WeRead Powered by ReaderPub
Μάκβεθ cover

Μάκβεθ

Chapter 34: ΠΩΛΟΥΝΤΑΙ ΕΝ ΤΩ ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΩ ΤΗΣ ΕΣΤΙΑΣ
Open in WeRead

Explore more books like this:

About This Book

A respected noble encounters three prophetic figures whose predictions ignite his ambition; encouraged by his wife, he murders the sovereign and seizes the throne. Guilt and paranoia follow, producing visions, sleeplessness, and increasing tyranny that alienate allies. Rebellion gathers against his rule, bloodshed proliferates, and the initial crime's moral and political consequences culminate in the leader's fall and the restoration of order.

Ουδ' έχει μόνην του μαχητού την γενναιότητα. Από του δευτέρου αυτού βήματος εν τη οδώ της ανομίας, παλαίει τολμηρώς κατά της ειμαρμένης. Αι Μοίραι υπεσχέθησαν τον θρόνον εις τους απογόνους του Βάγκου· όθεν αποφασίζει τον φόνον του Βάγκου και του υιού του, αλλά την νέαν ταύτην πάλην αναλαμβάνει μόνος, η δε σύζυγος, ήτις τον παρέσυρεν εις το πρώτον έγκλημα, μένει αμέτοχος του δευτέρου. Θέλει μόνος αυτός να φέρη την ευθύνην τούτου.

Παρεκτός της τοιαύτης γενναιότητος, ο Μάκβεθ έχει την ειλικρίνειαν του να μη εξαπατά αυτός εαυτόν ως προς το μέγεθος των ανομημάτων του· συναισθάνεται την κακίαν του και την αθωότητα των θυμάτων του. Ότε, περί το τέλος του δράματος, μανθάνει την προσέγγισιν του εχθρικού στρατού και την εν αυτώ παρουσίαν ενός των υιών του Δώγκαν, εννοεί ότι επέρχεται η ώρα του απολογισμού:

Επέρασ' η νεότης· εγύρισε 'ς το μάραμα ο δρόμος της ζωής μου κτλ.

Μετά τον φόνον του Δώγκαν ο Μάκβεθ αναγορεύεται βασιλεύς, αλλά δεν θεωρεί εαυτόν ασφαλή, ενόσω ο Βάγκος ζη. Ο Βάγκος, κοινωνός των προφητικών υποσχέσεων των Μαγισσών, υποπτεύεται βεβαίως τον Μάκβεθ ως ένοχον του φόνου, εκτός δε τούτου, ο Βάγκος είναι κατά τον χρησμόν πατήρ και ρίζα των διαδόχων του Μάκβεθ.

Όθεν εκμισθοί ο Μάκβεθ δύο δολοφόνους, όπως φονεύσωσι τον Βάγκον και τον υιόν του.

Εν μέσω της ηθικής του Μάκβεθ καταπτώσεως ευρισκόμεθα ενταύθα εις σημείον άξιον προσοχής, ως προς την ψυχολογικήν του ήρωος μελέτην. Αφ' ης στιγμής έδρεψε τους καρπούς του πρώτου αυτού εγκλήματος, προβαίνει εις τα εμπρός μετά σατανικής όντως ευσταθείας, το δε βαρύνον εφεξής αυτόν δεν είναι η συνείδησίς του, — την οποίαν εφόνευσεν εντός της καρδίας του, — αλλ' ο φόβος, η ανησυχία μη δεν εξησφαλίσθη αρκούντως το επιχείρημα, μη δεν αρκεί το μέχρι τούδε χυθέν αίμα.

Ο Βάγκος δολοφονείται, αλλά χάρις εις ένα των δολοφόνων, σβύσαντα αίφνης τους δαυλούς, διασώζεται ο υιός του, του οποίου επεζήτει ο Μάκβεθ τον θάνατον, όσον και τον του Βάγκου αυτού· « Μας έφυγεν ο υιός του!» ανακράζει είς των φονέων·

Τότ' η μισή μας η δουλειά πηγαίνει 'ς τα χαμένα!

Επιστρέφουσιν όπως δώσωσι λόγον των πράξεών των, και εισδύουσι μέχρι της θύρας της αιθούσης, όπου εν μέσω φωτοχυσίας και πομπής, οι άρχοντες συμποσιάζουσι μετά του βασιλέως. Ο Μάκβεθ, άμα ιδών αυτούς, απομακρύνεται εν βία των συνδαιτυμόνων του, όπως πληροφορηθή τα γενόμενα·

— Γεμάτον αίμα είναι το πρόσωπόν σου, άνθρωπε!…

Ουχί πλέον η φρίκη του χυθέντος αίματος, αλλ' ο φόβος μη δεν εχύθη ικανόν βασανίζει τον Μάκβεθ και κλονίζει μέχρι φρενοβλαβείας τον εγκέφαλόν του. Απέχομεν ήδη πολύ των πρώτων της ψυχής αυτού σπαραγμών. Τότε ηύχετο και επεθύμει ν' αναστήση τον Δώγκαν ο κρότος της κρουομένης θύρας. Ήδη, ότε το φάσμα του Βάγκου εμφανίζεται ενώπιόν του, την φρεναπάτην προξενούσιν ουχί αι τύψεις της συνειδήσεως, αλλ' αι αδημονίαι της εντρόμου φαντασίας του. Εν τη παραφροσύνη του νομίζει ότι ο Βάγκος ανεστήθη, διότι δεν εφονεύθη αρκούντως.

