WeRead Powered by ReaderPub
Έργα Ποιήματα - Πεζά Τόμος Δεύτερος cover

Έργα Ποιήματα - Πεζά Τόμος Δεύτερος

Chapter 2: Ο ΤΡΑΓΟΥΔΙΣΤΗΣ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΣΤΑΝΗΣ
Open in WeRead

Explore more books like this:

About This Book

The collection gathers two linked series of lyrical poems that evoke rural and pastoral life in Epirus, depicting shepherds, peasants, seasonal work, festivals, and intimate scenes of field, flock, and village. Through vivid natural imagery—sunsets, springs, vineyards, and mountain paths—it records daily labors, songs, love-longing, and local customs, alternating rustic narrative with lyric observation. Occasional prologue and a short glossary aid understanding of regional words, while the poems emphasize communal rhythms, folk voice, and the sensory textures of countryside experience.

The Project Gutenberg eBook of Έργα Ποιήματα - Πεζά Τόμος Δεύτερος

This ebook is for the use of anyone anywhere in the United States and most other parts of the world at no cost and with almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included with this ebook or online at www.gutenberg.org. If you are not located in the United States, you will have to check the laws of the country where you are located before using this eBook.

Title: Έργα Ποιήματα - Πεζά Τόμος Δεύτερος

Author: Kostas Krystalles

Release date: December 5, 2010 [eBook #34577]

Language: Greek

Credits: Produced by Sophia Canoni

*** START OF THE PROJECT GUTENBERG EBOOK ΈΡΓΑ ΠΟΙΉΜΑΤΑ - ΠΕΖΆ ΤΌΜΟΣ ΔΕΎΤΕΡΟΣ ***

Produced by Sophia Canoni

Note: The tonic system has been changed from polytonic to monotonic, otherwise the spelling of the book has not been changed. Bold words are included in &.

Σημείωση: Το τονικό σύστημα έχει αλλάξει από πολυτονικό σε μονοτονικό. Κατά τα άλλα έχει διατηρηθεί η ορθογραφία του βιβλίου. Λέξεις με έντονους χαρακτήρες περικλείονται σε &.

Κ. ΚΡΥΣΤΑΛΛΗ

ΕΡΓΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ — ΠΕΖΑ ΤΟΜΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΣ
ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ

ΕΚΔΟΤΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Δ. ΚΟΛΛΑΡΟΣ ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟΝ ΤΗΣ “ΕΣΤΙΑΣ„ 44 — Εν οδώ Σταδίου — 44

1912

Ο ΤΡΑΓΟΥΔΙΣΤΗΣ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΣΤΑΝΗΣ

        «Πολλά με Νύμφαι δίδαξαν
       »αν' ώρεα βουκολέοντα εσθλά.»
            ΘΕΟΚΡΙΤΟΣ

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Ο Κρυστάλλης με τον &Τραγουδιστήν του χωριού και της Στάνης& μας παρουσιάζεται ζωντανός και μεστωμένος ποιητής, με φλογέραν ηχηροτέραν και άσμα ζωηρότερον και υπόσχεται — εάν έζη — να συγκινήση τα πλήθη των αναγνωστών, να κρούση αρμονικώτερον τας χορδάς και να δονίση τας καρδίας. Περιλαμβάνει εν αυτώ δύο σειράς ποιημάτων, πρώτον «τα τραγούδια του χωριού και δεύτερον τα «τα τραγούδια της στάνης». Το όλον δε βιβλίον «'στήν Ήπειρο τ' αφιερώνει». Αλλά και άνευ της αφιερώσεως, αρκεί μόνη των ποιημάτων η ανάγνωσις διά να κατανοθή ευθύς ο ιδιάζων χαρακτήρ των· και των δύο σειρών τα τραγούδια αποδίδουν της Ηπειρωτικής ζωής το σφρίγος και την χάριν αυτής αποτυπούν. Υπέβαλε δε ταύτα εις τον περί τα τέλη του 1892 τελεσθέντα ποιητικόν διαγωνισμόν και έτυχον του &«πρώτου και θερμοτάτου επαίνου»& μόνον διότι ο εισηγητής της επιτροπής καταληφθείς υπό καθαρευουσοληψίας εβράβευσεν έτερον ποίημα γραμμένον εις την καθαρεύουσαν, εν ώ όλοι οι ποιηταί εις την δημώδη γλώσσαν συνεκίνησαν και συνήρπασαν τα πλήθη και μόνον εις αυτήν είνε δυνατόν να αναπαραστήσωσι τον αγροτικόν και ποιμενικόν βίον και να ψάλωσι τα κατορθώματα των ηρώων του έθνους. Ο ποιητής όμως δεν εδέχθη τον έπαινον τούτον και ο τόμος εις ον εξέδωκε το πρώτον, κατά τας αρχάς του 1893, τα ποιήματα ουδέ καν ανέφερε τον &έπαινον&. Καθ' ον τρόπον έγινεν η κρίσις του αγώνος ο Κρυστάλλης εθεώρησε προτιμότερον και αξιοπρεπέστερον να μη γίνη σχετικός λόγος. Ποιήματα άλλως καθώς αυτά τα οποία έχομεν την τιμήν να παρουσιάσωμεν εις τους αναγνώστας καμμίαν δεν έχουν ανάγκην διακρίσεως και καμμίαν δεν έχουν ανάγκην συστάσεως.

Και από την κατά μέρος ανάγνωσιν εκάστου τραγουδιού και από την μελέτην όλης της συλλογής εν γένει η ιδία ισχυρά εντύπωσις γίνεται εις τον αναγνώστην, της ζωντανότητος και της εκφραστικότητος κόσμου ολοκλήρου ποιητικού, πλουσιοτάτου και γραφικωτάτου τον οποίον κατά βάθος εγνώρισε και εμελέτησε, ζωηρώς δε ησθάνθη και αναπαριστά εις τα τραγούδια του ο ποιητής.

Διά του έργου τούτου ο ποιητής ενεφανίσθη ενώπιον του κοινού με αρτιώτερα και περισσότερα εφόδια, προσείλκυσεν όλων την συμπάθειαν και απέδειξεν ότι ήτο προωρισμένος να συνεχίση το έργον του Ζαλοκώστα και του Βαλαωρίτη, οι οποίοι ανέδειξαν και επέβαλον το Ηπειρωτικόν ιδίωμα εν τη ποιήσει ως το πλουσιώτατον και επιτηδειότατον ποιητικόν όργανον μεταξύ όλων των άλλων εν Ελλάδι.

Τα έργα του ημετέρου συμπατριώτου επληθύνοντο οσημέραι και εάν ύπουλος νόσος δεν υπέσκαπτε την υγείαν του η σημαία του θα εκυμάτιζε υπερηφάνως εις τον Παρνασσόν.

Εις το τέλος του έργου προσηρτήσαμεν λεξιλόγιον προς ευχερή κατανόησιν λέξεών τινων.

Γ. Κ. Γάγαρης

ΣΤΗΝ ΗΠΕΙΡΟ

Τ' ΑΦΙΕΡΩΝΩ

   Συχνά μέσ' 'ς το ηλιοστάλαμμα και μέσ' 'ς το μεσημέρι,
   Κι' όταν κοιμούνται τα νερά, και βγαίνουν η Νεράιδες
   Και συγκρατιούνται σε χορούς, τέτοια τραγούδια λέγουν.

   Όταν ισκιώνουν τα ζερβά και πέφτουν τα λιοπύρια,
   Και ροβολούν βελάζοντας 'ς τες μάντρες τα κοπάδια,
   Σουρίζοντάς τα ο νιος βοσκός, τέτοια τραγούδια λέγει.

   Τ' απόσπερνο κι' αποβραδύς, που βασιλεύει ο ήλιος,
   Και με τα δυο καματερά γυρνάει ο ζευγολάτης
   Απ' τ' όργωμά του 'ς το χωριό, τέτοια τραγούδια λέγει.

