Ο ΣΚΑΡΟΣ
Τι νάνε η λαμπερή φωτιά μέσ' 'ς το βουνό το πέρα
Πού πότε πότε ανάβεται και πότε πότε σβυέται;
— Αυτήν την ώρα οι πιστικοί τα πρόβατα σκαρίζουν.
Βόσκουν αυτά με την δροσιά και με το κρύο της νύχτας
Σε γούπατον, σε λαγκαδιά και 'ς όχτους απλωμένα.
Γλυκός γλυκός αντίλαλος χύνεται απ' τα κουδούνια,
Κάποτε ο νυχτοκόρακας, κάποτε αγρίμι σκούζει,
Κάποτε σκύλου βάβυσμα βαθιά βαθιά γροικιέται
Μέσ' 'ς τη μαυρίλα την πυκνή. Κι' από τες στάνες γύρα
Οι πιστικοί συνάζονται, κόβουν κλαριά από κέδρους,
Σταίνουν τετράψηλην φωτιά, στρώνονται αράδα αράδα,
Και μέσ' 'ςτήν πύρα της φωτιάς, 'ςτή μυρουδιά του κέδρου,
Καθένας λέει τα λόγια του. Κι' άλλος για αγάπες λέγει,
Και μολογάει πως αγαπάει από καιρόν μια κόρην
Οπού του κάνει το βαρύ, κι' αυτός απ' τον καϋμό του
Να την μιλήση δεν τρομά, να την τηράη λυγώνει.
Άλλος μιλάει για το φιλί και λέει πόσο γλυκό είνε,
Και μολογάει πώς τ' άρπαξε το πρώτο από μια χήρα
Πώσκυψε για να πιη νερό μέσ' 'ς της Ωρηάς τη Βρύση
Και τώρα την καλόμαθε και με καλό το παίρνει.
Άλλος για κούρσες μολογάει, για κλέφτες, για πρωτάτα,
Γι' αρματωσιές, για σκοτωμούς, και κάπου κάπου απλώνει
Κι' αναγυρίζει τη φωτιά και παίρνει ένα τραγούδι.
Τραγούδι του παλιού καιρού, του Πάλλα το τραγούδι
Άλλος για το κυνήγι λέει 'ς της νύχτας το καρτέρι,
Σίντα ξεβγαίνει το καπρί, τ' αρκούδι, το πλατόνι.
Άλλος πιξάρι πελεκάει και ζωγραφίζει αγκλίτσαν,
Άλλος γαλαροκούδουνα περνάει 'ς τα κόθρα μέσα.
Άλλος αδράχτι σφοντυλάει και κλώθει τ' αρνοπόκι,
Άλλος καυκόπουλο κεντάει, άλλος καρδάραν δένει,
Άλλος για τράστον για αραγό μαδάει προβιάν καινούργια
Άλλος ξανοίγει τη φωτιά, τραβάει ολίγα θράκια
Και ψένει από ημερόδεντρο βαλάνια και μοιράζει.
Άλλος θυμάται τους χορούς, άλλος αγάλια αγάλια
Με την βραχνή τζαμάρα του το «λάγιο αρνί» μαθαίνει,
Άλλος τον ώμορφο βοσκό και την βασιλοπούλα
Θυμάται του παραμυθιού που τούλεγε η βαβά του
Κι' αρχίζει και το μολογάει και οι γύρα τον ακούνε.
Κι' ένας, απ' όλους πλιο τρανός και απ' όλους λογισμένος,
Που γέρνει απάνου 'ςτο ραβδί, στερνός απ' όλους λέγει
Για την τσοπάνικη ζωή, κι' όλο τους ορμηνεύει
Για τη βοσκή, για τ' άρμεγμα, για της ερμιάς τ' αγρίμι,
Για το μαντρί, για σάλογον, για στάλισμα, για σκάρον.
Για γέννον και για βύζαμα και για τον έρμον κούρο.
ΣΚΑΝΙΟ
Για ιδές μαλλιά κατεβατά, ξανθιά σαν το μετάξι,
Που κρέμονται 'ς τους πλάτες της και πέφτουν ως το χώμα
Σαν καταρράχτης, σαν νερό χρυσό μαλαματένιο.
Για ιδές καθάριο μέτωπο και λαμπερό, σαν ήλιος
Του Μάρτη, του Μαγιάπριλου, που κρούει 'ςτο κορφοβούνι.
Για ιδές μεγάλα, γαλανά και λυγωμένα μάτια,
Μάτια γλυκά, μάτια κρυφά, μάτια γιομάτα λάμψη,
Λες κ' είνε τόνα ο Αυγερινός και τ' άλλ' ο Αποσπερίτης.
Φρύδια για ιδές δοξαρωτά, γραμμένα με κοντύλι.
Λες κ' είνε φίδια ζωντανά που σμίγουν και φιλιούνται,
Λες κ' είνε φίδια ζωντανά που ερχόνται να με ζώσουν.
Για ιδές αχείλη κόκκινα, σαν με βαφή βαμμένα,
Που ανοίγουν και γλυκομιλούν, που κλειούνται και γελούνε,
Σαν τα τριαντάφυλλα του Μάη το βράδυ την αυγούλα.
Για ιδές κορμί ψηλό, λυγνό κι' ολόρθο σαν τη λεύκα
Οπού την βρέχ' η ρεμματιά και την λυγάει τ' αγέρι.
Για ιδές λαιμός γαλατιανός, λαιμός περιστερένιος
Και δροσερός σαν κρύο νερό και σαν βουνίσιο χιόνι.
Για ιδές και κόρφος σαν μηλιά 'ς τα μήλα φορτωμένη.
Κρίμα δεν είνε κι' αδικιά τέτοια ωμορφιά και νιότη
Να τήνε χαίρεται η ερμιά κ' εγώ γι' αυτήν να λυόνω;
Μη με σκανιάζης, μη με σκας και μη με φεύγης, κόρη.
Μπροστά μου μην ξαφνιάζεσαι σαν τ' άγριο το ζαρκάδι
Και χώνεσαι μέσ' 'ς τη λογγιά και κρύβεσαι 'ς την τούφα.
Όντας με βλέπης μη προγγάς, κρίνε μου όντας σου κρένω
Και γέλα μ' όντας σου γελώ, κι' όντας απλώνω χέρι
Γείρε μου εσύ 'ς την αγκαλιά, δος μου τα δυο σου αχείλη.
Τ' άκουσα που το τραγουδούν απάνου 'ς τα λουμάκια
Του λόγγου τ' άγρια πουλιά πώς αγαπά η καρδιά σου,
Πως διάλεξε αγαπητικόν τον δράκοντα τον Ήλιο.
Πως δίχως ύπνο τριγυρνάς 'ς τα λόγγο, όλην την νύχτα,
Και το ταχύ που βγαίνει αυτός τον καρτεράς 'ς τη βρύση
Κι' όπ' είν' ανθοί και αμαλαγιές και πέφτεις και κυλιέσαι
Σαν την αρνάδα 'ς τες δροσιές και δίνεις το κορμί σου
Κι' ανοίγεις και την αγκαλιά 'ς τα χάιδια 'ς τα φιλιά του.
Μα εγώ το σκάνιο δε φτουρώ. Καρτέρι θα να κάμω.
Κόρη, και μέσ' 'ςτόν ύπνο σας, μέσ' 'ς ταγκαλιάσματά σας
Και μέσ' 'ς τα χάιδια 'ς τα φιλιά, θαρθώ να τον παλέψω,
Κι' αν τον νικήσω, ξέρε το, δική μου θα να γένης.
Ο ΕΤΟΙΜΟΘΑΝΑΤΟΣ ΒΟΣΚΟΣ
Τ' έεις, ωρέ Νίκα, και βογγάς; Δώδεκα νύχτες τώρα
Ουδ' έχεις εύρει λαρωμό, ουδ' έχεις κλείσει μάτι.
