ΣΚΗΝΗ Β'
Εν τω αυτώ προδόμω.
Εισέρχεται η ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΒΕΘ.
ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΒΕΘ
Εκείνο που τους 'μέθυσε, καρδιά 'ς εμένα δίδει·
εκείνο που τους 'δρόσισεν, εμένα με φλογίζει!…
Τι είναι τούτο; — Σιωπή!… Η κουκουβάγια ήτον,
ο κράκτης ο απαίσιος, που άγρια φωνάζει
την μαύρην καλήν-νύκτα του! — Ο Μάκβεθ είναι μέσα,
η θύρα είναι ανοικτή, κ' οι δούλοι μεθυσμένοι
εμπαίζουν το καθήκον των με τα ροχαλητά των.
Εδόλωσα με βότανα το βραδυνόν πιοτόν των,
ώστ' η Ζωή κι' ο Θάνατος μαλλόνουν, και δεν 'ξεύρουν
αν ζουν ή αν απέθαναν!
ΜΑΚΒΕΘ έσωθεν
Ποιος είναι! Ω!
ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΒΕΘ
Τι λέγει;
Φοβούμαι μη εξύπνησαν και τίποτε δεν γείνη!
Ω! είναι η εκτέλεσις ο φόβος, όχι η πράξις!
Άκουε!… Έτοιμα εκεί τα είχα τα μαχαίρια,
Αδύνατον να μη τα ιδή! — Μ' εφάνη 'σάν να βλέπω
εμπρός μου τον πατέρα μου εκεί που εκοιμάτο,
αλλέως εγώ μόνη μου το έκαμνα!… Ο Μάκβεθ!
(Εισέρχεται ο ΜΑΚΒΕΘ)
ΜΑΚΒΕΘ
Τετέλεσται! — Δεν ήκουσες κανένα κρότον;
ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΒΕΘ
Μόνον
της κουκουβάγιας την φωνήν και την βοήν των γρύλλων.
Δεν ήσο συ που 'φώναξες;
ΜΑΚΒΕΘ
Αι; Πότε;
ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΒΕΘ
Τώρα!
ΜΑΚΒΕΘ
Τώρα;
ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΒΕΘ
Μάλιστα! Τώρα!
ΜΑΚΒΕΘ
Άκουσε, 'ς το πλάγι ποιος κοιμάται;
ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΒΕΘ
Ο Δοναλβαίν.
ΜΑΚΒΕΘ βλέπων τας χείρας του.
Ω θέαμα φρικτόν!
ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΒΕΘ
Ανοησίαι,
να λέγης: θέαμα φρικτόν!
ΜΑΚΒΕΘ
'Σ τον ύπνον του ο ένας
εγέλασε, κι' ο δεύτερος εφώναξε «Σκοτόνουν»
κ' ένας τον άλλον 'ξύπνησε. Εστάθηκα ν' ακούσω,
κι' αφού επροσευχήθηκαν τους ξαναπήρε ο ύπνος.
ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΒΕΘ
Κοιμούντ' οι δύο των μαζί εκεί
ΜΑΚΒΕΘ
Ο ένας είπε:
Βοήθειά μου ο Θεός! κ' είπε «Αμήν» ο άλλος,
ωσάν να μ' έβλεπαν μ' αυτά τα φονικά τα χέρια!
Τους ήκουα που 'τρόμαζαν, αλλά δεν ημπορούσα
να 'πώ «Αμήν», που έλεγαν «Θεέ, βοήθειά μας»,
ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΒΕΘ
Άφες τα τούτα!
ΜΑΚΒΕΘ
Διατί κ' εγώ δεν ημπορούσα
να το προφέρω το Αμήν; Είχα πολλήν ανάγκην
από την χάριν του Θεού, και όμως εκολνούσε
'ς τον λάρυγγά μου το Αμήν!
ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΒΕΘ
Μη συλλογείσαι τόσον
αυτά τα πράγματα, ειδέ ίσως μας έλθη τρέλλα!
ΜΑΚΒΕΘ
Μ' εφάνη 'σάν να ήκουα μίαν φωνήν να κράζη:
«Ύπνον δεν έχεις 'ς το εξής! Εσκότωσε τον Ύπνον
ο Μάκβεθ, τον εσκότωσε τον Ύπνον τον αθώον,
αυτόν που το κουβάριασμα ξεπλέκει των φροντίδων,
τον θάνατον εις την ζωήν της κάθε μας ημέρας
λουτρόν του κόπου, βάλσαμον του νου του πονεμένου,
το άρτυμα της φύσεως, τον μέγαν τροφοδότην
'ς του βίου το συμπόσιον (13).»
ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΒΕΘ
Τι είν' αυτά που λέγεις;
ΜΑΚΒΕΘ
«Δεν έχεις ύπνον 'ς το εξής», εβόυζε. « Τον Ύπνον
ο Γλάμης τον εσκότωσεν, ώστε δεν έχει πλέον
να κοιμηθή ο Καουδώρ, να κοιμηθή ο Μάκβεθ!»
ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΒΕΘ
Ποίος τα έκραξεν αυτά; — Αγαπητέ μου Θάνη,
λυγά και χαλαρόνεται η ανδρική καρδιά σου,
εάν αφίνης εις αυτά να χάνεται ο νους σου.
Πήγαιν' ευθύς, εύρε νερόν και ξέπλυνε αμέσως
από τα χέρια σου αυτόν τον μαύρον καταδότην. —
Τι μου τα έφερες εδώ τα δύο τα μαχαίρια;
Πρέπει εκεί 'ς το πλάγι του να μείνουν! Πήγαινέ τα
και άλειψε με αίματα τους κοιμισμένους δούλους!
ΜΑΚΒΕΘ
Δεν 'πάγω! Το τι έκαμα, να το σκεφθώ και μόνον
με πιάνει τρόμος. Δεν τολμώ να το ιδώ και πάλιν!
ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΒΕΘ
Μικρόψυχε! Δος τα εδώ εμένα τα μαχαίρια!
Οι κοιμισμένοι κ' οι νεκροί είναι ωσάν εικόνες.
Τον διάβολον ζωγραφιστόν μόνον παιδιά τον τρέμουν.
Αν τρέχη αίμ' απ' την πληγήν, το πρόσωπον των δούλων
θα πασαλείψω, να φανούν ως ένοχοι εκείνοι.
(Εξέρχεται. Ακούεται έξωθεν κρότος θύρας κρουομένης).
ΜΑΚΒΕΘ
Ποιος να κτυπά; Τι έπαθα και με κατατρομάζει
κάθε βοή που ακουσθή; — Τι είν' αυτά τα χέρια;
Α! με στραβόνουν! Ημπορεί του Ποσειδώνος όλος
ο άπειρος Ωκεανός αυτό ποτέ το αίμα
να πλύνη απ' το χέρι μου; Όχι! Το χέρι τούτο
το πέλαγος τ' απέραντον θα καταπορφυρώση,
να κάμη κατακόκκινα τα γαλανά νερά του (14)!
ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΒΕΘ επιστρέφουσα.
Τα χέρια μου κοκκίνισαν 'σάν τα δικά σου· όμως
θα εντρεπόμην την καρδιάν αχνήν να έχω τόσον!
(Κρούεται έξωθεν η θύρα).
Κάποιος την θύραν μας κτυπά· ακούεις; — Έλα μέσα· 'λίγο νερό την πράξιν μας αρκεί να την ξεπλύνη· τόσον αρκεί! Τι έγεινε το παλαιόν σου θάρρος; Άκουε! Εξακολουθεί ο κρότος εις την θύραν! Το νυκτικόν σου φόρεσε, μη πρέπει να φανώμεν κ' ιδούν πως δεν 'πλαγιάσαμεν. — Μη χάνεσαι εις σκέψεις!
