WeRead Powered by ReaderPub
Η Λύρα Ανδρέου Κάλβου και Ανέκδοτος Ύμνος Αντωνίου Μαρτελάου cover

Η Λύρα Ανδρέου Κάλβου και Ανέκδοτος Ύμνος Αντωνίου Μαρτελάου

Chapter 21: ΩΔΗ ΔΕΚΑΤΗ ΠΕΜΠΤΗ ΕΙΣ ΣΟΥΛΙ
Open in WeRead

Explore more books like this:

About This Book

The volume collects lyric odes, patriotic addresses and a hymn, accompanied by brief biographical and critical notes. The poems praise homeland and liberty, evoke island landscapes and the sea, and summon classical myth and heroic exempla to urge courage, honor and public virtue. Several pieces probe glory and death, celebrate victories and condemn betrayal, while others register exile, longing and the poet's vocation. The verse combines formal experimentation with an elevated diction that often rejects conventional rhyme and meter in favor of striking cadences. Biographical material and an appended hymn frame the poet's intentions and offer interpretive context.

ΩΔΗ ΔΕΚΑΤΗ ΠΕΜΠΤΗ ΕΙΣ ΣΟΥΛΙ

Στροφή Α

      Φυσάει σφοδρός ο αέρας,
   Και το δάσος κυμαίνεται
   Της Σελλαΐδος· φθάνουσι
   Μακράν εδώ, όπου κάθομαι,
            Μουσικά μέτρα.

Β

      Αφροντίστων ποιμένων
   Στίχοι δεν είνε, ή γάμου,
   Ή πανηγυριζόντων
   Νέων γυναικών και ανθρώπων,
            Μήτε ιερέων.

Γ

      Άλλη λαμπρά πανήγυρις
   Την σήμερον εορτάζεται
   Εις την Ελλάδα· ο άγγελος
   Χορεύει του πολέμου·
            Δάφνας μοιράζει.

Δ

      Βράχοι υψηλοί, διαβόητοι,
   Βουνά του τετραχώρου,
   Από σας καταβαίνουσι
   Πολλοί και δυνατοί
            Αδάμαστοι άνδρες.

Ε

      Κάθε χέρι, κλαδί·
   Κάθε κεφάλι φέρνει
   Στέφανον· από βράχον
   Πηδάουν εις βράχον ψάλλοντες
            Πολέμιον άσμα.

ΣΤ

      «Μακράν και σκοτεινήν
   «Ζωήν τα παλληκάρια
   «Μισούν όνομα αθάνατον
   «Θέλουν και τάφον έντιμον
            «Αντίς διά στρώμα.»

Ζ

      Ούτως εβόουν· συμφώνως
   Τ' άρματά τους εβρόνταον
   Και τ' άντρα…. — Ω δεν ακούω
   Πλέον παρά τον άνεμον
            Και τους χειμάρρους. —

Η

      Εσύ οπού τρέχεις, πρόσμενε
   Ω στρατιώτα· ειπέ μου,
   Και ας μη σε κυνηγήση
   Βόλι του εχθρού, πού επήγαν
            Οι σύντροφοί σου;

Θ

      «Λείπει ο καιρός. Αν έχης
   «Ελαφρά τα ποδάρια,
   «Και στήθος, ακολούθα με·
   «Τρίξε και συ μ' εμένα·
            «Μας φεύγει, η ώρα.» —

Ι

      Γνωρίζω την φωνήν σου.
   Οδήγει. — Οι βράχοι φεύγουσι
   Τώρα υπό τα πατήματα
   Συχνά, φεύγουν οπίσω
            Σπήλαια και δένδρα·

ΙΑ

      Των ποταμών πλατέα
   Νερά, βαθέα λαγγάδια,
   Έρημα μονοπάτια,
   Δάση, βουνά, χωράφια,
            Φεύγουν οπίσω.

ΙΒ

      Ιδού το Καρπενήσι·
   Αυτού από τα ψηλώματα,
   Όπου αναμένω, βλέπω
   Κρυπτόν στεφανομένων
            Σύνταγμα ηρώων.

ΙΓ

      Και αντίκρυ τα αναθρέμματα
   Του Οσμάν με δίχως τάξιν,
   Πλην χιλιάδας, χιλιάδας
   Βλέπω συγκεχυμένων
            Πεζών και ιππέων.

ΙΔ

      Ως εις χώραν εορτάζουσαν
   Συντρέχει μεν ο κόσμος
   Πολύς, κλαγγάς δε οργάνων,
   Φωνάς δε ανδρών χαιρόντων
            Ακούεις και κρότον.

ΙΕ

      Ούτω και εις το στρατόπεδον
   Των βαρβάρων ακούεις
   Κραυγάς, τύμπανα, κτύπους·
   Όμως ατρέμα ο θάνατος
            Στέκων τους βλέπει.

ΙΣΤ

      Ως τόσον της ημέρας
   Το φως εγίνηκ' άφαντον·
   Τους ουρανούς σκεπάζει
   Το φοβερόν σου κάλυμμα
            Ιερά νύκτα.

ΙΖ

      Μητέρα φρονημάτων
   Υψηλών, συνεργέ
   Ψυχών τολμηροτάτων,
   Νύκτα ουράνια και σύγχρονε
            Δικαιοσύνης.

ΙΗ

      Συχνά από σε παιδεύονται
   Λαοί άφρονες, άσωτοι·
   Συχνά και των τυράννων
   Αλλάζεις την χρυσήν
            Ζώνην εις Στάκτην.

ΙΘ

      Τώρα εδώ το πυκνότερον
   Σκότος σου χύσαι. Άνθρωπος
   Άνθρωπον ας μη βλέπη,
   Ας μη ξανοίγη μάτι
            Χείρα ωπλισμένην.

Κ

      Το πνεύμα ταραγμένον
   Των εχθρών της πατρίδος μου
   Ας πλάσση φοβερούς
   Γίγαντας, και ας φαντάζεται
            Παντού μαχαίρας.

ΚΑ

      Ακούω, ακούω τον θόρυβον
   Ως αρχομένης μάχης·
   Κουφοβροντάει τοιούτως,
   Ότε επάνω εις τους βράχους
            Ρίχνεται η θάλασσα.

ΚΒ

   Δάσος βοάει τοιούτως,
   Οπότε από τα σύγνεφα
   Σκληρός το δέρνει ο άνεμος·
   Ξηρά τα φύλλα φεύγουσιν
            Εις τον αέρα.

ΚΓ

      Να, των σπαθιών ο κρότος
   Προδήλως τώρα ακούεται·
   Να, πέφτουν ως ουράνιαι
   Βρονταί, πολλά, απροσδόκητα
            Βόλια θανάτου.

ΚΔ

      Να, πανταχού σηκόνονται
   Ομού και των νικώντων,
   Και των νενικημένων
   Η φωναί, τρομερή
            Φρικτή αρμονία.

ΚΕ

      Ω άγγελοι, οπού ετάχθητε
   Φύλακες των δικαίων,
   Της Σελλαιΐδος σώσατε
   Τα τέκνα και τον Μπότσαρην
            Διά την Ελλάδα.

