ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ι'.
Αι οδοιπορίαι.
Την επιούσαν ο ξένος δεν ήλθεν εις την καλύβην. Ο δε Πρωτόγυφτος ήτο όλην την ημέραν σκυθρωπός.
Ψυχρότης επήλθεν, ως φαίνεται, μεταξύ των δύο ηγαπημένων φίλων, μετά την τελευταίαν συνδιάλεξιν. Αλλ' ο ξένος δεν εμνησικάκει ευκόλως, και δεν έμελλε να είνε απών επί πολύν χρόνον. Την μεθεπομένην, άμα τη ανατολή του ηλίου, ο ξένος ηυχήθη την καλήν ημέραν εις τον Πρωτόγυφτον. Ούτος δε τον υπεδέχθη μετά φαιδρότητος.
— Και πώς δεν σε είδαμε ψες, τω είπε· τι έγεινες; Μας εκάκιωσες;
Το σημείον τούτο της ευπροσηγορίας ήρεσεν εις τον ξένον, και προσεπάθησε να κρύψη την χαράν του. Πριν ή απαντήση εις την ερώτησιν του Γύφτου, απήντησεν εις εαυτόν.
— Θα τον καταφέρω, είπεν ενδομύχως, βαθύτατα, εις τον πυθμένα της συνειδήσεώς του.
Ακολούθως απήντησε μεγαλοφώνως·
— Εψές δεν ήμουν εδώ.
— Και πού ήσουνα; ηρώτησεν ο γέρος.
— Υπήγα μ' ένα φίλον μου.
— Πού;
— Εις το ψάρευμα.
— Α, είσαι και ψαράς;
— Όχι, δι' ευχαρίστησιν μόνον.
Ο Βούγκος, όστις ήτο εις άκρον απονήρευτος, εκύτταξε κατά πρόσωπον εις τον ξένον. Ούτος παρετήρησε το βλέμμα αυτού.
— Τι είνε, Βούγκο; τω είπε· τι με κυττάζεις;
— Τίποτε, απήντησεν ο Βούγκος, βαρυνόμενος τους πολλούς λόγους, και μη θέλων να δυσαρεστήση τον ξένον.
Εν τούτοις ο Βούγκος εγίνωσκε μετά βεβαιότητος ότι εψεύδετο ο ξένος. Λίαν πρωί της προτεραίας, απομακρυνθείς εκ του χαλκείου ο Βούγκος, είχεν ιδεί τυχαίως αυτόν επί ημιόνου καθήμενον και βαδίζοντα προς τα μεσόγεια. Ο Βούγκος δεν είπε περί τούτου λέξιν εις ουδένα, διότι εβαρύνετο να ομιλή. Αλλ' όμως με όλην την ευθύτητα της καρδίας του, έλεγε, τώρα καθ' εαυτόν, ότι δεν υπήρχον δύο απαράλλακτοι άνθρωποι, αποτελούντες έν και το αυτό πρόσωπον, ουδέ είχεν ο φίλος ούτος την παράδοξον δύναμιν του να διαιρήται διχή, και ο μεν ήμισυς αυτού να οχήται επί ημιόνου και να οδοιπορή κατά γην, ο δ' έτερος ήμισυς να επιβαίνη επί λέμβου και ν' απέρχηται εις αλιείαν κατά θάλασσαν. Τούτο ο Βούγκος το ενόμιζεν αδύνατον. Αλλ' όμως εσίγησε.
Μετά δύο ή τρεις ημέρας, ο Λάκων (διότι ο ανήρ εκείνος ήτο γηγενής, ωνομάσαμεν δε αυτόν ξένον ελλείψει άλλου ονόματος) και ο Πρωτόγυφτος, δεν ήσαν πλέον εν τω χαλκείω. Είχον απέλθει εις εκδρομήν. Ουδείς μάρτυς αυτήκοος υπήρχεν, ίνα μαρτυρήση τι είχε συμβή μεταξύ των δύο. Εικάζεται όμως ότι ο Λάκων εύρε τα ισχυρότατα των επιχειρημάτων αυτού, όπως πείση τον γέροντα σιδηρουργόν ν' απέλθωσιν εις επίσκεψιν παρά τω Μάγω. Διότι, ως φαίνεται, ο Πρωτόγυφτος εκ στιγμιαίας ιδιοτροπίας ή σκαιότητος έφερε κατ' αρχάς δυσκολίας, αλλ' όμως το δέλεαρ το προσειόμενον αυτώ υπό του ξένου ήτο ελκυστικόν. Ο Λάκων εφρόντισε να εξάρη δι' όλης της στωμυλίας αυτού το μέγα εκείνο και μοναδικόν προτέρημα του &Άρχοντος&, όπερ τοσούτον εξετίμα ο Γύφτος, ήτοι την ελευθεριότητα.
Και επειδή ο Πρωτόγυφτος ηγάπα τους ελευθερίους, όσον εμίσει τους φιλαργύρους (όσον ώφειλον να μισώσιν αι δεισειδείς το κάτοπτρον, αν ήτο δυνατόν να πεισθώσι περί του πραγματικού της δυσμορφίας των), διά τούτο δεν είχε λόγον όπως αποστρέφηται τον άνδρα εκείνον, αφού μάλιστα δεν τον είχεν ακόμη γνωρίσει. Λοιπόν απήλθον ομού εις την επίσκεψιν ταύτην. Εν τω χαλκείω ηγνοείτο πού είχε μεταβή ο Πρωτόγυφτος. Λέγομεν ηγνοείτο, καθ' όσον δεν είχεν αναγγείλει πού υπάγει. Αλλ' όμως υπήρχε τις όστις δεν είχεν ανάγκην της αγγελίας ταύτης, όπως γινώσκη πού απήλθεν ο γέρων, και ούτος ήτο ο Μάχτος. Και ότι μεν ο Μάχτος εγίνωσκε το πράγμα, τούτο είνε σαφές. Αλλ' ίσως ώφειλε να το γνωστοποιήση και προς άλλον τινά, και τούτο τον εβασάνιζεν. Ο νέος εν τη συνειδήσει του ουδένα λόγον αναβολής εύρισκεν, όπως μη ανακοινώση και σήμερον προς την Αϊμάν τους φόβους, ους έτρεφεν από τοσούτου χρόνου. Αλλ' οπόσον επεθύμει να ήτο εύλογος η τοιαύτη αναβολή!
