WeRead Powered by ReaderPub
Η Γυφτοπούλα cover

Η Γυφτοπούλα

Chapter 12: ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ζ'.
Open in WeRead

About This Book

The narrative interweaves rural episodes on an island, following a shepherd who uncovers a hidden cave with ancient statues and other villagers whose small losses and quests—most notably the loss and retrieval of a treasured cloak—set in motion journeys, bargaining, and raiding. Portraits of worn lives, local customs, and encounters with thieves and veterans thread together to explore fate, poverty, and the hold of tradition. Scenes shift between lyric descriptions of landscape, ritual memory of antiquity, and gritty everyday struggles, producing a mosaic of communal life where personal misfortune and chance discoveries reveal deeper tensions between past and present.

Εν τούτοις τα παρά των γυναικών τούτων εκπεμπόμενα βέλη δεν ήσαν τα δριμύτατα. Υπήρχεν άλλη τις τάξις, η τάξις των γραϊδίων, ων οι ονειδισμοί ουδεμίαν είχον φαιδρότητα, αλλ' ωμοίαζον με βέλη αγρίων. Μία τούτων, ήτις κατώκει μόνη εις οπήν τινα υποχθόνιον, ουχί μακράν της καλύβης των χαλκέων, ωνομάζετο δε κοινώς &Εφταλουτρού&, ήτο το φόβητρον της δυστυχούς νέας. Η γραυς αύτη εκράτει οζώδη ράβδον, δι' ης υπεστήριζε το βήμα, έτρεμε, και είχεν επί της ράχεως δύο ογκώδεις ύβους ουχί ισομεγέθεις. Ο είς ήτο διπλάσιος του ετέρου, και υψούτο προς τον δεξιόν ώμον. Τούτο έδιδεν εις το κυρτόν σώμα της γραίας τοιαύτην ροπήν, ώστε εβάδιζε πάντοτε με την μίαν πλευράν, την ευώνυμον, ήτις έκλινεν χαμηλότερον προς το έδαφος.

Η Εφταλουτρού εξήρχετο δις της ημέρας εκ της φωλεάς της, και έκαμνε γύρον περί την ακτήν επεσκέπτετο όλας τας οικίας, και εισέπραττεν ουχί ελεημοσύνην, αλλά φόρον παρ' όλων των γυναικών. Διότι την εφοβούντο, και δεν ηδύναντο να μη της δώσουν κάτι. Εάν εύρισκε θύραν τινά κλειστήν, δεν έφευγεν. Εστρώνετο επί του κατωφλίου και ήρχιζε με ικεσίας πρώτον και με υποκοριστικά λέγουσα·

— Ανοίξατε την πορτίτσα σας εις την φτωχήν, την άμοιρην, την έρημην γρήτσα. Θα σας δώσω την ευχούλα μου, να τα χιλιάνετε, να τα μυριάνετε, να πάρετε τα χρονάκια μου, όχι τα βάσανά μου. Πάντα μοναχή, έρημη και σκοτεινή ζω εις αυτόν τον κοσμάκη. Δεν έχω ψωμάκι, δεν έχω λαδάκι, δεν έχω φαγάκι. Ανοίξατε την πορτούλα σας χριστιαναίς.

Αν η οικοδέσποινα εκάμπτετο ευθύς και ήνοιγε το έν θυρόφυλλον, η γραία εστήριζε τον ύβον της ως μοχλόν επ' αυτού, μετεχειρίζετο ως αντηρίδα την βακτηρίαν της και εισεχώρει εις την οικίαν. Τούτου καταργουμένου, μετέβαινε και εγκαθιδρύετο παρά την εστίαν, μεθ' όλους τους μορφασμούς της οικοδεσποίνης. Τότε αύτη τη έδιδε τεμάχιον άρτου.

— Τι να το κάμω ψωμί μοναχό; έγρυζεν η γραία. Δόσε μου και ολίγο τυράκι, δυο ελήτσαις ή άλλο τίποτα.

Η οικοδέσποινα τη έδιδε τότε ό,τι ευρίσκετο εις το ερμάριον.

— Νάχης την ευχίτσα μου, έλεγεν η Εφταλουτρού. Δόσε μου και λίγο λαδάκι, ν' ανάψω το καντήλι.

Και ανέσυρεν εκ του θυλάκου, ον είχεν εις την εσθήτα της εις βάθος τριών σπιθαμών, μικράν φιάλην, και την επαρουσίαζε προς την οικοδέσποιναν. Αύτη εκούσα άκουσα εγέμιζεν με έλαιον την φιάλην.

— Να χαρής τα νειάτα σου, να ζήσης, να ιδής τέκνα τέκνων δεν σου βρίσκεται κανένα παληό υποκάμισο, καμμιά μαντήλα, κανένα μισοφούστανο…

— Δεν μου περισσεύει τέτοιο πράγμα, έλεγεν η οικοκυρά. Μακάρι να είχα.

— Για ψάξε, κόρη μου, ειμπορεί να ευρεθή. Κάμε τον κόπον. Η οικοδέσποινα εκούσα άκουσα της έδιδεν ημιτριβή τινα μανδήλαν. Η γραία την εδίπλονε και την έρριπτεν εις τον πυθμένα του θυλάκου της. Ελέγετο δε ότι τα τοιαύτα ενδύματα, όσα κατώρθου συχνάκις να αποσπά, τα επώλει εις τους εβραίους μεταπράτας, οίτινες ήρχοντο είς τον τόπον από καιρού εις καιρόν.

— Δώσε μου και δυο κάρβουνα, κόρη μου, έλεγεν είτα η γραία. Ήθελα ν' ανάψω ολίγη φωτίτσα, να πυρωθώ. Κρύο, κόρη μου, κάμνει κρύο εις εκείνη την τρύπα.

Η οικοδέσποινα της έδιδε και κάρβουνα. Είτα η γραία εζήτει προσέτι οίνον, όξος, καυσόξυλα, δαδίον, και άλλα πολλά. Αφού δ' έμενεν επί πολλάς ώρας, απήρχετο τέλος περί την δύσιν του ηλίου αποκομίζουσα όλα τα λάφυρα. Ταύτα συνέβαιναν καθ' εκάστην, αν η οικοδέσποινα τη ήνοιγε την θύραν. Αν όμως εσκληρύνετο και δεν ήθελε να τη ανοίξη, τότε η γραία από των ικεσιών μετέβαινεν εις τας επιπλήξεις και παραινέσεις.

— Τόσον σκληραίς και αδιάκριταις είσθε! Μη το παίρνετε απάνω σας. Ο κόσμος είνε σφαίρα και γυρίζει. Κ' εγώ είδα χρόνια, κ' εγώ είδα ευτυχίαις. Μην είσθε παράξεναις. Θα το μετανοήσετε. Και σεις θα γεράσετε. Εις αυτόν τον κόσμον είδαμεν δα πολλά. Μη θαρρείτε πως θα είσθε πάντα νέαις, πως θα έχετε πάντα τους άνδραις σας να σας κουβαλούν. Έχετε του κόσμου τα καλά, μα είναι ψεύτικα. Έρχεται μια ώρα και γίνονται άφαντα όλα. Φαγητά, πιοτά, στολίδια, φορεσιές, ασημικά, διαμαντικά, όλα φεύγουν. Κ' εγώ είχα. Τώρα δεν έχω ουδέ ψωμί.