ΚΣΤ

      Έπαυσ' η μάχη ολότελα,
   Αναχωρεί και η νύκτα·
   Ιδού που τ' άστρα αχνίζουσι,
   Και οι καθαροί λευκαίνονται
            Αιθέριοι κάμποι.

ΚΖ

      Πυκναί, πυκναί ως ομίχλη,
   Περνάουν απ' έμπροσθέν μου
   Των ψυχών η χιλιάδες·
   Τα χέρια των ακόμα
            Στάζουσιν αίμα.

ΚΗ

      Άνομοι, τον Σταυρόν
   Εχθρόν επήραν· και άγγελος
   Τους οδηγεί· εις το πρόσωπο
   Του λάμπει η καταδίκη,
            Ρομφαία 'ς το χέρι

ΚΘ

      Ιδού ανά δεκάδας,
   Πετάουν και των Ελλήνων
   Τα πνεύματα ελαφρά·
   Αστράπτουν ως η ακτίνες
            Του πρώτου ηλίου.

Λ

      Φέρνει Σταυρόν και βάια
   Ο πτερωμένος άγγελος
   Που τους ηγεμονεύει·
   Ψάλλοντες αναβαίνουσιν
            Υπέρ τα νέφη.

ΛΑ

      Ψυχαί μαρτύρων χαίρετε
   Την αρετήν σας άμποτε
   Να μιμηθώ εις τον κόσμον,
   Και να φέρω την λύραν μου
            Με σας να ψάλλω.

ΩΔΗ ΔΕΚΑΤΗ ΕΚΤΗ ΑΙ ΕΥΧΑΙ

Στροφή Α

      Της θαλάσσης καλήτερα
   Φουσκωμένα τα κύματα
   Να πνίξουν την πατρίδα μου
   Ωσάν απελπισμένην,
            Έρημον βάρκαν.

Β

      'Σ την στεριάν, 'ς τα νησία
   Καλήτερα μίαν φλόγα
   Να ιδώ παντού χυμένην,
   Τρώγουσαν πόλεις, δάση,
            Λαούς και ελπίδας·

Γ

      Καλήτερα, καλήτερα
   Διασκορπισμένοι οι Έλληνες
   Να τρέχωσι τον κόσμον,
   Με εξαπλωμένην χείρα
            Ψωμοζητούντες·

Δ

      Παρά προστάτας νάχωμεν.
   'Μέ ποτέ δεν εθάμβωσαν
   Πλούτη ή μεγάλα ονόματα,
   'Μέ ποτέ δεν εθάμβωσαν
            Σκήπτρων ακτίνες.

Ε

      Αν οπόταν παιθαίνη
   Πονηρός βασιλεύς
   Έσβυν' η νύκτα έν άστρον,
   Ήθελον μείνει ολίγα
            Ουράνια φώτα.

ΣΤ

      Το χέρι οπού προσφέρετε
   Ως προστασίας σημείον
   Εις ξένον έθνος, έπνιξε
   Και πνίγει τους λαούς σας,
            Πάλαι, και ακόμα.

Ζ

      Πόσοι πατέρες δίδουσιν,
   Όχι ψωμί, φιλήματα
   'Σ τα πεινασμένα τέκνα τους,
   Εν ώ λάμπουν 'ς τα χείλη σας
            Χρυσά ποτήρια!

Η

      Όταν υπό τα σκήπτρα σας
   Νέους λαούς καλείτε,
   Νέους ιδρώτας θέλετε
   Εσείς διά να πληρώσητε
            Πλουσιοπαρόχως,

Θ

      Τα ξίφη οπού φυλάγουσι
   Τα τρέμοντα βασίλειά σας,
   Τα ξίφη οπού τρομάζουσι
   Την αρετήν, και σφάζουσι
            Τους λειτουργούς της.

Ι

      Θέλετε θησαυρούς
   Πολλούς δια να αγοράσητε
   Κρότους χειρών και επαίνους,
   Και τ' άπειστον θυμίαμα
            Της κολακείας.

ΙΑ

      Ημείς δια τον Σταυρόν
   Ανδρείως υπερμαχόμεθα
   Και σεις εβοηθήσατε
   Κρυφά τους πολεμούντας
            Σταυρόν και αλήθειαν.

ΙΒ

      Διά να θεμελιώσητε
   Την τυραννίαν τιμάτε
   Τον Σταυρόν εις τας πόλεις σας,
   Και αυτόν επολεμήσατε
            Εις την Ελλάδα.

ΙΓ

      Και τώρα εις προστασίαν μας
   Τα χέρια σας απλόνετε!
   Τραβήξετέ τα οπίσω·
   Βλέπει ο Θεός και αστράπτει
            Διά τους πανούργους.

ΙΔ

      Όταν το δένδρον νέον
   Εβασάνιζον οι άνεμοι,
   Τότε βοήθειαν ήθελεν,
   Ενδυναμώθη τώρα
            Φθάνει η ισχύς του.

ΙΕ

      Το ξίφος σφίγξατ' Έλληνες —
   Τα ομμάτια σας σηκώσατε —
   Ιδού — εις τους ουρανούς
   Προστάτης ο Θεός
            Μόνος σας είνε.

ΙΣΤ

      Και αν ο Θεός και τ' άρματα
   Μας λείψωσι, καλήτερα
   Πάλιν να χρεμετήσωσι
   'Σ' τον Κυθερώνα Τούρκων
            Άγριαι φοράδες,

ΙΖ

      Παρά…. Αι, όσον είνε
   Τυφλή και σκληροτέρα
   Η τυραννίς, τοσούτον
   Ταχυτέρως ανοίγονται
            Σωτήριοι θύραι.

ΙΗ

      Δεν με θαμβώνει πάθος
   Κανένα· εγώ την λύραν
   Κτυπάω, και ολόρθος στέκομαι
   Σιμά εις του μνήματός μου
            Τ' ανοικτόν στόμα.

ΩΔΗ ΔΕΚΑΤΗ ΕΒΔΟΜΗ ΤΟ ΦΑΣΜΑ

Στροφή Α

      Το πνεύμα μου σκοτίζεται·
   Η γη υπό τα ποδάρια μου
   Γέρνει· αθελήτως τρέχω
   Ωσάν από μίαν ράχην
            Βουνού, εις λαγκάδι.

Β

      Με σέρνει η τύχη. Ω, πόση
   Νύκτα εμαζώχθη αυτούθε
   Και φόβος, όπου πέφτοντας
   Εμβαίνω· σπήλαιον είνε
            Ή χάσμα του άδου;

Γ

      Ελύθησαν οι άνεμοι·
   Σφοδροί, σφοδροί εδώ μέσα
   Ως φουσκωμένα, χύνονται
   Ποτάμια από πολλά
            Χειμέρια νέφη.

Δ

      'Σ τον θόρυβον σηκόνονται,
   Φωναί συχναί και ασήμαντοι,
   Ως μακράν εις την θάλασσαν
   Στεναγμοί πνιγομένων
            Μυρίων ανθρώπων.

Ε

      Βλέπω, βαθυά, μίαν σπίθα·
   Πλησιάζει· μεγαλόνεται·
   Ωσάν κύκλος αμέτρητος,
   Ως πέλαγος φλογώδες
            Εμπρός μου απλώθη·

ΣΤ

      Ελεεινά ναυάγια
   Πλέουσιν αυτού. Μεγάλον
   Κορμί νεοσπαραγμένον
   Περνάει, και ως σώμα φαίνεται
            Μίας βασιλίσσης.