Η απουσία του πατρός του διήρκεσεν επί δύο ημέρας. Ο Μάχτος ήτο εις τα βασανιστήρια, άνευ ουδεμιάς υπερβολής. Διότι ποία άλλη βάσανος ηδύνατο να υπάρχη διά τον νέον μείζων της ηθικής βασάνου; Αλλ' όμως εν κεφαλαίω απεφάσισεν ο Μάχτος να είπη ό,τι ώφειλεν εις την νέαν κόρην. Εταλαιπωρείτο μόνον να εύρη τον τρόπον καθ' ον έμελλε να προβή. Εσχεδίαζε λέξεις και φράσεις, κατεσκεύαζε διαλόγους, προέβλεπεν ερωτήσεις, έπλαττε λύσεις αποριών. Τα πάντα εις μάτην. Αν επρόκειτο τουλάχιστον περί επιστολής (αλλ' εγίνωσκε γράμματα ο Μάχτος;) ηδύνατο να σχίση εκατοντάκις τον χάρτην μέχρις ου κατασκευάση το προοίμιον, και ούτω θα εύρισκεν άψυχόν τι πράγμα καθ' ου να εκχύση την οργήν του. Αλλά προκειμένου περί στοματικού διαλόγου, ποίον θετικόν σχέδιον ηδύνατο να καταστρώση ο Μάχτος, και επί τίνος πράγματος ν' ακονήση τον ζήλον του; Το προχειρότερον καταφύγιον, όπερ εύρισκεν, ήτο να κτυπά συχνάκις την κεφαλήν του με την πυγμήν, και ίσως δεν έπραττε κακώς, ουδ' ησθάνετο πόνον τινά εκ τούτου. Άλλως το μαρτύριόν του ήτο άληκτον. Απεμακρύνετο της καλύβης, και εκεί εμονολόγει, φανταζόμενος ότι ομιλεί προς την Αϊμάν περί του προκειμένου. Εκεί τουλάχιστον δεν ηδύναντο να τον ακούωσι. Μετά διημέρους αγώνας δεν είχε κατορθώσει ουδέ να ορίση την πρώτην λέξιν, ην έμελλε ν' απευθύνη προς την νέαν. Έλεγε, φέρ' ειπείν·
— Πώς ν' αρχίσω; Αϊμά, θέλω να σου πω. Όχι, &Αϊμά&, δεν πάγει. Θα της φανή χωριάτικο. Αδελφή μου, θέλω να σου μιλήσω. Όχι, &αδελφή μου&, δεν έρχεται καλά. Διότι δεν το συνείθιζα απ' αρχής. Και μήπως τάχα δεν είνε αδελφή μου; είνε ψεύματα; Δεν ανετράφημεν τάχα μαζύ; Εγώ θυμούμαι την ημέραν που μας την έφεραν εις το σπίτι μας, και την επήραν διά παιδί τους οι γονείς μου, ήτο μικρά, πολύ μικρά. Αυτή δεν θα το θυμάται. Εγώ ήμουν μεγάλος, θα είμαι ως τρία τέσσερα χρόνια μεγαλήτερος απ' αυτήν. Αυτή θα με νομίζη αδελφόν της, και έχει δίκαιον. Αδελφός της είμαι. Λοιπόν τι έλεγα; Ειμπορώ καλά να την ονομάσω αδελφήν. Αδελφή μου, ήθελα κάτι να σου πω. Πολύ καλά. Αδελφή μου μόνον, χωρίς το όνομα; Αδελφή μου Αϊμά, είνε καλλίτερα. Αδελφή μου Αϊμά, θέλω να σου μιλήσω. Αδελφή μου Αϊμά, ή Αϊμά αδελφή μου; ποίον είνε καλλίτερον από τα δύο; Κ' εγώ δεν ειξεύρω. Δεν είνε το ίδιον; Βέβαια το ίδιον θα είνε. Αλλά διατί μου φαίνεται πως είνε άλλο πράγμα; Ας ιδούμεν καλά, τι διαφοράν έχουν. Κάποια διαφορά πρέπει να είνε, διότι άλλο φαίνεται το ένα, και άλλο το δεύτερον. Αδελφή μου Αϊμά, τι θα πη; Θα πη ότι συ η αδελφή μου λέγεσαι Αϊμά. Αυτό δεν θα πη τάχα; Βέβαια αυτό. Και Αϊμά αδελφή μου τι θα πη; Θα πη ότι συ η Αϊμά είσαι αδελφή μου. Χωρίς άλλο αυτό θα πη. Και διά τούτο μου φαίνεται καλλίτερον. Διότι το άλλο, σένα, αδελφή μου, σε λέγουν Αϊμά, είνε ανόητον. Το ξεύρω θα μου πη κ' εκείνη, το ξεύρω πως με λέγουν Αϊμά, δεν έχω ανάγκη να μου το πης. Τότε τι θα της πω; Όσο και να σπάσω το κεφάλι μου, δεν θα ευρώ λέξιν να της αποκριθώ. Και τότε θα φανή η ανοησία μου, θα κοκκινίσω, θα τα χάσω, θα κοντεύση ο ανασασμός μου, η φωνή μου θα πιασθή, και θα φανώ ανόητος. Κρίμα σ' εμένα! Καλλίτερον, χίλια μερτικά ή καλλίτερον, είνε να την πω, Αϊμά αδελφή μου! Αλλά σαν μου πη έξαφνα, εσύ δεν συνειθίζεις να με λες, Αϊμά αδελφή σου. Τόσον καιρόν μ' έκραζες Αϊμά, και τώρα με λέγεις αδελφήν σου; Τώρα λοιπόν έμαθες πως είμεθα αδελφοί, διά πρώτην φοράν; Κεγώ, οπού επίστευα απ' αρχής πως είμεθα αδελφοί, ήμουν απατημένη; Πρέπει να είνε ψεύματα, διότι μου το λέγεις τώρα διά πρώτην φοράν. Τότε τι να της πω; Τότε θα της πω ότι τώρα σε αγαπώ… (ενταύθα η φωνή του Μάχτου ελάμβανε παράδοξον ήχον, όμοιον με στόνον ηδυπαθείας) πλειότερον παρά άλλην φοράν, και διά τούτο σε ονομάζω Αϊμά αδελφή μου. Ειμπορώ ποτε να το πω αυτό, αφού μόλις το είπα τώρα, και το μέτωπόν μου καίει έξαφνα; πόσον καίει! (ο Μάχτος έφερε την χείρα εις το μέτωπον). Ειμπορώ να το πω ενώπιόν της; Αν θυμώση; Αν λυπηθή; Αν αγριεύση; Η Αϊμά να αγριεύση; Η Αϊμά να θυμώση; Δεν ειμπορεί να θυμώση, αλλ' ειμπορεί να λυπηθή. Και τότε πώς θα την ικανοποιήσω; Είνε ποτε δυνατόν; Και την ζωήν μου όλην να θυσιάσω, και το αίμα μου να χύσω, δεν ειμπορώ να πληρώσω έν δάκρυ της. Αλλά τι λέγω; Δεν θα κάμω τίποτε. Είμαι εις απελπισίαν. (Μετά τινων στιγμών παύσιν, καθ' ην ο Μάχτος εστέναζε τοιούτους βαθείς στεναγμούς, οίους αι λόχμαι και αι φάραγγες μόνον ηδύναντο ν' αντηχήσωσιν, επανελάμβανεν): Ω, θάρρος. Δεν είνε τόσον μεγάλη απελπισία. Εδώ χρειάζεται ενέργεια. Αυτός ο άνθρωπος έχει κακόν σκοπόν διά την Αϊμάν. Εγώ πρέπει να την σώσω. Και ποίαν σωτηρίαν ειμπορώ να της