ΤΟ ΚΡΙΜΑ
Πολλές βραδιές π' αντάμωναν φυλιώνταν από τότες
Κ' έλεγαν την αγάπη τους κι' άργαγε λίγο η Χρύσω
Κι' αν τη ρωτάγαν «τι άργησες;» τα γονικά στο σπίτι
Χίλιες τους εύρισκε αφορμές, μύρια της στράτας μπόδια.
Κ' ένα βραδύ από τα πολλά, κοντά το πρώτο σούρπο,
Δίχως ν' αρμέξουν πρόβατα, να ειπούν και πολλά λόγια.
Την πήρε από το χέρι ο νιος την ώμορφη την κόρη
Και να, σε δαύτη τη σπηλιά, στο μονοπάτι δίπλα,
Νυφούλα δίχως γάμου ευκές και βλογητό στεφάνι.
Με τα φιλιά την έσυρε με χάιδια ο ψωμοπάτης.
Χλόη δροσερή από τα βαρκά, μυρτιές από το ρέμα,
Πεύκα του λόγγου ευωδερά, λουλουδιασμένες δάφνες
Κι αρείκη του βουνού απαλή και νιόβγαλτο θυμάρι
Έκοψε κ' έστρωσε ο βοσκός κ' έγειρ' εκεί την κόρη.
ΤΟ ΘΑΜΑ
Στη ράχη πρόβαινε λαμπρό της χαραυγής τ' αστέρι,
Στου λόγγου τα πυκνά δενδρά ξυπνούσαν τα πουλάκια
Κι' ανάκραζαν με τους γλυκούς κελαϊδισμούς την πλάση.
Τότες ξυπνήσανε κ' οι νιοι μες την κρυφή φωλιά τους,
Στο μοσχοβολισμένο τους και μαλακό στρωσίδι,
Κομένοι αχνοί και βάρυπνοι και σα ξαγρυπνισμένοι,
Ξαρματωμένος ο βοσκός σα σκλάβος του πολέμου,
Η νια με κόρφους ανοιχτούς και με ποδιά λυμένη
Και στα ρουτιά τα κεντιστά και στα μαλλιά τα σκόρπια
Μυρτιάς, αρείκης, θυμαριού κλωνάκια σκαλωμένα.
Τους χτύπησε της χαραγής το παγερό τ' αέρι
Και ξαστερώσαν ξάνοιξαν οι μαύροι λογισμοί τους.
Τότες θυμήθηκε ο βοσκός τα ζωντανά, τη στάνη,
Κι' αφίνει ευτίς τη σπηλιά με τ' απαλό το στρώμα
Και την πανώρια αγάπη του με τα γλυκά φιλιά της,
Με τ' άσπρο, το μεστό κορμί, τη λιγερή τη μέση
Και την ολόθερμη αγκαλιά που χάρηκε όλη νύχτα.
Όμως το γρέκι του αδειανό κ' έρμη τη μάντρα βρίσκει.
Τα στρουγγολίθια, τα κλαριά, μπροστά του ζωντανέψαν
Κ' έγειναν όλ' αφεντικά κι' ανθρωπινά του κρέναν:
— Λάμπρε, πούνε τα ζωντανά; Λάμπρε, πούνε το βιο μου; —
Ο Λάμπρος αλλοφρένιασε κ' έχασε τα ύπατά του.
— Ω συμφορά, που μ' έσυρες άστοχε λογισμέ μου!
Πάτησα αφεντικού ψωμί κ' έχασα και το βιο του!
Είνε το κρίμα μου βαρύ σαν το βουνό του Σμόλκα,
Το κρίμα πώκαμα ο ζαβός μες το βρασμό της νιότης.
Το πώς στον κόσμο εγώ να βγω, τι λόγο θα να δώκω;
Ω θε μου, ιδές και σώσε με τι με τηράς ακόμα, —
Την ίδιαν ώρα πρόβαλε 'στούτο το σάδι η Χρύσω.
Η μαύρη εδώ είδε ολάνοιχτους και μαλαχτούς τους κόρφους
Και φιλημένον το λαιμό και την ποδιά λυμένη
Κ' εδώ θυμήθη κ' ένιοσε την άσβεστη ντροπή της.
— Μανούλα μου, ξεφώνησε σα λιγοθυμισμένη,
Με πλάνεψε και μ' έχασε με τα γλυκά του λόγια.
Όντας μου τάλλεε βολετό δεν ήταν πέτρα να ήμουν; —
Τους ελυπήθηκε ο Θεός γιατ' ήταν νιοι κ' οι δυο τους
Κ' έτσ' έγεινε ο βοσκός πουλί κ' η κόρη αυτείνα η πέτρα.
Ο ΨΩΜΟΠΑΤΗΣ
Τα κακοτράχαλα βουνά του Πίντου όσοι διαβαίνουν,
Οπώχουν τους ψηλούς γκρεμούς και τα μεγάλα λόγγα,
Και τες αμέτρητες κορφές και τες πολλές βρυσούλες,
Οπώχουν τα περίφημα τα πλούσια τσελιγγάτα,
Τα κακοτράχαλα βουνά του Πίντου όσοι διαβαίνουν,
Ξάφνου από βράχου, από γκρεμού κορφή και από ραχούλα
Στριγγιά γροικάνε σουρατά, σα να σουράη τσοπάνης
Και σαλαγάει τα πρόβατα και σαλαγάει τα γίδια.
Τότες οι πιστικοί οι καλοί, που γύρω εκεί σταλίζουν,
Δείχναν με τες αγκλίτσες τους και τα στραβορράβδια
Σε βράχου απάνου, σε γκρεμού κορφή και σε ραχούλα
Μικρό σταχτόφτερο πουλί και λένε: — &Ω ψωμοπάτης&—
ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΟ ΠΡΩΤΟΝ ΔΗΜΟΣΙΕΥΟΜΕΝΑ
Η ΑΡΠΑΓΗ Η ΠΕΝΤΕΛΗ Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΗΣ ΒΟΣΚΟΠΟΥΛΑΣ Η ΔΙΩΓΜΕΝΗ ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ Ο ΑΗΤΟΣ ΤΟΥ ΑΣΠΡΟΠΟΤΑΜΟΥ Ο ΣΤΡΑΤΗΓΟΣ ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ
Η ΑΡΠΑΓΗ
Λεβέντες αρματώνονται να παν ν' αρπάξουν κόρην,
Κόρην για τον σταυράδερφο τον μπράτιμο το Θύμιο.
Νύχτα σελλώνουν τάλογα, νύχτα τα καλλιγώνουν,
Και αυτή του Θύμιου η αδερφή λύχνον κρατάει και φέγγει,
Τον λύχνο 'ς τόνα χέρι της και 'ς άλλο το ποτήρι,
Ποτήρι και καυκόπουλο που τους κερνάει και πίνουν,
Όσα ποτήρια τους κερνάει τους λέγει και τέτοια λόγια:
—Αυτού που πάτε, μπράτιμοι, αυτού που πάτε, αητοί μου,
Την κόρη που θ' αρπάξητε την ώρηα περδικούλα,
Μη μου την βαλτώσετε, φτερό να μην της πέση,
Σαν νύφη να την φέρετε και σαν μεγάλη αφέντρα.
Κ' εγώ στον καλογυρισμό θα νάβγω στο καρτέρι,
Να σας διπλώσω τα καυκιά και τα κρασοποτήρια.
Όλα του Ολύμπου τα χωριά, όλα κοράσια τρέφουν
Κοράσια σαν το κρύο νερό και της αυγής την στάλλα.
Μα σαν το κάτου το χωριό που γέρνει προς την Όσσα,
Που ασπρολογάει πλατύ, απλωτό που φλάμπουρα το ισκιώ-
[νουν
Και το ποτίζει ο πόταμος, λίγα χωριά γεννάνε
Τέτοια κοράσια που είδα εγώ, τέτοιες Ξωθιές του Ολύμπου
Και 'ς του χωριού τες ώμερφες ώμορφη και ακουσμένη
Ήταν η Δέσπω η μοναχή του Αρχόντου θυγατέρα.
Γκόλφι την είχε το χωριό κι' ο Όλυμπος τραγούδι,
Τα μάτια τα γραμμένα της και το τρανό όνομά της
Σκάζει τους νιους τους δύστυχους, πλαντάζει τες κοπέλλες,
Κ' ένα φτωχό βοσκόπουλο κι' ώμορφο κι' αντρειωμένο,
Απ' άλλο, μακρυνό χωριό, το μπλέξανε 'ς αγάπη.