Ζ

      Ω Ελλάς!… — ιδού χιλιάδες
   Παιδιών έτι εις τα σπάργανα
   Περνάουν, κ' εις κάθε στήθος
   Ένα μαχαίρι στέκεται
            Καταχωσμένον.

Η

      Κοράσια, ιδού, μητέρες
   Περνάουν. Έλαμπον πρώτα
   Τα πλήθη αυτών 'σάν άστρα·
   Εχαίροντο, και τ' άρπαξε
            Θανάσιμη ώρα.

Θ

      Έχουσι των στεφάνων τους
   Μαδημένα τα ρόδα,
   Γυμνά τ' άσπρα βυζία τους,
   Μιασμένα από τα χείλη
            Αγρίων βαρβάρων.

Ι

      Να, και οι σωροί περνάουσι
   Των μαχίμων ανθρώπων,
   Ένδοξοι ναύται, αείμνηστοι,
   Ανδρείοι στρατιώται
            Κ' ήμερος όχλος.

ΙΑ

      Ματαίως το ακονισμένον
   Εγύμνωσαν σπαθί τους·
   Δάφνας ματαίως εμάζωξαν·
   Πάσαν ελπίδα ο άνεμος
            Έξαφνα επήρε.

ΙΒ

      Έρημη τώρα η θάλασσα
   Είνε· και ιδού μακρόθεν,
   Ως νέφη εις τον ορίζοντα
   Εσπερινόν, 'ξανοίγω
            Γην και νησία.

ΙΓ

      Εγκρημνισμέναι πόλεις
   Φαίνονται αυτού, και λείψανα
   Πύργων, ναών, χωρίων·
   Άροτρα, βάρκαις και άρματα
            Ημελημένα.

ΙΔ

      Ζώντα δεν βλέπω· ουδ' άφησε
   Καν ένα η σκληρά τύχη
   Επάνω εις τέτοιον θέατρον,
   Τ' έθνους να κλαίη την άωρον
            Τρισάθλιον μοίραν.

ΙΕ

      Μεγάλη, τρομερή,
   Με τα πτερά απλωμένα,
   Καθώς αετός ακίνητος,
   Κρέμεται 'ς τον αέρα
            'Ψηλά η Διχόνοια.

ΙΣΤ

      «Εγώ, » φωνάξει «εγώ
   «Από τον κόσμον έσβυσα
   «Ένα λαόν· και ταύτην
   «Την γην εξολοθρεύσασα
            «Τώρα εωρτάζω.»

ΙΖ

      Ούτως ειπούσα η δύσφημος,
   Χύνει, από δύο ποτήρια
   Αίμα και πορφυρίζονται
   Πάντες οι ουράνιοι κάμποι,
            Η γη και η νήσοι.

ΙΗ

      Ελύθη, ελύθη ως όνειρον
   Το φάσμα. Καθαρώτατος
   Ο αέρας καταβαίνει
   Και δροσίζει τα χείλη μου,
            Και την ψυχήν μου.

ΙΘ

      Ω Ελλάς! — ω πατρίς μου!
   Ελπίδων γλυκυτάτων
   Μήτηρ! σε βλέπω ακόμα
   Ζώσαν και μαχομένην,
            Και αναλαμβάνω.

Κ

      Φύγε, φύγε τον κίνδυνον,
   Διά τον Σταυρόν 'που πλύνεις
   Με τ' αίμα σου· διά τ' όνομα
   Της ιεράς των τέκνων σου
            Ελευθερίας.

ΚΑ

      Έως σήμερον σε ωφέλησαν
   Του νοός η θεόπνευστος
   Φλόγα, και τα μεγάλα,
   Ανέλπιστα, αναρίθμητα
            Έργα, και η δύναμις.

ΚΒ

      Αλλ' έφθασεν η ημέρα
   Κινδύνου· η δοξασμένη
   Δάφνη της κεφαλής σου
   Τρέμει· κ' ο εχθρός προσέχει
            Να την αρπάξη.

ΚΓ

      Μάθε ότι εις τους χορούς
   Των πολέμων, ως έσωσεν
   Η ανδρεία τον στρατιώτην,
   Ούτω εις αυτούς η ομόνοια
            Σώνει τα έθνη.

ΩΔΗ ΔΕΚΑΤΗ ΟΓΔΟΗ ΕΙΣ ΤΗΝ ΝΙΚΗΝ

Στροφή Α

      Ον, συ που η φαντασία
   Φλογώδης των θνητών
   'Σάν πτερωμένην βλέπει
   Παρθένον 'ς τον αέρα,
            Ουράνιον έργον.

Β

      'Σ το μέτωπόν σου πάντοτε
   Άσβεστος λάμπει αστέρας,
   Ω Νίκη, συσσωρεύονται
   Τριγύρω σου ματαίως
            Νύκτες αιώνων.

Γ

      Το χέρι οπού τα πέπλα
   Των ουρανών κατέστρωσεν,
   Από σύγνεφα ολόχρυσα
   Εκβαίνει, και σου δείχνει
            Ανδρείους ανθρώπους.

Δ

      Πετάεις εσύ κ' επάνω τους
   Σκορπίζεις φύλλα αμάραντα·
   Τέρπουν αυτά τους ζώντας,
   Και τους γενναίως θανόντας
            Τέρπουν ακόμα.

Ε

      Αι, πώς υπό την πτέρυγα
   Ταχείαν του Νότου ή τ' Έβρου,
   Πολλά βλέπεις να σκήπτωσι
   Τ' ανήσυχα της λίμνης
            'Ψηλά καλάμια!

ΣΤ

      Από τριγμούς γεμίζουν
   Απαύστως ολοτρίγυρα
   Μεγίστην πεδιάδα,
   Κανείς δε δεν εμέτρησεν
            Αυτών το πλήθος.

Ζ

      Όμως οι κυνηγοί
   Βάνουν φωτιάν 'κεί μέσα,
   Κ' ευθύς από μίαν άκραν
   'Πέρασ' η φλόγα εις άλλην
            Καίουσα τα πάντα.

Η

      Πανέρημος, ξεσκέπαστη
   Αστράπτει τώρα η πλάτη
   Των υδάτων, εσκόρπισεν
   Ο άνεμος τα λείψανα
            Καπνού και στάκτης.

Θ

      Πυκνά, πυκνά ως καλάμια
   Ανεμισμένα εβλέπαμεν
   Να κινώνται εις τους κάμπους μας
   Των πολέμων μας τ' άρματα,
            Κ' έπεσαν όλα.

Ι

      Πού είνε η τόσαι γλώσσαι
   Των ακτινοβολούντων
   Σπαθιών; πού είνε η χείρες
   Των εχθρών μας αμέτρητοι;
            Πού τα καυχήματα;

ΙΑ

      Πλατύς και σκοτεινός,
   Βαθύς έχασκεν κ' άφευκτος
   Ο άδης υποκάτω τους·
   Εβούλιασαν, εχάθησαν,
            Εκλείσθη ο τάφος.

