WeRead Powered by ReaderPub
Η Γυφτοπούλα cover

Η Γυφτοπούλα

Chapter 21: ΜΕΡΟΣ Β'. ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α'.
Open in WeRead

About This Book

The narrative interweaves rural episodes on an island, following a shepherd who uncovers a hidden cave with ancient statues and other villagers whose small losses and quests—most notably the loss and retrieval of a treasured cloak—set in motion journeys, bargaining, and raiding. Portraits of worn lives, local customs, and encounters with thieves and veterans thread together to explore fate, poverty, and the hold of tradition. Scenes shift between lyric descriptions of landscape, ritual memory of antiquity, and gritty everyday struggles, producing a mosaic of communal life where personal misfortune and chance discoveries reveal deeper tensions between past and present.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΕ'.

Η δίωξις.

Έτρεχον κατόπιν αυτής οι Γύφτοι, αλλά δεν έτρεχον πάντες με τον αυτόν σκοπόν. Ο μεν Βούγκος έτρεχεν όλως αυτοματικώς, όπως υπακούση εις τον πατέρα του, και χωρίς να έχη συναίσθησιν του γεγονότος. Ο δε Πρωτόγυφτος, με την γλώσσαν κρεμαμένην εκτός των οδόντων, έτρεχεν όπως συλλάβη αυτήν και την παραδώση εκεί όπου την επώλησε. Τέλος ο Μάχτος έτρεχεν ίνα την σώση, ή ίνα συναποθάνη μετ' αυτής.

— Κατόπιν τούτων έτρεχον και οι ένοπλοι εκείνοι άνθρωποι, οίτινες δεν ηδύναντο ευκόλως να τους παρακολουθώσι, διότι το φέγγος της σελήνης ήτο θεϊκόν, και ηγνόουν το έδαφος του τόπου. Εν τούτοις και ούτοι έφθασαν μετά τινα χρόνον ύστερον των τριών Γύφτων.

— Πιάστε την! πιάστε την! έκραζε λυσσών ο Πρωτόγυφτος, σείων την πυράγραν ην επρόφθασε ν' αρπάση εκ του χαλκείου,

— Πιάστε την! πιάστε την! έλεγε μηχανικώς και ο Βούγκος.

Ο Κατούνας, ο Σκούντας και ο Τρανταχτής είχον περικυκλώσει την
Αϊμάν, και οι Γύφτοι δεν ηδύναντο ευκόλως να πλησιάσωσι.

 — Γλυτώστε την! έκραξεν ο Μάχτος, ελπίσας βοήθειαν παρά των
ανθρώπων ταύτων.

— Τι τρέχει; ηρώτα ο μπάρμπα Κατούνας διανοούμενος ότι έπραξε κακώς να βραδύνη τόσον να κλείση το καπηλείον. Ούτος δεν είχε πολλήν περιέργειαν εις τας θορυβώδεις σκηνάς, και δεν ηγάπα άλλους επίσκέπτας πλην των συνήθων οινοποτών.

— Ησυχάσατε! έλεγεν ο Τρανταχτής. Τι έτρεξε;

 — Μη ζυγόνετε, Γύφτοι! έκραξεν ο Σκούντας. Ιδών ούτος το
ερεθιστικόν της σκηνής ταύτης, ενόμισε καλόν να κάμη τον ανδρείον.

 — Ειπέτε μου εμένα, τι θέλετε; είπεν ο Τρανταχτής, επιθυμών να
γείνη διαιτητής.

— Πιάστε την! έκραξε φρυάττων ο Πρωτόγυφτος. Και ηθέλησε να συλλάβη την Αϊμάν. Αλλ' ο Σκούντας ετέθη ενώπιον αυτής και απέκρουσε τον Πρωτόγυφτον.

— Θάρρος, Αϊμά, θα σε σώσω, έκραξεν ο Μάχτος, βλέπων μετά σπαραγμού καρδίας την νέαν όλην τρέμουσαν.

Την στιγμήν ταύτην εισήλθεν η συνοδεία των οπλοφόρων.

Ο μπάρπα Κατούνας ησθάνθη μεγίστην στενοχωρίαν, ως είδε τους νέους τούτους επισκέπτας. Ο Σκούντας και ο Τρανταχτής εστράφησαν ανήσυχοι προς την θύραν.

Ο Μάχτος έτυπτε το στήθος και απέσπα τας τρίχας της κόμης του.

— Ας είνε, θ' αποθάνω μαζύ της! Από τούτο δεν ειμπορεί κανείς να μ' εμποδίση, είπε μεγαλοφώνως.

— Τι έπαθες, φίλε μου; τον ηρώτησε μετ' οικειότητος ο Σκούντας.

Την στιγμήν εκείνην, οι τρεις οπλοφόροι άνδρες προέβησαν αποφασιστικώς προς το μέρος, όπου ευρίσκετο η Αϊμά. Αύτη μη δυναμένη να σταθή ορθία, είχε ριφθή με το σώμα επικάρσιον παρά την γωνίαν, και εκάθητο τρέμουσα εις την άκρην. Ο Σκούντας ίστατο ως προστάτης ενώπιον αυτής. Παρ' αυτόν ίσταντο ο Τρανταχτής και ο Κατούνας, είτα εφεξής ο Πρωτόγυφτος, ο Βούγκος και ο Μάχτος.

Οι τρεις ένοπλοι άνδρες εζήτησαν ν' αποσπάσωσι την Αϊμάν από της κόγχης, εν η έκειτο. Αλλ' ο Σκούντας επεχείρησε ν' αντιστή.

Ο Μάχτος ησθάνθη τας δυνάμεις του εντεινομένας εις έσχατον και απεγνωσμένον αγώνα. Ύψωσε την χείρα και κατήνεγκε σφοδρόν και αιφνίδιον κτύπημα κατά του πρώτου εφορμήσαντος. Ούτος έσυρε τότε το ξίφος και ηθέλησε να διαπεράση τον Μάχτον. Αλλ' ο Πρωτόγυφτος ιδών τον κίνδυνον ώρμησε ταχύς και προέλαβε το κτύπημα.

— Είνε γυιός μου, είπεν.

Ο άνθρωπος εκείνος επέστρεψε το ξίφος εις τον κολεόν και εξηκολούθησε να προχωρή προς το καταφύγιον της Αϊμάς. Αλλ' ο Σκούντας ερρίφθη εκ των όπισθεν και έκρουσεν αυτόν κατά των νώτων. Πάλη τρομερά συνήφθη τότε μεταξύ των τριών ενόπλων και του Σκούντα και Μάχτου. Ο Σκούντας δεν ήτο άοπλος. Αίφνης ανέσυρε μακρόν εγχειρίδιον εκ της ζώνης του, και η λάμψις αυτού ιλλώπιζεν εις την χείρα του, πάλλουσαν ορμητικώς αυτό. Ο Κατούνας αφήκε κραυγήν·

— Πάει! Χαθήκαμε!

Και συνήψε τας χείρας, ως να έμελλε ν' απαγγείλη την τελευταίαν αυτού προσευχήν. Περιέφερε τεθλιμμένα βλέμματα από των βαρελιών μέχρι του συρταρίου του λογιστηρίου του, και δεν ήξευρε τι πρώτον να οικτείρη.

Η μάχη εξηκολούθει. Οι πέντε άνθρωποι αντήλλασσον προς αλλήλους πληγάς με τα όπλα, με τας χείρας, με τους όνυχας. Ο Πρωτόγυφτος έκραξε μόνον·

— Μη χτυπάτε το γυιό μου!

Αλλά δεν μετέσχε της συμπλοκής. Ο Βούγκος όμως δεν ηδυνήθη μέχρι τέλους να κρατηθή, και ερρίφθη και αυτός, όπως υπερασπίση τον Μάχτον. Ιδών το κίνημα τούτο, ο Πρωτόγυφτος ησθάνθη το νύγμα της μεταμελείας δάκνον την ψυχήν αυτού.