Μη σου βαρούν τα βότανα; Μη σ' άναψεν η θέρμη;
Ο Νίκας ήταν άρρωστος. Αμίλητος, χαμένος,
Βόγγαε σαν αγριοδάμαλο του λόγγου λαβωμένο.
Τρεις μήνους ήταν άρρωστος, τρεις μήνους κοιτασμένος.
Σάπηκαν τα γελέκια του, έρρεψε η λεβεντιά του,
Τώφαε η αρρώστεια το κορμί, κ' ελύθηκαν οι αρμοί του.
Τα δυο τα σταυραδέρφια του τον εγιατρολογούσαν
Με ρίζες, μ' αγριοβότανα, με σταυρωμούς, με ξόρκια.
— Ξύπνα, Λαμπράκη, κι' άναψε το έρμο το λυχνάρι,
Πάρε κλαδιά αφ' τον οβορό, φέρε τα 'ςτό καλύβι,
Και χτύπα τα στουρνάρια μου λίγην φωτιά να κάμης.
Τι ο Νίκας δεν είνε καλά και δεν τον βρίσκ' η αυγούλα.
Σήκου, ωρέ Νίκα, κρίνε μου, κρίνε μου τ' ακριβού σου
Τον Λάζου, του σταυραδερφού, που σε ψυχοπονιέται.
Σήκου, το γλυκοχάραμμα να ιδής, 'ς τα κορφοβούνια,
Σήκου, να ιδής τα φράξα μας, να ιδής τα κρύα νερά μας,
Σήκου, να ιδής τα πρόβατα 'ς τες στρούγγες που βελάζουν,
Σήκου, τι τα μαντρόσκυλλα κατάρραχα βαβύζουν.
Σήκου, σε κράζουν τα πουλιά και σε καλημερίζουν.
Σήκου, σε κράζουν κ' η Ξωθιές που σ' έμαθαν τραγούδια.
Μίλησε ο Νίκας υστερνά κι' ανάρια ανάρια λέγει:
—Δε μπορώ ο μαύρος, δε μπορώ… Με αγγελοκρούει ο Χά-
[ρος.
Για πιάστε με να σηκωθώ και βάλτε με να κάτσω,
Τ' έχω δυο λόγια να σας πω, να σας αφήκω διάτα.
Χαμός η αρρώστεια, ωρέ παιδιά, και χαλασμός ο Χάρος.
Καλά μου σταυραδέρφια μου, μη κλαίτε που πεθνήσκω,
Πάρετε το κουφάρι μου, βάλτε το σε κιβούρι,
Στολίστε το με λούλουδα της γης, μ' ανθούς του Μάη,
Και θάψτε το σε μια κορφή περίβλεφτην μεγάλη,
Για ν' αγναντεύω τα βουνά, τα χειμαδιά να βλέπω,
Να δέχουμαι την άνοιξην εσάς και τα κοπάδια,
Ν' ακούγω τες φλογέρες σας, ν' ακούγω τα τρουκάνια,
Ν' ακούω την καλημέρα σας, τα χαιρετίσματά σας.
Θάψτε με δίχως κλάυματα και δίχως μοιρολόγια,
Τουφέκια να μου ρίχνετε, τραγούδια να μου λέτε.
Μαζί μου, μέσ' 'ς το μνήμα μου, και το καυκί μου βάλτε,
Το πλουμιστό μου το καυκί, τον ώμορφο αραγό μου,
Το πενταπήχινο ραβδί, την ακριβή φλογέρα,
Και τ' ασημένια τ' άρματα. Λεν πως 'ς τον Κάτω Κόσμο
Οι νιοι βαστάνε τ' άρματα κ' η λυγερές τους στόλους.
Να κάτεχα, μωρέ παιδιά, κοπάδι εκεί θα ναύρω;
Θα ναύρω στρούγγες και μαντριά, θα ναύρω βοσκοτόπια;
……………………………………………..
Απάνου από το μνήμα μου στήσετε ένα σταλίκι
Περίψηλο σαν έλατο, και 'ς την κορφή κρεμάστε
Την πλιο τρανή καρδάρα μου, να δείχνη ποιου είνε μνήμα,
Την ακριβή μου την κοπή, καλά μου σταυραδέρφια,
Έρμην μη την αφήκετε, μονάχην 'ς τα λιβάδια,
Ανάρμεχτην κι' ακούρευτην, δίχως μαντρί και στάλον.
Κι' αν μάθη η δόλια η μάνα μου κ' έρθη τη στρούγγα στρούγγα
Και σας ευρή με τα λερά, για εμένα αν σας ρωτήση,
Μην πήτε πως απέθανα, τι μ' έχει μοναχό της,
Να ειπήτε ότι σας λέρωσεν η αναλλαξιά κι' ο κούρος,
Να ειπήτε ότι μου ζήλεψαν την λεβεντιά η Νεράιδες
Και 'ς τα παλάτια τους συχνά τα ερημικά, με παίρνουν.
ΕΛΑ ΒΟΣΚΟΥΛΑ ΕΛΑ
Βοσκούλα μαυρομάτα μου της ερημιάς νεράιδα,
Μάγισσα της σπηλιάς ξανθή και του βουνού καμάρι,
Γιατί ανεβαίνεις τον γκρεμό και το στεφάνι απάνου
Και κόβεις μήλα αφ' τη μηλιά, την παραφορτωμένη
Και καρτεράς 'ς το διάσελο, το μονοπάτι πιάνεις,
Με το κοπάδι να διαβώ να με πετροβολήσης,
Να μου προγγάς τα πρόβατα, να μου σκορπάς τα γίδια,
Και να γελάς, να χαίρεσαι; Κατέβα εδώ, 'ς εμένα.
Μην τα πετάς τα μήλα σου, φέρε τα 'ς την ποδιά σου.
Φέρε τα και 'ς τον κόρφο σου για να τα φάμε αντάμα.
Έλα 'ς την πέρα την πλαγιά, πούν' η πολλές η λεύκες
Και τα ρουπάκια τα ψηλά, οπώχω το μαντρί μου
Και στάνη και παραστάνη, να ιδής τα κρύα νερά μου,
Και τες χλωρές μου τες βοσκές. Έλα να ιδής, βοσκούλα,
Τα ισκιερά τα ορμάνια μου. Ν' αρμέξω το κοπάδι,
Να φας βουνίσιο αφρόγαλα κι' ανθότυρο, παγούδα
άσπρη γλυκειά, σαν το γλυκό το αμάλαγο κορμί σου.
Και σαν τα βγάλω αφ' τ' άρμεγμα και παν για να βοσκήσουν
Τα γίδια 'ς τ' αγριοπρίναρα, τα πρόβατα 'ς τα πλάγια,
Εμείς 'ς το φρύδι του αυλακιού, 'ς του ρουπακιού τον ίσκιο
θα ξαπλωθούμε για δροσιά. Κ' εγώ θα να σου πάρω
Με την γλυκειά φλογέρα μου τώμορφο το τραγούδι,
Που μου το μάθαν η Ξωθιές. Έλα βοσκούλα έλα!
Έλα γιατί σαν νυχτωθώ μονάχος μου εκεί πέρα,
Από τα δάσα, αφ' τες σπηλιές, αφ' τα βαθειά λαγκάδια
Κι' αφ' τα κρεμάμενα νερά χιλιάδες θα προβάλουν
Της ερημιάς η ώμορφες, της νύχτας η νεράιδες,
Για να με πάρουν 'ς το χορό, για να μου ειπούν τραγούδια,
Και για να παίξουμε μαζή. Έλα βοσκούλα έλα!