ΜΑΚΒΕΘ
Να 'ξεύρω το τι έκαμα! Ας ήτο να μη 'ξεύρω
την ύπαρξίν μου!
(Κρούεται η θύρα).
Κτύπα συ! Μη θέλης να 'ξυπνήσης τον Δώγκαν με τον κρότον σου; Ω! Είθε να 'μπορούσες!
(Εξέρχονται).
ΣΚΗΝΗ Γ'
Εν τω αυτώ προδόμω. Κρούεται έξωθεν η θύρα.
(Εισέρχεται θυρωρός).
ΘΥΡΩΡΟΣ
Να κτύπημα, αλήθεια κι' αλήθεια! Αν ήτο να κάμνη κανείς
τον θυρωρόν εις την κόλασιν, ησυχίαν δεν θα είχεν· όλο
θα εγύριζε το μάνδαλο. (Κρούεται η θύρα). Κτύπα, κτύπα,
κτύπα! — Ποίος είν' εκεί, δι' όνομα του Βελζεβούλ! — Ίσως
είναι κανείς μυλωνάς, που εκρεμάσθηκε διότι περιμένει ευφορίαν
της γης. Καλώς ώρισες! Φέρε μαζή σου προσόψια πολλά·
θα έχης να ιδροκοπήσης εδώ δι' αυτό που έκαμες. (Εξακολουθεί
ο κρότος). Ποίος είν' εκεί, μα του άλλου διαβόλου το όνομα!
— Θα ήναι μα την πίστιν μου, κανείς διπρόσωπος, απ' εκείνους
οπού σου πέρνουν όρκον, ότι το άσπρο είναι μαύρο και
το μαύρο άσπρο, — κανείς άξιος να πωλήση και την ψυχήν
του διά την αγάπην του Θεού, και όμως δεν κατώρθωσε να
τον γελάση τον Θεόν διά να του ανοίξη την πύλην των Ουρανών.
Κόπιασε μέσα, διπρόσωπε! (Κρούεται η θύρα). Κτύπα,
κτύπα, κτύπα! — Ποίος είναι; — Θα ήναι, μα την πίστιν
μου, κανείς ράπτης Άγγλος, κ' έρχεται εδώ διότι έκλεψε πανί
από βράκαν Γαλλικήν (15). Έλα, ράπτη, να πυρώσης εδώ το
σίδερό σου. (Κρούεται η θύρα). Κτύπα, κτύπα! — Ησυχίαν δεν
με αφίνουν! — Ποίος είσαι του λόγου σου;… Όμως κάμνει
κρύον! Δεν είναι η κόλασις εδώ· εκεί κάμνει ζέστην. Λοιπόν,
δεν κάμνω κ' εγώ τον θυρωρόν του διαβόλου. — Μου είχεν έλθει
'ς τον νουν ν' ανοίξω την θύραν του εις ένα από κάθε
συντεχνίαν, απ' εκείνους οπού πηγαίνουν εις το αιώνιον πυρ μέσα
από των ανθών τον δρόμον. (Εξακολουθεί ο κρότος). Να με, να με!
Έφθασα! Μη ξεχνάτε τον θυρωρόν, παρακαλώ.
(Ανοίγει την θύραν. Εισέρχονται ο ΜΑΚΔΩΦ και ο ΛΕΝΟΞ).
ΜΑΚΔΩΦ
Πάρα πολύ θα ήργησες, καλέ μου, να πλαγιάσης,
και δεν σου έκαμνε καρδιά το στρώμα σου ν' αφήσης.
ΘΥΡΩΡΟΣ
Μα την πίστιν μου, Κύριε, το εδιασκεδάσαμεν ως που
έκραξεν ο πετεινός.
ΜΑΚΔΩΦ
Κοιμάται ο αυθέντης σου;
(Εισέρχεται ο ΜΑΚΒΕΘ).
Ιδού, — ο θόρυβός μας
τον έκαμε κ' εξύπνησε.
ΛΕΝΩΞ
Καλή ημέρα, Μάκβεθ!
ΜΑΚΒΕΘ
Καλή σας 'μέρα κι' αγαθή, κ' οι δυο.
ΜΑΚΔΩΦ
Καλέ μου Θάνη,
ακόμη δεν εξύπνησεν ο βασιλεύς;
ΜΑΚΒΕΘ
Ακόμη.
ΜΑΚΔΩΦ
Να τον ξυπνήσω 'πρόσταξε πρωί πρωί. Φοβούμαι
μην ήργησα.
ΜΑΚΒΕΘ
Πλησίον του εγώ να σ' οδηγήσω,
ΜΑΚΔΩΦ
Τον κόπον μ' ευχαρίστησιν θα λάβης, το γνωρίζω,
αλλ' όμως κόπος πάντοτε θα ήναι.
ΜΑΚΒΕΘ
Όχι, όχι!
Οπόταν είν' ευχάριστος ο κόπος ξεκουράζει.
Ιδού, η θύρα είν' αυτή.
ΜΑΚΔΩΦ
Θα έμβω μ' άδειάν σου.
Μου το διέταξε.
(Εξέρχεται).
ΛΕΝΩΞ
Λοιπόν ο βασιλεύς σκοπεύει
ν' αναχωρήση σήμερον;
ΜΑΚΒΕΘ
Αυτός είν' ο σκοπός του.
ΛΕΝΩΞ
Τι νύκτ' απόψε τρομερά! Εις το κατάλυμά μας
έρριξε κάτω ταις γωνίαις η βία του ανέμου!
Μου λέγουν ότ' ηκούσθησαν εις τον αέρα θρήνοι,
κραυγαί θανάτου φοβεραί, ωσάν να προμηνύουν
ελεεινήν καταστροφήν κι' ανήκουστα συμβάντα
'ς την δυστυχή πατρίδα μας. Κ' η Γη, καθώς μου είπαν,
είχε κι' αυτή παροξυσμόν και έτρεμε!
ΜΑΚΒΕΘ
Αλήθεια,
ήτο αγρία η νυκτιά!
ΛΕΝΩΞ
Η νεαρά μου μνήμη
δεν ενθυμείται 'σάν αυτήν να ξαναείδε άλλην.
(Εισέρχεται ο ΜΑΚΔΩΦ).
ΜΑΚΔΩΦ
Ω! Φρίκη! Φρίκη! Να το 'πη δεν δύναται η γλώσσα,
να το χωρέση και ο νους δεν ημπορεί!
ΜΑΚΒΕΘ και ΛΕΝΩΞ
Τι είναι;
ΜΑΚΔΩΦ
Ο Άδης εξεπέρασε τα κατορθώματά του!
Με χέρια ιερόσυλα εχώθηκεν ο Φόνος
εις του Κυρίου τον ναόν και έκλεψ' από μέσα
του κτίσματος την ύπαρξιν (16)!
ΜΑΚΒΕΘ
Τι ύπαρξιν; Τι λέγεις;
ΛΕΝΩΞ
Τι εννοείς; Ο βασιλεύς;…
ΜΑΚΔΩΦ
Ελάτε να ιδήτε,
ελάτε, νέα Μέδουσα το φως σας να τυφλώση!
Μη μου ζητήτε να τα 'πώ, πηγαίνετε, ιδέτε,
και έπειτα λαλήσετε.
