους 'ςτό πλευρό και με μικρά 'ςτά χέρια.
    Κ' εγώ, κλεισμένη μοναχή 'ψηλά 'ςτά κορφοβούνια,
    Τα λερωμένα του σκουτιά 'μπεζέρισα να πλένω.
    Κι' ώρα την ώρα με καρδιά καταλαχταρισμένη
    Τον καπετάνιο καρτερώ τόσαις βραδειαίς κι' αυγούλαις,
    Πότε να τον ιδώ γερός ν' αφήση τα λημέρια,
    Ναρθή 'ςτό σπίτι μια φορά, να κοιμηθούμε αντάμα!

Η ΧΙΟΝΟΥΡΑ

    Ανάμεσα τρεις ποταμιαίς και πέντε κορφοβούνια
    Πύργος διπλοθεμέλειωτος και μαρμαροχτισμένος,
    Και μέσα κόρη κάθεται με δεκαπέντε σκλάβους,
    Κι' όλο αρμαθιάζει το φλουριά και τα μαργαριτάρια.

    Αρμάθιαζε, ξαρμάθιαζε, τα κρέμαε 'ςτό λαιμό της.
    Και 'ςτόν καθρέφτη εκύτταζε, κ' έλεγε με τον νου της.

    — Μάτια μου μαύρα και γλυκά και ζαχαρένιο στόμα,
    Κυπαρισσένιο μου κορμί κι' ολόχρυσα μαλλάκια,
    Δαχτυλιδένια μέση μου κι' αφροπλασμένα στήθη.
    Και συ λαιμέ μου κάτασπρε σαν του βουνού το χιόνι,
    Σαν σας σταλάζω με φλουριά και με διαμάντια τόσα,
    Μη για χορό συντάζεσθε, μήνα σε γάμο πάτε;…
    Πέτε, πού ο γάμος γίνεται και πού ο χορός κρατιέται;
    Πούναι κι' ο νηός που θα σας 'δή και θα σας αγαπήση
    Κι' ακολουθώντας σας θαρθή να σας χαρή μια μέρα;
    Εσάς σας χαίρεται η ερμιά. Πότε σας είδε ο κόσμος;…
    Σας χαίρονται τάγρια βουνά, κ' έχετε συντροφιά σας
    Τον πύργο τον σκοταδερό, της ποταμιάς το ρέμμα,
    Τ' αγέρι, τ' άγρια πουλιά, τον ήλιο και τ' αστέρια.
    Σας παίρν' η άνοιξ' η γλυκειά και λυόνουνε τα χιόνια,
    Και λουλουδιάζουν τα βουνά και κελαϊδούν τ' αηδόνια,
    Κι' ο κόσμος όλος χαίρεται κ' η πλάση αναγεννιέται,
    Εσείς και τότε θλίβεστε, και κλαίγεστε για ταίρι.
    Κλαίγεστε κι' όντας πέφτουνε τα φύλλ' από τα δέντρα
    Κ' έρχεται το χινόπωρο κι' ο μαύρος ο χειμώνας,
    Που η πλάση ξεστολίζεται, που χάνεται κι' ο ήλιος,
    Που κατεβάζει ο πόταμος, που δέρνουνε τον πύργο
    Τα φλογερά αστραπόβροντα, κ' η καταχνιαίς τα πλάια,
    Τους κάμπους τ' ανεμόβροχα, και τα βουνά, η χιονούραις,
    'Στους κάμπους ανεμόβροχο, και τα βουνά χιονούρα.

    — Σεΐζη, σιάσε τ' άλογο,… πάρε καλίγωσέτο,…
    Βάλτ' ασημένια πέταλα, καρφιά μαλαμματένια,
    Βάλτου περίσσια την ταή, τη μεταξένια σέλλα,
    Και τα βαρηά τα φάλαρα, τι θάγω μοναχός μου.

    — Πού θε να πας, αφέντη μου, με τέτοιο κακοκαίρι;
    Η μέρα παίρνει να σωθή κ' έρχεται η μαύρη νύχτα,
    Ο κάμπος όλος έκλεισε και τα βουνά χιονίζουν.

    — Σε σκιάζουν τ' ανεμόβροχα, σε σκιάζουν η χιονούραις,
    Γιατί δεν έννοιωσες εσύ 'ςτά σωθικά σου ακόμα
    Τη φλόγα εκείνη, τη γλυκειά, οπού τη λεν: — αγάπη,
    Δεν έτυχε ποτές εσύ να περπατάς τη νύχτα
    'Σ έρημα μέρη, αδιάβατα, 'ς απόσκια μοναχός σου,
    Να ιδής της νύχτας της Ξωθιαίς, της ώμορφαις Νεράιδες,
    Να λούζουνται 'ςτά ρέμματα με ζάρκα τα κορμιά τους,
    Κι' απ' την πολλήν την ωμορφιά να λάμπη ο τόπος γύρα,
    Και να μοσχοβολά η ερμιά απ' τη μοσχοβολιά τους.
    Δεν έτυχε ποτέ να ιδής ξανθομαλλούσαις τέτοιαις
    Να συγκρατιούνται 'ςτό χορό, να σειούνται, να λυγιούνται,
    Κι' απ' τα γλυκά τραγούδια τους ν' αντιλαλή το ρέμμα. . .
    Αχ! νάταν τρόπος μια απ' αυταίς απόψι να φιλήσω,
    Κι' όλος ο κάμπος ας πνιγή και τα βουνά ας κλεισθούνε.