Η οικοδέσποινα επτοείτο συνήθως εκ των λόγων τούτων και ήνοιγεν. Αν όμως επέμενεν αύτη εις την απόφασίν της, τότε η Εφταλουτρού από των παραινέσεων μεθίστατο εις τας λοιδορίας,

— Κακή και διεστραμμένη! Άσπλαχνη και αγλύκαντη! Μην είσαι δα τόσον υπερήφανη. Η κακή σου γνώμη θα σε βλάψη. Πολύ γρήγορα το επήρες επάνω σου. Δεν είδα γυναίκα ανόητη σαν εσέ. Τι εθάρρεψες δα, πως είσαι καμμιά νοικοκυρά, από κείναις; Επίστεψες πως ήθελα να ζητήσω τίποτα; Και τι έχεις να μου δώσης; Τι έκλεισες την πόρτα σου; Έχει καμμιά την ανάγκη σου, θαρρείς; Και πού ηκούσθη να ζητήσωμεν ελεημοσύνην από μίαν ολόγυμνην, από μίαν τσιτσάνω, από μίαν ψώραν!..

Τέλος, αφού και το τελευταίον επιχείρημα δεν έπειθε την οικοδέσποιναν, η γραία μετέπιπτεν από των λοιδοριών εις τας αράς και βλασφημίας, ων ο χείμαρρος έρρεε τόσον προχείρως και δαψιλώς από του λάρυγγος αυτής, όσον και η βρύσις των φιλοφρονήσεων και των θωπευμάτων.

— Αστραπή και πούλβερη, φωτιά και αστροπελέκι να πέση εις το ερμάδι σου, να το κάψη, να το κάμη στάχτη και κορνιαχτό!… Κακή χολέρα να σας κόψη, μαύρη πανούκλα και οστρακιά να σας θερίση! Καθώς έκλεισες την πόρτα σου, έτσι να μένη πάντα κλειστή, κλειστή ναι, και ποτέ να μην ανοίξη. Να ρημάξη το ερμαδιακό σου, να πέση, να βουλιάξη, να καή. Ο χρόνος να μη σε 'βγάλη, ο μήνας να μη σ' εύρη, πέντε να είν' αι ώραις σου. Να σαβανώσης τον άντρα σου ανήμερα τη λαμπρή και να θάψης ταις &κλήραις σου&. Κακή τρομάρα και συμφορά να σας έλθη! Από πνίξιμο να μη γλυτώσης, από σεισμό και καταποντισμό να μη σωθής. Να πέση το έρμο σου να σε πλακώση, τα σκυλιά να σε τραβούν, τα φείδια να σε φάγουν, και του χρόνου να μη σώσης, αμήν, Παναγία μου.

Το αποτέλεσμα της τοιαύτης σκηνής ήτο, ότι συνήθως η οικοδέσποινα μη δυναμένη ν' ανέχηται τας τοσαύτας αράς, ήνοιγε βιαίως την θύραν, και κατεδίωκε με σανίδα τινά την γραίαν. Αλλ' αύτη ήτο ήδη μακράν, και άμα εκπέμπουσα τους κεραυνούς της, έφευγε. Παράδοξον δε ότι μ' όλον τον δίδυμον ύβον και τον συνεχή τρόμον του σώματος, τα σκέλη της τότε ανελάμβανον ασυνήθη δύναμιν, και έτρεχε. Συνείθιζε δε εις την οδόν, ότε έβλεπε μακρόθεν προσερχόμενον διαβάτην, να αρχίζη συχνόν και παρατεταμένον γογγυσμόν, όστις έπαυεν ευθύς ως ο διαβάτης παρήρχετο.

Η τοιαύτη γραία, οσάκις συνήντα την Αϊμάν, αν μάλιστα ετύγχανεν επιστρέφουσα εξ αποτυχούσης επιδρομής, οίαν περιεγράψαμεν ανωτέρω, εξέσπα κατά της αθώας νεανίδος πάσαν την οργήν και την λύσσαν της αποτυχίας, ως να της έπταιεν αυτή τίποτε.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ε'.

Η μαντεία.

Ήρκει να παρατηρήση αυτήν πόρρωθεν, και κύπτουσα προς την γην, εξ ης η ρις της δεν απείχε πολύ, ελάμβανε λίθον και εξεσφενδόνιζεν αυτόν κατά της νέας κόρης, κράζουσα·

— Εδώ είσαι, άπιστη; Εδώ είσαι, άθεη; Πάντα εσένα θα βλέπω; Πάντα εμπροστά 'στά ' μάτια μου 'βρίσκεσαι; Δεν πάγεις εις καμμίαν τρύπαν να χωθής, να μη σε βλέπω!

Η Αϊμά δεν ησθάνθη ποτέ πικρίαν εξ ουδενός πράγματος. Όλα έβλεπε μειδιώντα πέριξ της, ουχί ότι εμειδίων δι αυτήν, διότι δεν είχε ζηλευτήν τύχην, αλλά δύναμαι να είπω ότι η νέα τοις εδάνειζε το μειδίαμα τούτο, επιστρέφον και αντανακλώμενον επ' αυτήν, και εις αυτήν μόνην ορατόν. Αλλά δεν ηδυνήθη ποτέ να εννοήση και την μοχθηρίαν της γραίας ταύτης. Έλεγεν αφελώς·

— Τι σου έκαμα;…

Τούτο δε υπήρξεν η πρώτη σταγών χολής η εγχυθείσα εις την καρδίαν της, και εγέννησεν απαισίους λογισμούς. Ήτο άρα μοχθηρά η ανθρωπότης, ή αύτη η κόρη ήτο αξία μίσους; Αλλά διατί;

Εν τούτοις το παρηγορήσαν αυτήν ήτο ότι δεν ήσαν πάσαι αι γραίαι εξ ίσου κακαί. Τουλάχιστον ημέραν τινά απήντησε μίαν, ήτις έδειξε προς αυτήν μεγίστην αγαθότητα. Αλλ' όμως το πράγμα, όπως συνέβη, ηδύνατο να το εκλάβη ως απατηλήν οπτασίαν, διότι η γραία εκείνη πρώτην και τελευταίαν φοράν ώφθη, ουδ' είξευρέ τις πόθεν ήρχετο και πού διηυθύνετο, ουδέ την είδεν έκτοτε ανθρώπινον όμμα είτε παρά την ακτήν, είτε εις την κώμην, είτε παρά την συνοικίαν των αλιέων. Εφόρει δε αλλόκοτον εσθήτα, ασυνήθη εις τον τόπον, και ελθούσα Κυριακήν τινα πρωί έκρουσε την θύραν της καλύβης. Η Αϊμά ήτο μόνη. Η μήτηρ Αθιγγανίς είχεν ακολουθήσει τους δύο υιούς της και τον άνδρα της εις την συνήθη εκδρομήν. Εγερθέντες λίαν πρωί εφορτώθησαν πυράγρας, εσχάρας, καρφία και άλλα τεχνήματα, και απήλθον ίνα τα πωλήσωσιν εις τα περίχωρα. Η δε Αϊμά μόλις είχεν εγερθή και ενεδύετο. Διενοείτο δε ότι, επειδή ήτο Κυριακή, οι χριστιανοί θα ήσαν εις την λειτουργίαν, και θα προσηύχοντο. Αύτη δεν είξευρε να δεηθή, διότι δεν την είχον διδάξει καμμίαν θρησκείαν. Και όμως πολλάκις ησθάνετο την ανάγκην να ψιθυρίζη αυτοσχεδίους δεήσεις. Περί τούτου ηρώτησε τον πατέρα της, τον Πρωτόγυφτον (ούτως ωνομάζετο υπό των περιοίκων, αγνοούντων αν είχε κύριον τι όνομα), αν είνε καλόν να φοιτά εις την εκκλησίαν και να προσεύχηται. Ο γέρων απήντησε διά του συνήθους αυτώ γρυσμού, όστις αν είχεν έννοιάν τινα, θα εσήμαινε βεβαίως ότι «οι γύφτοι δεν έχουν εκκλησίαν».