Αφού δε, παρελθούσης της φρεναπάτης, επαναλαμβάνη τας αισθήσεις, οποίαι αι πρώται του Μάκβεθ λέξεις;

Αίμα ζητεί! Είναι γραπτόν: το αίμα θέλει αίμα! Τόσον βαθειά 'ς τα αίματα εχώθηκα ως τώρα, ώστε αν παύσω να βουτώ, το να γυρίσω 'πίσω θα ήν' επίσης δύσκολον, καθώς να προχωρήσω.

Θα προχωρήση! Σχεδιάζει τον φόνον και του Μακδώφ. Η Λαίδη Μάκβεθ εν τούτοις τον παρακινεί ν' αναπαυθή. « Ας πλαγιάσωμεν», αποκρίνεται. Αλλ' όχι! ο Μάκβεθ εσκότωσε τον ύπνον! Ο Μάκβεθ δεν θα κοιμηθή εις το εξής! Η συνείδησις ενεκρώθη εν αυτώ, αλλ' η φαντασία του όμως, άγρυπνος αείποτε και έντρομος, διώκει και ύπνον και ησυχίαν. Πορεύεται και πάλιν προς τας Μαγίσσας, αίτινες παριστώσιν ενώπιον του οπτασίαν νέαν αλλ' αύτη ουδέν άλλο είναι, ή φαντασμαγορική παράστασις των σκέψεων υφ' ων πιέζεται ο νους του.

Η εσχάτη ψυχολογική κατάστασις, εις την οποίαν ο Μάκβεθ περιπίπτει, είναι η αδιαφορία, η απονάρκωσις, γενική τις αναισθησία, εξ ης εξέρχεται όπως αποθάνη γενναίως, όμοιος προς λύχνον, όστις πριν ή αποσβεσθή, αναδίδει τελευταίαν λάμψιν. Κραυγαί και οιμωγαί αντηχούσιν εντός του μεγάρου, αλλά μένει ούτος ατάραχος.

Μανθάνει ανάλγητος της συζύγου του την αυτοχειρίαν, η δε μόνη της θλίψεως αυτού έκφρασις είναι ο εξής απελπιστικός του βίου ορισμός:

Δεν είν' ο βίος άλλο, παρά σκιά που περπατεί, παρά θεάτρου μίμος, οπού πηγαίνει κ' έρχεται μιαν ώραν 'ς την σκηνήν του, και πλέον δεν ακούεται. Είν' ένα παραμύθι που λέγει ένας παλαβός — βοήν, θυμούς γεμάτον, αλλά δεν έχει νόημα!

Αι τύψεις της συνειδήσεως, αι ανησυχίαι της φαντασίας, η μέχρις ηλιθιότητας απόγνωσις, ιδού οι τρεις κύριοι σταθμοί εν τη διελίξει της ηθικής του Μάκβεθ καταπτώσεως. Δεν εστερείτο μεγαλείου ο Μάκβεθ, ή ευγενείας εμφύτου, ηδύνατο δε, καθώς ο Ιώβ, ν' αντιπαλαίση κατά του Διαβόλου και να νικήση αυτόν, εάν εν ημέρα αλαζόφρονος μέθης δεν συνηντάτο η φιλοδοξία του μετά του εξ Άδου πειρασμού:

Χαίρε, ω Μάκβεθ! Βασιλεύς μετέπειτα θα γείνης!

Γ'. Η Λαίδη Μάκβεθ.

Ο χαρακτήρ του Μάκβεθ αποτελεί αξιόλογον υπόδειγμα της μεθόδου του Σαικσπείρου περί την απεικόνισιν των τραγικών αυτού προσώπων. Διασαφίζων την πρώτην του πάθους αφετηρίαν, παρακολουθεί την βαθμιαίαν αυτού ανάπτυξιν μέχρι της καταστροφής, εις τρόπον ώστε ο θεατής έχει προ αυτού, ουχί μίαν κρίσιμον στιγμήν της υπάρξεως του ήρωος, ως εν τω αρχαίω θεάτρω, αλλά την ιστορίαν ολόκληρον της ψυχής αυτού απ' αρχής μέχρι τέλους. Ο Μάκβεθ δεν παρίσταται εν αρχή του δράματος οποίος φαίνεται εν τη δευτέρα πράξει, ουδέ αποκαλύπτεται όλος εν τη δευτέρα ταύτη πράξει, αλλ' εν τέλει μόνον της τραγωδίας γνωρίζομεν αυτόν κατά βάθος. Ούτω και ο Οθέλλος δεν παρίσταται ευθύς απ' αρχής ζηλότυπος· απ' εναντίας, κατ' αρχάς έχομεν εν αυτώ άνδρα ειλικρινή και εύπιστον, ουδέν άλλο ποθούντα και απολαμβάνοντα ή του έρωτος την ευτυχίαν. Τοιούτος και Τίμων ο Αθηναίος, όστις, πριν ή καταλήξη εις μισανθρωπίαν, σπαταλεί εις τους περί αυτόν την φιλίαν και τους θησαυρούς του.