Μπροστά της βγαίνει ολημερίς 'ς τη βρύσι 'ς το κοπάδι
Και με χιλιάδες λόγια του και με γλυκά τραγούδια
Την ωμορφιά της παίνεσε κ' έδειχνε τον καϊμό του
Κι' από τα λόγια τα πολλά κι' από τα γλυκά τραγούδια,
Εξεπλανέθη η ανήξερη κ' η άπραγη καρδιά της…
Ο Θύμιος στέλνει προξενιά. Δεν την εδέχθη ο Αρχος,
Και το φτωχό βοσκόπουλο το σκάει, το φοβερίζει,
— Εγώ είμαι ένα βοσκόπουλο, θρεμμένο μέσ' 'ς τα ορμάνια,
Και δεν με σκάζουν, άρχοντα, άργητες και φοβέρες,
Εμένα αγάπη μοναχά βαριά με βαλαντώνει,
Το βιο σου δεν σου γύρεψα, εγώ την Δέσπω θέλω,
Χίλια θα κάμω βολετά και θε να σου την πάρω.
'Στήν ποταμιά της Σαλαμπριάς τρεις νιοι τρεις αντρειωμένοι,
Ο Γιάννης ο Πλανόγιαννος, ο Πάνος Πλατανιώτης,
Και το μικρό Αρχοντόπουλο αντάμα τρων και πίνουν,
Αντάμα έχουν και τάλογα σε μια ταγί δεμένα,
Σε μια ταγί σ' ένα δεντρί, σ' ένα παλιό πλατάνι,
Του Γιάννου το σιδερικό σκάφτει μανό το χώμα
Με τα χονδρά του πέταλα κι' ολόγυρα λιθάρια
Και σβόλους χώματα σκορπάει, του Πλατανιώτη ο μαύρος
Στο στόμα με τη γλώσσα του το χαλινό του δέρνει
Κι' αφρούς χύνουν τα ορθούνια του κι' όλο βαριά φρυμάζει,
Το δούριο τ' Αρχοντόπουλου το δέντρο αναταράζει
Κι' αυτιάζεται παράξενα και χλιμιντράει με ζόρι.
Ξάφνου τρεχάτος γλήγορος πλακώνει πεζοδρόμος.
— Εσείς τρώτε και πίνετε και πίσω σας κουρσεύουν,
Κουρσάροι καβαλλάριδες χουμήσαν στο χωριό μας.
Μ' ήλιον, με μέρα εχούμησαν και τώκαμαν λυμούρα.
Δριμόχολο και χαλασμός. Πάνε του Γιάννου οι κήποι.
Ξεθεμελιώσαν τες λιθιές, τες φράχτες, τα πλοκάρια.
Τ' αμπελοφύτια, τες σπορές του Πάνου ξεχωνιάσαν,
Και του μικρού Αρχοντόπουλου το πατρικό πατήσαν
Και σκλάβαν πήραν την καλή, την ακριβή αδερφή σου,
Ο Γιάννος επαινέθηκεν άλλους να σκάψη κήπους
Ο Πάνος λέει, άλλες σπορές, κι' αμπελοφύτια οργόνει.
Μα το μικρό Αρχοντόπουλο άλλη αδερφή δεν κάμνει.
Να πάη μονάχο ντρέπεται.
ΤΟ ΠΑΡΑΠΟΝΟ ΤΗΣ ΒΟΣΚΟΠΟΥΛΑΣ
Όλοι το ηλιοβασίλεμμα κυττάζουν το πανώρηο,
Κ' η κόρη οπώχει τον καϊμό τους κάμπους αγναντεύει,
Να ιδή κοπάδια αν έρχωνται κι' αν κούγωνται τρουκάνια.
Ουδέ κοπάδια φαίνονται κι' ουδέ τρουκάνια ηχούνε.
Δακρύζουν τα ματάκια της και τέτοια λέει ο νους της.
— Γιατί με κακοπάντρεψες, μανούλα με κλαρίτην,
Που κάνει μήνες στα βουνά και ξάμηνα στους κάμπους;
Άλλοι του πάνε το ψωμί, άλλοι του παν τα ρούχα,
Κ' εγώ κοιμούμαι μοναχή χειμώνα καλοκαίρι,
Με την ροκούλα μου αγκαλιά τ' αδράχτι στο ζωνάρι,
Βρέξε, χειμώνα, χιόνισε κλείσε τα κορφοβούνια,
'Ρίξε ένα πετροχάλαζο κ' ένα πυκνό δρολάπι,
Για να πνιγούν τα χειμαδιά κ' οι κάμποι να χαλάσουν,
Για να βραχούν τα πρόβατα, τα κόθρα να μοσκέψουν,
Και να σαπούν τα ράμματα, να πέσουν τα τρουκάνια,
Να χάση ο γιός μου την κοπή, την στάνην ν' απαριάση,
Να φορτωθή τον αραγό, νάρθη να ζάη στο σπίτι.
Τ' ΑΘΑΝΑΤΟ ΝΕΡΟ
Χρόνια και μήνες πλάνεσα, σαν διψασμένο αλάφι
Ναύρω τ' αθάνατο νερό να πιω να μην πεθάνω.
Τάχα από ποιο βουνόκορφο και ποιόν γκρεμό να πέφτη;
Σε τι λαγκάδι να περνά. Σαν ποιο λιβάδι τάχα
Να βρέχη, να δροσολογά; Τι δέντρα να ποτίζη
Και τι λουλούδια να φιλή; Τάχα σαν ποιο ακρογιάλι
Με αγάπη να το δέχεται γλυκά 'ς την αγκαλιά του;
Τι αγγέλοι τάχα, τι πουλιά, τι πρόβατα το πίνουν,
Και τι νεράιδες ώμορφες να λούζουν τα κορμιά τους;
Σαν πώς να λάμπη εκεί ο ουρανός; Σαν πώς να ξημερώνη;
Πώς να σουρπώνη από βραδίς; Τ' αστέρια πώς να φέγγουν
Σαν ποιο στρατί να βγαίνη εκεί; Σαν πού θα τ' απαντήσω;
Χρόνια και μήνες πλάνεσα, σαν διψασμένο αλάφι,
Βουνά, ποτάμια επέρναγα, νεροσυρμές και κάμπους,
Δεν τ' απαντούσα πούπωτα. Ψηλά σε κορφοβούνι
Μάγισσαν κόρην απαντάω απάν' το βράδυ βράδυ.
— Μάγισσα, ποιο είνε το στρατί, ποιο είνε το μονοπάτι
Ναύρω τ' αθάνατο νερό να πιω να μην πεθάνω;
— Διαβάτη μου κι' ωμορφονιέ, είνε μακρυά η πηγή του.
Νύχτωσε τώρα πού θα πας στην ερημιά μονάχος;
'Στήν αβρετή μου τη σπηλά πέρνα την νύχτα απόψε,
Και με χάραμμα ταχιά σου δείχνω εγώ τον δρόμο.
Η Μάγισσα η ερημική, η Μάγισσα η πανώρηα,
Μου είπε το βράδυ στη σπηλιά. — Καλόγνωμε διαβάτη,
'Στό πρώτο το ξημέρωμα τον ύπνο ν' απαριάσης,
Να πας για νάσαι στο νερό την ώρα που έβγη ο ήλιος.
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
ΤΟ ΜΕΘΥΟ
Κάτω στην άκρη του γιαλού χωριατοπούλες πλέναν,
Πλέναν τα ρούχα κι' άπλωναν και με τον άμμο επέζαν,
Φύσηξε ένας κακός θρακιάς, φύσηξε τρεμουντάνα,
Και κάποιας ανασήκωσε το γυροφούστανό της,
Κ' εφάνη τ' άσπρο πόδι της κατάζορκο ως το γόνα,
Κ' έλαμψε ολόγυρα ο γιαλός, κ' έλαμψε ο κόσμος όλος.
Ο νιος ψαράς που διάβαινε στην άκρη από την λίμνη
Βλέποντας γόνατο λαμπρό, ζωγραφισμένο πόδι,
Μεθάει, χωρίς να πιη κρασί κι' από τον νουν του βγαίνει.
ΠΕΝΤΕΛΗ
Όσες βολές κινάω ν' αρθώ
Βουνό, να σε απολάψω,
— Βουνό, που μες' 'ς τ' ανέγνωρα
Και μυστικά σου βάθια,
Πώς μου εμεταμορφώθηκες
και μώγινες αγάπη
Κρυφοθιομαίνομαι κι' εγώ
Και μ' αγνωμιά απομνέσκω—
Όσες βολές κινάω ν' αρθώ.