Ο ΓΕΝΝΟΣ
Χειμώνιασε. Χιόνια πολλά 'ς τα κορφοβούνια πέφτουν,
Ρεύουν τα φύλλα των κλαριών, ξισκιώνουν τα λογγάρια,
Θολώνουν η νεροσυρμές, η βρύσες κρουσταλλιάζουν
Κ' οι τσελιγγάδες κουβαλούν 'ς τους κάμπους τα κοπάδια.
Ο Μάμαλης απ' τ' Άγραφα 'ς τη Λεπενού τα πήγε,
Ο Θάνος τ' Ασπροπόταμου, του Μαλακάση ο Μπάρδας
Κατέβηκαν για χειμαδιό 'ς τον κάμπο του Τρικκάλου,
Την Αλλασσώνα εδιάλεξε του Σμόλκα ο Χατζημπύρρος,
Ο Κάγκαλος του Ζαγοριού 'ς το Λούρο ξεχειμάζει.
Του Κουρμολιάσα ο τσέλιγγας, ο Τάκης ο Ψαλίδας,
Της Βαλαώρας τα ζερβά τα βοσκοτόπια πήρε.
Ξημέρωνε Πρωτοχρονιά. 'Σ την στάνην του Ψαλίδα
Συμμαζωγμέν' οι πιστικοί ζενύχτιζαν 'ς τον γέννο,
Κ' είχαν τον γέννον όψιμο, κ' ήταν μεγάλη η στάνη.
Το μεσονύχτι μοναχά πήραν καιρό για δείπνο,
Κι' απόδειπνα 'ς τ' αχύρινο, 'ς το τουρλωτό καλύβι.
Τετραδιπλώσαν τη φωτιά μ' ασφάκες με παλιούρια.
Μέσ' 'ςτήν κορφήν ο τσέλιγγας σε στοιβανιές ξαπλώθη
Και διπλοπόδι οι πιστικοί περίγυρα εκαθήσαν.
Ο τσέλιγγας αναρωτάει αραδαριά καθέναν:
— Πόσες απόψε γέννησαν;
— Σαράντα, λάλα Γάκη.
— Κ' είν' όλα, Λάμπη, ζωντανά;
— Βγάλτε μονάχα πέντε.
— Διπλάρια;
— Δέκα.
— Ισιάσαμαν. Τα ζωντανά βυζαίνουν;
— Πίνουν σαν δυομηνίτικα.
— Έχουν η μάνες γάλα;
— Ως τα χορτάρια η πλιότερες τα σέρνουν τα μαστάρια.
— Λιψές δεν είνε;
— Κι' αν είνε, βυζαίνουν 'ς τα τσαγγάδια.
—Με τα τσαγγάδια σήμερα ποιος ήταν;
— Ο Γιαννίκας.
— Με τα ψιμάρνια;
— Ο Ζάγιαννας.
— Με τα γαλάρια;
— Ο Νάσης.
— Με τα μηλιόρια;
— Ο Θόδωρος.
— Και με τα στέρφα;
— Ο Χίτας.
— Ο Δούκας πού είνε;
— Για κλαρί.
— Επήγε αργά;
— Πολλιώρα.
— Ζαβολαούδα! Εδιάλεξε κι' αυτός καιρόν απόψε
Με τέτοιον άγριο δρόλαπα να νυχτοπαραδέρνη.
— Δεν είνε και κακόγκρανος, έχει ψημένην σάρκα.
— Απόψε ουδέ τα Παγανά, παιδιά μου, δεν προβαίνουν.
Πήρε κοντά του πράμματα;
— Πήρε τα οχτώ μουλάρια.
— Μα την αξιάδα που 'δα εγώ 'ς το Λούκα εχτές το βράδυ..
— Σαν τι είδες, Λιάκο;
— Μονάχος ετέλεψε το γέννο.
Πενήντα αρνιά προσθήλυασε μέσ' 'ς την τσαγγαδομάντρα.
— Προχτές 'ς τον Παλιουρόφορο ζαλώθη ένα δαμάλι.
Θεριακωμένος!
— Κορμαριά!
— Και πετροκαταλύτης!
— Σίμπα, Κωστούλα, τη φωτιά· τι ξύλιασα 'ς τη στρούγγα
Και πάω σαν καλαμόκουνα.
— Ρε, τον καϋμένον Κόγια!
— Όξω βαβύζει ένα σκυλί
— Ο Καραγκούνης είνε,
Τον ξεχωρίζω απ' τη φωνή, σε γνώριμον βαβύζει.
— Αλείψαταν με χαμαιλειό τον τσάρκο;
— Και τα γρέκια.
— Μην είνε ο Λούκας;
— Δε μπορεί.
— Θα νάναι ο Μπαρμπατόλιος.
— Αλήθεια, πούνε ο γέροντας; Κ' έλεγα, ωρέ τι λείπει
'Σ όλην αυτή τη συντροφιά κ' είν' έρμο το καλύβι·
Για σήκου, Νάση, κύταξε.
— Πετάξου κι' ως τες μάντρες
Μη γέννησεν άλλη καμμιά.
— Ο γέροντας ο ίδιος.
— Γειά και χαρά σας, ρε παιδιά.
— Καλώς τον Μπαρμπατόλιο.
Βρέχει όξω, Μπάρμπα;
— Μοναχά; Για ιδές 'ς την κάπα χιόνια.
Κ' είμαι ζυφτάρι απ την κορφή ως τα ποδόνυχά μου.
Τι κοσμοχάλασ' είνε αυτή! Νερό μαζί και χιόνι,
Ένας κατάματος συρμός, ένα κακό δρολάπι!
Έχ' όπ' γυρίζω οχ' την αυγή. Έχασα τη φοράδα
Κ' έρρεψα 'ς τα ποδάρια μου, εσάπηκα 'ς τη νώπη
'Στην Παλιουριά, 'ς τα Ροζανά, 'ς τα Λέλοβα, 'ς την Τάρα,
Έφτακα ως τα Λακκώματα, 'ς την Γκούρα, 'ς το Βολίτσι,
Γιομάτισα 'ς το Θίλιππα και τώρα βράδυ βράδυ
Μέσ' 'ς την Περιστερότρυπα την εύρηκα χωμένην.
— Ως πού να βρέχη;
— Τρικυμός, παιδιά μου, πέρα ως πέρα.
Ο Ζάλογγος δε φαίνεται, τον έχωσε η χιονούρα
Κ' η πυκνωμένη η συγνεφιά, κατά την Άρτα… μπόρα!
Αγνάντεψ' αχ' το Σέσοβο, η Λούτσα είν' αβλεμόνι,
Εβούλιαξε η Τρανταφυλλιά, πελάγωσε η Φραξίλα.
Πνίγεται ακέρια η Λάμαρη… Ήρθες, κυρ Γάκη, κι' όλας;
Άξιος οπού 'νε ο γρίβας σου;
— Ανεμοπόδης, γέρο.
— Ανοιχτοπάτης δυνατός.
— Και νυχτομαθημένος.
— Ο αβάσκαγος!
— Την Πρέβεζα την παίρνει για τρεις ώρες.
— Για πε μου από την Πρέβεζα.
— Κάτσε 'ς την πύρα πρώτα
Να ξεπαγώσης και να φας. Σε νέκρωσεν η πάγρα,
Έχεις και τα γεράματα. Φέρε κολάστρα, Λάμπη.
Πάρε κι' οχ' το καταχυτό τον φυλαγμένον πλάτη.
Γλέπεις φωτιά που σ' άναψα, παπού, για τα στεγνώσης;
— Χριστουγεννιάτικη σωστή. Κακός χειμώνας τούτος!
Τήρα καλομοπόδαρα! Ποντιάσαν 'ς τα λομπάρια.