Αλλ' εν τω προσώπω της συζύγου του Μάκβεθ τολμώ ειπείν ότι ο ποιητής παραβαίνει την τοιαύτην ψυχολογικήν αυτού μέθοδον. Άνευ ουδεμιάς προπαρασκευής φέρει αίφνης ενώπιον ημών τέρας κακίας, μη προειδοποίησας ουδαμώς τον θεατήν πόθεν η τοσαύτη κακία, ή τουλάχιστον διά τι υπό τας υπαρχούσας εν τω δράματι περιστάσεις αναφαίνεται.

Δυνάμεθα να παραδεχθώμεν, ότι η κακία των γυναικών υπερβαίνει την των ανδρών, ως και ο Ευριπίδης ομολογεί εν Μηδεία:

πεφύκαμεν γυναίκες εις μεν έσθλ' αμηχανώταται, κακών δε πάντων τέκτονες σοφώταται.

Δυνάμεθα δ', ως προς τούτο, να επιφέρωμεν και ετέραν ιερωτέραν μαρτυρίαν, την του Ευαγγελίου αυτού, εν ώ βλέπομεν τον Ιησούν και τους Αποστόλους άπαξ μόνον εκβάλλοντας εξ ανδρός πνεύματα ακάθαρτα πλείονα του ενός, ενώ εκ μιας και μόνης γυναικός επτά όλα δαιμόνια εξεβλήθησαν. Ταύτα πάντα σημαίνουσιν, ότι οπότε το φύλον, το παρά Θεού πλασθέν ασθενές και ευαίσθητον, παρεκκλίνει της ευθείας οδού, απολήγει εις διαφθοράν ταχυτέραν και πληρεστέραν ή το αγροικότερον, συνάμα δε και ισχυρότερον, ανδρικόν φύλον· ο δε ποιητής δικαιούται οπωςδήποτε ν' απεικονίση την ανθρωπίνην φύσιν εν πάση αυτής τη μοχθηρία. Αλλά, όσω μεγαλειτέρα η παρεκτροπή της γυναικείας καρδίας, τοσούτω αναγκαιοτέρα η επεξήγησις του πώς προήχθη και ανεπτύχθη η τοιαύτη παρεκτροπή. Ο δε Σαικσπείρος παρημέλησε να ικανοποιήση ως προς τούτο την δικαίαν ημών περιέργειαν, καθότι η αρχή και η πρόοδος της κακίας της Λαίδης Μάκβεθ μένουσι προς ημάς άγνωστοι, το δε υπό δραματικήν έποψιν σπουδαιότερον, ουδέ των κινούντων αυτήν αιτίων έχομεν σαφή γνώσιν.

Παρίσταται κατά πρώτον επί της σκηνής αναγινώσκουσα επιστολήν του συζύγου της.

Υπηρέτης εισερχόμενος αναγγέλλει την προσεχή άφιξιν του Μάκβεθ και του βασιλέως Δώγκαν. «Ετρελλάθηκες!» ανακράζει η Λαίδη Μάκβεθ, μόλις και μετά βίας πειθομένη ότι η Τύχη μετά τοσαύτης προθυμίας υποβοηθεί τους φονικούς σκοπούς της.

