WeRead Powered by ReaderPub
Η Γυφτοπούλα cover

Η Γυφτοπούλα

Chapter 13: ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Η'.
Open in WeRead

About This Book

The narrative interweaves rural episodes on an island, following a shepherd who uncovers a hidden cave with ancient statues and other villagers whose small losses and quests—most notably the loss and retrieval of a treasured cloak—set in motion journeys, bargaining, and raiding. Portraits of worn lives, local customs, and encounters with thieves and veterans thread together to explore fate, poverty, and the hold of tradition. Scenes shift between lyric descriptions of landscape, ritual memory of antiquity, and gritty everyday struggles, producing a mosaic of communal life where personal misfortune and chance discoveries reveal deeper tensions between past and present.

— Βέβαια.

— Με ποίαν τέχνην;

— Δεν ειξεύρω.

— Αλλ' όμως;

— Αν ήτο τρόπος να ευρεθώ…

— Πού;

— Εις την θέσιν οπού ευρίσκεσαι.

— E, λοιπόν;

— Θα εύρισκα τότε μέσον.

— Λέγεις;

— Πιστεύω.

— Πολύ εύκολα το πιστεύεις.

— Διατί;

— Διότι απ' έξω όταν είνε κανείς …

— Καθώς συ;

— Καθώς συ.

— Δεν εκατάλαβα.

— Μακράν των πραγμάτων,

— Ναι, αλλ' είχες ειπή ότι και συ ήσο έξω.

— Άλλο πράγμα.

— Λοιπόν;

— Λέγω, όταν είνε κανείς μακράν… Ύστερα του φαίνονται όλα εύκολα.

— Αυτό;

— Όταν όμως είνε πλησίον…

— Τότε;

— Τα βλέπει όλα ζερβοδίμιτα;

— Ζερβοδίμιτα; είπεν ο Γύφτος. Τι θα πη;

— Ζερβανάποδα, ήθελε να πω.

— Α!

— Και μάλιστα εις εσέ…

— Τι;

— Θα εφαίνοντο πλέον ζερβά και πλέον ανάποδα..

— Ε, δα.

— Παρά εις κάθε άλλον.

— Διατί αυτό;

— Διότι θα τα ενόμιζες…

— Θα τα ενόμιζα;…

— Διά μαγείαν.

— Έτσι;

— Βέβαια.

— Πώς τούτο;

— Διότι αυτό λέγουν.

— Ποίοι το λέγουν;

— Ο κόσμος.

— Ε, και θα επίστευα εγώ τούτο.

— Ίσως.

— Αλλά τότε δεν θα είχα ανάγκην να ψάξω.

— Πώς;

— Διά να βεβαιωθώ με τα μάτια μου.

— Ε;…

— Έσωνε να παραδεχθώ τι λέγει ο κόσμος.

— Και ύστερα;

— Και δεν θα εζητούσα πληροφορίας.

— Λέγεις;

— Ούτε σε θα ερωτούσα.

— Όχι δα.

— Ούτε θα έλεγα τίποτε.

— Μη δα.

— Ούτε θα επιθυμούσα να είμαι στην θέσιν σου.

— Αυτά;

— Ούτε θα σου το έλεγα.

— Αλλά τι θάκαμνες;

— Θα εκύτταζα την δουλειά μου.

— Μήπως τώρα;

— Και δεν θα έβγαζα λόγον.

— Αλλά;

— Θα εσιωπούσα.

— Ναι;

— Και θα δάγκανα την γλώσσαν μου.

— Υπομονή.

— Και θα έσφιγγα τα δόντια μου.

— Ε, δα…

— Τι;

— Και θα το έκαμνες αυτό;

— Βέβαια.

— Στο Θεό σου;

— Αλήθεια.

— Αλλά… ξέχασα…

— Τι;

— Με συγχωρείς.

— Διά ποίον πράγμα;

— Είπα, &'στό θεό σου&.

— Ε, και σαν είπες;

— Εξέχασα.

— Τι;

— Ότι σεις οι Γύφτοι δεν έχετε.

— Τι πράγμα;

— Θεόν.

— Ε δα, μη, &τζάνουμ&..

— Πώς;

— Μη το λέγης αυτό, να σε χαρώ.

— Διατί;

— Μην ακούης τι λέγει ο κόσμος.

— Λοιπόν έχετε Θεόν;

— Βέβαια.

— Τότε έσφαλα.

Και ενταύθα ο διάλογος διεκόπη. Ο Μάχτος, όστις ήτο κολλημένος κάτω εις το έδαφος δεν ενόησε μεν ουδέν πλέον των ημετέρων αναγνωστών εκ της ανωτέρω συνδιαλέξεως, αλλ' ησθάνθη αμέτρητον ευτυχίαν. Ο πατήρ του και ο ξένος ωμίλουν περί άλλων πραγμάτων, και δεν διεπραγματεύοντο περί εκδόσεως της Αϊμάς εις γάμον, όπως είχεν υποπτεύσει ο νέος. Όθεν ανωρθώθη ηρέμα, προνοών και φειδόμενος μη καταλάβωσιν αυτόν ωτακουστήν επ' αυτοφώρω, εβώβανε τον κρότον των βημάτων του και απεμακρύνθη. Άλλως δε ήτο ανυπόδητος και το βήμα του ήτο φύσει ελαφρόν, πλειότερον δε ηδύνατο ν' ακουσθή η αναπνοή του ή τα βήματά του.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Η'.

Δισταγμοί.

Παρήλθον πολλαί ημέραι. Ουδέν νεώτερον επισυνέβη. Τα πράγματα έβαινον ως το σύνηθες.

Και ο Μάχτος δεν είχεν εντελώς καθησυχάσει. Ο ξένος προσήδρευε πάντοτ' παρά την κάμινον του χαλκείου. Και τούτο μεν, καίπερ δυνάμενον να φανή αλλόκοτον, ουδεμίαν προυξένει ανησυχίαν. Αλλ' οι καθημερινοί περίπατοι αυτού μετά του γέροντος Γύφτου, και αι παρατεταμέναι κατά μόνας συνδιαλέξεις, εις ας ο Μάχτος δεν ηδύνανο πάντοτε να ωτακουστή, δεν άφηνον τον νέον να κοιμηθή ήσυχος.

Εν τη αμηχανία του ο Μάχτος διενοήθη να είπη τι εις την Αϊμάν περί του πράγματος. Αλλά δεν είξευρε πόθεν ν' αρχίση. Περίεργον ότι είχε καταληφθή υπό τόσης συστολής, οίας ηγνόει αν ήτο επιδεκτικός πρότερον. Ως να έμελλε να είπη κακόν τι προς αυτήν, τόσον εδίσταζε και εφοβείτο. Και όμως αυτό, όπερ ήθελε να τη ανακοινώση, ήτο τόσον επαινετόν, ώστε ουδείς λεπτολόγος ηδύνατο να τον ψέξη. Διότι τι άλλο θα τη έλεγεν, ειμή όσας είχεν υπονοίας, ότι ο πελάτης εκείνος είχε σκοπούς δι' αυτήν; Είχε τούτο τι το επίψογον;

Εσπέραν τινά η Αϊμά, ως συνήθως, ήτο εν τω κήπω. Ο Μάχτος είχε κυριευθή υπό πρωτοφανούς οκνηρίας και δεν ηδύνατο να εργασθή. Είχεν εξέλθει της καλύβης, και στηριχθείς επί του τοίχου έμενε σύννους. Από καιρού εις καιρόν έρριπτε βλέμματα προς τον κήπον. Έβλεπε μελαγχολικώς την Αϊμάν, ήτις επότιζε τας ρίζας των βοτάνων της, και δεν τον παρετήρει. Είτα ο νέος ήρχισε να περιπατή βραδέως, μεταξύ της καλύβης και του κήπου. Ίστατο κατά διαλείμματα και πάλιν δεν απεφάσιζεν. Επανελάμβανε δε τον περίπατόν του θλιβερώς.