κάμω, αφού δεν ειξεύρω τίποτε; Δεν πειράζει, θα μάθω. Τώρα, πρέπει ν' αρχίσω να ενεργώ. Ανάγκη να της είπω όσα ειξεύρω, και να μη τα κρύπτω. Τούτο είνε χρέος μου. Λοιπόν θα την φωνάξω εις τον κήπον… όχι, δεν πρέπει, αυτό είνε βάρβαρον. Δεν θα την κράξω εγώ να έλθη εις τον κήπον, θα φυλάξω την ώραν όπου θα ευρίσκεται εκεί. Αυτό είνε το μόνον σωστόν. Το άλλο δεν ταιριάζει. Πόσον ανόητος είμαι, συλλογίζομαι τώρα δύο ημέραις πώς ν' αρχίσω την ομιλίαν, με ποίας λέξεις, και το κυριώτερον είνε εις ποίον μέρος να την ευρώ, διά να της κάμω την ομιλίαν. Εις τον κήπον, όταν θα είνε εκεί μέσα. Ναι, αυτό είνε σωστόν. Αλλ' εις τον κήπον, την ώραν που θα ποτίζη τα λουλούδια της, να υπάγω κ' εγώ να της κάμω ενόχλησιν; Είνε τούτο πρέπον; Θα δυσαρεστηθή. Αλλά δεν θα υπάγω την ώραν όπου έχει εργασίαν, θα υπάγω εις άλλην ώραν. Αλλ' όμως η Αϊμά σχεδόν όλας τας ώρας έχει εργασίαν, δεν κάθηταί ποτε αργή. Ας είνε. Θα της ειπώ πρωτήτερα, τι ώρα θα είνε εις τον κήπον, χωρίς να κάμνη εργασίαν, διά να υπάγω να της ομιλήσω. Και τότε πώς θα της φανή; Θα την ξιππάσω άδικα. Θα λέγη, τι να με θέλη ο Μάχτος, τι έχει να μου πη; Διατί να της προξενήσω αυτήν την ανησυχίαν; Δεν είνε καλλίτερον να εμπώ εις τον κήπον, να την χαιρετίσω και να της πω· Αδελφή μου Αϊμά, συμπάθησέ με, παύσε μίαν στιγμήν την εργασίαν σου, έχω να σου πω κάτι; Να παύση την εργασίαν της; Και πώς ειμπορώ εγώ να της πω να παύση την εργασίαν της, ποίον δικαίωμα έχω; Δεν θα της φανή βάρβαρον αυτό; Δικαίως θα κακιώση, και θα με νομίση χωριάτην, θα ειπή μέσα της, ο Μάχτος δεν ξεύρει πώς να φέρεται, κρίμα! Και είνε αδελφός μου. Ύστερα εγώ τι θα πω; Βλέπω ότι του κάκου σπάνω το κεφάλι μου. Όσο συλλογίζομαι, τόσο χειρότερο το βρίσκω. Κύτταξε πόσον είμαι πίσω από τον άλλον κόσμο! Δεν ξέρω τι μου γίνεται. Να είξευρα πως δεν ειμπορούσα να βγάλω μίαν ιδέαν, δεν θα έκαμνα τόσον κόπον να συλλογίζωμαι, και να χτυπώ το κεφάλι μου τόσαις ώραις. Τι να γένη, το κεφάλι δεν αλλάζει. Τώρα πρέπει να πάρω μίαν απόφασιν. Διότι άλλως δεν ειμπορεί να γένη. Και αφού δεν ειμπορώ τόσον καιρόν να αποφασίσω τι θα της πω, το καλλίτερον είνε να μη συλλογίζωμαι τίποτε. Ας το αφήσω εις την τύχην. Ό,τι μου κατεβή εκείνην την ώραν, εκείνο θα της πω.
Ο Μάχτος, λαβών τέλος την ανωτέρω απόφασιν, ηρκέσθη εις τούτο και μόνον, δεν ηυτύχησε δε και να την εκτελέση. Την αυτήν εσπέραν ο Πρωτόγυφτος και ο συνοδοιπόρος του επανήλθον εκ της εκδρομής των.
Η Γύφτισσα ετόλμησε να ερωτήση τον σύζυγόν της πού είχε μεταβή και διατί δεν ανήγγειλε προς αυτήν ουδέν περί της απουσίας του.
Ο Πρωτόγυφτος ήρπασε την πρώτην πυράγραν, ην εύρε προχειροτέραν, και τη κατέφερε πληγάς. Ο Βούγκος σπεύσας εκράτησε την χείρα του πατρός του.
— Διατί την δέρνεις, πατέρα; είπε.
— Άφησε, Βούγκο, να βάλη γνώσι η παληόστριγλα. Χμου! Γρου!…
— Δεν την λυπάσαι, πατέρα;
— Μίαν οργυιά γλώσσα μου πετά έξω από το στόμα η πανούκλα. Γρου!
Κμρου!…
— Πατέρα, δεν σου είπε τίποτε· σε ηρώτησε πού επήγες, είπεν ο
Βούγκος. Πειράζει αυτό;
— Αυτή η λώβα θα μ' ερωτήση πού πήγα; Είπεν ο Πρωτόγυφτος.
— Και ποίος θέλεις να σ' ερωτήση;
— Δεν είνε δουλειά της ν' ανακατόνεται. Γρου!
— Έφυγες χωρίς να μας πης τίποτε, πατέρα, είπεν ο Βούγκος.
— Έπρεπε να πάρω θέλημα από σας; είπεν ο Πρωτόγυφτος.
— Δεν ειξεύραμεν πού ευρίσκεσαι.
— Ήτον ανάγκη να ξεύρετε; Εγώ πήγα εις την δουλειά μου.
Και ουδείς πλέον ετόλμησε να είπη λέξιν. Η δευτέρα απουσία του Γύφτου διήρκεσεν άλλαις τρεις ημέραις. Και πάλιν ο Μάχτος, παρά πάσας τας υπονοίας του δεν εθάρρησε να είπη τι εις την Αϊμάν. Δικαιολογών δ' ενδομύχως την ατολμίαν του προσεπάθει διά της βίας να πείση εαυτόν, ότι πας φόβος ήτο μάταιος, και αδίκως είχε βασανισθή.
Ότε επέστρεψεν εκ της δευτέρας εκδρομής ο Πρωτόγυφτος είχε μεταβεβλημένον το ήθος. Είδος τι υπερηφανείας αήθους έλαμπεν εις την όψιν του, και παρείχεν έκφρασιν εις τους τραχείς αυτού χαρακτήρας. Η ταλαίπωρος Γύφτισσα δεν ετόλμησε να τω απευθύνη ερώτησίν τινα. Εν τούτοις ο Βούγκος εκάλεσεν ιδιαιτέρως τον Λάκωνα και τω είπε·
— Θα σ' ερωτήσω ένα πράγμα.
— Λέγε.
— Ειξεύρεις ότι εγώ είμαι πονηρότερος από όσον φαίνομαι!
— Και τι με τούτο;
— Πολλαίς φοραίς καταλαβαίνω πολλά, αλλά δεν λέγω τίποτε.
— Έτσι έ;
— Την άλλην φοράν, όταν είχες λείψει διά μίαν ημέραν από εδώ, το ενθυμείσαι;
— Το ενθυμούμαι.
— Σε ηρώτησεν ο πατέρας μου, και είπες ότι είχες πάγει διά ψάρευμα.
— Ναι.
— Εγώ όμως σε είχα ιδεί που υπήγες, εις την ξηράν και όχι εις την θάλασσαν.
— Λέγεις;
— Και δεν ηθέλησα να πω τίποτε, διότι δεν μ' έμελε και τόσον.
— Ας είνε.
