WeRead Powered by ReaderPub
Η Λύρα Ανδρέου Κάλβου και Ανέκδοτος Ύμνος Αντωνίου Μαρτελάου cover

Η Λύρα Ανδρέου Κάλβου και Ανέκδοτος Ύμνος Αντωνίου Μαρτελάου

Chapter 16: ΩΔΗ ΔΕΚΑΤΗ Ο ΩΚΕΑΝΟΣ
Open in WeRead

Explore more books like this:

About This Book

The volume collects lyric odes, patriotic addresses and a hymn, accompanied by brief biographical and critical notes. The poems praise homeland and liberty, evoke island landscapes and the sea, and summon classical myth and heroic exempla to urge courage, honor and public virtue. Several pieces probe glory and death, celebrate victories and condemn betrayal, while others register exile, longing and the poet's vocation. The verse combines formal experimentation with an elevated diction that often rejects conventional rhyme and meter in favor of striking cadences. Biographical material and an appended hymn frame the poet's intentions and offer interpretive context.

      Πλην, της επιστροφής
   Εχάραξεν η ημέρα.
   Πάντοτε οι επουράνιοι
   Μεγαλόθυμον γένος
            Υπερασπίζουν.

ΙΖ

      Εκεί οπού εκτίσατε
   (Ελληνική φροντίδα! ),
   Των προγόνων τα λείψανα,
   Πάλιν η πρόνοοι χείρες
            Εκεί σας φέρνουν.

ΩΔΗ ΟΓΔΟΗ ΕΙΣ ΑΓΑΡΗΝΟΥΣ

Στροφή Α

      Ένας Θεός και μόνος
   Αστράπτει από τον ύψιστον
   Θρόνον· και των χειρών του
   Επισκοπεί τα αιώνια
            Άπειρα έργα.

Β

      Κρέμονται υπό τους πόδας του
   Πάντα τα έθνη, ως κρέμεται
   Βροχή έτι εναέριος
   Εν ώ κοιμώνται οι άνεμοι
            Της οικουμένης.

Γ

      Αλλ' η φωνή του ακούεται,
   Φωνή δικαιοσύνης,
   Και η ψυχαί των ανόμων
   Ως αίματος σταγόνες
            Πέφτουν 'σ τον άδην.

Δ

      Των οσίων τα πνεύματα
   Ως αργυρέα ομίχλη
   Τα υψηλά αναβαίνει,
   Και εις ποταμούς διαλύεται
            Φωτός και δόξης.

Ε

      Μόνον βλέπω τον Ήλιον
   Μένοντα εις τον αέρα·
   Τους τρυγύρω χορεύοντας
   Ουρανούς κυβερνάει
            Με δίκαιον νόμον.

ΣΤ

      Φαίνετε εις τον ορίζοντα
   Ωσάν χαράς ιδέα,
   Και φωτίζει την γην
   Και των θνητών τα έργα
            Των πολυπόνων.

Ζ

      Όμως ιδού τα σκήπτρα
   Άφησεν, εβασίλευσεν·
   Ότι ανάγκην το ανθρώπινον
   στήθος έχει αναπαύσεως
            Ανάγκην ύπνου.

Η

      Ποίος ποτέ του Θεού,
   Ποίος του Ηλίου ωμοίασεν;
   Διατί βωμούς, θυμίαμα
   Γιατί ζητούν οι μύριοι,
            Τύρανοιν κ' ύμνους;

Θ

      Ύψιστοι αυτοί! — λαμπρότεροι
   Αυτοί των άλλων! — μόνοι —
   Λαμπροί, κ' ύψιστοι οι δίκαιοι,
   Και μόνοι των ανθρώπων
            Οι ευεργέται.

Ι

      Κριταί ως θεοί! και πότε
   Την αρετήν αθλίως,
   Πότε δεν εκατάτρεξαν;
   Πότε ευσπλαχνίαν εγνώρισαν,
            Δικαιοσύνην;

ΙΑ

      Με υπερηφάνους πόδας
   Καταφρονητικούς,
   Δεν πατούν το χρυσούν
   Συντριφθέν τώρα ζύγωθρον
            Του ορθού νόμου;

ΙΒ

      Το αχόρταστον δρέπανον
   Αυτοί βαστούν· θερίζουν
   Πάντ' όσα ο ίδρωτάς μας
   Ωρίμασεν αστάχυα
            Διά τους υιούς μας.

ΙΓ

   Τρέξε επάνω εις τα κύματα
   Της φοβεράς θαλάσσης,
   Κινδύνευσε, αναστέναξε,
   Πίε το πικρόν ποτήριον
            Της ξενιτείας.

ΙΔ

      Διά την τροφήν 'που εσύναξας
   Με κόπους ανεκφράστους,
   Εις τα παραθαλάσσια
   Ιδού χάσκει το λαίμαργον
            Στόμα τυράννων.

ΙΡ

      Τι τα ευώδη αγκαλιάζετε
   Προσκέφαλα του γάμου;
   Τι φιλείτε το μέτωπον
   Ιερόν των γονέων σας
            Με τόσον πόθον;

ΙΣΤ

      Η σάλπιγγα, τα τύμπανα
   Σας προσκαλούν· αδίκους
   Ασυνέτους πολέμους
   Φέρετε, κατασφάξατε
            Τα έθνη αθώα.

ΙΖ

      Όχι μόνον τον ίδρωτα,
   Αλλά και τ' αίμα οι τύραννοι
   Ζητούσαν από σας,
   Κ' αφ' ου ποτάμια εχύσατε
            Μήπως τους φθάνει.

ΙΗ

      Την πνοήν σας αχόρταστοι
   Επιθυμούν· αλλοίμονον
   Άν ποτε επί τα σφάγια
   Των τυράννων αναστε-
            νάξη η ψυχή σας.