Ο Μάχτος είχε κάμει απόφασιν, στερράν και αμετάτρεπτον, ως ενόμιζε, να ομιλήση την εσπέραν εκείνην προς την Αϊμάν. Αλλά φευ! ενόησεν ήδη ότι αι στερρόταται αποφάσεις είνε αι δυσεκτελεστόταται. Εν τη καρδία αυτού συνέβαινε τόσον σφοδρά πάλη, ώστε ήτο τω όντι θλιβερόν θέαμα να βλέπη τις την κατήφειαν της μορφής του. Και όμως οι μελαγχροινοί χαρακτήρες του ήσαν όχι άσχημοι. Ο Μάχτος ηδύνατο να φανή ανεκτός, αν μετρίως εκαλλωπίζετο. Είχε την συμμετρίαν των χαρακτήρων και την έκφρασιν του βλέμματος και το ήθος όπερ ονομάζουσί τινες των συγχρόνων «συμπαθητικόν» ελλείψει άλλης λέξεως δυναμένης να εκφράση ακριβέστερον το πράγμα. Αλλ' όμως μεθ' όλα τα φυσικά ταύτα δώρα, την στιγμήν ταύτην εφαίνετο άσχημος, με την σκαιάν εκείνην κατήφειαν του προσώπου. Ας φαντασθή τις πόσον ασχημότερος θα εφαίνετο, αν δεν είχε φύσει και μίαν ακτίνα καλλονής.

Βλέπων τις αυτόν, κλίνοντα την κεφαλήν προς το στήθος, συνεσταλμένος έχοντα τας οφρύς, μορφάζοντα κατά τας δύο άκρας του στόματος, στενάζοντα υποκώφως, μ' εσταυρωμένας επί του στήθους τας χείρας, με το πρόσωπον μεμελανωμένον και κάθιδρον, ημίγυμνον το στήθος και άχαριν τον ιματισμόν, θα ήρχετο εις πειρασμόν να τω είπη·

— Α, άσχημο λείψανο που θα κάμης, φίλε μου!

Τέλος ο Μάχτος, αφού εδίστασεν επί πολλήν έτι ώραν, εφάνη αίφνης ότι απεφάσισε, και ώρμησε προς τον κήπον με παράφορον βήμα. Διά της βεβιασμένης ταύτης σφοδρότητος ήθελεν, ως φαίνεται, να εμπνεύση θάρρος εις εαυτόν. Έφθασε λοιπόν εις τον κήπον. Αλλά της καρδίας του οι παλμοί επετάθησαν τόσον, και κατέστησαν τόσον βίαιοι, ώστε εκινδύνευσε να λιποθυμήση. Συγχρόνως δε τω επήλθε και ιδέα τις, ιδέα ην τω ενέπνευσεν η δειλία, υφ' ης κατείχετο.

— Ναι, έτσι είνε, είπε καθ' εαυτόν. Δεν ειξεύρω τίποτε βέβαιον. Δεν έχω αποδείξεις ακόμα. Δεν πρέπει να της ειπώ τίποτε. Αργότερα, όταν θα μάθω.

Και οπισθοδρόμησε. Κενόν τι έβλεπε και αυτός ότι είχεν ο συλλογισμός του. Συνεπλήρωσε δε την ιδέαν του ως εξής·

— Όχι δεν θ' αμελήσω. Ορκίζομαι να μάθω. Θα τους ακολουθώ παντού, θα γείνω ίσκιος τους, θα μάθω τι θέλει &αυτός&. Και όταν το μάθω, τότε θα της το είπω.

Αφού διενοήθη ταύτα, εξήλθεν εκ του κήπου.

Εν τούτοις η Αϊμά παρετήρησε τα τελευταία κινήματα του Μάχτου, και εστράφη προς αυτόν. Υπώπτευσεν ότι συνέβη τι.

— Τι είνε, Μάχτο; έκραξε.

Ο Μάχτος δεν ηδυνήθη ν' αρθρώση λέξιν.

— Τι θέλεις; επανέλαβεν η νέα.

— Τίποτε, εψέλλισεν ο Μάχτος αμηχανών.

— Τρέχει τίποτε;

— Όχι

— Διατί ήλθες και έφυγες ευθύς; επέμενεν η Αϊμά.

— Ήθελα να κόψω ένα λουλούδι, είπεν ο Μάχτος.

— Δεν κόβεις όσα θέλεις;

Και ο Μάχτος επανελθών εις τον κήπον έδρεψεν ίον τι.

— Αυτό μόνον ήτον; είπεν η νεάνις.

— Βέβαια αυτό.

— Και μ' ετρόμαξες.

— Σ' ετρόμαξα; όχι, Αϊμά.

— Πώς όχι;

— Δεν ήθελα εγώ να σε τρομάξω, Αϊμά, είπε χωρίς να εννοή τι έλεγε.

— Διατί λοιπόν έρχεσαι έτσι έξαφνα;

— Δεν θέλω εγώ το κακό σου, Αϊμά, επανέλαβεν ο νέος.

— Το ειξεύρω, Μάχτο, οπού δεν μου θέλεις κακόν. Αλλά διατί να γείνης παράξενος;

— Εγώ;

— Συ βέβαια.

— Εις τι απάνω;

— Έρχεσαι και φεύγεις έξαφνα, χωρίς να καλησπερίσης την αδελφήν σου.

— Ω, ναι, έχεις δίκαιον, Αϊμά, είπεν ο νέος. Συγχώρησέ με.

Ο Μάχτος εζήτει φιλόφρονας φράσεις και δεν εύρισκε. Δεν ήτο βεβαίως συνειθισμένος εις το να ομιλή επικαίρως, αλλ' ευτυχώς, αν και μηδεμιάς έτυχεν ανατροφής, ήτο απηλλαγμένος και πάσης βαναυσότητος περί την γλώσσαν. Η εργασία ήτο η μόνη ανατροφή, ην είχε λάβει παρά του πατρός του, αύτη δε ήτο, φρονώ, η αρίστη, ην ηδύνατο λάβη, και αύτη τον έσωζεν. Άλλως ήτο τόσον σκαιός και αδέξιος, όσον και ειλικρινής, και όχι μόνον δεν ηδύνατο να είπη ψεύδος, αλλ' ουδέ την αλήθειαν ηδύνατο να εκφράση, αν αύτη ήτο κολακευτική προς πρόσωπόν τι. Νέος προς νέαν, αγνός προς αγνήν, πένης προς άπορον, δεν ηδύνατο να έχη πλήμμυραν λόγων ουδέ φιλοφρονήσεων. Την καρδίαν του μόνην είχε, και αύτη δεν ηδύνατο ν' αναβή μέχρι των χειλέων.