Βουνό, να σ' απολάψω,
Μέσ' αφ' του χαμηλόκαμπου
Τα βαρετά τα πλάτια,
Τα βαρετά και τ' άδροσα,
Τα λιοπυροκαμένα,
Ο ευωδερός αγέρας σου
Κι' ο δροσοβολισμένος
Μου ροβολάει και μώρχεται
Να με συναπαντήση
Και μέσα μου νέα ύπατα.
Νέα δύναμι μου δίνει
Να ξεκαμπίσω, τα ισκερά,
Να φτάκω τα ριζά σου.
Και φθάνω οχ' την αγάπη σου
Θερμός και ξαναμμένος,
Και σου αγκαλιάζω του κορμιού
Τα ασύγκριτα τα κάλλη
Με τη θαμπή κι' αδύνατη
Κι' ανέτολμη ματιά μου,
Γιατί δεν φθάν' η αγκαλιά
Δεν φθάνουν μου τα χέρια —
Και βόσκω και κορφολογώ,
Βουνό τες ωμορφιές σου,
Τες ωμορφές σου πούν' θεϊκές
Παραδεισοπλασμένες —
Τα πολλά δάση, τες κορφές
και τα δροσόνερά σου.
Άλλοι τ' αφράτα μάρμαρα
Του κόρφου σου ας παινέσουν,
Οπού εις αγύριστους καιρούς
Θεούς έπλασε η τέχνη.
Άλλοι της Φράγκισας Κυράς
Ας περιτραγουδήσουν
Την ερωτάρικη ζωή
Και το θλιμμένο τέλος.
Εγώ 'ς τους άσπρους κόρφους σου
Δε θάν' απλώσω χέρι,
Ούτε για ξένες, για παληές
Θα γλυκοκλάψω αγάπες.
Εγώ με το τραγούδι μου
Να διαλαλήσω θέλω
Τα εξωτικά, τα ηλιόβλεφτα
Τα ολόφαντά σου κάλλη,
Οπού τους πόθους μου ξυπνούν
Κι' ανοίγουν μου τα μάτια
Και βλέπουν μέσ' 'ς τα κάλλη σου
Άλλων βουνώνε κάλλη.
Νάξερες, ώμορφο βουνό,
Τι μου θυμίζει εμένα
Ένα κεδρί, ένας πεύκος σου
Μια ρεμματιά, μια βρύσις;
Νάξερες πως ξαφνιάζομαι
Και πως αιτιολογούμαι
'Σ της άγριάς σου Βαλανιδιάς
Το μυστικό μουρμούρι.
Νάξερες πως κ' η κάκοψη
Πως κι' η τραχιά της φλούδα
Γίνεται μέσ' 'ςτά χέρια μου
Η πλιο απαλή σαρκίδα.
Νάξερες ώμορφο βουνό
Τι ενθύμησες μου φέρνουν
Τ' απάτητα τα βάθητα
Της μαύρης λαγκαδιάς σου.
Νάξερες πως η άβυσσο
Και το τρανό της χάο
Λησμονημένα και παληά
Κρυφά μου αποσκεπάζουν.
Νάξερες ώμορφο βουνό
Τι κελαϊδεί 'ς' εμένα.
Της βρύσης σου το γάργαρο
Και δροσερό νεράκι.
Νάξερες πως κι' η πλιο μικρή
Γλυκειά σταλαματιά του
Μέσ' 'ς την καρδιά μου αρίφνητα
Μου ξανανοιώνει μάγια.
Νάξερες, ώμορφο βουνό.
Τι πόθους μου ξανάφτει
Κ' ένας ανθός σου ταπεινός
Με τη μοσχοβολιά του.
Νάξερες πως κι' η μυρουδιά
Του χόρτου σου, του βάτου,
Ονειροβότανου ακριβού
Για εμένα μυρουδιά είναι!
Γι' αυτό Βουνόμου, σ' αγαπώ
Περίσσ' απ' όλα τάλλα,
Γι' αυτό μέσα 'ς τανέγνωρα
Και μυστικά μου βάθια
Τόσο κρυφά, τόσ' άστοχα
Θερμή έχεις γίνει αγάπη.
Αθήναι 15 Ιουλίου 1892.
Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΗΣ ΒΑΣΙΛΟΠΟΥΛΑΣ
«Άρχετε Βουκολικαί τω πένθεος
«Άρχετε Μοίσαι.» (Μόσχος)
Έλα, βουνίσια Μούσα μου, χωριατοπούλα Μούσα,
Πώχεις παλάτια μαγικά 'ςτά ισκιερά τα δάση.
'Στά κορφοβούνια τα ψηλά, 'ςτά βαθειά λαγκάδια,
'Σταίς δαφνοσκέπασταις σπηλιαίς και 'στά βαθειά λαγκάδια,
Οπώχεις μάνα μάγισσα, πατέρα σου τον ήλιο,
Και ταις νεράιδες αδελφαίς, — ταις νυχτογεννημέναις,
Πώχεις ραγιάδες τους βοσκούς, τους ώμορφους ζευγίταις·
Έλα, βουνίσια Μούσα μου, που ξένου ανθρώπου μάτι
Δεν σ' είδε, δεν σ' ελόγιασε νους ξένος, ξένο αχείλι
Δεν φίλησε τ' αχείλι σου, έλα 'ςτόν ακριβό σου,
Έλα να κλάψουμε κ' ημείς του Βασιληά την Κόρη.
Πάρε δροσιά απ' τον Όλυμπο και δάκρυ από τον Πίνδο,
Δαφνούλ' από τον Παρνασσό, πεύκο απ' τη Γκιώνα πάρε,
Λουλούδια απ' τον Ταΰγετο, μυρτιαίς απ' την Πεντέλη,
Πάρ' άγιο χώμ' απ' τη Γραβιά κι' από τον Μαραθώνα
Κ' έλα να τα σκορπίσουμε 'ςτό νιόσκαφτό της μνήμα·
Έλα, βουνίσια Μούσα μου, χωριατοπούλα Μούσα,
Έλα να κλάψουμε κ' ημείς του Βασιληά την Κόρη.
Πες 'ς τους ραγιάδες τους βοσκούς να βγάλουν τα κουδούνια
Από τα γιδοπρόβατα, να μη λαλούν φλογέραις·
Πες 'ς τα κορίτσια του Δαδιού να μη λαμπροφορέσουν,
'Στά μαύρα πες τους να ντυθούν, και να μη τραγουδήσουν
'Σάν παν 'ςτή βρύσι για νερό, 'ςτήν ποταμιά για πλύμα·
Πες να σωπάσουν τα πουλιά και να μη κελαϊδήσουν,
Κ' έλα, βουνίσια Μούσα μου, χωριατοπούλα Μούσα,
Έλα να κλάψουμε κ' ημείς του Βασιληά την Κόρη,
Μέσα σε χρόνια δίσεχτα, σε τετρακόσια χρόνια
Σκλαβιάς και καταφρόνεσης, ένας λαός ακέρηος
Την ωνειρεύθηκε βαθειά — βαθειά με την ψυχή του,
Μέσ' 'ςτό κρυφό λημέρι του την ωνειρεύθη ο κλέφτης.
Τ' ώμορφο το βασιλόπουλο 'ςτή μάντρα που εκοιμάτο.
Ο ζευγολάτης 'ςτ' όργωμα, 'ςτό σάλαγο ο αγωγιάτης,
Ο άρχοντας 'ςτό παλάτι του, 'ςτά πέλαγά του ο ναύτης,
'Στά άγια μυστήριά του ο παπάς, μέσ' 'ςτό γλυκό της ύπνο
Η ελληνοπούλα η ώμορφη και μέσ' 'ςτά παραμύθια
Και 'ςτά τραγούδια πώλεγε ο πατέρας 'ςτά παιδιά του.
Έλα, βουνίσια Μούσα μου, χωριατοπούλα Μούσα,
Έλα να κλάψουμε κ' ημείς του Βασιληά την Κόρη.
Κι' απ' όλα αυτά τα ονείρατα κι' από τους πόθους όλους
Εφύτρωσε έναν Αύγουστο, σαν παραδείσου κρίνος,
Που εγιόμωσε όλαις ταις καρδιαίς απ' τη μοσχοβολιά του.
Την είδε ο ήλιος την αυγή που πρόβαλλε, 'ςτήν πλάση
Κ' έσκυψε και την φίλησε κι' απ' το φιλί του εκείνο
Έβαψαν τα μαλλάκια της χρυσά, γιομάτα λάμψι.