— Τι έκαμα εγώ! είπε συνάψας τας χείρας. Τώρα βλέπω ότι κακά έκαμα! Γμου, Γρου! Να έσπαζα το ποδάρι μου. Να έβγαζα το λαιμό μου. Τζάνουμ μη χτυπιέσθε έτσι. Χμου, Γρου! Μάχτο, φεύγα, μη κτυπάς. Θα σε σκοτώσουν, Μάχτο! Ε, δεν κάνετε ήσυχα. Κύτταξέ τους! Βούγκο! άκουοε τον πατέρα σου. Λυσσασμένοι είστε όλοι. Ωχ, καϋμένος! Ησυχάσατε, και μη κάμετε τόσο άσχημα. Ε, δεν ακούτε; Ποίος διάβολος σας έβαλε να μαλόνετε έτσι; Δεν μας μέλει. Τι λέγω εγώ; Χμ.. Γρ.. Όρεξι που είχα να κάμω τέτοια κουταμάρα. Φταίγω εγώ; ας έλειπε αυτός και τα υπέρπυρά του. Κέφι που το έχετε να τρώγεσθε έτσι τόσην ώρα! Βούγκο! Μάχτο! ησυχάσετε. Τίνος το λέγω; Θα σας σκοτώσουν. Μη βαρεθήκατε τη ζωή σας; Ε, Βούγκο! εσένα το λέγω. Άφησε αυτόν τον άλλον, είνε τρελλός. Εσύ κάμε φρόνιμα.

Ο μονόλογος ούτος εχρησίμευεν, ούτως ειπείν, ως κέλευσμα εις τους διαπληκτιζομένους. Έμελλε δε να παραταθή και η πάλη και ο μονόλογος του Γύφτου επ' άπειρον, αν δεν εισήρχετο τελευταίον τι πρόσωπον εις την σκηνήν.

Το πρόσωπον τούτο ήτο ανήρ μεσήλιξ, αυστηρότατος το ήθος, πλουσίως ενδεδυμένος, και συνωδεύετο υπό έξ στρατιωτών. Προέβη δε λίαν ατάραχος προς το θορυβώδες εκείνο σύμπλεγμα και αποτείνας τον λόγον προς τους παρόντας είπεν·

— Ησυχάσετε. Σας διατάττω εν ονόματι της εξουσίας.

Και οι έξ στρατιώται, όπως υποστηρίξωσι το παράγγελμα τούτο, προέβησαν κατόπιν αυτού και έτειναν τας λόγχας προς τους παλαίοντας. Ο ξένος έκαμε νεύμα, αν δεν επέλθη ησυχία, να μετέλθωσι κατ' αυτών την βίαν. Αλλ' ήτο περιττή η πρόνοια αύτη. Οι άνθρωποι εκείνοι απηυδηκότες ήδη και όλοι μεμωλωπισμένοι, δεν είχον όρεξιν να εξακολουθήσωσι την πάλην και αφορμήν εζήτουν όπως ειρηνεύσωσι.

 — Τι τρέχει εδώ; ηρώτησεν αυστηρώς ο αρχηγός των στρατιωτών.
Διατί μαλόνετε; Τι θέλει εδώ αυτή η νέα;

Ουδείς απήντησε.

 — Σε, λέγω, Πρωτόγυφτε, είπεν ο αρχηγός, στραφείς προς τον
τρέμοντα Γύφτον. Συ τα πταίεις όλα.

Ο Πρωτόγυφτος έφερε την χείρα εις την κεφαλήν, και τα είχε χάσει από πολλού, ώστε ήτο απηλλαγμένος της ανάγκης του να ομιλήση.

 — Επληροφορήθην την αισχράν διαγωγήν σου, επανέλαβεν ο αρχηγός.
Αλλά δεν θα φέρης εις πέρας τον σκοπόν σου.

— Ορισμός σας, αφέντη, ετραύλισε τρέμων ο Πρωτόγυφτος.

— Ποίος δαίμων σ' ενέπνευσε να πωλήσης την κόρην σου; είπεν αμειλίκτως ο αρχηγός.

— Εγώ; εγόγγυσεν ο Πρωτόγυφτος· ησθάνετο δε μεγίστην ατολμίαν και ελυπείτο διότι δεν ήτο φύσει θρασύτερος, ώστε να ψευσθή μετ' ευχερείας.

— Και ποίος άλλος; επανέλαβεν ο αρχηγός. Υπάρχει εδώ άλλος, όστις να δύναται να κάμη τοιούτον έγκλημα; Την κόρην σου, την κόρην σου να πωλήσης!

— Ποιος το είπεν! Είνε ψέμματα, είπεν ο Πρωτόγυφτος, αποκτήσας προσκαίρως την δύναμιν του ψεύδους.

— Είνε αληθέστατον, επέμενε λέγων ο αρχηγός. Την επώλησες, την επώλησες αντί εκατοντάδων τινών φλωρίων. Ομολογώ ότι εζήτησες ακριβά. Ηδύνασο να το κάμης και ευθηνότερα.

— Αχ! γρου! έγρυξεν ο Πρωτόγυφτος,

— Αλλ' είχες δίκαιον, επανέλαβεν ο αρχηγός. Δίκαιον είχες, διότι δεν είνε κόρη σου.

— Ποιος το λέγει; εμορμύρισεν ο Πρωτόγυφτος.

— Εγώ το λέγω, και το ειξεύρω. Δεν είνε κόρη σου, και την επώλησες. Αλλά μήπως και αν ήτο, δεν ήθελες την πωλήσει;

— Ουχ! έκαμεν ο Γύφτος.

— Και επειδή δεν είνε κόρη σου, δεν έχεις πλέον δικαίωμα να την κρατής, αφού εφάνης άπιστος προς αυτήν.

— Ε; έκαμεν ο Γύφτος ερεθισθείς.

— Και διά τούτο εγώ θα γείνω εγγυητής υπέρ αυτής, επανέλαβεν ο ξένος.

— Εγγυητής;

— Και θα την παραδώσω εις μέρος ασφαλές, ώστε να μη φοβήται πλέον

τίποτε από καμμίαν επιβουλήν.

— Τόσο καλλίτερα, είπεν ο Γύφτος μη εννοών τι έλεγε.

— Βλέπω, σου αρέσει, είπεν ειρωνικώς ο ξένος. Αληθώς, αφού εξέκαμες απ' αυτήν πλέον, θα ευχαριστηθής ν' απαλλαχθής πάσης ευθύνης εις το μέλλον.

— Γκρου! έγρυξεν ο Πρωτόγυφτος.

— Αλλ' ησύχασε, εγώ δεν το κάμνω αυτό διά το καλόν σου. Σκοπεύω να σε φυλακίσω αύριον. Όσον δι' απόψε έχεις το δωδεκάωρον δικαίωμα και το νυκτερινόν άσυλον, το οποίον σοι χορηγεί ο νόμος, διά να κρυφθής ή να φύγης, αν προλάβης.

Ο Πρωτόγυφτος κατελήφθη υπό αληθούς τρόμου ακούσας τας τελευταίας ταύτας λέξεις. Εγονυπέτησε δε αυτομάτως, και εξαγαγών βαλάντιόν τι εκ του κόλπου του, είπε·

— Τζάνουμ μη με φυλακώνης, αφέντη. Να και τα φλωριά οπού πήρα, τα παραδίδω εις την εξουσίαν. Δεν τα έγγιξα ακόμα, ούτε τα εμέτρησα. Μετρήστε τα, να ιδήτε αν είνε σωστά, προσέθηκεν ως να παρελάλει.

— Εγώ; είπε μετά περιφρονήσεως ο αρχηγός.

— Μα μη μου παίρνετε το κορίτσι μου, εξηκολούθησεν ο Πρωτόγυφτος, μετ' αιφνιδίας εκρήξεως φιλοστοργίας. Εγώ το αγαπώ το κορίτσι μου. Ήμουν μωρός να το πωλήσω το κορίτσι μου, το έκαμα χωρίς να θέλω. Δεν είξευρα, τζάνουμ τι μου γίνεται. Σκυλί σου είμαι, γαττί σου είμαι, αφέντη, μη μου παίρνης το κορίτσι μου.