— Διατί, πατέρα: είπεν η Αϊμά.

— Δεν ειξεύρω.

— Δεν τους δέχονται μέσα;

— Δεν υπήγα ποτέ, είπεν ο γέρων, αλλ' αν επήγαινα θα μ' έδιωχναν.

— Είνε λοιπόν εμποδισμένον;

— Δεν ειξεύρω.

— Και δεν είμεθα ημείς βαπτισμένοι;

— Δι' αυτό ερώτα την μητέρα σου.

Η Αϊμά έσπευσε να ερωτήση την μητέρα Γύφτισσαν, τρέψασα την ερώτησιν επί το ατομικώτερον.

— Μητέρα, είμ' εγώ βαπτισμένη;

— Δεν ειξεύρω, απήντησεν αδιστάκτως η Γύφτισσα.

Βεβαίως δε, αν ηδύνατο να σκεφθή, ήθελε μετανοήσει διότι έσπευσε ν' απαντήση ούτω. Η απάντησις αύτη έκαμε την Αϊμάν να πεισθή περί όσων αμφέβαλλε. Δεν είξευρεν αν η κόρη της ήτο βαπτισμένη. Δεν ήτο άρα η μήτηρ της.

Περί τούτου εσκέπτετο καθ' εκάστην η Αϊμά. Πλην της αναμνήσεως, ήτις έλαμπεν ως λύχνος ανημμένος εν τη συνειδήσει, υπήρχον και άλλαι ενδόμυχοι νύξεις, υπήρχε φωνή τις ήτις εψιθύριζε λίαν ηρέμα, ώστε να μη ανατέλλη μηδεμία κακή εντύπωσις επί του προσώπου της κόρης, αλλ' αρκούντως μεγαλοφώνως ώστε ν' ακούηται υπό της καρδίας αυτής, υπήρχε φωνή ψελλίζουσα ότι δεν ήτο η Αϊμά γνησία κόρη της οικογενείας εκείνης. Αλλ' η γραία γύφτισσα οσάκις ηρωτάτο περί τούτου υπό των περιέργων και των οχληρών, εκήρυττε μεγαλοφώνως και εβεβαίου μεθ' όρκου ότι, η Αϊμά ήτο θυγάτηρ της. Ίσως δε και αυτή επί τέλους κατήντησε να το πιστεύση.

Η ξένη έκρουσεν, ως είπομεν, την θύραν. Η Αϊμα έκραξε·

— Ποίος είνε;

— Άνοιξε, Αϊμά.

Η φωνή αυτή προυξένησεν απορίαν εις την νέαν. Πλην των μελών της οικογενείας, ουδείς άλλος εκάλει αυτήν ονομαστί. Οι άλλοι την ωνόμαζον Γυφτοπούλαν. Αλλά τώρα ήτο γυναικεία φωνή, φωνή εύηχος και μειλιχία, ήτις κατ' ουδέν ωμοίαζε με την βραγχνήν φωνήν της μητρός της. Τις άρα ηδύνατο να είνε;

Η Αϊμά εβράδυνεν ολίγον να μεταβή προς την θύραν. Η ξένη επανέλαβεν·

— Άνοιξε, σε παρακαλώ, Αϊμά.

Η κόρη, χωρίς να αισθανθή φόβον, ελθούσα ήνοιξεν. Εισήλθε δε γυνή υψηλή, εύσωμος, φέρουσα τα σημεία του γήρως επί της μορφής. Αλλά το γήρας τούτο ήτο ιλαρόν και εύχαρι. Υπό τον λευκόν κρήδεμνον, όστις εκάλυπτε την κεφαλήν, εφαίνοντο οι πολιοί βόστρυχοι της κόμης, στιλπνοί και οιονεί επάργυροι. Εφόρει δε ποδήρη εσθήτα φαιάν και κιτρινοβαφή. Η Αϊμά την παρετήρησε μετά περιέργειας. Ήτο η πρώτη φορά καθ' ην έβλεπε την γυναίκα ταύτην.

Η ξένη προέβη εις τα έσω της καλύβης και περιειργάζετο μετά πολλού διαφέροντος πάντα όσα έβλεπεν. Ηρεμαία τις απόχρωσις λύπης και οίκτου εσκίασε την μορφήν της. Το λεπτόν τούτο νέφος παρετήρησεν η Αϊμά. Ησθάνθη δε ευθύς συμπάθειαν προς την ξένην, και ουδεμία κακή ιδέα διέβη διά της φαντασίας της.

— Δος μοι έν κάθισμα, διότι είμαι πολύ κουρασμένη, Αϊμά,

Η νέα έσπευσε να προσφέρη αυτή τον μόνον σκίμποδα, όστις ευρίσκετο εν τη καλύβη. Καθίσασα η ξένη έρριψε παρατεταμένον βλέμμα επί της κόρης. Αύτη ησθάνθη ηλεκτρικήν την επίδρασιν του βλέμματος τούτου, και εταπείνωσε τους οφθαλμούς.

— Αϊμά, σε λυπούμαι, κόρη μου, είπεν η ξένη.

— Διατί με λυπείσθε; είπεν Αϊμά.

— Διότι σε αγαπώ, απήντησεν η ξένη.

— Και πώς με γνωρίζετε;

— Ω, σε γνωρίζω πάντοτε, σε γνωρίζω από του λίκνου σου, Αϊμά.

— Αληθώς; είπεν η νέα, και οι οφθαλμοί της ήστραψαν.

— Σε γνωρίζω από της μήτρας, σε γνωρίζω και προ της συλλήψεως

Η Αϊμά δεν ενόει πλέον.

— Προτού να γεννηθής και να συλληφθής σ' εγνώριζον.

— Αλλά γίνεται τούτο; ηρώτησεν αφελώς η νεάνις.

— Εις την ανθρωπίνην φύσιν είνε αδύνατον.

Η Αϊμά ουδέν είπεν.

— Εις την υπεράνθρωπον όμως είνε δυνατόν, επανέλαβεν η ξένη.