Ο ουρανός της χάρισε για ενθύμησι 'ςτά μάτια
Τη γαλανή την όψι του, τ' αηδόνια τη λαλιά τους,
Τα κυπαρίσσια, η λιγαριαίς τώμορφο το κορμί τους,
Η βρύσες τη δροσούλα τους, οι ανθοί τα ονείρατά τους.
Τ' αρνάκια του Μαγιάπριλου την άδολη καρδιά τους,
Ο σταυραετός οπώφυγε μια μέρ' από την Πόλι
Και μέσ' απ' την Αγιά-Σοφιά της έδωκε την Πίστι,
Η χαραυγή το γέλοιο της και τα ψηλά βουνά μας
Ασπράδι από τα χιόνια τους κι' από τα κρύα νερά τους.
Έλα, βουνίσια Μούσα μου, χωριατοπούλα Μούσα,
Έλα να κλάψουμε κ' ημείς του Βασιληά την Κόρη.
Η αγάπη ακέρηου του λαού την έτρεφε σαν γάλα,
Σαν γάλα, 'σαν σταλαμματιά και 'σαν αχτίδες ήλιου.
Νυκτόημερα εμεγάλωνε κ' έπαιρνε νειάτα, μάγια.
Όσο που επέρασαν χρονιαίς κ' έφεξε μιαν αυγούλα
Που μας την πήρε ο Μόσκοβος 'ς το βασιληά του νύφη.
Ο ανθός οπού εγεννήθηκε για να τον τρέφη ο ήλιος
'Σάν έχασε τον ήλιο του δεν έζησε, εμαράθη.
Έλα, βουνίσια Μούσα μου, χωριατοπούλα Μούσα,
Έλα να κλάψουμε κι' εμείς του Βασιληά την Κόρη.
Η ΔΙΩΓΜΕΝΗ ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ
— Διωγμένη απ' τα παλάτια μου κι από τ' αρχοντικά μου,
Όπου κι' αν 'δούν τα μάτια μου θα πάω να κατοικήσω,
Ψηλά 'ς απάτητα βουνά, κάτου σε κάμπους έρμους.
Σύντροφο νάχω το θηριό, μίλημα τ' αγριοπούλι.
Κι' ανέβαινε η βασίλισσα μοιρολογώντας τέτοια
Ένα ψήλο βουνόκορφο. Πέρασε πλήθος χρόνια
'Σ του ζευγολάτη τόργωμα, 'ς του πιστικού τη στάνη,
Μέσ' 'ς το καλύβι του ψαρά, 'ς τα μεσοχώρια μέσα,
Μέσα εις κελλιά μοναστηριού, 'ς αρματωλού λημέρια.
Άκουσε τ' αναστέναγμα του ναύτη, τ' αγωγιάτη
Του θεριστή του αργατικού έμαθε το τραγούδι,
Της βοσκοπούλας το σκοπό, το μοιρολόι του κλέφτη.
Το διαμαντένιο στέμμα της, οπώλαμπε 'σαν ήλιος,
Τούχε λερώσει ο κορνιαχτός του κάμπου. Την πορφύρα,
Οπού την χρυσοκέντησαν του παλατιού η παρθέναις,
Του λόγγου τ' αγριοπρίναρα κ' η αρηαίς την είχαν σχίσει
Κ' εσέρνουνταν 'ς ταις λαγκαδιαίς κομμάτια. Όμως τα νειάτα
Τ' αθάνατα, τα δροσερά, κ' η θεϊκή ωμορφιά της
Άγγιχτα, απείραχτα έμεναν και 'ς το θερμό του κάμπου
Και 'ς του βουνού την παγωνιά, κ' έλαμπε όθε περνούσε
Ωσάν ουρανογέννητη θεά, 'σαν νύμφη αρχαία.
Χαρά την είχαν τα βουνά, τρανό καμάρι οι κάμποι,
Τα δάση στόλισμα ακριβό, κρυφή 'περφάνεια η βρύσαις,
Αγάπη οι αητοί, και τα πουλιά της ερημιάς τραγούδι.
Κι' ανέβαινε ψηλούς γκρεμούς, διάβαινε μονοπάτια.
Την περασμένη δόξα της, τα χρόνια τα παληά της
Θυμάμενη αναστέναζε κ' έτρωγε την καρδιά της,
Έλαμπεν όμως κάποτε 'ς τα ροδαλά της χείλη
Κάνα γλυκό χαμόγελο, κι' άστραφτε καμμιά ελπίδα
Χρυσή 'ς τα μαύρα μάτια της, κ' έλεγε με το νου της:
— Κάποιο ποτέ θα να βρεθή 'ς το δρόμο ν' απαντήσω
Ώμορφο βασιλόπουλο ταίρι του να με κάμη.
Κ' ανέβαινε κ' εδιάβαινεν ερμιαίς και παρακλάδια.
Στερνά, με χρόνια, με καιρούς, εξάνοιξε μια μέρα
Πέρα 'ς άκρη τ' ουρανού, 'ς ενού βουνού κορφούλα,
Βουνού ψηλού και μακρινού, μέσ' σε γαλάζια αντάρα
Χτίριο ψηλό κι' ολόλευκο, σαν στοιχειμένον πύργον,
'Σάν ερημόκκλησο παληό, σα ερημικό παλάτι.
Βρίσκει ένα γέρο και 'ρωτά: — Πες μου, καϋμένε γέρο,
Τ' είν' τ' άσπρο εκείνο το ψηλό μέσ' 'ς το βουνό το πέρα;
Μην είν' παληό ερημόκκλησο, μη στοιχειωμένος πύργος,
Μη είν' παλάτι ερημικό; — Του Ήλιου είν' το παλάτι,
Του ωραίου, του ολόφωτου θεού. Αυτός γυρνά 'ς τον κόσμο
Φως για να δώση και ζωή με ταις λαμπραίς του αχτίδες.
Κι' απ' όξω απ' το παλάτι του, ολόυρα 'ς το περιαύλι,
Οπού το ζώνουν πάρθενα, παληά, βαθειά τα λόγγα,
Μαρμαρωμένα μένουνε, βουβά από χίλια χρόνια
Πανώρηα βασιλόπουλα. Αν είσαι ανδρειωμένη
Και 'ς το παλάτι πας γοργά, πριχού διαγείρη ο Ήλιος
Και μπης ως μέσα αθώρητη και 'ς το χαμώι κατέβης,
Πούνε τ' αθάνατο νερό που λούει το θείο κορμί του
Κάθε βραδούλα πώρχεται κι' αυγή που ξεκινάει,
Κι' αν πάρης μέσ' 'ς τα χέρια σου και βγης κι αράδα-αράδα.
Τα βουβαμένα, τ' άλαλα τα μάρμαρα ραντίσης
Και ιδής να λάβουνε ζωή, να κρίνουν να ξυπνήσουν,
Τότε χαρά 'ς εσένανε.
Είπε και φεύγει ο γέρος.
Όσο να ισκιώσουν τα νερά κι' όσο να γείρη ο Ήλιος
Απ' όξω απ' το παλάτι του αλαλαγμός κι' αντάρα.
Ζωντάνεψαν τα μάρμαρα πούταν βουβά και κρύα
Κ' έμμορφα βασιλόπουλα πεζά κι' αρματωμένα
Ντυμένα μέσ' 'ς το μάλαμμα τα λόγγα πηλαλάνε
Κι' απ' όλα των τα στόματα 'σαν μια φωνή γροικιέται:
— Ποιος είν' αυτός οπώκαμε τέτοιο καλό μεγάλο
Το βιο να του χαρίσουμε και ταις χρυσαίς κορώναις!
Απ' το παλάτι ξέμακρα να ξαποστάσουν στέκουν
Και ρίχνουν κλήρο και λαχνό, 'ς όποιον απ' όλους πέση,
Γυναίκα του η βασίλισσα σκλάβοι του οι άλλοι νάναι.
Κ' ένας μικρός και πλειο ώμορφος πετιέται και φωνάζει:
— Σταθήτε, 'ς έναν μοναχά η βασίλισσα δεν πρέπει.
Όλοι μαζί χρυσό θρονί διαμαντοκολλημένο
Θα να της στήσουμε τρανό-τρανό ως τα ουράνια
Και σαν τον Ήλιο φωτερό, νέα κεντιστή πορφύρα
Θα να την ντύσουμε λαμπρή, και το παληό της στέμμα
Καινούργιο θα το χύσουμε. Θάνε βασίλισσα όλων,
Θεά μας θάνε και κυρά, κ' ημείς πιστοί της λάτραις.