ΙΘ

      Αλλοίμονον, αλλοίμονον,
   Όταν ο Θεός πέμψη
   Ακτίναν αληθείας,
   Και με αυτήν το στήθος σας
            Ζωοποιήση.

Κ

      Εάν τις το νουθέτημα
   Θείον ακολουθήση,
   Στόμα μαχαίρας, βάσανα,
   Κλαύματα φυλακής
            Τότε ας προσμένη.

ΚΑ

      Και τοιούτοι, εμπρός σας
   Εγώ να γονατίσω! —
   Η γη ας σχισθή, εις το βάραθρον
   Η βροντή τ' ουρανού
            Ας με τινάξη·

ΚΒ

      Πρωτού σας ατιμάσω
   Ω γόνατά μου. — Ατάρακτον
   Έχω το βλέμμα οπόταν
   Το καταβάσω εις πρόσωπον
            Ενός τυράννου.

ΚΓ

      Εσείς ωσάν ο Ήλιος
   Λαμπροί! — ναι φλόγας βέβαια
   Βλέπω διαδημάτων,
   Αλλά τας δυστυχίας μας
            Μόνον φωτίζουν.

ΩΔΗ ΕΝΝΑΤΗ ΕΙΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΝ

Στροφή Α

      Δυστυχησμένα πλάσματα
   Της πλέον δυστυχησμένης
   Φύσεως, τελειώνομεν
   Ένα θρήνον και εις άλλον
            Πέφτομεν πάλιν.

Β

      Ημείς κατεδικάσθημεν
   Άθλιοι, κοπιασμένοι,
   Πάντα να κατατρέχωμεν,
   Αλλά ποτέ δεν φθάνομεν
            Την ευτυχίαν.

Γ

      Ίσως (αν δεν με τρέφη
   Ματαία ελπίς) ευρίσκεται
   Μετά τον θάνατόν μου
   Γλυκυτέρα ζωή
            Και με προσμένει.

Δ

      Όμως, διατί έαν έσπειρε
   Παντού εις την οικουμένην
   Την χαράν με την θλίψιν
   Του επουρανίου πατρός
            Το δίκαιον χέρει;

Ε

      Διατί κ' εδώ όπου μ' έρριψεν
   Εις την αέριον σφαίραν,
   Μίαν να μην εύρω τρέχουσαν
   Διά με, μόνην μίαν βρύσιν
            Παρηγορίας;

ΣΤ

      Βρύσιν! — Και τα θαυμάσια
   Της Αρετής αένναα
   Νερά δεν βλέπω; Χύνονται
   Ποταμηδόν τρυγύρω μου,
            Την γην σκεπάζουν.

Ζ

      Ω θνητοί, ποτισθήτε.
   Έαν το θείον πίετε
   Ρεύμα, ο πόνος με δάκρυα
   Την τράπεζαν, το στρώμα σας
            Ας βρέξη τότε.

Η

      Ας έλθη τότε, ας έλθη
   Να σας περικυκλώση
   Με σκοτεινά, βρονταία
   Πεπυκνωμένα σύννεφα
            Η δυστυχία.

Θ

      Μία δύναμις ουράνιος
   Εις την ψυχήν σας δίδει
   Πτερά ελαφρά, και υψόνεται
   Λαμπρόν το μέτωπόν σας
            Υπέρ την νύκτα.

Ι

      Από τα ολύμπια δώματα
   Δροσερόν καταβαίνει
   Χαράς, ελαίου φύσημα,
   Και στεγνόνει τα δάκρυα·
            Τον ίδρωτά σας.

ΙΑ

      Εκεί όπου επατήσατε
   Ιδού οι καρποί φυτρόνουν,
   Και τ' άνθη ιδού σκορπίζουσι
   Τα κύματα ευτυχή
            Της μυρωδίας.

ΙΒ

      Της φιλίας η Χάριτες,
   Και του Υμεναίου, συμπλέκουσι
   Χορών πλουσίους στεφάνους·
   Βωμόν έχουν τον θρόνον σας
            Και τον δοξάζουν.

ΙΓ

      Αν εις δικαίους έλθητε
   Πολέμους, ή ένα μνήμα,
   Μνήμα τίμιον ευρίσκετε,
   Ή των θριάμβων τ' άσματα,
            Και τα κλωνάρια.

ΙΔ

      Τα πολύχρυσα πέπλα,
   Και τ' αρώματα ο Πλούτος,
   Γλυκύ η Σοφία το φίλημα
   Σας χαρίζει, έαν ήνε
            Με σας η ειρήνη

ΙΕ

      Ω Αρετή! πολύτιμος
   Θεά, συ ηγάπας πάλαι
   Τον Κιθαιρώνα, σήμερον
   Την γην μη παραιτήσης,
            Την πατρικήν μου.

ΩΔΗ ΔΕΚΑΤΗ Ο ΩΚΕΑΝΟΣ

Στροφή Α

      Γη των θεών φροντίδα,
   Ελλάς ηρώων μητέρα,
   Φίλη, γλυκεία πατρίδα μου
   Νύκτα δουλείας σ' εσκέπασε,
            Νύκτα αιώνων.

Β

      Ούτω εις το χάος αμέτρητον
   Των ουρανίων ερήμων,
   Νυκτερινός εξάπλωσεν
   Έρεβος τα πλατέα
            Πένθυμα εμβόλια.

Γ

      Και εις την σκοτιάν βαθείαν,
   Εις το απέραντον διάστημα,
   Τα φώτα σιγαλέα
   Κινώνται των αστέρων
            Λελυπημένα.

Δ

      Εχάθηκαν η πόλεις,
   Εχάθηκαν τα δάση,
   Κ' η θάλασσα κοιμάται
   Και τα βουνά· και ο θόρυβος
            Παύει των ζώντων.

Ε

      Εις τα φρικτά βασίλεια
   Ομοιάζει του θανάτου
   Η φύσις όλη· εκείθεν
   Ήχος ποτέ δεν έρχεται
            Ύμνων ή θρήνων.