— Δεν εννοώ, είπεν η Αϊμά.

— Και σε λυπούμαι πολύ, κόρη μου.

Η Αϊμά δεν απήντησεν. Ήτο έκπληκτος.

— Έχεις εχθρούς, έχεις διώκτας. Το πεπρωμένον σε αδικεί. Τα πάντα συνώμοσαν εναντίον σου. Και όμως είσαι τόσον συμπαθής, και τόσον καλή!

— Ειπέτε καθαρώτερα, κυρία, εψέλλισεν η Αϊμά.

— Και εις τι ήμαρτες, ταλαίπωρον πλάσμα! Εις τι ηδύνασο να παροργίσης τον Θεόν; Είσαι αθώα και αγνή, ως τα ουράνια πλάσματα. Και όμως πάντες σε καταδιώκουσι. Πάντες σε αδικούσιν. Ουδείς σε υπερασπίζει.

— Και τίνες είνε αυτοί οι εχθροί; ηρώτησεν η Αϊμά.

— Όλη η ανθρωπότης, απήντησεν η ξένη.

— Τι τους έκαμα;

— Εις ουδέν έπταισες. Αλλ' είνε ανάγκη να πληρωθή το πεπρωμένον. Μεγάλας δυστυχίας υπέστης, αλλ' ήσο ανήλικος, και δεν ηδύνασο να τας αισθανθής. Του λοιπού όμως τις οίδεν; ίσως σοι επιφυλάττονται μεγαλείτεραι. Πρέπει να οπλισθής με καρτερίαν, Αϊμά.

Η νέα δεν ηδυνήθη να κρατηθή και ήρχισε να κλαίη. Έκυψε την κεφαλήν και απέμασσε τα δάκρυα εκ των παρειών της.

— Μη κλαίης, μη κλαίης, είπεν η ξένη. Δεν είσαι συ μόνη δυστυχής. Υπάρχουν και άλλοι δυστυχέστεροι. Με βλέπεις εμέ; είπε φέρουσα την χείρα επί του στήθους, όπως ελκύση την προσοχήν της νεανίδος.

Η Αϊμά την εκύτταζε με τους οφθαμούς πλήρεις δακρύων.

— Με βλέπεις; Είμαι πολύ δυστυχεστέρα σου.

— Δυστυχεστέρα; εψιθύρισεν η κόρη.

— Παραπολύ, ασυγκρίτως.

— Διατί;

— Διότι κ' εγώ έχω εχθρούς, κ' εγώ καταδιώκομαι.

— Από ποίους;

— Καταδιώκομαι και πολιορκούμαι ήδη, επανέλαβεν η ξένη.

— Πολιορκείσθε;

— Πολιορκούμαι, Αϊμά, και μέχρι τέλους δεν θα σωθώ.

— Δεν θα σωθήτε! είπεν η Αϊμά συμπονούσα.

— Δεν θα σωθώ. Οι εχθροί μου είνε ισχυροί, και έχουσι πολλούς συμμάχους.

Η Αϊμά δεν ενόει.

— Και ίσως μετά ένα μήνα θα φύγω διά παντός.

— Θα φύγετε;

— Θα φύγω από την οικίαν μου.

— Και διά πού; ηρώτησεν η Αϊμά, υποπτεύσασα ότι η γυνή αύτη παρεφρόνει.

— Δι' αγνώστους τόπους, απήντησεν η ξένη.

Η Αϊμά δεν απήντησεν.

 — Ήλθα να σ' αποχαιρετίσω διά τελευταίαν φοράν, κόρη μου. Έλα να
σε φιλήσω.

Και ορθωθείσα έσυρε την κόρην προς εαυτήν και ενετύπωσεν επί των χειλέων της ένθερμον φίλημα. Η Αϊμά συνέλαβεν ιδέαν τινά.

 — Μήπως είνε η μήτηρ μου; είπε καθ' εαυτήν. Και νέα δάκρυα,
ανέβλυσαν εκ των οφθαλμών της.

Ήθελε, να την ερωτήση και δεν ετόλμα. Τέλος εσχημάτισε το ερώτημα εις τρόπον πλάγιον, διότι τη εφαίνετο απότομον να την ερωτήση απ' ευθείας αν είνε μήτηρ της.

— Κυρία, είπεν, ειξεύρετε πού είνε η μήτηρ μου;

— Η μήτηρ σου; Η μήτηρ σου, Αϊμά, δεν ζη πλέον.

— Απέθανεν! εψέλλισε θλιβερώς η Αϊμά.

— Αλλ' όμως είσαι έν των τέκνων μου.

— Σεις λοιπόν;…

Η Αϊμά δεν ετόλμα να συμπληρώση το συμπέρασμα τούτο.

— Όχι, ένευσεν η ξένη. Τα τέκνα μου είνε αναρίθμητα. Και εκινήθη προς την θύραν, όπως εξέλθη.

— Πού θα υπάγητε, ηρώτησεν η Αϊμά.

— Θα υπάγω εις την οικίαν μου, οπόθεν ήλθα.

— Και πού ευρίσκεται η οικία σας;

— Είνε πολύ μακράν απ' εδώ.

Η Αϊμά την ηκολούθησεν έξω της θύρας. Είδεν αυτήν λαβούσαν την οδόν, ήτις περιέκαμπτε τον λόφον, και γενομένην άφαντον όπισθεν της πρώτης καμπής. Είτα έτρεξε κατόπιν της. Είχε περιέργειαν να ίδη πού θα διηυθύνετο η ξένη. Φθάσασα η νέα εις το σύμπλεγμα των βράχων, ων όπισθεν είχε κρυβή από των όψεων αυτής η ξένη, παρετήρησε, και είδε, πράγμα παράδοξον, ότι αύτη δεν ήτο ορατή πλέον, καθ' όλον το μήκος της οδού. Κάτωθεν εσχηματίζετο πεδιάς, το μέρος δ' εφ' ου ίστατο η Αϊμά, ήτο υψηλότερον και ουδέν απεκρύπτετο από των οφθαλμών του εκείθεν θεωμένου. Πού λοιπόν εκρύβη η ξένη; Η Αϊμά παρετήρησε γύρω εις όλα τα μέρη τα ύποπτα, εις όλα τα κοιλώματα, όπου ηδύνατο να κρυβή προσκαίρως άνθρωπος. Ούδαμού εύρεν ουδέ ίχνος της ξένης. Παρέτεινε τας ερεύνας της επί πολλήν ώραν. Ουδαμού. Η ξένη είχε γείνει άφαντος.

Τότε η Αϊμά ησθάνθη φόβον και επέστρεψε σύννους εις την καλύβην. Εις μάτην εβασάνιζε τον νουν της. Δεν ηδύνατο να λύση το αίνιγμα τούτο. Επί πολύν χρόνον έμελλε να σκέπτεται εις μάτην περί τούτου. Η ανάμνησις της οπτασίας έμενεν εσαεί εις την φαντασίαν της. Ησθάνετο δε και τα χείλη της καίοντα εκ του φιλήματος εκείνου. Δεν είχε δε συνείδησιν, αν κατ' όναρ ή καθ' ύπαρ είδε την όψιν ταύτην.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΣΤ'.