Το σκήπτρο το περίπλουμο που θα κρατάη 'ς τα χέρια
Θα νάνε μαγικό ραβδί που θα οδηγάη τον νου μας
Που θα οδηγάει τα έργα μας, το κάθε πάτημά μας.
Σταθήτε, 'ς έναν μοναχά η βασίλισσα δεν πρέπει!
Όλοι αγκαλιάζουν τον μικρό και την ορμήνεια ακούνε.
Ο ΑΗΤΟΣ ΤΟΥ ΑΣΠΡΟΠΟΤΑΜΟΥ
Ποιος πέρασε απ' τα βουνά τ' Ασπροποτάμου απάνω
Κ' εκεί δεν είδε τον αητό 'ς τα βράχια θρονιασμένον;
Στέκεται ορθός κατάκορφα, λες κ' είνε λιθοσώρι.
Το φλογερό το μάτι του σπιθοβολάει σαν πόρη.
Τηράει ολόυρα τους γκρεμούς, τηράει το χάσμα κάτω
Και κάπου σκύφτει, προς την γη καρφώνει αφτιά και μάτια
Κι' ακαρτεράει αντίλαλους κι' ακούει και ξεδιαλέγει.
'Σ' άλλο λιθάρι αντίπερα τ' αητάκι του καθέται.
Βολαίς-βολαίς σέρνει κραυγή. Σέρνει κι' ο αητός παρόμοιαν,
Κι' ανοίγει τα φτερούγια του και χαμηλώνει ολίγο,
Κ' ύστερα πάλι ασηκώνεται κι' ολόρθος απομένει
Ασάλευτος και σιωπηλός ωσάν μαρμαρωμένος.
Κάποτε εμπρός του 'ς τους γκρεμούς διαβαίνουν περιστέρια
Και πέρδικες κι' άλλα πουλιά των λαγκαδιών, των βράχων,
Και δεν τα καταδέχεται και δεν τα κυνηγάει …
Βοήν και ποδοβολητό ξάφνου τ' αγέρει φέρνει,
Ακούεται κ' ένα σούριγμα. Ο αητός ανατριχιάζει
Κράζει ελαφρά το ταίρι του, τα νύχια του αναδεύει.
Και τα φτερά με το ραμφί δυο-τρεις βολαίς χτυπάει.
Είν' αγριογίδια που περνούν γοργά κι' αρμαθιασμένα,
Μπροστά μπροστά πάει το τραγί, οπ' οδηγάει και σέρνει,
Κ' έρχεται από κοντά η κοπή, γίδια και γιδομόσχια.
Και γίνεται μεγάλος θρος 'ς της σάρες, 'ς ταις χιλιάδες!
Κάπου πηδούν ψηλά ραϊδιά, κάπου σουράει ο τράγος,
Κι' αντιλαλούν σπηλιαίς, γκρεμοί το ποδοβολητό τους.
Ξαγνάντισαν σε μια πλαγιά. Ξάφνου κραυγή αντιχάει
Κι' ο αητός χουμάει βαρύς, γοργός σαν αστραπή που πέφτει
Μέσ' 'ς του στερνού το μέτωπο τα νύχια του καρφώνει
Και το χτυπάει με το ραμφί, με τα φτερά το δέρνει.
Ρεκάζει τ' αγριόγιδο, μπροστά σουράει ο τράγος,
Και τρέχει ακράτητη η κοπή κι' αραδιαστή κι' ακέρια,
Τρέχει και τ' αγριόγιδο με τον οχτρό του απάνω.
Ζαλίζεται καμμιά βολά, ξεκόβεται από τάλλα,
Και με τα ορθά του κέρατα τον σταυραετό παλεύει,
Παίρνει καινούργιο απίδρομο και δύναμιν και θάρρος
Και τρέχει πάλι και πηδάει και ρεκασμόν ξεσέρνει.
Στερνά δειλιάζει, σταματά και ματωμένο γέρνει.
Ο αητός χαρούμενη κραυγή, κραυγή της νίκης χύνει,
Κι' έρχεται με το ταίρι του και του γιδιού τα σπλάχνα,
Τ' ανοίγουν με τα νύχια τους. Το ψυχομαχητό του
Τους αγαλλιάζει, τους μεθάει, κι' από τ' αγάλλιασμά τους
Κι' από το μέθυο ανάβεται, φλογίζεται η ματιά τους.
Κι' όταν θερμό τελεύεται του κυνηγού το γαίμα
Μπήγουν οι δυο τους το ραμφί και πίνουν και χορταίνουν.
ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ
Τον Σεμπτέμβριον του 1892 εξέλιπεν ο τελευταίος αετός του ηρωικού Σουλίου ο στρατηγός Δημήτριος Ν. Μπότσαρης εν ηλικία 85 ετών. Εγεννήθη εν τω πεφημισμένω Σουλίω τω 1807 εν μέσω της κλαγγής των όπλων και των ενδόξων μαχών. Ήτο υιός του σχόντος την αρχηγίαν της ενδόξου εξόδου του Μεσολογγίου και πρώτος εξάδελφος του ήρωος Μπότσαρη. Δωδεκαετής εζώσθη τα άρματα και συνεπολέμησε μετά του γενναίου αυτού πατρός και των άλλων λεοντοκάρδων Σουλιωτών, συμμεριζόμενος τας κακουχίας και τους κινδύνους εκείνων, πηδών από βράχου εις βράχον ως έλαφος και αγωνιζόμενος υπέρ της πατρίδος. Έφηβος ήτο ο Δημ. Μπότσαρης ότε εξερράγη η επανάστασις καθ' όλην την διάρκειαν της οποίας ηγωνίσθη εκ των πρώτων και πολλάκις ανεπλήρου τον ένδοξον πατέρα του εν τη αρχηγία, όταν εκείνος απουσίαζεν εκ των μαχών καλούμενος εις άλλας υπηρεσίας της μαχομένης πατρίδος. Η διά τον Δημ. Μπότσαρην ενδοξοτέρα αναπλήρωσις του πατρός του ήτο η εν τω στρατοπέδω Φαλήρου εν ηλικία δεκαεννέα ετών· διότι είχε κληθή τότε εις την πρώτην των Ελλήνων συνέλευσιν ως αντιπρόσωπος των Σουλιωτών. Εν τη αρχηγία του σώματός του διεκρίθη επί συνέσει και ανδρεία, ώστε εφείλκυσε τας συμπαθείας των γενναίων μαχητών και την αγάπην και εκτίμησιν του στρατάρχου Καραϊσκάκη.
Μετά την αποκατάστασιν των πραγμάτων της πατρίδος ο Μπότσαρης κατετάχθη εις τον ενεργόν στρατόν και έλαβε μέρος εις όλας τας εθνικάς περιπετείας. Διο και ετιμήθη πολλάκις δι' εμπιστευτικών θέσεων. Εκ πεποιθήσεως αντεστρατεύετο προς τον αείμνηστον Όθωνα και κατεδιώχθη. Μετά την έλευσιν του Βασιλέως Γεωργίου διωρίσθη υπασπιστής αυτού. Ετιμήθη διά του Μεγαλοσταύρου και άλλων ξένων παρασήμων. Εξελέγη πολλάκις βουλευτής και πρόεδρος του συλλόγου της «Ανατολικής ομοσπονδίας». Ημείς αντί παντός άλλου εγκωμίου εδημοσιεύσαμεν εις το πρώτον φύλλον (18 Σεπτεμβρίου 1892) της «Φωνής της Ηπείρου» το ποίημα του Κρυστάλλη. Γ. Κ. Γ.
ΣΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟΝ ΤΟΥ ΣΤΡΑΤΗΓΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΝΟΤΗ ΜΠΟΤΣΑΡΗ
Πάρε τραγούδι μου φτερά, ξεφτέρι, αετός να γίνης
Και πέτα γλήγορο μακρυά, πέτα κατά το Σούλι,
Διάβαινε κάμπους και βουνά, κ' εκεί σαν απαράξης
'Στην Κιάφα απάνου ν' ανεβής, τρανή λαλιά να σύρης
«Ο υιός του Νότη απέθανεν, ο υιός του Νότη πάει!»
Όπου ταμπούρια άλλους καιρούς και μετερίζια εσκάφταν
Κ' εσαλαγούσαν Λιαπουργιάν, αρματωλοί οι Σουλιώτες,
Τώρα, βοσκοί, 'στα ράχια τους τσάρκους και στρούγγες χτίνουν
Και σαλαγάνε γιδερά. Έναν καιρό θυμούνταν
Βολές βολές 'στό σκάρο τους τα περασμένα χρόνια
Κ' έλεγαν της Τζαβέλενας, του Μάρκου τα τραγούδια,
Και τα κλαριά, ανετρίχιζαν, δακρύζαν αίμα οι βράχοι
Πέρα και γύρου όπ' άκουγαν για τους παλιούς των φίλους.