— Κατάλαβα όμως ότι δεν λέγεις όλαις ταις φοραίς την αλήθειαν.
— Και αυτό γίνεται.
— Τώρα θα σ' ερωτήσω κάτι άλλο.
— Λέγε.
— Πού υπήγατε δύο φοραίς με τον πατέρα μου;
Ο Λάκων εδίστασεν επί στιγμήν και είτα είπε·
— Δεν έλεγες τώρα ότι εγώ δεν λέγω πάντοτε την αλήθειαν;
— Ναι.
— Λοιπόν τότε τι μ' ερωτάς, αφού δεν ξεύρεις αν θα πω αλήθειαν;
— Σωστά.
— Και αν πρέπει να με πιστεύσης ή όχι;
— Βέβαια.
— Ώστε, αφού απ' αρχής με βγάζεις ψεύστην, τότε τι ειμπορώ να σου πω;
— Έχεις δίκαιον.
— Όμως εγώ θα σου πω, και αν θέλης, πίστευσε.
— Θα πιστεύσω.
— Με τον πατέρα σου πηγαίνομεν εις το χωριό το δικό μου.
— Και πού είνε αυτό;
— Τέσσαραις πέντε ώραις μακρυά απ' εδώ.
— Και τι κάμνετε εκεί;
— Αυτό κ' εγώ δεν το ξεύρω καλά καλά.
— Δεν το ξεύρεις;
— Βέβαια.
— Πώς γίνεται;
— Γίνεται.
— Τι θα πη;
— Για την ώρα, δεν ξεύρω τι κάμνομεν. Εις το μέλλον όμως ίσως θα κάμωμεν τίποτε.
— Τι πράγμα;
— Πάντοτε καλόν, και μην έχης κακήν ιδέαν, Βούγκο.
— Πώς θα με κάμης να πιστεύσω;
— Δεν ειμπορώ. Αφού πρώτα πρώτα με είπες ψεύστην.
Ο Βούγκος συνέστειλε τα χείλη, έσεισε την κεφαλήν και δεν εύρεν άλλην λέξιν να είπη. Άπορον δ' εφαίνετο και εις αυτόν ότι κατώρθωσεν ήδη να είπη τόσας, όπερ δεν ενθυμείτο αν συνέβη άλλοτε.
Η τρίτη απουσία του Γύφτου παρετάθη επί μίαν εβδομάδα.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΑ'.
Μήτηρ και υιός.
Ήδη απεφάσισε τέλος ο Μάχτος να ομιλήση. Αλλά την στιγμήν καθ' ην είχε καταστρώσει τα σχέδια και ήτο πλήρης θάρρους, δεν ευρέθη κατά τύχην η Αϊμά παρούσα. Ο Μάχτος δεν την εύρεν ούτε εις τον κήπον ούτε εις την καλύβην και την εζήτει εις μάτην. Εσκέφθη ότι η Αϊμά θα ήτο πιθανώς εις το φρέαρ, και μετέβη εκείσε. Αλλά δεν εύρε την Αϊμάν. Περιήλθε τα μέρη εις όσα συνήθως μετέβαινεν αύτη προς εργασίαν. Ουδαμού Αϊμά.
Ο Μάχτος επέστρεψεν εις την καλύβην, ελπίζων ότι η νέα θα επανήλθεν ήδη αυτόσε και έμελλε να την εύρη. Απούσα η Αϊμά.
Ο νέος έκαμε και άλλον γύρον, και μετέβη προσέτι και εις όσους τόπους σπανιώτατα ευρίσκετο εκείνη, ουδ' είχε μεγάλην πιθανότητα ότι ήθελε την εύρει. Ώχετο η Αϊμά.
Τέλος επέστρεψε το δεύτερον εις την καλύβην, πεποιθώς ότι θα την εύρισκε τέλος. Αλλ' όμως δεν την εύρεν.
Αντί της Αϊμάς εύρε την Γύφτισσαν, καθημένην επί του ουδού. Είχεν εξηπλωμένα τα σκέλη, και απήλαυε την μακαρίαν άνεσιν, ην τη παρείχεν η αέναος και πυρετώδης φιλοπονία της νέας κόρης. Ότε είδε τον Μάχτον, οι δύο κρεμαστοί οδόντες, οίτινες συνέσφιγγον αδιαλείπτως το κάτω χείλος, υπεχώρησαν αυτομάτως, και αφήκαν το στόμα να μειδιάση το ιδιάζον αύτη μειδίαμα, όπερ μόνον ότε έβλεπε τον Μάχτον εσημείου το πρόσωπόν της.
— Πού ήσουνα, μικρέ μου; είπε.
— Μάννα, είπεν ανυπομόνως ο Μάχτος, μέσα είνε η Αϊμά;
— Όχι.
— Δεν είνε μέσα; επανέλαβε μη θέλων να πιστεύση.
Και διασκελίσας τον ουδόν, χωρίς να δώση καιρόν εις την μητέρα του όπως απομακρυνθή και τω αφήση ελευθέραν την δίοδον, εισήλθεν όπως βεβαιωθή. Εντούτοις μάταιον το κίνημα, η Αϊμά δεν ήτο εν τη καλύβη.
Ο Μάχτος συνέλαβεν άλλην τινά ελπίδα.
— Μην κοιμάται; είπε.
Και έρριψεν εις τον κοιτώνα της κόρης το δειλότατον και αιδημονέστατον βλέμμα, όπερ εξήλθέ ποτε εκ των οφθαλμών νεαρού Αθιγγάνου. Και τούτο μάταιον. Η Αϊμά δεν εκοιμάτο, έλειπεν.
Ο Μάχτος ησθάνθη ήδη μεγίστην ανησυχίαν. Τω όντι το πράγμα τω εφαίνετο σοβαρόν.
— Πού είνε η Αϊμά, μάννα; έκραξεν.
Η Γύφτισσα είχε νικήσει την ραστώνην, ήτις εδέσποζεν αυτής προ ολίγων στιγμών, και εισήλθεν εις την καλύβην.
— Δεν ξεύρω, απήντησεν απλώς.
— Δεν ξεύρεις; είπεν ο Μάχτος· δεν ξεύρεις πού είνε;
— Δεν ξεύρω, επανέλαβεν η Γύφτισσα.
— Με τα σωστά σου, μάννα; είπεν ο Μάχτος αδημονών.
— Τι έπαθες, μικρέ μου; είπεν η Γύφτισσα.
— Τι έπαθα; Η Αϊμά πού είνε;
— Πού θέλεις να είνε; Όπου είνε θαρθή.
— Αλλά λείπει πολλήν ώραν;
— Δεν ξεύρω πόσην ώραν λείπει, μικρέ μου, είπεν η Γύφτισσα.
— Και τι κάμνεις εδώ; Να μη ξέρης πότε έφυγε, και πού πάγει;
— Πού θέλεις να πάγη; Δουλειά θα έχη.
— Εγώ υπήγα παντού. Δεν είνε πουθενά.
— Δεν πειράζει. Αυτή μοναχή της φεύγει, και μοναχή της πάλι έρχεται.
— Αλλά εγώ την θέλω, επέμεινεν ο Μάχτος.
— Και τι την θέλεις;
— Θέλω να της πω.
— Της λες όταν έρθη.
— Και πότε θα έρθη;
— Όποτε θέλει.