   Ο αγωγιάτης, τες ερμιές, τα δάση που διαβαίνει,
   τον σάλαγον, οπού χτυπά τα φορτωμένα ζα του,
   Για να περνάη το μάκρεμα, τέτοια τραγούδια λέγει.

   Όταν το γλυκοχάραμμα στα κορφοβούνια φέγγει,
   Που στα χρυσά τα ονείρατα ξυπνά η χωριατοπούλα
   Και πάει στη βρύση γιο νερό, τέτοια τραγούδια λέγει.

   Τα καλοκαίρια τα ξανθά, που οι ξενοδουλευτάδες
   Θερίζουν άυπνοι ολονυχτίς τα καρπερά χωράφια
   Με το φεγγάρι το λαμπρό, τέτοια τραγούδια λέγουν

   Τες χειμωνιάτικες βραδιές, που στα βουνά χιονίζει,
   Γύρ' απ' την πύρα του σπιτιού συνάζονται η κοπέλλες,
   Και πλέοντας ξόμπλια ωριόπλουμα, τέτοια τραγούδια λέγουν.

   Άγουρος του χωριού κ' εγώ, παιδί κ' εγώ της στάνης,
   Όσες βολές κάμπους, βουνά, στάνες, χωριά διαβαίνω
   Κι' οργώματα και ποταμιές, τέτοια τραγούδια λέγω.

ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ

Η ΜΑΓΕΜΜΕΝΗ ΒΡΥΣΗ

   Εκεί ψηλά, που φαίνεται το μαύρο κυπαρίσσι
   Και πάρα πέρα ο εγκρεμός, εκεί 'νε και μια βρύση.

   'Σ αυτήν διαβάτες, πιστικοί, γυρνούσαν νύχτα μέρα,
   Και γροίκαες νύχτα μέρα εκεί τραγούδι και φλογέρα.

   Μια μέρα, που ροβόλαγα από τ' απάνω πλάι,
   Είδα μια κόρη πώσκυψε κ' ήπιε νερό και πάει.

   Πήγα κ' εγώ κ' ήπια νερό, κι' αγάλιασα 'ςτήν ώρα,
   Και δροσισμένος κι' αλαφρός κατέβαινα στη χώρα,

   Πολύς απέρασε καιρός. Μα από την μέρα εκείνη
   Πόνος με σφάζει καρδιακός κ' ήσυχο δε μ' αφίνει.

   Βολές με κάνει να γελώ, βολές ν' αναστενάζω.
   Βολές να κλαίω, και βολές τραγούδια ν' αραδιάζω.

   Κάποτε μ' είδαν στο χωριό, σε μια μεγάλη σκόλη,
   Κι' όσ' έμαθαν για το νερό, το καταριώνταν όλοι.

   Κ' η δόλια η βρύση ερήμαξε. Κι' οχ' τότε νύχτα μέρα
   Ούτε τραγούδι ακούς εκεί, ούτε γρυκάς φλογέρα.

   Κι' όποιος διαβαίνει οχ' το χωριό, ψηλά στο κυπαρίσσι
   Όλοι του δείχνουνε και λεν: «η Μαγεμμένη Βρύση».

   Τ' έφταιξε η βρύση; Έφταιξεν η μάγισσα η παρθένα.
   Οπού την βρύση εμάγεψε κ' εμάγεψε κ' εμένα.

   Σαν έρθη τώρα η 'μορφονιά που μάγεψε τη βρύση
   Και μ' ένα φίλημα γλυκό τα μάγια μου ξορκίση,

   Θα γειάνη ο πόνος που με τρώει βαθιά και με μαραίνη,
   Και θα να πάψουνε να λεν την βρύση μαγεμμένη.

ΤΟ ΗΛΙΟΒΑΣΙΛΕΜΜΑ

   Πίσω από μακρινές κορφές ο ήλιος βασιλεύει
   Και τ' ουρανού τα σύνορα χίλιες βαφές αλλάζουν,
   Πράσινες, κόκκινες, ξανθές, ολόχρυσες, γαλάζες,
   Κι' ανάμεσά τους σκάει λαμπρός λαμπρός ο Αποσπερίτης.
   Την πύρη του καλοκαιριού την σβυεί γλυκό αγεράκι
   Που κατεβάζουν τα βουνά που φέρνουν τ' ακρογιάλια.
   Ανάρια τα κλωνάρια του κουνάει ο γέρω πεύκος
   Και πίνει και ρουφάει δροσιά κι' αχολογάει και τρίζει
   Η βρύση η χορταρόστρωτη δροσίζει τα λουλούδια
   Και μ' αλαφρό μουρμουρητό γλυκά τα νανουρίζει
   θολώνει πέρα η θάλασσα, τα ριζοβούνια ισκιώνουν,
   Τα ζάλογγα μαυρολογούν, σκύβουν τα φρύδια οι βράχοι
   Κ' οι κάμποι γύρου οι απλωτοί πράσινο πέλαο μοιάζουν.

   Απ' όξω, απ' τα οργώματα, γυρνούνε οι ζευγολάτες,
   Ηλιοκαμμένοι, ξέκοποι, βουβοί, αποκαρωμένοι,
   Με τους ζυγούς, με τα βαριά τ' αλέτρια φορτωμένοι
   Και σαλαγούν από μπροστά τα δυο καματερά τους.
   Τρανά, στεφανοκέρατα, κοιλάτα, τραχηλάτα,
   «Οώ! φωνάζοντας, οώ! Μελισσινέ, Λαμπίρη»·
   Κι' αργά τα βόιδια περπατούν και πού και πού μουγγρίζουν.
   Γυρνούνε από τα έργα τους η λυγερές, γυρνούνε
   Με τα ζαλίκια αχ' τη λογγιά, με τα σκουτιά αχ' το πλύμα,
   Με τες πλατιές των τες ποδιές σφογγίζοντας τον ίδρω·
   Και 'ςόποιο δέντρο κι' αν σταθούν, 'ς όποιο κοντρί ακουμπήσουν.
   Εις το μουρμούρι του κλαριού, εις την θωριά του βράχου
   Γλυκόν γλυκό και πρόσχαρον χαιρετισμό ξανοίγουν:
    — «Γεια και χαρά 'ς τον κόσμο μας, 'ς τον ώμορφό μας κόσμο!»

   Σαν το ζαρκάδι ο νιος βοσκός ξετρέχει την κοπή του·
   Σουρίζει, σαλαγάει «όι, όι» και τήνε ροβολάει
   Από τα πλάγια στο μαντρί, στην στρούγγα για ν' αρμέξη.
   Από στεφάνι, από γκρεμόν, από ραϊδιό και λόγγο
   Και του γιδάρη η σαλαγή στριγγιά στριγγιά γροικιέται
   Τ' ανάποδο κοπάδι του «τσαπ, τσαπ! έι, έι» βαρώντας.
   Κι' αχολογούν βελάσματα κι' αχολογούν κουδούνια.
   Από μακρυά, αχ' το βουκουλιό, ακούγεται φλογέρα.
   Κάπου βροντάει μια τουφεκιά ή κυνηγού ή δραγάτη,
   Και κάπου κάπου ο αντίλαλος βραχνό τραγούδι φέρνει
   Του αλογολάτη, του βαλμά, οπού γυρνάει κ' εκείνος.
   Του κάμπου τάγρια τα πουλιά γυρνούν αχ' τες βοσκές τους,
   Και μ' άμετρους κελαϊδισμούς μέσ' στα δέντρα κουρνιάζουν·
   Σκαλώνει ο γκιώνης στο κλαρί και κλαίει τον αδερφό του.
   'Σ τα ρέπια, στα χαλάσματα, η κουκουβάγια σκούζει·
   Μέσα σε αυλάκι, σε βαρκό, λαλεί η νεροχελώνα
   Τ' αηδόνι κρύβεται βαθειά στ' αγκαθερά τα βάτα
   Και την αγάπη τραγουδάει με τον γλυκό σκοπό του
   Κ' η νυχτερίδα η μάγισσα, με το φτερούγισμά της
   Το γλήγορο και το τρελλό, σχίζει τα σκότα απάνου
   Και με τα ολόχαρα παιδιά του ζευγολάτη παίζει.