Τώρα που θα να πας εκεί, τραγούδι φτερωτό μου,
Που θ' ανεβής κατάκορφα 'ς την Κιάφα και θα σκούξης
«Ο υιός του Νότη απέθανε, ο υιός του Νότη πάει»,
Τάχα θα νιώσουν μέσα τους μέσ' τα βαθιά τους σπλάχνα
Πόνον ακόμα, χαλασμό, τα κορφοβούνια εκείνα;
Τάχα θ' αστράψη ο Ζάλογγος, θα μπουμπουνίση ο Πίνδος,
Τάχα η Χειμάρρα θα ρυασθή, θα να δακρύσ' η Πάργα;
Τάχα 'στό Κούγκι, το βουβό, το ξεθεμελιωμένο,
Θ' αναστηθή οχ' τη στάχτη του κανένας πολεμάρχος,
Να κάτση να σου διηγηθή την λεβεντιά του Μήτρου;
Τάχα κανένα ριζιμό, κανένα ορθό κοτρώνι,
Θα να ξυπνήση να σου ειπή με ξέχωρο καμάρι,
«'Σ' εμένα ο Μήτρος μια βολά, σ' εμένα ο υιός του Νότη
»Το γιαταγάνι ετρόχησε, πρωτόλουβος λεβέντης,
»Κ' ερρίχτηκε 'στον πόλεμο ψηλά ανεμίζοντάς το
»Και νικητής σαν έγυρε 'σ εμένα πάλιν ήρθε
»Στον δροσερόν τον ίσκιο μου να κάτση ν' ανασάνη»;
Πάρε τραγούδι μου φτερά, σύρε 'ς το Κακοσούλι,
Κι' αν δης να γίνη χλαλοή, κ' αν δης να πέσουν δάκρυα,
Πέτ' από 'κεί χαρούμενο 'ς Ανατολή και Δύσι
Να διαλαλήσης δυνατά 'ς τον κόσμο πέρα ως πέρα,
Ότι, το Σούλι ακόμη ζη, ότ' είν' ακόμα ελπίδα.
Κι' αν βρης νεκρίλα κ' ερημιά, κι' αν δεν ακούσης κλάυμα,
Γύρνα τραγούδι μου φτωχό, κι' είνε θεϊκή κατάρα.
Κι' όντας διαγύρης από εκεί, φέρε κλαρί οχ' τη Λάκκα
Και πάχνη από τον Ζάλογγο και χώμα από το Κούγκι,
Το μνήμα να στολίσουμε του γέρου πολεμάρχου.
Θ' αναγαλλιάση, απάνω του σαν θα τα νιώση ο Μήτρος.
Και δεν θα του φανή βαριά η αραχνιασμένη πλάκα.
Θα λέη πως μέσ' το Σούλι του τ' αγαπητό κοιμάται,
Και θα ονειρεύεται γλυκά της νειότης του τα χρόνια
Αυτού που πας, πολέμαρχε, κι' αυτού που κατεβαίνεις,
Πόσοι παλιοί σου σύντροφοι, θρεφτάρια του πολέμου,
Να σ' αρωτήσουν καρτερούν για το καϋμένο Σούλι!
Να μη δειλιάσης!….. Να το ειπής, ότι είνε σκλάβο ακόμα!
ΕΡΓΑ ΠΕΖΑ
ΠΡΟΠΕΡΣΙΝΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ
(ΑΝΕΚΔΟΤΟΝ)
(Φιλική Γραφή από τα Γιάννινα].
«Νυκτών' η Παραμονή, αγαπημένε μου. Άλλους καιρούς, — θυμάσαι, — τα στενά και τα σταυροδρόμια μας εγιόμοζαν κόσμον από 'δω από την πόλη και από τα χωριά όξω. Η Καλούτσασμη σήμερα, η Λούτσα, η Καμάρες, το Κουρμανιό, η Σκάλα, το Σταυροπάζαρο, ο Πλάτανος, τα Γάλατα, όλα είν' έρμα κι' άλαλα σήμερα. Τα γυναικόπεδα μοναχά της φτωχολογιάς σωριασμένα στρυμώνονται στα παραπόρτια των Ελεών. Καρτερούν το μικρό το Χριστουγεννιάτικο μοίρασμα. Κι' η βροχή που απ' την αυγή ασταμάτηγη πέφτει με το δρυμόνι, δέρνει τ' ασκέπαστα τα κεφάλια τους, κι' από τα τρυπημένα τους ρούχα ζώνεται ως μέσα στα ζόρκα κορμιά τους και τα καταποντιάζει. Τα δύστυχα! . . . Αραδαριά στο παζάρι οι αργαστηριαρέοι κάθονται με σταυρωμένα τα χέρια, χωρίς δουλιά, κι' άλλοι με σκυφτά τα κεφάλια, λες κι' ακαρτερούν βοήθεια από τον ουρανό. Μα ο ουρανός ρίχνει την συγκρατούμενη βροχή του σκεπασμένος πέρα ως πέρ' από σύγνεφα. Επελάγωσαν οι δρόμοι μας όλοι, μούσκεψαν οι τοίχοι κι' η σκέπες των σπιτιών. Νοτίζουν όλα τα πράμματά μας. Και μια μεγάλ' υγρασία, που περνάει την σάρκα μας ως το κόκκαλο, μας εζάρωσε ολότελα. Τα βουνά πέρα είνε τυλιγμένα σε μπόρα και δεν φαίνονται. Βρέχ' εδώ και χιονίζει εκεί.
Έχει περάσει από δυο ώρες το δειλινό και σήμαντρο κανένα δεν εδιαλάλησε την αγιότη της αυριανής μέρας, κι' οι παπάδες δεν έψαλαν τον εσπερινό σήμερα. Η εκκλησίες είνε κλειστές. Βουβά τα σήμαντρα, βουβοί κι' οι παπάδες. Η αυλές και τα κατώφλια εχορτάριασαν. Η αράχνες κλώθουν τα υφάδια τους και διάζονται στες πόρτες και στα παραθύρια. Μέσα σκουριάζουν άπλυτα τα πολύφωτα κι' οι κηροστάτες, μουχλιάζουν η εικόνες, ιδρώνουν νοτιά οι τοίχοι κι' οι μεσανοί οι στύλοι, παγώνει το λάδι στα σβυστά ασημοκάντηλα και τα δισκοπότηρα μένουν δίχως μεταλαβιά απάνου στην Προσκομιδή και στην Άγια Τράπεζα.
***
Ξέρεις το μυρολόι της Πόλης, όταν την έπαιρνε ο Τούρκος. Σ' άκουσα πολλές φορές να το λες όξω που βγαίναμε τες ηλιοφανιές κι' έβλεπα να νοτίζουν από δάκρυο τα ματόφυλλά σου όντας έλεες και ξανάλεες με θλιβερό σκοπό το πικρό γύρισμά του: «Κλάψτε, μωρέ καϋμένοι Χριστιανοί!» Ήρθε καιρός τώρα οπού το μοιρολόι και τ' απόφωνο τούτο το λέμε και το ξαναλέμε εδώ οι Χριστιανοί όλοι. Το λέμε και κλαίμε όλοι με πυρωμένα δάκρυα.
Με τον ερχομό της νύχτας η βροχή κάπως ξέκοψε. Μα ο ουρανός είνε πάντα κρυμμένος στα σύγνεφα, λες και θρηνάει κι' αυτός τα μαυρισμένα μας Χριστούγεννα.
Όσο σφίγγει το σκοτάδι, τόσο απλώνεται η ερμιά στην πόλη μας. Ως πώφτακεν ώρα οπού τα Γιάννινα ώμιαζαν κοιμητήρι, κι' ας είμασταν ζωντανοί όλοι στα σπίτια μας, κι' ας είμασταν ξύπνηγοι όλοι. Νεκρίλα, μωρέ αδερφέ, νεκρίλα απέραντη η νυχτιά τούτη. Όξω στα καλτερίμια βροντούσαν ακόμα κάπου κάπου η σταλαματιές κι' η κάναλες των κεραμιδιών και συχναπόκοβαν την ερημιά και την σιγαλιά τα πατήματα του παζάρμπαση και του καρακολιού.