Ο μετά την αγγελίαν ταύτην μονόλογός της μαρτυρεί εις πόσην ανεξήγητον έξαψιν και ταραχήν έρριψεν αυτήν διά μιας η ανάγνωσις επιστολής, ευάρεστα μόνον αγγέλματα περικλειούσης. Αλλά διά τι τούτο; Ο Μάκβεθ συνέλαβε μεν αιφνιδίως τον σκοπόν να φονεύση τον βασιλέα, αλλά παρωρμήθη υπό των λόγων του Δώγκαν, αναγορεύσαντος ως διάδοχον του θρόνου τον υιόν του, και διαψεύσαντος ούτω των Μαγισσών τας προφητείας. Αλλ' εκ της επιστολής ήδη η Λαίδη Μάκβεθ πληροφορείται περί των προφητειών και μόνων, αύται δε χαράν μόνον και αγαλλίασιν έπρεπε να προξενήσωσιν, ως γράφει άλλως τε προς αυτήν ο Μάκβεθ. Διά τι επιφέρουσιν αντίθετον όλως αποτέλεσμα; Προς δικαιολόγησιν της τοιαύτης ???ήξεως αισθημάτων αγρίων ανάγκη να προϋποθέσωμεν συνομιλίαν προγενεστέραν των δύο συζύγων, καθ' ην αντηλλάγησαν πόθοι φιλόδοξοι και σκοποί εγκληματικοί, ή προτροπή τινα της γυναικός προς τον σύζυγον όπως καταλάβη διά της βίας τον θρόνον. Αλλ' η τοιαύτη συνδιάλεξις εγένετο εν αγνοία ημών εις τα παρασκήνια, προ της ανυψώσεως της αυλαίας. Ήδη έχομεν προ οφθαλμών γυναίκα αναγινώσκουσα εν επιστολή πράγματα ευχάριστα, καταλήγουσαν δε εις συμπεράσματα αντιφατικά όλως προς τα εν τη επιστολή αναγνωσθέντα. «Όντα υπερφυσικά προφητεύουσιν εις τον σύζυγόν μου τιμάς και μεγαλεία, δεν φαίνονται δε ψευδόμενα, αφού η προφητεία επληρώθη ήδη κατά το ήμισυ. Θα γείνωσι και τα επίλοιπα. Το σκάφος ημών πλέει πλησίστιον προς τον λιμένα, ο δ' άνεμος επιπνέει ούριος. Άρα λοιπόν, εκμανήτε, ω θύελλαι και πληρώσατε τρόμου και φρίκης τον αίθριον ουρανόν». Τοιαύτη η λογική της Λαίδης Μάκβεθ. (2)Αλλά το έγκλημα, οιαδήποτε η επιτυχία αυτού, είναι πράξις φοβερά, συνεπαγομένη την βίαν και την αναστάτωσιν· όπως δ' εν τη γαλήνη βίου ευδαίμονος διαπράξη τις αίφνης κακούργημα, ανάγκη να υπάρχη κατά το φαινόμενον τουλάχιστον, λόγος ισχυρός προς τούτο. Έν ελλείψει τοιούτου τινός ελατηρίου εν τη διαγωγή της Λαίδης Μάκβεθ, απορεί τις, εάν ο Σαικσπείρος ηθέλησεν εν τω προσώπω αυτής να παραστήση γυναίκα αληθή, ή την ενσάρκωσιν του πονηρού, τον Διάβολον αυτόν, όμοιον μεν ηθικώς προς τας δυσειδείς και γενειούχους Μαγίσσας, αλλ' υπό μορφήν ευειδεστέραν.

Ότε ο Μάκβεθ, πριν ή προβή εις τον φόνον του βασιλέως τον οποίον ξενίζει, καταλαμβάνεται υπό δισταγμού εντίμου και ανακηρύττει ότι δεν θέλει να σπρώξη μακρύτερον το πράγμα, τότε πάλιν ο Σατανάς, ό έστιν η σύζυγος του, ενισχύει την εικονιζομένην απόφασίν του.

Οπωςδήποτε, η τραγωδία αύτη είναι αναντιρρήτως, ως σύνθεσις, το ωραιότερον των ποιητικών του Σαικσπείρου έργων· επειδή ο χαρακτήρ της Λαίδης Μάκβεθ, καίτοι προκαλών, τας υποδειχθείσας ενστάσεις, συνέχεται όμως αδιαρρήκτως μετά της όλης εν τω ποιήματι δράσεως (ουχί ως το άχαρι του θυρωρού επεισόδιον εν τη γ' σκηνή της Β' πράξεως, το όποιον δύναται ν' απαλειφθή, θεωρούμενον και ως υποβολιμαίον), διά τούτο οι σχολιασταί απεπειράθησαν παντοίοις τρόποις ν' ανεύρωσι σύνδεσμόν τινα, συνέχοντα το παρά φύσιν πρόσωπον τούτο κατά της συνήθους και πραγματικής ανθρωπίνης φύσεως. Επέτυχον δ' ευκόλως, καθότι ως προς τούτο ο Σαικσπείρος είναι ότι και αι ιεραί γραφαί: ο ζητών ευρήσει.

Τα προς αναστήλωσιν της Λαίδης Μάκβεθ γραφέντα σχόλια αποτελούσι μνημείον Σαικσπειρείου ερμηνείας, πλήρες ευτελούς σοφιστείας, ήτις, έστιν ότε, εξελήφθη αντί εμβριθείας. Παρετηρήθη, λόγου χάριν, ότι η Λαίδη ηγάπα τον σύζυγόν της. — Αληθώς, αύτη παρίσταται αφωσιωμένη όλως προς τον Μάκβεθ, χάριν εκείνου ζητούσα την δόξαν και τα μεγαλεία ουχί δι' εαυτήν. — Παρετηρήθη προσέτι ότι ο Μάκβεθ την ονομάζει &πουλάκι μου&, και ηθέλησαν οι τοιούτοι σχολιασταί διά της τρυφερότητος του θηριώδους ζεύγους τούτου να μαλάξωσι την καρδίαν ημών. Είς αυτών δεν έχει λόγους προς ?ρασιν της συγκινήσεως, υφ' ης καταλαμβάνεται, αναλογιζόμενος ότι μετά το συμπόσιον, του οποίου την ευθυμίαν κατέστρεψεν ο Μάκβεθ διά της φρεναπάτης του, η σύζυγος αυτού αντί πάσης επιπλήξεως προτρέπει αυτόν να υπάγη εις την κλίνην του! Εις την ρωμαντικήν εν Γερμανία σχολήν, προεξάρχοντος του Tieck, οφείλονται αι τοιαύται ανακαλύψεις, δι' ων η Λαίδη Μάκβεθ περιβάλλεται τον διπλούν στέφανον της αρετής και του μαρτυρίου!