Ειδεχθώς κωμική ήτο η σκηνή αύτη της γονυκλισίας και των ικεσιών του Γύφτου. Οι παρεστώτες δεν ηδύναντο ουδέ να γελάσωσιν, ησθάνοντο δε οίκτον και αποστροφήν. Ο αρχηγός έμεινεν άκαμπτος και δεν απήντησεν εις τας τελευταίας ικευτικάς λέξεις. Ένευσε δε προς τους στρατιώτας αυτού, και ούτοι απήγαγαν την Αϊμάν χωρίς αύτη να δύναται ν' αντιστή. Ο Μάχτος ησθάνθη νέον σπαραγμόν, ότε είδε την νέαν απαχθείσαν, αλλ' ουδέν ηδύνατο να πράξη. Άλλως δε τω επήνεγκε παραμυθίαν τινά και ελπίδα η τελευταία αύτη σκηνή. Ότε ο αρχηγός μετά των στρατιωτών εξήλθον εκ του παραπήγματος απάγοντες την νέαν, τα μεν άλλα πρόσωπα της σκηνής έμειναν ακίνητα, ο δε Μάχτος ως να ειλκύετο υπό αοράτου ηλεκτρικής δυνάμεως εξήλθε κατόπιν της συνοδείας και ηκολούθησεν αυτήν χωρίς να διστάση. Τούτο δε έπραξεν όλως αυθορμήτως, και άνευ προμελέτης, ως εφαίνετο. Μετ' ολίγας στιγμάς και άλλο πρόσωπον εξήλθεν εκ του καπηλείου και ηκολούθησε κατόπιν του Μάχτου. Ήτο ο Σκούντας. Ούτος, τουναντίον προς τον νεαρόν Αθίγγανον, εφαίνετο ότι έπραττε βεβουλευμένως. Εβάδισαν επί τινα ώραν. Η συνοδεία προεπορεύετο. Ο Μάχτος είπετο δεκαπέντε βήματα όπισθεν, ο δε Σκούντας εβάδιζεν άλλα πεντήκοντα βήματα κατόπιν αυτού. Έφθασαν δε μετ' ολίγον εις την κατοικίαν του αρχηγού, και οι στρατιώται μετά της Αϊμάς ανέβησαν εκείσε, ο δε Μάχτος έμεινε διστάζων κάτωθεν του οίκου. Ο δε Σκούντας εκρύπτετο, και είχε σταθή κατασκοπεύων όπισθεν του τοίχου.

Προ μιας μόλις ώρας εις την οικίαν ταύτην είχε συμβή το εξής. Άνθρωπός τις επαρουσιάσθη και έκρουσε την θύραν. Ανοιχθείσης ταύτης εισήλθε και εύρε τον κάτοικον της οικίας, όστις ήτο εκατόνταρχος, και διώκει την εν τω τόπω στρατιωτικήν δύναμιν. Ούτος έδειξε μέγιστον σέβας προς τον επισκέπτην του, ευθύς ως τον είδε.

— Τι διατάττει ο &άρχων&; είπε. Πώς ευρέθη εδώ;

— Φίλε μου, θέλω την συνδρομήν σου, είπεν ο επισκέπτης.

— Ορισμός σας.

— Συνέβη κάτι.

Και διηγήθη με δυο λέξεις ο επισκέπτης τα πρό τινων στιγμών συμβάντα εν τω χαλκείω, ως και άλλην τινά λεπτομέρειαν, ην έκρινεν εύλογον ν' ανακοινώση προς τον εκατόνταρχον. Ούτος δε τον ήκουσε μετά περιεργείας.

— Και τώρα τι μέλλει να γείνη; είπεν.

— Έχεις στρατιώτας αρκετούς; είπεν ο &άρχων&.

— Εδώ έχω πέντε ή έξ. Κοιμώνται.

— Αφύπνισέ τους.

Ο εκαντόταρχος προσεκάλεσε διά παλαμοκρουσίας τον υπηρέτην του, και μετεβίβασεν αυτώ την διαταγήν του άρχοντος. Εντός ολίγων στιγμών οι τέως υπνώττοντες στρατιώται ήσαν όρθιοι και έτοιμοι. Εν τω μεταξύ ο άρχων έλεγεν·

— Αυτοί θα είνε εδώ σιμά. Νομίζω, μετέβησαν προς εκείνο το μέρος, είπε δείξας την παραλίαν.

— Πιστεύω.

— Όπως και αν έχη, δεν δύνανται ν' απομακρυνθώσι πολύ. Δύνασαι να τους φθάσης;

— Δύναμαι.

— Αν εύρης την νέαν μεμονωμένην, άρπασέ την, και μη φροντίζης πλέον διά τους άλλους.

— Καλώς.

— Αν την εύρης περικυκλωμένην, σκόρπισέ τους και απείλησον ολίγον τον Πρωτόγυφτον. Ύστερον παράλαβε την νέαν και φύγε.

— Πού να την οδηγήσω;

— Εδώ θα σας περιμένω.

— Καλώς έχει.

Και ο εκατόνταρχος τεθείς επί κεφαλής της εξανδρίας, ανεχώρησε προθυμότατος εις την αποστολήν ταύτην. Αποτέλεσμα των οδηγιών, ας είχε δώσει αυτώ ο άρχων, ήτο η σκηνή ην ανωτέρω διηγήθημεν, καθ' ην ο εκατόνταρχος παρέστησε τοιούτον μέρος, ώστε να εμπνεύση τρόμον εις τον Πρωτόγυφτον, να καταπτοήση τους άλλους πάντας και να αρπάση την Αϊμάν εκ των χειρών αυτών.

Ο μόνος, όστις αν δεν εκέρδησέ τι, δεν εζημιώθη τουλάχιστον εκ της σκηνής ταύτης, ήτο ο Τρανταχτής. Ο φίλος ούτος είχε προς τοις άλλοις το σπάνιον προτέρημα να μη αποβάλλη ευκόλως την αταραξίαν εις τας δυσκόλους περιστάσεις. Ο μπάρμπα Κατούνας, ότε είδε τα πράγματα στενά, καθ' ην στιγμήν είχεν εισέλθει εις το καπηλείον ο εκατόνταρχος μετά των υπ' αυτόν ανδρών, δεν έχασε καιρόν. Έρριψε τελευταίον τεθλιμμένον βλέμμα εις τα πράγματά του και ετράπη εις φυγήν, εγκαταλιπών εις την διάκρισιν του εχθρού τα βαρέλια, τας φιάλας, τα ποτήρια και προ πάντων το συρτάριον, όπου είχε τας πενιχράς εισπράξεις του. Μετ' αυτόν εξήλθον αμοιβαδόν ο εκατόνταρχος και οι στρατιώται άγοντες την Αϊμάν, είτα ο Μάχτος και ο Σκούντας, είτα ο Πρωτόγυφτος, ο Βούγκος και οι λοιποί. Πάντες ούτοι ούτ' είχον παρατηρήσει την λαθραίαν εξαφάνισιν του Κατούνα, ούτε ηδύναντο να υποπτεύσωσιν αυτήν. Αλλ' ο ημέτερος φίλος Τρανταχτής είχε συνήθειαν να παρατηρή πάντοτε τα συμβαίνοντα, και ουδεμία λεπτομέρεια διέφευγε την προσοχήν αυτού. Άλλως δε και αν ήτο αφηρημένος, ήθελεν ευκόλως παρατηρήσει ότι είχεν απομονωθή, μετά την έξοδον των λοιπών προσώπων.

Ότε λοιπόν είδεν εαυτόν μόνον εν τω καπηλείω, εγέμισε δύο φιάλας οίνον, έθεσεν αυτάς εις τα ευρύχωρα θυλάκια του επενδύτου του, είτα ήνοιξε το συρτάριον του Κατούνα, εύρεν εκεί κέρματά τινα, την πώλησιν όλης της ημέρας, μη υπερβαίνουσαν δύο δραχμάς του παρ' ημίν νομίσματος, εμέτρησεν αυτά, τα έθεσεν εις τον πυθμένα του θυλακίου του, έσβεσε τον λύχνον και εξελθών έκλεισε την θύραν και έγεινεν άφαντος.

ΜΕΡΟΣ Β'.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α'.

Ιστορική παρέκβασις.