ΙΒ

      Ούτως από τον ήλιον,
   Ωσάν πύρος σταλάγματα,
   Πέφτουσιν εις την θάλασσαν
   Των αιώνων, και χάνονται
            Διά πάντα η ώραι.

ΙΓ

      Ω Νίκη, διά τους Έλληνας
   Στεφάνους πλέξε· αλλ' όχι
   'Σαν 'κείνους 'που χαρίζεις
   Εις βασιλέα κενόδοξον
            Αιματοπότην.

ΙΔ

      'Σάν κείνους όχι. Επάνω τους
   Τα δάκρυα των λαών
   Στάζουσι, και μαραίνονται
   Ογλήγωρα ως απ' όφιν
            Χόρτα καϋμένα.

ΙΕ

      Πήγαινε εις τον Παράδεισον·
   Μία δάφνη εκεί βλαστάνει·
   Άγγελος την φυλάττει
   Λαμπρός, και την ποτίζει
            Ψάλλων τοιαύτα.

ΙΣΤ

      «Αύξανε διά τον θρίαμβον,
   «Διά την αγάπην αύξανε
   «Ελευθερίας, πατρίδος·
   «Διά πάντοτε ακεραύνωτος
            «Βλάστανε ω δάφνη. »

ΙΖ

      Ζήτει τα θαλερώτερα
   Πλέον άφθαρτα κλωνάρια·
   Μ' αυτά πλέξε τα στέμματα,
   Και πρόσθεσε ακόμα
            Δυο ειδών ρόδα.

ΙΗ

      Λευκά και δροσερώτατα,
   'Σάν άστρα αυγερινά,
   Υπό τα θεία φυτρόνουσι
   Πατήματα και πέφτουσι
            Συχνά εις τον κόσμον.

ΙΘ

      Τάχεις γνωστά· κ' εστόλισες
   Πολλαίς φοραίς μ' εκείνα,
   Τους μη σκληρώς πατήσαντας
   Τον εχθρόν όταν έβαλεν
            Τ' άρματα κάτω.

Κ

      Τάχεις γνωστά· τα εχάρισες
   Εις όσους δεν εξάπλωσαν
   Βαρείαν χείρα επί γέροντας
   Ή παρθένους οπ' έγειναν
            λάφυρα μάχης.

ΚΑ

      Εάν τιμήσης ήρωα
   Μ' αυτά προσμένει ο τάφος
   Το σώμα του, προσμένουσιν
   Οι ουρανοί το στίφος του
            Και τ' όνομά του.

ΩΔΗ ΔΕΚΑΤΗ ΕΝΝΑΤΗ ΕΙΣ ΤΟΝ ΠΡΟΔΟΤΗΝ

Στροφή Α

      Εγύρισε ταις πλάταις του·
   Φεύγει, φεύγει ο προδότης·
   Αλαμπή σέρνει τ' άρματα
   Φαρμακερά, το στήθος του
            Έγινεν άδης.

Β

      Τον Σταυρόν και τους Έλληνας
   Άφησ' οπίσω, εξάπλωσεν
   Αδελφικώς την χείρα του
   'Σ τους Τούρκους, κ' επροσκύνησε
            Βάρβαρον νόμον.

Γ

      Τον συντροφεύει ολόμαυρον
   Μέγα εναέριον σύγνεφον.
   Κρέμεται ακόμα ατίνακτον
   Αστοπελέκι επάνω του,
            Κ' άγρυπνος μοίρα.

Δ

      Ω Βαρνακιώτη· τρέχεις,
   Και ο κτύπος των ποδών σου
   Αντιβομβεί ωσάν νάτρεχες
   Επί τον κούφιον θόλον
            Βαθείας αβύσσου.

Ε

      Αν κοπιασμένος πέσης
   'Ν αναπαυθής 'ς τα χόρτα,
   Η τιμωρός συνείδησις
   Με σε πλαγιάζει αλλάζουσα
            Τα χόρτα εις δράκοντας.

ΣΤ

      Το φως εσύ αποφεύγεις
   Της ημέρας, φοβούμενος
   Μήπως των προδομένων
   Ανθρώπων σε ξανοίξουσιν
            Η μακραί σπάθαι.

Ζ

      Κράζεις την νύκτα κ' έρχεται·
   Αλλά εις το σκότος μέσα
   Τυλιγμένος φαντάζεσαι
   Εχθρούς αρματωμένους,
            Και ως άφρων μένεις.

Η

      Αν μαυροφορεμένης
   Χήρας, αν βρέφους θρήνον
   Ορφανικόν ακούσης,
   Τρέμεις, και το ποτήρι σου
            Πέφτει σχισμένον.

Θ

      Αν της χαράς τον γέλωτα
   Ιδής εις φιλικόν
   Δείπνον περιπετώμενον,
   Απ' ίδρωτα θανάτου
            Στάζουν τα φρύδια σου.

Ι

      Ω, ποίαν ζωήν ηγόρασες
   Προδότα Βαρνακιώτη!
   Και τι έλπιζες; το θείον
   Διά τους ομοίους σου τέτοια
            Δώρα ετοιμάζει.

ΙΑ

      Αν ήθελες χρυσάφι —
   Πολύν εις τας βαρβάρους
   Αγαρηνάς σκηνάς
   Με το σπαθί εις το χέρι
            Εύρισκες πλούτον.

ΙΒ

      Πληγωμένος απ' ύβριν
   Ελληνικών στομάτων
   Αν ήθελες εκδίκησιν —
   Η καλλητέρα εκδίκησις
            Είνε η συμπάθεια.

      Μέγα, λαμπρόν εάν ήθελες
   Όνομα, και περνώντας
   Εσύ κάθε οφθαλμός
   Με θαυμασμόν να στρέφηται
            Παρατηρώντάς σε. —

ΙΔ

      Σφαλερόν δρόμον, άθλιε,
   Εδιάλεξας· οι Έλληνες
   Που επρόδωσας θαυμάζονται
   Από την οικουμένην
            Κ' ήρωες καλούνται.

ΙΕ

      Και καταφρονημένος
   Ο Βαρνακιώτης έγινε. —
   Γύρευε από την μοίραν σου
   Κρυπτόν να σου χαρίση
            Τάφον εις όλους.

ΩΔΗ ΕΙΚΟΣΤΗ Ο ΒΩΜΟΣ ΤΗΣ ΠΑΤΡΙΔΟΣ

Στροφή Α

      Τρέξατε αδέλφια, τρέξατε
   Ψυχαί θερμαί, γενναίαι·
   Εις τον βωμόν τριγύρω
   Της πατρίδος αστράπτοντα
            Τρέξατε πάντες.

Β

      Ας παύσωσ' η διχόνοιαι
   'Που ρίχνουσι τα έθνη
   Τυφλά, υπό τα σκληρότατα
   Ονύχια των αγρύπνων
            Δολίων τυράννων.

Γ

      Τρέξατ' εδώ· συμφώνως
   Τους χορούς ας συμπλέξωμεν,
   Προσφέρων ο καθένας
   Λαμπράν θυσίαν, πολύτιμον,
            Εις την πατρίδα.