(Εξέρχονται ο ΜΑΚΒΕΘ και ο ΛΕΝΩΞ)
Ξυπνήστε! Σηκωθήτε! Σημάνετε το σήμαντρον! Ω! Φόνος! Προδοσία! Ξυπνήστε, Βάγκε, Δοναλβαίν και Μάλκολμ! Σηκωθήτε, τινάξετ' απ' επάνω σας τον ήσυχον τον ύπνον, — τον θάνατον τον ψεύτικον, — κ' ελάτ' εδώ να ιδήτε τον θάνατον αληθινόν! Ξυπνήστε, σηκωθήτε της τελευταίας Κρίσεως να ιδήτε την εικόνα! Ελάτε! Μάλκολμ, Δοναλβαίν και Βάγκε! Σηκωθήτε, ωσάν να εσηκόνεσθε μέσ' απ' τα σάβανά σας, ωσάν νεκροφαντάσματα ελάτ', αυτήν την φρίκην να την ιδούν τα 'μάτια σας! — Τα σήμαντρα κτυπάτε!
(Κρούονται οι κώδωνες).
(Εισέρχεται η ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΒΕΘ).
ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΒΕΘ
Τι τρέχει, και το σήμαντρον με την φρικτήν κραυγήν του
μας κράζει απ' τον ύπνον μας όλους εδώ; Ομίλει.
ειπέ!
ΜΑΚΔΩΦ
Καλή Κυρία μου, δεν είναι να τ' ακούσης
εκείνο πώχω να ειπώ· ο ήχος του σκοτόνει,
αν έμβη εις γυναικός αυτί.
(Εισέρχεται ο ΒΑΓΚΟΣ).
ΜΑΚΔΩΦ
Ω Βάγκε, Βάγκε, Βάγκε!
Τον Δώγκαν τον εσκότωσαν!
ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΒΕΘ
Ω, συμφορά! ω, φρίκη!
Εδώ 'ς την στέγην μου!
ΒΑΓΚΟΣ
Φρικτόν όπου και αν συνέβη!
'Πέ ότι έσφαλες, Μακδώφ, 'πέ μου πως ήτο ψεύμα.
(Εισέρχονται ο ΜΑΚΒΕΘ και ο ΛΕΝΩΞ).
ΜΑΚΒΕΘ
Αν ήτο και απέθνησκα πριν τούτου μίαν ώραν,
θα έλεγα πως έζησα ζωήν ευτυχισμένην!
Τώρα εις τα εγκόσμια ουσίαν δεν ευρίσκω·
τα πάντα μάταια· νεκρά και η χαρά κ' η δόξα·
'πάγει ο οίνος της ζωής — το καταπάτι μένει,
του πίθου μόνον καύχημα εις το εξής (17).
(Εισέρχονται ο ΜΑΛΚΟΛΜ και ο ΔΟΝΑΛΒΑΙΝ)
ΔΟΝΑΛΒΑΙΝ
Τι τρέχει;
Ποιος εκακόπαθε;
ΜΑΚΒΕΘ
Εσύ! Εσύ, και δεν το 'ξεύρεις.
Του αίματός σου η πηγή, η κεφαλή, η βρύσις,
εστείρευσεν! Εκόπηκε το ρεύμα της ζωής σου!
ΜΑΚΔΩΦ
Τον Δώγκαν, τον πατέρα σου τον 'σκότωσαν!
ΜΑΛΚΟΛΜ
Ω! — Ποίος;
ΜΑΚΔΩΦ
Οι φύλακές του, φαίνεται. Αιματωμένα ήσαν
τα πρόσωπα, τα χέρια των, καθώς και τα μαχαίρια
που ηύραμεν ασκούπιστα εις τα προσκέφαλά των.
Εφαίνοντο εμβρόντητοι και παραζαλισμένοι.
Σ' αυτούς ζωή δεν έπρεπε να πιστευθή ανθρώπου!
ΜΑΚΒΕΘ
Και όμως μετενόησα πώς εις την έξαψίν μου
να τους φονεύσω και τους δυο!
ΜΑΚΔΩΦ
Ω! Διατί, ω Μάκβεθ;
ΜΑΚΒΕΘ
Ποιος δύνατ' έξω εαυτού και φρόνιμος να ήναι,
ήμερος κι' άγριος, — ψυχρός και αφωσιωμένος,
όλα 'ς τον ίδιον καιρόν; Κανείς! 'ς την έξαψίν μου
ο χαλινός του λογικού δεν μ' εκρατούσε πλέον.
Νεκρός εκεί ο βασιλεύς, με καταπλουμισμένο
το ασημένιο δέρμα του απ' το χρυσό του αίμα,
κ' αι ανοικταί του αι πληγαί μ' εφαίνοντο να ήσαν,
είσοδοι τόσαι της φθοράς, της φύσεως χαλάστραι! —
Κ' εκεί οι δολοφόνοι του, 'ς το χρώμα βουτημένοι
του φόνου, — τα μαχαίρια των αιματοτυλιγμένα…
Ποίος εκεί την δύναμιν να κρατηθή θα είχε,
καρδιάν αν είχε ν' αγαπά, κ' εις την καρδιάν την τόλμην
να δείξη την αγάπην του;
ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΒΕΘ
Βοήθεια! Ω! να φύγω (18)!
ΜΑΚΔΩΦ
Λιγοθυμά, ιδέτε την!
ΔΟΝΑΛΒΑΙΝ κατ' ιδίαν προς τον ΜΑΛΚΟΛΜ
Την γλώσσαν τι κρατούμεν,
ενώ προ πάντων εις ημάς εδώ ανήκει λόγος;
ΜΑΛΚΟΛΜ κατ' ιδίαν,
Εδώ τι λόγος ωφελεί, που μας παραμονεύει
κρυμμένη μέσ' 'ς την τρύπαν της η Μοίρα η κακή μας,
και να χυθή επάνω μας ζητεί, να μας αρπάξη;
Να φύγωμεν! Δεν 'μέστωσε το δάκρυ μας ακόμη!
ΔΟΝΑΛΒΑΙΝ κατ' ιδίαν
Κι' ακόμη δεν εξύπνησεν ο πόνος της ψυχής μας!
ΒΑΓΚΟΣ
Την Λαίδην βοηθήσετε!
(Η ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΒΕΘ φέρεται έξω της σκηνής).
Κ' ημείς, τα σώματά μας αφού τα προφυλάξωμεν απ' την γυμνότητά των, εδώ ενταμονόμεθα να κάμωμεν ερεύνας, αυτό να εξετάσωμεν το φρικαλέον πράγμα. Τώρα τον νουν μας δισταγμοί και φόβοι τον κλονίζουν. Αλλά εδώ, εις τον Θεόν ενώπιον, ομνύω να πολεμήσω τους κρυφούς σκοπούς της προδοσίας!
ΜΑΚΔΩΦ
Κι εγώ τ' ομνύω!
ΠΑΝΤΕΣ
Όλοι μας!
ΜΑΚΒΕΘ
Πηγαίνωμεν αμέσως
την ανδρικήν να βάλωμεν στολήν μας, και κατόπιν
εδώ ενταμονόμεθα όλοι μαζί.
ΠΑΝΤΕΣ
Προθύμως.
(Εξέρχονται πάντες, εκτός του ΜΑΛΚΟΛΜ και του ΔΟΝΑΛΒΑΙΝ)
ΜΑΛΚΟΛΜ
Συ τι σκοπεύεις; Απ' αυτούς ν' απέχωμεν προκρίνω.
'Σ τον άπιστον είν' εύκολον να προσποιήται λύπην.
Εις την Αγγλίαν 'πάγω 'γώ.
ΔΟΝΑΛΒΑΙΝ
Κ' εγώ 'ς την Ιρλανδίαν.
Ασφαλεστέρα χωριστά η τύχη καθενός μας.