Ταύτα πάντα έχουσι πολύ το γελοίον. Ουδέν εν τω προσώπω της Λαίδης Μάκβεθ το αποδεικνύον την εν αυτώ ύπαρξιν του &ηθικού& ανθρώπου. Ο Μάκβεθ κατέστρεψεν, ει και μετά κόπου την συνείδησιν εντός της καρδίας του, αλλά συνείδησιν η Λαίδη Μάκβεθ ουδέποτε φαίνεται αποκτήσασα. Και όμως υπάρχει το συνδέον αυτήν προς την ανθρωπότητα. Καίτοι ξένη προς ημάς υπό ηθικήν έποψιν, ως πλάσμα όμως φυσικόν, διά του νευρικού αυτής οργανισμού υπάγεται εις το γυναικείον φύλον. Ομιλεί που περί της σμικρότητας των χειρών αυτής, εν συνόλω δε φανταζόμεθα αυτήν μικρόσωμον και λεπτοφυή, ουδέ πρέπει να παριστά το πρόσωπον επί της σκηνής ηθοποιός ρωμαλέα, εύσαρκος και μεγαλόσωμος. Απ' εναντίας, ανάγκη να μεταδίδηται εις τον θεατήν η εντύπωσις της αντιθέσεως μεταξύ της σωματικής ασθενείας της ηρωίδος και του εμφορούντος αυτής μένους.

Ουδέν, λέγομεν, εν τω προσώπω της Λαίδης Μάκβεθ το φυσικόν ή ανεπιτήδευτον. Κατά την ώραν της δολοφονίας πίνει ποτόν μεθυστικόν όπως εξαφθή, ότε δε ο Μάκβεθ λέγει ότι εφόνευσε τους δύο παρακοιμωμένους υπηρέτας του βασιλέως Δώγκαν, λειποθυμεί αύτη. Παρ' ολίγον εφόνευεν αυτή τον Δώγκαν, αλλά δεν ετόλμησε, λέγει, διότι

μ' εφάνη πως βλέπω τον πατέρα μου εκεί που εκοιμάτο.

Μετά την πρώτην έξαψιν και κίνησιν επέρχεται στάσις εντελής και αδράνεια. Μετά τον φόνον του Δώγκαν, ουδεμίαν είτε πρωτοβουλίαν είτε μετοχήν λαμβάνει η Λαίδη Μάκβεθ διά τα μετέπειτα κακουργήματα, ουδέ παρουσιάζεται σχεδόν, εκτός κατά την περιβόητον σκηνήν της υπνοβασίας, οπότε φαίνεται η πλήρης του οργανισμού αυτής κατάπτωσις.

Ο φόνος του Δώγκαν συνεπήνεγκε την δολοφονίαν του Βάγκου, την σφαγήν της οικογενείας του Μακδώφ, τις οίδεν οπόσα εισέτι εγκλήματα, αλλ' ουδέν τούτων προέβλεπεν εκείνη, ότε, μεθ' όσης εκέκτητο δυνάμεως, ειργάζετο υπέρ της θανατώσεως του γηραιού βασιλέως. Μη φέρουσα ήδη τοιούτου βάρους την πίεσιν αποκάμνει και καταπίπτει. Δεν μετανοεί, ουδ' εκφράζει ουδαμού την συναίσθησιν της καταπατήσεως ηθικού τινος νόμου, αλλ' η φρίκη των γενομένων, — ει μη ο φόβος μελλούσης κρίσεως και ανταποδόσεως, — κλονίζει τας φρένας αυτής και προκαλεί την γνωστήν εκείνην νόσον, καθ' ην ο πάσχων προκαλεί ενώ κοιμάται διά των λόγων ή των αυτο?τικών πράξεών του τα βαρύνοντα τον νουν και την καρδίαν αυτού.

Ιδού ό,τι έχει ανθρώπινον η γυνή αύτη· αδυναμία σωματική, διάνοια νοσούσα, και επί τέλους φρενοβλάβεια, — τοιούτος ο βίος της. Ενώ δ' ο σύζυγός της μάχεται και αποθνήσκει ως ήρως, αύτη, δαίμων αληθής εξελθών του Άδου όπως κολάση τον Μάκβεθ, επιστρέφει εκουσίως εις τον Άδην, αυτοχειριαζομένη.