Είχαν σκολάσ' η νοικοκυρές τα πλυσίματα και τ' ασπρίσματα των σπιτιών τους κι' έλαμπαν τούτ' από την παστράδα και το νοικοκυριό. Εφώτιζε την ανατολική γωνιά της σπιτομάννας η αναμμένη καντήλα των εικονισμάτων. Έκαιγε στην εστιά η φωτιά η Χριστουγεννιάτικη, καμωμένη από τετραπάνωτα σύδαυλα κι' εζέσταινε το σπίτι όλο. Είχαμεν γευτή τον απλό σαρακοστιανό δείπνο μας και συμμαζωγμένοι γύρα της όλοι, από τα παιδιά ως τους γέρους, εκαρτερούσαμαν τα Χριστούγεννα. Του κάκου αγρυπνούσαμαν. Χριστός δεν εγεννιώνταν για εμάς την νύχτα τούτη. Κι' αν γεννιώνταν, ποιος θα να μας το φανέρωνε; Στον συγνεφιασμένον μας ουρανό δεν θα νάτουν βολετό να 'δούμε ποτέ τ' αστέρι που τώδειξε μια φορά στους Μάγους. Τα σήμαντρα δεν θα μας το διαλαλούσαν, κι' οι κράχτες δεν θα μας το φώναζαν. Η εκκλησιές μας ήταν κλειστές και στα 'κονίσματα των σπιτιών μας ετοιμαζόμασταν για να πούμε την δέησή μας.
«Κλάψτε, μωρέ καϋμένοι Χριστιανοί!»
***
Έχουν περάσει τα μεσάνυχτα. Η ίδια νεκρίλα στην πόλη μας. Η ίδια κουβέντα στα σπίτια, για το κλείσιμο των εκκλησιών. Και λέγουν ανάμεσα πως κάπου κρυφοσυνάζονται και κρυφοσυντάζονται για ταραχές την αυγή. Τα μικρά τα παιδιά ξεδειλιασμέν' από την φωτιά κι' αποσταμέν' από τα παιγνίδια, αποκοιμιώνταν ένα ένα στα γόνατα των γονιών τους, εκεί παραστιάς.
Ήρθεν η ώρα του όρθρου. Εβουβαθήκαμαν μονοκοπανιάς όλοι. Λόγος δεν έσκαε τότε στα χείλια μας. Εμείναμε ασάλευτοι κι' ακαρτερούσαμε μήπως ακούσωμεν σήμαντρο πουθενά ή κράχτην. Ξέρεις τι ώρα γιομάτη μυστήριο ιερό και θρησκευτικό γήτεμμα είνε τούτη που ακαρτεράς άγρυπνος τόση νυχτιά ν' ακούσης ν' άρχεται ο κράχτης στη γειτονιά σου χτυπώντας παντού στες αυλόπορτες το βροντερό εκείνο μπαμ-μπαμ-μπαμ! με το ξύλινο το τσοκάνι του. Πετιέσαι τότες όξω στην κρεββάτα σου ή στο παραθύρι κι' ακούς να τρικυμίζουν τον αγέρα και τα σκοτάδια οι γλυκύτατοι και μαγικοί ήχοι του σημανταριού, ποιοι μακρυνοί και ποιοι κοντινοί. Και βλέπεις τότε ν' ανοίγουν πόρτες και να γιομόζουν οι δρόμοι από κόσμον οπού πηγαίνουν ν' ακούσουν στην εκκλησιά τα Χριστούγεννα.
Συνειθισμένος απ' αυτά, σαν εκαρτέρεσα βουβός τόσην ώρα και δεν ακουρμάστηκα πουθενά κράχτην, απετάχτηκα στην κρεββάτα. Πίσα το σκοτάδι όξω και το κρύο φαρμακερό. Στηλώνω τ' αυτί κι' ακαρτερώ κι' εκεί ολόρθος ωσάν μαρμαρωμένος. Δεν άκουσα τίποτε ο μαύρος. Ως που μ' ανάγκασαν η φωνές της μανούλας μου να μπω μέσα να μην παγώσω.
— Έμπα μέσα, μου λέει, παιδί μου, να μην παγώσης αυτού, και
Χριστούγεννα δεν έρχονται για εμάς φέτο.
Κι' εγώ μπαίνοντας στον οντά εμουρμούρισα θλιβερά:
—_ Κλάψτε, μωρέ καϋμένοι Χριστιανοί!
Κι' έννοιωσα να νοτίζη δάκρυ τα ματόφυλλά μου.
***
Εξημέρωσεν. Η δέηση έγεινε μπροστά στα 'κονίσματα των σπιτιών μας. Εγώ έψαλα το «η Γέννησίς σου Χριστέ». Κι' ανάρια ανάρια εβγαίναμε από τα σπίτια, να μάθουμε κάνα καινούριο χαμπέρι. Κανένας δεν ήξερε τίποτε. Όλων η όψες η ξαγρυπνισμένες και κατσουφιασμένες από την θλίψι, ώμοιαζαν τον μυσοσυγνεφιασμένον κι' αγέλαστον ουρανό μας.
Τρέχουμε στη Μητρόπολη. Κι' εκεί τίποτε δεν ειξέρουν. Ο Δεσπότης ορμηνεύ' ησυχία κι' υπομονή. Η υπομονή μας ήταν μεγάλη μέσ' την καρδιά μας, μα η ησυχία που καταΐσκιωνε σαν θείο χέρι ως τώρα τα γαληνεμένα μας στήθια, άρχεψε να τραβιέται απάνου και ν' αφανίζεται σαν την αντάρα της λίμνης μας την πρωινή, κι' ο βοργιάς της στέρησης της εκκλησιάς άρχιζε ν' αναταράζη τα βάθητά μας.
— Πώς θα περάσουμε χωρίς εκκλησιά τέτοιες μέρες! Αυτός ο λόγος επέταε στα στόματα όλων κι' αυτός ο λόγος άναφτε μέσα στα σπλάχνα μας. Οι τούρκοι είχαν γίν' άφαντοι την αυγή τούτη. Εφοβήθηκαν από ταραχές. Γιατί κι' όλοι μας, δεν ακαρτερούσαμεν, παρά ταραχές.
— Τα χωριά δε θα λα το νταγιαντίσουν.
Έλεγαν άλλοι.
— Εκκλησιά πουθενά δε θα λ' ανοίξη με το στανιό, αν είμεστε
Χριστιανοί κι' αν έχουμε Πατριάρχην.
— Τα χωριά αρματωμένα θαρθούν μέσα στα Γιάννινα να φοβερίξουν.
— Από την Πόλη θα λ' αρχινήση ο χαλασμός, αν θα λ' αρχινήση.
Τέτοιες κουβέντες ελέγονταν, ως που σίμωσε το γιώμα. Κι' όλοι μας δεν καρτερούσαμε πλια τώρα παρά χαλασμό.
Επεινάσαμεν κι' αλειτούργητοι οι μαύροι εστρώσαμαν το γιώμα να φάμε. Άλλους καιρούς επασχάζαμαν κι' εμείς νύχτα, σαν εγυρνούσαμαν από την εκκλησιά το πρωί. Φέτο, οπού δεν είδαμαν εκκλησιά ούτε για φαΐ μας πήγαινε ο νους, ακαρτερώντας την νύχτ' απ' ώρα 'ς ώρα το σήμαντρο και τον κράχτη. Κι' από την αγρύπνια αύτη μας εγένονταν αγγλέουρας το φαΐ μέσα και κάθε χαψιά έπεφτε σαν μολύβι βαριά στο στομάχι μας.
***
Άξαφνα, μέσ' στο φαΐ απάνου, έν απέραντο και δυνατό σημανταριό ανατάραξεν όλην την πόλη μας.
— Κάτι κακό θάρχεψε, λέει ο πατέρας και κοντοστέκεται με τη χαψιά
στό στόμα του.
— Χστός και Παναγιά! Σταυροκοπιέται η μάννα.
Εμείς τα παιδιά επανιάσαμαν.
Και μονομιάς χλαλοή και τρεχάματα επλημμύρισαν τους δρόμους.
Πετιούμαστε με τον πατέρα στό δρόμο να μάθουμε.
Όλ' έτρεχαν κατά την Μητρόπολη. Τους πρώτους που απαντούμε τους ρωτάμε τι γίνεται.
— Ανοίγουν η εκκλησιές, μας λέγουν.
— Και πώς ανοίγουν; Με το στανιό;
— Μωρ' τι με το στανιό, που νικήσαμαν. Πήραμαν τα προνόμια.
— Πήραμαν τα προνόμια! Πήραμαν τα προνόμια! Πήραμαν τα προνόμια! . . .