ΣΤ

      Αλλά των μακαρίων
   Σταύλων ιδού τα ηώα
   Κάγκελλα η Ώραι ανοίγουσιν,
   Ιδού τα ακάμαντα άλογα
            Του Ηλίου εκβαίνουν.

Ζ

      Χρυσά, φλογώδη, καίουσι
   Τους δρόμους του αέρος
   Τα αμιλλητήρια πέταλα·
   Τους ουρανούς φωτίζουσι
            Λάμπουσαι η χαίται.

Η

      Τώρα εξανοίγει τ' άνθη
   Εις τον δροσώδη κόλπον
   Της γης η αυγή· και φαίνονται
   Τώρα των φιλοπόνων
            Ανδρών τα έργα.

Θ

      Τα μυρισμένα χείλη
   Της ημέρας φιλούσι
   Το αναπαυμένον μέτωπον
   Της οικουμένης· φεύγουσιν
            Όνειρα, σκότος.

I

      Ύπνος, σιγή· και πάλιν
   Τα χωράφια, την θάλασσαν,
   Τον αέρα γεμίζουσι
   Και τας πόλεις με κρότον,
            Ποίμνια και λύραι.

ΙΑ

      Εις του σπηλαίου το στόμα
   Ιδού προβαίνει ο μέγας
   Λέων, τον φοβερόν
   Λαιμόν τετριχωμένον
            Βρέμων τινάζει.

ΙΒ

      Ο αετός αφίνει
   Τους κρημνούς υψηλούς·
   Κτυπάουσιν η πτέρυγες
   Τα νέφη, και τον Όλυμπον
            Η κλαγγή σχίζει.

      Έθλιψε την Ελλάδα
   Νύκτα πολλών αιώνων,
   Νύκτα μακράς δουλείας,
   Αισχύνη ανδρών, ή θέλημα
            Των αθανάτων.

ΙΔ

      Η χώρα τότε εφαίνετο
   Ναός ηριπομένος,
   Όπου οι ψαλμοί σιγάουσι
   Και του κισσού τα ατρέμητα
            Φύλλα κοιμώνται.

ΙΕ

      Ωσάν επί την άπειρον
   Θάλασσαν των ονείρων,
   Ολίγαι, απηλπισμέναι
   Ψυχαί νεκρών διαβαίνουσι
            Με δίχως βίαν·

ΙΣΤ

      Ούτως από του Άθωνος
   Τα δένδρα, έως τους βράχους
   Της Κυθήρας, κυλίουσα
   Την άμαξαν βραδείαν,
            Ουρανοδρόμον·

ΙΖ

      Η τρίμορφος Εκάτη
   Εθεώρει τα πλοία,
   Εις του Αιγαίου τους κόλπους
   Λάμνοντα αδόξως, φεύγοντα
            Διασκορπισμένα

ΙΗ

      Συ τότε, ω λαμπροτάτη
   Κόρη Διός, του κόσμου
   Μόνη παρηγορία,
   Την γην μου συ ενθυμήθηκες
            Ω Ελευθερία.

ΙΘ

      Ήλθε η θεά· κατέβη
   Εις τα παραθαλάσσια
   Κλειστά της Χίου· τας χείρας
   Άπλωσ' ορθή, και κλαίουσα
            Λέγει τοιάδε·

Κ

       — Ωκεανέ, πατέρα
   Των χορών αθανάτων,
   Άκουσον την φωνήν μου,
   Και της ψυχής μου τέλεσον
            Τον μέγαν πόθον.

ΚΑ

      Ένδοξον θρόνον είχον
   Εις την Ελλάδα· τύραννοι
   Προ πολλού τον κρατούσι
   Σήμερον συ βοήθησον,
            Δος μου τον θρόνον.

ΚΒ

      Όταν τους ανοήτους
   Φεύγω θνητούς, με δέχονται
   Η πατρικαί σου αγκάλαι·
   Η ελπίς μου εις την αγάπην σου
            Στηρίζεται όλη —

ΚΓ

      Είπε· και ευθύς επάνω
   Εις τας ροάς εχύθη
   Του Ωκεανού, φωτίζουσα
   Τα νώτα υγρά και θεία,
            Πρόφαντος λάμψις.

ΙΑ

      Αστράπτουσι τα κύματα
   Ως οι ουρανοί, και ανέμελος,
   Ξάστερος φέγγει ο ήλιος
   Και τα πολλά νησία
            Δείχνει του Αιγαίου.

ΙΕ

      Πρόσεχε τώρα· ως άνεμος
   Σφοδρός μέσα εις τα δάση,
   Ο αλαλαγμός σηκόνεται·
   Άκουε των πλεόντων
            Τα εία μ ά λ α.

ΙΣΤ

      Σχισμένη υπό μυρίας
   Πρώρας αφρίζει η θάλασσα,
   Τα πτερωμένα αδράχτια
   Ελεύθερα εξαπλόνονται
            Εις τον αέρα·

ΙΖ

      Επί την λίμνην ούτως
   Αυγερινά πετάουσι
   Τα πλήθη των μελίσσων
   Όταν γλυκύ του έαρος
            Φυσάη το πνεύμα·

ΙΗ

      Επί την άμμον ούτω
   Περιπατούν οι λέοντες
   Ζητούντες τα κοπάδια,
   Την θέρμην των ονύχων
            Έαν αισθανθώσιν

Θ

      Ούτως εάν την δύναμιν
   Ακούσουν των πτερύγων
   Οι αετοί, το κτύπημα
   Των βροντών υπερήφανοι
            Καταφρονούσι.

Λ

      Πεφιλημένα θρέμματα
   Ωκεανού, γενναία
   Και της Ελλάδος γνήσια
   Τέκνα, και πρωτοστάται
            Ελευθερίας·

ΛΑ

      Χαίρετε σεις καυχήματα
   Των θαυμασίων (Σπετσίας,
   Ύδρας, Ψαρών), σκοπέλων,
   Όπου ποτέ δεν άραξε
            Φόβος κινδύνου.