Ο Μάχτος εστράφη προς την θύραν του κήπου όπως εξέλθη. Η Αϊμά τω είπεν·

— Έκοψες λουλούδια;

— Έκοψα.

— Πού είνε;

Ο Μάχτος έδειξε το μόνον άνθος όπερ είχε δρέψει.

— Αυτό μόνον; Κόψε και άλλα.

— Δεν θέλω.

— Κόψε και άλλα, επέμεινεν η νέα.

Ο Μάχτος κύψας έδρεψεν άνθη, και απήλθεν ευτυχής. Η αφελής αύτη εύνοια, η επιδειχθείσα προς αυτόν παρά της κόρης, τω εφάνη ως μειδίαμα αόριστον της τύχης, προοιωνίζον ευτυχίαν. Η αρχαϊκή αύτη λιτότης του αισθήματος, η ολιγάρκεια αύτη της επιθυμίας, ήτο λίαν χαρακτηριστική παρά τω απαιδεύτω εκείνω νέω. Εν τούτοις δεν παρετήρησεν ότι η νέα δεν τω έδωκεν άνθη με τας ιδίας αυτής χείρας, αλλά τω είπε μόνον να δρέψη. Αλλά τούτο ήρκει εις αυτόν.

Του λοιπού ο νέος κατελήφθη υπό τοσαύτης αιδημοσύνης, ώστε ουδ' ετόλμα να θεωρήση την Αϊμάν κατά πρόσωπον. Εκείνη τω ελάλει πάντοτε κυττάζουσα αυτόν ακλινώς, ούτος εταπείνου τους οφθαλμούς υπό το βλέμμα της. Ότε η Αϊμά είχεν εστραμμένον αλλαχόσε το βλέμμα, τότε ο Μάχτος την εθεώρει εξ εγκαρσίων και λαθραίως. Ησθάνετο δε ηδονήν θεωρών αυτήν ούτω. Τούτο απετέλει την δευτέραν ευτυχίαν του Μάχτου, ευτυχίαν συνεχή και λιτωτέραν έτι και της δρέψεως των ανθέων κατά παραγγελίαν αυτής. Περίεργον δε είνε ότι δεν ετόλμα ουδέ ν' αποδώση τουλάχιστον φανερώς την ευτυχίαν, ην τω επροξένει αύτη. Πριν ή ανακαλύψη το άγνωστον τούτο αίσθημα, εγίνωσκε να εκδηλοί διά μυρίων τρόπων την στοργήν αυτού προς την Αϊμάν. Μειδιάματα, φιλοφρονήσεις, γλυκείς λόγους, όλα δι' αυτήν τα είχε. Τώρα όμως έπαυσε και να μειδιά και να ομιλή προς αυτήν. Ενώπιον αυτής ήτο σύννους και κατηφής. Ότε όμως εκείνη ήτο απούσα, αν ευρίσκετό τις όστις να είπη κακόν λόγον εναντίον της, ο Μάχτος θα τον εφόνευε. Παρεμέριζεν ότε εκείνη διέβαινε, χωρίς να τη απευθύνη λόγον. Κοιμωμένης εκείνης, πάσα η μέριμνα του Μάχτου αφιερούτο εις το να προλάβη μήπως την ενοχλήση τις. Είχε δε μεταβληθή σήμερον και η τάξις του βίου εν τη καλύβη. Επειδή όλη η εργασία ήτο αφιερωμένη εις την μεγάλην παραγγελίαν του οψιφανούς πελάτου, δεν εξετέλουν πλέον συχνάς εκδρομάς προς πώλησιν, ουδ' ειργάζοντο από του μεσονυκτίου. Η εργασία ήρχιζε περί όρθρον βαθύν και διήρκει όλην την ημέραν.

Όσον διά τον ξένον, ούτος δεν έπαυε τας εκτενείς συνδιαλέξεις με τον Πρωτόγυφτον. Ο Μάχτος ενθυμείτο τον όρκον, ον είχεν ομόσει όπως ανακαλύψη το σχέδιον του ξένου, αν είχε τοιούτον ως προς την Αϊμάν, αλλ' η ατολμία αυτού ήτο πρόσκομμα. Νύκτα τινά μετά το δείπνον ο Πρωτόγυφτος και ο ξένος εξήλθον κατά το σύνηθες. Σημεία τινα είχον επισπάσει την προσοχήν του Μάχτου. Ο γέρος εφαίνετο κατεχόμενος υπό λογισμού τινος και ήτο σκυθρωπός. Ο ξένος τουναντίον ήτο φαιδρός. Ηστειεύθη με την Γύφτισσαν, προς ην έλεγεν αηδώς χαριεντιζόμενος ότι την ερωτεύεται. Η Αϊμά δεν ήτο παρούσα.

— Αλήθεια; έλεγεν η γραία. Με αγαπάς με τα σωστά σου;

— Καλέ τι λες; Δεν το πιστεύεις;

— Και τώρα πώς να κάμωμεν; έλεγεν η γραία προτείνουσα τους δύο οδόντας.

— Συ ευρέ τον τρόπον, μάτια μου.

— Να με άφηνεν ο γέρος μου, θα μ' έπαιρνες;

— Ακούς εκεί! φτάνει να θέλης.

— Και δεν μπορούμε να τον καταφέρωμε;

— Αυτό κεγώ προσπαθώ.

— Αλήθεια;

— Βέβαια. Δι' αυτό ομιλούμεν κάθε βράδυ.

— Κάθε βράδυ;

— Ναι. Έχω ένα μήνα οπού τον παρακαλώ.

— Δι' αυτό πηγαίνετε οι δύο σας μοναχοί και τα λέτε;

— Σωστά. Δεν το κατάλαβες;

— Πού να το καταλάβω; Και τον παρακαλείς να με αφήση;

— Με τόσα δάκρυα, είπεν ο ξένος ποιήσας χειρονομίαν.

— Και δεν τον κατάφερες ακόμη;

— Όχι. Σε θέλει.

— Τι με θέλει;

— Σε θέλει διά να ζεσταίνεται.

— Γου! έκαμεν η Γύφτισσα. Μη χειρότερα!

— Δεν με πιστεύεις;

— Αλήθεια, γέρο μου;

— Σκάσε, παληόστριγλα, είπεν ο Γύφτος. Χρου!… Γμου!..

Και ο ξένος ηναγκάσθη να παύση την παιδιάν.

Και αν δεν είχε σκοπόν ο Μάχτος ν' απέλθη προς κατόπτευσιν εκείνην την νύκτα, η περίστασις αύτη, ότι ηθέλησεν ο ξένος να μνημονεύση των νυκτερινών συνδιαλέξεων και να δώση εις αυτάς παίζων την ερμηνείαν εκείνην, ήθελε προκαλέσει την περιέργειαν αυτού, όθεν ευθύς ως εξήλθον, ηγέρθη και τους ηκολούθησεν.

Οι δύο καλοί σύντροφοι δεν απήλθον μακράν. Εκάθισαν εις άλλο μέρος, όπου εσχηματίζετο κοίλωμα μεταξύ των βράχων. Η περίστασις αύτη ήτο ευνοϊκή προς τους σκοπούς του Μάχτου, διότι ηδύνατο να κρυβή όπισθεν και ν' ακούη ανέτως τι έλεγον. Την δευτέραν ταύτην φοράν δεν ησθάνετο πλέον τόσον σφοδρούς τους παλμούς της καρδίας, όσον την πρώτην. Οι δύο ηρμοσμένοι φίλοι ωμίλουν λίαν σιγά. Τούτο ηύξησε την περιέργειαν του νέου. Ηδυνήθη δε ν' ακούση τινά εκ της συνδιαλέξεως.