Παρόμοια μ' εύρηκε χιονιά σαράντα χρόνια πίσω.
'Σ τον Κάμπο ξεχειμάζαμε μα ήταν ο γέννος πρώιμος,
Έμπα Χαμένου, δούλευα 'ς του Γάκη τον πατέρα.
Το ξέρει ο τσέλιγγας καλά πως είμαι σπιτιακός του,
Τι εγώ τους αναλίκωσα κι' αυτόν και τον Γεωργούλα.
Για πε μου από την Πρέβεζα.
— Κακά μαντάτα, γέρο.
Του Ζόγα 'ς το Παλιόκαστρο τον βδέλιασαν.
— Αλήθεια;
Τον έφα' η κακοκεφαλιά. Του λεγα γω: «Ωρέ Ζόγα,
Μην παίρνης το Παλιόκαστρο τ' είνε γιομάτο αβδέλα,
Ρήμαξε τόσους πιστικούς, έλα 'ς την Καμαρίνα».
Αυτός δε μ' άκουσε,… και πάει. Είδες τον Καρτζονίκα;
— Τον είδα, αυτός είνε καλά, είχε τον γέννον πρώιμον,
Είνε κι ο τόπος του ξερκός, αβαραγκιά κι' αγρίλι.
— Εμείς πώς πάμε σήμερα;
— Με τον Θεού το χέρι
Χιλιάζουν τα κοπάδια μας. Μ' αν δε ξεκόψη απόψε,
Κι' αν η χιονούρα κι η βροχή θα να κρατήση ακόμα
Ακέριο ένα μερόνυχτο, φοβάμαι τα ψιμάρνια.
— Κυρ Γάκη, μην το μελετάς, πήρε κι' ανασταλάζει
Και το δρολάπι ανάριωσε, με την αυγή θ' ανοίξη,
Σηκώθη ένα ανεμόχολο.
— Χειρότερα, το χιόνι
Θα κατεβή πυχτότερο, και αν θα το στρώση χάμου,
Τώρα θα γίνη κρούσταλλο.
— Νοτίζ' η γης, θα λυώση.
Και μη χολοταράζεσαι. Πήγες 'ς τες μάντρες, Νάση;
— Τα πρόβατά είνε μια χαρά και τα σκυλιά αλέστα.
— Γλέπετε τι μας έκαμε κειο το κακό λιοβόρι
Τ' ανάποδου τ' Αλωναριού; Έμνε ο μαρκάλος πίσω.
Θυμάστε; Ανήμερα τ' Άι-Λια ρίξαμε τα κριάρια
Και τον Δεκαπενταύγουστο ξεσκόλασε ο μαρκάλος.
Μήτρο, ξεκρέμα το φλασκί να πιη κι' ο Μπαρμπατόλιος.
Ακνάτο αγιομαυρίτικο, παπού.
— Ε, 'ς την υγειά σας,
Να καλοξεχειμάσουμε,
— Καλή ψυχή, πατέρα.
— Όλα είν' υφάδια της κοιλιάς και το ψωμί στημόνι
Και το καϋμένο το κρασί όλα τα θεμελιώνει,
— Βύζαξε ακόμα μια βολά.
— Ε, 'ς την υγειά σας πάλι
Και να μας ζήση ο τσέλιγγας ν' αξαίνουν η κοπές του.
Α! η γέρικ' η ψυχούλα μου μπροστέλεψε μια ψίχα,
Όλο κι' αναθερμαίνουμαι.
— Βύζα την τσίτσα, βύζα.
— Τι χιόνια τώρ' απανωτά να στοίβασε ο χειμώνας
'Σ τα ξάρημά μας τα βουνά!
— Τώρα; Οργιές και μπόγια
Πάνε τα Γαλαρόκαμπα, το Κουρμολιάσα σιάδι.
Ο Τσάρκος, η Κουρκούμπετα, η Γκάλτσα, η Τσάγια ο Μπάρρος.
Δεν ξεχωρίζουν πούπετα.
— Και 'ς το χωριό;
— Νυχτέρι
Θάχουν απόψε σπίτι μας. Του Τρίκκα τα πουρνάρια
Κούτσουρα τετραπανωτά θα καίγουν 'ς τη γωνιά μας,
Και παραστιάς ολόγυρα, μέσ' αφ' τον πυρομάχο,
Της γειτονιάς αραδιαστές θα κάθονται η κοπέλλες.
Η Σούλα, η Τέρω, η Γιάννα μου, του Χρηστοδήμα η κόρη.
Του Δαλαπάσκα η Γαλανή, τον Σούδα η μαυρομάτα.
Του Δίπλα η Μόρφω η κάλλεσα…
— Φτάνει, κυρ Γάκη, φτάνει,
Τι τα καϋμένα τα παιδιά λυγκιάζονται που ακούνε.
— Η δρούγα, η συρματόβεργες, το γνέμμα, το πλουμίδι
Απόψε αναμερίζονται. Τηράν τη φλόγα απόψε.
Με το βαρύ της το βοητό οπού τες σχίζει γλείφτει
Και τα χοντρά τα σύδαυλα, με την πνογά του ανέμου
Που σκάει 'ς το καταρρύχωμα κι' ανατρανίζει η στρέχα,
Που ξερριζώνει τα δεντρά, μαντεύονται η κοπέλλες.
Για εμάς μαντεύονται, παιδιά, για εμάς αναρωτούνε
Τ' άγρια τ' ανήμερα στοιχειά, για εμάς τάματα κάνουν,
Για εμάς χτυπά η καρδούλα τους. Και 'ς την κορφή βαλμένη
Μύθους και γεροντόλογα θα μολογά η γρηά μου.
— Αχ, πότε θάρθ' η άνοιξη!
— Αναστενάζεις, Διάκο;
Ε, μη χολιάτε, ωρέ παιδιά, τρεις μήνες είνε ακόμα.
Σαν δύση ο ήλιος τ' Απριλιού και λυώσουνε τα χιόνια
Και χορταριάσουν η πλαγιές κι' ανθίσ' η αριά κι' ο γράβος,
Δικά μας είνε τα βουνά, τρεις μήνες είνε ακόμα.
Απόψε ο χρόνος ξεψυχάει κι 'αυτό το νεροπόντι
Θάνε ο στερνός παραδαρμός του ψυχομαχητού του.
Πρωτοχρονιά τ' αποταχιά, κυρ Γάκη, χάρισέ μας.
— Σας τάζω από δυο κάλλεσες αντάμα με τ' αρνιά τους.
— Να σου χιλιάσουν, τσέλιγγα, να ζήσης μύρια χρόνια!
Και της ευχής ο αντίλαλος απ' το καλύβι μέσα
Ως όξω εχύθη, ως τα μαντριά, 'ς τους οβορούς 'ς τες στρούγγες:
— Να σου χιλιάσουν, τσέλλιγγα, να ζήσης μύρια χρόνια!
ΗΘΕΛΑ ΝΑΜΟΥΝ ΤΣΕΛΙΓΓΑΣ
Ήθελα νάμουν τσέλιγγας, νάμουν κ' ένας σκουτέρης,
Να πάω να ζήσω 'ς το μαντρί, 'ς την ερημιά, 'ς τα δάσα,
Νάχω κοπάδι πρόβατα, νάχω κοπάδι γίδια,
Κ' έναν σωρό μαντρόσκυλλα, νάχω και βοσκοτόπια
Το καλοκαίρι 'ς τα βουνά και τον χειμώ 'ς τους κάμπους.
Νάχω από πάλιουραν βορό και στρούγγα από ροδάμι.