— Λοιπόν, συ ως μητέρα, δεν φροντίζεις δι' αυτήν;
— Τι να φροντίσω;
— Την αφήνεις και πάγει όπου θέλει;
Ο Μάχτος ησθάνθη σπαραγμόν, και η τελευταία αύτη φράσις εκόπη εις δύο πριν ή εξέλθη εκ των χειλέων του. Μετά την ανησυχίαν, ην πρότερον ησθάνθη, τώρα του ήρχετο υπόνοια και ζηλοτυπία όλως αδικαιολόγητος.
— Και τι θέλεις να κάμω, μικρέ μου;
— Να σου λέγη πού θα πάγη, να το ξεύρης.
— Πού θα πάγη; Αυτή κάμνει όλαις ταις δουλειαίς.
— Αλλά δεν την ηύρα πουθενά.
— Τι την ήθελες;
— Θέλω να της 'πω.
— Τι να της πης;
— Αλλά τέτοια που είνε… είπεν ο Μάχτος έτοιμος να κλαύση.
— Τι έχεις, μικρέ μου;
— Τίποτε, είπεν ο Μάχτος συσταλείς.
— Έπαθες τίποτε;
— Όχι.
— Τι την θέλεις την Αϊμάν;
— Την ήθελα κάτι.
— Τι την ήθελες;
— Ήθελα να της ειπώ πράγματα…
— Τι πράγματα;
— Να την κάμω να έχη προσοχήν.
— Διά τι πράγμα;
— Διά το καλόν της, είπεν ο Μάχτος, και δεύτερον ρεύμα δακρύων τω επήλθε.
— Δεν ξεύρω τι έπαθες, μικρέ μου.
— Αλλ' αύτη δεν είνε εδώ, είπε παραπονετικώς ο Μάχτος.
— Και σαν δεν είνε, θάρθη.
— Πότε θάρθη;
— Το γρηγορώτερο.
— Και σαν δεν έρθη;
— Πώς γίνεται να μην έρθη;
— Ξεύρεις καμμιά φορά. Ωχ, μάννα μου, θαποθάνω…
Και κατενεχθείς επί του εδάφους, ήρχισε να κλαίη με αληθή δάκρυα.
— Σε καλό σου, μικρό μου, είπεν η Γύφτισσα υπέρ την κεφαλήν αυτού. Τι έχεις;
— Αχ Αϊμά! εστέναξεν ο Μάχτος.
— Μην κλαις, μικρέ μου.
— Πού να είσαι;
— Τι είνε πώπαθες, μικρέ μου; έλεγεν η Γύφτισσα.
— Η Αϊμά πού πάγει; επανέλαβε δεκάτην φοράν ο Μάχτος.
— Διατί κάμνεις έτσι, μικρό μου; Πες τι έχεις.
— Κ' εγώ ήθελα να της πω, έλεγεν ο Μάχτος χωρίς ν' απαντήση εις την Γύφτισσαν.
— Και τι ήθελες να της πης;
— Ήθελα να της πω να φυλάγεται.
— Τι να φυλάγεται;
— Να φυλάγεται απ' εκείνον τον άνθρωπον.
— Ποίον άνθρωπον;
— Εκείνον τον μουστερήν μας.
Ο Μάχτος ανωρθώθη, και ανένηψεν ολίγον. Αυθορμήτως δ' έσπευσε να είπη τας σκέψεις του προς την Γύφτισσαν.
— Αυτός ο άνθρωπος, μάννα, δεν έρχεται εδώ διά καλό.
— Πώς το ξεύρεις, μικρό μου;
— Το ξεύρω, είπεν ο Μάχτος.
— Και ποιος σου το είπεν;
— Εγώ το λέγω.
— Και διατί έρχεται;
— Έρχεται διά την Αϊμάν.
— Διά την Αϊμάν;
— Ναι.
— Της θέλει κακόν;
— Βέβαια.
— Και σαν τι κακόν της θέλει;
— Όλα τα κακά.
— Ποια είνε αυτά τα κακά, μικρέ μου; είπεν η Γύφτισσα.
— Θέλει να την πάρη.
— Να την πάρη;
— Βέβαια.
— Τι πάρσιμο είν' αυτό;
— Θα καταφέρη τον πατέρα μου, είπεν ο Μάχτος.
— Τόσο το καλλίτερον, είπεν η Γύφτισσα.
— Τι λες, μάννα; είπε τρέμων ο Μάχτος.
— Φτάνει να μη γυρεύη προίκα, είπεν η Γύφτισσα. Θα λείψη και ο μπελάς της.
— Αυτή που σου κάνει όλαις ταις δουλειαίς;
— Καλαίς είνε η δουλειαίς, Μα το &μούχτι& είνε πιο καλλίτερο.
— Ποιο &μούχτι&;
— Τα άσπρα, είπεν η Γύφτισσα, και ήστραψαν οι οφθαλμοί της, ως να
έβλεπεν τω όντι άσπρα λάμποντα ενώπιόν της.
— Α! έτσι; είπεν ο Μάχτος αισθανθείς αγανάκτησιν. Θέλετε σεις να
την πωλήσετε; Δεν σας μέλει τίποτε! Α, εντροπή!…
Ο Μάχτος ηγέρθη.
— Εγώ όμως δεν θα σας αφήσω, έκραξε. Διά πώλημα την είχατε τόσον καιρόν εδώ; Ο Θεός θα σας τιμωρήση…Και αν ο Θεός το δεχθή, εγώ δεν το δέχομαι…
Ο Μάχτος είχεν αλλοιωθή όλος απαγγέλλων τας λέξεις ταύτας. Το όμμα του έλαμπε παραδόξως, και το ανάστημά του ωρθούτο στιβαρώς. Τα δάκρυα είχον ξηρανθή επί της μορφής αυτού, και τα ίχνη αυτών εφαίνοντο επί των παρειών μεμιγμένα μετά της ασβόλης, ήτις συνήθως έχραινε το πρόσωπον αυτού. Η δε Γύφτισσα ουδέν ενόει εκ της αγανακτήσεως, ην εξέφραζεν η στάσις αύτη. Τον εθεώρει μετ' εκπλήξεως και δεν εύρισκε λέξιν να είπη.
Ο Μάχτος εξήλθεν εκ της καλύβης, καταλιπών αυτήν άναυδον.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΒ'.
Αι δύο πληγαί.
Μέχρι τινός είχεν αποσπασθή εκ της διανοίας του Μάχτου η επί τη απουσία της Αϊμάς μέριμνα. Αλλ' άμα εξελθών, ανεμνήσθη ότι ώφειλε να φροντίση περί τούτου. Ήρχισε δρομαίως να βαδίζη επί της οδού της αγούσης εις την κώμην. Ότε προέβη πολλά βήματα, είδε συρροήν λαού, ανδρών, γυναικών και παίδων, αποφράττουσαν την δίοδον παρά τινα μάνδραν. Ετάχυνε το βήμα. Διαβάτης αποσπασθείς εκ του ομίλου ήρχετο προς αυτόν.
— Τι τρέχει; τον ηρώτησεν ανυπομόνως ο Μάχτος.
— Δεν ξεύρω κεγώ, απήντησεν ο διαβάτης. Γυναίκες, θαρρώ, μάλωσαν αναμεταξύ τους.