Εδώ μαχαίρια κρύπτονται 'ς τα χαμογέλοια μέσα·
τα δε συγγενικώτερα βαθύτερα πληγόνουν.
ΜΑΛΚΟΛΜ
Το βέλος 'ς το σημάδι του δεν έπεσεν ακόμη·
— καλόν να τ' αποφύγωμεν, εμπρός του μη μας εύρη! —
Εις τ' άλογα! Χαιρετισμοί κ' ευγένειαι ας λείψουν·
ωσάν τους κλέπτας φεύγωμεν. Κλοπή συγχωρημένη
κανείς να κλέπτετ' απ' εκεί, όπου ελπίς δεν μένει.
(Εξέρχονται).
ΣΚΗΝΗ Δ΄
Έξωθεν του μεγάρου του ΜΑΚΒΕΘ.
(Εισέρχονται ο ΡΩΣ και είς ΓΕΡΩΝ).
ΓΕΡΩΝ
Θυμούμαι όσα έγειναν προ εβδομήντα χρόνων,
κ' εις όλον το διάστημα της μακρινής μου πείρας
είδα και ώραις φοβεραίς κι' αλλόκοτα συμβάντα·
αλλ' η φρικτή αυτή νυκτιά 'ξεπέρασε τα πάντα!
ΡΩΣ
Καλέ μου γέρε κι' αγαθέ, ο Ουρανός, ιδέ τον,
ωσάν να τον ετάραξαν τα έργα του ανθρώπου,
το σκήνωμά του απειλεί το αιματοβαμμένον.
Να λάμπη τώρα έπρεπε φως της ημέρας, κι' όμως
σβύνει το σκότος της νυκτός τον ταξειδιάρην λύχνον.
Η 'μέρα μην εντρέπεται; ή θριαμβεύει η Νύκτα,
κι' αντί ν' ασπάζεται την γην το φως το ζωογόνον,
το πρόσωπόν του έκρυψε 'ς τα σάβανα του σκότους;
ΓΕΡΩΝ
Και τούτο είν' αφύσικον, κ' επίσης παρά φύσιν
το έγκλημα που έγεινε. — Την περασμένην Τρίτην
εκεί που υπερήφανα 'πετούσ' ένα ιεράκι
μια κουκουβάγια τάρπαξε και τόκαμε κομμάτια!
ΡΩΣ
Κι' αυτά του Δώγκαν τ' άλογα, — παράδοξον και όμως
αληθινόν, — ζώα λαμπρά, το άνθος των αλόγων,
αγρίευσαν, και έσπασαν τους σταύλους των, κ' εβγήκαν
κ' εχύθηκαν ακράτητα κ' επαναστατημένα,
'σάν νάθελαν τον πόλεμον να κάμουν 'ς τους ανθρώπους!
ΓΕΡΩΝ
Το ένα τ' άλλο έφαγε, μου είπαν.
ΡΩΣ
Είν' αλήθεια!
Το είδα με τα μάτια μου και μ' έπιασε τρομάρα!
(Εισέρχεται ο ΜΑΚΔΩΦ)
ΡΩΣ
Να κι' ο Μακδώφ! — Αι, φίλε μου, ο κόσμος πώς τα 'πάγει;
ΜΑΚΔΩΦ
Και δεν τον βλέπεις;
ΡΩΣ
Τους φονείς τους ηύραν τίνες είναι;
ΜΑΚΔΩΦ
Εκείνοι που εφόνευσεν ο Μάκβεθ!
ΡΩΣ
Ω Θεέ μου!
Και τι καλόν επρόσμεναν;
ΜΑΚΔΩΦ
Άλλοι τους είχαν βάλλει. —
Του βασιλέως τα παιδιά, ο Δοναλβαίν κι' ο Μάλκολμ,
κρυφά κ' οι δύο έφυγαν, ώστ' είναι υποψία
ότ' είν' εκείνοι ένοχοι.
ΡΩΣ
Και τούτο παρά φύσιν!
Φιλοδοξί' απρόβλεπτη, την μέλλουσαν τροφήν σου
την κατατρώγεις μόνη σου! — Και βασιλεύς θα γείνη
ο Μάκβεθ ίσως;
ΜΑΚΔΩΦ
Έγεινε, και εις το Σκων επήγε
διά την στέψιν.
ΡΩΣ
Κι' ο νεκρός τι έγεινε του Δώγκαν;
ΜΑΚΔΩΦ
Στ' αγιασμένα χώματα κ' εκείνον τον επήγαν
εκεί που μένουν τα οστά των πρώην βασιλέων.
ΡΩΣ
Και συ πηγαίνεις εις το Σκων;
ΜΑΚΔΩΦ
Όχι, εξάδελφέ μου.
Διά το Φάιφ ξεκινώ.
ΡΩΣ
Εγώ 'ς το Σκων θα 'πάγω.
ΜΑΚΔΩΦ
Είθε να έβγουν εις καλόν όσα εκεί θα γείνουν!
Υγίαινε, και άμποτε να στρώση 'ς τα κορμιά μας
καλλίτερ' απ' την πρώτην μας η νέα φορεσιά μας.
ΡΩΣ
Ώρα καλή, πατέρα μου!
ΓΕΡΩΝ
Νάν' ο Θεός μαζί σου,
και μ' όποιον 'ξεύρει το κακόν εις αγαθόν να τρέψη
και τον εχθρόν του δύναται εις φίλον του να στρέψη.
(Εξέρχονται)
ΠΡΑΞΙΣ ΤΡΙΤΗ
ΣΚΗΝΗ Α'
Εν τω βασιλικώ ανακτόρω εις Φόρες.
(Εισέρχεται ο ΒΑΓΚΟΣ).
ΒΑΓΚΟΣ
Ιδού, τα έχεις: Βασιλεύς και Καουδώρ και Γλάμης,
τα πάντα όσα έταξαν αι τρεις των. Και φοβούμαι
ότι το παν επρόδωκες διά να τ' αποκτήσης!
Αλλ' είπαν δεν θα τα χαρή αυτά η γενεά σου,
κ' εγώ θα γείνω κεφαλή και ρίζα βασιλέων.
Εάν από το στόμα των εξέρχεται αλήθεια, —
καθώς σου το απέδειξαν τα λόγια των, ω Μάκβεθ, —
εάν αι προφητείαι των αλήθευσαν 'ς εσένα,
και εις εμένα διατί να μην επαληθεύσουν;
Και διατί καθώς εσύ κ' εγώ να μην ελπίζω;
Αλλ' όμως σιωπή!
Σάλπιγγες. Εισέρχονται ο ΜΑΚΒΕΘ ως βασιλεύς, η Λαίδη
ΜΑΚΒΕΘ ως βασίλισσα, ο ΛΕΝΩΞ, ο ΡΩΣ,
Άρχοντες, αρχόντισσαι και συνοδία.
ΜΑΚΒΕΘ
Ιδού ο πρώτιστός μας φίλος!
ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΒΕΘ
Αν έλειπε, μέγα κενόν θα είχε η εορτή μας,
ωσάν να έλειπε το παν!
ΜΑΚΒΕΘ
Θα έχωμεν απόψε
συμπόσιον επίσημον. Παρακαλώ να έλθης.
ΒΑΓΚΟΣ
Σ' τους ορισμούς σου! Μ' έχεις δε εις τα προστάγματά σου
δεμένον μ' άλυτα δεσμά.
ΜΑΚΒΕΘ
Σκοπεύεις να ιππεύσης;
ΒΑΓΚΟΣ
Μάλιστα!
ΜΑΚΒΕΘ
Ήθελα πολύ την γνώμην σου εις κάτι.