Νάχω και σε ψηλήν κορφή καλύβα από ρουπάκια,
Νάχω με τα βοσκόπουλα σε κάθε σκάρον γλέντι,
Νάχω φλογέρα να λαλώ ν' αντιλαλούν οι κάμποι,
Νάχω και κόρην ώμορφη στεφανωτήν μου νάχω,
Να μου βοηθάη 'ς το σάλαγο, να μου βοηθάη 'ς τα γρέκια,
Κι' όντας θα τα σταλάζουμε τα δειλινά 'ς τους ίσκιους,
'Σ της ρεματιάς τη χλωρασιά μαζύ της να πλαγιάζω,
Να με κοιμίζη με φιλιά 'ς τους δροσερούς της κόρφους.
ΛΕΞΙΛΟΓΙΟΝ
Απαριάζω = απαραιτώ. — Άρματα και Αρματωσιά= στολισμοί και οπλισμός ( Αρματόνω, αρματωλός, άρματα, βλαχαρμάταις) — Άγουρος= νέος. — Αλογολάτης= φύλακας των αλόγων. — Απιδρομώ=παίρνω απόδρομα, παίρνω ζόρι για να τρέξω, για να ριχτώ 'μπροστά. — Άπλερο, το πουλί με τα πρώτα σκυλομάλλια του — Αράζω 'ς τα βουνά· κατά μεταφοράν από τα καράβια συνηθισμένο εις τα πετούμενα μάλιστα που πλένε κι' αυτά στον αγέρα — Αρμεγός, η καρδάρα, η βεδούρα, η γκομπλίτσα. — Ασέλλινο και προσέλλινο πουλάρι, πουλάρι άπιαστο ασέλωτο ακόμη. — Αρμεγώνας= η στρούγγα. — Αραγός, ο δερμάτινος τρουβάς ή τράστα των πιστικών λέγεται και δραγατσίκα. — Αμαλαγιά χλωρασιά, αμάλλαγη — απείραχτη. — Ανάλλαγος, όποιος δεν έχει αλλάξει φορεσιά. — Αρμούτι, είδος τουφεκιού — Αρναπόκι, τα κοντά μαλλιά των αρνιών. — Αναλικώνω, μεγαλώνω, ανατρέφω.
Βουλίδια, τα χαλάσματα του βουλιασμού των Κάστρων. — Βάβυσμα, αλύχτισμα σκύλλων· βαβύζω αλιχτάω, γαυγίγω — Βοσκοτόπια, οι τόποι της βοσκής, τα λειβάδια — Βαλαντούμαι=δέρομαι από έρωτα, αγαπώ πάρα πολύ — Βέργα και βεργί=το ραβδί· λέγεται και η βέργα του αργαλιού και του ντουφεκιού. — Βαρκός τόπος = βαλτώδης, βάλτος. — Βαρβάτο το μη μουνουχισμένον κριάρι ή τραγί το οποίον λέγεται και γκεσέμι. — Βάξτε — βρίστε, σκούξτε. — Βίγλα μέρος υψηλόν, σκοπιά και βιγλίζω, κατασκοπεύω, δοκιμάζω.
Γούπατος, απάνεμο μέρος — Γέννος, όταν γεννούν τα πρόβατα εις τα χειμαδιά, — Γάργαρα και λαγαρά νερά ή χρώματα — καθαρά. — Γερτάνι, αρμάθα από φλωριά διά λαιμούς και στήθια. — Γράβος και γαύβρος, δένδρον του βουνού. — Γερός άβλαβος υγιής. — Γρέκια=τόπος, εν ώ διανυκτερεύουν τα γιδοπρόβατα και μανδριά με ψηλαίς φράχταις.
Δίνει ο ήλιος, ο Απρίλης κτλ. = ανατέλλει. — Δρούγα = η ρόκα — Διάτα=Διαθήκη. — Δάσο, λογγάρι, ρουμάνι, ορμάνι, κουρί, ρογγιά= λόγγος. — Γνοιάζομαι, έχω έγνοιαν, σκέπτομαι, φροντίζω. Έργα=δουλειά.
Ζάρω συνηθίζω, ζακόνι, συνήθεια. — Ζερβά, τα αριστερά. — Ζάλογγα=πυκνά και μεγάλα λόγια. — Ζαλίκι= φόρτωμα ανθρώπου, λέγεται κ' έχει τον διάβολο Ζαλίκι. — Ζαχιάς και Ζάχος, όνομα Ζαχαριάς.
Ηλιοστάλαμμα=καταμεσήμερο (ντάλα μεσημέρι) — Ημερόδεντρος, ήμερος δέντρος· δέντρος η δρυς. Βαλάνια από ημερόδεντρον τρων και σήμερον οι πιστικοί.
Θιαμαίνομαι, θαυμάζω, εκπλήσσομαι
Ιστ, ιστ σάλαγοι προβάτων
Κοπή=το κοπάδι, — Κοτάω=τολμώ. — Κρούει ο ήλιος =βγαίνει, ανατέλλει, χτυπάει. — Καρβανάρος, Ο αφέντης του καρβανιού — Κράκουρα. η άκρα άκρα του ψηλού βουνού — Καπρί, αγριογούρουνο. — Κλαπατάρια, φτερούγες των πουλιών — Κούροι και κούρος Ο κουρεμός του κοπαδιού. — Κωλόκουρα, τα μαλλιά που βγάζουν κουρεύοντας τα πισινά των προβάτων — Κολτσίδες αγκάθια που κολλούν τα μαλλιά των προβάτων τα λεν και σκάλια από το σκαλώνω. — Καπούλια τα πισινά των ζώων. — Καταγός ποταμού ή αυλακιού, η πηγή, το κεφαλάρι, Γκλάβα εις Πωγώνιον της Ηπείρου. — Κλίτσα και αγκλίτσα, το ραβδί των ποιμένων. — Κόθρα τα ξύλινα στέφανα που δένουν τα κουδούνια και τα περούν 'ς τους λαιμούς των προβάτων. — Καυκί=ξύλινον αγγείον. — Κιβούρι=το φέρετρον του νεκρού. — Κουρμαίνομαι, αφικράζομαι, ακροώμαι.
Λιοβόρι, ζεστός και δυνατός καλοκαιρινός άνεμος=λιψ. — Λιάς= Ηλίας. — Λουμάκι, νεόφυτον δένδρον ευθυτενές.
Μπόρα=λαίλαψ των αρχαίων (βροχή ραγδαία μετά ανέμου). — Μπεζερίζω, σημαντικώτερον από το βαρυούμαι, δηλαδή βαρυούμαι έναν τόπον ή μια ζωή με αηδίαν. — Μ' αγγελοκρούει ο χάρος=πνέω τα λοίσθια. — Μάρα μαρασμός, πάθος, καϋμός.
Να πρέπουν (να τα λαλούν να πρέπουν) να διαπρέπουν, να δείχνωνται, να γνωρίζωνται από μακρυά.
Ξενοδουλευτής, ο εργαζόμενος (ρογιασμένος) εις ξένον αφέντην εργάτης. — Ξομπλιάζω σχεδιάζω, ξόμπλι της πατούνας = σχέδιον με κέντημα των καλτσών. — Ξέφωτο, το μέρος που φωτίζει πολύ ο ήλιος· λέγεται και λιακωτό (ενίοτε και ηλιοστάσι). — Ξαρίζει ο ήλιος=καίει αφόρητα· ζάρα, η φωτιά κυρίως η θράκα.
Οώ! Οώ!=σάλαγος βοδιού. — Όι, όι=σάλαγος προβάτων. — Ορμάνι δάσος πυκνόν.