— Και τέτοια νύχτα εδιάλεξες να πηλαλάς 'ςτά δάση;

    — Σώπα, σεΐζη, δε φτουρώ τη φλόγα της αγάπης.
    Θα πάω απόψι, κι' ας χαθώ. Σέλλωσε τ' άλογό μου,
    Το μαύρο πούναι γλήγορο και νυχτομαθημένο.
    Πέρ' απ' τον κάμπο θα διαβώ και πέρ' απ' το ποτάμι,
    Θα ν' ανεβώ μέσ' 'ςτό βουνό, τα δάση θα περάσω
    Που κυνηγώ, θε να ριχτώ 'ςτό μέγα μονοπάτι,
    Θα πέσω κάτω απ' το ραϊδιό, κ' εκείθε λάκα-λάκα
    Θε να κατέβω ταις σπηλιαίς της ποταμιάς να πιάσω.
    Απόψι πώχουμε βροχή κι' αγέρα και χιονούρα,
    Δεν θε να βγουν 'ςτή ρεμματιά να παίξουν η Νεράιδες,
    Θε να χορέψουν 'ςταίς σπηλιαίς, και κάποια θα φιλήσω.
    Αχ!… να με φίληε, νάπεφτε κι' αυτή 'ςτήν αγκαλιά μου,
    Βασίλισσα του παλατιού ν' αρχόνταν να την κάμω,
    Κι' ας έβρεχε, κι' ας χιόνιζε, κι' ας χάνονταν ο κόσμος!…
    'Στους κάμπους ανεμόβροχο και 'ςτά βουνά, χιονούρα.

    Καββαλλακεύει τ' άλογο και χάνεται 'ςτά γνέφια.
    Όσο τον κάμπο να διαβή τον έπιασε η χιονούρα.
    Πιάνει κ' η νύχτα, η καταχνιά θολή κ' η νύχτα μαύρη.
    Εχάθηκαν γη κι' ουρανός και μοναχά 'μπροστά του
    Ανεμοστροβιλίζονταν η σπίθαις της χιονούρας.
    Όσο να φτάση 'ςτό βουνό ρίχνει μια πήχη χιόνι,
    Και χάν' τη στράτα τ' άλογο. Πλακώνει το σκοτάδι,
    Περνούν τρεις ώραις, και βουνό δεν φαίνεται 'μπροστά του
    Χιονούρα αδιάκοπη, βαρειά, κι' αγέρας ωργισμένος…
    Κάποτε παίρνει ανήφορο, λέει κ' ηύρε το βουνό του,
    Χτυπάει, φωνάζει τ' άλογο… Βιάζετ' αυτό, ανεβαίνει
    Φυσάει με λύσσα ο άνεμος, και ρίχνει, ρίχνει, χιόνι,
    Που όσο ν' ανέβη 'ςτήν κορφήν εσκέπασε το μαύρο.
    Φυσομανάει και σαν στοιχειό παλεύει με το χιόνι.
    Είναι σιμά μεσάνυχτα. Χιόνι πυκνό κι' αγέρας…
    Το κορφοβούνι περπατεί. Κι' αυτό το έρμο δάσος
    Ακόμα να μη φαίνεται, να μη μαυρίζη ακόμα;
    Κάποτε ακούει φουρφούλισμα κλαριού και λέει πώς τωύρε
    Παρέκει βλέπει ένα κλαρί, κι' άλλα παρέκει ακόμα,
    Κι' όσο που πάει πληθαίνουνε, ως που είδε ακέρηο δάσος.
    Ξαλαφρωμένο τάλογο φυσάει και χλημιντρίζει,
    Σαν είδε που πατούνε γη τα φτερωτά του πόδια,
    Και σχίζει σαν την αστραπή το πυκνωμένο δάσος.
    Σπίθαις τα λιανολίθαρα πετούν 'ςτό πάτημά του.
    Κ' οι κλώνοι, οπού μεριάζουνε 'ςτό διάβα του από 'πάνω.
    Τινάζονται, σαν μυγδαλιαίς οπού τινάζουν τ' άνθη.

    Ξάφνου το μαύρο στέκεται. Πεζεύει ο καββαλλάρης,
    Κι' αγάλια αγάλια περπατάει εδώ κ' εκεί το δάσος.
    Δεν είν' το δάσος πούξερε, το δάσος το δικό του.
    Καββάλλα πάλι ρίχνεται, πάλι χτυπάει το μαύρο,
    Κι' όσο απ' το δάσος να ξεβγή, να βρη το μονοπάτι,
    Πήρε το γλυκοχάραγμα, κ' εξέπεσε η χιονούρα.
    Άγνωστος τόπος άξαφνα ξαπλώνεται μπροστά του,
    Βουνά με δάση, ποταμιαίς βαθειαίς και 'λίγος κάμπος.
    Άσπρο το χιόνι εσκέπαζεν όλον αυτόν τον τόπο,
    Κι' ανάμεσ' απ' ταις ποταμιαίς, απ' τα βουνά, απ' τον κάμπο.
    Πύργος διπλοθεμέλιωτος και μαρμαροχτισμένος.
    Χτυπάει τ' αλόγου τα πλευρά να κατεβή 'ςτόν κάμπο,
    Γλυκά ροδίζ' η ανατολή. 'Σ ολίγο δίνει ο ήλιος.
    Λαμποκοπάν η αχτίδες του 'ςτά χιόνια τα στρωμένα,
    Λαμποκοπάν τα ρέμματα, λαμποκοπάει ο πύργος,
    Κ' ένας βαθύς αντίλαλος, οπού ξυπνάει την πλάση,
    Από τον πύργο τον ψηλό γλυκό τραγούδι φέρνει.