Στάδια τινα μακράν της Σπάρτης εκείτο το &Πληθώνειον& άντρον, εν ώ κατώκει ο Γεώργιος Γεμιστός, ο μετονομασθείς &Πλήθων&, ου το κλέος ευρύ τότε ανά πάσαν την Ελλάδα.

Ο Γεώργιος Γεμιστός ήτο ο οψιγενής Έλλην πλατωνικός του ιε' αιώνος, ο ονειροπολήσας να αρχίση εκ νέου κατά τον χρόνον εκείνον το έργον του Ιουλιανού, ο μετά τον Παραβάτην δεύτερος Παραβάτης. Ο Γεώργιος Γεμιστός ήτο ανήρ σοφώτατος και πολυμαθέστατος. Ήτο τόσον ανώτερος του χρόνου καθ' ον έζη, όσον η αρχαία εποχή ήτο ανωτέρα της τότε αθλίας εποχής, και όσον η αθλία εκείνη εποχή ήτο ουχ ήττον ανωτέρα της σήμερον απροσδιορίστου εποχής.

Αλλά παρά πάσαν την σοφίαν και πολυμάθειαν αυτού ο Γεώργιος Γεμιστός ήμαρτε, και ήμαρτε λίαν αδικαιολογήτως. Διότι εφαντάσθη ότι ήτο δυνατόν να επανορθώση θεσμούς και ήδη ταφέντα εσαεί και κείμενα υπό την σεσωρευμένην σκωρίαν του χρόνου.

Ο Γεώργιος Γεμιστός επεθύμει ουδέν ήττον ή να επανιδρύση εις την Ελλάδα την αρχαίαν θρησκείαν, την λατρείαν του Διός, της Ήρας, της Αθηνάς, της Αφροδίτης και των άλλων της αρχαιότητος θεών. Και όμως ήτο ευφυής, και ηδύνατο να προΐδη ότι η θρησκεία του Χριστού δεν ηδύνατο να αντικαταστή δι' άλλης θρησκείας, πλην της ελλείψεως πάσης θρησκείας, όπως και συνέβη επί των ημερών ημών.

Αλλ' όπως εγκαταλίπωμεν ταχέως τα ολισθήματα ταύτα της γραφίδος, άτινα ημείς πρώτοι αποκηρύττομεν, ανάγκη να περιορισθώμεν εις όσα έχουσι στενήν σχέσιν προς την ημετέραν ιστορίαν, και καταλείπομεν εις την ιστορικήν κριτικήν, εις ην ουδεμίαν έχομεν εμπιστοσύνην, πάσαν εκτίμησιν των γεγονότων. Το καθ' ημάς, θ' αρκεσθώμεν εις την περιγραφήν των προσώπων και των πραγμάτων, όπερ είνε στενώς και ακριβώς το ημέτερον έργον.

Ο Γεώργιος Γεμιστός ή Πλήθων κατώκει εν τω Πληθωνείω άντρω όπερ είχε φροντίσει να παρασκευάση ευαρμόστως προς τας αρχαίας ελληνικάς παραδόσεις. Είδωλα και ξόανα θεών, τα μόνα άτινα είχον διασωθή εκ της φανατικής μανίας των μοναχών, σύμβολα και εμβλήματα αρχαία, βωμοί, θυμέλαι, θύρσοι, γλαύκες, ουδέν εκ των κλασσικών εμβλημάτων έλειπεν εκ του άντρου του Πλήθωνος. Οσάκις απεσύρετο ούτος εις το άντρον, επεθύμει να έχη πάσας ταύτας τας μυστικάς ψυχαγωγίας, αίτινες έτερπον το πνεύμα αυτού. Το λοιπόν του χρόνου διήγε περιπλανώμενος ανά την Ανατολήν, όπου είχεν οπαδούς και θαυμαστάς ικανούς, διότι οι λόγιοι του καιρού εκείνου ηλαύνοντο υπό παραδόξου οργασμού, και ή εγίνοντο οπαδοί των δοξασιών του Πλήθωνος, ή ενεκολπούντο τα δόγματα της Ρώμης. Οφείλομεν όμως, προς αποφυγήν μείζονος απαισιοδοξίας, ν' αναγνωρίσωμεν ότι, μόνον μετά την άλωσιν της βασιλευούσης, έπεσον οι πλείστοι των λογίων το έσχατον τούτο οικτρόν πτώμα. Πρότερον είχον αντίσχει οι πλείστοι κατά του πειρασμού. Και όμως πόσα ελεεινά πτώματα!

Παράδοξος βεβαίως και αλλόκοτος η εποχή εκείνη, καθ' ην, όπως διατηρήση τις την ελευθερίαν του να φαντάζηται και ν' αναμιμνήσκεται, ή να συρράπτη έωλα πολλάκις και σχολαστικά εξαγόμενα επιπόνων ερευνών, ώφειλε πρώτον να υποδουλώση εσαεί την δύναμιν του να σκέπτηται και να φρονή. Και όμως πλείστοι ηρκέσθησαν εις τον πενιχρόν εκείνον διανοητικόν βίον. Αλλ' ουχ ούτω και ο Γεώργιος Γεμιστός.

Ούτος είχε λίαν παράβολον πνεύμα και ηγωνίζετο καθ' άπαντα τον βίον αυτού να εξέλθη εκ της στενής σφαίρας εν η έζη. Προς τούτο δ' εφεύρεν αλλόκοτα ψυχαγωγήματα, οία ουδ ηδύνατό τις να φαντασθή κατ' εκείνον τον χρόνον.

Εν των ψυχαγωγημάτων τούτων συνίστατο εις τα μυστήρια, ά ετέλει εν τω άντρω κατά καιρούς ο Πλήθων. Τα μυστήρια ταύτα ήσαν κατά μίμησιν των αρχαίων μυστηρίων, ήσαν αλλόκοτοι τελεταί, αίτινες ευλόγως ενεποίουν κακήν εντύπωσιν εις τους χωρικούς των περιχώρων. Και δεν ήσαν μεν πολλοί θεαταί των τελετών τούτων, αλλ' η φήμη αυτών παρείχεν απαισιωτέραν φήμην, και καθίστα αυτά φοβερώτερα ή όσον πράγματι ήσαν. Δικαίως άρα ο Γεώργιος Γεμιστός εφημίζετο ως μάγος εις τα περίχωρα. Και όμως ο ανήρ ούτος είχεν ευεργετήσει όλην την Πελοπόννησον. Τους υπ' αυτού συνταχθέντας νόμους πάντες οι νεώτεροι ιστορικοί ευδοκούσι να μνημονεύωσιν ως ωφελίμους και χρηστούς. Είχεν ευεργετήσει τον λαόν της Πελοποννήσου, και όμως είχε κακήν φήμην. Ας φαντασθή τις πόσον χείρονα φήμην θα είχεν αν είχε πράξει κακόν, ή αν ουδενός ωφελήματος είχε γείνη αίτιος εις τους συμπολίτας του.

Ο Γεώργιος Γεμιστός, προς τοις άλλοις αυτού ελαττώμασι, είχε και έν ελάττωμα άγνωστον και ανήκουστον κατ' εκείνον τον χρόνον. Ήτο είς εκ των ολιγίστων, οίτινες είχον συνείδησιν του εθνισμού, η καρδία του εφλέγετο υπό φιλοπατρίας. Είχεν αναμιχθή εις τα πολιτικά της εποχής, και συνεβούλευσεν εκάστοτε τα βέλτιστα εις τους εν τη αρχή. Ήτο δε και ο μόνος όστις κατώρθωσε να μαντεύση πού έκειτο η σωτηρία. Πάντες οι σύγχρονοι αυτού ήσαν υπέρ των άκρων. Οι μεν ήθελον την εσχάτην κατά της Ρώμης αντίστασιν και την απεγνωσμένην υποδούλωσιν εις τους Αγαρηνούς. Οι δε επεθύμουν την οικονομικήν αναγνώρισιν του πρωτείου του Πάπα, την διά προχείρων φαρμάκων θεραπείαν της μονομανίας ταύτης ήτις έβοσκε τους δυτικούς, και συνάμα τον μυκτηρισμόν αυτής, ελπίζοντες πρόσκαιρον σωτηρίαν διά του μέσου τούτου. Αλλ' ο Πλήθων, νέος έτι, πολλά έτη προ της αλώσεως, είχεν υποβάλει τέλειον σύστημα πολιτικής και στρατιωτικής ανοργανώσεως, όπερ αν ελαμβάνετο υπ' όψει, και αν ήτο δυνατόν να εκτελεσθή, ήθελε προλάβει ίσως την πεπρωμένην καταστροφήν, ήτις έμελλε να επέλθη λήγοντος του Μαΐου του έτους αυνγ'.