Την ηύρα πάντοτε σωστήν και γνωστικήν. Αλλ' όμως
δεν είναι βία· αύριον ζητώ να μου την δώσης. —
Κι' ως πού πηγαίνεις;
ΒΑΓΚΟΣ
Ως εκεί που να περάση η ώρα
έως το δείπνον. Αλλ' εάν δεν τρέχη τ' άλογόν μου,
τότε μιαν ώραν ή και δυο θα κλέψω απ' την νύκτα.
ΜΑΚΒΕΘ
Μη λείψης 'ς το συμπόσιον.
ΒΑΓΚΟΣ
Βεβαίως δεν θα λείψω.
ΜΑΚΒΕΘ
Μανθάνω ότι έφυγαν οι δυο εξάδελφοί μου,
'ς την Ιρλανδία ο ένας των, ο άλλος 'ς την Αγγλίαν,
κι' αντί την αμαρτίαν των να εξομολογήσουν,
άλλα των άλλων φλυαρούν εις όσους τους ακούουν!
Αλλ' αύριον τα λέγομεν. Θα έχωμεν συγχρόνως
και άλλα να κυττάξωμεν συμφέροντα του Κράτους.
Πήγαινε τώρα, και καλήν επιστροφήν το βράδυ!
Μαζί σου τώρα και ο Φληνς θα έλθη;
ΒΑΓΚΟΣ
Ναι, θα έλθη.
Καιρός να φεύγωμεν
ΜΑΚΒΕΘ
Γοργά να είναι τ' άλογά σας
και ασφαλή τα πόδια των. Η ώρα η καλή σας!
(Εξέρχεται ο ΒΑΓΚΟΣ)
Ως τας επτά καθένας σας ας κάμη ό,τι θέλει.
Διά να μ' είν' η συντροφιά ακόμη γλυκυτέρα,
κι' εγώ σκοπεύω μόνος μου να μείνω ως το βράδυ.
Λοιπόν, μαζί σας ο Θεός!
(Εξέρχονται πάντες πλην του ΜΑΚΒΕΘ και ενός υπηρέτου).
ΜΑΚΒΕΘ
Εσύ, — εσένα λέγω·
ακόμη δεν εφάνησαν οι άνθρωποι εκείνοι;
ΥΠΗΡΕΤΗΣ
'Σ του παλατιού, αυθέντα μου, την θύραν περιμένουν.
ΜΑΚΒΕΘ
Πήγαινε, φέρε τους εδώ.
(Εξέρχεται ο υπηρέτης)
Να είμ' αυτό που είμαι δεν είναι τίποτε, — εκτός και ασφαλής αν ήμαι! Ο φόβος μ' εκυρίευσε του Βάγκου. Έχει κάτι βασιλικόν επάνω του, που προκαλεί τον φόβον. Τα πάντα είναι άξιος αυτός να τα τολμήση, κ' εις την ακαταδάμαστην ανδρείαν της ψυχής του υπάρχει και η φρόνησις, που οδηγεί το χέρι πού να κτυπήση ασφαλώς. Μόνον αυτόν φοβούμαι, μόνον αυτόν! — Ο δαίμων του εμένα μ' αμαυρόνει καθώς και τον Αντώνιον του Καίσαρος ο δαίμων (19)! οπόταν μ' εχαιρέτισαν αι τρεις ως βασιλέα εθύμωσε, κ' εζήτησε κι' αυτόν να του λαλήσουν· κ' εκείναι τον 'προφήτευσαν πατέρα βασιλέων, Διάδημα μου έβαλαν 'ς την κεφαλήν μου στείρον, — άκαρπον σκήπτρον να κρατώ μου έδωκαν 'ς το χέρι, διά να μου αφαιρεθή κατόπιν από ξένους, χωρίς να έχω τέκνον μου εγώ διάδοχόν μου! Λοιπόν, προς χάριν της σποράς του Βάγκου, την ψυχήν μου εγώ την εκηλίδωσα, κ' εσκότωσα τον Δώγκαν, κ' εγέμισα τον κάλυκα της συνειδήσεώς μου φαρμάκια; 'ς τον αντίπαλον του ανθρωπίνου γένους παρέδωκα τ' αθάνατον εγώ κειμήλιόν μου, διά να γείνουν βασιλείς μετέπειτα εκείνοι; Οι υιοί του Βάγκου βασιλείς! Παρά να γείνη τούτο, έλα ω Τύχη, πρόβαλε καλλίτερα εμπρός μου, να πολεμήσωμεν μαζί, όσον ζωή μου μένει!… Ποιος είν' εκεί;
(Εισέρχεται ο ΥΠΗΡΕΤΗΣ ακολουθούμενος υπό δύο ΔΟΛΟΦΟΝΩΝ)
ΜΑΚΒΕΘ
Πήγαινε συ· περίμενε 'ς την θύραν
ως που να κράξω.
(Εξέρχεται ο υπηρέτης)
Χθες με σας δεν ήτο που τα είπα;
Α’ ΔΟΛΟΦΟΝΟΣ
Μάλιστ', αυθέντα μου.
ΜΑΚΒΕΘ
Λοιπόν, 'σκεφθήκετ' όσα είπα;
Εκείνος σας κατέτρεξε τα περασμένα χρόνια,
εκείνος, να το 'ξεύρετε· όχι εγώ ποτέ μου,
καθώς το ενομίζετε! Εγώ είμαι αθώος!
Αυτό σας το απέδειξα· φως φανερόν σας είπα
το ποιος και πώς σας έπαιξε, τι μέσα, τι απάτην·
τα πάντα σας εξήγησα εις τρόπον που καθένας
όσον κι' αν έχη 'λίγον νουν, 'μισήν ψυχήν κι' αν έχη
να 'πή: Αυτά τα έκαμεν ο Βάγκος!
Α’ ΔΟΛΟΦΟΝΟΣ
Μας τα είπες.
ΜΑΚΒΕΘ
Επήγα και μακρύτερα. Και δι' αυτόν τον λόγον
σας ξαναέφερα εδώ. — Ειπέτε μου να 'ξεύρω:
τόσον μεγάλη υπομονή σας κυριεύει, ώστε,
να παραβλέψετε αυτό, ή μη κ' οι δύο είσθε
τόσον καλοί Χριστιανοί ώστε 'ς την προσευχήν σας
παρακαλείτε δι' αυτόν και διά τα παιδιά του,
αυτόν τον καλόν άνθρωπον, που ήνοιξε τον τάφον
και έφερε την ζητανιά εις 'σας και τους 'δικούς σας;
Α’ ΔΟΛΟΦΟΝΟΣ
Αυθέντα, άνδρες είμεθα!
ΜΑΚΒΕΘ
Ω ναι· 'ς τους καταλόγους
ως άνδρες λογαριάζεσθε, καθώς κ' οι σκύλοι όλοι, —
αυλόσκυλοι, μανδρόσκυλοι, λαγωνικά, ζαγάρια,
θαλασσινοί, μισόλυκοι, μικρά σκυλάκια, μούργοι,
όλοι των σκύλοι λέγονται. Αλλά τους ξεχωρίζει
καθένα η αξία του· γοργός ο ένας είναι,
αργός ο άλλος, κυνηγός, πιστός, ανοικτομμάτης,
καθείς κατά το χάρισμα πού έχει απ' την φύσιν·
ώστε προσθήκην ο καθείς ξεχωριστήν λαμβάνει
'ς την γενικήν καταγραφήν, όπου με μίαν λέξιν
όλους τους έγραψαν μαζί. Το ίδιον κ' οι άνδρες. —
Λοιπόν και σεις, απ' τον σωρόν αν σας χωρίζη κάτι,
εάν 'ς την ανθρωπότητα οι έσχατοι δεν είσθε,
ειπήτε μου το· — τότ' εγώ θα σας ξεμυστερεύσω
πράγμα, που αν εκτελεσθή, θα φάγη τον εχθρόν σας,
και σας εις την καρδίαν μου θα σας αλυσσοδέση
κ' εις την αγάπην μου, — εμού, που η ζωή του είναι
αρρώστια μου, κ' υγεία μου θα ήν' ο θάνατός του (20)!
