WeRead Powered by ReaderPub
Μάκβεθ cover

Μάκβεθ

Chapter 32: ΣΚΗΝΗ Η'
Open in WeRead

Explore more books like this:

About This Book

A respected noble encounters three prophetic figures whose predictions ignite his ambition; encouraged by his wife, he murders the sovereign and seizes the throne. Guilt and paranoia follow, producing visions, sleeplessness, and increasing tyranny that alienate allies. Rebellion gathers against his rule, bloodshed proliferates, and the initial crime's moral and political consequences culminate in the leader's fall and the restoration of order.

ΜΑΛΚΟΛΜ
    Αυτό ας ήναι, ω Μακδώφ, ακόνι του σπαθιού σου.
    Ας δώση τόπον 'ς την οργήν η λύπη· την καρδιά μας
    να μη την πνίξ' η λύπη μας, να την ανάψη!

ΜΑΚΔΩΦ
                Τώρα
    'σάν γυναικός τα 'μάτια μου να κλαίουν ημπορούσαν,
    κ' η γλώσσα μου να φλυαρή. Αλλ' όχι! — Ω Θεέ μου
    μη συγχωρής αναβολήν! στήθος με στήθος φέρε
    εμένα και τον δαίμονα εκείνον της Σκωτίας!
    Να με χωρίζη απ' αυτόν, το μάκρος του σπαθιού μου,
    κι' όσον γλυτώση απ' εμέ, τόσο καλό να εύρη!

ΜΑΛΚΟΛΜ
    Τώρα είσ' άνδρας! Έλα 'δώ! 'ς τον βασιλέα 'πάμε.
    Το στράτευμα είν' έτοιμον. Αφίνομεν υγείαν
    και ξεκινούμεν. — Ώριμος να πέση είν' ο Μάκβεθ,
    αι δε δυνάμεις τ' ουρανού στήνουν τα σύνεργά των.
    Αρκέσου μ' όσην' ο Θεός παρηγοριάν σου στείλη.
    Όσον η νύκτα κι' αν βαστά, η 'μέρα θ' ανατείλη!

ΠΡΑΞΙΣ ΠΕΜΠΤΗ

ΣΚΗΝΗ Α'

    Εν Δουνσινάνη. Προθάλαμος εν τω μεγάρω.
    (Εισέρχεται ΙΑΤΡΟΣ και η ΘΑΛΑΜΗΠΟΛΟΣ της ΛΑΙΔΗΣ ΜΑΚΒΕΘ).

ΙΑΤΡΟΣ
    Δύο νύκτας αγρύπνησα εδώ μαζί σου, αλλ' ακόμη τίποτε
    από όσα μου είπες δεν είδα. Πότε ήτον η τελευταία φορά
    οπού επεριπάτησε;

ΘΑΛΑΜΗΠΟΛΟΣ
    Από τον καιρόν οπού ο βασιλεύς εξεστράτευσε, την βλέπω
    κάθε νύκτα να σηκόνεται από το στρώμα, να φορή το νυκτικόν
    της, να ανοίγη το γραφείον της, να παίρνη χαρτί, να το
    διπλόνη, να γράφη, να διαβάζη όσα έγραψε, έπειτα να το
    βουλλόνη και να ξαναγυρίζη εις το κρεβάτι της· — και όλα
    αυτά ενώ είναι εις ύπνον βαθύν.

ΙΑΤΡΟΣ
    Μεγάλη της φύσεως διατάραξις! Ν' απολαμβάνη τα αγαθά
    του ύπνου, και συγχρόνως να κάμνη όσα θα έκαμνε και έξυπνη.
    Εις αυτά τα κοιμισμένα πήγαιν' -έλα της, εκτός του να
    περιπατή και όσα άλλα μου είπες, την ήκουσες, ποτέ να λέγη
    τίποτε;

ΘΑΛΑΜΗΠΟΛΟΣ
    Την ήκουσα να λέγη πράγματα τα οποία δεν ημπορώ να
    επαναλάβω.

ΙΑΤΡΟΣ
    Εις εμένα ημπορείς και πρέπει μάλιστα!

ΘΑΛΑΜΗΠΟΛΟΣ
    Ούτε εις εσένα ούτε εις άλλον κανένα, αφού δεν έχω και
    μάρτυρα να επιβεβαιώση τα λόγια μου.

(Εισέρχεται η ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΒΕΘ κρατούσα λύχνον).

ΘΑΛΑΜΗΠΟΛΟΣ
    Ιδέ! Να την! Έρχεται, καθώς πάντοτε και, μα την ζωή
    μου, κοιμάται 'ς τα βαθειά. Παρατήρησέ την πήγαινε κοντά.

ΙΑΤΡΟΣ
    Πού το ηύρε το φως;

ΘΑΛΑΜΗΠΟΛΟΣ
    Ήτο 'ς το πλάγι της. Ο λύχνος καίει πάντοτε κοντά της
    κατά προσταγήν της.

ΙΑΤΡΟΣ
    Κύταξε, έχει ανοικτά τα μάτια!

ΘΑΛΑΜΗΠΟΛΟΣ
    Ναι, ο νους των όμως είναι κλεισμένος.

ΙΑΤΡΟΣ
    Τι κάμνει τώρα; Ιδέ την πώς τρίβει τα χέρια!

ΘΑΛΑΜΗΠΟΛΟΣ
    Το συνειθίζει· — ωσάν να πλύνεται· — την είδα να το κάμνη
    αυτό δι' εν τέταρτον της ώρας, χωρίς να παύη.

ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΒΕΘ
    Έχει ακόμη κηλίδα!

ΙΑΤΡΟΣ
    Άκουε, ομιλεί. — Θα γράψω όσα ειπή διά να τα ενθυμούμαι
    καλλίτερα.

ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΒΕΘ
    Έβγα, κηλίς κατηραμένη! Έβγα! — Μία, δύο· — ώρα
    να γείνη το πράγμα… Ο Άδης είναι σκοτεινός (34)! …
    Εντροπή, άνδρα μου, εντροπή! Στρατιώτης, και να φοβήσαι!
    Τι σε μέλει αν το μάθουν; Ποίος θα τολμήση να μας ζητήση
    λόγον;… Αλλά πού ημπορούσε κανείς να το φαντασθή,
    ότι ο γέρος είχε μέσα του τόσον αίμα!

ΙΑΤΡΟΣ
    Το ήκουσες τούτο;

ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΒΕΘ
    Ο Θάνης του Φάιφ είχε γυναίκα. Πού είναι τώρα;…
    Πώς; Δεν θα καθαρίσουν ποτέ αυτά τα χέρια; Μη Μάκβεθ,
    Μη! Χαλνούν τα πάντα με αυτούς σου τους τρόμους.

ΙΑΤΡΟΣ
    Ακούεις! Ακούεις! Έμαθες όσα δεν έπρεπε να γνωρίζης!

ΘΑΛΑΜΗΠΟΛΟΣ
    Αυτή είπεν όσα δεν έπρεπε! Τα πόσα ηξεύρει, ο Θεός το
    γνωρίζει!

ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΒΕΘ
    Μυρίζει ακόμη το αίμα! Όλα τα αρώματα της Αραβίας
    δεν ημπορούν πλέον να μοσχομυρίσουν αυτό το χεράκι! Ωχ!
    Ωχ Ωχ!

ΙΑΤΡΟΣ
    Τι αναστεναγμός! Βαρειά καρδιά που έχει!

ΘΑΛΑΜΗΠΟΛΟΣ
    Δεν ήθελα να την έχω την καρδιά της, και όλα της τα
    μεγαλεία να είχα!

ΙΑΤΡΟΣ
    Καλά, καλά, καλά! —

ΘΑΛΑΜΗΠΟΛΟΣ
    Άμποτε να ήσαν καλά, ιατρέ μου!

ΙΑΤΡΟΣ
    Αυτή η ασθένεια ξεπερνά την τέχνην μου (35). Και όμως!
    έτυχαν άνθρωποι να περιπατούν εις τον ύπνον των, και ν'
    αποθάνουν άγια και αναπαυμένα εις το στρώμα των.

ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΒΕΘ
    Πλύνε τα χέρια σου, βάλε το νυκτικό σου· μη φαίνεσαι τόσον
    χλωμός! Σου το λέγω και πάλιν: ο Βάγκος είναι εις τον
    τάφον του· δεν ημπορεί να έβγη από το μνήμα!

ΙΑΤΡΟΣ
    Και εκείνον!

ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΒΕΘ
    'Σ το στρώμα, 'ς το στρώμα! Κτυπούν την θύραν. Έλα,
    έλα, έλα, έλα! δος μου το χέρι! Ό,τι έγεινε δεν ξεγίνεται.
    'Σ το στρώμα, 'ς το στρώμα, 'ς το στρώμα!

(Εξέρχεται). (36)

ΙΑΤΡΟΣ
    Πηγαίνει να πλαγιάση τώρα;

ΘΑΛΑΜΗΠΟΛΟΣ
    Αμέσως!

ΙΑΤΡΟΣ
    Ο κόσμος έξω πράγματα φρικώδη ψιθυρίζει!
    Γεννούν αφύσικα δεινά τα παρά φύσιν έργα!
    Όπου συνείδησις βαρειά, ο νους τα μυστικά του
    εις τα κουφά προσκέφαλα θα τα ξεμυστηρεύση. —
    Όχι ιατρού, πνεματικού έχει αυτή ανάγκην!
    Θεέ, Θεέ Πανάγαθε, ελέησέ μας όλους!…
    Συ, πρόσεχέ την. Κύτταξε κοντά της να μην έχη
    τίποτε πράγμα να βλαφθή. Πηγαίνω. Καλήν νύκτα.
    Εθάμβωσε τα 'μάτια μου κ' ετάραξε τον νουν μου
    τάχω 'ς τον νουν, πλην δεν τολμά να τα ειπή η γλώσσα.

ΣΚΗΝΗ Β'

    Εξοχή παρά την Δουνσινάνην.
    (Εισέρχονται μετά τυμπάνων και σημαιών ο ΜΕΝΤΗΘ, ο ΚΑΙΘΝΗΣ,
    ο ΑΓΚΟΣ, ο ΛΕΝΩΞ και ΣΤΡΑΤΙΩΤΑΙ).

ΜΕΝΤΗΘ
    Εδώ κοντά ευρίσκεται το στράτευμα των Άγγλων
    κι' ο Μάλκολμ επί κεφαλής, κι' ο θείος του Σιβάρδος (37),
    και ο Μακδώφ. Εκδίκησις τα στήθη των ανάπτει!
    Αλλά τα όσα έπαθαν είν' αρκετά να κάμουν
    ν' ανάψη κ' ένας ασκητής και να χωθή 'ς το αίμα!

ΑΓΚΟΣ
    Θα τους συναπαντήσωμεν 'ς το δάσος της Βιρνάμης.

ΚΑΙΘΝΗΣ
    Γνωρίζετε αν έρχεται κι' ο αδελφός του Μάλκολμ;

ΜΑΚΔΩΦ
    Όχι! Εις τον κατάλογον δεν είναι των αρχόντων.
    Αλλά μαζί των έρχονται κι' ο νέος ο Σιβάρδος
    και άλλ' αγένεια παιδιά, να πρωτοδείξουν τώρα
    ότ' είναι άνδρες και αυτοί.

ΜΕΝΤΗΘ
            Ο τύραννος τι κάμνει;

ΚΑΙΘΝΗΣ
    Να οχυρώση προσπαθεί την Δουνσινάνην. Λέγουν
    πως ετρελλάθη· άλλοι δε 'λιγώτερον εχθροί του,
    ηρωικήν παραφοράν του αποδίδουν. Όμως
    το κόμμα του παρέλυσε, κι' αυτός ισχύν δεν έχει
    'ς την ζώνην της υποταγής και πάλιν να το σφίξη.

ΑΓΚΟΣ
    Α! Τώρα θα αισθάνεται τους μυστικούς του φόνους
    να του κολνούν 'ς τα χέρια του! Εις κάθε ανταρσίαν
    τώρα της προδοσίας του την τιμωρίαν βλέπει!
    Όσοι κοντά του έμειναν κι' ακόμη τον δουλεύουν,
    δουλεύουν από φόβον των, από αγάπην όχι!
    Αισθάνεται τον τίτλον του χαλαρωμένον τώρα,
    'σάν γίγαντος φορέματα 'ς την ράχιν νάνου κλέπτου!

ΜΕΝΤΗΘ
    Και πώς να μην κλονίζεται ο ταραγμένος νους του
    αφού το παν εντός αυτού το έχει εντροπήν του
    ότι ευρίσκεται εκεί!

ΚΑΙΘΝΗΣ
            Εμπρός λοιπόν ω φίλοι
    να δείξωμεν την πίστιν μας εκεί όπου ανήκει!
    Πηγαίνωμεν 'ς τον ιατρόν του ασθενούς μας κράτους
    και μέσα εις το ιατρικόν που θα το θεραπεύση
    κάθε ρανίδα ας χύσωμεν καθείς του αίματός μας!

ΜΑΚΔΩΦ
    Ας τρέξη, το βασιλικόν βλαστάρι να δροσίση,
    κι' ας πνίξη τ' αγριόχορτα! Εμπρός, εις την Βιρνάμην!

(Εξέρχονται εν πολεμική παρατάξει).

ΣΚΗΝΗ Γ'

    Εν Δουνσινάνη. Αίθουσα εν τω μεγάρω.
    (Εισέρχεται ο ΜΑΚΒΕΘ, ΙΑΤΡΟΣ και ΥΠΗΡΕΤΑΙ).

ΜΑΚΒΕΘ
    Να μη τ' ακούω 'ς το εξής! Ας φύγουν όσοι θέλουν!
    Ενόσω δεν σηκόνεται το δάσος της Βιρνάμης
    ΄ς την Δουνσινάνην ν' αναβή, φόβον εγώ δεν 'ξεύρω!
    Τι είν' ο Μάλκολμ; — Γυναικός μη γέννημα δεν είναι; —
    Εμένα τα δαιμόνια, που το γραπτόν γνωρίζουν,
    μου το προείπαν καθαρά: Μη έχης φόβον, Μάκβεθ,
    Διότι γέννα γυναικός δεν έχει να σε βλάψη. —
    Φύγετ' αν θέλετε λοιπόν, ω Θάνοι χωρίς πίστιν!
    Πηγαίνετε να εύρετε τους μαλθακούς τους Άγγλους!
    Ενόσω ζω, εις δισταγμούς ο νους μου δεν θα πέση,
    ούτε 'ς το στήθος μου ποτέ ο φόβος θα χωρέση!

(Εισέρχεται ΥΠΗΡΕΤΗΣ)

ΜΑΚΒΕΘ

    Να σε μαυρίσ' η Κόλασις, κιτρινιασμένε δούλε!
    Αυτήν σου την κατάφοβην την όψιν πού την ηύρες;

ΥΠΗΡΕΤΗΣ
    Δέκα χιλιάδες έρχονται…

ΜΑΚΒΕΘ
            Τι; Χήνες;

ΥΠΗΡΕΤΗΣ
                Στρατιώται.

ΜΑΚΒΕΘ
    Φύγε απ' εδώ και πήγαινε τα μούτρα σου να τρίψης
    να κοκκινίσ' η όψις σου, χολοπερεχυμένε!
    Τι στρατιώται, κνώδαλον, — ο Χάρος να σε πάρη!
    Με τα σαβανωμένα σου αυτά τα μάγουλά σου
    όποιος σε ιδή θα φοβηθή! Τι στρατιώται; λέγε!

ΥΠΗΡΕΤΗΣ
    Οι Άγγλοι, ω αυθέντα μου.

ΜΑΚΒΕΘ
            Φύγε απ' εδώ! Κρημνίσου!

(Εξέρχεται ο ΥΠΗΡΕΤΗΣ).