Δ

      Εδώ ας καθιερώσωμεν
   Τα πάθη μας προθύμως·
   Τ' άρματα ημείς αδράξαμεν
   Μόνον διά να πληγώσωμεν
            Του Οσμάν τα στήθη.

Ε

      Εδώ πάντα τα πλούτη μας
   Ας χύσωμεν· εν όσω
   Γυμνόν σπαθί βαστούμεν
   Μας φθάνουσι τα φύλλα
            Τίμια της δάφνης.

ΣΤ

      Κ' ύστερ', αφ' ου συντρίψωμεν
   Τον έχθιστον ζυγόν,
   Αλλά όχι αβέβαια πλούτη
   Θέλει μας δώσει πάλιν
            Η Ελευθερία.

Ζ

      Εδώ ηδονάς και ανάπαυσιν,
   Ω φίλοι, ας παραιτήσωμεν
   Ξηρή Πέτρα το στρώμα,
   Φαρμάκι το ψωμί
            Της δουλείας είνε.

Η

      Εδώ, 'σάν αναθήματα,
   Εις τον βωμόν πλησίον,
   Τους συγγενείς, τα τέκνα μας
   Αγαπητά, τους γέροντας
            Τώρα ας αφήσωμεν.

Θ

      Πάντα όσα εις την καρδίαν μας
   Είνε ακριβή, δεν πρέπουσιν
   Εις άνδρας 'που τρομάζουν,
   Έμπροσθεν εις ανόητον
            Βάρβαρον σκήπτρον.

Ι

      Ούτε η ζωή δεν πρέπει.
   Τρέξετε αδέλφια τρέξετε.
   Συμμέτρως εχορεύσαμεν,
   Σύμμετρα ας αποθάνωμεν
            Διά την πατρίδα.

ΣΗΜΕΙΩΣΙΣ ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΟΥ

Α

Οι στίχοι τους οποίους εμεταχειρίσθην εις την κατασκευήν των Ωδών μου συνίστανται εκ συνιζήσεων και τόνων, και λέγονται επτασύλλαβοι με πρόσθεσιν πεντασυλλάβου.

ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑΤΑ

   Ως] μέ] σα] εις] τα] πο] λύ] δένδρα
   Δά] ση] το] βρά] δυ εισ| πνέ] ει
   Το] τε] θλιμ] μέ] νον] φύ] σημα
   Με] ση] βρι| νόν] και] φαί] νεται
            Θρή] νος] αν] θρώ] πων.

Β

Ότε η τελευταία λέξις ενός επτασυλλάβου είνε προπαροξύτονος, η τετονισμένη συλλαβή λέγεται έκτη, αι δε επίλοιποι δύο λογίζονται ως μία· π. χ.

— — — — πο] λύ] δένδρα — — — — — — φύ] σημα — — — — — — φαί] νεται —

Γ

Ότε όμως η τελευταία λέξις έχει τον τόνον εις την λήγουσαν, ο στίχος τελειόνει με την έκτην· π. χ.

   Του] κλει] νού] Τα] μησ] σού] —
    Ελ] αφ] ρά] κα] θα] ρά] —
    Γί] νον] ται]της] νυκ] τός] — κ. τ. λ.

Δ

Η πεντασύλλαβος πρόσθεσις δεν τελειόνει ποτέ παρά με λέξιν έχουσαν τον τόνον εις την παραλήγουσαν.

Ε

Οι τόνοι είνε·

α. Τ ε λ ι κ ο ί, οι οποίοι ευρίσκονται εις την έκτην των επτασυλλάβων και εις την τετάρτην του πεντασυλλάβου.

β'. Α ν έ μ φ α τ ο ι, και δεν συντρέχουσιν εις μελοποιίαν. Ως ο τόνος της τετάρτης συλλαβής του

Ως] μέ] σα εις] τα] πο] λύ] δενδρα —

και ο της τρίτης του

Δά] ση] το] βρά] δυ εισ] πνέ] ει —

και ο της πέμπτης του

Με] σημ] βρι] νόν] και] φαί] νεται —

γ'. Κ ύ ρ ι ο ι, οι οποίοι κατεργάζονται το μέλος και το μέτρον. Η δε θέσις αυτών ποικίλλεται ούτως·

ΣΗΜΕΙΩΣΙΣ ΕΙΣ ΤΟΥΣ ΕΠΤΑΣΥΛΛΑΒΟΥΣ

    1 2 3 4 5 6
    0 — — — — 0
   Εύφ ραι νε μέ το α θά νατον
    0 — — 0 — 0
   Χή ρας ο θεί ος ό μηρος
    — 0 — — — 0
   Σβη σθέν λι βα νι στή ριον
    — 0 — 0 — 0
   Την λύ ραν δό τε υ μνή σατε
   Του θα νά του τα γό νατα
    — — 0 — — 0
   Ο φο βε ρός εχ θρός
    — — — — — 0
   Υ πο κυ μαι νο μέ νους
    — 0 — — 0 0
   Λευ κόν, σι γα λόν μάρ μαρον

ΣΗΜΕΙΩΣΙΣ ΕΙΣ ΤΟΥΣ ΠΕΝΤΑΣΥΛΛΑΒΟΥΣ

   1 2 3 4
   0 — — 0
   Έ χει το μνή μα
    — 0 — 0
   Βοσ κοί και ζώ α
    — — — 0
   Πα ρη γο ρή σου

κύριοι, λοιπόν, και τελικοί είνε οι αναγκαίοι τόνοι του στίχου. Εις μίαν μόνην περίστασιν έχομεν την άδειαν να αμελήσωμεν τον τελικόν τόνον, ως το

των τυράννων αναστε- νάξη η ψυχή σας.

αλλά η αιτία είνε εμφανής· η διακοπή και η σημασία της λέξεως το συγχωρούσιν.

Ζ

Οι στίχοι του προλόγου λέγονται τραγικοί, ή ενδεκασύλλαβοι, και οι πονηταί τους μεταχειρίζονται εις σύνθεσιν θεατρικών και λυρικών ποιημάτων· συνίστανται δε και αυτοί εκ συνιζήσεων και τόνων, δέχονται δε, μετά τον τελικόν της δεκάτης, ή μίαν ή και δύο συλλαβάς· ενίοτε όμως τελειόνουσι με τον της δεκάτης τόνον.

ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ

      Πο] λυ [ τέ] κνου] θε] άς] ω] Μνη] μο] σύ] νη
    Θρέμ] μα] τα] πτε] ρω] τά,] χα] ραί] του] αν] θρώ] που
     Και] των] μα] κά] ρων] Ο] λυμ] πίων] α] εί] μνηστα
   Κ' ευ] τυ] ] χή] δώ] ρα· ε] πί] τα] νώ] τα α] κά] μαντα
     Των] ζε] φύ] ρων,] πε] τά] ξα] τε] τα] χέ] ως.

Η

Ο τελικός τόνος, εις όλα τα διάφορα είδη των στίχων δεν δέχεται ποτέ την συνίζησιν, αλλά διαλύει τας συλλαβάς· π. χ

…………………………… τα] χέ] ως.

Θ

Των τραγικών στίχων οι τόνοι ποικίλλονται ως ακολούθως.

Θέσις των τόνων εις τους τραγικούς ή ενδεκασυλλάβους στίχους.!!