Β’ ΔΟΛΟΦΟΝΟΣ
Είμ' άνθρωπος, αυθέντα μου, αγριωμένος τόσον
από του κόσμου τ' άδικα κι' απ' την καταδρομήν του,
ώστε τα πάντα τ' αψηφώ 'ς το πείσμα του!
Α’ ΔΟΛΟΦΟΝΟΣ
Κ'εμένα
η συμφορά μ' απέκαμε, μ' έδειρ' η Τύχη τόσον,
που δεν το έχω τίποτε να παίξω την ζωήν μου,
και ή την ξεφορτώνομαι ή την καλλιτερεύω.
ΜΑΚΒΕΘ
Κ' οι δύο το γνωρίζετε: εχθρός σας είν' ο Βάγκος!
ΟΙ ΔΥΟ ΔΟΛΟΦΟΝΟΙ
Εχθρός μας είν', αυθέντα μου!
ΜΑΚΒΕΘ
Κ' εχθρός 'δικός μου είναι!
Τόσον εχθρός, που όσον ζη και όσον αναπνέει,
κάθε στιγμή του μαχαιριά 'ς τα σωθικά μου είναι!
Από το πρόσωπον της γης 'μπορούσα να τον 'βγάλω
'ς το φανερόν, και νόμος μου να ήν' η θέλησίς μου.
Πλην δεν συμφέρει, επειδή κάποιοι 'δικοί του φίλοι,
είναι και φίλοι μου. Λοιπόν διά να μη τους χάσω.
θα φαίνωμ' ότι τον θρηνώ, ενώ τον καταστρέφω.
Ιδού ο λόγος διατί ζητώ την συνδρομήν σας,
ώστε το πράγμα να κρυφθή απ' των πολλών τα 'μάτια,
διά πολλάς και σοβαράς αιτίας.
Β’ ΔΟΛΟΦΟΝΟΣ
Ό,τι θέλεις,
αυθέντα, θα το κάμωμεν!
Α’ ΔΟΛΟΦΟΝΟΣ
Και αν με την ζωήν μας…
ΜΑΚΒΕΘ
Λάμπει η καρδιά 'ς τα 'μάτια σας! Μια ώρα πριν περάση
θα σας ειπώ πού έχετε να κάμετε καρτέρι,
ποιαν ώραν να διαλέξετε, ποίαν στιγμήν, — τα πάντα!
Το πράγμα πρέπει άφευκτα την νύκτ' αυτήν να γείνη,
κάπως μακράν από εδώ· διότι, μη ξεχνάτε
οτ' είν' ανάγκη να φανώ αθώος. Και μαζί του, —
μη μείνη εις το έργον μας ή ρόζος ή σχισμάδα, —
πρέπει συγχρόνως και ο Φληνς, που θα τον συνοδεύη,
μαζί με τον πατέρα του να έβγη απ' την μέση!
Συγχρόνως ναύρη και αυτόν η Μοίρα η κακή του!
Λοιπόν, αποφασίσετε. — Πηγαίνω κ' επιστρέφω.
ΟΙ ΔΥΟ ΔΟΛΟΦΟΝΟΙ
Αυθέντα, την απόφασιν την έχομεν παρμένην.
ΜΑΚΒΕΘ
Μέσα πηγαίνετε, κ' ευθύς θα έλθω να σας εύρω.
(Εξέρχονται οι Δολοφόνοι)
Τετέλεσται! 'ς τους ουρανούς, ω Βάγκε, αν θ' αναίβης, νάχης απόψε 'ς τα εκεί τον δρόμον να γυρεύης!
ΣΚΗΝΗ Β'
Εν τω μεγάρω.
(Εισέρχεται η ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΒΕΘ και υπηρέτης)·
ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΒΕΘ
Έφυγ' ο Βάγκος;
ΥΠΗΡΕΤΗΣ
Ναι, αλλά το βράδυ επιστρέφει.
ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΒΕΘ
Σ' τον βασιλέα πήγαινε κ' εκ μέρους μου ειπέ του
ότ' ήθελα, αν ευκαιρή, να του ειπώ δυο λόγια.
ΥΠΗΡΕΤΗΣ
Αμέσως. (Εξέρχεται).
ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΒΕΘ
Κέρδος μάταιον, ωφέλεια χαμένη,
να έχη τις ό,τι ποθεί, κι' ανήσυχος να μένη.
Καλλίτερα να ήμ' εγώ εκείνος οπού 'πάγει,
παρά να τον κατέστρεψα κ' η λύπη να με φάγη!
(Εισέρχεται ο ΜΑΚΒΕΘ)
ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΒΕΘ
Τι γίνεσαι, αυθέντα μου; Κατάμονος τι μένεις,
με συντροφιάν τα θλιβερά φαντάσματά σου μόνον;
Τι τρέφεσαι με στοχασμούς, που έπρεπε να ήσαν
μ' αυτούς που συλλογίζεσαι μαζί κι' αυτοί θαμμένοι;
Όσα δεν έχουν ιατρικόν, να λησμονούνται πρέπει!
Το ό,τι έγειν', έγεινε!
ΜΑΚΒΕΘ
Εκόψαμεν το φίδι
αλλά δεν το 'σκοτώσαμεν. Θα ιατρευθή η πληγή του,
θα στυλωθή, κι' ο κίνδυνος και πάλιν του 'δοντιού του
τον δόλον μας τον μάταιον θα ξαναφοβερίζη.
Αλλά το σύμπαν ας χαθή, οι κόσμοι ας χαλάσουν,
παρά να κρυφοτρώγωμεν με φόβους το ψωμί μας,
κι' ο ύπνος να μας έρχεται την νύκτα, ταραγμένος
απ' τ' άγρια ονείρατα που μας τρομάζουν! Όχι!
Καλλίτερα να ήμεθα με τους αποθαμένους, —
μ' εκείνους που εστείλαμεν 'ς του τάφου την ειρήνην
διά να ζήσωμεν ημείς τον βίον εν ειρήνη, —
παρά τον νουν μας βάσανα αιώνια να τρώγουν
Ο Δώγκαν αναπαύεται 'ς το μνήμα του. Κοιμάται·
του βίου τον παροξυσμόν τον 'γλύττωσεν εκείνος·
η προδοσία έκαμε ό,τι είχε να του 'κάμη.
Εκεί που είναι, μάχαιρα, φαρμάκι δεν τον φθάνει,
ούτε ο δόλος συγγενών, ούτε η έχθρα ξένων·
τίποτ' εκεί να φοβηθή αυτός δεν έχει!
ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΒΕΘ
Έλα,
αυτά τ' αγριωμένα σου τα μάτια πράυνέ τα·
'ς το δείπνον κύτταξ' εύθυμος και ζωηρός να ήσαι.
ΜΑΚΒΕΘ
Θα ήμ', αγάπη μου. Και συ προσπάθησε να ήσαι.
Να έχης δε κατ' εξοχήν τον νουν σου εις τον Βάγκον.
Σ' το 'μάτι σου, 'ς την γλώσσαν σου εκείνος να πρωτεύη.
Ο κίνδυνος δεν έλειψεν, ενόσω είν' ανάγκη
να πλύνωμεν την δόξαν μας εις τα νερά του δόλου
και πάντοτε να έχωμεν κ' οι δυο το πρόσωπόν μας
ως προσωπίδα της καρδιάς, διά να μας την κρύπτη.
ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΒΕΘ
Άφες τ' αυτά!
ΜΑΚΒΕΘ
Ω! την ψυχήν έχω σκορπιούς γεμάτην!
Κι ο Βάγκος και το τέκνον του ακόμη ζουν, το 'ξεύρεις;
ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΒΕΘ
Αιώνιον συμβόλαιον με την ζωήν δεν έχουν!
ΜΑΚΒΕΘ
Τα πάντα δεν εχάθηκαν. Αθάνατοι δεν είναι.
Λοιπόν και συ κάμε καρδιά. Απόψε, πριν αρχίση
μέσ' 'ς ταις καμάραις να πετά τυφλά η νυκτερίδα,
πριν κράξη τον ασκάθαρον η σκοτεινή Εκάτη
το νυσταγμένον σήμαντρον της Νύκτας να βοΰση,
πράγμα φρικτόν και φοβερόν θα γείνη!
ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΒΕΘ
Τι θα γείνη;
ΜΑΚΒΕΘ
Αγάπη μου, καλλίτερα εσύ να μη το 'ξεύρης,
ως που να έχης να χαρής αφού θα γείνη! — Έλα,
έλα ω Νύκτα σκοτεινή, τον πέπλον σου να ρίξης
'ς τα 'μάτια τα ευαίσθητα της αγαθής Ημέρας!
Ω έλα με αόρατον αιματωμένον χέρι
να σχίσης το συμβόλαιον, κομμάτια να το κάμης
το μέγα το συμβόλαιον που με κερόνει εμένα (21)!
Πήζει το φως, ο κόρακας παίρνει το πέταγμά του
'ς το δάσος του. Τα πλάσματα τ' αθώα της Ημέρας
αρχίζουν να κουρνιάζονται να γλυκοησυχάσουν,
ενώ τα μαύρα εξυπνούν δαιμόνια του σκότους
'ς το άρπαγμά των να χυθούν! — Θαυμάζεις μ' όσα λέγω;
Ησύχασε, ησύχασε! Ό,τι και αν αρχίση
με το κακόν να σπείρεται, με το κακόν θ' αυξήση! —
(Εξέρχονται).
ΣΚΗΝΗ Γ'
Δάσος παρά τα ανάκτορα.
(Εισέρχονται τρεις ΔΟΛΟΦΟΝΟΙ)
Α’ Δολοφόνος
Ποιος να μας κάμης συντροφιά σ' έστειλ' εδώ;
Γ’ ΔΟΛΟΦΟΝΟΣ
Ο Μάκβεθ (22).
Β’ ΔΟΛΟΦΟΝΟΣ
Τι τον υποπτευόμεθα αφού σωστά τα λέγει,
ποιοι είμεθα, τι έχομεν να κάμωμεν, τα πάντα
καθώς μας τα παρήγγειλαν;
Α’ ΔΟΛΟΦΟΝΟΣ
Μείνε λοιπόν μαζί μας. —
Το φως ακόμη πού και πού την δύσιν χαρακόνει.
Τώρα 'ς τον δρόμο τ' άλογο κεντά ο ταξειδιώτης
να φθάση γρήγορα εκεί όπου θα ξενυκτίση.
Όπου κι' αν ήναι θα φανή κι' αυτός που καρτερούμεν.
Γ’ ΔΟΛΟΦΟΝΟΣ
Ακούω ποδοβολητόν.
ΒΑΓΚΟΣ έσωθεν.
Φέξετ' εδώ! Πού είσθε;
Β’ ΔΟΛΟΦΟΝΟΣ
Εκείνος είναι βέβαια! Οι άλλοι ήλθαν όλοι!
Α’ ΔΟΛΟΦΟΝΟΣ
Τα άλογα του έφυγαν!
Γ’ ΔΟΛΟΦΟΝΟΣ
Συνήθειά του είναι.
Πεζός πηγαίνει απ' εδώ 'ς του παλατιού την θύραν.
Β’ ΔΟΛΟΦΟΝΟΣ
Έρχονται φώτα!
Γ’ ΔΟΛΟΦΟΝΟΣ
Είν' αυτός!
Α’ ΔΟΛΟΦΟΝΟΣ
Επάνω του κ' οι τρεις μας!
(Εισέρχονται ο ΒΑΓΚΟΣ, και ο ΦΛΗΝΣ κρατών δαυλόν.)
ΒΑΓΚΟΣ
Ωσάν να φαίνετ' ο καιρός προς την βροχήν.
Α’ ΔΟΛΟΦΟΝΟΣ
Ας βρέξη!
(Επιπίπτουσι κατ' αυτού οι δολοφόνοι).
ΒΑΓΚΟΣ
Ω! προδοσία! Φύγε, Φληνς! Ω, φύγε, φύγε, φύγε!
Ίσως εσύ μ' εκδικηθής! Ω! φύγε! — Ω προδότη!
(Αποθνήσκει. Ο ΦΛΗΝΣ φεύγει.)
Γ’ ΔΟΛΟΦΟΝΟΣ
Τα φώτα ποιος τα έσβυσε;
Α’ ΔΟΛΟΦΟΝΟΣ
Δεν έπρεπε να σβύσουν;
Γ’ ΔΟΛΟΦΟΝΟΣ
Ο ένας μόνον έπεσε. Μας έφυγε ο υιός του (23).
Β’ ΔΟΛΟΦΟΝΟΣ
Τότ' η μισή μας η δουλειά πηγαίνει 'ς τα χαμένα.
Α’ ΔΟΛΟΦΟΝΟΣ
Εκείνο τώρα πώγεινε ας' πάμε να το πούμε.
(Εξέρχονται).
ΣΚΗΝΗ Δ'
Συμπόσιον εν τοις ανακτόροις.
(Εισέρχονται ο ΜΑΚΒΕΘ, η ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΒΕΘ, ο ΡΩΣ, ο ΛΑΙΝΩΞ, ΜΕΓΙΣΤΑΝΕΣ
και υπηρέται).
ΜΑΚΒΕΘ
Λάβετε θέσιν. Ο καθείς γνωρίζει τον βαθμόν του.
Καλώς ωρίσετ' όλοι σας, κι' ο έσχατος κι' ο πρώτος!
ΠΑΝΤΕΣ
Ευχαριστούμεν, βασιλεύ.
ΜΑΚΒΕΘ
Θα μείνω μεταξύ σας,
ωσάν να ήμαι ταπεινός κ' εγώ προσκεκλημένος,
και όλους η βασίλισσα ας μας φιλοξενήση,
και το &καλώς μας ήλθετε& ας το ειπή εκείνη.
ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΒΕΘ
Ειπέ το συ εκ μέρους μου εις τους καλούς μας φίλους.
Το λέγει 'ς όλους των μαζί εμένα η καρδιά μου.
(Ο Α' ΔΟΛΟΦΟΝΟΣ εμφανίζεται επί της θύρας).
ΜΑΚΒΕΘ
Ιδέ, κι' αυτοί με την καρδιάν ευχαριστώ σου λέγουν.
Καθίσετ' όλοι σας. Εδώ 'ς την μέσην θα καθίσω,
Χαρήτε, ξεφαντώσετε. — Τώρα ευθύς θα έλθω
να πιω εις την υγείαν σας. (Βαδίζει προς την θύραν).
Γεμάτο αίμα είνε
το πρόσωπόν σου, άνθρωπε!
ΔΟΛΟΦΟΝΟΣ
Είναι του Βάγκου αίμα!