— Ώστε είνε μαγεία χωρίς άλλο; έλεγεν ο Πρωτόγυφτος.

 — Δεν είνε μαγεία, φίλε μου, είνε κάθε άλλο πράγμα. Μην πιστεύης
και συ αυτάς τας ανοησίας.

 — Τι πράγμα είνε, ειπέ μου. Εγώ, ξέρεις, καλά καλά δεν τα
στοχάζομαι.

 — Ο κύριός μου πιστεύει ότι ανεκάλυψε νέον Θεόν. Φαίνεται ότι ο
παλαιός εγήρασε πολύ.

— Νέον Θεόν; είπεν ο Γύφτος. Και τι είνε αυτός ο νέος Θεός;

— Έχει είδωλα και τα προσκυνεί, είπεν ο ξένος.

— Και τι πράγμα είνε αυτά τα είδωλα;

— Τα είδωλα είνε αγάλματα οπού τα προσκυνούσαν οι αρχαίοι.

— Ποίοι αρχαίοι;

— Οι Έλληνες.

— Και πώς τα επροσκυνούσαν;

— Όπως οι χριστιανοί προσκυνούν τας εικόνας, μοι φαίνεται.

— Και σαν τι πράγμα είνε αυτά τα αγάλματα; Πες μου καλά να καταλάβω, διατί εγώ αργώ να μπω μέσα.

— Τα αγάλματα είνε κάτι μούτρα, κάτι φιγούραις πέτριναις, οπού παριστούν τους αρχαίους θεούς, τον Δία, τον Απόλλωνα, και τους άλλους δεν τους θυμούμαι.

— Λοιπόν, έχει τέτοια ο αφέντης σου και τα προσκυνεί;

— Σου το είπα. Και όχι μόνον τα προσκυνεί, αλλά τελεί και μυστήρια.

— Τι μυστήρια;

— Τα μυστήρια είνε, πώς να σου πω; κάτι πράγματα και φερσίματα κρυφά, οπού δεν είνε διά να τα βλέπουν ξένα μάτια.

— Και αυτήν την δουλειά κάνει ο αφέντης σου;

— Ναι. Και μαζεύει και άλλον κόσμον. Έχει μαθητάς.

— Πολλούς;

— Παραπολλούς. Και αυτοί είνε τα πρώτα ονόματα. Οι πλέον γραμματισμένοι της χώρας. Όλοι οι άρχοντες, όλοι οι πρόκριτοι, όλοι οι λογιώτατοι είνε με το μέρος του. Ο σκοπός του όμως είνε πολύ μακράν διά να επιτύχη.

— Διατί;

— Διότι έχει σκοπόν να διαδώση αυτήν την θρησκείαν εις όλον το έθνος.

— Αληθινά;

— Σωστά. Ο κύριός μου δεν χωρατεύει.

— Και αν το επιτύχη αυτό, τι θα κερδήση;

— Θα δοξασθή εις όλον τον κόσμον.

— Θα δοξασθή; Δεν το καταλαβαίνω εγώ αυτό.

 — Πού να καταλάβης συ; Ημείς οι απλοί δεν εννοούμεν απ' αυτά.
Εκείνος όμως δεν έχει άλλον σκοπόν παρά την δόξαν.

— Ειπέ μου καλά να καταλάβω τι θα πη δόξα.

— Δόξα θα πη, να έχουν να κάμουν όλοι δι' όνομά σου, κ' εκείνοι που σε γνωρίζουν κ' εκείνοι που δεν σε γνωρίζουν, και άμα σε βλέπουν να λέγουν: &Να, ο Πρωτόγυφτος!& Δόξα θα πη να σε ξέρουν και όσοι δεν σε είδαν, και όσοι είνε μακράν, εις άλλον τόπον. Δόξα θα πη να σε ξεύρουν όχι μόνον οι ζωντανοί αλλά και…

— Οι πεθαμένοι, είπεν ο Γύφτος· πώς γίνεται αυτό;

— Με συγχωράς, δεν το είπα καλά. Άλλο ήθελα να πω. Ήθελα να πω να σε ξεύρουν όχι μόνον όταν είσαι ζωντανός, αλλά και όταν θα είσαι αποθαμένος.

— Α! είπεν ο Γύφτος. Κατάλαβα.

— Καθώς είνε εις ημάς τους μικρούς όταν σφάλωμεν, όπου δείχτουν με το δάχτυλο και λέγουν· Να, &ο ποίσος, ο δείξος!& Όταν όμως κάμωμεν κανένα καλόν, κανένας δεν μας λέγει ούτε καλημέρα. Έτσι είνε εις αυτούς τους μεγάλους, είτε καλόν κάμουν είτε κακόν, δοξάζονται.

— Δοξάζονται, επανέλαβεν ο Γύφτος· κατάλαβα…

— Κ' εγώ επίτηδες το είπα, διά να καταλάβης. Ώστε βλέπεις, ότι αυτός ο κύριός μου δεν είνε μικρός άνθρωπος. Έχει τον διάβολον μέσα του. Σκοπεύει μεγάλα πράγματα να κατορθώση.

— Ναι, αλλά δι' αυτό δεν μας μέλει.

— Μας μέλει διά ένα άλλο πράγμα, και υπομονή. Κάθε λόγος με την σειράν του.

— Ακούω.

— Ο κύριός μου έχει πολλά και καλά χαρίσματα. Είνε άνθρωπος σοφός και δεν καταδέχεται να έλθη εις τα ταπεινά. Δεν έχει τα μικρά ελαττώματα των κοινών ανθρώπων.

— Το πιστεύω.

— Πρώτον είνε οπού δεν λέγει ποτέ ψεύματα. Δεύτερον δεν θέλει να κάμη κακόν εις κανένα. Τρίτον κάμνει καλόν, όσον ειμπορεί.

— Αυτό;

— Βέβαια. Έπειτα δεν λυπάται ποτέ τα χρήματα. Όχι μόνον δεν τα λυπάται, αλλά δεν τα εκτιμά ποσώς. Δεν τα βλέπει εμπροστά του ούτε ως λιθάρια. Τα καταπατεί ως χαλίκια. Πλειότερον εκτιμάς εσύ ταις σκωριαίς παρά εκείνος το μάλαμμα.

— Αληθινά; είπεν ο Γύφτος μετά θαυμασμού.

— Αληθινά, επανέλαβεν ο ξένος. Και είνε φυσικόν. Διότι εκείνος δεν ειμπορεί να έχη ανάγκην από χρήματα.

— Είνε δα πολύ πλούσιος, θα πη;

— Όχι ότι είνε πλούσιος. Αλλά ειμπορεί να έχη όσα χρήματα θέλει.

— Δεν το αγροικώ αυτό τι θέλει να πη.

— Θέλει να πη ότι δεν είνε πλούσιος με δικά του χρήματα, αλλά είνε με ξένα. Όσαις χιλιάδαις υπέρπυρα επιθυμήση, του τα στέλνουν οι φίλοι του.