Η Λαίδη Μάκβεθ παρεβλήθη συχνάκις προς διαφόρους εν τη αρχαία τραγωδία γυναίκας, ιδίως δε προς την Κλυταιμνήστραν, αλλ' αύτη υπερτερεί μεγάλως κατά την τραγικότητα, ουδεμία δ' αληθώς υπάρχει μεταξύ των δύο σχέσις. Η κινούσα τον Μάκβεθ και την σύζυγόν του φιλοδοξία φαίνεται όλως ευτελής και μηδαμινή, παραβαλλομένη προς το αίσθημα, όπερ εξοπλίζει την μητέρα της Ιφιγενείας κατά του Αγαμέμνονος. Υπάρχει, ναι μεν, εξωτερική τις ομοιότης μεταξύ της ηρωίδος του Αισχύλου και της του Σαικσπείρου, καθ' όσον αμφότεραι, υποκρύπτουσαι επιδεξίως τους σκοπούς αυτών, δολοφονούσιν, εξάπτονται δε ως θηρία αιμοβόρα υπό της ορέξεως του φόνου και του αίματος. Αλλ' ο παραλληλισμός δεν προβαίνει περαιτέρω, οι δε χαρακτήρες διαφέρουσιν όσον και τα κινούντα εκάστην αίτια. Η μεν Κλυταιμνήστρα, γίγας την τε ψυχήν και το ήθος, υπερβαίνει κατά την δύναμιν απάσας τας γυναίκας του αρχαίου και νεωτέρου θεάτρου. Ερειδομένη επί της ισχύος αυτής, μένει ατάραχος και κυρία αείποτε εαυτής. Η δε Λαίδη Μάκβεθ διά της παραφοράς αυτής των εκφράσεών της μαρτυρεί ότι συναισθάνεται την αδυναμίαν της. Της Ελληνίδος οι λόγοι συμφωνούσι μετά των έργων, και οι στοχασμοί μετά των λόγων, πάσα δ' αυτής λέξις πείθει ημάς, ότι η λέγουσα δύναται και να πράξη όσα λέγει. Ουδέποτε η τέχνη παρήγαγεν ίνδαλμα εξισούμενον μετά της Κλυταιμνήστρας ταύτης ως προς την πλαστικότητα, ήτις αποτελεί το ιδιάζον χαρακτηριστικόν και το κάλλος των προσώπων της αρχαίας τραγωδίας. Η Κλυταιμνήστρα ουδέ λειποθυμεί ως η Αγγλίς, ουδ' εξάπτει εαυτήν διά μεθυστικών ποτών, ουδ' υπό εφιάλτου ενοχλείται τας νύκτας ουδέ κατέχεται υπό φόβου, ή αισχύνης, ή τύψεων της συνειδήσεως. Ο φόνος του Αγαμέμνονος δεν επιφέρει κλονισμόν εις τα νεύρα ή τον εγκέφαλόν της, αλλ' απ' εναντίας ευφραίνει και ενισχύει αυτήν.

Εμοί δ' αγών όδ' ουκ αφρόντιστος πάλαι νείκης παλαιάς ήλθε, συν χρόνω γε μην. Έστηκα δ' ένθ' έπαισ' επ' εξειργασμένοις. Ούτω δ' έπραξα, και τάδ' ουκ αρνήσομαι, ως μήτε φεύγειν μήτ' αμύνεσθαι μόρον, άπειρον αμφίβληστρον, ώςπερ ιχθύων, περιστιχίζω, πλούτον είματος κακόν. Παίω δε νιν δις· καν δυοίν οιμώγμασι μεθήκεν αυτού κώλα και πεπτωκότι τρίτην επενδίδωμι, του κατά χθονός Άδου νεκρών σωτήρος ευκταίαν χάριν. Ούτω τον αυτού θυμόν ορμαίνει πεσών κακφυσιών οξείαν αίματος σφαγήν βάλλει μ' ερεμνή ψακάδι φοινίας δρόσου, χαίρουσαν ουδέν ήσσον, ή διοςδότω γάνει σπορητός κάλυκος εν λοχεύμασιν. ως ώδ' εχόντων, πρέσβος Αργείων τόδε, χαίροιτ' αν, ει χαίροιτ', εγώ δ' επεύχομαι… Εγώ δ' ατρέστω καρδία προς ειδότας λέγω. Συ δ' αινείν είτε με ψέγειν θέλεις όμοιον. Ούτος εστιν Αγαμέμνων, εμός πόσις, νεκρός δε τήσδε δεξιάς χερός,

εν τη τραγωδία του Σοφοκλέους η Κλυταιμνήστρα αποβάλει το μεγαλοπρεπές τούτο ήθος αγάλματος ωσεί μάρμαρον, μεταβάλλεται δ' εις γυναίκα ηπιωτέραν και χρηστοτέραν. Η θυγάτηρ αυτής, η Ηλέκτρα, ανακαλεί πως την Λαίδη Μάκβεθ.

Κατά τον παρά τοις αρχαίοις θείον θεσμόν της &δίκης&, η Κληταιμνήστρα λαμβάνει τα αντίποινα του φόνου του Αγαμέμνονος διά χειρός των τέκνων εκείνου, του Ορέστου και της Ηλέκτρας. Κατά την διάπραξιν του φόνου η Ηλέκτρα παροτρύνει τον Ορέστην και «εφάπτεται του ξίφους του». Σκληρόν τούτο ως και άπαντα όσα προς την μητέρα λέγει και πράττει η Ηλέκτρα. Εν συνόλω δε αύτη έχει τι το καθ' υπερβολήν ωμόν ως προς ημάς τους νεωτέρους, ενώ, ως προς τους αρχαίους, της μητρός αυτής ο χαρακτήρ φαίνεται ηπιώτερος του δέοντος. Αλλ' ο Σοφοκλής εκπροσωπεί περίοδον μεταβάσεως μεταξύ του ύψους του Αισχύλου και του πάθους του Ευριπίδου.