Είς των μαθητών του Πλήθωνος και οπαδών των δογμάτων αυτού ήτο και ο καρδινάλιος Βησσαρίων. Ο ευφυέστατος ούτος και πολυγραφώτατος της εποχής εκείνης συγγραφεύς δεν ηδυνήθη ν' αντιστή εις τον πειρασμόν, ότε συνέβη η εν Φλωρεντία σύνοδος του έτους αυμγ'. Τετρακόσιοι και πλέον ανατολικοί επίσκοποι είχον μεταβή εις την σύνοδον ταύτην και μετ' αυτών ο Βησσαρίων. Οι αγαθοί ούτοι άνθρωποι, μετά του βασιλέως Ιωάννου του Παλαιολόγου, ενόμισαν καλόν, προς αποφυγήν μακρών δογματικών συζητήσεων, υφ' ων αντήχουν τα όρη και τα πελάγη επί ένδεκα αιώνας, ενόμισαν, λέγω, καλόν να υπογράψωσιν ασυζητητεί τον τόμον εκείνον, δι' ου οι επίσκοποι της Ανατολής ανεγνώριζον το πρωτείον του Πάπα, όπερ εδόθη παρά του Ιησού Χριστού εις τον Πέτρον, και μετέβαινε πάντως και εις τους διαδόχους αυτού. Κατά την παράδοσιν, είς μόνος επίσκοπος αντέστη και ηρνήθη διαρρήδην να υπογράψη, ο Εφέσου Μάρκος, ο επικαλούμενος Ευγενικός. Ο διδάσκαλος Αθανάσιος ο Πάριος, εκκλησιαστικός συγγραφεύς ακμάσας εν αρχή της ενεστώσης εκατονταετηρίδος, λέγει περί του Μάρκου τούτου του Ευγενικού, ότι είνε ουχί μόνον ίσος προς τους Βασιλείους και Χρυσοστόμους, αλλά πολλώ ανώτερος αυτών.

Διότι εκείνοι μεν εν μέσω πολλών ομοφρόνων εκήρυττον τα ορθόδοξα δόγματα. Ούτος δε μόνος προς πολλούς ηδυνήθη να αντιστή εις τας υπερφιάλους αξιώσεις της παπωσύνης, εγκαταλειφθείς δε, κατά τον ψαλμωδόν, παρά γονέων και αδελφών, δεν απέβαλε το θάρρος, αλλά κατέρριψε την «δυτικήν οφρύν» κατά τον πολύν Φώτιον. Όσοι επιθυμούσι πλείονας πληροφορίας περί τούτου παραπέμπονται εις το σύγγραμμα του ειρημένου Αθανασίου του Παρίου το επιγραφόμενον «Ο Αντίπαπας».

Τινές δε των ζωγράφων της Ανατολικής Εκκλησίας εφιλοτιμήθηοαν να ζωγραφήσωσι τον Μάρκον τον Ευγενικόν καθήμενον επί του αρχιερατικού θρόνου, βαστάζοντα το ιερόν ευαγγέλιον και την ποιμαντικήν ράβδον, και παρά τους πόδας αυτού κείμενον τον Πάπαν Νικόλαον, ου η τιάρα πεπτωκυία από της κεφαλής κυλινδείται υπό τους πόδας του Μάρκου. Ο αυτός Πάπας, κατά τον ειρημένον Αθανάσιον τον Πάριον, εκ συγγραφέων της ιε' εκατονταετηρίδος ερανιζόμενον τας πληροφορίας αυτού, ότε είδε την υποταγήν μεν των λοιπών επισκόπων, αλλά την άκραν και ισχυρογνώμονα αντίστασιν του Εφέσου Μάρκου, ηναγκάσθη να είπη· «Νίχιλ φέτσιμους». &Ουδέν εποιήσαμεν&. Ως φαίνεται, επιθύμει ο Πάπας ίνα πάντες ανεξαιρέτως οι επίσκοποι υπογράψωσι την παραδοχήν των δογμάτων της Ρώμης, και μηδείς μείνη αμφίβολος.

Δύσκολον τω όντι ζήτημα προτείνεται εις την προσοχήν του μελετητού της Ιστορίας. Και αν υπήρχον εν τη συνόδω εκείνη δευτερεύοντα τινα και τριτεύοντα πρόσωπα φρονούντα τα αυτά προς τον μητροπολίτην της Εφέσου, οίος ο μετέπειτα πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Γεώργιος ο Σχολάριος και άλλοι, πάλιν το ζήτημα μένει ακέραιον. Οι επίσκοποι της Ανατολής υπέγραψαν σύμπαντες τον όρον της παπικής συνόδου. Αλλ' αντιπροσώπευον οι άνδρες εκείνοι τας θρησκευτικάς δοξασίας του ελληνικού λαού, ή όχι; Εάν ναι, διατί ο λαός ο ελληνικός δεν απεδέχθη τα υπ' αυτών εψηφισμένα; Εάν όχι, τι παθόντες υπέγραψαν δόγματα, ά δεν είχον εντολή να παραδεχθώσιν; Αλλ' ίσως έπραξαν τούτο οικονομικώς, όπως αναπαύσωσι το θηρίον, και αύτη είνε η πιθανωτέρα λύσις, ην δύναταί τις να εύρη αναγινώσκων τα χρονικά της εποχής εκείνης και διαπορών. Διότι είνε γεγονός πασιφανέστατον, ότι ο ελληνικός λαός και μετά την υπογραφήν του αστόργου και παρανόμου εκείνου όρου έμεινεν ειπέρ ποτε ορθόδοξος.

Είς των υπογραφόντων τον όρον ήτο και ο Βησσαρίων. Ο άνθρωπος ούτος έκρινεν, ως φαίνεται, εντιμότερον δι' εαυτόν να είνε μάλλον καρδινάλιος της Ρώμης ή μητροπολίτης της Ανατολικής Εκκλησίας. Όθεν μετά την υπογραφήν του τόμου της ενώσεως έμεινεν εν Ρώμη και δεν επανήλθεν εις την Ανατολήν. Και όμως είχεν άδικον. Ηδύνατο να επανέλθη ως επανήλθον οι άλλοι επίσκοποι, και η υπογραφή αυτού να λογισθή άκυρος παρά τω ελληνικώ λαώ, αν επανήρχετο, οία ελογίσθη και μη επανελθόντος αυτού και των άλλων των επανελθόντων.

Παιδαριώδους βεβαίως πανουργίας τέχνασμα πρέπει να ήτο το πραξικόπημα τούτο, αν ήτο όντως τέχνασμα. Οι ανατολικοί, εν τη αφελεί αυτών πονηρία, τι ενόμιζον άρα, ότι ηδύναντο να πείσωσι τους δυτικούς περί της ειλικρινείας των; Αλλ' οι εν Ρώμη ήσαν αείποτε πονηρότεροι των εν Κωνσταντινουπόλει, και δεν επείθοντο ουδέ διά των ψηλαφητών τεκμηρίων. Οι εν Ρώμη ήσαν δυσπιστότεροι και του Θωμά αυτού, και δεν επίστευον ουδέ τα αναμφηρίστως αποδεδειγμένα.

Μάρτυς τούτου αυτός ο καρδινάλιος Βησσαρίων, όστις επί ήμισυ αιώνα ηγωνίζετο ματαίως να εμπνεύση εμπιστοσύνην εις τους συναδέλφους αυτού. Τούτο αποδεικνύει ότι πρέπει να μένη τις εν τη τάξει εν η ευρέθη απ' αρχής, όσον ταπεινή και πενιχρά και αν φαίνεται αύτη, αιρετωτέρα δε είνε αείποτε η έντιμος ευτέλεια της αδόξου και κομώσης πολυτελείας και τρυφής.