— Ποίοι φίλοι του;

— Σου είπα ότι έχει με το μέρος του όλους τους μεγάλους. Και εκτός απ' αυτό είνε και ο ίδιος εις τον Μωρέαν άρχων. Είνε νομοθέτης του Μωρέως. Αυτός βάζει όλους τους νόμους εις τον τόπον αυτόν. Οπού θα πη απ' αυτόν εξαρτώνται οι νόμοι και οι προφήται. Λοιπόν ερωτάς ύστερα πού ευρίσκει τα χρήματα; Ο κύριός μου έχει χιλιάδαις χιλιάδων φλωρίων εις την διάθεσίν του.

— Μεγάλο πράγμα αυτό, είπεν ο Γύφτος στενάζων.

— Και δι' αυτό ο κόσμος δεν έχει άδικον να τον λέγη μάγον. Περισσότερον από τα άλλα όλα, τούτο μου φαίνεται να τον κάμνη μάγον. Διότι είνε άπορον πού τα ευρίσκει τα χρήματα.

— Λοιπόν είνε μάγος;

— Το είπαμεν, ότι αυτό λέγει ο κόσμος. Διότι τον βλέπουν και κάμνει μερικά πράγματα ανεξήγητα. Καθώς τα μυστήρια, όπου σου έλεγα. Και τι δεν λέγουν; Όλοι οι χωρικοί, αν πλησιάσουν εις εκείνο το μέρος, κάμνουν τον σταυρόν των. Όλα τα λαδικά καταρώνται κάθε ημέραν το όνομά του. Υπάρχουν οπού ορκίζονται ότι είδαν με τα μάτια των φαντάσματα σιμά εις το σπήλαιον. Εις όλα τα χωρία διηγούνται ότι ο κύριός μου υπέγραψε συμβόλαιον με τον διάβολον, να τον υπηρετήση πιστά εις τον κόσμον αυτόν και εις τον άλλον να πάρη την ψυχήν του. Και την υπογραφήν του ο κύριός μου την έβαλε με το αίμα του, καθώς λέγουν.

— Με το αίμα του;

— Ναι. Τώρα τι να πιστεύσης; Το σωστόν είνε ότι δεν ομοιάζει με τους άλλους ανθρώπους, και έχουν δίκαιον να του τα ψάλλουν αυτά. Και ενώ, καθώς σου είπα, κακόν εις κανένα δεν έκαμε, πάλιν δεν του θέλουν καλόν. Πού να έκαμνε και κακόν! Αλλά τον κατατρέχουν μόνον, διότι ο τρόπος της ζωής του δεν ομοιάζει με των άλλων ανθρώπων. Όπου να πας, δεξιά, αριστερά, παντού ο &Μάγος& ακούεις, &Ο Μάγος.& Ο μικρός λαός τον έχει γραμμένον εις μαύρο χαρτί. Καλόν κανείς δεν του λέγει. Όταν υπάγη το πρωί ο χωρικός εις την δουλειά του, και κάμη τον σταυρόν του, κοντά εις τα άλλα οπού θα παρακαλέση, θα είπη: «Γλύτωσέ με, Θεέ μου, από τον Μάγον». Όταν καθίση το μεσημέρι να γευματίση, θα ευχηθή να μη τον μπουκώση ο Μάγος, Όταν θα πλαγιάση την νύκτα, παρακαλεί να μην ίδη τον Μάγον εις το όνειρόν του. Όταν εξυπνήση την αυγήν, παρακαλεί να μην απαντήση τον Μάγον εις τον δρόμον και του φέρη δυστυχίαν. Εάν είνε καμμία γυνή έγκυος, εύχεται να μην ομοιάση με τον Μάγον το παιδί που θα κάμη. Αν είνε γάμος ή βάπτισις, ο σύντεκνος και οι προσκαλεσμένοι εύχονται να μη κάμη κακόν ο Μάγος εις τους νεονύμφους ή εις τον νεοφώτιστον. Αν είνε κανείς διά τον άλλον κόσμον και ψυχομαχή, εξορκίζουν με ευχάς και με θυμιάματα τον Μάγον, να μη τυχόν εμποδίση με την αόρατο παρουσίαν του τον μισοπεθαμένον, και δεν υπάγη κατευόδιον εις τον κάτω κόσμον. Τέλος αν βήξη κανείς ή πταρνισθή, ο πρώτος λόγος του άλλον οπού θα τύχη εκεί, δεν είνε το να ευχηθή υγείαν εις εκείνον που πταρνίζεται, αλλά «εξορκίζω σε, Μάγε». Και έτσι νομίζει ότι εξοφλεί από κάθε εναντίον.

Ο Γύφτος ήκουε χωρίς να ομιλή. Ο ξένος επανέλαβε μετά μικράν παύσιν·

— Σε βεβαιόνω, τον λυπούμαι καμμίαν φοράν τον δυστυχή τον κύριόν μου, δι' αυτά που υποφέρει αδίκως. Ενώ είνε τόσον καλός! Και έχει τόσα χαρίσματα!

— Κ' εγώ τον λυπούμαι, είπε ψυχρώς ο Γύφτος, ως να έλεγε· Μοι είνε αδιάφορον.

— Και δικαίως. Διότι είνε πολύ φιλάνθρωπος.

— Σωστά, είπεν ο Πρωτόγυφτος.

— Και δεν λυπάται τα χρήματα, ούτε ως άμμον.

 — Το μεγαλείτερο αυτό είνε, είπεν ο Γύφτος, και ηκούσθη ο κρότος
της γλώσσης επί των χειλέων του.

 — Και ειμπορεί να δώση πολλά, να κάμη έναν άνθρωπον πλούσιον διά
το τίποτε.

— Διά το τίποτε; αντήχησεν ο λάρυγξ του Γύφτου.

— Με μικράς υπηρεσίας και εκδουλεύσεις.

 — Τι εκδουλεύσεις; ηρώτησε μετά μεγίστης περιεργείας ο
Πρωτόγυφτος.

— Εκδουλεύσεις φιλικάς. Και όχι δυσκόλους. Ο κύριός μου ο ταλαίπωρος έχει καϋμόν, διότι ο κόσμος ο μικρός δεν του θέλει το καλόν του. Είνε αληθές ότι οι μεγάλοι είνε όλοι φίλοι του. Αλλά φαίνεται ότι αηδίασε πλέον να έχη όλο με μεγάλους να κάμη. Έπειτα δε τους έχει πάντοτε προθύμους εις την συναναστροφήν του. Ευρίσκεται αναγκασμένος να ζη πάντοτε εις την μοναξίαν, ένεκα οπού κανείς από τους γείτονας δεν θέλει να ζυγώση εις το σπήλαιον, και επιθυμεί την κοινωνίαν των ανθρώπων.

— Πρωτήτερα μου τον εψήλωσες πολύ, παρετήρησεν ο Γύφτος· τώρα άρχισες να τον κατεβάζης ολίγο παρακάτω.

— Είνε σωστόν, αλλά έτσι είνε τα πράγματα του κόσμου, είπεν ο ξένος φιλοσοφικώς. Εγώ τα έμαθα αυτά από τον κύριόν μου και δεν ξιππάζομαι. Όσον υψηλά και αν είνε κανείς, δεν ειμπορεί να έβγη έξω από την ανθρωπίνην φύσιν, ουδέ είνε ευχαριστημένος να ζη μοναχός του ως αγριόχοιρος. Η ψυχή του ανθρώπου αισθάνεται βαθύ σκότος και ερημίαν, όταν όλοι τον εγκαταλείπουν και ζη πάντοτε μόνος του. Κρίνε το από τον εαυτόν σου, αν θέλης.