Τώρα αυτός ο λόγος επέταε στα στόματα όλων κι' όλοι ετρέχαμαν κατά τη Μητρόπολη. Εκεί ηύραμαν ολάνιχτες της εκκλησιάς τες πόρτες κι' αναμμένα τα καντήλια και τα πολύφωτα και τους κηροστάτες. Είχε γιομόσει κόσμον η εκκλησία και μέσα και στην αυλή ακόμα. Η εικόνες δεν πρόφταιναν να πάρουν ανασπασμούς.
Ο ουρανός άρχιζε να ξεκαθαρίζη απάνου. Ξεσυγνέφιασαν και η όψες των Χριστιανών, οπ' έλαμπαν τώρα τηρούμενες κι' αυλακωμένες κάπου κάπου από δάκρυα. Και μέσ' από την ψυχή τους ωσάν λιβάνι ανέβαινε στα ουράνια η μυστική δέηση τούτη:
— Θε μου, δόσε πάντα δύναμη της εκκλησιάς να βγαίνη από ολούθε νικήτρα, δόσε κι' εμάς θάρρος των μαύρων και μεγάλη καρδιά να φτουράμε της σκλαβιάς μας τους κατατρεγμούς και τες καταφρόνησες, ως που να σωθούν καμμιά μέρα η αμαρτίες μας κι' ως που να δούμε άστρο ελευθεριάς το Χριστουγεννιάτικο τ' άστρο».
***
Την φιλική τούτη γραφή ανοίγοντάς σας σήμερα ελεύθερα εβουλήθηκα να σας γυρίσω μ' αυτήν δυο χρόνια πίσω, να σας γυρίσω με τον νου στα Χριστούγεννα της μαυρισμένης χρονιάς με το κλείσιμο των εκκλησιών.
Δάκρυσ' αλήθεια διαβάζοντες τότες του φίλου μου την γραφή και γέρνοντας κι' εγώ κατά τον ουρανό τα μάτια εδεήθηκα τέτοια:
— Δόσε, Θεέ, δύναμη της εκκλησιάς μας να βγαίνη απ' ολούθε νικήτρα· όμως δόσε και κάθε τόσο τέτοιες στο τόπο μας ταραχές, για να ξυπνάν κάπου κάπου τα σαπημένα μας αίματα και για να ξεσκουριάζη η πατσαβουριασμένη μας η καρδιά· μπέλκιμ και βγούνε καμμιά βολά για καλλίτερο. (1892)
ΠΕΖΟΓΡΑΦΗΜΑΤΑ
Όσες βολές η σκύλλα Ξενητιά με κερνάει τα πικρά της κρατηροπότηρα, αχ! δεν ηξέρω πώς μώρχεται τότε και λησμονώντας κι' απαριάζοντας όλον τον περίγυρά μου κόσμο, χύνονται σαν λυσσαγμένος μέσα μου, και με τα σιδερένια νύχια του λογισμού, σαν κακούργος σκάφτω την έρμη μου καρδιά κι' από των χρόνων τα λιθοσώρια ξεθάφτω τες παλιές μου Ενθύμησες. — Η πρώτες συγκίνησες, που κέντισαν την παιδική μας ψυχή, αφίνουν μέσα μας Ενθύμησες άσβεστες· κ' είνε το νήμα το μυστικό, οπού μας δένει και μας κολλάει με τους τόπους που πέρασε η νιότη μας.
— Χαρά στον που τώχει ειπή!
Ενθύμησες είνε και τα &Πεζογραφήματά& μου.
Η ΕΙΚΟΝΑ
Τ' ανοιξιάτικα πρωινά, οπώβγαινα χαραγή για το γάλα, γύριζα κάποτες από τον καφενέ του Ζώη τ' Αζώηρου.
Στην Καραβατιά, κατά τα Δυο τ' Αδέρφια, είχεν ο Ζώης ο Αζώηρος τον καφενέ του. Είχε συγυρίσει σε τόπον καφενέ το ίδιο το σπίτι του που καθότουν αυτός, χήρος κι άτεκνος, με τη μεσόκοπην αδερφή του, την Κυρά Τσεβούλα. Αυτός εσερβίριζε τους μουστερίδες, κ' η αδερφή του έβραζε τους καφέδες μέσα, 'ς το ίδιο τζάκι, 'ς την ίδια γωνίστρα του σπιτιού, οπώβραζαν και το φαγί τους. Και δεν εμπέρδευεν ο Ζώης ποτέ τον καφέ του, γιατ' είχε πάντα 'ς το νου ότι το μπέρδεμα φέρνει κακό και ζημιές πλειότερες παρά κέρδη, κι αυτός το ψωμί του, οπώβγαζε με τον καφενέ του, ήθελε να το βγάζη και να το τρώη με τον ίδρω του και με την τιμιότη, κι όχι με το ψέμμα και με την αδικιά, γιατ, ήξερε πως κ' οι μουστερίδες του τον παρά, που τους έπαιρνε, τον έβγαζαν με τον ίδρω και με την τιμιότη.
Είν' αλήθια, πως κάποτε, πριν παντρευτή ο Αζώηρος, έβλεπε την καλοπέραση και τα λαμπρά σπίτια των μεγαλουσιάνων κι αναστέναζε νυχτόημερα, κ' ένας μοναχά πόθος, μια σκάση, κατάτρωγε κρυφά τα σωθικά και τη νιότη του, πώς να βρη τρόπο κι αυτός ν' αρχοντέψη, ν' αποχτήση κι αυτός καλοπέραση, και να χτίση ψηλά σπίτια. Τότες δεν ήτον καφετζής ο Ζώης. Τότες είχεν αργαστήρι 'ς το Κουρμανιό κάτου, οπού χρυσοκεντούσε φέρμελες και σελάχια μπέηδων, κοζόκες και λαχουριά κυράδων. Κ' ήτον αργαστηριάρης αυτός, κ' είχε καλφάδες και παρακαλφάδες εις τ' αργαστήρι του, που δούλευαν και που σαν τραγουδούσαν ψιλά ψιλά, εκεί που πλούμιζαν, τα νυχτέρια, με χρυσάφια και με τιρτίρια τα ξόμπλια τους, έστριφτε το μουστάκι του το ξανθό αυτός, έγερνε το κρεμεζί φέσι του στραβά ως τα φρύδια κ' έκραζε συχνά πυκνά.
— Δόστε του, μωρέ παιδιά, δόστε του. Όξω φτώχια, μωρέ καλφάδεσιμ'.
Τότες ήτον οπούχε βάλει 'ς το νου του για ν' αρχοντέψη ο Ζώης. Έπιανε και παράν αλήθια με την τέχνη του. Επάντρεψε μιαν αδερφή του. Επαντρεύτηκε κι αυτός κόρη νοικοκυροπούλα με προικιό, και τώρα …. ποιος τον κουβέντιαζε! Η μάνα του, ζούσε η κακομοίρα, κ' η δυο η αδερφάδες του, δεν είχανε πού να τον βάλουν. Ο «Ζώης μας» εδώ κι ο «Ζώης μας» εκεί, το πήγαιναν νύχτα μέρα «Το μοναχό μας, τ' αρχοντοπλό μας, το μοσχοαναθρεμμένο μας, το τζοβαΐρ μας». Είχε γιομώσ' η γειτονιά με τ' όνομα του Ζώη, φορτωμένο μ' όλ ' αυτά τα χαϊδευτικά χαϊμαλιά. Δεν έμεινεν άλλο τώρα παρά να χτίση και το περιπόθητο σπίτι ο Ζώης. Να το γκρεμίση από τα θεμέλια του το χαμηλόσπιτο που εγεννήθηκε και που τ' άφηκε μαζί με την τέχνη και με τ' αργαστήρι ο σχωρεμένος ο πατέρας του ο γέρω Αζώηρος, και να χτίση απανουθιό του μεγάλο κι αρχοντικό σπίτι, σεράι ολάκερο με τρία και με τέσσερα πατώματα. Έλα όμως που ο πόνος της γρηάς για το «φτωχικό» της ήταν μεγάλος και δεν «ήταν τσαρές» για να στρέξη να χτισθή καινούργιο ψηλό σπίτι απάνω του.
— Σαν έχς σκοπό να το γκεμίσης, γιε μ', τούλεγεν η γρηά, γρέμσε με κ' εμένα 'ς το λάκκο μου μαζί του. Βάλε με να πλακωθώ κ' εγώ αποκάτ' από τη σκέπη του. Άσε με κάνεμ να κλείσω τα μάτια μ' εγώ, και τότες κάμε ό,τι θελς εσύ.