ΜΑΚΒΕΘ
    Πού είσαι; Έλα, Σεύτων! — Σιχαίνομαι να βλέπω …
    Αι, Σεύτων! — Αυτ' η σπρωξιά ή θα με στερεώση,
    ή θα με ρίξη κατά γης. — Επέρασ' η νεότης·
    εγύρισε 'ς το μάραμα ο δρόμος της ζωής μου·
    το φύλλον εκιτρίνισε· κι' απ' όλα όσα πρέπει
    να έχουν τα γηράματα, — τιμήν, αγάπην, σέβας,
    σωρόν τους φίλους, — τίποτε δεν έχω να προσμένω· —
    κατάραις μόνον σιγαναίς, αλλά θερμαίς θα έχω,
    κι' αγάπην μόνον ψεύτικην από τα χείλη, — λόγια,
    που η καρδιά να τ' αρνηθή θα ήθελ' η καϋμένη
    πλην δεν τολμά. — Αι, Σεύτων!

(Εισέρχεται ο ΣΕΥΤΩΝ)

ΣΕΥΤΩΝ
                Αυθέντα, τι προστάζεις;

ΜΑΚΒΕΘ
    Τι άλλα νέα έμαθες;

ΣΕΥΤΩΝ
    Όσα μας είπαν, όλα
    αλήθεια είν', αυθέντα μου!

ΜΑΚΒΕΘ
    Θα μάχωμ' έως ότου
    θα λιανισθή το κρέας μου από τα κόκκαλά μου!
    Δος μου τα όπλα μου εδώ!

ΣΕΥΤΩΝ
            Δεν είν' ακόμ' η ώρα.

ΜΑΚΒΕΘ
    Τα θέλω! Στείλε ιππικόν την χώραν να γυρίση,
    κι' όσους φοβούνται, κρέμασμα! …Φέρε μου συ αμέσως
    την πανοπλίαν μου… Ιατρέ, πώς είν' η άρρωστή σου;

ΙΑΤΡΟΣ
    Δεν είναι τόσον άρρωστη, αλλ' είναι ταραγμένη
    απ' τα πυκνά φαντάσματα που της χαλνούν τον ύπνον.

ΜΑΚΒΕΘ
    Θεράπευσέ την απ' αυτό. Την τέχνην δεν κατέχεις
    πώς εις την πονεμένην την ψυχήν να φέρης θεραπείαν;
    Από την μνήμην δεν 'μπορείς να ζερριζώσης λύπην,
    να σβύσης όσα 'ς το μυαλό εχάραξεν η έννοια;
    Δεν έχεις αντιφάρμακον, λήθης πιοτόν δεν έχεις
    μέσ' απ' το στήθος το βαρύ να 'βγάζη το φαρμάκι,
    οπού πλακόνει την καρδιά;

ΙΑΤΡΟΣ
            Ο άρρωστος, αυθέντα,
    αυτά τα πάθη μόνος του να τα ιατρεύση πρέπει.

ΜΑΚΒΕΘ
    Τότε λοιπόν τα ιατρικά 'ς τους σκύλους πέταξέ τα!
    Δεν μου χρειάζονται!,..,

(προς τον υπηρέτην)

            Εσύ, την πανοπλίαν φέρε.
    Δος μου το σκήπτρον… Σεύτων, το ιππικόν να στείλης. —
    Φεύγουν οι Θάνοι μου, Ιατρέ! —

(προς τον υπηρέτην)

Συ, τι προσμένεις; Έλα. — Ιατρέ, αν ήτο δυνατόν και το βασίλειόν μου να του σκαλίσης τα νερά, να εύρης το τι πάσχει, και πάλιν εις τα πρώτα του να μου το 'ξαναφέρης, θα έκραζα εις την Ηχώ εγκώμιά σου τόσα, που ως κι' αυτή να σ' επαινή…

(προς τον υπηρέτην)

'Βγάλε την, δεν την θέλω.

(αφαιρεί την πανοπλίαν)

    'Σάν τι καθάρσιον, ιατρέ, τι σέννα, τι ραβέντι
    αυτούς τους Άγγλους ημπορεί να μου τους ξεπαστρεύση
    Το ήκουσες πως έρχονται;

ΙΑΤΡΟΣ
            Το ήκουσα. Το λέγουν
    κ' αι προετοιμασίαι σου.

ΜΑΚΒΕΘ (προς τον υπηρέτην.)
            Κατόπιν μου την φέρνεις. —

(Εξέρχεται).

ΣΚΗΝΗ Δ'

    Παρά το δάσος της Βιρνάμης.
    (Εισέρχονται, μετά τυμπάνων και σημαιών, ο ΜΑΛΚΟΛΜ, ο γέρων
    ΣΙΒΑΡΔΟΣ, ο υιός αυτού, ο ΜΑΚΔΩΦ, ο ΜΕΝΤΗΘ, ο ΚΑΙΘΝΗΣ,
    ο ΑΓΚΟΣ, ο ΛΕΝΩΞ, ο ΡΩΣ και στρατός εν πορεία).

ΜΑΛΚΟΛΜ
    Καλοί μου φίλοι, ο καιρός, ελπίζω, πλησιάζει
    εις την νύκτα ήσυχος κανείς 'ς το στρώμα να κοιμάται.

ΜΕΝΤΗΘ
    Ω, ναι!

ΣΙΒΑΡΔΟΣ
        Τι δάσος είν' αυτό;

ΜΕΝΤΗΘ
    Το δάσος της Βιρνάμης.

ΜΑΛΚΟΛΜ
    Ο κάθε στρατιώτης μας ένα κλαδί ας κόψη
    κι ας το κρατή 'ς τα χέρια του, ώστε η δύναμίς μας
    να σκιασθή· και ο εχθρός, που μας παραμονεύει,
    να γελασθή 'ς το μέτρημα.

ΣΤΡΑΤΙΩΤΑΙ
            Θα γείν' η προσταγή σου!
    ούτε τον θάνατον ψηφώ ούτ' έχθρικάς δυνάμεις,
    αν δεν ιδώ να κινηθή το δάσος της Βιρνάμης!

(Εξέρχονται πάντες, εκτός του ΙΑΤΡΟΥ).

ΙΑΤΡΟΣ
    Ας ήτο τρόπος απ' εδώ κρυφά ν' αναχωρήσω,
    και τίποτε δεν μ' έκαμνε οπίσω να γυρίσω.

ΣΙΒΑΡΔΟΣ
    'Σ την Δουνσινάνην ήσυχος καθώς πληροφορούμαι
    μένει ο τύραννος κλειστός, κ' εκεί θα μας προσμένη
    να τον πολιορκήσωμεν.

ΜΑΛΚΟΛΜ
            Και τι να κάμη άλλο,
    αφού μεγάλοι και μικροί τον παραιτούν και φεύγουν,
    άμα προς τούτο βοηθόν και ευκαιρίαν εύρουν;
    και όσοι δε του έμειναν διά της βίας μένουν
    η δε καρδιά των είν' αλλού!

ΜΑΚΔΩΦ
            Εκείνα που αξίζει
    τα λέγομεν αργότερα, αφού τον κρίν' η Τύχη.
    Έργων καιρός πολεμικών κι' ανδρείας είναι τώρα!

ΣΙΒΑΡΔΟΣ
    Η ώρα επλησίασε, κι' αυτή θ' αποφασίση
    εκείνο πώχει ο καθείς να χάσ' ή να κερδίση.
    Από τα λόγια τα κενά ελπίδες μόνον βγαίνουν,
    αλλά τα έργα τ' ασφαλή με το σπαθί συμβαίνουν.
    Λοιπόν εμπρός, 'ς τον πόλεμον!

(Εξέρχονται εν στρατιωτική παρατάξει)

ΣΚΗΝΗ Ε'

    Εις Δουνσινάνην εντός του φρουρίου.
    (Εισέρχονται ο ΜΑΚΒΕΘ, ο ΣΕΥΤΩΝ και ΣΤΡΑΤΙΩΤΑΙ).

ΜΑΚΒΕΘ
    Κρεμάσετε τα φλάμπουρα 'ς τα τείχη μας απ' έξω.
    Όλοι μου λέγουν: Έρχονται! — Το δυνατόν μας κάστρον
    την πολιορκίαν των θα έχη να γελάση.
    Να μείνουν ως που λοιμική και πείνα να τους φάγη!
    Αν μη τους εδυνάμοναν εκείνοι που μ' αφήκαν,
    αφόβως τους αντίκρυζα στήθος με στήθος τώρα,
    και να τους έδιωχν' απ' εδώ!