Ουδέν πλεονέκτημα δύναται να ισοφαρίση ποτέ το αίσχος του αυτομόλου και του δραπέτου. Η φιλοπατρία του καρδιναλίου Βησσαρίωνος και οι συνεχείς αυτού και καρτερικοί αγώνες, ους ηγωνίσθη όπως πείση τους εν τη εσπερία να έλθωσιν επίκουροι ημών κατά τον βαθύν εκείνον και σκοτεινόν μεσαίωνα, η παιδεία και η πολυμάθεια αυτού, η εγκράτεια και σωφροσύνη του βίου, το μακρόν μαρτύριον όπερ υφίστατο έξωθεν μεν εκ της δυσπιστίας και ψυχρότητος των περί αυτόν, έσωθεν δε εκ των ελέγχων της ιδίας αυτού συνειδήσεως ουδέν δύναται να εκπλύνη το άγος του εξωμότου. Το μόνον όπερ ηδύνατο εν μέρει ν' αναπαύη την κεκμηκυίαν ταύτην συνείδησιν, ήτο η ενδόμυχος αυτού πεποίθησις, ή μάλλον η ένδεια πάσης πεποιθήσεως χριστιανικής. Ο καρδινάλιος Βησσαρίων, ιεράρχης δύο χριστιανικών εκκλησιών εξ υπαμοιβής, ουδεμίαν είχεν εις τον χριστιανισμόν πίστιν. Τούτο εμφαίνεται έκ τινων αποσπασμάτων επιστολών αυτού προς τον φιλόσοφον Πλήθωνα, ου ήτο μαθητής και οπαδός.

Εν τούτοις ο Πλήθων τουλάχιστον καθ' έν τι αλλά σπουδαίον επλεονέκτει του Βησσαρίωνος. Δεν υπηρέτει την εκκλησίαν ην επολέμει, ουδέ μεθίστατο από εκκλησίας εις εκκλησίαν εις μηδετέραν τούτων ανήκων. Ήτο ελεύθερος, και ουδεμία υλική υποχρέωσις συνέδεεν αυτόν προς το πνευματικόν καθεστώς.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β'.

Το άντρον.

Ο Γεώργιος Γεμιστός είχε φροντίσει ίνα μετακομισθώσι αγάλματά τινα σωζόμενα εν τοις ερειπίοις της αρχαίας Σπάρτης, τα μόνα άτινα είχον σεβασθή οι αιώνες και οι βάρβαροι, και είχεν ηυπρεπισμένην την κατοικίαν αυτού ελληνικώ τω τρόπω. Εις τους αγρότας των περιχώρων ήτο απηγορευμένη η είσοδος. Οι αγαθοί ούτοι άνθρωποι εσκανδαλίζοντο βλέποντες τα δαιμονικά εκείνα πράγματα, και εσταυροκοπούντο αφθόνως. Και όμως τόση ήτο η περιέργεια, ήτις ηρέθιζεν αυτούς, ώστε μεθ' όλον τον φόβον και την αποστροφήν ην ησθάνοντο, προέβαλλον δειλώς τας μορφάς έξω της εισόδου, οσάκις διέβαινον πλησίον εκεί όπως ίδωσι τι συνέβαινεν εντός. Μάλιστα αι γυναίκες υπέκειντο εις τον πειρασμόν τούτον. Εφαντάζοντο ότι θα έβλεπαν εκεί μαύρα τριχώματα, ουράς και άλλα τοιαύτα προσόντα, οία η χριστιανική φαντασία και τέχνη απέδιδεν εις τον πονηρόν δαίμονα. Αλλ' η περιέργεια αυτών δεν εκορέννυτο. Ουδέν το σατανικόν έβλεπον εις το αρχαϊκόν εκείνο ενδιαίτημα. Εις το πρώτον χώρισμα ήτο το μελετητήριον και ο κοιτών του φιλοσόφου, εις το δεύτερον υπήρχον αγάλματά τινα, είς βωμός και άλλα σύμβολα, ακατανόητα μεν, αλλ' ουδέν τα απαίσιον έχοντα. Ούτω δε αι περίεργοι απεμακρύνοντο εκείθεν, μηδεμίαν μεν αληθή πληροφορίαν αποκομίζουσαι, αλλ' όμως φέρουσαι εναύσματα προς διήγησιν μεγεθοποιημένων και φασματωδών πλασμάτων εις τας φίλας και γνωρίμους αυτών. Επί τέλους ο Πλήθων ηναγκάσθη ν' απαγορεύση την προσέγγισιν του τυχόντος, και ουδείς ηδύνατο να πατήση τα σύνορα αυτού. Την εκτέλεσιν της διαταγής ταύτης ανέθηκεν εις στρατιωτικόν σταθμόν κείμενον ου μακράν του σπηλαίου. Ο δεσπότης της Πελοποννήσου και πάσα άλλη αρχή ουδέν ηδύνατο ν' αποποιηθή εις τον Πλήθωνα, όστις ιδιώτευε μόνον διότι ούτω ήθελεν. Άλλως όμως είχε μεγίστην πολιτικήν σημασίαν εν τω τόπω.

Είνε αληθές ότι δεν είχεν εις τι να μεταχειρισθή αυτήν. Έβλεπε το μοιραίον τέλος επικείμενον και προσεγγίζον οσημέραι, ουδεμίαν δε είχε δύναμιν όπως αποτρέψη αυτό.

Ο Πλήθων εμόναζεν από μακρού χρόνου εν τω άντρω αυτού και δεν είχε σκοπόν να εξέλθη εκ της προσφιλούς αυτώ ησυχίας. Εν τούτοις η ησυχία αύτη διεκόπτετο από καιρού εις καιρόν δι' επισκέψεων ξένων τινών ή εντοπίων λογίων, οίτινες ήρχοντο να συζητήσωσι μετά του διδασκάλου τα αιωνίως άλυτα εκείνα ζητήματα, τα άψαυστα και συγκεχυμένα, άτινα έχουσι την ιδιότητα όσον πλειότερον τα κινεί τις, τόσον αδρανή να μένωσι, και όσον μάλλον επιμόνως ζητή τις να τα διαφωτίση, τόσον να καθίστανται σκοτεινότερα.

Είς τοιούτος επισκέπτης ήλθεν άπαξ πρότινος χρόνου και εύρε τον Πλήθωνα εις το αναχωρητήριόν του. Ο οδοιπόρος ούτος έφερε το καλογηρικόν ένδυμα και είχεν ήθος ταπεινόν και χριστιανικόν. Επαρουσιάσθη εις τα πρόθυρα του αναχωρητηρίου και εζήτησε την άδειαν να επισκεφθή τον Πλήθωνα. Ο Θεόδωρος παρουσιασθείς παρετήρησεν αυτόν μετά περιεργείας. Διότι εγίνωσκεν ότι ο κύριός του είχε προ πολλού διακόψει πάσαν προς τους μοναχούς σχέσιν και ήτο η πρώτη φορά, καθ' ην ετόλμα άνθρωπος φορών ράσον να παρουσιασθή όπως ζητήση συνέντευξιν μετά του Πλήθωνος.

— Και τι τον θέλεις; ηρώτησεν ο Θεόδωρος αποτόμως.

— Θέλω να τω ωμιλήσω, απήντησε μετά συστολής ο ξένος.

— Τι έχεις να το είπης;

Ο ξένος εκίνησε τους ώμους.

— Έχεις βεβαιότητα ότι θα σε δεχθή; επέμεινεν ο Θεόδωρος.

— Ειπέ του ότι τον ζητεί ένας, ο όποιος έχει κάτι να του ειπή.

Ο Θεόδωρος εδίσταζεν. Ο ξένος δεν είπε τι προς αυτόν, αλλ' η στάσις του ενέφαινεν αξιοπρεπή επιμονήν.

— Και ποίος να είπω ότι τον ζητεί; ηρώτησεν ο Θεόδωρος.

— Είς μοναχός, δούλος του Θεού του αληθινού, όστις έχει σπουδαία να τω είπη.

Εν τούτοις αυτό δεν είνε το όνομά σου, παρετήρησεν ο Θεόδωρος.