   Καλότυχοί μου χωριανοί, ζηλεύω τη ζωή σας,
   Την απλοϊκή σας τη ζωή, πώχει περίσσιες χάρες.
   Μα πλιο πολύ τον μαγικό ζηλεύω γυρισμό σας,
   Όντας η μέρα σώνεται και βασιλεύει ο ήλιος.

Ο ΤΡΥΓΟΣ

   Όταν ανθίζ' η αγράμπελη κι' απλώνει τα κλαδιά της
   'Στό σχοίνο, στο χαμόδενδρο, στου πεύκου τα κλωνάρια,
   Στα ρέμματα του ποταμού, στον εγκρεμό του βράχου,
   Κι' αγέραν, κάμπους και βουνά, την πλάση πέρα ως πέρα
   Γιομόζει από μοσχοβολιά με τον ανασασμό της.
   Πυκνό πυκνό κι' ολόμαυρο μελισσολόι πετιέται
   Μέσ' από βράχους και κρινιά, μέσ' από ερμιές και κήπους,
   Και τάνθη της βοσκολογά και πέρνει τον αχνό τους,
   Και διαλαλάει μ' ένα βοητό τον αναγαλιασμό του.
   Έτσι η κοπέλλες του χωριού πετιούνται από τα σπίτια
   Κ 'εις κάμπους κ 'εις βουνά σκορπούν, κι' όπ 'είνε αμπέλια
                                                     [τρέχουν,
   Με τα καλάθια τα πλεχτά και με τα βατοκόπια
   Και με τραγούδια, με χαρές, όταν αρχίζη ο τρύγος.

   Αναταράζονται η ερμιές, αχολογούν τ' αμπέλια,
   Λες κι' από κάθε πέτρα ορθή, λες κι' από κάθε βάτον
   Οπού στο χόρτο σέρνεται, κόρης κορμί φυτρώνει.
   Πράσινη απλώνεται η φυτειά κ' η ράγες μεστωμένες,
   Μαύρες και κίτρινες, ξανθιές, μαυρολογούν, γυαλίζουν
   Στην πρώτη αχτίδα του ζεστού του ήλιου οπ' ανατέλλει,
   Σαν μαύρα μάτια, σαν χοντρά κλωνιά μαργαριτάρια.
   Η βέργες η καμαρωτές λαμποκοπούν κ' εκείνες,
   Κ' η περογλιές ξαπλώνονται 'ς τα δίπλατα κρεββάτια
   Και στην πυκνή τους χλωρασιά και 'ς τον βαθύ τους ίσκιο
   Την ιδρωμένην αργατιά δροσίζουν, ανασαίνουν,
   Την αργατιά που ολημερίς όλο τρυγάει κι' απλώνει.
   Την αργατιά που λαχταρά πότε να πέση ο ήλιος.
   Πότε να ισκιώσουν τα ριζά να δροσερέψη ο κάμπος.

   Νάτος ο ήλιος που έπεσε και πάει να βασιλέψη,
   Νάτα που ισκιώσαν τα ριζά και δροσερεύει ο κάμπος.

   Ο ήλιος 'χάθη ολότελα και τα βουνά σουρπώσαν,
   Θόλωσαν τ' ανοιχτά νερά κι' απάνου βγήκαν τ' άστρα.
   Διπλά ανασαίν' η αργατιά κι' απαρατάει το έργο,
   Κ' εκεί που κληματόβεργες κι' από παλιούρια φράχτες
   Καλύβι ολόρθο πλέκουνε, δείπνον απλό κυκλώνουν,
   Και τον απλό το δείπνο τους φωτάει θαμπό λυχνάρι.
   Ύστερα εις κάθε μια φυτειά, κάθε όχτο, κάθε αμπέλι
   Τρανές ανάβονται φωτιές μέσ' στ' απλωτό σκοτάδι.
   Ολόυρα ολόυρ' απ' τες φωτιές σταίνουν χορό η κοπέλλες·
   Στρώνονται χάμου οι γέροντες κι οι νιοί, κι' απ' όλους ένας
   Τους συνοδεύει το χορό μ' ένα απαλό τραγούδι
   Και μ' ένα λάλημα γλυκό γλυκό του ταμπουρά του.
   Ως που τ' αστέρια τ' ουρανού το μεσονύχτι δείχνουν,
   Και τότες οι χοροί χαλνούν, σκορπάν οι δουλευτάδες.
   Στρώνουν για στρώματα κλαδιά κι' αποσταμένοι γέρνουν.
   Κ' εκεί που σβύνονται η φωτιές έρμες ανάρια ανάρια,
   Το νυχτοπούλι τ' άγρυπνο γλυκά τους νανουρίζει,
   Ως που να σκάση ο αυγερινός, που θα ξυπνήσουν πάλι,
   Πάλι στο έργο τους να μπουν, στον ζηλεμμένον τρύγο.

ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ ΑΡΓΑΛΕΙΟΥ

   Η Ζερβοπούλα η ώμορφη κι' αρχοντοθυγατέρα
   'Στόν αργαλειό της ύφαινε κι' ανάρια ετραγουδούσε:
   —Διασίδι, καλοδιάσιδο, γνεμμένο 'ς το νυχτέρι,
   Διασίδι, μ' όντας σ' έγνεθα τον συχνωνειρευόμουν,
   Διασίδι, όντας σ' εδιάζομουν ήρθεν από τα ξένα,
   Διασίδι, όντας σ' ετύλιγα 'ς την εκκλησιά τον είδα,
   Διασίδι, όντας σ' εκόλναγα μώστειλεν αρραβώνα.
   Παίξε, αργαλειέ μου, βρόντησε, … πέτα χρυσή σαΐτα,
   'Τρίξτε καϋμένα χτένια μου, βαστάτε τον ηχό μου,
   Να βγουν τα υφάδια γλήγορα, να ράψω τα προικιά μου,
   Γιατ' ο καλός μου βιάζεται, βιάζεται να με πάρη.

ΤΟ ΜΑΡΜΑΡΩΜΕΝΟ ΒΑΣΙΛΟΠΟΥΛΟ

   Ένα παλάτι αδιάβατο κλειστό και ρημαγμένο
   Πανώρηο βασιλόπουλο βαστάει μαρμαρωμένο.

   Δέρν' η θολούρα, η χειμωνιά το έρμο το παλάτι,
   Κι' ουδέ μιλάει το μάρμαρο, ουδέ κι' ανοίγει μάτι.

   Λάμπει ο ήλιος, κελαϊδούν της άνοιξης τ' αηδόνια,
   Κ' εκείνο μένει ασάλευτο, βουβό από τόσα χρόνια.

   Κάποια νεράιδα της ερμιάς και μάγισσα ωργισμένη
   Το καταράστηκε βαριά και μάρμαρο έχει γένει.

   Και το παλάτι ερήμαξε, το σκέπασαν τα δάση
   Κι' ως τόρα πόδι ανθρωπινό δεν έχει εκεί περάσει.

   Μονάχα ο Χρόνος, που περνάει ολημερίς μπροστά του,
   Έγραψε μέσ' στο μάρμαρο μαζί με τ' όνομά του:

  »Χαρά στην νια την ώμορφη που η Μοίρα θα της δείξη
   Το σιδηρόχορτο να βρη, την πόρτ' αυτή ν' ανοίξη.

   Ν' αγκαλιαστή το μάρμαρο, σιμά του ν' αγρυπνήση
   Σαράντα δυο μερόνυχτα, γλυκά να το ξυπνήση!»

   Είνε παλάτι ερημικό κι' απόκλειστο η καρδιά μου,
   Μαρμαρωμένον βασιλιά βαστάει τον Έρωτά μου.