 — Δεν στοχάζομαι καλά, αλλ' έτσι πρέπει να είνε, απήντησεν ο
Γύφτος.

— Λοιπόν βαρύνεται κανείς τον κόσμον αυτόν. Ποίος ειξεύρει πόσας κρυφάς και βαθείας πληγάς θα έχη ο καϋμένος ο κύριός μου, και πόσον θα πονή μέσα του.

— Και αυτό γίνεται.

— Λοιπόν αυτός είνε ο λόγος, οπού επιθυμεί την συναναστροφήν των μικρών ανθρώπων. Διότι όλοι τον αποφεύγουν, ως να είνε λωβιασμένος.

— Δεν υποφέρεται αυτό, είπεν ο Γύφτος.

— Εννοώ διατί αναστενάζεις, μάστορη, είπεν ο ξένος. Σου επροξένησα λύπην. Σε έκαμα ίσως να ενθυμηθής τους ιδικούς σου καϋμούς και τα βάσανα.

— Εγώ;

— Βέβαια. Διότι και η φυλή σας υποφέρει τα ίδια.

— Ποία φυλή;

— Η φυλή των Αθιγγάνων, είπεν ο ξένος. Δεν είνε αλήθεια ότι σας μισεί ο κόσμος;

— Αλήθεια είνε, είπεν εν αμηχανία ο Γύφτος.

— Και χωρίς καμμίαν αιτίαν…

— Χωρίς αιτίαν βέβαια.

— Διότι τι κακόν κάμνετε; Σεις είσθε τίμιοι, εργατικοί. Κανένα δεν πειράζετε. Κυττάζετε την δουλειά σας.

— Ναι, έτσι είνε, εψιθύρισεν αμηχανών ο Γύφτος. Χμου!… Γρου!…

— Ώστε, βλέπεις, είσθε ομοιοπαθείς με τον κύριόν μου. Και διά σας τουλάχιστον, υπομονή, παρετήρησεν ο ξένος, χωρίς να τον μέλη αν προσέβαλλε τον φίλον του, διότι είσθε κοινοί και εργατικοί άνθρωποι και δεν σας κακοφαίνεται και πολύ. Αλλ' εκείνος φιλόσοφος, άρχων, μεγάλος άνθρωπος! … Βέβαια πολύ θα δυσαρεστήται.

— Καθένας το ξέρει, είπεν ο Γύφτος. Χρου!…

— Ξεύρεις, μάστορη, οπού μου έρχεται μία ιδέα; είπεν ο ξένος αλλάξας τόνον.

— Τι πράγμα;

Όταν δύο είνε ομοιοπαθείς, καθώς ελέγαμεν, δεν παρηγορούνται ευκόλως;

— Δεν ειξεύρω τι θέλεις να πης, εμορμύρισεν ο Γύφτος.

— Λέγω, όταν δύο άνθρωποι έχουν ένα κοινόν πάθος, μίαν θλίψιν, ήτις να είνε και εις τους δύο ομοία, τότε με την συναναστροφήν ο ένας παρηγορεί τον άλλον.

— Ε, ύστερα;

— Λοιπόν, καθώς είνε τώρα η περίστασις, μου φαίνεται, δεν είνε άσχημον να κάμωμεν οι δύο μας ένα μικρό ταξείδι.

— Τι ταξείδι;

— Δεν είνε πολύ μακράν. Ολίγαις ώραις δρόμος. Και πιστεύω ότι έχομεν και οι δύο γερά πόδια.

— Διά πού; ηρώτησεν ο Γύφτος.

— Διά την κατοικίαν του αυθέντου μου.

— Να κάμωμεν τι;

— Θα ιδής. Μου φαίνεται, δεν είνε άσχημα, και δεν θα κακοπάθης.

— Πού τον ηύρες τον μουστερή!… είπεν ειρωνικώς ο Γύφτος. Εγώ τώρα, καθώς είμαι κουρασμένος, και είνε και νύχτα…

— Όχι τώρα, υπέλαβεν ο ξένος. Έχομεν καιρόν. Αύριον, μεθαύριον.

— Και τι δουλειά έχω, να πάγω εγώ εκεί; αντείπεν ο Γύφτος.

— Ίσως θα εύρης δουλειά, επέμενεν ο ξένος.

— Άλλην απ' αυτήν που κάμνω κάθε μέρα;…

— Εάν εύρης καλλίτερην, δεν την αφήνεις;

— Όχι, είπε σταθερώς ο Γύφτος.

— Με τα σωστά σου;

— Αμμή;…

— Λοιπόν την έχεις απ' αγάπη;

— Τι θαρρείς;

— Είσαι λοιπόν ερωτευμένος με το βαρειό και με τη βρεχτούρα!

— Χωρίς άλλο. Καθένας την τέχνη του πρέπει να την τιμά, και ας είνε και ταπεινή.

— Δεν λέγω. Έχεις πολύ δίκαιον.

— Τότε τι;

 — Αλλά χωρίς να παύση να την τιμά, ειμπορεί να την αφήση εις τα
γηρατειά, διά ν' αναπαυθή.

 — Και αν αναπαύεται χωρίς να την αφήση; είπε φαιδρώς ο
Πρωτόγυφτος.

— Είσαι λοιπόν αναπαυμένος;

— Τι θέλεις να σου πω; Δεν φθάνει ο νους μου μακρύτερα.

— Αυτό που σου είπα εγώ, επανέλαβεν ο ξένος, δεν θα είνε διά ν' αφήσης την τέχνη σου. Θα είνε διά να γείνη κάτι καλόν διά σε, καθώς πιστεύω.

Ο Γύφτος εσίγησεν. Ο ξένος επανέλαβε·

— Θα υπάγωμεν μίαν ημέραν εκεί, θα σε συστήσω εις τον κύριόν μου, και ποιος ξεύρει;… Ειμπορεί να βγη σε καλό.

— Εμείς οι παραμικροί, οι εργατικοί, είπε πανούργως ο Πρωτόγυφτος, δεν έχομεν να κάμωμεν τίποτα με τους άρχοντας και τους μεγάλους.

Ο ξένος ησθάνθη ως νύγμα τον λόγον τούτον του γηραιού Γύφτου και έμεινε σιγών επί τινας στιγμάς. Είτα επανέλαβε·

 — Με εκδικείσαι, φίλε, δι' αυτό που σου είπα πρωτήτερα, αλλά δεν
το είπα με κακόν σκοπόν. Αφού είνε έτσι, συμπάθησέ με.

— Όχι δα, δεν ξεύρω, είπεν ο Γύφτος.

— Και πάλιν, αφού δεν θέλεις, δεν ειμπορώ να σε βιάσω. Αν θέλης τα ξαναλέμε.

Ο Γύφτος δεν απήντησε δι' ενάρθρου φθόγγου, αλλ' ηκούσθη μόνον έν πεπνιγμένον &Χμου&, εξελθόν εκ του στόματός του. Συγχρόνως δε ηγέρθη.

— Πάμε τώρα, είπε.

— Πάμε, είπε και ο ξένος.

Και επέστρεψαν εις την καλύβην. Ο ξένος ηυχήθη την καλήν νύκτα και απήλθεν εις το κατάλυμά του, εγγύς της παραλίας κείμενον.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Θ'.