(Ακούονται κραυγαί γυναικείαι έσωθεν).

Τι είναι; Ποιος φωνάζει;

ΣΕΥΤΩΝ
    Γυναικών ξεφωνητά μου φαίνονται, αυθέντα.

(Εξέρχεται)

ΜΑΚΒΕΘ
    Σχεδόν το ελησμόνησα τι πράγμα είν' ο φόβος.
    Δεν είν' καιρός που μιαν κραυγήν να ήκουα την νύκτα,
    επάγοναν τα μέλη μου, — που ένα παραμύθι
    να μου ορθώση τα μαλλιά 'ς την κεφαλήν 'μπορούσε,
    ως να εζωντάνευαν! — Εχόρτασ' από φρίκην,
    οι ιδικοί μου λογισμοί συνείθισαν τον τρόμον,
    εις το εξής δεν ημπορεί να με 'ξιππάση πλέον!

(Επανέρχεται ο ΣΕΥΤΩΝ)

ΣΕΥΤΩΝ
    Η βασίλισσα, αυθέντα σεβαστέ μου,
    απέθανε.

ΜΑΚΒΕΘ
    Αργότερα 'μπορούσε ν' αποθάνη (38).
    Ας ήτο κι' άλλοτε καιρός αυτό να το ακούσω.
    Αύριον, και αύριον, και αύριον — και φεύγει
    ακολουθεί σιγά σιγά ημέρα την ημέραν,
    ως την εσχάτην συλλαβήν 'ς του Χρόνου το βιβλίον!
    Και κάθε χθες οπού περνά, ήτο φανός να φέξη
    μωρούς θνητούς να σκονισθούν 'ς τον δρόμον του θανάτου!
    Σβύσε, 'λιγόζωε δαυλέ! Δεν είν' ο βίος άλλο
    παρά σκιά που περπατεί, παρά θεάτρου μίμος
    οπού πηγαινοέρχεται μιαν ώραν 'ς την σκηνήν του,
    και πλέον δεν ακούεται, είν' ένα παραμύθι
    που λέγει ένας παλαβός, βοήν, θυμούς γεμάτον,
    αλλά δεν έχει νόημα!

(Εισέρχεται ΑΓΓΕΛΙΑΦΟΡΟΣ)

ΜΑΚΒΕΘ
            Η γλώσσα σου εσένα
    κάτι γυρεύει να ειπή. Είπε μου το αμέσως!

ΑΓΓΕΛΙΑΦΟΡΟΣ
    Αυθέντα, ήθελα να 'πώ το πράγμα οπού είδα,
    αλλ' όμως πώς να σου το 'πώ δεν 'ξεύρω.

ΜΑΚΒΕΘ
                Λέγε μου το!

ΑΓΓΕΛΙΑΦΟΡΟΣ
    Εκεί που είχα να φρουρώ 'ς την κορυφήν τον λόφου,
    προς την Βιρνάμην έβλεπα, και έξαφνα μ' εφάνη
    ότι το δάσος προχωρεί.

ΜΑΚΒΕΘ
            Κατηραμένε, ψεύτη!

ΑΓΓΕΛΙΑΦΟΡΟΣ
    Εάν σου λέγω ψεύματα, να πέσω 'ς την οργήν σου!
    Αυθέντα, βλέπεις κ' έρχεται, εδώ και τρία μίλια. —
    Σου λέγω, δάσος κινητόν!

ΜΑΚΒΕΘ
            Εάν μου είπες ψεύμα,
    στο πρώτον δένδρον ζωντανόν να σε κρεμάσω θέλω,
    όπου να γείνης, κρεμαστός, ξερός από την πείναν!
    Αν ήν' αλήθεια, τότε συ, αν θέλης, κρέμασέ με!
    κλονίζεται το θάρρος μου κι' αρχίζω ν' αμφιβάλλω
    αν μ' απατά ο Σατανάς κ' είν' η αλήθεια ψεύδος!
    «Ο Μάκβεθ δεν θα νικηθή, εκτός εάν κινήση
    εις την Δουνσινάνην ν' αναβή το δάσος της Βιρνάμης.»
    Ιδού, το δάσος έρχεται 'ς την Δουνσινάνην τώρα! —
    τα όπλα, κ' έξω! — Αν αυτός το είδεν όπως λέγει,
    ούτε να φύγω μ' ωφελεί και ούτ' εδώ να μείνω.
    Αρχίζω να βαρύνωμαι τον ήλιον και να θέλω
    να γείνη τώρα έξαφνα συντέλεια του κόσμου. —
    Σημάνετε τα σήμαντρα! 'ς τα όπλα! Εις τα όπλα!
    Αέρα φύσα, μάνιζε! — Αν ήναι ν' αποθάνω,
    θα πέσω με τα όπλα μου 'ς το στήθος μου επάνω!

(Εξέρχονται).

ΣΚΗΝΗ ΣΤ'

    Εις Δουνσινάνην, παρά το φρούριον.
    Εισέρχονται, μετά τυμπάνων, και σημαιών ο ΜΑΛΚΟΛΜ, ο στρατηγός ο
    ΣΙΒΑΡΔΟΣ, ο ΜΑΚΔΩΦ και στρατιώται φέροντες κλάδους).

ΜΑΛΚΟΛΜ
    Πλησίον είμεθ' αρκετά. Την φουντωτήν σας σκέπην
    πετάξετέ την κατά γης. Φανήτ' αυτοί που είσθε.
    ?, ω θείε μου καλέ, με τον εξάδελφόν μου,
    και υιόν σου τον ατρόμητον, αρχίζετε την μάχην.
    Eγώ κι' ο άξιος Μακδώφ ερχόμεθα κατόπιν,
    καθώς εσυμφωνήσαμεν την τάξιν του πολέμου.

ΣΙΒΑΡΔΟΣ
    Ώρα καλή! Ο τύραννος ας έβγη αντικρύ μας,
    κι' αν δεν τον πολεμήσωμεν, η εντροπή 'δική μας,

ΜΑΚΔΩΦ
    Εμπρός αι σάλπιγγες! Ας 'πούν το διαλάλημά των
    οι κήρυκες οι βροντεροί αιμάτων και θανάτων!

(Εξέρχονται)

ΣΚΗΝΗ Ζ'

    Έτερον μέρος του πεδίου της μάχης. Ακούονται σάλπιγγες·
    (Εισέρχεται ο ΜΑΚΒΕΘ).

ΜΑΚΒΕΘ
    Πώς να τους φύγω; Μ' έδεσαν επάνω 'ς το παλούκι
    'σάν την αρκούδα! Τα σκυλιά λοιπόν ας πολεμήσω!
    Ποιος από σπλάγχνα γυναικός δεν είναι γεννημένος;
    Μόνον αυτόν θα φοβηθώ! Άλλον κανένα όχι!

(Εισέρχεται ο νέος ΣΙΒΑΡΔΟΣ).

ΣΙΒΑΡΔΟΣ
    Ποιος είσαι συ;

ΜΑΚΒΕΘ
        Αν σου το 'πώ, τρομάρα θα σε πιάση!

ΣΙΒΑΡΔΟΣ
    Ποτέ! Κι' αν έχης όνομα φρικτότερον ακόμη
    απ' όσα κι' αν ακούωνται 'ς τον Άδην.

ΜΑΚΒΕΘ
    Είμαι ο Μάκβεθ!

ΣΙΒΑΡΔΟΣ
    Να μου 'προφέρη όνομα κι' ο Σατανάς δεν έχει
    που να μισώ όσον αυτό!

ΜΑΚΒΕΘ
            Και τόσον να φοβήσαι.

ΣΙΒΑΡΔΟΣ
    Ψεύδεσαι, τύραννε φρικτέ! Θα σ' αποδείξω ψεύστην
    με το σπαθί οπού κρατώ!

(Μάχονται· Ο νέος ΣΙΒΑΡΔΟΣ φονεύεται).