Εν Ευριπίδη η τραχύτης των αρχαίων ηθών εξημερούται, οι δε χαρακτήρες εν τω θεάτρω αυτού προσλαμβάνουσι τύπον ανθρώπινον όλως. Αληθώς η Ηλέκτρα του παρίσταται κατ' αρχάς άκαμπτος και ανάλγητος, εξαπατά δ' ημάς ως παρά της ψυχής αυτής την φύσιν, ότε βλέπουσα τον Ορέστην διστάζοντα, ως ο Μάκβεθ, προ του φόνου λέγει:

        Μων σ' οίκτος είλε, μητρός ως είδες δέμας;
    Όρ. Φευ!
        Πώς γαρ κτάνω νιν, ή μ' έδρεψε κάτεκεν;
    Η. Ώσπερ πατέρα σον ήδε καμόν ώλεσεν.

Αλλά μετά το έγκλημα, η καρδία της διαρρήγνυται εν σκηνή θαυμασία, της οποίας παθητικωτέρα δεν υπάρχει εν τω θεάτρω

    Ηλ. Δακρύτ' άγαν, ω σύγγον', αιτία δ' εγώ·
        διά πυρός έμολον α τάλαινα ματρί τάδ'
        ά μ' έτικτε κούραν…
    Ορ. Ιώ, Φοίβ', ανύμνησας δίκαν,
        άφαντα φανερά δ' εξέπρα-
        ξας άχεα φόνια δ' ώπασας λέχε' από γας Ελλανίδος.

Τίνα δ' ετέραν μόλω πόλιν; τις ξένος, τις ευσεβής εμόν κάρα προσόψεται ματέρα κτανόντος; Ηλ. Ιώ, ιώ μοι. Ποι δ' εγώ, τίν' εις χορόν, τίνα γάμον είμι; τις πόσις με δέξεται νυμφικάς ες ευνάς;…

Ορ. Κατείδες, οίον α τάλαιν' εών πέπλων εξέβαλ', έδειξε μαστόν εν φοναίσιν, ιώ μοι, προς πέδω τιθείσα γόνιμα μέλεα; τακόμαν δ' εγώ… Βοάν δ' έλασκε τάνδε, προς γένυν γ' εμάν τιθείσα χείρα; Τέκος εμόν, λιταίνω· παρήδων τ' εξ εμάν εκρήμναθ', ώστε χέρας εμάς λιπείν βέλος… Εγώ μεν επιβαλών φάρη κόραις εμαίς φασγάνω κατηρξάμαν ματέρος έσω δέρας μεθείς.

Δεινά δ' ειργάσω, φίλα, κασίγνητον ου θέλοντα». Ο εστιν η Ηλέκτρα φέρει εις πειρασμόν τον Ορέστην, ως η Λαίδη Μάκβεθ τον σύζυγόν της. Εν γένει δε, και εν τω θεάτρω και εν τω βίω, τον πειρασμόν εκπροσωπεί, από της Εύας, η γυνή· η σαρξ ασθενής, αλλά το πνεύμα αυτής πρόθυμον. Η πρωτοβουλία ανήκει εις ταύτην, διότι έχει την διάνοιαν ζωηροτέραν, ει και ήττον ευρείαν, του ανδρός. Ούτος κατά την ώραν της εκτελέσεως αναχαιτίζεται υπό σκέψεων παμπληθών, των οποίων η γυνή, καθ' ό ευπαθεστέρα, μένει απηλλαγμένη. Η διάνοια αυτής, μη διασπωμένη ένθα κακείθεν δεν αποπλανάται· βλέπουσα δ' ευκρινώς τα ενώπιον αυτής κείμενα, δύναται εν στιγμή κινδύνου ή κρίσεως, να ίδη διέξοδον ή απαλλαγήν, όπου ο νους του ισχυροτέρου φύλου εκθαμβούται.

Ούτως η Λαίδη Μάκβεθ, ουχί ο σύζυγος αυτής σχεδιάζει τα της δολοφονίας του Δώγκαν, ούτος δ' εξίσταται και θαυμάζει ακούων το τέχνασμα, δι' ου η Λαίδη προτίθεται να επιρρίψη επί των κοιμωμένων δούλων την ευθύνην του εγκλήματος, εξασφαλίζουσα την επιτυχίαν αυτού. Ότε δ' εν μέσω του συμποσίου ο Μάκβεθ, βλέπων το φάσμα του Βάγκου, γίνεται άλλος εξ άλλου, αύτη αναδεικνύει παρρησίαν πνεύματος έτι μάλλον αξιοθαύμαστον, συνάμα δε και ήττον απεχθή. Εν τη σκηνή ταύτη η Λαίδη Μάκβεθ αναφαίνεται ανωτέρα εαυτής.