Πετροκότσυφας, πετροπέρδικα, πετροχελίδωνο, πέρδικα και χελιδόνι του βουνού — Πλουμίζω= κεντώ, πλουμίδι, κεντίδι. — Περογλίες και περγουλιές τα απλωμένα επάνω εις κρεββάτια κλήματα. — Πλατόνι, το αλάφι. — Περδικομμάτα, κόρη με μάτια ωραία σαν της πέρδικας. — Προσκάμνια και στρουγγολίθια, τα λιθάρια που είνε 'μπροστά 'ς την ποριά της στρούγγας και κάθηνται οι αρμεχτάδες. — Πόσι, μανδήλι. δεμένο 'ς το κεφάλι. — Ποκάρι=δέμα μαλιού ενός προβάτου. — Προγγάω, βαρώ, σκιάζω, σκορπάω τα κοπάδια βγαίνοντας 'μπροστά και ανοίγοντας τα χέρια. — Πιξάρι, δένδρον. — Παληόκαστρο, τα ερείπια ης αρχαίας Νικοπόλεως κοντά εις την Πρέβεζαν, επίσης τα ερείπια παντός κάστρου. — Προβιά, το δέρμα των προβάτων, τραγιά των γυδιών, αλογιά των αλόγων. — Πολλιώρα προ ολίγης ώρας. — Προσθήλυάζω και προστηλυάζω θέτω εις το βυζί των προβάτων όπως βυζάξωσι. — Πάγρα, παγωνιά.
Ραϊδιό_=ραϊσμένοι μεγάλοι βράχοι, γκρεμοί. — Ραδίζω=διαβαίνω. — Ροδάμι, χαμόκλαδο. — Ριζά, η ρίζα, τα χαμοκλήματα του βουνού, δέντρου κτλ — Ρώπια, χαλάσματα, — Ρουπάκια άγρια δένδρα του βουνού ανώμαλα.
Σαλαγάω συνηθίζεται εις μπουλούκι από πρόβατα, δηλαδή βαρώ 'μπροστά, οδηγώ κτλ. Ο σάλαγος και σαλαγή έχουν ύστερα και την σημασίαν του θορύβου. — Στίφτω επί ποταμού και βρύσης = στειρεύω, ξηραίνομαι. — Στριγγιά φωνή = δυνατή οξεία· — Στάνη, 'ς τα χωριά συνήθως λέγεται το μέρος που βρίσκονται τα πρόβατα, το τσομπαναριό· εις τους νομαδικούς όμως πιστικούς στάνη λέγεται το σύνολον 10, 20, 30 καλυβιών δηλ κινητό χωριό τσομπαναραίων με αρχηγόν τον τσέλιγγα, τα και σκουτέρια καλούμενα· — Στοιβανιές, η στοίβες των κλαριών και ξύλων που αραδιάζουν οι χωρικοί 'ς ταις αυλαίς και τα πεζούλια των σπητιών. — Σκάρος νυκτερινή βοσκή. — Στειροχωρίζω, χωρίζω τα στέρφα (=στείρα) από τα γαλάρια. — Σάρικα, η φλοκάτα — Σαργιά, η κιτρινωπή λίγδα που βγάζουν τα μαλλιά των προβάτων. — Σφοντυλάω, στριφογυρίζω (αδράχτι, άνθρωπον). — Στόλισμα και στάλος το μέρος ή η ώρα που σταλίζουν (αναπαύονται) τα γιδοπρόβατα, ιδίως το μεσημέρι. — Σκάνιο, θλίψις, μαρασμός, ρήμα σκανιάζω. — Στουρνάρια, η τσακμακόπετρες, που ανάφτουν χτυπώντας με τον πριόβολο (πυροβόλο)· — Στεφανωτήμου και στέφανόμου — γυναίκα μου. — Στια, εστία, πυρά, ανθρακιά. — Σκούζω φωνάζω. — Σιαδάκι και σιαδαράκι, ίσιος τόπος. — Σεντούκι κασέλα μακρυά — Σίντα, όταν. — Σταλίκι ίσιον ξύλον ξηρόν
Τσουγγρί, κορφή βράχου, βουνού, δάσους — Τρουκάνια, τα τετράγωνα κουδούνια των προβάτων, χαλαροκούδουνα, τα συνηθισμένα κουδούνια του κοπαδιού που έχουν τους γλυκούς ήχους· μπιμπίνες τα μεγάλα κουδούνια των κριαριών, των γκεσεμιών από τους ήχους των μπιμ-μπιμ· κύπροι και κυπριά τα κουδούνια των γιδιών και τράγων. — Τυροκομώ, φκιάνω τυρί. — Τζαμάρα, μακρυά φλογέρα βραχνή· κατασκευάζεται και από φλοιόν ιτέας.
Φλόκος, τα κρόσια της φλοκάτας και κάθε μαλλίνου υφάσματος. — Φουρκάλλες, διχαλωτόν ξύλον. — Φτουρώ και νταγιαντώ = βαστώ, υποφέρω. — Φράξος, δένδρον από τον φλοιόν του οποίου βάφονται τα μάλλινα υφάσματα κατάμαυρα.
Χερακώνω, χουφτιάζω με το χέρι. Χελιά, κούλια, κάλεσσα, στερφοκάλεσα, κανούτα, καψαλή, κότσινη, μονοβύζα, ονόματα προβάτων διδόμενα από το χρώμα και από την μορφήν.
Ο ΨΩΜΟΠΑΤΗΣ
[Η εν τω ημερολογίω «Ποικίλη Στοά του 1895 δημοσιευθείσα και ανευρεθείσα νυν ΓΚΟΛΦΩ αποτελεί το πρώτον σχέδιον του ΨΩΜΟΠΑΤΗ και συνεπώς εθεωρήσαμεν περιττόν να περιλάβωμεν αυτήν μεταξύ των δημοσιευομένων έργων, καθότι ο ΨΩΜΟΠΑΤΗΣ ανεπτύχθη υπό του ιδίου ποιητού, ετροποποιήθη κ' ετριπλασιάσθη. Εδημοσιεύθη δε η ΓΚΟΛΦΩ υπό του εκδότου του ημερολογίου μετά τον θάνατον του ποιητού.)
Η ΠΕΤΡΑ
Τα κακοτράχαλα βουνά του Πίντου όσοι διαβαίνουν,
Οπώχουν τους ψηλούς γκρεμούς και τα μεγάλα λόγγα
Και τες αμέτρητες κορφές και τες πολλές βρυσούλες,
Οπώχουν τα περίφημα τα πλούσια τσελιγγάτα.
Τα κακοτράχαλα βουνά του Πίντου όσοι διαβαίνουν
Μες του Γιαννή Καράμπελα τάμορφα στανοτόπια
Βλέπουν στη χλόη τη δροσερή ολόρθο να προβάλη
Μαύρο λιθάρι, ατέριαστο με τάλλα τα λιθάρια,
Σημαδιακή κι' ανέγνωρη και πλάσης άλλης πέτρα,
Πέτρα που μάγια θάματα στο νου και μύθους φέρνει.
Τη δείχνει, ορθή που στέκεται, κορμί πανώριας κόρης,
Οπώχει σκόρπια τα μαλλιά και χαλασμένες πλέξες,
Οπώχει κόρφους ανοιχτούς, πώχει ποδιά λυμένη
Και στα ρουτιά τα κεντιστά και στα μαλλιά τα μαύρα
Μυρτιάς, αρείκης θυμαριού κλωνάκια σκαλωμένα.
Τη λέγουν «Χρύσω» οι πιστικοί που γύρω εκεί σταλίζουν.
Μαυρίζουν τα μαντρόσκυλα που τρώνε τους διαβάτες,
Έρχονται πρόθυμοι σιμά, πινάκι γάλα φέρνουν
Και για την πέτρα θλιβερό τέτοιο αρχινάνε μύθο.
ΤΟ ΚΟΠΕΛΙ
Όλοι αγαπούν της τάξης τους ανύπαντρα κοράσια,
Μα ο Λάμπρος, πιστικός φτωχός και τσέλιγγα κοπέλι,
Πήγε κι' αγάπησε ο ζαβός τ' αφέντη του την κόρη,
Την κόρη την μονάκριβη, τη Χρύσω την πανώρια.