ΛΒ

      Κατευοδοίτε! — Ορμήσατε
   Τα συναγμένα πλοία
   Ω, ανδρείοι· σκορπίσατε
   Τον στόλον, κατακαύσατε
            Στόλον βαρβάρων.

ΛΓ

      Τα δειλά των εχθρών σας
   πλήθη καταφρονήσατε·
   Την κόμην πάντα ο θρίαμβος
   Στέφει των υπέρ πάτρης
            Κινδυνευόντων.

ΛΔ

      Ω επουράνιος χείρα!
   Σε βλέπω κυβερνούσαν
   Τα τρομερά πηδάλια,
   Και των ηρώων η πρώραι
            Ιδού πετάουν.

ΛΕ

      Ιδού κροτούν, συντρίβουσι
   τους πύργους θαλασσίους
   Εχθρών απείρων· σκάφη,
   Ναύτας, ιστία, κατάρτια
            Η φλόγα τρώγει·

ΛΣΤ

      Και καταπίνει η θάλασσα
   Τα λείψανα· την νίκην
   Ύψωσ' ω λύρα· αν ήρωες
   Δοξάζωνται, το θείον
            Φιλεί τους ύμνους

ΛΖ

      Ωθωμανέ υπερήφανε,
   Πού είσαι; νέον στόλον
   Φέρε, ω μωρέ, και σύναξε·
   Νέαν δάφνην οι Έλληνες
            Θέλουν αρπάξειν.

ΩΔΗ ΕΝΔΕΚΑΤΗ Η ΒΡΕΤΤΑΝΙΚΗ ΜΟΥΣΑ

Στροφή Α

      Εάν τα ποσειδώνια
   Κύματα, τον αυθάδη
   Ναύτην απομακρύνωσιν
   Από την πάτριον νήσον του
            Πριν έλθη η νύκτα·

Β

      Με ψυχήν πικραμένην
   Ορθός επί την πρύμνην
   Βλέπει επάνω εις την θάλασσαν
   Την ησυχίαν χυμένην
            Και εσπέριον σκότος·

Γ

      Βλέπει τα περιπόθητα
   Βουνά και τα χωράφια
   Της γλυκεράς πατρίδος
   Κεχρυσωμένα ακόμα.
            Από τον ήλιον.

Δ

      Αλλ' ήδη εις τα ερεβώδη
   Λουτρά βαθέα της δύσεως
   Του λαμπρού βασιλέως,
   Των αέρων εβούτησεν
            Η εσχάτη ακτίνα.

Ε

      Και αλλάζει, ιδού, αμαυρόνεται
   Της νήσου η ράχη, ως πρόσωπον
   Νέας, ορφανής παρθένου,
   Υγρόν υπό το σύγνεφον
            Της δυστυχίας·

ΣΤ

      Τα λυπημένα ομμάτια του
   Τότε αν σηκώση ο ναύτης,
   Βλέπει επάνω εις την χώραν του
   Τρέμον και μεσουράνιον
            Το πρώτον άστρον.

Ζ

      Ούτως αν χάση ο άνθρωπος
   Το φως και τον σκεπάση
   Μακάριον σκότος, βλέπομεν
   Επ' αυτόν ανατέλλον
            Άστρον ελπίδος.

Η

      Ω Βύρων ω θεσπέσιον
   Πνεύμα των Βρεττανίδων,
   Τέκνον Μουσών και φίλε
   Άμοιρε της Ελλάδος
            Καλλιστεφάνου.

Θ

      Πλεγμένα με τα φύλλα
   Του μυστικού Ελικώνος
   Της Υγιείας τα ρόδα
   Χθες θαυμασίως εστόλιζον
            Την κεφαλήν σου.

Ι

      Χθες τον ουράνιον έτρεχε
   Δρόμον ο ήλιος· χύνων
   Τας πλέον λαμπράς ακτίνας
   Το μέτωπόν σου αντέστραπτεν
            Ως αθανάτου.

ΙΑ

      Σήμερον κείσαι, ως εύφορος
   Πολύκλωνος ελαία
   Από το βίαιον φύσημα
   Σκληρών ανέμων κείται
            Εκριζωμένη.

ΙΒ

      Σήμερον κείσαι, ω Βύρων,
   Και πού τα ένθεα έπη,
   Πού είνε τώρα τα σύμμετρα
   Πτερόεντα φωνήεντα
            Καστάλιε κύκνε;

ΙΓ

      Θαυματουργοί φυσήσατε
   Πνοαί του Παραδείσου·
   Σηκώσου, ω Βύρων, τίναξον
   Μακρά από σε τον άωρον
            Μόρσιμον ύπνον.

ΙΔ

      Ιδού της μουσοτρόφου
   Ευρώπης τα υπερέχοντα
   Έθνη ακόμα, προσμένουσιν,
   Ακόμα την φωνήν σου
            Επιθυμούσιν.

ΙΕ

      Ιδού η Ελλάς σού ετοίμασεν
   Όχι τον χρυσόν κύκλον
   Τον τους κροτάφους φλέγοντα,
   Των αργών βασιλέων
            Ή των τυράννων·

ΙΣΤ

      Αλλά στέφανον έτερον,
   Στολήν ένδοξον, έντιμον,
   Αξίαν νοός δικαίου,
   Ανδρός αξίαν γενναίου
            Φιλελευθέρου·

ΙΖ

      Στέφανον αιωνίων
   Κλάδων αφθάρτων, λάμποντα
   Όχι διά τους κροτούντας
   Ποιητάς το μονόχορδον
            Της κολακείας·

ΙΗ

      Αμμή διά σε τον εύτολμον
   Λειτουργόν των παρθένων
   Ελικωνίων· φιλούσιν
   Η Μούσαι χείρα αμίαντον
            Και υψηλόν πνεύμα.