Τα όνειρα του Μάχτου.

Ο Μάχτος έμεινε τελευταίος εις την κρύπτην του, προσδοκών μέχρις ου απομακρυνθώσιν οι δυο σύντροφοι. Βαθείαν αίσθησιν είχον εμποιήσει αυτώ αι προτάσεις και αι παρακελεύσεις του ξένου. Εσκέπτετο επί μακρόν, τι άρα εσκόπει ο παράδοξος εκείνος άνθρωπος, και ποίον συμφέρον ηδύνατο να έχη, όπως πείση τον Πρωτόγυφτον να μεταβή εις την κατοικίαν του μάγου, ή του άρχοντος, ως τον ονόμαζεν. Όσον άπειρος των πραγμάτων του κόσμου και αν ήτο ο Μάχτος, τω εφαίνετο, ότι τα πράγματα άτινα έβλεπε και ήκουε δεν ήσαν συνήθη, και μυστήριόν τι εκρύπτετο όπισθεν του προσωπείου, όπερ εφόρει ο ξένος. Ο Μάχτος εβασάνιζεν επί πολλήν ώραν την κεφαλήν του και την φαντασίαν του, προσπαθών να διίδη τι εν μέσω του σκότους, του εκτεινομένου προ των οφθαλμών αυτού. Εις μάτην. Ουδέν κατώρθου να μαντεύση. Μόλις τω εφαίνετο ότι έλαμπε φωτεινή τις ακτίς εις την όψιν του, και πάραυτα το σκότος επυκνούτο και καθίστατο δεινότερον.

Έμεινεν επί μακράς ώρας εις την θέσιν εκείνην, λησμονήσας εαυτόν. Η νυκτερινή δρόσος επήνεγκε νάρκην εις το σώμα αυτού, και κάρωσις τω επήλθεν. Ήτο μεσαία κατάστασις μεταξύ υπνοβασίας και εγρηγόρσεως, λήθαργος, νάρκωσις και ουχί ύπνος. Τότε αι ελπίδες ας είχε συλλάβει, οι φόβοι ους είχεν υποστή, αι εικόνες της φρίκης, τα ινδάλματα της ευτυχίας, εσωματώθησαν, έλαβον μορφήν και όψιν και παρήλασαν εν σχήματι ονείρων προ των οφθαλμών αυτού. Η πρώτη διαβάσα μορφή ήτο περικαλλής. Ήτο το πρόσωπον της Αϊμάς, λάμπον ως αστήρ, και το σώμα αυτής ευωδιάζον ως κρίνον. Τοιαύτην την έβλεπεν ο Μάχτος εις τους ονείρους του. Αλλά παρήλθε ταχέως, και το κενόν εξετάθη πάλιν παρελθούσης αυτής. Ο νέος έμεινε κεχηνώς, άναυδος, τεθαμβωμένος. Εψιθύρισε γλυκυτάτην τινά λέξιν, ήτις τω εφάνη ως φθόγγος υπερφυούς οργάνου. Την λέξιν ταύτην ουδέποτε ήθελε τολμήσει ο Μάχτος να προφέρη, αν ήτο εγρηγορώς. Αλλ' εις μάτην. Εκείνη έγεινεν άφαντος. Ο νέος την εκάλει, αλλά δεν ήρχετο πλέον. Ήνοιξε τους οφθαλμούς και ήτο σκότος. Έκλεισε πάλιν αυτούς ελπίζων ότι ήθελεν επανίδει την ποθεινήν εικόνα. Ουδέν. Εν τούτοις η γλυκεία εντύπωσις έμενεν. Ο νέος ήλπιζεν ότι ηδύνατο εισέτι να την επανίδη. Φευ! η Αϊμά έφευγε. Την είδε πάλιν, αλλά φεύγουσαν. Ήτο εντός πλοίου, όπερ ορμητικώς απεμακρύνετο εκ της παραλίας, ο δε Μάχτος, ως τω εφαίνετο, ίστατο όρθιος επί της ακτής, και την απεχαιρέτιζε μακρόθεν. Προσεπάθει δι' ατόλμων και επιμόνων σημείων και νευμάτων να ελκύση την προσοχήν της, όπως τον ίδη και τω αποδώση τον χαιρετισμόν. Αλλ' η Αϊμά δεν έβλεπε προς αυτόν. Η προσοχή της ήτο εις τα κύματα και εφαίνετο αναμετρούσα μετά τρόμου το πέλαγος, όπερ έμελλε να διαπλεύση. Το πλοίον απήρε. Τότε ο Μάχτος δεν εδίστασεν, αλλ' ερρίφθη εις τα κύματα. Το πήδημα όπερ τω εφαίνετο ότι είχε κάμει, δεν ίσχυσε να τον αφυπνίση. Άλλως δε ο Μάχτος επέμενεν εις το όνειρον τούτο, και δύναται τις να είπη, ότι αυτομάτως πως το κατεσκεύαζε μάλλον, ή ότι υφίστατο παθητικώς αυτό. Εφέρετο μεθ' ορμής εις το όνειρον τούτο και εκράτει αυτό σφιγκτώς. Εξηκολούθει δε να νήχηται ούτως επί πολύ. Και πράγματι ενήχετο, αλλ' ενήχετο εις το πέλαγος των ονείρων. Το πλοίον έπλεε, και ο Μάχτος έπλεεν. Εκείνο έφευγεν, αλλ' ούτος δεν ηδύνατο να το φθάση. Ο άνεμος φούσκωνε τα ιστία, και αι κώπαι υπεβοήθουν τον δρόμον του σκάφους. Ο Μάχτος μετεχειρίζετο ως κώπας τους βραχίονας και τους πόδας. Αλλά το πλοίον έφευγε και δεν ηδύνατο να το φθάση. Μετ' ολίγον ο Μάχτος έβλεπεν αυτό, με τα λευκά ιστία αναπεπταμένα, ως λάρον, επί του αμετρήτου κυανού πεδίου. Τότε ο κολυμβητής ευρέθη εν αμηχάνω θέσει. Το πλοίον είχε γείνει άφαντον έμπροσθέν του, και η γη είχεν ομοίως εξαφανισθή όπισθεν. Εστράφη και δεν είδε πλέον την ακτήν αφ' ης είχεν αναχωρήσει. Αχανές πέλαγος εξετείνετο εμπρός και οπίσω και πέριξ και εγγύς και πόρρω και πανταχού. Ησθάνθη ότι αι δυνάμεις του εξέλειπον κατ' ολίγον και ήρχισε να βυθίζηται. Πελώριον κύμα έπληξε τους οφθαλμούς αυτού, και επήνεγκε πνιγμόν εις τον λάρυγγα αυτού. Το σώμα του ήσπαιρεν. Ολίγου δειν επνίγετο. Ο τρομερός εκείνος κτύπος τον αφύπνισεν. Ησθάνθη ότι ήτο όλος βεβρεγμένος, και ήτο πραγματικώς. Αλλ' η υγρότης αύτη προήλθεν εκ του ιδρώτος της αγωνίας, και ο πνιγμός εκ των δακρύων της θλίψεως και των λυγμών, οίτινες διέσειον το στέρνον αυτού. Ο Μάχτος δεν επανήλθεν εντελώς εις την κατάστασιν του εγρηγορότος. Εκοιμάτο εισέτι. Έκλεισεν αύθις τους οφθαλμούς. Το όνειρον μετεβλήθη. Ενεφανίσθη υπό άλλην μορφήν. Είδεν ο Μάχτος τον ξένον, τον κακόν εκείνον δαίμονα, ως τον ενόμιζεν. Είδεν αυτόν και τον πατέρα του, ως τους έβλεπεν εν τη πραγματικότητι προ ολίγων στιγμών. Ήσαν ομού εν τω ονείρω, ως ήσαν και καθ' ύπαρ προ μικρού, αλλ' ουχί μόνοι. Τρίτον πρόσωπον ήτο μετ' αυτών. Το πρόσωπον τούτο ήτο άγνωστον εις τον Μάχτον. Ήτο γηραιός ανήρ ευπρεπής την περιβολήν και κόσμιος το ήθος. Εκάθητο ούτος επί σκίμποδος, οι δε δύο ίσταντο όρθιοι ενώπιον αυτού. Ωμίλουν και εχειρονόμουν. Τας χειρονομίας τας έβλεπεν, έβλεπε και τα χείλη των κινούμενα, αλλ' η φωνή των δεν ήτο ακουστή. Παράδοξον δε, διότι ο Μάχτος δεν ίστατο μακράν, αλλ' έβλεπεν αυτούς εκ του σύνεγγυς και ηδύνατο ν' ακούη. Αλλ' ως φαίνεται, η φωνή των δεν είχεν ήχον. Τούτο επίστευσεν ο Μάχτος εν τω παραλήρω, εν ώ διετέλει, διότι άλλως δεν ηδύνατο να ερμηνεύση πώς, ενώ ωμίλουν ενώπιόν του, δεν τους ήκουεν. Ο Μάχτος δεν επέμεινε πλειότερον εις την λύσιν του προβλήματος τούτου, και μετέβη εις άλλην απορίαν. Ηρώτα εαυτόν τις ήτο ο τρίτος ούτος και άγνωστος άνθρωπος, όστις ενεφανίζετο αποτόμως ούτω εις τας όψεις αυτού. Απωτάτη και συγκεχυμένη, ως ανάμνησις άλλου κόσμου, τω ήλθε τότε η ηχώ της εσπερινής συνδιαλέξεως, ην είχεν ακροασθή, και τω εφαίνετο ότι ο ξένος ούτος ίσως ήτο ο Άρχων, ή ο Μάγος, περί ου ωμίλουν εκτενώς οι δύο φίλοι.