   Χαρά στην νια την ώμορφη, που την καρδιά θ' ανοίξη
   Και με το κρύο το μάρμαρο τα χείλη της θα σμίξη!

Ο ΓΕΡΟΣ ΚΑΡΒΑΝΑΡΟΣ

   Ένα πουλάκι λάλησε 'ς της ποταμιάς τα δέντρα,
   Ένα πουλάκι οπού λαλεί τον Μάη με την αυγούλα
   Κι' οπού ξυπνάει τους πιστικούς, ξυπνάει τους καρβανάρους,
   'Τούς καρβανάρους στ' άλογα, τους πιστικούς στα γίδια.

   Εξύπνησ' έναν γέροντα, γέροντα καρβανάρον,
   Που κόνευε στην ποταμιά παράμερα του δρόμου.
   Ξεπεδουκλώνει τ' άλογα και πάει να τα ποτίση.
   Ερρόδιζεν η ανατολή κι' ο αυγερινός τραβιώταν,
   Πάηνε στα οργώματα ο ζευγάς κι' η κοπελλιά στο πλύμα
   Και το πουλάκι ολόγλυκον κελαϊδισμό κρατούσε.

   Άκουγε ο γέρος το πουλί, τήραε τα κορφοβούνια,
   Ολογυρνούσε τα δεντρά, κ' έλεγε με τον νου του:

    — Καλότυχα, μωρέ δεντρά, που ζάτε χίλια χρόνια,
   Που ανθίζετε κάθ' άνοιξη και κάθε καλοκαίρι.
   Γεράματα δεν έχετε και χάρο δεν φοβάστε·
      Σα μεσημέρια απλώνετε τον ίσκιο τον διαβάτη,
   'Σ τον ζευγολάτη, 'ς τον βοσκό, 'ςτού κοπαδιού τον πλήθο.
   Την νύχτα ολόρθα κι' άγρυπνα, πίνετε και ροφάτε
   Δροσιάν βουνίσια αχόρταγα, και το ταχύ, όταν φέγγει.
   Εσείς παλάτια γίνεστε 'ς τον κότσυφα 'ς τ' αηδόνι.
   Εσάς σας τρέφουν κρύα νερά, τα χιόνια σας πλαταίνουν.
   Μωρέ βουνά, ψηλά βουνά, ψηλά και δασωμένα,
   Τώρα που ο Μάης σας γιόμωσε μ' ανθούς, με χλόη, με νιάτα,
   Γιατί δεν ξανανιώνετε κ' εσείς τον γέρο εμένα,
   Σάμπως καινούρια γένονται και σάμπως ξανανιώνουν
   Τούτα τα χαμηλά κλαριά και τα παλιά τα δέντρα,
   Να γίνω πάλι ως ήμουν νιος, να γίνω παλλικάρι;

Η ΠΟΘΟΠΛΑΝΤΑΓΜΕΝΗ

   Κάτω 'ς τον Μαραθόκαμπο, που ολονυχτής θερίζουν,
   Κάποιος λεβέντης θεριστής ψηλό τραγούδι λέγει
   Κι' ως το ξημέρωμα ξυπνόν βαστάει όλον τον κάμπο·
   Βαστάει κ' εμένα ξύπνηγη την ποθοπλανταγμένην
   Δέκα βραδιές ολόβολες 'ς τα παραθύρια απάνου,
   Κι' απ' τον ήχο του τραγουδιού κι' απ' την γλυκειά φωνή του
   Τα νυσταγμένα μάτια μου τον ύπνο δεν τον θέλουν.
   Τον νιον αυτόν τον θεριστή, που τραγουδάει την νύχτα,
   Να κάτεχα, να γνώριζα! Ήλιε, γλυκέ πατέρα,

   Ήλιε, οπού μου χάρισες τόση εμμορφιά 'ς τον κόσμο,
   Μη τα χαλάς τα νιάτα μου και μη τα φαρμακώνης.
   Με τες χρυσές αχτίδες σου δείξε μου μιαν ημέρα
   Τον νιον αυτόν τον θεριστή, που τραγουδάει την νύχτα,
   Να τον γνωρίσω, να τον 'δώ' διάνεμμα να του κάμω
   Την νύχτα να μη τραγουδάη, 'ς τον κάμπο να μη βγαίνη,
   Νάρχεται με του φεγγαριού τ' απόσκια 'ς την αυλή μου
   Να τον χορταίνω φίλημα, να τον χορταίνω αγκάλια

ΤΟ ΓΕΦΥΡΙ ΤΟΥ ΜΑΝΩΛΗ

           Αφιερώνεται
       'ς τον αγαπημένον μου κ. Κ. Καζαντζήν.

   Του Αγγελοκάστρου ο Βασιλιάς διαλάλησε μια 'μέρα:
   Ποιος ημπορεί την λίμνη μου να σπείρη πέρα ως πέρα,
   Και ποιος 'ς τα σύγνεφα ψηλά κοπάδια να βοσκήση;
   'Σ το ρέμμα του Ασπροπόταμου ποιος ημπορεί να στήση
   'Σ το χρόνο απάνω πέτρινο γεφύρι; Ας έρθη ομπρός μου
   Διαμάντια, ασήμι, μάλαμα, κι' όλο το βιο του κόσμου
   Να του χαρίσω αμέτρητο.

           Δεν άνοιξ' ένα στόμα,
   Κι' ουδ' ένας δεν ωμίλησε. Ώρες περνούν ακόμα,
   Κι' από τα πλήθη ωμορφονιός σαν σταυραητός πετιέται
   Κι' έρχεται ομπρός 'ς τον Βασιλιά και τέτοια απολογιέται:

    — Την λίμνη σου αν δεν ημπορώ να σπείρω, να θερίσω,
   Ούτε 'ς τα σύγνεφα ψηλά κοπάδια να βοσκήσω,
   Όμως γεφύρι πέτρινο μπορώ να θεμελιώσω
   'Στό ρέμμα του Ασπροπόταμου 'ςτόν χρόνο απάνω. Ως τόσο
   Διαμάντια, ασήμι μάλαμα κι' όλο το βιο του κόσμου
   Δε σου γυρεύω χάρισμα. Γυναίκα αν θέλης δος μου
   Την κόρη σου.

       Είχε ο Βασιλιάς του γάμον του βλαστάρι
   Μιαν θυγατέρα μοναχή, της χώρας του καμάρι,
   Κι' από καιρόν ο ωμορφονιός την κόρη του αγαπούσε,
   Κρυφά τον ωνειρεύονταν κι' αυτή και τον ποθούσε.
   Όμως δεν ήτον βολετό του θρόνου αυτή βλαστάρι
   Άντρα τον πρωτομάστορα των γεφυριών να πάρη.

Δίνει το λόγο ο Βασιλιάς.

— Λεβέντη, τόνομά σου;

— Με λεν Μανόλη, Βασιλιά,

            — Όμως καλά στοχάσου·
   Ο χρόνος αν παραδιαβή και δεν το θεμελιώσης,
   Με τώμορφο κεφάλι σου το τάμμα θα πλερώσης.

   Αρχίζει σύνταχα η δουλειά. Σαν γίγαντοι πιθώνουν
   Πέτρα σε πέτρα οι μάστοροι, και χτίζουν κι' ασβεστώνουν.
   Όμως πάρα πολύ ψηλοί οι βράχοι εκεί υψωνόταν,
   Το ρέμμα του Ασπροπόταμου ήτον πολύ βαθύ,
   Κ' ούτε θεμέλιο μπόρειε εκεί ποτέ να στεριωθή,
   Ό,τ' έχτιζαν ολημερής την νύχτα εκρεμνιζόταν,
   Θλίβετ' ο νιος.