1 2 3 4 5 6 7 8 9 10 0 — 0 — — 0 — — — 0 0 — 0 — — 0 0 — — 0 0 — — 0 — 0 — — — 0 0 — — — — 0 — 0 — 0 0 — — 0 — — 0 — — 0 — 0 — 0 — 0 — 0 — 0 — 0 — 0 — 0 0 — — 0 — 0 — 0 — — — 0 — 0 — 0 — — — 0 — 0 — 0 — 0 — — — — — 0 — 0 — 0 — 0 — 0 — — — 0 — 0 — — — 0 — — — 0

1 2 3 4 5 6 7 8 9 10 — — 0 — — 0 — 0 — 0 — — 0 — — 0 0 — — 0 — — 0 — — 0 — — — 0 — — — 0 — 0 — 0 — 0 — — — 0 — 0 0 — — 0 — — — 0 — — — 0 — 0 — — — — — 0 — 0 — 0 — — — — — 0 — — — 0 — 0 — 0 — — 0 — — 0 — — — 0 — — 0 — — 0 — — 0 0 — 0 — 0 — 0 — — 0 0 — 0 — — — 0 — — 0 0 — — — 0 — 0 — 0 — 0 — 0 — — 0 0 — — — 0 — 0 — — 0 0 — — — — — 0 — — 0 0

Ι

Τα μεν είδη εικοσιοκτώ· αλλά κάθε είδος ποικίλλεται αλλάττοντας·

α'. Την θέσιν της τομής του μέτρου (γαλ. césure)

β'. Την θέσιν της αναπαύσεως των περιόδων.

γ'. Τον αριθμόν των μετά την δεκάτην συλλαβών.

δ'. Την ποσότητα των θέσει μακρών ή βραχέων.

ε'. Την θέσιν, τον αριθμόν και την ποσότητα των συνιζήσεων.

ς'. Τον ρυθμόν των λέξεων. Ούτως αν υποθέσωμεν ποιητήν τινα προσπαθούντα, να κατασκευάση τον έκτον τόνον του πρώτου είδους, επειδή ο τόνος ούτος προηγείται μεν από δύο, ακολουθείται δε από τρεις συλλαβάς ανεμφάτους, εμπορεί ο στιχουργός εις αποτέλεσμα του σκοπού του να μεταχειρισθή διαφόρους λέξεις, των οποίων όμως εκάστη αλλάττει την αρμονίαν και του στίχου και της περιόδου. π. χ.

    — — β — — —
      αν δρών
   η με ρών
           δό ξα
           άν θρω πος
      αυ τάγ γελ τος
   πα ρα κά λυμ μα
      τι μά ται
                     κ. τ. λ.

Κ

Η αρμονία της περιόδου είνε αναγκαία όχι μόνον ως αποτελεσματικόν μέρος της ποιήσεως, αλλά ακόμη ως μέσον, το οποίον μας ελευθεροί από την βαρβαρότητα των ομοιοκαταλήξεων· και συνίσταται εκ της κατασκευής των στίχων, εκ της αυτών ποικιλίας, και εκ της τομής του μέτρου. Οι κανόνες αυτής όντες πολλοί από πολλούς μ' ακρίβειαν και εκτεταμένως εξηγημένοι, δεν έχουσι χώραν εις την σημείωσιν ταύτην. Τα όσα είπον είνε αρκετά ως προς τους αναγινώσκοντας τας ωδάς μου· τα δε άλλα τα κρίνω περιττά διά τους αληθώς ποιητάς, και μάλλον περιττότερα διά τους αντιποιουμένους μεν των Μουσών την ευμένειαν, καταδικασμένους δε από την φύσιν εις άλλην τινά υπουργίαν.

Λ

Αλλ' επειδή τα ανδραγαθήματα των σημερινών Ελλήνων εξισούνται με εκείνα των αρχαίων, και νομίζονται άσματος άξια, ας περιορίσωμεν, διά τους επιθυμούντας να γράψωσιν επικά ποιήματα, το μέτρον των ηρωικών στίχων, του οποίου ο μόνος κανών είνε ο ακόλουθος:

Ο ηρωικός στίχος συνίσταται εκ δύο οποιωνδήποτε επτασυλλάβων, και τομής μετά τον πρώτον και προ του δευτέρου π. χ.

   Έπειτ' αφ' ου διετάχθησαν ] υπό τους ηγεμόνας
   Άπαντες, με φωνάς ] και με κτύπον ως όρνεα
   Κινούνται οι Τρώες· ωσαύτως ] ο ουρανός ακούει
   Εναερίους κλαγγάς ] ότε την πολλήν φεύγοντες
   Βροχήν και τον χειμώνα ] οι γερανοί διαβαίνουσι
   Της θαλάσσης τα κύματα [ μακρά, και εις τα πυγμαία
   Έθνη, με της αυγής ] το φως, φέρνουσι φόνον,
   Φέρνουν πικράν διχόνοιαν ] και πολύστονον μοίραν.
   Οι δ' Αχαιοί με σιγήν,] πολλήν πνέοντες, δύναμιν,
   Και εις αμοιβαίαν βοήθειαν ] δεινοί, πρόθυμοι εχώρουν.
            (Μετάφρ. εκ της γ' ραψ. της Ιλ.)

Από την συναρμογήν των διαφόρων επτασυλλάβων, οξυτόνων, παροξυτύνων, ή προπαροξυτύνων γίνονται χ ο στ', είδη ηρωικών στίχων, τα οποία μεταχειρισθέντα με κρίσιν συμπλάττουσι την γνωστήν εις τους παλαιούς μόνον πολύτροπον αρμονίαν. Αποφεύγοντες ούτω το μονότονον των κριτικών επών, μιμούμεθα τα κινήματα της ψυχής, και χαρακτηρίζομεν τα όσα ή ο νους ή αι του ανθρώπου αισθήσεις απαντώσιν εις την φυσικήν και εις την φανταστήν οικουμένην. Εις το ερχόμενον, εάν μου φθάση η ζωή και η τύχη μου δώση αρκετήν ησυχίαν, θέλω, ως παράδειγμα, προβάλλει στίχους ηρωικούς υμνούντας τους κατά των ανηλεών τυράννων της πατρίδος θριάμβους του Σταυρού και της των προμάχων μας αρετής· κατά δε το παρόν άλλους παρά τους άνωθεν δεν δύναμαι να προσφέρω.

ΥΜΝΟΣ ΥΠΟ ΑΝΤΩΝΙΟΥ ΜΑΡΤΕΛΑΟΥ

ΒΙΟΓΡΑΦΙΑ

ΑΝΤΩΝΙΟΥ ΜΑΡΤΕΛΑΟΥ
ΥΠΟ
ΣΠΥΡΙΔΩΝΟΣ ΔΕ ΒΙΑΖΗ

ΑΝΤΩΝΙΟΣ ο ΜΑΡΤΕΛΑΟΣ εγεννήθη εν Ζακύνθω εξ ευγενών γονέων, καταγεγραμμένων εν τη χρυσή βίβλω, Αντωνίου Μαρτελάου ιερέως και Άννης Σουμμάκη.