            Σ' εγέννησε γυναίκα!
    Γελώ τον κίνδυνον, σπαθί δεν με τρομάζει, όχι,
    γέννημ' αν ήναι γυναικός όποιος 'ς το χέρι τώχει.

    (Εξέρχονται)
    (Εισέρχεται ο ΜΑΚΔΩΦ).

ΜΑΚΔΩΦ
    Ο κρότος ήτον απ' εδώ. — Ω τύραννε, πού είσαι;
    Το πρόσωπόν σου δείξε μου. Αν πάρη την ζωήν σου
    άλλος κανείς κι' όχι εγώ, ανάπαυσιν δεν θαύρουν
    της γυναικός μου η ψυχή ποτέ και των παιδιών μου!
    Δεν ημπορώ να πολεμώ ανθρώπους τιποτένιους
    που τα κοντάρια των κρατούν εις χέρια μισθωμένα.
    Εσένα θέλω! Ειδεμή 'ς την θήκην το σπαθί μου
    το ξαναβάζω άπρακτον, μ' ακτύπητον την κόψιν,
    Καταντικρύ μου σ' ήθελα, εδώ!… Ποιος πλησιάζει;
    Το τόσον βροντοκόπημα σημαίνει πως θα ήναι
    κανείς πολύ σημαντικός. — Ω Τύχη, ας τον εύρω
    και άλλο τι δεν σου ζητώ!

(Εξέρχεται. Σάλπιγγες).

(Εισέρχονται ο ΜΑΛΚΟΛΜ και ο γέρων ΣΙΒΑΡΔΟΣ).

ΣΙΒΑΡΔΟΣ
            Έλ' απ' εδώ, αυθέντα.
    Το κάστρον παρεδόθηκε· — 'χωρίσθηκαν εις δύο
    του Μάκβεθ τα στρατεύματα και μάχοντ' ένα τ' άλλο.
    Γενναίως αγωνίζονται οι ευγενείς σου Θάνοι.
    Η νίκη πλέον φαίνεται 'δική σου από τώρα,
    κι ολίγον μας απέμεινε να κάμωμεν ακόμη.

ΜΑΛΚΟΛΜ
    Εμπρός μας ηύραμεν εχθρόν που ελαφρά πληγόνει.

ΣΙΒΑΡΔΟΣ
    Ας έμβωμεν 'ς το φρούριον.

(Εξέρχονται. Σάλπιγγες).

ΣΚΗΝΗ Η'

    Έτερον μέρος του πεδίου της μάχης.
    Εισέρχεται ο ΜΑΚΒΕΘ).

ΜΑΚΒΕΘ
    Προς τι 'σάν τον ανόητον εκείνον τον Ρωμαίον (39)
    'ς το ιδικόν μου το σπαθί επάνω ν' αποθάνω;
    Ενόσω βλέπω ζωντανούς, καλλίτερ' ας πληγόνω
    ξένα κορμιά!

(Εισέρχεται ο ΜΑΚΔΩΦ).

ΜΑΚΔΩΦ
        Γύρνα εδώ, γύρνα, σκυλί του Άδου!

ΜΑΚΒΕΘ
    Εσέν' απ' όλους μεταξύ σ' απέφευγα. Τραβήξου!
    Μου φθάνει όσον αίμα σου βαρύνει την ψυχήν μου.

ΜΑΚΔΩΦ
    Δεν έχω λόγια! Το σπαθί είν' η φωνή μου. Τέρας,
    που τ' όνομά σου δεν 'μπορεί να 'πή ανθρώπου γλώσσα!

(μάχονται)

ΜΑΚΒΕΘ
    Χαμένος είν' ο κόπος σου. Όσον 'μπορεί να βλάψη
    το κοπτερόν σου το σπαθί τον άυλον αέρα,
    τόσον του είναι δυνατόν κ' εμέ να αιματώση.
    Τρωτά κεφάλια να κτυπάς! Έχ' η ζωή μου μάγια,
    και δεν φοβάται άνθρωπον γυναικογεννημένον.

ΜΑΚΔΩΦ
    Δεν ωφελούν τα μάγια σου! Εκείνος που δουλεύεις,
    ο Σατανάς ας σου ειπή, ότι εξερριζώθη
    απ' της μητρός του ο Μακδώφ τα σπλάγχνα πριν της ώρας!

ΜΑΚΒΕΘ
    Κατάρα και ανάθεμα 'ς την γλώσσαν που το' λέγει,
    ?ότι μέσα μου αυτό εδάμασε τον άνδρα!
    τ' απατηλά δαιμόνια κανείς μη τα πιστεύη,
    που με νοήματα διπλά μας παίζουν κι' όσα τάζουν
    ας τα κρατούν 'ς την ακοήν και όχι 'ς την ελπίδα,
    δεν πολεμώ με σε!

ΜΑΚΔΩΦ
        Δειλέ δόσε τα όπλα
    σου και ζήσε! Γίνου θέαμα και παίγνιον του κόσμου,
    να σ' έχωμεν ζωγραφιστόν επάνω 'ς ένα ξύλον,
    ως ένα τέρας σπάνιον, μ' επιγραφήν να λέγη:
    Κοιτάτ' εδώ, τον τύραννον ελάτε να ιδήτε!

ΜΑΚΒΕΘ
    Όχι, δεν παραδίδομαι ν' ασπάζωμαι το χώμα
    όπου ο Μάλκολμ θα πατή, κι' ο όχλος να με 'βρίζη.
    Ας ήλθεν εις το κάστρον μου το δάσος της Βιρνάμης,
    γυναίκ' ας μη σ' εγέννησεν εσέ που μ' αντικρύζεις,
    ως την εσχάτην μου πνοήν να πολεμήσω θέλω!
    Ιδού με, εις το στήθος μου προτείνω την ασπίδα.
    Εμπρός, Μακδώφ! Κτύπα εδώ! Εμπρός! κι' ανάθεμά
    τον εκείνον απ' τους δύο μας που πρωτοκράξη: φθάνει!

    (Εξέρχονται μαχόμενοι. Σάλπιγγες}
    (Εισέρχονται, μετά σαλπίγγων, τυμπάνων και σημαιών, ο ΜΑΛΚΟΛΜ, ο
    γέρων ΣΙΒΑΡΔΟΣ, ο ΡΩΣ, έτεροι ΘΑΝΟΙ και ΣΤΡΑΤΙΩΤΑΙ).

ΜΑΛΚΟΛΜ
    Ας έβλεπα τριγύρω μου κ' εκείνους που μας λείπουν.

ΣΙΒΑΡΔΟΣ
    Θα σκοτωθούν και μερικοί! Απ' όσους όμως βλέπω,
    πάλιν πληρόνετ' ευθηνά τόσον μεγάλη νίκη.

ΜΑΛΚΟΛΜ
    Ο υιός σου λείπει κι' ο Μακδώφ.

ΡΩΣ
                Αυθέντα μου, ο υιός σου
    επλήρωσε το χρέος του 'σάν στρατιώτης. Μόλις
    να γείνη άνδρας έφθασε — και να το αποδείξη
    με την ανδραγαθίαν του — κι' απέθανε 'σάν άνδρας!

ΣΙΒΑΡΔΟΣ
    Απέθανε;

ΡΩΣ
        Τον έφεραν νεκρόν από την μάχην.
    Μη κατά την αξίαν του την λύπην σου μετρήσης
    διότι τότ' η λύπη σου θα ήναι χωρίς τέλος.

ΣΙΒΑΡΔΟΣ
    Είν' η πληγή του απ' εμπρός;

ΡΩΣ
            'Σ το στήθος!

ΣΙΒΑΡΔΟΣ
                Στρατιώτης
    εις του θεού τα τάγματα να γείνη! Εάν είχα
    όσα μαλλιά και τόσους υιούς, θα ήτον η ευχή μου
    τοιούτον θάνατον καλόν να εύρη ο καθένας!
    Νεκρώσιμόν του σήμαντρον ας ήν' αυτό και μόνον!

ΜΑΛΚΟΛΜ
    Του ήξιζε να δείξωμεν περισσοτέραν λύπην.
    Εγώ του την υπόσχομαι.