Αι παραγγελίαι.

Η Αϊμά κατέστη σύννους και σκυθρωπή. Αδιαλείπτως εβόμβουν περί τα ώτα της αι εν ονείρω προρρήσεις της αγνώστου. Είχε λοιπόν εχθρούς και έμελλε να υποφέρη! Δεν ηδύνατο να πιστεύση τούτο. Αυτή η τόσον ταπεινή, η τόσον πενιχρώς ζώσα, είχεν εχθρούς; Και υπήρχε τις, όστις ηδύνατο να φθονήση το ευτελές του βίου της; Και τι πλειότερον ηδύνατο να υποφέρη, ειμή την ένδειαν και τας περιφρονήσεις ας καθ' εκάστην υπέφερεν;

Δεν ηδύνατο εν τούτοις ν' αποφύγη την επίδρασιν των προρρήσεων εκείνων. Ησθάνετο ήδη ανησυχίαν προς πάσαν εμφάνισιν ανθρώπου. Εφαντάζετο ότι ηδύνατο να είνε είς των διωκτών της, περί ων είχεν ειπεί η άγνωστος. Έμελλε δε ταχέως να λάβη αφορμήν, όπως αποδεχθή μετά μείζονος δεισιδαιμονίας την ορθότητα των προρρήσεων.

Τούτο συνέβη εσπέραν τινά, ολίγας ημέρας μετά την οπτασίαν. Ο γέρων Πρωτόγυφτος είχεν επανέλθει αρτίως εκ της εκδρομής και εκάθητο έξωθεν της καλύβης. Η Αϊμά ήτο εν τω κήπω. Οι δύο νεαροί Γύφτοι ήσαν εν τη καλύβη και διηυθέτουν τα εργαλεία, Ηκούετο ο συριγμός του Μάχτου, και το άσμα του Βούγκου «Εσύ πεθαίνεις, μάστορη». Η γραία γύφτισσα εκάθητο αντικρύ του συζύγου της, όστις ηκούετο γογγύζων.

— Τι να φάμε απόψε; έλεγεν η γραία.

— Εμένα ρωτάς; εγόγγυζεν ο γέρος. Γμου!… Γρου!…

— Δεν έχομε τίποτα, είπεν αύθις η γυφτισσα.

— Εγώ είμαι κουρασμένος. Γκρου! Χρου!…

— Να βράσω ολίγα λάχανα;

— Τάντερά σου να βράσης, έγρυζεν ο γέρος. Γκου!.,.

Την στιγμήν εκείνην εφάνη καλπάζων ιππεύς, όστις ήρχετο προς την καλύβην. Ηκολουθείτο δε υπό πεζού θεράποντος. Πριν ή φθάση εις την καλύβην, ο ιππεύς επέζευσε και εκάθισεν επί όχθου τινός της οδού. Απείχε δε περί τα πεντακόσια βήματα. Η Αϊμά είδεν εκ του κήπου τους δυο οδοιπόρους, και έμενεν εμβλέπουσα ατενώς προς αυτούς.

Ο πεζός θεράπων διηυθύνθη προς την καλύβην. Πλησιάσας, εχαιρέτισε τους δύο συζύγους. Η Αϊμά παρετήρει προσεκτικώς, και έλεγε καθ' εαυτήν ότι κάπου είχεν ιδή τον άνθρωπον τούτον. Του άλλου, όστις είχε καταβή εκ του ίππου, οι χαρακτήρες του δεν διεκρίνοντο καλώς. Ήτο ήδη εσπερινή αμφιλύκη.

Ο οδοιπόρος εκάθισε και ήρχισεν ασήμαντον συνδιάλεξιν με τον γέροντα.

— Πώς πάγουν η δουλειαίς;

— Πώς θέλεις να πάγουν;

— Πάγουν καλά;

— Στραβά και ανάποδα, απήντησεν ο Γύφτος. Γμ..

— Δεν έχετε πολλή δουλειά; ..

— Τίποτα.

— Δεν κερδίζετε πολλά;…

— Κεσσάτια, είπεν ο Γύφτος.

— Το έχουν η χρονιαίς, φαίνεται.

— Λόγια. Εγώ δεν θυμάμαι καμμία διαφορά από χρονιά εις χρονιά…

— Όλο τα ίδια;

— Εκτός εις το χειρότερο, απήντησεν ο Πρωτόγυφτος. Γρ…

— Και δουλεύεις μόνος σου;

— Έχω τον Βούγκον και τον Μάχτον.

— Ποίοι είν' αυτοί;

— Είνε οι γυιοί μου.

— Και πού ευρίσκονται;

— Μέσα, είπε, δείξας την καλύβην.

— Και κατοικείτε πάντοτε εδώ;

— Ναι.

— Είνε πολλά χρόνια;

— Είνε καθώς εγεννήθηκα. Γκμρ…

Ο ξένος, ενώ ελάλει, έρριπτε συνάμα λαθραία βλέμματα προς τον κήπον, όπου ευρίσκετο η Αϊμά. Αύτη παρετήρησε την πολυπραγμοσύνην ταύτην του οδοιπόρου. Ο γέρων ουδέν είδε.

— Θα μου κάμης μερικαίς παραγγελίαις; επανέλαβεν ο ξένος.

— Τι παραγγελίαις;

— Της τέχνης σου.

— Σαν τι;

— Από πολλά είδη.

— Λέγε.

— Κάμνεις σύρταις και μάνδαλα διά ταις πόρταις;

— Κάμνω.

— Σιδηροσιαίς διά θεμέλια;

— Κάμνω.

— Λωστούς, δικέλλια, φτυάρια;

— Κάμνω.

— Κλειδαριές, καρφιά, ρεζέδες;

— Κάμνω απ' όλα, είπεν ανυπομόνως ο Γύφτος.

— Τότε θα μου κάμης.

— Θα σου κάμω.

— Και εις πόσον καιρόν;

— Τι πράγμα;

— Πότε ειμπορείς να τελειώσης την παραγγελίαν μου;

— Δεν μου την είπες. Ειπέ μου πρώτα.

— Τι να σ' είπω;

— Την παραγγελία σου.

— Αλλά σου την είπα, μοι φαίνεται.

— Πώς;

— Απ' όλα αυτά μου χρειάζονται.

— Ποία όλα;

— Όλα όσα κάμνεις.

— Θέλεις κάθε λογής πράγματα;

— Ναι.

— Τότε πρέπει να μ' είπης…

— Τι;

— Να μ' είπης και από πόσα.

— Συ προσδιόρισε την πληρωμήν.

— Όχι την πληρωμήν, να μ' είπης από πόσα σου χρειάζονται από κάθε είδος.