       Η αγάπη του κρυφά τον συντυχαίνει.
    — Χωρίς ελπίδα, αφώτιστοι, θολοί, σκοτεινιασμένοι
   Πέρασαν χρόνοι ολόβολοι, και τώρα που σιμόνει
   Να φέξη η αυγή μας η γλυκειά, κι' η πίκρες μας, οι πόνοι
   Να σβύσουν σαν τη καταχνιά, βογγάς, καλέ μου, ακόμα;
    — Καϋμένη, δεν με κλαις και συ! του γάμου μας το στρώμα
   Τάχα σαν πού ονειρεύεσαι;… Είν' τα βουνά ψηλά,
   Το ρέμμα του Άσπρου είνε βαθύ, κι' ολόγοργο κυλά
   Κι' ούτε θεμέλιο στέριωσαν ως σήμερα οι μαστόροι.
   Ό,τι την μέρα χτίζεται χαλά την νύχτα, κόρη.
   Κι' αν μέσ' 'ς το χρόνο δεν στηθή ακέρηο το γεφύρι,
   Πάρε μου το κεφάλι εσύ, και σύρ' το εσύ του κύρη
   Να πλερωθή το τάμμα του.

           Κ' έκλαιε το παλληκάρι
   Έκλαιε σιμά κ' η αγάπη του.

           Μιαν νύχτα με φεγγάρι,
   Τ' αστέρι του μεσονυχτιού το λαμπερό όταν σκάζη,
   Το πατρικό το κάστρο της η κόρη το απαριάζει
   Και πάει 'ς τον Ασπροπόταμο. Κάθεται μέσ' 'ς την άκρη,
   Και τ' αφρισμένα του νερά τα ραίνει με το δάκρυ.
   Νεράιδες απ' τα κύματα πηδούν χεροπιασμένες
   Και σταίνουν τους πλεκτούς χορούς. Η οχθιές καμαρωμένες
   Εντιλαλούνε τους αχούς.

           'Σ τ' Άγραφα ασπρογαλιάζει
   Η χαραυγούλα. Ο Αυγερινός, λαμπρός λαμπρός, σταλάζει
   'Σ το μέτωπό της τώμορφο αχτίδες διαμαντένιες.
   Τ' άλλα τ' στέρια αχνίζουνε. Γελούνε σμαραγδένιες
   Γύρω η κορφές. Η ξωτικές λυούν τους πλεκτούς χορούς των
   Και χάνονται 'ς τα ρέμματα, κι' οπίσω τους αχούς των
   Ακόμ' αντιλαλούν η οχθιές. Απ' όλες μια μονάχη
   Είδε την κόρη οπώκλαιγε και την ρωτάει τι νάχη.
   Τον μυστικό τον πόνο της η κόρη φανερώνει.
    — Βασιλοπούλα, άδικα κλαις· γεφύρι δεν στεριώνει.
   Ούτε θεμέλιο σταίνεται 'ς τον Άσπρο, μα τα μάτια μας,
   Κόρη αν δεν έρθη απάρθενη σκλάβα μέσ' 'ς τα παλάτια μας.

   Είπε κ' εχάθηκε κι αυτή 'ς του ποταμού το κύμα,
   Το κύμα οπώγειν' ύστερα Βασιλοπούλας μνήμα.

   Έδοσε ο ήλιος. Πελεκούν οι μάστοροι και χτίζουν,
   Στεριώνουν τα θεμέλια τους κι' απ' τότε δε βουλίζουν
   Στο ρέμμα, ουδέ ξεσέρνονται· κι' απ' τότε κάθε βράδυ,
   'Σάν πέρναε το μεσάνυχτα κ' έσφιγγε το σκοτάδι,
   Άκουε ο πρωτομάστορας τραγούδι γνώριμό του
   Να βγαίνη απ' τα βαθιά νερά, άκουε κι' απ' τον καϋμό του
   Ξυπνός στην ακροποταμιά ολονυχτής γυρνούσε.
   Το μυστικό του τραγουδιού να μάθη δε μπορούσε,
    — Και το γεφύρι στένεται κι' αυτός το καμαρώνει
    — Ως π' άκουσε η Ξωθιές να λεν: «Γεφύρι δεν στεριώνει.
   Ούτε θεμέλιο σταίνεται 'ς τον Άσπρο, μα τα μάτια μας.
   Κόρη αν δεν έρθη απάρθενη σκλάβα μέσ' 'ς τα παλάτια μας,
   Κι' ως που μαθεύτηκε ο χαμός της κόρης πέρα ως πέρα.

   Μήνες περνούνε. Η ύστερη του χρόνου φτάνει μέρα,
   Κι' όσο να πάρη ο ίσκιος της κι' ο ήλιος της να γείρη,
   Θεμελιωμένο επρόβαλε κι' ακέριο το γεφύρι.

   'Σ τον πικραμένον Βασιλιά, που μέρα νύχτα κλαίει
   Της μοναχής του τον χαμό, έρχεται ο νιος και λέει:
    — Τώστησα το γεφύρι μου, ψυλό και στοιχειωμένο,
   Και τώμορφο κεφάλι μου δε θα το ιδής κομμένο.
   Διαμάντια, ασήμι μάλαμα και βιο δε σου ζητούσα,
   Τάμμα την κόρη σου ήθελα οπού την αγαπούσα.
   Και τώρα που το στέριωσα, θα πάω να την ευρώ.

Και πάει και ρίχνεται κι' αυτός μέσ' 'ς τ' Άσπρου το νερό.

ΤΟ ΚΕΝΤΗΜΑ ΤΟΥ ΜΑΝΤΗΛΙΟΥ

   'Στήν άκρη του γιαλιού ξανθή καθέται κόρη
   Κι' ωρηόπλουμο λευκό χρυσοκεντάει μαντήλι,
   Μαντήλι του γαμπρού του γάμου της κανίσκι,
   Την θάλασσα κεντάει με τα νησιά της όλα.
   Κεντάει του ουρανό με τα λαμπρά του αστέρια,
   Την γη με τα πολλά και με τα ωραία λουλούδια,
   Κεντάει κ' ένα βουνό ψηλό ψηλό και μέγα·
   Το χάραμμα γλυκά προβάλλει 'ς την κορφή του,
   Και βάφεται η κορφή και τουρανού η λουρίδα
   Ροδόλευκη. Νερά καθάρια κι' ασημένια
   Τα διάπλατα πλευρά ξετρέχουν κι' αυλακώνουν
   Χιλιόχρονα, παλιά, βαθιά, ισκιωμένα ορμάνια
   Κεντάει 'ς τες λαγκαδιές με πράσινο μετάξι.
   'Σ τους όχτους, 'ς τα ριζά, κοπάδια ασπρολογάνε
   Και φαίνονται βοσκοί, και 'ς τώμορφο κεντίδι
   Φλογέρες λες κι' ακούς, λες και γροικάς τραγούδια,
   Βελάσματα βραχνά και ηχούς από τρουκάνια.

   'Σ τα πόδια του βουνού κεντάει γαλάζια λίμνη
   Με καλαμιές χρυσές. Ένας ψαράς 'ς την άκρη
   Πεζόβολον κρατεί και δόλωμα ετοιμάζει.
   Κάμπον πλατύν πλατύν με σμαραγδένιο νήμα
   Ολόγυρα κεντάει. 'Σ τη μέση από τον κάμπο
   Ποτάμι σιγαλό και φιδωτό ξομπλιάζει
   Με δάφνες, με μυρτιές και με δασιά πλατάνια,
   Με αηδόνια, με φωλιές· και 'ς το πανώρηο ξόπλι
   Τον φλοίσβο του νερού θαρρείς κι' ακούς, της δάφνης
   Τον μύρο, της μυρτιάς, θαρρείς ότι ανασαίνεις,
   Πως τον κελαϊδισμό των αηδονιών ξανοίγεις,
   Πως νοιώθεις το απαλό της φυλλουριάς μουρμούρι.
   'Σ την ακροποταμιάν αλάφι ζωγραφίζει
   Που σκύφτει τα νερά να πιη τα κρυσταλλένια
   Και ξάφνου σαϊτιά 'ς την πλάτη το λαβώνει·
   Στρέφεται αυτό, κυττάει με πόνο την πληγή του.
   Πάσχει ν' απαλλαχτή, δεν δύνεται το μαύρο,
   Κι από τον ουρανόν, από τα δένδρα γύρα
   Βοήθεια λες ζητάει.