ΙΘ

      Σε η Ελλάς ευγνώμων
   Ως φίλον μεγαλόψυχον
   Ζητεί να στεφανώση,
   Ως παρηγορητήν της,
            Ως ευεργέτην.

Κ

      Σηκώσου, ω Βύρων … φίλε
   Σηκώσου . . . λάβε, ω μέγα,
   Λάβε το δώρον, ύμνησον
   Του Σταυρού τους θριάμβους
            Και της Ελλάδος·

ΚΑ

      Αι! των θνητών η ελπίδες
   Ως ελαφρά διαλύονται
   Όνειρα βρέφους· χάνονται
   Ως λεπτόν βόλι εις άπειρον
            Βάθος πελάγου.

ΚΒ

      Ο Βύρων κείται ως κρίνος
   Υπό το βαρύ κάλυμμα
   Αθλίας νυκτός· η αιώνιος,
   Ω λύπη, τον εσκέπασε
            Μοίρα θανάτου·

ΚΓ

      Ανήρ κατά τον φύσεως
   Νόμον τον άνδρα κλαίω·
   Δεν χύνονται τα δάκρυα
   Ματαίως επί τον τάφον
            Των ευδοκίμων.

ΚΔ

      Ότι αν φθαρτόν το σώμα
   Πέση, και τ' άυλον πνεύμα
   Των αγαθών και η φήμη
   Νικήσουν ως η αλήθεια
            Το αένναον μέλλον·

ΚΕ

      Αν χωριστή, μετέωρος
   Επί την δέλφιον πέτραν
   Αστράψη η λύρα, καύχημα
   Άγγλων και χαρμοσύνη
            Αγηνορίδων·

ΚΣΤ

      Ημείς όμως χηρεύομεν.
   Τας θλίψεις θεραπεύει,
   Και άγει ο θρήνος εις άμιλλαν
   Αρετής την φιλόδοξον
            Σποράν του ανθρώπου.

ΩΔΗ ΔΩΔΕΚΑΤΗ ΕΙΣ ΨΑΡΑ

Στροφή Α

      Ερατεινή, γλυκεία
   Θυγάτηρ Υπερίονος,
   Πόσον, ω χρυσοβλέφαρος,
   Πόσον δεκτή και νόστιμη
            Φέγγεις ω ημέρα.

Β

      Ελεύθερος ή δούλος
   Τι χρησιμεύει αν ήνε,
   Μόνον ας ζήση ο άνθρωπος,
   Ότι είνε η γη παράδεισος,
            Και η ζωή μία.

Γ

      Δεύτε, εν ώ τα της Κύπριδος
   Δάκτυλα μυρισμένα
   Τας χορδάς κολακεύωσι,
   Και η τρυφερά κιθάρα
            Τον κόσμον θέλγει·

Δ

      Τρέξατε σεις ω αμέριμνα
   Πλήθη λαών· τον μέγαν
   Μελίφρονα αμφορέα
   Του Βασσαρέως αδράξατε
            Νέοι και παρθένοι.

Ε

      Με χιτώνα σιδώνιον
   Με σάνδαλα χρυσόδετα
   Χοροβατούντες ψάλλατε
   Ή την στροφήν την λέσβιον,
            Ή τέιον μέλος. —

ΣΤ

       — Φθάνει τώρα το κέρασμα,
   Φθάνει ο χορός, και τ' άσμα·
   Κάθε ηδονή το μέτριον
   Εάν αγαπά, ας προσφύγωμεν
            Εις χαράν άλλην.

Ζ

      Εδώ υπό τον πολύφυλλον
   Και δροσερόν κεδρώνα
   Ελάτε, ας αναπαύσωμεν
   Το κορμί μας και ας έχωμεν
            Τ' άνθη διά στρώμα.

Η

      Ένα φιλί… κ' έν άλλο…
   Έρωτα τρέξε, εξάπλωσον
   Αιώνια τα πτερά σου,
   Σκέπασον το μυστήριον
            Της εορτής σου.

Θ

      Ούτω, καθό η ταχύπους
   Ίρις λάμπει και αβίαστος
   Με τα ζεφύρια πνεύματα
   Φεύγει, δι' ημάς αδάκριτοι
            Φεύγουν η ημέραι. —

Ι

       — Αναίσχυντα φρονήματα
   Των αγεννέων ανθρώπων·
   Ύμνοι μανίας, που εφύγατε
   Από τα οδόντια του άδου
            Στίχοι Εριννύων·

ΙΑ

      Αν της δικαιοσύνης
   Περιβλαστή το σκήπτρον,
   Αν φιλάνθρωπον φύσημα
   Εις την καρδίαν εισπνέη
            Των βασιλέων·

ΙΒ

      Αν η αρετή, κ' ο ελεύθερος
   Νόμος ως άγια χρήματα
   Ειλικρινώς λατρεύωνται,
   Τότε καθό ο Παράδεισος
            Δίδει η γη ρόδα.

ΙΓ

      Αλλ' η ζωή και τότε
   Δεν είνε δια τον βλέποντα
   Άνθρωπον τους αστέρας
   Άλλο παρά προοίμιον
            Αθανασίας.

ΙΔ

      Ιδού τα πολυτάραχα
   Κύματα της θαλάσσης·
   Ιδού, ιδού των αμώμων
   Ψαρών δικαιοτάτων
            Η τραχείαι πέτραι.

ΙΕ

      Αυτού καμμία κιθάρα
   Φθοροποιός, όχι όργια,
   Όχι κρότος Μαινάδων,
   Ούτ' Έρωτος παιγνίδια
            Τον νουν συγχίζουν.