— Αυτό το όνομα αρκεί εις εμέ, είπεν ο ξένος.

— Αλλά θα αρκέση τάχα εις τον κύριόν μου;

— Δοκίμασε, είπεν ο ξένος.

— Δεν ειμπορώ, χωρίς να μοι είπης το όνομά σου.

Ο ξένος εξέβαλε τότε εκ του κόλπου του χαρτοφυλάκιόν τι, και εχάραξε μίαν μόνην λέξιν επί τεμαχίου χάρτου.

 — Δος αυτό εις τον κύριόν σου, είπε, και αν θέλη να με δεχθή,
καλώς.

Ο Θεόδωρος έλαβε το πιττάκιον, αλλά δεν εγίνωσκε γράμματα και δεν ηδύνατο ν' αναγνώση την υπό του μοναχού γραφείσαν λέξιν. Εν τούτοις ηναγκάσθη να μεταβιβάση το τεμάχιον του χάρτου προς τον Πλήθωνα. Ο φιλόσοφος δεν ηδυνήθη να καταπνίξη αίσθημά τι συγκινήσεως, ότε ανέγνω την λέξιν εκείνην. Ήτο δε αύτη γεγραμμένη μονογραφικώς και συντετμημένως, κατά την συνήθειαν του καιρού εκείνου, και έλεγε: «Γ. Σχολάριος».

Ήτο το όνομα του ασπόνδου και θανασίμου εχθρού του Γ. Γεμιστού. Τι παθών άρα ο Γεώργιος ούτος ο Σχολάριος ήλθε να επισκεφθή τον Πλήθωνα; Ο φιλόσοφος εις μάτην διελογίζετο. Δεν ηδύνατο να λύση το αίνιγμα τούτο.

Εν τούτοις δεν εδίστασε να δώση διαταγήν προς τον υπηρέτην του, όπως εισαγάγη παρ' αυτώ τον επισκέπτην.

Ειπέ του να έλθη, είπεν ησύχως. Ο Θεόδωρος υπήκουσεν.

Ο Πλήθων μεθ' όλην την φιλοσοφίαν του, δεν ηδύνατο να υπερνικήση προλήψεις τινάς, αίτινες εσώζοντο παρ' αυτώ από του χρόνου, καθ' ον ήτο άνθρωπος μόνον και δεν είχε γείνει ακόμη φιλόσοφος. Ούτω μείνας μόνος μετά την έξοδον του υπηρέτου εφρόντισε να κλείση την εσωτερικήν θύραν του ευρυχώρου άντρου, να σύρη τα παραπετάσματα και να καταστήση αόρατα εις τους οφθαλμούς του Γεωργίου Σχολαρίου τα παρ' αυτού λατρευόμενα. Ούτος δε, ως εισήλθε, παρά πάσαν την ταπεινότητα του ήθους αυτού, το πρώτον βλέμμα διηύθυνε προς τα επιπροσθούντα παραπετάσματα, και ματαίως προσεπάθει να διίδη διά του πυκνού υφάσματος τι έκρυπτον ταύτα.

Ο Πλήθων ηγέρθη και έδειξεν έδραν προς τον επισκέπτην. Αντήλλαξαν δε τότε και οι δύο ούτοι άνδρες βλέμμα απερίγραπτον.

Καλώς ήλθες, είπε μετά βεβιασμένης προθυμίας ο Πλήθων. Παράδοξον μοι φαίνεται πώς ευρέθης εδώ.

Έκαμα περιοδείαν εις την Πελοπόννησον, απήντησεν ο Σχολάριος. Επειδή επλησίασα εις τα χώματά σου, εφαντάσθην ότι δεν ήθελες μοι αρνηθή την φιλοξενίαν σου δι' ολίγην ώραν.

— Και διά πολλήν, είπεν ο Γεμιστός.

Ο Σχολάριος εκάθισε και περιέμενε να λάβη ο οικοδεσπότης τον λόγον. Παρήλθον στιγμαί τινες.

 — Από πολλού χρόνου δεν έχομεν ιδεί αλλήλους, είπεν ο Γεώργιος
Γεμιστός.

 — Τω όντι, είπεν ο Σχολάριος. Δεν ήλθες εις την βασιλεύουσαν
Πόλιν.

— Εγώ; Τι να πράξω εκεί; Είμαι ερημίτης, είπε ο Πλήθων.

— Όλοι ερημίται είμεθα, είπεν ο Σχολάριος.

— Εγώ δεν αναμιγνύομαι πλέον εις τα κοινά.

— Καλώς πράττεις.

— Ασχολούμαι εις μελέτην και συγγραφήν μόνον, είπεν ο Πλήθων.

— Και θα ωφελήσης ούτω το έθνος, διδάσκαλε, είπεν ο Σχολάριος.

Ο Γεμιστός τον εθεώρησε με βλέμμα πλήρες δυσπιστίας.

 — Αλήθειαν λέγω, είπεν ο Σχολάριος. Μη έχης προκατάληψιν, ω
Πλήθων.

— Και όμως.., είπεν ο Γεμιστός μετά δισταγμού.

 — Αν έγραψα κατά σου, ω Πλήθων, δεν έπραξα τούτο εκ μίσους.
Ουδεμίαν έχθραν έχω κατά σου.

— Πιστεύω, είπεν ο Πλήθων.

— Εις πάντα τα ζητήματα συμφωνούμεν. Αλλ' ως προς τα θρησκευτικά, αν έγραψα κατά σου, έγραψα εκ πεποιθήσεως.

Ο Πλήθων εσίγα.

— Και πάλιν δεν περιήλθον εις την υπερβολήν, εις ην έφθασαν άλλοι. Δεν δύναμαι να παραδεχθώ ότι είσαι άθεος, ω Πλήθων, και ότι επιθυμείς να διαδώσης εις το έθνος τούτο δόγματα ολέθρια και άκαιρα όλως. Λέγω μόνον ότι είσαι ισχυρογνώμων. Δυνατόν να φρονής ότι πρέπει να λατρεύηται το θείον υπό άλλην μορφήν και δι' άλλων τύπων, ή όπως ορίζει η αγία ημών Εκκλησία. Αλλά τούτο δεν είνε λόγος όπως κηρύξης μεγαλοφώνως τα τοιαύτα δόγματα.

Ο Πλήθων ετήρει σιγήν.

— Είσαι ελεύθερος, ω Πλήθων, επανέλαβε μετά παρρησίας ο Γεώργιος Σχολάριος, είσαι ελεύθερος να δοξάζης όν τινα θεόν θέλης, ή να μη δοξάζης μηδένα. Δύνασαι να συγχέης τα φιλοσοφικά δόγματα προς τα χριστιανικά, και να ζητής διά των θεωριών του Πλάτωνος και των ερευνών του Αριστοτέλους ν' αντικαταστήσης την διδασκαλίαν του Χριστού. Δύνασαι να επιθυμής εγκαρδίως την επάνοδον της λατρείας των ειδώλων, και πάσαν την πομπήν και την συμβολικήν του αρχαίου κόσμου της πολυθεΐας. Δύνασαι προσέτι, όπερ χείρον κατ' εμέ, να πιστεύης ότι είνε ποτε δυνατόν και να πραγματοποιηθώσι τα όνειρα ταύτα. Αλλά δεν δύνασαι, δεν πρέπει, δεν είνε θεμιτόν ουδέ όσιον, το να κηρύττης τα διδάγματα ταύτα εις τον κόσμον και να προσπαθής να προσηλυτίσης άλλους εις τα υπό σου πρεσβευόμενα.

Ο Πλήθων ησθάνετο ιδρώτα περιρρέοντα το μέτωπον αυτού και δεν είχε δύναμιν ν' απαντήση προς τας λέξεις ταύτας.

— Εις τούτο μόνον διαφωνούμεν, επανέλαβε πραότερον ο Σχολάριος. Κατά τάλλα ομολογώ ότι είσαι τίμιος και γενναίος ανήρ και ουδέν κακόν επιθυμώ διά σε.