           Ολόυρα από τον κάμπο
   Πλήθος μικρά χωριά κεντάει, χωράφια αλλούθε
   Με ολόχρυσα σπαρτά, με θημωνιές, με αλώνια.
   Πράσινα αμπέλια αλλού με κίτρινα σταφύλια,
   Κίτρινα σαν φλουριά, κ' έμμορφα κοπελλούδια
   Που 'μπαίνουν με πλεχτά καλάθια και τρυγάνε.

   Γάμον αρχοντικό 'ς ένα χωριό πλουμίζει
   Με νύφην, με γαμπρό, με φλάμπουρα, με ψίκι.
   Δράκους αλλού κεντάει και λάμιες και νεράιδες,
   Κεντάει κ' έναν γιαλό με ζαφειρένια πλάτια·
   'Σ την άκρη του γιαλού την ίδια τη θωριά της
   Ολόφαντη ιστορεί από εμμορφιάν και νειότη
   Και πλούτον και αρχοντιά, και 'ς τα λευκά της χέρια
   Τ' αργόχειρο κρατεί, τ' ωριόπλουμο μαντήλι,
   Μαντήλι του γαμπρού, του γάμου της κανίσκι,
   Ανάρηα το κεντάει κι όλο του λέει τραγούδια:

   Μαντήλι πλουμερό και χρυσοκεντημένο.
   Ποιος νάνε τάχα ο νιος οπού θα σ' αποχτήση;
   Ποιος νάνε τάχα ο νιος που μ' ένα δαχτυλίδι,
   Μαντήλι μου ακριβό, κανίσκι θα σε πάρη;
   Ποιος νάνε τάχα ο νιος, που μ' ένα φίλημά του
   Γλυκό και φλογερό απ' το λευκό μου χέρι
   'Σ την κλίνη την αγνή θα μ' οδηγήση νύφην;
   Ποιος νάνε τάχα αυτός; Πέτε μου, εσείς δεντράκια
   Κ' εσείς καλά πουλιά. Μουρμούρισέ μου αγάλια
   Εσύ, ωραίε γιαλέ και γαλανέ ουρανέ μου!
   Εσύ, φτερουγιαστέ καθάριε λογισμέ μου,
   Γιατί δε μου τον λες, γιατί δεν μου τον δείχνεις,
   Γιατί μια ωραία βραδιά κρυφά δε μου τον φέρνεις
   Σαν όνειρο χρυσό γλυκά 'ς την αγκαλιά μου;

ΣΤΟ ΣΤΑΥΡΑΗΤΟ

   Από μικρό κι' απ' άφαντο πουλάκι, σταυραητέ μου,
   Παίρνεις κορμί με τον καιρό και δύναμη κι' αγέρα
   Κι' απλώνεις πήχες τα φτερά και πιθαμές τα νύχια
   Και μέσ' 'ς τα σύγνεφα πετάς, μέσ' 'ς τα βουνά ανεμίζεις·
   Φωλιάζεις μέσ' 'ς τα κράκουρα, συχνομιλάς με τάστρα,
   Με την βροντή ερωτεύεσαι, κι' απιδρομάς και παίζεις
   Με τάγρια αστραποπέλεκα και βασιλιάν σε κράζουν
   Του κάμπου τα πετούμενα και του βουνού οι πετρίτες.

   Έτσι εγεννήθηκε μικρός κι' ο πόθος μου 'ς τα στήθη,
   Κι' απ' άφαντο, κι' απ' άπλερο πουλάκι, σταυραητέ μου,
   Μεγάλωσε, πήρε φτερά, πήρε κορμί και νύχια
   Και μου ματώνει την καρδιά, τα σωθικά μου σκίζει·
   Κ' έγεινε τώρα ο πόθος μου αητός, στοιχειό και δράκος
   Κι' εφώλιασε βαθιά-βαθιά μέσ' 'ς τ' άσαρκο κορμί μου
   Και τρώει κρυφά τα σπλάχνα μου, κουφοβοσκάει την νιότη.
   Μπεζέρισα να περπατώ 'ς του κάμπου τα λιοβόρια.
   Θέλω τ' αψήλου ν' αναβώ' ν' αράξω θέλω, αητέ μου,
   Μέσ' 'ς την παλιά μου κατοικιά, 'ς την πρώτη τη φωλιά μου
   Θέλω ν' αράξω 'ς τα βουνά, θέλω να ζάω μ' εσένα.
   Θέλω τ' ανήμερο καπρί, τ' αρκούδι, το πλατόνι,
   Καθημερνή μου κι' ακριβή να τάχω συντροφιά μου.
   Κάθε βραδούλα, κάθε αυγή, θέλω το κρύο τ' αγέρι
   Νάρχεται από την λαγκαδιά, σαν μάνα σαν αδέρφι
   Να μου χαϊδεύη τα μαλλιά και τ' ανοιχτά μου στήθη.

   Θέλω η βρυσούλα, η ρεμματιά, παλιές γλυκιές μου αγάπες,
   Να μου προσφέρνουν γιατρικό τ' αθάνατα νερά τους,
   Θέλω του λόγγου τα πουλιά με τον κελαϊδισμό τους
   Να με κοιμίζουν το βραδύ, να με ζυπνούν το τάχυ,
   Και θέλω νάχω στρώμα μου νάχω και σκέπασμά μου
   Το καλοκαίρι τα κλαδιά και τον χειμώ τα χιόνια.
   Κλωνάρια απ' αγριοπρίναρα, φουρκάλες από ελάτια
   Θέλω να στρώνω στοιβανιές κι' απάνου να πλαγιάζω,
   Ν' ακούω τον ήχο της βροχής και να γλυκοκοιμιέμαι.

   Από ημερόδενδρον, αητέ, θέλω να τρώω βαλάνια,
   Θέλω να τρώω τυρί αλαφιού και γάλα απ' άγριο γίδι.
   Θέλω ν' ακούω τριγύρω μου πεύκα κι' οξιές να σκούζουν
   Θέλω να περπατώ 'γκρεμούς, ραϊδιά, ψηλά στεφάνια,
   Θέλω κρεμάμενα νερά δεξιά ζερβιά να βλέπω.
   Θέλω ν' ακούω τα νύχια σου να τα τροχάς 'ςτά βράχια,
   Ν' ακούω την άγρια σου κραυγή, τον ίσκιο σου να βλέπω.
   Θέλω, μα δεν έχω φτερά, δεν έχω κλαπατάρια,
   Και τυραννιέμαι, και πονώ, και σβύεμαι νύχτα μέρα.
   Παρακαλώ σε, σταυραητέ, για χαμηλώσου ολίγο,
   Και δος μου τες φτερούγες σου και πάρε με μαζύ σου,
   Πάρε με απάνου στα βουνά, τι θα με φάη ο κάμπος!

ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΤΗΣ ΣΤΑΝΗΣ

Η ΠΕΡΔΙΚΟΜΑΤΑ

   Πού πας περδικομάτα μου, κατά 'ςτό μεσημέρι,
   Που σε λερώνει ο κορνιαχτός και σε μαυρίζει ο ήλιος;
   'Στά φουντωτά τα δένδρα μου να ξαποστάσης έλα,
   Να πιής οχ' τη βρυσούλα μου, να πάρης λίγη ανάσα,
   Να ξαπλωθής 'ς τους ίσκιους μου όσο να πέσ' η κάψα
   Κι' όσο να πάρη το δροσιό, κ' ύστερ' αν θέλης φεύγεις.
   Κι' αν θέλης πάλι κάθεσαι και μου βοηθάς 'ς το θέρο
   Όσο να ισκιώσουν τα ριζά και να μας πιάκ' η νύχτα,
   Να πάμε 'ς την καλύβα μου να κοιμηθούμε αντάμα.