ΙΣΤ

      Αλλ' ως, κατά το βράδυ
   Το θερινόν ανάπτονται
   Ταχείαι, συχναί η ολύμπιαι
   Αστραπαί και θαμβόνουσι
            Τους οδοιπόρους·

ΙΖ

      Ούτω τα μεν θηκάρια
   Σορηδόν ερριμμένα
   Κρύπτουν την γην, τους βράχους·
   Ο δε σιδηροχάρμης
            Άφοβος Άρης,

ΙΗ

      Κινεί την νήσον. Χίλια
   Πολέμου χάλκεα όργανα
   Βροντούν· εις τον αέρα
   Των ξίφων μύριαι γλώσσαι
            λάμπουν, κλονούνται.

ΙΘ

      Μία βοή σηκόνεται,
   Μία μόνη επιθυμία,
   Και ωσάν ακτίνα ουράνιος,
   Ως φλόγα ες δάση ευάνεμα
            Καίει τας καρδίας.

Κ

      «Υπέρ γονέων και τέκνων,
   «Υπέρ των γυναικών,
   «Υπέρ πατρίδος πρόκειται
   «Και πάσης της Ελλάδος
            «Όσιος αγώνας.

ΚΑ

      «Θαλπτήριον της ημέρας
   «Φως, δια πάντοτε χαίρε·
   «Και σεις οπού ευφραίνεται
   «Με φωνήν ηδυόνειρον
            Της γης τα τέκνα,

ΚΒ

      «Χαίρετ' ελπίδες. — Ήλθε
   «Της Άγαρ το υπερήφανον
   «Σπέρμα· επάνω εις τας όχθας
   «Των Ψαρών, αλαλάζον
            «Σφόδρα, κατέβη.

ΚΓ

      «Ω, πατρίς, την εκούσιον
   «Δέξου θυσίαν»…. — Αστράπτει. —
   Σεισμός πολέμου ακούεται.
   Υπό τύμβον υψήνορα
            Ήρωος κοιμώνται.

ΚΔ

      Επί το μέγα ερείπιον
   Η Ελευθερία ολόρθη
   Προσφέρει δύο στεφάνους·
   Έν από γήινα φύλλα,
            Κ' άλλον απ' άστρα.

ΩΔΗ ΔΕΚΑΗΤΡΙΤΗ ΤΑ ΗΦΑΙΣΤΙΑ

Στροφή Α

      Χλωρά, μοσχοβολούντα
   Νησία του Αιγαίου πελάγους,
   Ευτυχισμένα χώματα
   Όπου η χαρά κ' η ειρήνη
            Πάντα εκατοίκουν.

Β

      Τι τα θαυμάσια εγίνηκαν
   Κοράσια σας οπ' είχαν
   Ψυχήν 'σάν φλόγα, χείλη
   'Σάν δροσισμένα 'ρόδα,
            Λαιμόν 'σάν γάλα;

Γ

      'Στά πλούσια περιβόλια σας
   Βασιλικός και κρίνοι
   Ματαίως ανθίζουν· έρημα,
   Ούτ' ένα χέρι ευρίσκεται
            Να τα ποτίζη.

Δ

      Τα δάση, τα λαγκάδια σας,
   Όπου η φωναί αντιβόουν
   Των κυνηγών, σιωπώσι·
   Σκύλοι εκεί τώρα αδέσποτοι
            Μόνον βουίζουν.

Ε

      Ελεύθερα, αχαλίνωτα
   Μέσα εις τα αμπέλια τρέχουν
   Τ' άλογα, και εις την ράχην του
   Το πνεύμα των ανέμων
            Κάθεται μόνον.

ΣΤ

      Εις τον αιγιαλόν
   Από τα ουράνια σύγνεφα
   Αφόβως καταιβαίνουν
   Κραυγάζοντες οι γλάροι
            Και τα γεράκια.

Ζ

      Βαθυά εις την άμμον βλέπω
   Χαραγμένα πατήματα
   Ζώντων παιδιών και ανθρώπων·
   Όμως πού είνε οι άνθρωποι,
            Πού τα παιδία;

Η

      Φρικτόν θλιβερόν θέαμα
   Τριγύρω μου εξανοίγω·
   Ποίων είναι τα σώματα
   Που πλέουσ' εις το κύμα;
            Ποίων τα κεφάλια;

Θ

      Αυγεριναί του ηλίου
   Ακτίνες τι προβαίνετε;
   Τάχα αγαπάει να βλέπη
   Έργα ληστών το μάτι
            Των ουρανίων;

Ι

      Δημιουργέ του κόσμου,
   Πατέρα των αθλίων
   θνητών, αν συ του γένους μας
   Όλου ζητής τον θάνατον,
            Αν συ το θέλης·

ΙΑ

      Τα γόνατά μου εμπρός σου,
   Να, πέφτουν· το υπερήφανον
   Κεφάλι μου, που αντίκρυ
   Των Βασιλέων υψόνετο,
            Την γην εγγίζει.

ΙΒ

      Ιδού ευλαβείς οι Έλληνες
   Σκύπτουσιν όλοι· πρόσταξε,
   Κ' επάνω μας ας πέσωσιν
   Η Φλόγες της οργής σου
            Αν συ το θέλης.

ΙΓ

      Πλην πολυέλεος είσαι.
   Και βοηθόν σε κράζω. . . .
   Βλέπω, βλέπω εις την θάλασσαν
   Πετώμενον τον στόλον
            Αγρίων βαρβάρων.

ΙΔ

      Κύτταξε πώς ο ήλιος
   Χρυσόνει τα πανιά των·
   Κύτταξε πώς το πέλαγος
   Από σπαθιών ακτίνας
            Τρέμον αστράπτει.

ΙΕ

      Από τας πρύμνας χύνεται
   Γεμίζων τον αέρα
   Κρότος μυρίων κυμβάλων,
   Και μέσα από τον θόρυβον
            Ψάλματα εκβαίνουν·

ΙΣΤ

      «Στάζουσι τα μαχαίρια μας,
   «Από το αίμα ακάθαρτον
   «Των χριστιανών· πριν πήξη,
   «Ελάτε, ελάτε εις νέον
            «Αίμα ας τα πλύνωμεν.