Ο Γύφτος ησθάνετο στενοχωρίαν διότι τον εβίαζεν ο ξένος, να ομιλή παραπολλά. Από μακρού ήδη χρόνου δεν είχεν εκπέμψει τόσους φθόγγους ανθρωπίνους εκ του λάρυγγος. Έλεγε καθ' εαυτόν ότι παρόμοιον &μουστερήν& ποτέ δεν είχεν ιδεί, και καλλίτερον ήτο να έλειπε και αυτός και το &αλεσβερίσι& του. Εις επίμετρον δεν ηδύνατο, βιαζόμενος υπό της προς τον πελάτην εξηναγκασμένης φιλοφροσύνης, να εκβάλη εκ του στόματος προς ανακούφισιν ούτε &γρου&, ούτε &χμου&, ούτε κανέν των επιφωνημάτων εκείνων, δι' ων κατεμυκτήριζε την ανθρωπίνην λαλιάν, ως όλως άσκοπον και ανόητον.

Ο ξένος απήντησεν εις την τελευταίαν παρατήρησιν του Γύφτου.

— Φτειάσε μου, όσα θέλεις, και βάλε τα δυνατά σου.

— Όσα θέλω;

— Βέβαια.

— Μη τα έχης χαμένα; είπεν ο Γύφτος μη δυνηθείς να κρατηθή.

— Διατί; είπεν ο ξένος, χωρίς να φανή δυσαρεστηθείς.

— Οι μουστερήδες που κάμνουν παραγγελιαίς, ξεύρω 'γώ, εμυρμύρισεν ο Γύφτος, λέγουν σωστά πράγματα, πόσα τους χρειάζονται.

— Κάμε μου τότε από μίαν δωδεκάδα από όλα, είπεν ο ξένος.

— Από τα χονδρά, ναι. Μα από τα ψιλά;

— Τα ψιλά πώς λογαριάζονται, με το καντάρι;

— Με το κοντάρι.

— Κάμε λοιπόν από ένα καντάρι.

— Πάγει καλά. Και πότε τα θέλεις;

— Οπόταν ειμπορέσης, είπεν ο ξένος.

— Και την πληρωμήν; ηρώτησεν ο Γύφτος.

— Την πληρωμήν όρισέ την, απήντησεν ο ξένος.

Ο Γύφτος ελογάριασε με τας χείρας επί τινα ώραν, κρατών τους δακτύλους της αριστεράς εκτεταμένους, και μεταφέρων επ' αυτούς αμοιβαδόν τον δείκτην της δεξιάς. Είτα συνέπτυξε την χείρα και συνήγαγε το άθροισμα επί των αρμών των δακτύλων, διά του αυτού δείκτου. Μετά τούτο εξήγγειλε το αποτέλεσμα προς τον πελάτην, όστις τον εθεώρει μετά περιεργείας.

— Δεκαοχτώ φλωριά διά το σίδερον, είπε, και εικοσιπέντε διά την δουλειά.

— Καλά.

— Το σίδερο εδικό σου θα είνε;

— Όχι, εδικό σου.

— Τότε θα μου πληρώσης τη σερμαγιά, είπεν ο Γύφτος.

Ο ξένος εξέβαλεν εκ της ζώνης το βαλάντιον και τω έδωκε ποσόν τι φλωρίων. Ο Γύφτος εφαιδρύνθη εκ της θέας και της ψαύσεως του χρυσού.

— Και πότε θέλεις να είνε έτοιμα; ηρώτησεν.

— Οπόταν ειμπορείς. Σιγά σιγά.

— Παράξενος μουστερής! διενοήθη ο Γύφτος.

— Εγώ θα είμαι εδώ σιμά, είπεν ο ξένος, και θα έρχωμαι να βλέπω πώς πάγει η εργασία. Πειράζει τούτο;

— Όχι.

— Και εν τω μεταξύ θα γνωρισθώμεν καλλίτερα.

— Πιστεύω. Αφού είσαι τόσον καλοπληρωτής.

 — Έχω συνήθειαν να πληρόνω καλά, είπεν ο ξένος. Φρονώ ότι η
εργασία πρέπει ν' ανταμείβηται.

 — Βέβαια, βέβαια, είπεν ο Πρωτόγυφτος, μη ελθών από πολλού χρόνου
εις τοιαύτην εύθυμον διάθεσιν.

— Και μάλιστα εις τους καλούς τεχνίτας, προσέθηκεν ο ξένος.

— Σωστά.

— Έχεις πολλήν υπόληψιν εις την τέχνην, είπεν ο ξένος. Αλήθεια ότι σε ονομάζουν όλοι Πρωτόγυφτον;

— Αλήθεια.

— Και δικαίως, φρονώ.

— Κ' εγώ αυτό λέγω.

Ο ξένος εσηκώθη και ητοιμάζετο ίνα απέλθη. Περιέφερε και αύθις το βλέμμα προς τον κήπον, όπου ευρίσκετο εισέτι η Αϊμά.

— Πώς βιάζεσαι τόσον, είπεν ο Γύφτος. Δεν θα σε φιλεύσωμεν κάτι;

— Ευχαριστώ.

— Ύπαγε, μωρή, να φέρης την φιάλην με το κρασί να κεράσωμεν τον μουστερήν, είπεν ο Γύφτος προς την γυναίκα του. Αλλ' ας είνε, κάθισε, πηγαίνω εγώ.

Η δευτέρα αύτη σκέψις προήλθεν εκ της επιθυμίας ην είχεν όπως κρύψη τα χρήματα χωρίς να τον ίδη η γυνή, εντός της καλύβης, κατά την στιγμήν ταύτην, καθ' ην αύτη ήτο ηναγκασμένη να κρατήση συντροφίαν εις τον ξένον. Όσον διά τους δύο νεαρούς Γύφτους, ούτοι ευρίσκοντο εισέτι εν τη καλύβη. Ο γέρος εισελθών είπε προς αυτούς·

— Σύρτε να ιδήτε ένα παράξενο πράγμα έξω.

— Τι παράξενο; είπεν ο Μάχτος.

— Ευρέθη μουστερής δι' όλον τον χρόνον.

— Αλήθεια;

— Αλήθεια. Τρέξατε.

Ο Μάχτος μετέβη προς την θύραν. Ο Βούγκος έμενεν έτι εντός, και ησχολείτο, κεκυφώς εις το έδαφος, εις την τοποθέτησιν εργαλείου τινός.

— Πηγαίνετε λοιπόν γρήγορα, τρέξε, Βούγκο! Η μάννα σου φοβούμαι μη μας τον χαλάση με την ανοησίαν της. Σύρτε να του κρατήσετε συντροφιά.

Ώθησε δε τον Βούγκον προς την θύραν και εβίασε αυτόν να εξέλθη, μηδέν εννοούντα.

Αφού εξήλθε και ούτος, έσπευσεν ο Πρωτόγυφτος ν' αποσπάση μίαν πλίνθον εκ της καμίνου, ης το μυστικόν ήτο εις αυτόν μόνον γνωστόν, και έκρυψεν εκεί τα αστράπτοντα φλωρία. Είτα έλαβε την φιάλην του οίνου μετά του ποτηρίου και εξήλθε.

Καθ' ην στιγμήν είχεν εισέλθει ο Γύφτος εις την καλύβην και προτού να εξέλθωσιν οι δύο νέοι εξ αυτής, ο ξένος ήρχισε συνδιάλεξιν με την Γύφτισσαν.

— Δεν μου λες, μαστόρισσα, εκείνη εκεί…

Και έδειξε την Αϊμάν.