    — Εγώ είμαι κόρη του βουνού και τσέλιγγα κοπέλλα,
   Τον κάμπο εγώ δεν τον φτουρώ και χλιό νερό δεν πίνω,
   Δεν εχεράκωσα ποτέ δρεπάνι εγώ για θέρο,
   Δε ζάρω από χερόλαβα, να πήγω γάλα ζάρω,
   Ζάρω ν' αρμέω τα πρόβατα, να σαλαγάω τα γίδια.
   Βρωμοκαμπίτης δε θα ιδή το αμόλευτο κορμί μου,
   'Στά κορφοβούνια θ' ανεβώ, που δε ζαρίζει ο ήλιος,
   Πώχει τη στρούγγα ο τάτας μου, που ν' η πολλές η στάνες,
   Που 'νε τα κέδρα ταψηλά και τα νερά από χιόνια,
   Που βγαίνει η πετροπέρδικα και κηλαϊδεί το τάχυ,
   Το γιόμα ο πετροκότσυφας, τ' απόβραδο η τρυγόνα.

   Κι αν με λερώση ο κορνιαχτός κι' αν με μαυρίση ο ήλιος,
   Απάνου εκεί θα να νιφτώ 'ς το κρύο νερό της βρύσης,
   'Στά γρέκια 'ς τα προσκάμνια μου θα γείρω ν' ανασάνω,
   Θα να βοηθήσω 'ς τ' άρμεγμα του γέρου μου πατέρα,
   Και σαν νυχτώσουν τα βουνά και πάη αυτός 'ς το σκάρο,
   Τ' αδράχτι, η δρούγα κι' ο αργαλειός μ' ακαρτερούν εμένα.

Ο ΚΟΥΡΟΣ

   Στειροχωρίζουν 'ς τον Κλαδά, τυροκομούν 'ς του Ζέρβα,
   'Στού Ακρίβου αλλάζουν τα μαντριά, 'ς του Μπάρδα κούρον
                                                    [έχουν
   Είκοσι πέντε είν' η κοπές, διακόσοι οι κουρευτάδες,
   Κι' άλλ' εκατό που κουβαλούν κι' άλλ' εκατό που στρίβουν
   Που στρίβουν τα κωλόκουρα, που δένουν τα ποκάρια.

Δώδεκα μέρες κούρευαν, δώδεκα μέρες δέναν.

   Ο γέρο Μπάρδας κάθεται σε στρουγγολίθι απάνου
   Με το πλατύ το πόσι τον, με το μακρύ ραβδί του,
   Με την χοντρή σου σάρικα πώχει πυκνόν το φλόκο,
   Με τους εφτά του τους υγιούς, με τους εννιά γαμπρούς του,
   Κι' όλο τηράει τα πρόβατα και λέει για το καθένα:

           — Τήρα σαργιά πώχ' η χελιά, τήρα ποκάρι η κούλια,
       Τήρα την στερφοκάλλεσα ρούντο μαλλί που βγάζει,
   Η μονοβύζα η καψαλή τήρα κολτσίδες πώχει.
   Πρόγγα, ωρέ Λιά, την κότσινα που ξυέται 'ς τα πολιούρια·
   Ιστ ιστ, διαβολοπρόβατο. Εά! δε μ' ακούει το έρμο,
   Μόχτα, ωρέ Λιά, και μάδεψε· φυλάξου απ' το βαρβάτο.

   Η νυφοθυγατέρες του κερνούν τους κουρευτάδες.
   Κερνούν παγούδα, ανθότυρο κερνούν αφρό γαλάτου.
   Κ' οι γιοι του αράδα τα μαντριά συχνογυρνούν και κρένουν.
    — Για γληγοράτε, ωρέ παιδιά, για στρώστε τα ψαλίδια,
   Τι πήγε ο ήλιος πέντε οργιές, θα να μας πάρη η νύχτα,
   Κ' είνε γιορτάσι η αυριανή, να μη μας βρη 'ς τον κούρο.

   Ολημερής κουρεύουνε, το γιόμα τρων και πίνουν
   Κ' εκεί 'ς το ηλιοβασίλεμμα σκολνούν κι' αποκουρεύουν,
   Τότ' ένας γέρος κορευτής προβάλλει ομπρός και κρένει:

   Για σκώτε απάνου, ωρέ παιδιά, για αφήστε τα ψαλίδια,
   Για μάστε τούφα αμάραντο, μάστε χεριές αρείκη
   Κι' αγιόκλημα και σφελαχτό, πιάστε τον πρώτο δάσο
   Και δέστε του 'ς τα κέρατα τ' ασημοκεντισμένα,
   Πάρτε και του γαλάτου αφρό ραντίστε τα ποκάρια,
   Βάξτε; χούι, χούι, χούι! τρεις βολές, ρίξτε και τρία αρμούτια
   Και ειπέτε και του τσέλιγγα παινετικό τραγούδι.

   Σκώνονται απάνου τα παιδιά κι' αφίνουν τα ψαλίδια,
   Μαζεύουν τούφα αμάραντο, κόβουν χεριές αρείκη
   Κι' αγιόκλημα και σφελαχτό, πιάνουν τον πρώτο δάσο
   Και δένουν του 'ς τα κέρατα τ' ασημοκεντισμένα

   Παίρνουν και του γαλάτου αφρό ραντίζουν τα ποκάρια,
   Σκούζουν: χούι, χούι, χούι! τρεις βολές, ρίχνουν και τρία
                                                   [αρμούτια
   Και λέγουν και του τσέλιγγα παινετικό τραγούδι:

    — Εσένα πρέπει, αφέντη μου, να ζήσης χίλια χρόνια,
   Να ζήσης σαν τον Έλυμπο, ν' ασπρίσης σαν τον Πίνδο,
   Να ιδής υγιούς, να ιδής γαμπρούς και νυφοθυγατέρες,
   Κι' αγγόνια και δισέγγονα να πιάκης να χαϊδέψης.
   Νάχης χιλιάδες πρόβατα, νάχης χιλιάδες γίδια,
   Με μύρια αργυροκούδουνα, να τα λαλούν να πρέπουν.
   Ν' αρμέγης κάθε πρόβατο κ' εννιά αρμεγούς να βγάζης,
   Ν' αρμέγης κάθε γίδι σου κι' άλλους εννιά να βγάζης.
   Εσένα πρέπει, αφέντη μου, το πρώτο το βαρβάτο
   Νάχη γερτάνι από φλουρί και κέρατα απ' ασήμι,
   Να τ' ακλουθάν τα πρόβατα, να τ' ακλουθάν τα γίδια,
   Να τα σουράς να χαίρεσαι και να τα καμαρώνης.
   Εσένα πρέπει, αφέντη μου, για να καβαλικεύης
   Τ' ασέλλινο, προσέλλινο, το κάλλιο το πουλάρι.
   Οπώχει αστρί 'ς τα στήθια του, φεγγάρι 'ς τα καπούλια,
   Και χίλιοι να σου το κρατούν να γέρνης να πεζεύης,
   Να σιέσαι, να λυγίζεσαι, να κάτσης 'ς το προσκάμνι.
   Κι' οχ' το προσκάμνι όντας σκωθής και μπης 'ςτόν αρμεγώνα
   Το πλιο τρανό μαντρόσκυλλο να σ' ακλουθάη σου πρέπει.
   Και πάλι ξαναπρέπει σου βαριάν αρμάτα νάχης,
   Νάχης πολλές τες φορεσιές και χρυσοκεντισμένες,
   Να ντυέσαι, να ξεντύνεσαι, ν' αλλάζης να ξαλλάζης,
   Να κουβαλάς εδώ κ' εκεί τ' αμέτρητο το βιο σου.
   Να διαφεντεύης 'ς τα βουνά, ν' ακούγεσαι 'ς τους κάμπους.
   Λεν τα παιδιά του τσέλιγγα παινετικό τραγούδι,
   Και παίρνουν πάλι αφρόγαλα και πίνουν και ραντίζουν
   Και ξανασκούζουν: χούι, χούι, χούι! ρίχνουν και τρία αρμούτια.