ΙΖ

      «Ελάτε να ζεστάσωμεν
   «Τα χέρια μας 'ς τα σπλάγχνα
   «Όσων θυσίας προσφέρουσιν
   «Εις τον Σταυρόν και σέβονται
            «Αγίων εικόνας.

ΙΗ

      «Ελάτε, ελάτε, ο κόπος
   »Αν μας καταδαμάση,
   «Επί σωρούς σφαγμένων
   «Καθίζοντας, ανάπαυσιν
            «Θέλομεν εύρει.

ΙΘ

      «Τα ρόδα της Ελλάδος
   «Εις τ' αίμα της βαμμένα
   «Θέλει φανούν τερπνότατον
   «Δώρον των γυναικών μας.
            «Κ' έργον ηρώων.»

Κ

      Σκληρά, δειλά αναθρέμματα
   Της ποταπής Ασίας
   Έργον ηρώων, ναι, βέβαια,
   Ποίος το αμφιβάλει, υπάρχει
            Το τρόπαιόν σας.

ΚΑ

      Έργον ηρώων, αν σφάξητε
   Αδύνατα παιδία·
   Έργον ηρώων, αν πνίξητε
   Τας τρυφεράς γυναίκας
            Και τα γερόντια.

ΚΒ

      Ιδού κ' άλλα νησία
   Την λύσσαν σας προσμένουσι·
   Πόλεις ιδού και αλίκτυπος
   Ξηρά κατοικημένη
            Απ' έθνη αθώα.

ΚΓ

      Διά σας ηρώων κοπάδια,
   Δεν φθάνει η Χίος, η Κύπρος·
   Των Κυδωνιών δεν φθάνουσιν
   Της Κάσσου και της Κρήτης
            Η κατοικίαι.

ΚΑ

      Άμμετε, μην αφήσετε
   Ζώντα κανένα· απ' αίμα
   Τα αιγαία νερά βαμμένα,
   Κύματ' ας έχουν γέμοντα
            Από σφαγάδια.

ΚΕ

      Ω Έλληνες, ω θείαι
   Ψυχαί, 'που εις τους μεγάλους
   Κινδύνους φανερόνετε
   Ακάμαντον ενέργειαν
            Και υψηλήν φύσιν!

ΣΤ

      Πώς από σας καμμία
   Δεν τρέχει τώρα; πώς
   'Κεί μέσα εις τα πλεόμενα
   Δεν ρίχνεσθε καράβια
            Των πολεμίων;

ΚΖ

      Πώς, πώς της ταλαιπώρου
   Πατρίδος δεν πασχίζετε
   Να σώσητε τον στέφανον
   Από τα χέρια ανόσια.
            Ληστών τοσούτων;

ΚΗ

      Είνε πολλά τα πλήθη των
   Και φοβερά εις την όψιν,
   Αλλ' ένας Έλλην δύναται
   Ένας άνδρας γενναίος
            Να τα σκορπίση.

ΚΘ

      Όποιος την δάφνην θέλει
   Αθάνατον της δόξης,
   Όποιος δάκρυα διά τ' έθνος του
   Έχει, διά δε την μάχην
            Νουν και καρδίαν·

Λ

            Ας έκβη αυτός. — Να, βλέπω
   Ταχείαι, ως τ' απλωμένα
   Πτερά των γερανών,
   Έρχονται δύο κατάμαυροι
            Τρομεροί πρώραι.

ΛΑ

      Παύει ως τόσον ο κρότος
   Των μουσικών οργάνων·
   Τ' αγαρηνά τραγούδια
   Παύουν και τα υπερήφανα
            Βλάσφημα μέτρα.

ΛΒ

      Μόνον ακούω το φύσιμα
   Του ανέμου οπού περνώντας
   Εις τα κατάρτια ανάμεσα
   Και εις τα σχοινία σχισμένος
            Βιαίως σφυρίζει.

ΛΓ

      Μόνον ακούω την θάλασσαν
   Που ωσάν μέγα ποτάμι
   Ανάμεσα εις τους βράχους
   Κτυπώντας μυρμυρίζει
            Γύρω εις τα σκάφη.

ΛΑ

      Να, η κραυγαί και ο φόβος,
   Να, η ταραχή και η σύγχυσις
   Από παντού σηκόνονται,
   Και απλόνουν πολυάριθμα
            Πανία να φύγουν.

ΛΕ

      Στενόν, στενόν το πέλαγος
   Ο τρόμος κάμνει· πέφτει
   Ένα καράβι επάνω
   Εις τ' άλλο και συντρίβονται·
            Πνίγονται οι ναύται.

ΛΣΤ

      Ω! πώς από τα μάτια μου
   Ταχέως εχάθη ο στόλος·
   Πλέον δεν ξανοίγω τώρα
   Παρά καπνούς και φλόγας
            Ουρανομήκεις.

ΛΖ

      Έξω από την θαλάσσιον
   Πυρκαϊάν νικήτριαι
   Ιδού πάλιν εκβαίνουν
   Σωσμέναι η δύο κατάμαυροι
            Θαυμάσιαι πρώται.

ΛΗ

      Πετάουν, απομακρίνονται·
   'Σ το διάστημα του αέρος
   Χωσμέναι γίνονται άφαντοι· —
   Διαβαίνουσαι επαιάνιζον,
            Κ' ήκουεν ο κόσμος.

ΛΘ

      Κανάρη! — και τα σπήλαια
   Της γης εβόουν, Κανάρη. —
   Και των αιώνων τα όργανα
   Ίσως θέλει αντηχήσουν
            Πάντα Κανάρη.