ΣΙΒΑΡΔΟΣ
            Τόση αρκεί! Μου είπαν
    πως έκαμε το χρέος του κι' απέθανε γενναίως,
    λοιπόν μαζί του ο Θεός!

(Εισέρχεται ο ΜΑΚΔΩΦ φέρων την κεφαλήν του ΜΑΚΒΕΘ).

ΣΙΒΑΡΔΟΣ
            Ιδού παρηγορία!

ΜΑΚΔΩΦ
    Ζωή 'ς τον βασιλέα μας! Συ βασιλεύεις τώρα!
    Ιδού, ιδού η κεφαλή του μιαρού τυράνου!
    Ο κόσμος είν' ελεύθερος! Σε περιτριγυρίζει
    το άνθος της πατρίδος μας, του κράτους σου, και όλοι
    τα λόγια που επρόφερα τα λέγουν με τον νουν των.
    Ενώσατ' όλοι δυνατά μαζί μου την φωνήν σας:
    Ο Μάλκολμ ζήτω ο βασιλεύς!

ΠΑΝΤΕΣ
            Ο βασιλεύς μας ζήτω! (Σάλπιγγες).

ΜΑΛΚΟΛΜ
    Πολύ καιρού διάστημα δεν θα περάση, φίλοι,
    πριν 'ς την αγάπην καθενός το χρέος μου πληρώσω
    και εξοφλήσω μ' όλους σας. — Εσείς, οπλαρχηγοί μου
    και συγγενείς μου, Κόμητες εις το εξής να ήσθε,
    οι πρώτοι που τ' αξίωμα λαμβάνουν 'ς την Σκωτίαν.
    Και όλα τα επίλοιπα, τα πάντα όσα πρέπει
    με του καιρού την αλλαγήν να φυτευθούν εκ νέου, —
    να ξαναφέρω δηλαδή από την εξορίαν
    τους φίλους, όσοι έφυγαν τα βρόχια του τυράννου,
    ή να παιδεύσω τους σκληρούς που είχε όργανά του
    αυτός ο δήμιος εδώ και η βασίλισσά του,
    ο δαίμονας ο σύσσωμος εκείνη, η οποία
    μονάχη της, ως φαίνεται, επήρε την ζωήν της, —
    αυτά και όσα χρεωστούν εκτός αυτών να γείνουν ,
    κ' έχουν να γείνουν δι' εμού, — με του Θεού την χάριν,
    'ς τον τόπον των, 'ς την ώραν των, τα πάντα θα τα πράξω!
    Εις τον καθένα χωριστά υπόχρεως σας μένω,
    κι' όλους μαζί 'ς την στέψιν μου, 'ς το Σκων, σας περιμένω (40).

(Σάλπιγγες. Εξέρχονται).

ΤΕΛΟΣ

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

(1) Η &Τραγωδία του Μάκβεθ& εδημοσιεύθη το πρώτον κατά το έτος 1623. Αλλ' εκ των περισωθεισών σημειώσεων αυτόπτου μάρτυρος, παρευρεθέντος εις παράστασιν της τραγωδίας ταύτης κατά την 20ην Απριλίου 1610, γνωρίζομεν ότι εγράφη προ του έτους εκείνου. Γνωρίζομεν δ' αφ' ετέρου, εκ των εν τω δράματι υπαινιγμών του ποιητού, ότι εγράφη βασιλεύοντος Ιακώβου του Αου , όςτις ανήλθεν επί του θρόνου της Αγγλίας κατά το 1603. Εξ ετέρων δε εσωτερικών τεκμηρίων ορίζεται ακριβέστερον η χρονολογία του Μάκβεθ μεταξύ του έτους 1605 και του 1606 μ. Χ. Οπωςδήποτε η τραγωδία αύτη εποιήθη κατά την τελευταίαν δεκαετηρίδα του βίου του Σαικσπείρου.

Την υπόθεσιν ηρύσθη ο ποιητής εκ της Χρονογραφίας του Holinshed «Τινές «των μεταγενεστέρων εκδοτών κατέταξαν την τραγωδίαν ταύτην μεταξύ των «ιστορικών του Σαικσπείρου δραμάτων, αλλ' ουδέν έχει αύτη το κοινόν μετ' «εκείνων. Το ιστορικόν στοιχείον ουδαμώς υπερέχει εν τη συνθέσει του «Μάκβεθ, ουδέ φροντίζομεν ποσώς εάν τα εν αυτώ εκτίθενται ως ιστορικά «δήθεν γεγονότα, καθότι ταύτα ανήκουσιν αποκλειστικώς εις το βασίλειον «της Ποιήσεως. Ηδυνάμεθα επίσης να καταλέξωμεν τον &Ληρ& και τον «&Αμλέτον& μεταξύ των ιστορικών δραμάτων, επί λόγω ότι η υπόθεσις αυτών «ελήφθη εκ των Χρονογράφων της εποχής εκείνης· — Εκ πηγών μάλλον «αξιοπίστων ή ο Holinshed γνωρίζομεν ότι, βοηθούμενος υπό Νορβηγών «επικούρων, ο Μάκβεθ αφήρπασε το στέμμα του βασιλέως της Σκωτίας Δώγκαν «εν μάχη, καθ' ην ούτος εφονεύθη, και ότι μετά πολυετή βασιλείαν ο «Μάκβεθ ηττηθείς υπό του υιού του Δώγκαν, έχοντος συμμάχους τους «Άγγλους, εφονεύθη πολεμών. Εν τη αυτή Χρονογραφία του Holinshed «υπάρχει ετέρα αφήγησις, η της δολοφονίας του βασιλέως Duff υπό του «Donwald και της συζύγου του, εν τω φρουρίω αυτών, ένθα εφιλοξενείτο ο «βασιλεύς. Ο Σαικσπείρος μετά τέχνης απαραμίλλου συνέπλεξεν εις έν τας «δύο του Χρονογράφου αφηγήσεις, διασκευάσας εξ αυτών το μέγα τούτο «αριστούργημά του.» (Κnight, Studies of Shakspeare). Κατά τον Holinshed η μάχη καθ' ην ηττήθη και «εφονεύθη ο Μάκβεθ, εγένετο κατά το έτος 1057.

«Η Τραγωδία αύτη, λέγει ο Γερβίνος, εξετιμήθη αείποτε ιδιαζόντως «μεταξύ των λοιπών του Σαικσπείρου έργων. Ο Σχίλλερος την μετέφρασεν, ο «Σχλέγελος μετ' ενθουσιασμού ομιλεί περί αυτής, ο Drake την αποκαλεί το «μέγιστον προϊόν της διανοίας του Σαικσπείρου, το ύψιστον και «καταπληκτικώτατον των δραμάτων όσα ποτέ εγράφησαν. Ο &Μάκβεθ& απήλαυσε «παρά τοις μη Τευτονικοίς λαοίς δημοτικότητα πλειοτέραν ή αι έτεραι του «Σαικσπείρου τραγωδίαι, είτε ως εκ της μεγαλειτέρας αυτού προς την «αρχαίαν τραγωδίαν ομοιότητος, είτε ως εκ της ενότητος της πλοκής και «της απλότητος περί την διέλιξιν της υποθέσεως, είτε επί τέλους διά «την ευκρίνειαν των χαρακτήρων, τους οποίους ο ποιητής διέγραψε μετά «ολιγωτέρου ή συνήθως παρ' αυτώ μυστηρίου· προπάντων δ' ίσως, ένεκα του «γραφικού εν τη τραγωδία ταύτη γοήτρου και του ποιητικού της «χρωματισμού. Τω όντι ο &Μάκβεθ& εξέχει ως προς την λαμπρότητα της «ποιητικής εκφράσεως και ως προς την ζώσαν απεικόνισιν των καιρών, των «προσώπων και των τόπων. Ο Σχλέγελος εκθειάζει την ζωηράν εν τω δράματι «τούτω παράστασιν της ηρωικής εκείνης εποχής, του σιδηρού εκείνου της «αρκτώας Ευρώπης αιώνος, καθ' ον αρετή ελογίζετο η ανδρεία. Πώς «διαφαίνονται μεγαλοπρεπώς αι καταπληκτικαί εκείναι μορφαί, πώς «παρίστανται αληθείς και γνήσιαι εν τη ηρωική αυτών διαστάσει! Η δε «χώρα, εις την οποίαν ο ποιητής μεταφέρει εμάς, είναι η ορεινή Σκωτία, «όπου τα πάντα κατέχονται υπό της επικρατούσης δεισιδαιμονίας, η δε «συγκοινωνία μετά του υπέρ φύσιν τελείται αισθητώς, τρόπον τινά, διά των «φαινομένων του εμψύχου και του αψύχου κόσμου, — όπου κατά συνέπειαν ο «άνθρωπος έχει τον νουν εύπιστον, την δε φαντασίαν ευφλόγιστον και «εκφράζεται διά γλώσσης ισχυράς, πλήρους ποιητικών εικόνων και «αλληγοριών.» (Gervinus Shakespeare Commentaries).