Έτσ' αγαπούν καμμιά βολά τυφλά και δίχως γνώσει
Και χάνεται ο δόλιος νιος και χάνεται κ' η κόρη.
Τ' είνε του κόσμου απάτητο σημερινό ζακόνι,
Βασιλοπούλα ο βασιλιάς, φτωχιά ο φτωχός να παίρνη.
Και πάνε κείνα, πέρασαν αντάμα με τα χρόνια,
Τα παραμύθια τα χρυσά που μολογούνε οι γέροι,
Πώπαιρνε ο ρήγας βόσκισσα κι' ο χτίστης ρηγοπούλα.
Κι' ο Λάμπρος κάποτ' ένοιωθε τ' άπρεπο του καϊμού του.
Τότε τον βρέσκαν οι βοσκοί στα δέντρα ριζωμένο,
Με το κοπάδι αμάζευτο σ' όλα τα πλάγα σκόρπιο,
Να κλαίη να κλαίη και θλιβερά να λέη ο μαύρος τέτοια:
— «Άθλια καρδιά, πώς σκόνταψες τυφλή στο βρόχι τούτο;
Γιατ' είσ' ενού φτωχού καρδιά πούνε κυρά του η Χρύσω.
Εσύ καλά ήσουν μια βολά με τ' άστρα ερωτεμένη,
Με τα ρουμάνια, τα βουνά, τους κάμπους, τες βρυσούλες,
Με τα λουλούδια, τα πουλιά, τα γρέκια, τα γαλάρια,
Με την ξανθούλα ανατολή, με το ροδάτο δύσμα,
Με τούτη την Πεντάμορφη οπού τη λένε Πλάση.
Πώς σε ξεπλάνεψαν, καρδιά, δυο μαύρα μάτια κόρης,
Που την αγάπη σου ποτέ δε θα μπορής να δείξης;»
— Τι επέρασε πολύς καιρός, επέρασαν τρεις χρόνοι,
Που η κόρη τώφερνε ψωμί κάθε βραδύ στη στάνη
Και του βοηθούσε στ' άρμεγμα και τώπαιρνε το γάλα,
Κι' ο Λάμπρος πάντα δείλιαζε για να της πη τον πόνο.
Τ' ΑΣΤΡΙ
Άλλοτες γύρναε, θόλωνε σαν τον καιρό κι' ο νους του,
Και τρέμοντας, σαν άρρωστος οπού τ' άναφτ' η θέρμη,
Έγερνε στ' άστρο της βραδιάς τ' αχτιδοστολισμένο
Κ' έλεγε λόγια οπώδειχναν άσβεστο τον καϊμό του.
— «Άστρι τ' απόσπερνου λαρό, γλυκόφωτο, πανώριο,
Στην ωμορφάδα ασύγκριτο, στη λάμψη πρώτο απ' όλα,
Που με τ' απόκλωσμα του ηλιού προβάλλεις μες τη ράχη
Ανάερε λύχνε, ουρανικέ, οπ' άγγελος σε ανάφτει
Να σημαδεύης ένωρα τον ερχομό της νύχτας,
Για να ξεζεύη στ' όργωμα τα βώδια του ο ζευγίτης,
Να γέρνη από τον ποταμό που πλένει η κορασίδα.
Στον αρμεγώνα ο πιστικός να φέρνη το κοπάδι,
Να στρέφουν από τες βοσκές στην κούρνια τα πουλάκια,
Να κλειούν τα φύλλα του βουνού τον κάμπου τα λουλούδια
Και να ησυχάζουν πέλαγα, στεριές, ακέρια η Πλάση
Κάτου στον ίσκιο που ο Θεός απλώνει απανουθέ της.
Άγιο των μαγισσών αστρί και της αγάπης άστρι,
Οπού βαθύ χαιρετισμό σα προσευκήν ο κόσμος
Το πλιο ακριβό και μυστικό τραγούδι του σου πέμπει.
Που στάζει κάθε αχτίδα σου μες την καρδιά άγιο μύρο,
Κι' αν φέρνη σούρπωμα στη γη και στα ματάκια υπνίλα,
Όμως στα βάθια τ' άγνωρα ξυπνάει και ζωντανεύει
Όλα τα μάγια τα κρυφά της μεστωμένης νιότης,
Όλους τους πόθους, τους καϊμούς, τους πόνους, την αγάπη.
Κ' εγώ αγαπάω· συ μοναχά και τα πουλιά του λόγγου
Ξέρετε την αγάπη μου σ' όλην αυτήν την Πλάση.
Πολλές βολές στα μάτια της τα μαύρα και μεγάλα
Είδα να καθρεφτίζεται η λαμπερή σου αχτίδα
Πολλές βολές κουρμάστηκα οι αντίλαλοι του λόγγου
Να παίρνουν οχ το στόμα μου και στα πουλιά να λένε
Το χαϊδεμένο τόνομα της μαυρομάτας Χρύσως.
Να κάτεχες τι χαλασμός που γένετ' εδώ μέσα!
Είνε αβλεμόνι ο πόνος μου, πέλαγο δίχως άκρη,
Δρακόλιμνα χωρίς βυθό, γης χάσμα, στια μεγάλη,
Πόταμος με κατεβασιά που ριζιμιά ξεσέρνει.
Κ' η Χρύσω είν', άστρι, η μάγισσα που δύνεται και ξέρει
Πώς να μερέψη ο ποταμός, η στια πώς ν' αποσβύση,
Πώς του πελάου ο αβλέμονας, πώς ο βυθός της λίμνης
Να στίψουνε, να πατηθούν κι' ο χαλασμός να πάψη.
Όμως ποτέ δεν ξάνοιξα καλό ένα διάνεμά της.
Κ' η παπαρούνα, ο κύσσερας πώσκασα την αυγούλα
Με τη δεξιά παλάμη μου τίποτα δε μου δείξαν.
Μάδεψα εφτά ασπρολούλουδα πολιώρα μες το σάδι
Τα τέσσαρα μούπαν το ναι, τα τρία μούπαν όχι.
Από καθάριο μάλαμα κι' ασήμι να σε κάμω
Μέσα στο κατασάρκι μου να σε κρεμάσω σα γκόλφι,
Σα χαϊμαλί, σα φυλαχτό, να γένω δουλολάτρης
Να πέφτω να σε προσκυνάω το βράδυ που προβάλλεις.
Φέρτην, αστρί, τη Χρύσω μου φέρτην στον έρωτά μου.
Το δεξί μάτι μου φλυτρά μη θα γενή το θάμα;
Ω Χρύσω, που το χνώτο σου μοσχοβολάει σα γάλα,
Κι' ολόβολη μοσχοβολάς σαν άνθι από θυμάρι,
Πούσε οχ τα χιόνια ασπρότερη της Παγωμένης Ράχης,
Σαν την αγράμπελη ανθερή, γλυκειά σαν την παγούδα,
Σαν την αρνάδα κάλεσσα και σαν τη χλόη δροσάτη.
Χρυσοπηγή, χρυσόνειρο της άπραγής μου νιότης,
Δείξε μου μια βολά κ' εσύ σημάδι αγάπης, Χρύσω,
Τι ο μαύρος θα να βουρλιστώ με τον καϊμό που θρέφω,
Τι στα μελίγγια μου ο καϊμός βαριά ξανάφτει θέρμη,
Κι' αν κλαίγω, τα ματάκια μου για εσένα κλαίγουν, Χρύσω.