ΜΑΚΒΕΘ
Καλλίτερα επάνω σου ή μέσα 'ς το κορμί του!
Τον εξεκάμετε;
ΔΟΛΟΦΟΝΟΣ
Εγώ έκοψα τον λαιμό του!
ΜΑΚΒΕΘ
Α! λαιμοκόπος το λοιπόν κανείς καλλίτερός σου!
καλός κ' εκείνος που του Φληνς του έκαμε τα ίδια.
Αν συ το έκαμες κι' αυτό, τότε δεν έχεις ταίρι!
ΔΟΛΟΦΟΝΟΣ
Ο Φληνς, αυθέντα, 'ξέφυγε!
ΜΑΚΒΕΘ (καθ' εαυτόν)
Τότε λοιπόν και πάλιν
άρρωστος είμαι! Ειδεμή εξαίρετα θα ήμουν (24),
'σάν μάρμαρον ακέραιος και στερεός 'σάν βράχος,
'σάν τον αέρα ελαφρός ολόγυρά μου! Τώρα
είμαι σφιγμένος, δέσμιος, κλεισμένος, πλακωμένος,
δεμένος χειροπόδαρα με φόβους κ' υποψίας! —
Αλλά, είπε μου, έχομεν τουλάχιστον τον Βάγκον;
ΔΟΛΟΦΟΝΟΣ
Τον έχομεν, αυθέντα μου, 'ς ένα χανδάκι μέσα,
με είκοσι ορθάνοικταις πληγαίς 'ς την κεφαλήν του,
Από αυταίς του έφθανε και μια!
ΜΑΚΒΕΘ καθ' εαυτόν
Καλόν και τούτο!
Το μέγα φίδι έλειψε. Εσώθη το σκουλήκι
και έχει μέσα του ζωήν ως που να έλθ' η ώρα
να χύση το φαρμάκι του· τώρα δεν έχει 'δόντια!
Φύγε! Σε βλέπω αύριον.
(Εξέρχεται ο ΔΟΛΟΦΟΝΟΣ)·
ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΒΕΘ
Πώς δεν μας ζωηραίνεις,
αυθέντα; Το συμπόσιον δεν έχει πλέον χάριν
εάν ενόσω γίνεται, κανείς δεν συχνοβλέπη
ότι φιλεύει με χαράν εκείνος που φιλεύει.
Αν ήναι μόνον το φαγί, τρώγει κανείς και μόνος·
του φαγητού καρύκευμα είν' η φιλοφροσύνη· —
χωρίς αυτήν η συντροφιά δεν έχει νοστιμάδα.
ΜΑΚΒΕΘ
Εσύ γλυκέ μου σύμβουλε! — Λοιπόν, 'ς την όρεξίν σας
εύχομαι χώνευσιν καλήν, και εις τα δύο υγείαν!
ΛΕΝΩΞ
Δεν κάθεσαι, αυθέντα μου;
(Εισέρχεται η σκιά του ΒΑΓΚΟΥ και κάθηται εις την θέσιν του ΜΑΚΒΕΘ)
ΜΑΚΒΕΘ
Η στέγη μας απόψε
δόξαν θα εσκέπαζεν αυτού του τόπου όλην,
εάν εδώ ήτο παρών κι' ο Βάγκος μας. — Αλλ' όμως
καλλίτερα να έπταισε και μάλλωμα ν' αξίζη,
παρά να εκακόπαθε ώστε να αξίζη λύπην.
ΡΩΣ
Τον εαυτόν του αδικεί αν έλειψε να έλθη.
Δεν κάθεσαι, αυθέντα μου, και συ, να μας τιμήσης;
ΜΑΚΒΕΘ
Είναι γεμάτη η τράπεζα.
ΛΕΝΩΞ
Ιδού εδώ μια θέσις.
ΜΑΚΒΕΘ
Πού;
ΛΕΝΩΞ
Να, εδώ. — Τι έπαθες και είσαι ταραγμένος;
ΜΑΚΒΕΘ
Ποιος από σας τόκαμ' αυτό;
ΑΡΧΟΝΤΕΣ ΔΙΑΦΟΡΟΙ
Τι πράγμα, ω αυθέντα;
ΜΑΚΒΕΘ προς το φάσμα.
Δεν ημπορείς να μου ειπής ότι εγώ σου πταίω!..,
Μη τα μαλλιά σου μου κινής τα αιματοβαμμένα!
ΡΩΣ
Δεν είναι, άρχοντες, καλά ο Μάκβεθ! Σηκωθήτε!
ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΒΕΘ
Καθήσετε, ω άρχοντες. Αυτά συχνά τα έχει,
και από νέος μάλιστα! Κανείς σας μη σαλεύση!
Είναι το πράγμα της στιγμής! Θα του περάση τώρα.
Ανίσως τον προσέχετε και τον παρατηρείτε
θα πειραχθή, και το κακόν χειρότερον θα γείνη!
Αφήτε τον και τρώγετε, ω φίλοι. —
(Πλησιάζουσα προς τον Μάκβεθ) Άνδρας είσαι;
ΜΑΚΔΩΦ
Ναι! Κ' είμαι άνδρας τολμηρός, αφού τολμώ και βλέπω
εκείνο που θα 'τρόμαζε κι' ο Σατανάς να βλέπη!
ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΒΕΘ
Ανοησίαι! Πλάσματα του φόβου σου είν' όλα!
Και τούτο σαν την μάχαιραν θα ήναι 'ς τον αέρα,
που έλεγες πως σ' έδειχνε τον δρόμον προς τον Δώγκαν!
Αυτά τα σπαρταρίσματα και τα ξιππάσματά σου,
αυτά τ' αναγελάσματα του φόβου, άφησέ τα
κι όταν, χειμωνιάτικα κοντά εις την φωτιά της,
ακούεις μια γερόντισσα να λέγη παραμύθια
που τάμαθ' απ' την νόννα της! Αλήθεια εντροπή σου! —
Τι χάσκεις; Τι; Είναι σκαμνί αυτό εκεί που βλέπεις!
ΜΑΚΒΕΘ
Δεν βλέπεις; Να! Κύτταξ' εκεί! Ιδέ τον! —
(προς το φάσμα)
Τι μου λέγεις; Α! Δεν με μέλει! Λάλησε, αφού 'μπορείς και νεύεις. Αν ήναι και οι τάφοι μας και τα νεκροταφεία να στέλνουν τους θαμμένους μας οπίσω, — μνήματά μας εις το εξής των αετών ας γείνουν τα στομάχια (25)!
(Εξαλείφεται το φάσμα).
ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΒΕΘ
Η τρέλλα σ' έκαμε δειλόν;
ΜΑΚΒΕΘ
Καθώς σε βλέπω τώρα,
τον είδα!
ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΒΕΘ
Δεν εντρέπεσαι! (Επιστρέφει προς τους προσκεκλημένους)
ΜΑΚΒΕΘ μόνος
Αίμα πολύ εχύθη
τους περασμένους τους καιρούς, προτού να ημερώσουν
τον κόσμον νόμοι δίκαιοι, και από τότε πάλιν
έγειναν φόνοι, που κανείς αν τους ακούση φρίττει!
Ήτο καιρός που έφθανε να χύσης τα μυαλά του,
κι' απέθνησκε ο άνθρωπος, — 'τελείοναν τα πάντα.
Και τώρα, — ανασταίνονται κ' εβγαίνουν απ' τους τάφους
κι' απ' τα σκαμνιά μας μάς σκουντούν! Ω! τούτο είναι θαύμα
που κ' ένα φόνον ξεπερνά ωσάν αυτόν!…
ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΒΕΘ
Αυθέντα,
σ' αποζητούν οι φίλοι σου.