(2) Τας ονομασίας δι' ων προσαγορεύονται αι Μάγισσαι επροσπάθησα να μεταφράσω διά λέξεων εμφαινουσών την σημασίαν αυτών, εν ελλείψει αντιστοιχούντων όρων εν τη ημετέραν δαιμονολογία. Περί της πίστεως των συγχρόνων του Σαικσπήρου εις την ύπαρξιν όντων υπερφυσικών, ίδε την σημείωσιν εν τη μεταφράσει μου του &Ληρ& και την υπ' αριθ. (6) εν τη του &Οθέλλου.&

(3) &Θάνης& ήτο τίτλος ευγενείας, ισοδύναμος περίπου προς τον του Κόμητος, &earl&. Eν τέλει του δράματος ο Μάλκολμ αναγορευόμενος βασιλεύς, δίδει εις τους οπλαρχηγούς και συγγενείς του τον τελευταίον τούτον τίτλον, κατά πρώτον εν Σκωτία.

(4) Εν τω κειμένω ορίζεται το ποσόν εις δεκακισχίλια τάλληρα:

till he disbursed, at Saint Colmes' inch ten thousand dollars to our general use.

(5) Παρέλειψα το όνομα του πλοίου, Tiger, εφ' ου ο θαλασσοπόρος ούτος πλέει προς το μεσόγειον Χαλέπιον. Οι σχολιασταί μνημονεύουσι τας περιηγήσεις του Hackluyt, βιβλίου ούτινος ο Σαικσπείρος ήτο προφανώς εν γνώσει, ένθα γίνεται λόγος περί θαλασσοπόρου τινός, όςτις επί πλοίου ονομαζομένου Tiger, μετέβη εις Τρίπολιν και εκείθεν διά ξηράς εις Χαλέπιον.

(6) Αι Μάγισσαι ηδύναντο, κατά την κοινήν πίστιν, να λάβωσι το σχήμα οίου δήποτε ζώου, αλλ' άνευ της ουράς πάντοτε.

 (7) Ανακαλούσιν οι μαγικοί αριθμοί ούτοι το του Οιδίποδος επί Κολωνώ:
 (474-475).

    Τρις εννέ' αυτή κλώνας εξ αμφοίν χεροίν '
    τιθείς ελαίας τας δ' επεύχεται λιτάς

(8) Σίννελ, ο πατήρ του Μάκβεθ.

(9) Αξιοσημείωτος η σκέψις αύτη του Δώγκαν, καθ' ην ακριβώς στιγμήν παρουσιάζεται ενώπιον αυτού ο Μάκβεθ, εις ούτινος το πρόσωπον δεν διαβλέπει ο ατυχής βασιλεύς την ψυχήν, καθώς δεν διείδεν αυτήν επίσης και εις το του Καουδώρ. Ούτω και ο Ευριπίδης εν τη Μηδεία (ς. 516-520).

ω Ζευ, τι δη χρυσού μεν ος κίβδηλος ή τεκμήρι' ανθρώποις ώπασας σαφή, ανδρών δ' ότω χρη τον κακόν διειδέναι, ουδείς χαρακτήρ εμπέφυκε σώματι;

(10) Η γλυκεία αύτη απεικόνισις της απόψεως της κατοικίας του Μάκβεθ θαυμάζεται ευλόγως, ως έντεχνος αντίθεσις των προηγηθεισών αγρίων σκηνών και της επερχομένης δολοφονίας, διαπραχθησομένης εντός αυτού τούτου του ηρέμου και γοητευτικού μεγάρου επί των τοίχων του οποίου κτίζει η χελιδών την φωλεάν της.

(11) Η αλληλουχία των μεταφορών και η, κατά τα φαινόμενα, παραφθορά του κειμένου αποκαθιστώσι λίαν σκοτεινόν το χωρίον τούτο, εις το οποίον ποικίλαι ερμηνείαι και διορθώσεις προτείνονται υπό των σχολιαστών.

Ύπν' οδύνας αδαής, ύπνε δ' αλγέων ευαής ημών έλθοις, ευαίων, ευαίων άναξ.

Και εν τω Ορέστη του Ευριπίδου (στ. 174-175)

Πότνια, πότνια νυξ, υπνοδότειρα των πολυπόνων βροτών.

(12) Το &βραδυνόν& τούτο &πιοτόν& ήτο, ως φαίνεται, σύνηθες προ του ύπνου, κατά τους χρόνους του Σαικσπείρου. Εν τη επομένη σκηνή βλέπομεν ότι η Λαίδη Μάκβεθ, κατά τα προσχεδιασθέντα, απενάρκωσε δι' αυτού τους παρά τον Βασιλέα κοιμωμένους φύλακας. Συνίστατο δε, ως λέγεται, το ποτόν τούτο, εκ μίγματος οίνου και γάλακτος.

(13) Τα περί του ύπνου ταύτα ανακαλούσι τον ωραίον χορόν εν Φιλοκτήτη του Σοφοκλέους (στ. 826 κτλ.)

(14) Εν τη &Εστία& της 7 Ιανουαρίου 1880 ο Κος Ροϊδης υπέδειξεν ήδη την ομοιότητα της παραβολής ταύτης (επαναλαμβανομένης και υπό της Λαίδης Μάκβεθ εν τη σκηνή της υπνοβασίας) προς το Αισχύλειον:

— Πόροι τε πάντες εκ μιας οδού βαίνοντες τον χαιρομυσή φόνον καθαίροντες ιούσαν άτην. (Χοηφόροι 70 — 72)

Ούτω και ο Σοφοκλής εις Οιδίπουν Τύραννον (στ. 1214-5)

Οίμαι γαρ ούτ' αν Ίστρον, ούτε Φάσιν αν νίψαι καθαρμώ την δε την στέγην.

Ο Κος Stapfer σημειών ταύτα και άλλα παραδείγματα παρεμφερών χωρίων, επιλέγει: «Εάν εν τω θεάτρω του Σαικσπείρου και εν τω της αρχαίας «Ελλάδος απαντώμεν σκέψεις, εικόνας ή και περιπλοκάς ομοιαζούσας προς «αλλήλας την τοιαύτην ομοιότητα ουδαμώς οφείλομεν ν' αποδώσωμεν εις «μίμησιν δήθεν, αλλ' απλώς και μόνον εις το ότι οι αρχαίοι ποιηταί και «ο νεώτερος ήντλησαν επίσης εις την αυτήν αέναον πηγήν πάσης ποιήσεως» (Shakespeare et al Antiquité τόμ. Β' σελ. 16).

Αλλ' εις τον έλληνα αναγνώστην παρέχουσι διπλούν ενδιαφέρον οι τοιούτοι παραλληλισμοί· τούτο δ' έστω η απολογία μου διά τας τοιούτου είδους παραθέσεις εις τας σημειώσεις ταύτας.

(15) Ο αστεϊσμός ούτος του θυρωρού θεωρείται ως αναγόμενος εις το στενόν των Γαλλικών περισκελίδων της εποχής εκείνης. Ο ράπτης ο δυνάμενος να υποκλέψη ύφασμα εξ αυτών ηδύνατο να θεωρηθή επιτήδειος τω όντι περί το κλέπτειν.

(16) Most sacrilegious murder hath brok ope the lord's anointed temple, and stole thence the life of the building.