Κατεβάλομεν πάσαν προσπάθειαν όπως εύρωμεν το βαπτιστικόν του Αντωνίου εν τω ενταύθα Αρχειοφυλλακείω, αλλά μας εστάθη αδύνατον. Έν τινι των βιβλίων της Αναλήψεως εύρομεν την εξής σημείωσιν «1754 Ιουλ. 4, ημέρα δευτέρα, την ώραν οπού έπαιζαν τα ταμπούρλα, εις τα ξημερώματα, ετελείωσεν ο μακαρίτης αιδεσιμώτατος παπάς Αντώνιος Μαρτελάος, εφημέριος και νοικοκύρης του παρόντος θείου ναού· έκαμεν εις την αυτήν εφημερίαν μήνας έξ μόνον και ήτο χρονών 35.» Λέγεται δε, ότι αποθνήσκων ο ιερεύς Μαρτελάος κατέλιπεν έγκυον την σύζυγόν του, διό εγεννήθη το παιδίον μετά τον Ιούλιον του έτους 1754.

Νέος έτι ων ο Μαρτελάος ενεδύθη το κληρικόν φόρεμα, όπως, γενόμενος ιερεύς της ιδιοκτήτου εκκλησίας, διαδεχθή τον ομώνυμον αυτού πατέρα.

Μετά την εγκύκλιον εκπαίδευσιν, μετά ζύλου επεδόθη εις την ελληνικήν φιλολογίαν και εις την μελέτην των ηθικών επιστημών, μαθητείσας παρά Παναγιώτη τω Παλαμά και διαφόροις άλλοις λογίοις, οίτινες ήρχοντο από καιρού εις καιρόν εις Ζάκυνθον. Παρά τοις δυτικοίς ιερεύσιν έμαθε την λατινικήν και την ιταλικήν. Μη θέλων να έχη ευθύνας απέβαλε ναι μεν την ιδέαν να ιερωθή, αλλά το ιερατικόν φόρεμα το διετήρησε μέχρι του θανάτου.

Ο Μαρτελάος, αν και εξ ευγενών καταγόμενος, εστηλίτευε και εστιγμάτιζε πάντοτε τας καταχρήσεις αυτών, καθό φιλελεύθερος. Ο κ. Σάθας λέγει ότι ο Μαρτελάος είς τι στηχούργημά του, όπερ καίτοι ερευνήσαμεν δεν εύρομεν, συν άλλοις έλεγε·

   Δεν 'μπορεί ανθρώπου γλώσσα — να ειπή τι συφοραίς
   Εγεννούσαν των αρχόντων — η κλεψιαίς και αδικαίς.
   Ανθρωπόμορφα θηρία — 'που λεγόστε χριστιανοί
   Στα κεφάλια σας να πέση — όλη του Θεού η οργή.

Οι ευγενείς εκακοποίουν τον Μαρτελάον, τέλος δε διέταξαν τους χωρικούς να δένωσι τα φορτηγά ζώα εν τη πλατεία της Αναλήψεως και παρά τη οικία αυτού, εν επί τούτω πασάλοις, όπως δια των ογκηθμών και των φωνών των χωρικών διαταραχθή η ησυχία ότε παρέδιδεν ή εμελέτα ή απ' άμβωνος εκήρυττε τον θείον λόγον. Ημέραν τινά τόσον ο Μαρτελάος οργισμένος ήτο, ώστε επιστρέφων ο λόγιος Δημήτριος κόμης Κουμούτος της εξοχής επ' όνου, τον σταματά, γονυπετεί προ αυτού, και, συναθρισθέντος του λαού, εξεφώνησε πανηγυρικόν του όνου, εν επιμέτρω δε, είπεν ότι το υπομονητικόν εκείνο ζώον υπέφερε και το βάρος των αρχόντων, εχθρών της άνθρωπότητος, ως τους ωνόμαζε.

Καταργηθείσης της ενετικής εξουσίας και έλθόντων τω 1797 των Γάλλων εν Επτανήσω, ο λαός της Ζακύνθου πανηγυρίζων την πτώσιν της Ενετοκρατίας και νομίζων ότι δεν θα επιέζετο πλέον, — ενώ εισέτι δύναται να άση Freiheit ist nur in dem Reich des Traeume, — εχόρευε και έψαλλε φιλελεύθερα άσματα, κροτούντων των τε κωδώνων και πυροβόλων, ο δε φιλελεύθερος Μαρτελάος αναβάς επί υψώματος εις την νυν πλατείαν Γεωργίου του Α', εξεφώνησεν ελληνιστί διεξοδικόν λόγον υπέρ της δημοκρατίας. Τη 15 Οκτωβρίου του έτους 1797 εποίησε τον Ύ μ ν ο ν εις την Γαλλίαν, Βοναπάρτην και στρατηγόν Gentili. Ο Ύμνος ούτος, μέχρι σήμερον ανέκδοτος, ετάραξε τους αριστοκράτας, και εις τούτων, ο Νικόλαος Λογοθέτης, των παρώδησε. Περιεργίας χάριν θέττομεν ενταύθα δύο στροφάς της παρωδίας εκείνης.

   Ποίος ήκουσε ποτέ του
   Κόκκαλα πνοήν να εκβάλουν
   Σάλπισμα να καταλάβουν
   Και αφ' τα μνήματα να εκβούν;
   ………………………..
   Βοναπάρτης την Ελλάδα
   Ήλθε να την αφανίση
   Όχι να την αναστήση
   Ως κηρύττεις δολερώς.

Και όμως ο Βοναπάρτης είπε· La Grèce attend un
libérateur!….. Ce serait une belle couronne de gloire!….
Il inscritait son nom à jamais avec ceux d' Homère, Platon,
Epaminondas!… Je n'en ai peut—être pas été loin!

Ελθόντων τω 1799 των Ρωσοτούρκων εν Επταννήσω, οι άρχοντες αποκτήσαντες την απολεσθείσαν ισχύν, ου μην κατήγγειλαν πολλούς των φιλοδημοκρατών ως δημοκόπους, αντάρτας και αντιρωσιστάς, αλλά διέταξαν να τους κτυπήσωσι και διά του ρωσικού κνούτου. Τότε πολλοί των φιλελευθέρων, οίοι Παύλος Κουμούτος, Δημήτριος Γουζέλης και Διονύσιος Ταγιαπιέρας κατέφυγον ως την αλλοδαπήν, ο δε Μαρτελάος εκρύβη. Ότε τη ενεργεία των αρχόντων πολυπληθείς χωρικοί, στρατηγούντος του Φωσκάρδη, επαπείλουν την καταστροφήν της πόλεως, ο Μαρτελάος κατέφυγεν εις πλοίον. Ο Μαρτελάος ήτο εις άκρον φιλόπατρις, ηγάπα την Ελλάδα, επεθύμει να ίδη αυτήν ελεύθερον. Μαθών το μυστήριον της φιλικής Εταιρίας, εβαπτίσθη εις την κολυμβήθραν της Ελληνικής Εθνεγερσίας. Έκτοτε δε ψυχή τε και σώματι ενήργει υπέρ της Πατρίδος. Εις το πρόσωπον του αειμνήστου Κολοκοτρώνη επροσωποποίει την Ελλάδα, διό οσάκις τον έβλεπε, κλίνων προ αυτού την κεφαλήν, του έλεγε — Π ρ ο σ κ υ ν ώ τ η ν Ε λ λ ά δ α, — Ο Σ. αρχιεπίσκοπος Ζακύνθου κ. Κατραμής, ιστορεί ότι διημερεύων ποτέ ο Μαρτελάος μετά κληρικών είς τινα εξοχήν, ένθα εφαίνετο τα της Πελοποννήσου όρη ενώ πάντες εχόρευον χειροπιασμένοι, αυτός σύρων τον χορόν και αεροκυματίζων ρινόμακτρον ηυτοσχεδίασε·