Ο Μάχτος εδιπλασίασε την ταχύτητα του βήματος. Να είνε τάχα η Αϊμά; ηρώτησε καθ' εαυτόν. Προσεγγίσας εις τον όμιλον επείσθη ότι δεν είχεν απατηθή.
Η Αϊμά, χωρίς ν' αναγγείλη εις την Γύφτισσαν, είχε φορτωθή προ δύο ωρών κάνεον πλήρες φορεμάτων και απήλθεν εις τον αιγιαλόν, σκοπούσα να πλύνη αυτά εις το αλμυρόν ύδωρ και ακολούθως να τα &ξεγλυκάνη&. Αλλ' ετιμωρήθη διά την καλωσύνην της. Ότε είχε τελειώσει το έργον και φορτωθείσα εκ νέου το κάνεον επανήρχετο εις τα ίδια, οι παίδες του δρόμου, ζητούντες διασκέδασιν, εύρον τοιαύτην εις το να λιθοβολώσι το κάνεον επί της κεφαλής αυτής, αμιλλώμενοι τις να φανή δεξιώτερος σκοπευτής. Ατυχώς λίθος τις εκτύπησε την Αϊμάν εις το μέτωπον. Η νέα ησθάνθη σκοτοδίνην, εκάθισεν εις το μέσον της οδού, κατεβίβασε τρέμουσα το κάνεον από της κεφαλής της, και προσεπάθει να επίσχη το ρέον αίμα. Ιδόντες το πάθημα οι παίδες ετράπησαν εις φυγήν και ήρχισαν να επιρρίπτωσιν εις αλλήλους την μομφήν του αδικήματος. Εν τούτοις παροδίτης τις εσπλαγχνίσθη την κόρην κλαίουσαν, και ήλθε πλησίον αυτής.
— Τι έχεις μικρά; τη είπε.
Η Αϊμά έδειξε την πληγήν της, ην συνέσφιγγε με την χείρα.
— Ποίος σ' εκτύπησε;
— Κάτι παιδιά, είπεν η Αϊμά.
Ο παροδίτης απέσυρεν εκ του θυλακίου το μανδύλιόν του και έδεσε το τραύμα της κόρης.
— Σηκώσου να πάμε εις το σπίτι σου, είπεν ο ελεήμων διαβάτης. Πού
θέλεις να πάμε; Εγώ βαστώ το πανέρι σου με τα ρούχα.
Συγχρόνως από της άλλης άκρας της οδού ηκούσθησαν φωναί γυναικείοι, αραί, ύβρεις και βλασφημίαι.
— Να χαθής, κλέφτρα! Να χαθής! έκραζε νέα τις γυνή.
— Μεγάλο άδικο, και ο Θεός να σε κρίνη. Μαύρη φωτιά να σε κάψη και κακή ανάγκη να σε θερίση, απήντα γραία τις. Χαΐρι και προκοπή να μην ιδής, και σαν φείδι κολοβό να σέρνεσαι χάμου. Μεγάλο ξαφνικό να σ' ευρή και κακό μαντάτο να σούρθη, να κρένεσαι και να καίεσαι και μερωμό να μην έχης, όσο σου έκλεψα εγώ ρούχα. Ναι.
Η Αϊμά είχεν εγερθή και ο άνθρωπος εκείνος ηθέλησε να φέρη αυτός το κάνεον. Εν τούτοις η νέα δεν επείσθη και έλαβε το κάνεον υπό την μασχάλην της. Την αυτήν στιγμήν συνήντησε την γραίαν, ήτις έκρωζε τας ανωτέρω βλασφημίας. Ήτο δε αύτη η γνωστή Εφταλουτρού.
Άμα ιδούσα η Εφταλουτρού την νέαν, δεν παρετήρησεν ούτε το δέμα περί το μέτωπόν της, ούτε την οδύνην ην εξέφραζεν η μορφή της. Έν μόνον είδε. Το κάνιστρον με τα ενδύματα. Τότε δεν έχασε καιρόν, αλλ' έβαλεν ισχυράν κραυγήν, οποίαν μόνον νέα γυνή φωνασκός ηδύνατο να βάλη.
— Έλα εδώ! έκραξεν αγρίως η Εφταλουτρού προς την εκείθεν της αιμασιάς γυναίκα, ήτις εμέμφετο αυτήν επί κλοπή. Έλα εδώ να ιδής, ποιά σου έκλεψε τα ρούχα σου.
Ακούσασα την πρόσκλησιν ταύτην η άλλη γυνή δεν έχρηζε μεγάλης νοημοσύνης όπως εννοήση. Έσπευσε να φθάση εντεύθεν του φράκτου, και έρριψεν άπληστον βλέμμα επί του κανίστρου της Αϊμάς. Χωρίς δε να ερευνήση προσεκτικώτερον, ενόμισεν ότι εβεβαιώθη περί του πράγματος, διότι η σύμπτωσις κατέπληξεν αυτήν.
Ως φαίνεται, η γυνή αύτη είχεν ηπλωμένα ενδύματα προς στέγνωσιν επί τινος φράκτου, άτινα εκλάπηοαν, και αι υπόνοιαί της είχον πέσει επί της Εφταλουτρούς, περιπολούσης πάντοτε εκεί τριγύρω.
— Α! έκραξε· συ είσαι που ταις κάμνεις αυταίς ταις δουλειαίς, κυρά αρχόντισσα γυφτοπούλα; Μπράβο σου.
Η Αϊμά έμεινεν άναυδος. Δεν είξευρε τι να είπη. Εν τη παραζάλη ταύτη ελησμόνησε και το κάταγμα του μετώπου, όπερ έπαθε, προ μικρού.
— Μπράβο σου, δεν τώλπιζα· έκραξεν αύθις η γυνή.
— Εγώ; είπε μόνον η Αϊμά. Όχι.
— Αυτή είνε, αυτή είνε· επέμενεν η γραία Εφταλουτρού.
— Όχι, όχι· είπεν ο προστάτης της Αϊμάς. Αυτή δεν είνε τέτοια.
— Αυτή είνε, σου λέγω· έλεγεν η Εφταλουτρού. Και επέμενε διά νευμάτων και διά κτυπημάτων της ράβδου επί του εδάφους να βεβαιοί τους ισχυρισμούς αυτής. Είνε δε περίεργον ότι η Εφταλουτρού κατά την παρούσαν περίστασιν δεν εξεστόμιζεν ούτε ύβρεις, ούτε βλασφημίας. Αφού ανεκάλυψε τοιούτον θύμα τόσον ευάλωτον, και αφού είχε πράγματα υπό τας όψεις της, οι πολλοί λόγοι τη εφαίνοντο κενός και μάταιος ήχος.
— Αυτά είνε, επέμενε λέγουσα, αυτά. Δεν βλέπεις τα ρούχα;
Η γυνή ουδ' έλαβε τον κόπον να παρατηρήση μετά προσοχής τα ενδύματα, αν ήσαν τα εδικά της. Και αν υπήρχεν ομοιότης ή διαφορά, δεν ήτο ικανή, παραφερομένη υπό του θυμού, να εξακριβώση τούτο. Τέλος τα φαινόμενα έπειθαν αυτήν να επαναλαμβάνη·
— Μπράβο, κυρά γυφτοπούλα, είσαι και τέτοια; Ποιος το πίστευε;
— Όχι, έλεγεν η Αϊμά, όχι. Αυτά τα ρούχα είνε εδικά μου.