Καθ' ον χρόνον ο Μάχτος διετύπου κατ' όναρ τας σκέψεις ταύτας, η σκηνή του ονείρου είχε μεταβληθή. Δεν ήσαν πλέον οι τρεις, και τέταρτον πρόσωπον είχε παρουσιασθή. Αλλά το πρόσωπον τούτο δεν παρήλθεν επί την σκηνήν άνευ προσωπείου. Ως φαίνεται, είχε λόγους να καλύπτη την μορφήν. Δεν επεθύμει να φαίνεται τις ήτο. Το πρόσωπον τούτο εφόρει πυκνόν πέπλον, μακρόν και ποδήρη, μεταπλάττοντα ου μόνον την μορφήν, αλλά και το σχήμα του σώματος και το ένδυμα. Ούτε αν ήτο ανήρ η γυνή ηδύνατο να διακρίνη ο Μάχτος. Οποία μετημφιεσμένα όνειρα! Πόσον επεθύμει ο Μάχτος να σχίση δι' ενός κινήματος τον πέπλον εκείνον, αλλ' ότε απεπειράθη να κινηθή, ενόησεν ότι τα μέλη του ήσαν δέσμια, και δεν ηδύνατο ν' ανορθωθή, ο εφιάλτης τον κατείχεν όλον και αμέριστον.

Μη δυνάμενος να ενεργήση με τας χείρας, ηναγκάσθη ο Μάχτος να σκέπτηται πλατωνικώς, όπως και πρότερον. Διηπόρει εν εαυτώ, προς τίνα σκοπόν το πρόσωπον τούτο επαρουσιάσθη ούτω βαθύπεπλον προ των οφθαλμών αυτού. Εβασάνιζε τον νουν του να εύρη τι εσήμαινεν ο πέπλος. Εβίαζε την μνήμην του να τω είπη αν είχεν ιδεί άλλοτε πεπλοφόρους ανθρώπους. Τέλος ανεμνήσθη ότι μόνον εις τους γάμους ήτο ενιαχού συνήθεια να στολίζωσι με τον αρνητικόν τούτον στολισμόν τας νεαράς νύμφας, όσαι επεθύμουν να έχωσιν ασπίδα τινά κατά των βλεμμάτων του κόσμου και να κρύπτωσι την συγκίνησιν και την αιδώ υπό το ύφασμα. Αλλ' έμελλε λοιπόν να τελεσθή γάμος υπό τας όψεις του, τόσον ευκόλως και προχείρως; Ο Μάχτος ησθάνθη φρικώδη οδύνην, Μη είνε η Αϊμά; είπε καθ' εαυτόν. Την έννοιαν ταύτην δεν ηδυνήθη να μεταβάλη εις λέξιν, την λέξιν δεν ίσχυσε να εκφέρη εις κραυγήν, και ο πέπλος αυτομάτως έπεσε. Το βλέμμα του νέου έπεσεν αρπακτικόν επί της μορφής εκείνης. Φρικώδες! Ήτο η Αϊμά. Δεν ηπατήθη. Τότε ο κλοιός της γλώσσης ελύθη, ο κύφων του σώματος διερράγη. Ο Μάχτος εξέπεμψε βρυχηθμόν λεαίνης και άμα ώρμησεν ως σκύμνος προς το θέαμα εκείνο. Ήλπιζεν ότι ήθελε σώσει την Αϊμάν εκ του βεβιασμένου εκείνου γάμου, διότι ως βεβιασμένον τον ενόμιζε. Συγχρόνως ο Μάχτος αφυπνίσθη.

Ευρέθη όρθιος και είδε μόνον το σκότος της νυκτός, όπερ περιέβαλλε πανταχόθεν αυτόν. Ούτε ανθρώπινον ον ήτο πού, ούτε συνέβη τι, ούτε ψόφος τις ηκούετο. Ενόησεν ότι είχε καταστή παίγνιον των ονείρων. Επανήλθεν εις την καλύβην λίαν κατηφής.

Ήναψε λύχνον και πλησιάσας σιγά εις την κλίνην, όπου εκοιμάτο αόρατος η Αϊμά, διότι το σανίδωμα την απέκρυπτεν από των βλεμμάτων, έτεινε το ους. Ήκουσε την ομαλήν και ηρεμαίαν αναπνοήν της νέας, ήτις εκοιμάτο ως αρνίον. Ο Μάχτος απεμακρύνθη όλος αιδήμων. Ησθάνθη πάλιν ευτυχίαν. Η Αϊμά ήτο εκεί και τα όνειρά του ήσαν όνειρα. Δεν ήσαν ταύτα αξιοπιστότερα, αν και φρικώδη, ή όσον είνε συνήθως τα μανιώδη όνειρα της ευτυχίας, άτινα οι εγρηγορότες καθ' εκάστην ονειρεύονται.

Ο Μάχτος δεν κατεκλίθη, φοβηθείς μη και πάλιν ονειρευθή τα αυτά.
Διότι προυτίμα να ονειρεύηται χωρίς να υπνώττη.