ΤΟ ΦΙΛΗΜΑ

Τον πιστικό τον Ζαχαριά ρωτούν οι σύντροφοί του.

    — Τ' έχουν τα χείλια σου, Ζαχιά, κ' είνε βαθιά βαμμένα;
   Μην έφαες χαμοκέρασα, μην έφαες βάτου μούρα,
   Μην τάβαψες με τη βαφή που βάφεις και τ' αρνιά σου:

    — Ουδ' από χαμοκέρασα, ουδ' από μούρα εβάψαν,
   Ουδ' από εκείνην τη βαφή που βάφω και τ' αρνιά μου.
   Ακούστε με, μωρέ παιδιά, να σας το μολογήσω.
   'Σ τους ίσκιους και 'ς τους έλατους κούρευα την κοπή μου
   Και τα μαλλιά ήταν κόκκινα και βάψαν τα ψαλίδια·
   Να την βοσκήσω 'ς τα χλωρά τα ριζοβούνια βγαίνω
   Και τα χορτάρια κόκκινα ταύρα κι' αυτά βαμμένα·
   Κατέβηκα 'ς τον ποταμό να την περιποτίσω
   Κ' εύρα και τα νερά θολά και κόκκινα βαμμένα·
   Παίρνω την ακροποταμιά και φτάνω 'ς ακροβούνι,
   Εκεί οπού βγαίνει το νερό κι' οπού 'νε ο καταγός του,
   Κ' είδα κοράσιο οπώσκυψτε κ' έπινε με τα χείλια,
   Κ' είχε τα χείλια κόκκινα σαν με βαφή βαμμένα
   Και 'ς όσες βρύσες έσκυφτε να πιη, 'ς όσα ποτάμια,
   Έβαφαν όλα τα νερά· έβαψαν τα χορτάρια,
   Έβαψαν και τα πρόβατα, έβαψαν τα ψαλίδια.
   Απαρατάω το ραβδί, κρεμάω τον αραγό μου,
   Την κόρη αρπάζω οχ' τα μαλλιά, και την φιλώ 'ς τα χείλια.
   Κ' έβαψαν και τα χείλια μου.

ΤΟ ΠΑΛΙΟΚΑΣΤΡΟ (ΤΗΣ ΠΡΕΒΕΖΑΣ)

   Βοσκαρούδικα κοπέλλια, έτσι η στάνες να πληθύνουν,
   Να προκόψουν, να χιλιάσουν τα καλά σας τα κοπάδια,
   Πέτε, αυτό το μονοπάτι πού να πάη, γιατ' είμαι ξένος.

— Στο Παλιόκαστρο, διαβάτη.

— 'Σ τα Χαλάσματα ψηλά.

— Τώρα σούρπωσε, νυχτώνει, πού θα περπατάς μονάχος;

— Μήνα οι βράχοι εκεί είν' μεγάλοι κι οι γκρεμοί ψηλοί μην είνε;

    — Δεν είνε' βράχοι, ουδέ γκρεμοί είνε, είν' του Κάστρου το
                                                     [Στοιχειό.

   Σκοταδιάζει, βγήκαν τάστρα. 'Σ το καλύβι λάμπ' η πύρα.
   Τα βοσκόπουλο καθίζουν ολοτρόυρ' απ' τον ξένο,
   Κι' αρχινάη να διηγάται το τρανό:

            — 'Σ τα παλιά χρόνια,
   Κάποιος Βασιλιάς του τόπου μια μονάχη κόρην είχε.
   Κόρη αγνή σαν τη δροσούλα κι' ώμορφη σαν την αυγή.

   Δυο λεβέντες αντρειωμένους λάβωσεν η ωμορφιά της.
   Ήλιος 'ς την ωρηότη ο ένας, άστρο της αυγής ο άλλος.
   Τους αγάπησε κ' η κόρη κ' έλυωνε σαν το κερί
   Μη γνωρίζοντας η μαύρη ποιον ν' αφήση ποιον να πάρη.
   Την τηρά αχαμνή ο πατέρας, γνοιάζεται το μυστικό της
   Και με τα ψαρέμματά του τώβγαλε 'ς τ' αχείλη της.
   Λέει στερνά:

        — Βουλιούμαι, κόρη, Κάστρον αψηλό να χτίσω
   Κι' αφ' τον ποταμό 'ς τη Χώρα το νερό χτιστό να φέρω.
   Άνθρωποι του Παλατιού μας σήμερα θα διαλαλήσουν
   'Σ το λαό τον ορισμό μου. Ας ερθούν τα παλληκάρια,
   Ένας το νερό ν' αρχίση το χτιστό, το Κάστρο ο άλλος.
   Κι' αύριο ως που να γείρη ο ήλιος, πρώτος όποιος τους σκολάση
   Ταίρι σου να γίνη εκείνος

           Άρχεψαν τα παλληκάρια.
   Κείνος πώχτιζε το Κάστρον, ως το μεσημέρι απάνου
   Έτοιμα, πελεκημένα αράδιασε τα μάρμαρά του.
   Μάρμαρα βαριοκομμένα, χάλαρα θεόρατα.
   Πήρε κ' έκλωσεν ο ήλιος. Χτίζεται το Κάστρο ολοένα.
   'Σ το βασίλλεμμά του ακέριο πρόβαλε ψηλό και μέγα
   Κ' έλαμπε σαν κρυσταλλένιο 'ς τες στερνές στερνές του
                                                [αχτίδες.
   Τρέχει ο νιος για το Παλάτι. Μέσ' 'ςτή μέση από το δρόμο
   Αχ! τα σύνεργα θυμάται. Το 'χε ειπή κι' ο Βασιλιάς
   Πως γυρίζοντας καθένας και τα σύνεργα να φέρη.
   Σταματάει, γυρίζει οπίσω, μια βουκέντρα θέλει ο ήλιος,
   Πάει αρπά τα σύνεργά του και γυρνά μονανεπνιάς

   'Σ το Παλάτι, αλαφιασμένος αφ' το δρόμο αφ' το τρεχιό.
   Μέσ' 'ς το πρώτο σκαλοπάτι φτάνει τ' άλλο παλληκάρι
   Έτοιμο ν' ανέβη απάνου. Με τ' απίδρομο, με ορμή
   Θέλει να το προσπεράση. Απλώνει αυτό να τ' αμποδίση.
   Πιάνονται, έρχονται 'ς τα χέρια, κι' αγριεμένα σαν λιοντάρια
   Με τα σύνεργα χτυπιούνται, πολεμάν να σκοτωθούν.

   Η ώμορφη βασιλοπούλα, που 'ς το παραθύρι απάνου
   Με καρδιόχτυπο ακαρτέρει να δεχθή το ταίρι της,
   Βλέποντας τον τσακωμό τους τρέχει να τα ξεχωρίση,
   Όμως 'ς αίματα πνιγμένα ταύρε η αγλύκαντη τα δυο.
   Αφ' τη λύπη, αφ' τον καϋμό της, κλείστηκε 'ς το Κάστρο
                                                     [της,
   Κι' όρκον ώμνεψε 'ςτόν κόσμο να μη βγη, να μη ιδωθή.
   Κάποτ' ύστερα μια μέρα βούλιαξε το έρμο Κάστρο
   Κι' ούτε η κόρη εξαναφάνη. Μοναχά το βράδυ βράδυ,
   Σίντα βασιλεύει ο ήλιος, σίντα ανάβονται τ' αστέρια,
   Απ' του Κάστρου τα βουλίδια κι' από τα χαλάσματα
   Λεν πως βγαίνει ασπροντυμένη, σαν Στοιχειό, σαν Φάντασμα.