   Να ιδώ παιδιά, να ιδώ παιδιά το φλάμπουρο κ' εγώ
   Της λευθεριάς ολούθεν να λάμψη να χαρώ.
   Βουνά 'ψηλά, βουνά 'ψηλά, λαγκάδια και βυθούς
   Πηδάτε, απερνάτε, φονεύστε τους εχθρούς.
   Ποτάμια το αίμα των τυράννων ας τρέξη
   Την γην μας ας βρέξη, χωρίς πόνον καρδιάς.

Ο Μαρτελάος μετήρχετο τον διδάσκαλον της ελληνικής και της φιλοσοφίας επιτυχώς. Ωφέλησε την ιδιαιτέραν αυτού πατρίδα, διότι, παραδίδων και δωρεάν την Ελληνικήν εις τους πτωχούς, διέδιδε την ελληνικήν γλώσσαν εις εποχήν καθ' ην η ιταλική ήτον η επίσημος γλώσσα της κυβερνήσεως και η γλώσσα των λογίων. Αν και ως εκ της ιδιοτροπίας αυτού, — έλεγεν δε ότι ο μελετών την ελληνικήν πρέπει να έχη τον σ τ ό μ α χ ο ν α δ ε ι α ν ό ν, — παρέδιδε δύο ή τρεις ώρας προ της ανατολής του ηλίου — και ουχί μόλις ανέτελλεν ο ήλιος, ως λέγουσι τινές — ουχ ήττον όμως δεν εφείδοντο οι μαθηταί αυτού της ενοχλήσεως εκ του ακαταλλήλου της ώρας, αλλά παρευρίσκοντο τακτικώς εις τα μαθήματα. Άπαντες οι τότε επιστήμονες, λόγιοι, ιερείς και εγγράμματοι εχρημάτισαν μαθηταί αυτού. Ήτο ελληνιστής και λατινιστής, εκ του προχείρου μετέφραζε τον Όμηρον εις λατινικούς στίχους και τον Βιργίλιον εις ελληνικούς, ήτο θεολόγος, ευφάνταστος στιχουργός, αλλ' εις όλα τω έλειπεν η τέχνη. Εκέκτητο δε τοσαύτην ευγλωττίαν, τοσαύτην εύροιαν λόγου, τοιαύτην φαντασίαν, ώστε ότε έμελλε να εκφωνήση λόγον, ο ναός ήτο πλήρης ακροατών μίαν ώραν προ της θείας ιερουργίας. Εχθρός άσπονδος ων της δημοτικής απ' άμβωνος, λέγει ο ποιητής Τερτσέτης, «άστραπτε και εβρόντα πως ο Κοραής του χαλάει την γλώσσαν». Τους οπαδούς της δημοτικής ενόμιζεν αθέους και εχθρούς του ελληνισμού και της ορθορδοξίας. Επεθύμει να γράφωσι την αρχαίαν γλώσσαν. Εξ ανάγκης δε μετεχειρίζετο την δημοτικήν, όπως γένη καταληπτός και εις τον λαόν. Ο Μαρτελάος ήτο φιλόπονος, αλλά δεν εδημοσίευσε διά του τύπου τα έργα αυτού. Συνέγραψε δε τα εξής — Εγχειρίδιον ελληνικής γραμματικής — λόγους εκκλησιαστικούς, πανηγυρικούς και επικηδείους — Ασματογραφίας — Μεταφράσεις εκ του λατινικού και ιταλικού, εν αις τεμάχια του Τasso — Επιγράμματα ελληνικά και λατινικά — Ωδάς πινδαρικάς — Ηρωελεγεία — Εθνικά και δημοτικά άσματα — και Επιθαλάμια. — Κατά το 1845 ο μακαρίτης Φραγκίσκος Καρβελάς ιατρός, έλαβε τα άνω φιλοπονήματα παρά του ανεψιού του Μαρτελάου, Σπυρίδωνος Μαρτελάου, επί σκοπώ να δημοσιευθώσι δια του τύπου παρά τινος φιλομούσου Εταιρίας, αλλά ένεκα του θανάτου του Καρβελλά το σχέδιον δεν ήχθη εις πέρας. Ο κύριος Σέργιος Χ. Ραφτάνης, εν τη αξιολόγω αυτού εκδόσει του Συναξαριστού — ήτις είνε η καλητέρα πασών των μέχρι τούδε γενομένων — εδημοσίευσε του Μαρτελάου τον «Κανόνα Παρακλητικόν εις τον άγιον Διονύσιον». Εκ των ποιήσεων του Μαρτελάου εις αρχαΐζουσαν και δημοτικήν γλώσσαν εύρομεν πολλάς, αλλά δυστυχώς παραπεποιημένας υπό των κατά καιρούς αντιγραφέων. Εκ των πλείστων εύρομεν τρία ή τέσσαρα αντίγραφα διάφορα το έν του άλλου. Μόνον του Ύ μ ν ο υ, τον οποίον δημοσιεύομεν, είδομεν έξ αντίγραφα όμοια· εις δύο όμως αντίγραφα, το πρώτον τετράστιχον επαναλαμβάνεται ανά δύο τετράστιχα. Τούτου ένεκα δημοσιεύομεν μόνον τον Ύ μ ν ο ν διότι, νομίζομεν, ότι είνε ως εγράφη υπό του στιχουργού. Γενομένης της απλοελληνικής μεταφράσεως των Γραφών από της βιβλικής Εταιρίας, ο Μαρτελάος από του άμβωνος εκήρυξε δύο λόγους κατά της μεταφράσεως και της Αγγλικής Προστασίας της επιτρεψάσης την κυκλοφορίαν των τοιούτων βιβλίων, άπερ ωνόμαζε αντορθόδοξα και κίβδυλα. Ο Άγγλος διοικητής διώρισεν επιτροπήν όπως εξετάση, αν πράγματι εξυβρίζεται η Προστασία, αλλ' η επιτροπή, ίνα μη τιμωρηθή ο Μαρτελάος, εγνωμοδότησεν ότι οι λόγοι είνε ανάξιοι προσοχής ένεκα της ελαφρότητος του νοός του ιεροκήρυκος. Ο Μαρτελάος λυπηθείς απέστειλε τους λόγους τω Κυρίλλω ΣΤ'. ιστορών τα διατρέξαντα, αλλ' ότε η απάντησις του Πατριάρχου έφθασεν ενταύθα, ο Μαρτελάος ήτον εις την κρείττονα ζωήν από της 8 Νοεμβρίου του έτους 1819. Η επιστολή αύτη της Μεγάλης Εκκλησίας σώζεται εις το ενταύθα αρχειοφυλακείον.