— Κύτταξε, κυρά, είπεν ο ανήρ ο συνήγορος της Αϊμάς, κύτταξε να ιδής αν ήνε τα ίδια. Αυτή η νέα φαίνεται φρόνιμη, δεν πιστεύω να σου έκλεψε.
— Αυτά είνε τα ρούχα, έλεγε προπετώς η Εφταλουτρού, λησμονούσα ότι δεν ήτο έργον αυτής να βεβαιώση το πράγμα. Αυτά είνε τα ρούχα, τα έκλεψε.
— Και πώς πετιέσαι εσύ, γρηά; είπεν ο ξένος. Από πού ξεύρεις ότι τα έκλεψε;
— Τέτοια είνε αυτή, τέτοια, επέμενεν η γραία, αγωνιζομένη να κρατή την νέαν γυναίκα υποχείριον, διότι εφοβείτο μη αύτη μεταπεισθή.
Το παίρνεις στην ψυχή σου, γρηά; επανέλαβεν ο ξένος.
— Στην ψυχή μου και στη συνείδησί μου, απήντησεν η Εφταλουτρού, θέτουσα δραματικώς την χείρα επί του στήθους.
Τοσαύτην δε πεποίθησιν ενέφαινε το ήθος αυτής και ο λόγος, ώστε και αυτός ο αυθόρμητος συνήγορος της Αϊμάς ήρχισε να κλονίζεται. Επί τέλους δεν εγνώριζε την νέαν και ήτο ενδεχόμενον να είνε και κλέπτρια, όπως εβεβαίου η Εφταλουτρού. Ήρκει ότι περιέδεσε με το μανδύλιόν του το τραύμα της δυστήνου κόρης, ήρκει ότι είπεν ένα καλόν λόγον προς υπεράσπισιν αυτής, και ηδύνατο ευλόγως να νομίζη ότι εξεπλήρωσε το χρέος του. Του λοιπού ας εμερίμνα αυτή περί εαυτής.
Η γραία ιδούσα τον δισταγμόν του ξένου, ενόησεν ότι έπρεπε να επιμείνη όπως κερδίση την δίκην.
— Είμαι ογδώντα τριών χρόνων, είπε, και ψέμμα ακόμα ως τώρα δεν
εβγήκεν από τα χείλη μου. Σας λέγω ότι αυτά είνε τα ρούχα.
— Και πώς τα ξεύρεις ότι είνε αυτά; ηρώτησεν ο ξένος
— Τα είδα απλωμένα.
— Και το πανέρι πού ευρέθη; Είνε και αυτό της κυράς;
— Δεν ξεύρω διά το πανέρι, ειμπορεί να είχεν αυτή, η Γυφτοπούλα, πανέρι με ρούχα δικά της. Και επειδή θα ήτον μισοάδειο, επήρε και τα ξένα ρούχα διά να το απογεμίση.
Εις τον ξένον οι τελευταίοι λόγοι της Εφταλουτρούς δεν ενέπνευσαν την αυτήν εμπιστοσύνην. Τω εφάνη ότι διέγνω πανουργίαν.
— Άμε στο καλό, γραία, δεν λες αλήθεια.
— Αλήθεια λέγω, είπεν η Εφταλουτρού απτόητος.
— Δεν ειμπορώ να πιστεύσω.
Εν τω μεταξύ η νέα γυνή είχεν αρπάσει από των χειρών της Αϊμάς το κάνεον με τα ενδύματα και έφυγεν. Η παιδίσκη διατελούσα εν σκοτοδίνη δεν ηδυνήθη ναντιστή, ουδ' απεπειράθη τούτο.
— Έτσι δα, αρχοντοπούλα γύφτισσα, έκραξε μανιώδης η γυνή. Μου τα πήρες, σου τα παίρνω. Είμεθα ίσα ίσα.
— Πώς παίρνεις τα ρούχα; έκραξεν ο ξένος ορμήσας να αρπάση το κάνεον. Αλλ' η γυνή είχε διασκελίσει ήδη τον φράκτην και έτρεχεν εις την οικίαν της.
— Καλά έκαμεν, είπεν η γραία χαιρεκακούσα. Άλλη φορά να βάλη γνώσιν αυτή.
Την τελευταίαν λέξιν επρόφερεν η Εφταλουτρού μετ' ανεκφράστου μίσους. Η δύστηνος Αϊμά είχε χάσει τοσούτον τας δυνάμεις της, ώστε τα πάντα τη εφαίνοντο όνειρον. Ούτε διά λόγου ούτε δι' έργου ηδύνατο να υπερασπισθή. Ησθάνετο πικρίαν, ησθάνετο πόνον. Εις τον τόπον είχον συρρεύσει δέκα ή δεκαπέντε άνθρωποι, παροδίται ή γείτονες. Η αισχύνη επίεζεν αυτήν ως σιδηρούς χλοιός. Τη εφαίνετο ότι είχε πίει χολήν και όξος. Οι οφθαλμοί της έπασχον διαλείψεις σκότους και φασμάτων, τα ώτα της εβόμβουν δυσήχως και φοβερώς. Τα γόνατά της εκάμφθησαν, και έπεσεν ως σωρός επί του εδάφους.
Την στιγμήν εκείνην έφθασεν ο Μάχτος τρέχων και πνευστιών. Δι' ενός βλέμματος είδε την ταραχήν και τον πόνον της Αϊμάς, είδε το δέμα όπερ έφερε περί το μέτωπον και έπεσε παρ' αυτήν έξαλλος.
— Τι έχεις, Αϊμά; είπεν.
Η νεάνις δεν ηδυνήθη να αρθρώση λέξιν, είδε μόνον τον Μάχτον και εφάνη ως να μη τον εγνώριζε.
— Τι έπαθες, Αϊμά: επανέλαβεν ο νέος.
Ο υπερασπιστής της Αϊμάς έσπευσε ν' απαντήση αντ' αυτής.
Της έσπασε το κεφάλι μία πέτρα.
— Ποιος; Ποιος την έρριξεν; έκραξεν ο Μάχτος περιβλέπων απειλητικώς.
— Κανένα παιδί του δρόμου, είπεν ο ξένος, την έρριξε κ' έφυγε.
— Α, αδελφή μου, είπεν ο Μάχτος, και υπό τον οίκτον ον εξέφραζεν η λέξις αύτη διέλαμπεν είδος τι χαράς.
— Είνε αδελφή σου; είπεν ο ξένος.
Αδελφή μου, απήντησεν ο Μάχτος. Σηκώσου, Αϊμά, να πάμε στο σπίτι.
Σου πονεί πολύ;
— Όχι, είπεν η Αϊμά, αρχίσασα να συνέρχηται εις εαυτήν.
Συγχρόνως δε απηύθυνε προς τον ξένον νεύμα τι· το νεύμα τούτο δεν ενόησεν εκείνος, είχε δε την εξής έννοιαν·
— Μη λέγης τίποτε εις τον Μάχτον διά το πανέρι με τα ρούχα.