Η ΚΟΡΗ
Ένα σπερνό που αράδιαζε τέτοιους καϊμούς στ' αστέρι
Ο ερωτεμένος ο βοσκός γερμένος στο ραβδί του
Κ' έκρυβε στα δυο χέρια τον τα μάτια του που κλαίγαν,
Από του λόγγου τα δεντρά προβαίνει ξάφνου η Χρύσω,
Του αφεντικού του η μοναχή κι' αμάλαη θυγατέρα.
Περίμορφη σαν του βουνού την κάρια περδικούλα,
Μεστή σα στάχυ του θερτή, ξανθιά σαν την κερίθρα,
Φωτοπερίχυτη λαμπρή σαν τ' άστρι που ξεφεύγει,
Λαχταριστή κατάγλυκια σαν τη δροσοσταλίδα,
Σαν το κρινόχνουδο απαλή και μοσχοβολισμένη.
— Λάμπρο, δειλά ανακράζει τον. — Ποιος είνε; — Εγώ είμαι
η Χρύσω. —
— Τι τρέμεις; η όψη σου γιατί τόσες βαφές αλλάζει;
Πώς με τηράει το μάτι σου και στη καρδιά με σφάζει; —
Αμίλητη τα μάτια της η κόρη χαμηλώνει.
Τα ροδοκάλια της αυγής της δύσης η πορφύρα
Μες την πανώριαν όψη της αδερφικά είχαν σμίξει.
Τα χέρια της με της ποδιάς την άκρη άστοχα παίζαν
Και μια της φτέρνα εσύντριφτε της γης εν' άγριο γιούλι.
Καλότυχο χίλιες βολές της γης το λουλουδάκι
Που ξεψυχάει παράκαιρα κάτου από τέτοια φτέρνα.
— Μη γιατί κλαίω, γιατί βογγώ; της κρένει ο Λάμπρος πάλε.
Μύθος δεν είνε, εγώ πονώ κ' εσύ το ξέρεις Χρύσω. —
Η κόρη ολόρθη σώπαινε, κι' όντας σωπαίν' η κόρη
Κ' όντας δε φεύγει δε προγγά, θα πη πως δεν πεισμώνει,
Θα πη πως την ελόχεψε κι αυτή με το κεντρί της
Η μέλισσα η χρυσόφτερη που τήνε λεν Αγάπη,
Και με τα λόγια τα γλυκά τ' αγούρου αναγαλιάζει.
Ψάρεψε ο Λάμπρος στη σκοπή τ' άφαντο μυστικό της.
Τα στήθια του από ολόβολο κοτρώνι ξαλαφρώσαν,
Της αχνισμένης όψης του σφογγάει τον κρύον ίδρω,
Παίρνει βαθύν ανασασμό μες οχ τα φυλλοκάρδια.
Γροικάει καινούρια ανάκαρα, νέα ύπατα, νέα πόδια,
Τη συντριμμένη του ψυχή μπροστελεμένη νιόθει
Ξεθαρρεμένος σέρνεται στης κορασιάς το πλάγι,
Κι' ωσάν σε ονειροφαντασιά νάπλεε σιγά μιλεί της
Μ' όλα τα μάγια της φωνής και του καϊμού τη θέρμη.
— Μη ξεφτυλάς τ' ωριόπλουμο κεντίδι της ποδιάς σου
Μ' αυτά τα κρινοδάχτυλα πώχουν πλαστή για χάιδια.
Μ' αυτό το πόδι το μικρό που με μεθά η θωριά του
Μη το σκοτώνης τ' ώμορφο τ' αθώο της γης λουλούδι.
Κι' αυτά τα μάτια που καιρούς και μήνους με πλανεύουν
Κατά το χώμα ντροπαλά γιατί τα χαμηλώνεις;
Χρύσω, γλυκανασήκου τα, γύρε τα κατ' εμένα
Και στάλαξέ μου στην ψυχή με την αγνή τους σπίθα
Τα θάρρητα της παντοχής, τα βάρσαμα του πόνου.
Δος μου το τ' άσπρο χέρι σου μ' όλη τη βούλησή σου
Στην ξαναμένη μου καρδιά να το σιμώσω, Χρύσω,
Να νιόσεις τη λαχτάρα της, τους χτύπους της ν' ακούσης
Αχ! ο μεγάλος μου ο καϊμός θα να μ' αποσβολώση,
Θα γένω σαν τον ξέρακα τον αστραποκαμένο
Και θα χαθώ στην έρημο χωρίς δροσούλα κ' ίσκιο,
Χωρίς αντίρριμα χλωρό, χωρίς κλωνί ανθισμένο.
Έλα να ζήσουμε μαζί σαν τα τρυγόνια, Χρύσω,
Να περπατάμε τες ερμιές, τ' απάτητα τα λόγγα,
Πούνε τ' ανεύρετα νερά τ' αμάζωχτα λουλούδια,
Κι' οπού το λεν οι πέρδικοι κ' οι κούκοι ξεγνοιασμένοι.
Ιδές, ο Μάης με τες δροσιές και τα πολλά του τ' άνθια
Και με την ερωτάρικη τη μυστικιά του γλώσσα
Γροίκα, τρανά σ' ανακαλεί στη μαγική αγκαλιά του
Άκου, με τους κελαϊδισμούς τ' αηδόνια σ' ανακράζουν —
Η ΑΓΑΠΗ
Όταν από δροσόπαγο κλιτό και μαργωμένο
Μνήσκει στον κάμπο ολονυκτής τ' Απρίλη το λουλούδι
Και την αυγούλα το φιλούν μόλις του ήλιου η αχτίδες
Κ' εκείνο αναθερμαίνεται και ξεπαγώνει αγάλια·
Κ' η Χρύσω έτσι ξεπάγωνε κ' έτσ' αναθερμαινόταν
Με τα θερμά γλυκόλογα του πιστικού του Λάμπρου.
Πέφτει του Λάμπρου το ραβδί π' ακούμπαε το πλευρό του,
Της Χρύσως έπεφτε η ποδιά, τα χέρια χαρβαλώναν
Κι' άθελα βρέσκαν κι' άγγιζαν του πιστικού τα χέρια.
Έτρεμε σαν την καλαμιά κι' ανάγερνε τα μάτια
Πλημμυρισμένα από καϊμό και φλογερά απ' αγάπη,
Κι' όπως κοχλάζει απ' άνεμον η φουσκωμένη λίμνη
Έτσ' ανεβοκατέβαιναν οι αμαλαγοί της κόρφοι.
Στ' αντικρινό κατάρραχο έλαμπε τ' ώμορφ' άστρι,
Τα σπερινά τ' απόφοιτα στο βάθο ασπρολογούσαν
Και κάπου κάπου στη θαμπή και μακρινή τους φέξη
Το μονοπάτι του βουνού ξεχώριζε στους βράχους.
Ίσκιωνε ο κάμπος χαμηλά κ' η ρεματιές θολώναν,
Τ' αεράκι κρυφομίλαε με του βουνού τα φύλλα,
Γυρνούσαν από τες βοσκές τ' άγρια πουλιά της έρμου,
Σα λιθοσώρι ο χρυσαετός ατάραγος κι' ολόρθος
Ανάκραζε το τέρι του μες του γκρεμού το φρύδι,
Αράδιαζε από διάρραχο μικρό κοπάδι κι' άσπρο
Και κάπου ακουόταν σαλαγή, κάπου βραχνή φλογέρα.
Του Λάμπρου σκόρπια ολόγυρα τα πρόβατα βοσκούσαν
Και τα γαλαροκούδουνα γιομόζαν τον αέρα
Μ' αρμονικό κι' ολόγλυκο κι' ανάκουστο ηχολόι.
Στο σάδι παίζανε τ' αρνιά κι' ο νιος στην αγκαλιά του
Την κόρη βάσταε άλαλη και λιγοθυμισμένη.