— Τι; είπεν η Γύφτισσα.

— Εκείνη η κόρη, επανέλαβεν ο ξένος.

— Ε;

— Ποία είνε;

— Ποία είνε;

— Ναι.

— Είνε η Αϊμά.

— Αϊμά;

— Ναι.

— Είνε το όνομά της;

— Βέβαια.

— Και τι όνομα είνε αυτό;

— Όνομα.

— Βαπτιστικόν της;

Η Γύφτισσα εκίνησε τους ώμους.

— Και τι κάμνει εκεί; επανέλαβεν ο ξένος.

— Τι κάμνει;

— Ναι.

— Δουλεύει.

— Τι δουλεύει;

— Τον κήπον της.

— Και πού κατοικεί;

— Πού κατοικεί;

— Ναι.

— Εδώ.

— Πού;

— Εις το σπίτι μου.

— Την έχεις εις το σπίτι σου;

— Βέβαια.

— Διατί;

— Διατί;

— Ναι.

— Μα πού θέλεις να την έχω;

— Δεν έχει αυτή σπίτι;

— Αυτή σπίτι;

— Ναι.

— Πού να το βρη;

— Είνε λοιπόν ορφανή;

— Ορφανή είπες;

— Βέβαια.

— Μα όχι.

— Έχει γονείς;

— Βέβαια έχει.

— Και πού ευρίσκονται;

— Πού θέλεις να ευρίσκωνται; Δεν μας βλέπεις;

— Σας βλέπω. Και τι μ' αυτό;

— Εγώ και ο γέρος μου.

— Ε;

— Είμεθα ζωντανοί;

— Βέβαια.

— Θα ειπή πως δεν απεθάναμεν.

— Σωστά.

— Και η Αϊμά…

— Η Αϊμά…

— Ζουν οι γονείς της…

— Ζουν;

— Ζουν, αφού ημείς ζώμεν.

— Εννοώ…

— Εννοείς βέβαια.

— Θέλεις να πης…

— Τι;

— Ότι την έχετε ψυχοκόρην.

— Ψυχοκόρην;

— Ναι.

— Ποίαν;

— Την Αϊμάν.

— Θεός φυλάξοι!

— Διατί;

— Διότι είνε κόρη μας.

— Κόρη σας;

— Εγκαρδιακή.

— Με τα σωστά σου;

— Παίρνω όρκον.

— Όρκον;

— Βέβαια.

— Εις τι πράγμα;

— Εις ό,τι θέλεις.

Και η Γύφτισσα ως να ήτο χριστιανή, διότι δεν είχε περί τούτου σαφή συνείδησιν αν ήτο ή όχι, ήνωσε τους λιχανούς εκατέρας των χειρών εις σχήμα σταυρού, και έφερε το σημείον τούτο εις τα χείλη της. Ο ξένος εμειδίασε σαρκαστικώς.

— Ποίος ειμπορεί ν' αμφιβάλλη τώρα; είπε.

— Είνε κόρη μου, επανέλαβεν η Γύφτισσα με τραγικόν ήθος. Κόρη μου, από τα σπλάχνα μου και από τα σωθικά μου.

— Και διά πολύν καιρόν; είπεν ο ξένος.

— Τι, διά πολύν καιρόν;

— Εννοώ, διά πόσον καιρόν είνε κόρη σου;

— Δεν αγροικώ, είπεν η Γύφτισσα.

— Δεν αγροικάς;

— Ναι. Τι θέλεις να πης;

— Έχεις δίκαιον.

— Αμμή;…

— Άλλο ήθελα να είπω.

— Τι άλλο;

— Διά πόσα χρήματα;

— Χρήματα;

— Ναι.

— Τι θα πη;

— Άσπρα.

— Ε, και τι;

— Διά πόσα άσπρα είνε κόρη σας;

— Πάλιν δεν &αγροίκησα&, είπεν η Γύφτισσα. Την στιγμήν εκείνην εξήλθον εκ της καλύβης εξωσθέντες παρά του πατρός των, ο Μάχτος και κατόπιν ο Βούγκος. Ο Μάχτος εσύριζε το σύνηθες αυτώ σφύριγμα. Ο ξένος ηναγκάσθη να παύση την συνδιάλεξιν.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ζ'.

Αι συμφωνίαι.

Πολλήν δραστηριότητα παρήγαγεν εν τω χαλκείω η απροσδόκητος και κολοσσαία εκείνη παραγγελία του παραδόξου πελάτου. Ο Πρωτόγυφτος ησθάνθη το αίμα του σφύζον και τας δυνάμεις του νεαζούσας. Δεν απητείτο δε πολλή επιτηδειότης, όπως η προθυμία αύτη μεταδοθή και εις τους δύο νεαρούς γύφτους, οίτινες πάντοτε ήσαν φιλόπονοι. Ο θεόπεμπτος πελάτης ήρχετο καθ' εκάστην εις το εργαστήριον και προσέκειτο παρακολουθών μετά διαφέροντος την πρόοδον της εργασίας. Ο Πρωτόγυφτος τον είχε συνειθίσει και συνήπτε πάντοτε συνδιαλέξεις μετ' αυτού. Οι δύο νέοι, ως τον έβλεπον, έπαυον τα συρίγματα και ηναγκάζοντο να δάκνωσι τα χείλη των, όπως φαίνονται σοβαροί. Ο ξένος εφαίνετο μεγαλοπρεπής και ενεδύετο πλουσίως. Η Γύφτισσα εθαύμαζε τον καλόν τρόπον του ξένου, είχε δε λησμονήσει εντελώς την εξέτασιν, εις ην την υπέβαλεν ούτος περί της νέας Αϊμάς. Αύτη δε, απησχολημένη όλην σχεδόν την ημέραν, μόλις τον έβλεπε μακρόθεν φαινόμενον, και δεν προσείχεν εις αυτόν. Υπόνοιά τις την εβασάνιζεν εν τούτοις. Αλλ' ημέρα τη ημέρα εξηλείφετο και η εντύπωσις του ονείρου εκείνου, διότι όνειρον πρέπει να ήτο. Η Αϊμά εις ουδένα είπε τι περί της εμφανίσεως της παραδόξου γυναικός. Ούτε πεποίθησιν είχεν εις την σοφίαν των περί αυτήν, ότι ηδύναντο να την διαφωτίσωσι περί της σημασίας του πράγματος, εφοβείτο δε και τους μυκτηρισμούς των, αν εδείκνυεν ότι επίστευε την εμφάνισιν ως πραγματικήν. Και ούτως ήτο ηναγκασμένη να συνέχη εν τη καρδία αυτής τόσους κρυφίους λογισμούς. Άλλως δε ο ξένος δεν την ηνώχλει. Εφυλάττετο να την κυττάξη, και δεν ωμίλησε πλέον περί αυτής εις την γραίαν. Αύτη πάλιν δεν είχε διηγηθή εις την νεάνιδα τι τη είπεν ο ξένος κατά την πρώτην συνέντευξιν. Περί αλλοίας δ' επιβουλής ουδένα είχε φόβον η Αϊμά, διότι ηγνόει σχεδόν και το δυνατόν τοιαύτης. Προς δε τους χαλκείς ο ξένος ήτο όλως ανύποπτος, διότι δεν εφαίνετο πολύ νέος. Ήτο πλέον ή τεσσαράκοντα ετών. Έπειτα το κόσμιον και χρηστόν του ήθους απήλαυνε πάσαν κακήν υπόνοιαν.