Εν τούτοις ο Πλήθων, αν και δεν ωμίλει, εσκέπτετο όμως εφ' όσον ο Σχολάριος έλεγε τανωτέρω. Εσκέπτετο ότι ο τόνος ούτος ήτο απροσδόκητος εις το στόμα του άγαν τούτου ορθοδόξου μοναχού, του κεκηρυγμένου εχθρού πάσης καινοτομίας. Ήτο απροσδόκητος διότι είχε λογικόν τι και μετριοπαθές, και δεν ωμοίαζε με τον τόνον, ον απήντα εις τα συγγράμματά του, αυτού του Σχολαρίου, εν οις είχε κατενεχθή κατά τον Πλήθωνος, όπως είχεν υπαινιχθή αρτίως ούτος. Εν τοις συγγράμμασι τούτοις ο Σχολάριος κατεφέοετο κατά του Πλήθωνος σκληρότατα και φανατικότατα. Ο Πλήθων δεν ηδύνατο να λύση το πρόβλημα τούτο, πώς ο αυτός άνθρωπος, συγγράφων μεν ήτο απότομος και υβριστής, διαλεγόμενος δε ήτο διαλλακτικός και μέτριος. Ούτω δε ο Πλήθων ηναγκάζετο να παραδεχθή, ότι πάσα εποχή, ως φαίνεται, έχει ιδιαίτερον τόνον και κοινούς τόπους επιβαλλομένους εις πάντας εν γένει τους συγγραφείς, επί ποινή αποτεφρώσεως και σκορπισμού εις τον αέρα, αν τις τολμήση να παραβή τους επιβαλλομένους κανόνας. Δύναταί τις λοιπόν να είνε άλλως μέτριος και επιεικής καθ' εαυτόν, αλλ' εις το δημόσιον δεν επιτρέπεται να μετέρχηται τοιούτον ύφος, όταν η εποχή δεν επιτρέπη τούτο. Όθεν η συγγραφική τέχνη παρά τοις «λογίοις» πολύ απέχει του να είνε έκφρασις ατομικών αισθημάτων, και η παρατήρησις αύτη του Πλήθωνος έτεινεν εις το να ψεύση εκ προκαταβολής το γνωστόν αξίωμα περιωνύμου τινός νεωτέρου φυσιοδίφου.

Εν τούτοις ο Πλήθων συνάψας τας ιδέας του είπε·

— Καλώς λέγεις, ω Σχολάριε. Αλλ' ουδαμού εκήρυξα εγώ δόγματα τοιαύτα, αν δε και εγράφη τι φιλοσοφικώτερον, δεν ήτο τούτο προωρισμένον όπως αναγνωσθή παρά του λαού. Αλλ' ας αφήσωμεν τούτο το ζήτημα, διότι μοι προξενεί κόπον.

Ο Σχολάριος συνεστάλη και εσιώπησε.

— Και είσαι απών εκ της Κωνσταντινουπόλεως από πόσου χρόνου; ηρώτησεν ο Πλήθων.

— Από έξ μηνών, είπεν ο Σχολάριος.

— Είχες περιοδεύσει εις Πελοπόννησον;

— Ναι.

— Μετέβης εις πολλάς πόλεις;

— Εις πολλάς.

— Και ποίας εντυπώσεις έλαβες;

— Αγαθάς.

— Εκ Κωνσταντινουπόλεως λαμβάνεις ειδήσεις τακτικώς;

— Ουχί τακτικώς.

— Δεν έμαθες τελευταίον ουδέν;

— Ουχί.

— Αν εξεστράτευσαν οι Τούρκοι;

— Αγνοώ.

— Μετ' απαθείας πολλής λέγεις τούτο.

— Αληθώς.

— Δεν φαίνεσαι ανήσυχος.

— Τουναντίον. Αλλ' έχω λάβει την απόφασιν.

— Ποίαν απόφασιν;

— Τούτο θα είνε η θεία δίκη, είπε μυστηριωδώς ο Σχολάριος.

— Ούτω λοιπόν ουδεμίαν ελπίδα τρέφεις; είπεν ο Πλήθων.

— Ουδεμίαν. Οι βάρβαροι μέλλουσι να κυριεύσωσι την πόλιν. Εν κεφαλίδι βιβλίου γέγραπται.

Ο Πλήθων εστέναξε.

— Δεν φρονείς και συ το αυτό;

— Ουχί, είπεν ο Πλήθων. Νομίζω ότι οι αρμόδιοι πρέπει να μη απελπισθώσι.

— Τίνες αρμόδιοι;

— Ο βασιλεύς.

— Αλλ' ο βασιλεύς ουδέν δύναται να πράξη, είπεν ο Σχολάριος.

— Διατί τούτο;

— Διότι περικυκλούται υπό ανθρώπων ανικάνων, είνε δε και αυτός αναποφάσιστος.

— Και ποία δύναται να πράξη και τα παραλείπει; ηρώτησεν ο Πλήθων μετά μεγίστης περιεργείας, διότι κατά τας πληροφορίας αυτού ο Γεώργιος Σχολάριος δεν είχε δικαίωμα να είπη τα παρ' αυτού λεγόμενα.

— Εν πρώτοις κατ' εμέ δεν πρέπει να ζητή επικουρίας, και μη σας φανή παράδοξος η γνώμη μου. Οφείλει μάλλον να συντάξη τας ιδίας αυτού δυνάμεις.

— Αλλ' έχει δυνάμεις;

— Εκ των ενόντων, είπεν ο Σχολάριος. Ο αδελφός αυτού Ιωάννης ήτο λογικώτερος. Εζήτει μεν επικουρίας, αλλά τουλάχιστον προσεχώρει εις την ένωσιν. Ο νυν βασιλεύς και επικουρίας ζητεί και την ένωσιν αποκρούει.

— Και ηδύνασο συ να συμβουλεύσης την ένωσιν; είπεν ο Πλήθων.

— Άπαγε, ουδ' αν μίαν ημέραν μέλλω να ζήσω.

— Τότε διατί κατακρίνεις τον βασιλέα;

— Δεν τον κατακρίνω διά τας πεποιθήσεις του, τον κατακρίνω μόνον, διότι τα παρ' αυτού εκλεγόμενα μέσα αντίκεινται προς τον επιδιωκόμενον σκοπόν.

— Ορθώς λέγεις, είπεν ο Πλήθων. Αλλά δύναται να εύρη δυνάμεις αρκούσας;

— Δύσκολον, αλλ' ουχί αδύνατον. Αρκεί να εύρη χρήματα. Εις την Ευρώπην και εις την Ασίαν υπάρχουσι μυριάδες μισθοφόρων, οίτινες δύνανται να υπηρετήσωσιν.

— Αλλά και η δύναμις των μισθοφόρων θα είνε ξένη, είπεν ο Πλήθων, οποία θα είνε και η επικουρική. Εκατέρα τούτων πρόσκαιρος. Δεν έχει ούτω;

— Λέγε.

— Ο δε βασιλεύς χρήζει δυνάμεως σταθεράς και παραμενούσης, διότι σταθερός και παραμένων είνε και ο απειλούμενος κίνδυνος.

— Αληθές.

— Διά προσκαίρου άρα δυνάμεως δεν δύναται ο βασιλεύς ν' απωθήση τον κίνδυνον τούτον ή προσκαίρως μόνον.

— Ορθώς.

— Και οψέποτε θα πέση η πόλις.

— Θα πέση όταν έλθη η &προεγνωσμένη& ώρα, είπεν ο Σχολάριος.

— Βεβαίως, είπεν ο Πλήθων μειδιάσας ότε ήκουσε τον θεολογικόν όρον &προεγνωσμένη&.

Ο Σχολάριος δεν ηδύνατο να είπη &πεπρωμένη&, διότι τοιαύτη λέξις τω εφαίνετο βλάσφημος και απάδουσα προς τας θεολογικάς αυτού δοξασίας.

Ο Γ. Σχολάριος παρετήρησε το μειδίαμα τούτο τον Πλήθωνος και δυσηρεστήθη. Δεν ηδυνήθη δε να κρατηθή και έδωκεν έξοδον εις τα θεολογικά αυτού ένστικτα.

— Διατί μειδιάς, ω Πλήθων; είπε. Μήπως δεν σοι αρέσει η λέξις &προεγνωσμένη;&