Ευτύχημα δε ήτο ότι ο ξένος δεν ενόησεν, Αν ενόει, ήθελε χάσει πάσαν αγαθήν υπόληψιν περί της Αϊμάς, διότι η φυσικωτάτη ερμηνεία, ην ηδύνατο ν' αποδώση, θα ήτο, ότι η νέα ήτο τω όντι ένοχος κλοπής, και δεν ήθελε να περιέλθη το αίσχος της εις γνώσιν του αδελφού της.
Άλλως δε, εις ουδένα των παρόντων επήλθεν η ιδέα να είπη εις τον
Μάχτον τι είχε συμβή· ευλόγως περιέμενον πάντες να ομιλήση η νέα.
Αλλ' αύτη εσίγα. Το πλήθος κατείχετο υπό μεγίστης περιεργείας.
Ουδείς ηδύνατο να προΐδη ότι ήθελεν αποσιωπήσει η Αϊμά τα
συμβάντα.
Εν τω μεταξύ η Εφταλουτρού, χωρίς μηδείς να την παρατηρήση, είχε λάβει την ράβδον της υπό μάλης, είχεν οξύνει το βήμα της και έφυγεν ηρέμα, κλίνουσα με την ετέραν των πλευρών προς την γην. Τούτο συνέβη από της πρώτης στιγμής καθ' ην ενεφανίσθη ο Μάχτος. Το πλήθος έμενε με στόματα κεχηνότα και περιέμενε την εξήγησιν. Αξιοσημείωτον δε είνε πως η Εφταλουτρού, ούσα εκ των κυριωτάτων προσώπων της σκηνής κατώρθωσε να εκφύγη χωρίς οι θεαταί να παρατηρήσωσι τούτο. Αλλ' η γραία αύτη ήτο εξ εκείνων των προσώπων, άτινα ευκόλως εισδύουσι πανταχόσε, και ευκόλως πάλιν εξαφανίζονται.
Ο Μάχτος έλαβε την Αϊμάν από του βραχίονος και την εβοήθησε νανορθωθή.
— Πάμε, αδελφή μου.
— Πάμε, είπεν η νέα.
— Εμείς σ' εχάσαμεν τόσην ώραν, Αϊμά. Δεν μου λες πού ήσουν;
— Υπήγα εις δουλειά, εψέλλισεν η Αϊμά.
— Εις τι δουλειά;
— Να πλύνω.
Την στιγμήν ταύτην η προσοχή του πλήθους επετάθη τα μέγιστα. Περιέμενον πάντες νακούσωσι την ιστορίαν, ης είχον γείνει αυτόπται, εν τούτοις. Αλλά το διαφέρον εστρέφετο εις άλλο σημείον. Επερίμενον να ίδωσι τον θυμόν του Μάχτου, ίσως και απόπειράν τινα βιαίαν αυτού, και ούτω το σκανδαλώδες και περίεργον του πράγματος θα εξηκολούθει παριστώμενον εις μήκος. Ποίαν καλλιτέραν ψυχαγωγίαν ηδύναντο να εύρωσι τόσοι άνθρωποι; Και αν είχε τις εξ αυτών εργασίαν, προθύμως ήθελε την αφήσει όπως ψυχαγωγηθή. Πολλώ μάλλον αν ήσαν αργοί.
— Να πλύνης; επανέλαβεν ο Μάχτος.
— Ναι, είπεν η Αϊμά.
— Και πού είνε τα ρούχα που έπλυνες;
— Τα άπλωσα σιμά 'στη βρύσι, είπεν η Αϊμά, προτιμήσασα να ψευσθή.
Το πλήθος ήκουσε μετ' απείρου εκπλήξεως τον λόγον τούτον. Προφανώς η «Γυφτοπούλα» αυτή ήτο όχι μόνον κλέπτρια θρασεία, αλλά και ψεύστρια αναιδής. Τούτο ήτο αυταπόδεικτον και ψηλαφητόν προς πάντας. Τα πειστήρια έκειντο προ οφθαλμών. Τις ηδύνατο να τολμήση ναμφιβάλλη; Η Αϊμά κατεδίκαζεν εαυτήν. Ήτο αυτοκατάκριτος. Εάν άγγελος εξ ουρανού ετόλμα να παρουσιασθή όπως είπη ότι δεν ήτο αληθές τούτο, ουδείς θα τον επίστευε. Πας τις ηδύνατο ευκόλως να διαψεύση αυτόν, μεθ' όλην την ουρανίαν καταγωγήν του.
Και αυτός ο υπερασπιστής της Αϊμάς επείσθη ήδη περί του πράγματος. Εκύτταζε να ίδη την Εφταλουτρού, όπως αιτήση παρ' αυτής συγγνώμην διότι την είχεν υποπτεύσει. Αλλ' η Εφταλουτρού είχε γείνει άφαντος και, ως φαίνεται, δεν ηγάπα τους θριάμβους.
Εν τούτοις ο ξένος, όστις ήτο ειλικρινής και δεν ηδύνατο να υποφέρη τα ψεύδη, παρετήρησεν ατενώς την Αϊμάν, και τη είπε·
— Στη βρύσι, είπες, τα άπλωσες τα ρούχα, 'σ τη βρύσι;
Η Αϊμά τω απηύθυνεν ικετικόν βλέμμα. Αλλ' εκείνος το απέκρουσεν.
— Είνε αλήθεια ότι τα άπλωσες τα ρούχα 'στη βρύσι; επανέλαβεν αδυσωπήτως.
— Ναι, εψέλλισε τρέμουσα η Αϊμά.
Ο ξένος εδίστασε, και είτα εκίνησε τους ώμους και απεμακρύνθη λέγων·
— Τι με μέλει εμένα, το κάτω κάτω;
Ο Μάχτος συνέλαβεν υποψίαν τινά. Αλλ' απείχε πόρρω του να φαντασθή τι είχε συμβή.
— Τι τρέχει, Αϊμά; Τι σου έλεγε;
— Τίποτε, είπεν η Αϊμά.
Ο Μάχτος δεν επέμεινεν. Ησθάνετο την ανάγκην ναπομακρυνθή εκείθεν ίνα αποφύγη το οχληρόν εκείνο πλήθος αυτός και η αδελφή του.
Απεμακρύνθησαν δε βραδέως, αλλά το πλήθος τους ηκολούθησε διά του βλέμματος. Ήσαν δε πάντες ειπέρ ποτε πεπεισμένοι ότι η Αϊμά ήτο κλέπτρια. Τα βλέμματα άτινα αντήλλασσον προς αλλήλους τοιαύτην είχον έννοιαν, και ηδύναντο να διερμηνευθώσι διαλογικώς ούτω·
— Α, τι ξετσιπωσιά!
— Του διαβόλου η γύφτισσα.
— Δεν την μέλει τέσσαρα.
— Έκλεψε και δεν θέλει να το πη.
— Και τι ψεύτρα!
— Μπροστά 'στά μάτια μας να πη φοβερό ψεύμα!
— Τέτοιοι είνε, αυτοί οι Γύφτοι!
— Κατηραμένη φυλή.
— Κλέφταις και ψεύταις.
— Άθεοι.
Και το πλήθος διελύθη. Έκαστος δε απεκόμιζεν ως λάφυρον έν ράκος εκ του διαρραγέντος πέπλου της αθωότητος. Έκαστος έφερεν ένα λίβελλον εκ των σκληρών ψόγων κατά της πτωχής παιδίσκης.