Το παράδειγμα τούτο της αλληλουχίας των μεταφορών, ήτις χαρακτηρίζει ιδίως εν τω δράματι τούτω το ύφος του Σαικσπείρου, και των ανυπερβλήτων συχνάκις δυσκολιών προς τας οποίας έχει να παλαίση ο μεταφραστής, τινές των σχολιαστών θέλησαν να είπωσιν ενταύθα λογοπαίγνιον (temple μήνιγξ και ναός). Ο ποιητής αινίττεται κατ' αυτούς, το χωρίον της προς Κορινθίους επιστολής: «Υμείς γαρ ναός Θεού εστέ ζώντος» ς. 16 και το Βασιλειών Α' ι': «και τούτο σοι το σημείον ότι έχρισε σε Κύριος επί κληρονομίαν αυτού εις άρχοντα». Τοιαύτα τεκμήρια της αναγνώσεως των ιερών Γραφών συχνάκις ευρίσκει τις εις τα έργα του Σαικσπείρου.

(17) Η υπερβολή των εκφράσεων μαρτυρεί το ανειλικρινές της λύπης του Μάκβεθ.

(18) Η κοινή εξήγησις ενταύθα είναι ότι η Λαίδη Μάκβεθ πράγματι λιποθυμεί, μη αντέχουσα επί πλέον εις του νευρικού συστήματος την έντασιν. Επί του θεάτρου, εν Αγγλία, φέρεται έξω της σκηνής υπό των θαλαμηπόλων αυτής, αίτινες παρουσιάζονται εν νυκτερινή ενδυμασία, ωσεί αίφνης αφυπνιθείσα.

«Ενώ η Λαίδη Μάκβεθ λιποθυμεί, ο μεν Βάγκος και ο Μακδώφ ανησυχούσι «περί αυτής, ο δε Μάκβεθ διά της αδιαφορίας του φαίνεται ως θεωρών «προσποιητήν την λιποθυμίαν. Αλλά παρατηρητέον ότι, κατά την περίστασιν «ταύτην, κακούργος απεσκληρυμένος ήθελεν επιδείξει έκπληξιν και «ανησυχίαν, προς αποφυγήν της τοιαύτης εξηγήσεως της αδιαφορίας του. Ο «Μάκβεθ δεν είναι εισέτι ικανώς κύριος εαυτού, όπως προσποιηθή τούτο.» (Malone).

(19) and under him my Cenius is rebuked, as it is said Mark Antony's was by Cesar.

Ανάγονται ταύτα εις τον βίον του Αντωνίου. Η αγλικήν Πλουτάρχου μετάφρασις, ως εκ πολλών τεκμηρίων γίνεται δήλον ότι ήτο προσφιλές του Σαικσπείρου ανάγνωσμα. Ιδού το χωρίον εις το οποίον αναφέρονται οι άνωθι στίχοι: «Ην γαρ τις ανήρ συν αυτώ μαντικός απ' Αιγύπτου των τας «γενέσεις επισκοπούντων, ος είτε Κλεοπάτρα χαριζόμενος, είτε χρώμενος «αληθεία προς τον Αντώνιον, επαρρησιάζετο λέγων την τύχην αυτού, «λαμπροτάτην ούσαν και μεγίστην, υπό της Καίσαρος αμαυρούσθαι, και «συνεβούλευε πορρωτάτω του νεανίσκου ποιείν εαυτόν. Ο γαρ σος, έφη, «δαίμων τον τούτου φοβείται και γαύρος ων και υψηλός, όταν η καθ' «εαυτόν, υπ' εκείνου γίνεται ταπεινότερος εγγίσαντος και αγενέστερος» (κεφ. λγ')

(20) «Άξιον σημειώσεως ότι ο Μάκβεθ παροτρύνει τους δολοφόνους διά των «αυτών επιχειρημάτων, δι' ων και η σύζυγός του παρώτρυνεν αυτόν εις τον «φόνον του Δώγκαν. Φέρει αυτούς εις φιλοτιμίαν επικαλούμενος το ανδρικόν «φρόνημά των» (Γερβίνος σελ. 601).

(21) Το συμβόλαιον περί του οποίου ομιλεί η Λαίδη Μάκβεθ ολίγον ανωτέρω: Αιώνιον συμβόλαιον με την ζωήν δεν έχουν.

(22) Μαρτυρεί το φιλύποπτον του Μάκβεθ η αποστολή και τρίτου προς επιτήρησιν των δύο δολοφόνων, εις τους οποίους ανέθεσεν ανέκαθεν την εντολήν του να θανατώσωσι τον Βάγκον. Οι δύο εκείνοι, ως διαφαίνεται εκ της μετά του Μάκβεθ συνομιλίας των, δεν είναι εξ επαγγέλματος δολοφόνοι, αλλά πολεμισταί έχοντες λόγους δυσαρεσκείας κατά του Βάγκου.

(23) Ο Φληνς διαφυγών εις Ουαλίαν, ενυμφεύθη εκεί την θυγατέρα του ηγεμόνος, εγέννησε δε υιόν, όςτις μεταβάς εις Σκωτίαν ανήλθεν εις το αξίωμα του Stewart. Εξ αυτού δε κατ' ευθείαν γραμμήν εγενεαλογείτο ο βασιλικός οίκος των Εδουάρδων και ο Ιάκωβος Α', επί βασιλείας του οποίου έγραψεν ο Σαικσπείρος την τραγωδίαν ταύτην.

(24) Ούτω, εν σκηνή Α' της τρίτης πράξεως, ο Μάκβεθ λέγει προς τους δολοφόνους ότι η ζωή του Βάγκου είναι

αρρώστια μου, κ' υγεία μου θα ήν' ο θάνατός του.

 (25) Τάφω δ' εκείνον ουχί κρύψετε
    ουδ' ει θέλουσ' οι Ζηνός αιετοί βοράν
    φέρειν νιν αρπάζοντες ες Διός θρόνους.
        (Αντιγόνη Σοφοκλέους ς. 1032-34 .

«Μάλλον κολακεύετε τα θηρία, &ίνα μοι τάφος γένωνται&, και μηδέν καταλίπωσι του σώματός μου.» (Αγίου Ιγνατίου επιστολή προς Ρωμαίους).

(26) Αλλά νόμος μεν φονίας σταγόνος χυμένας εις πέδον, άλλο προσαιτείν αίμα. (Αισχ. Χοηφόροι ς· (400-402).

(27) Αι Αγγλικαί εκδόσεις φέρουσιν ενταύθα ότι εισέρχεται ο Λένωξ και &έτερος λόρδος&. Ο Johnson προέτεινε την διόρθωσιν, την οποίαν παρεδέχθην, αντικαθιστών διά του Αγγλικού τον έτερον λόρδον.

(28) Η ένοπλος της πρώτης οπτασίας κεφαλή εξηγείται ως συμβολική παράστασις της κεφαλής του Μάκβεθ αυτού, καθώς αποκεφαλισθησομένου υπό του Μακδώφ. Η δευτέρα οπτασία, το αιματόφυρτον βρέφος, παριστά τον Μακδώφ, όστις

απ' της μητρός του πρόωρα τα σπλάγχνα εχωρίσθη.&

Το δε της τρίτης οπτασίας εστεμμένον βρέφος μετά δένδρου εις χείρας, παριστά τον Μάλκομ, όςτις επιστρέφων προς ανάκτησιν του βασιλείου του διατάσσει τους στρατιώτας αυτού να φέρωσι κλάδους εις χείρας. Οι οκτώ επί τέλους βασιλείς και οι μετ' αυτούς, παριστώσι την σειράν των επί του θρόνου ανελθόντων διαδόχων του Βάγκου μέχρι του συγχρόνου του Σαικσπείρου Ιακώβου του Α'.

(29) Το διπλούν διάδημα αινίττεται την εν Σκωτία και μετέπειτα εν Αγγλία στέψιν του Στουάρδου Ιακώβου του Α'. Τα δε τρία σκήπτρα είναι τα της Αγγλίας, Σκωτίας και Ιρλανδίας.

(30) Ο διάλογος ούτος μεταξύ της Λαίδης Μακδώφ και του υιού της είναι εις το πεζόν εν τω αγγλικώ κειμένω.