Μετά τινας ημέρας ο ξένος απέκτησε πολλήν οικειότητα εν τω χαλκείω. Αι προς τον Πρωτόγυφτον συνδιαλέξεις του καθίσταντο διεξοδικαί και δεν εγίνοντο παρουσία άλλων. Περί την δύσιν του ηλίου έβλεπε τις τους δύο τούτους ανθρώπους καθημένους υπό βράχον τινά υψηλόν, αρκετά μακράν της καλύβης, και συνδιαλεγομένους εμπιστευτικώς. Τις οίδε τι έλεγον προς αλλήλους.

Εκ πάντων των κατοίκων της καλύβης μόνος ο Μάχτος ήρχισε να συλλαμβάνη υποψίαν τινά. Αλλ' ουδαμού εύρε να στηρίξη ταύτην. Κατ' αυτόν ο ξένος (αλλά πριν ή συμπληρώση την ιδέαν του ο Μάχτος ησθάνθη παράδοξον και άγνωστον τέως αίσθημα οδύνης και σπαραγμού)… Ο Μάχτος επεφυλάχθη και ώμοσε προς εαυτόν να εξακριβώση το πράγμα και να βεβαιωθή. Συνεφώνησε με την συνείδησίν του να μεταχειρισθή προς τούτο παν μέσον, διότι ησθάνετο εαυτόν πολύ δυστυχή. Περιέμενε δε ανυπομόνως πρόσφορον στιγμήν να βάλη εις πράξιν τα μέσα, άτινα είχε, τουτέστι την ατομικήν του ενέργειαν.

Εσπέραν τινά, ότε το πρώτον σκότος διεχύνετο υπέρ την γην, ο ξένος, ον από πολλών ημερών κατεσκόπευεν ο Μάχτος, ένευσε προς τον Πρωτόγυφτον να τον ακολουθήση, και απεμακρύνθησαν αμφότεροι της καλύβης. Βαδίσαντες επί πολύ έφθασαν εις μέρος τι και εκάθισαν. Ο Μάχτος τους παρηκολούθησεν ησύχως. Έρπων, συνέχων την αναπνοήν, και προσπαθών να καλυφθή υπό του σκότους και να συγχέηται προς αυτό, έφθασεν όπισθεν του βράχου εφ' ου είχον καθίσει ο ξένος και ο Πρωτόγυφτος. Έκυψε προς την γην, έπεσεν απίστομα παρά την ρίζαν τον βράχου και ηγωνίσθη να κρυβή υπ' αυτόν, προσκολληθείς εις το έδαφος. Η καρδία του πάλλετε δεινώς. Ο Μάχτος είξευρεν ότι η πράξις του ήτο κακή, αλλά δεν ηδύνατο να την παραλίπη. Είχεν ανάγκην να μάθη τι έλεγεν εις τον πατέρα του ο ξένος. Άλλως δεν ηδύνατο να ησυχάση.

Η υπόνοια, ην είχε συλλάβει ο Μάχτος, ας είπωμεν τούτο, ήτο περίπου τοιαύτη. Ο νέος υπώπτευσεν ότι ο ξένος ούτος ηράτο της Αϊμάς, και ήθελε να την νυμφευθή. Προς τούτο λοιπόν διεπραγματεύετο με τον πατέρα του. Αλλά διατί ο Μάχτος ησθάνθη τόσην λύπην επί τούτω; Ούτε είξευρε διατί, ούτε είχεν υποπτεύσει πρότερον τοιούτον πράγμα, ούτε ηδύνατο να είπη ποίαν σημασίαν είχεν. Αλλ' όμως ησθάνθη σφοδρότατον άλγος, ότε το πρώτον εφαντάσθη το ενδεχόμενον τούτο.

Ο Μάχτος έτεινε το ους και ηκροάσθη. Οι δύο ομιληταί έλεγον προς αλλήλους τα εξής·

— Και λέγεις να είνε αυτό; είπεν ο Πρωτόγυφτος.

— Τι άλλο θέλεις να είνε; απήντησεν ο ξένος.

— Δεν ειμπορώ να καταλάβω απ' αυτά, είπεν αύθις ο Γύφτος.

— Και ποίος ειμπορεί να καταλάβη;

— Είνε άλλοι οπού καταλαβαίνουν.

— Δεν βαρύνεσαι!

— Λοιπόν ουδέ συ δεν ειξεύρεις τίποτε;

— Τι ειμπορώ να ειξεύρω;

— Αφού είσαι μέσα.

— Πού μέσα;

— Μέσα στα πράγματα.

— Ε, απ' έξω απ' έξω.

— Πώς απ' έξω;

— Δεν ειξεύρω τα μυστικά.

— Διατί;

— Δεν μ' εμβάζουν μέσα.

— Λοιπόν δεν σ' εμπιστεύονται;

— Φαίνεται.

— Και δεν βλέπεις τίποτε;

— Από πού;

— Από καμμίαν τρύπαν.

— Δεν έχει τρύπαν.

— Δεν ακούεις τουλάχιστον;

— Τι ν' ακούσω;

— Τι λέγουν.

— Δεν ακούεται.

— Δεν μυρίζεσαι τον αέρα, δεν έχει τίποτε σημάδια;

— Τι σημάδια;

— Τίποτε οπού να μπορή να καταλάβη κανείς;

— Τίποτε.

— Κρίμα!

— Διατί;

— Διότι είνε καλά να ειξεύρη κανείς απ' όλα.

— Έχεις συ, μάστορη, τόσην περιέργειαν;

— Δεν λέγω.

— Αλλά τι;

— Αν ήμουν εις την θέσιν σου…

— Ε;

— Και ανεκατονόμουν μ' αυτούς τους διαβόλους…

— Καλά, ύστερα;

— Και ήμουν μέσα εις τα πράγματα, καθώς εσύ…

— Αλλά σου είπα, δεν είμαι μέσα.

— Ας είνε.

— Λοιπόν λέγε.

— Εγώ θα ήμουν μέσα, αν ήμουν εις την θέσιν σου.

— Πιστεύω.

— Και δεν θα με διέφευγεν ό,τι και αν εγίνετο.

— Ας είνε. Λέγε τώρα, τι θέλεις να πης;

— Το είπα.

— Τι είπες;

— Αυτό οπού είπα ίσα ίσα.

— Ήγουν;

— Ότι, αν ήμουν εις την θέσιν σου…

— Ε, και τι;

— Θα τα είξευρα όλα.

— Πιστεύεις;

— Και δεν θα μου διέφευγε τίποτε.

— Αλλά πώς θέλεις να το κατορθώσω εγώ αυτό;

— Δεν ειξεύρω.

— Τότε μη λέγης.

— Διαφέρει, αν ήμουν εγώ.

— Θα το κατώρθωνες;