Παρεβλήθη η Λαίδη Μάκβεθ και προς ετέραν της αρχαίας τραγωδίας ηρωίδα, την Μήδειαν του Ευριπίδου. Την πρώτην αφορμήν προς την τοιαύτην σύγκρισιν παρέσχεν ίσως η φρικώδης εκείνη της Λαίδης Μάκβεθ έκφρασις:

Το γάλα μου το έδωκα, και 'ξεύρω πώς τ' αγαπά το βρέφος της μια μάνα που βυζάνει κτλ.

Αλλά της Λαίδης Μάκβεθ οι λόγοι προξενούσι φρίκην μεγαλειτέραν ή τα έργα της Μηδείας. Αύτη φονεύει τα ίδια τέκνα, τα τέκνα του Ιάσονος, όπως εκδικηθή κατά του απίστου πατρός αυτών. Αλλά σφαγιάζουσα τα αθώα εκείνα θύματα κατέχεται υπό τρόμου, υπό οίκτου, και ελεεινολογεί εαυτήν:

Φευ, φευ! τι προσδέρκεσθέ μ' όμμασιν, τέκνα, τι προσγελάτε τον πανύστατον γέλων; Αιαί τι δράσω; καρδία γαρ οίχεται, γυναίκες, όμμα φαιδρόν ως είδον τέκνων. Ουκ αν δυναίμην, χαιρέτω βουλεύματα τα πρόσθεν…

Δότ', ω τέκνα, δότ' ασπάσασθαι μητρί δεξιάν χέρα. Ο φιλτάτη χειρ, φίλτατον δε μοι κάρα

και σχήμα και πρόσωπον ευγενές τέκνων ευδαιμονοίτον, αλλ' εκεί· τα δ' ενθάδε πατήρ αφείλετ'· ω γλυκεία προσβολή, ω μαλθακός χρως πνεύμα θ' ήδιστον τέκνων. Χωρείτε χωρείτ'· ουκέτ' ειμί προσβλέπειν οία τ' ες υμάς, αλλά νικώμαι κακοίς.

Εν τω νεωτέρω θεάτρω ηδύνατό τις μετά πλείστων αιμοβόρων και δοξομανών ηρωίδων να παραλληλίση την Λαίδην Μάκβεθ… αλλ' οι τοιούτοι παραλληλισμοί δεν ενδιαφέρουσιν ημάς όσον οι προς τας της αρχαιότητος.

ΠΩΛΟΥΝΤΑΙ ΕΝ ΤΩ ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΩ ΤΗΣ ΕΣΤΙΑΣ

   ΕΡΓΑ Δ. ΒΙΚΕΛΑ ΣΑΙΚΣΠΕΙΡΟΥ ΔΡΑΜΑΤΑ:
   ΡΩΜΑΙΟΣ ΚΑΙ ΙΟΥΛΙΕΤΑ. Έκδοσις Γ' … Δρ. 1.50
   ΟΘΕΛΛΟΣ…… » » » 1 50
   ΒΑΣΙΛΕΥΣ ΛΗΡ …. » » » 1.50
   ΜΑΚΒΕΘ……. » » » 1 50
   ΑΜΛΕΤΟΣ …. » » » 1.50
   ΕΜΠΟΡΟΣ ΤΗΣ ΒΕΝΕΤΙΑΣ » » » 1.50
   ΣΤΙΧΟΙ Έκδοσις νέα ……… » 2. —
   ΛΟΥΚΗΣ ΛΑΡΑΣ. Έκδοσις Δ', πολυτελής εις μέγα
   8ον μετά 75 εικόνων Θ. Ράλλη » 10 —
   Έκδοσις απλή 0.80
   ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ (Εξηντλημένον)……. » —
   ΑΠΟ ΝΙΚΟΠΟΛΕΩΣ ΕΙΣ ΟΛΥΜΠΙΑΝ Επιστολαί 2.50
   προς φίλον
   ΠΕΡΙ ΒΥΖΑΝΤΙΝΩΝ Μελέτη » 3. —
   Η ΣΥΣΤΑΣΙΣ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ και
   τα νέα όρια αυτού » 1. —
   ΔΑΝΙΚΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ εκ των του Άνδερσεν » 1.50
   Ο ΜΕΓΑΣ ΓΑΛΕΟΤΟΣ. Δράμα Ιωσήφ Ετσεγαράη,
   μεταφρασθέν εκ του Ισπανικού » 1. —
   LA GRÈCE ΒΥΖΑΝΤΙΝΕ ΕΤ ΜΟDERNE Essais
   historiques, Paris Fr. 7.50
   ΔΙΑΛΕΞΕΙΣ ΚΑΙ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ…… Δρ. 4. —

Τιμάται δραχ. 1.50

Εν Αθήναις εκ του Τυπογραφείου της Εστίας 1896 — 1228

***

1) Η διάκρισις εν τω γαλλικώ κειμένω γίνεται μεταξύ των λέξεων honneur και point d' honneur.

2) Ο μεταφραστής αρκείται να παρατηρήση, ότι δεν παραδέχεται απάσας ενταύθα του συγγραφέως τας ενστάσεις.