ΩΔΗ ΔΕΚΑΤΗ ΤΕΤΑΡΤΗ ΕΙΣ ΣΑΜΟΝ

Στροφή Α

      Όσοι το χάλκεον χέρι
   Βαρύ του φόβου αισθάνονται,
   Ζυγόν δουλείας ας έχωσι·
   θέλει αρετήν και τόλμην
            Η ελευθερία.

Β

      Αυτή (και ο μύθος κρύπτει
   Νουν αληθείας), επτέρωσε
   Τον Ίκαρον· και αν έπεσεν
   Ο πτερωθείς κ' επνίγη
            Θαλασσωμένος·

Γ

      Αφ' υψηλά όμως έπεσε,
   Και απέθανεν ελεύθερος. —
   Αν γένης σφάγιον άτιμον
   Ενός τυράννου, νόμιζε
            Φρικτόν τον τάφον.

Δ

      Μούσα το Ικάριον πέλαγος
   Έχεις γνωστόν. Να, η Πάτμος,
   Να, αι Κορασσίαι κ' η Κάλυμνα
   Που τρέφει τας μελίσσας
            Με αθέριστα άνθη.

Ε

      Να, της αλόης η νήσος,
   Και η Κως ευτυχεστάτη,
   Ήτις του κόσμου εχάρισε
   Τον Απελλήν και αθάνατον
            Τον Ιπποκράτην.

ΣΤ

      Ιδού και ο μέγας τρόμος
   Της Ασίας γης, η Σάμος·
   Πλέξε δι' αυτήν τον στέφανον
   Υμνητικόν και αιώνιον
            Λυρική κόρη.

Ζ

      Αυτού, ενθυμάσαι, εγέμιζες
   Του τέιου Ανακρέοντος
   Χαρμόσυνον κρατήρα,
   Κ' έστρωνες διά τον γέροντα
            Δροσόεντα ρόδα.

Η

      Αυτού, του Ομήρου εδίδασκες
   Τα δάχτυλα να τρέχουσι
   Με την ωδήν συμφώνως,
   Όταν τα έργα ιστόρη
            Θεών και ηρώων.

Θ

      Αυτού, τα χρυσά έπη
   Εμψύχωνες εκείνον,
   Δι’ ου τα νέφη εσχίσθησαν
   Και των άστρων εφάνηκεν
            Η αρμονία.

Ι

      Ω κατοικία Ζεφύρων,
   Όταν αλλού του ηλίου
   Καίουν τα βουνά η ακτίνες,
   Ή τον χειμώνα η νύκτα
            Κόπτη τας βρύσεις·

ΙΑ

      Εσύ ανθηρόν το στήθος σου,
   Φαιδρόν τον ουρανόν
   Έχεις, και από τα δένδρα σου
   Πολλή πάντοτε κρέμεται
            Καρποφορία.

ΙΒ

      Καθώς προτού νυκτώση,
   Μέσα εις τον κυανόχροον
   Αιθέρα, μόνος φαίνεται
   Λάμπων γλυκύς ο αστέρας
            Της Αφροδίτης.

ΙΓ

      Καθώς μυρτιά υπερήφανος
   Απ' άνθη φορτωμένη
   Και από δροσιάν αστράπτει,
   Όταν η αυγή χρυσόζωνος
            Την χαιρετάη·

ΙΔ

            Ούτω το κύμα Ικάριον
   Κουπούσα η βάρκα, βλέπει
   Σε εις τα νησία ανάμεσα
   Λαμπράν και υψηλοτάτην,
   Και αγαλλιάζει

ΙΕ

      Τι εγίνικαν η ημέραι,
   Ότε εις τας κορυφάς
   Του Κερκετέως δενδρόεντος
   Εχόρευον η τέχναι
            Στεφανωμέναι.

ΙΣΤ

      Έρχονται, ω μακαρία
   Νήσος, έρχονται πάλιν·
   Το προμηνύουσι τ' άντρα σου
   Φλογώδη, εξ ων μυρίαι
            Μάχαιραι εκβαίνουν.

ΙΖ

      Ως η σφήκες μαζόνονται
   Επί τα ολίγα λείψανα
   Σπαραγμένης ελάφου,
   Ή ταύρου οπού εκατάντησε
            Δείπνον λεαίνης·

ΙΗ

      Αλλ' αν βροντήση εξαίφνης,
   Πετάουν ευθύς και αφίνουσι
   Την ποθητήν τροφήν,
   Υπό τα δένδρα φεύγουσαι
            Και υπό τους βράχους

ΙΘ

      Ούτως εις τα παράλια
   Ασιατικά, τα πλήθη
   Αγαρηνά αναρίθμητα
   Βλέπω να επισωρεύονται,
            Όμως ματαίως.

Κ

      Σάλπιγγα μεγαλόφθογγος
   «Οι Σάμιοι», κράζει, «οι Σάμιοι»
   Και ιδού τα πόδια τρέμουσι
   Μυρίων ανδρών και αλόγων
            Θορυβουμένων.

ΚΑ

      «Οι Σάμιοι»· — και εσκορπίσθησαν
   Των απίστων αι φάλαγγες. —
   Α, τι, ω δειλοί, δεν μένετε,
   Να ιδήτε, αν το σπαθί μας
            Κοπτρόν ήνε;

ΚΒ

      Έρχονται, πάλιν έρχονται
   Χαράς ημέραι, ω Σάμος·
   Το προμηνύουν οι θρίαμβοι
   Πολλοί και θαυμαστοί,
            Που σε δοξάζουν.

ΚΓ

      Νήσος λαμπρά ευδαιμόνει·
   Ότε η δουλεία σε αμαύρονε,
   Σ' είδον· άμποτε νάλθω
   Να φιλήσω το ελεύθερον
            Ιερόν σου χώμα.

ΚΔ

      Εάν φιλοτιμούμεθα
   Να την ξαναποκτήσωμεν
   Μ' ίδρωτα και με αίμα,
   Καλόν είνε το καύχημα
            Της αρχαίας δόξης.