WeRead Powered by ReaderPub
Η Γυφτοπούλα cover

Η Γυφτοπούλα

Chapter 25: ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ε'.
Open in WeRead

About This Book

The narrative interweaves rural episodes on an island, following a shepherd who uncovers a hidden cave with ancient statues and other villagers whose small losses and quests—most notably the loss and retrieval of a treasured cloak—set in motion journeys, bargaining, and raiding. Portraits of worn lives, local customs, and encounters with thieves and veterans thread together to explore fate, poverty, and the hold of tradition. Scenes shift between lyric descriptions of landscape, ritual memory of antiquity, and gritty everyday struggles, producing a mosaic of communal life where personal misfortune and chance discoveries reveal deeper tensions between past and present.

— Δεν είπον τούτο, είπεν ο Πλήθων.

— Αλλά μοι φαίνεται, είπεν ο Σχολάριος, ότι ουδείς των θύραθεν φιλοσόφων ηδύνατο να λύση ορθότερον το ζήτημα τούτο ή όσον το έλυσαν οι ημέτεροι.

— Αγνοώ τα περί τούτου, είπεν ο Πλήθων.

— Κακώς πράττεις ν' αγνοής, είπεν ο Σχολάριος. Θα μοι επιτρέψης να σοι αναπτύξω το δόγμα τούτο;

— Λέγε

— Ιδού. Οι εθνικοί έλεγον, ότι υπήρχε &τύχη& και &πεπρωμένον&. Οι ορθόδοξοι πρεσβεύουσιν, ότι υπάρχει &πρόγνωσις& και &προορισμός&. Οι ενάντιοι ημίν παραδέχονται και αυτοί &πρόγνωσιν& και &προορισμόν&, αλλά δεν έχουσι περί αμφοτέρων ορθήν έννοιαν.

Κατ' αυτούς ό,τι αν προγνώ και προορίση ο Θεός, τούτο είνε ανέκκλητον, αμαρτωλός δε τις ων θα σωθή, μόνον διότι ο Θεός τον προώρισεν εις σωτηρίαν, και πάλιν ενάρετός τις ων θα κολασθή, μόνον διότι ο Θεός τον προώρισεν εις κόλασιν. Υπάρχει τι κακοδοξότερον τούτου; Υπάρχει τι αλογώτερον; Οι ορθόδοξοι τουναντίον πιστεύουσιν ότι ο προορισμός είνε ανεξάρτητος από της προγνώσεως. Τουτέστι, προέγνω ο Θεός ότι θα αμαρτήση τις, και τον προώρισεν εις κόλασιν· προέγνω ότι θα μετανοήση, τον προώρισεν εις σωτηρίαν· προέγνω ότι θα ζήση ενάρετον βίον, τον προώρισεν εις βασιλείαν αιώνιον. Αλλ' όμως ουχί διότι προέγνω ο Θεός και προώρισε, διά τούτο θα αμαρτήση τις ή θα αγαθοποιήση, αλλά διότι θα αμαρτήση ή θα πολιτευθή εναρέτως, διά τούτο προέγνω και προώρισεν ο Θεός. Η ατομική βούλησις του ανθρώπου μένει ελευθέρα και ανεξάρτητος από της θείας βουλήσεως. Όπως έπλασεν ο Θεός απ' αρχής τον άνθρωπον, λογικόν, ήτοι ελεύθερον, ούτω μέχρι τέλους καταλείπει αυτόν λογικόν και ελεύθερον. Ουδείς επηρεασμός θεόθεν εγγίνεται επί της θελήσεως του ανθρώπου (πλην της πνευματικής αρωγής της επιφοιτώσης προς ενίσχυσιν αγαθής ήδη προαιρέσεως υφισταμένης και ελευθέρως πλασθείσης παρά του ατόμου). Και ταύτα μεν δοξάζουσιν οι ημέτεροι. Ουδέν ορθοδοξότερον ουδέ λογικώτερον του δόγματος τούτου. Τι δε &λέγουσιν& οι εναντίοι; Προέγνω ο Θεός, προώρισεν ο Θεός, θα κολασθή άρα ο άνθρωπος. Και η θεία πρόγνωσις τυφλή, και η ανθρωπίνη θέλησις αδρανής. Ω της κακοδοξίας! ω της πωρώσεως! Φείσαι, Κύριε!…

Ο Πλήθων παραδόξως έμενε σκυθρωπός ακούων τας λέξεις ταύτας. Ο Σχολάριος τον ώκτειρε, και εσιώπησε. Κατ' αρχάς είχε σκοπόν να πραγματευθή και περί της αναλόγου δοξασίας των εθνικών, αλλά μεταμεληθείς παρέλιπε τούτο.

Ο Πλήθων ηγέρθη και περιήλθε δις περί την τράπεζαν και περί το λίθινον εδώλιον εφ' ου εκάθητο.

— Θα απέλθω, είπεν εγερθείς ο Σχολάριος. Είνε καιρός ήδη.

— Εξερχόμεθα ομού, είπεν ο Πλήθων.

Και εξήλθον ομού εις τα πρόθυρα του άντρου. Ο Σχολάριος επέμενε ν' αναχωρήση, αλλ' ο Πλήθων τον εβίασε να μείνη εισέτι.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ'.

Τα μυστήρια.

Ολίγας ημέρας μετά τα συμβάντα ά διηγήθημεν εν τοις τελευταίοις κεφαλαίοις του Α' μέρους του παρόντος μυθιστορήματος, έκτακτόν τι συνέβαινεν εν τω Πληθωνείω άντρω. Ο Πλήθων εώρταζε μίαν των υπ' αυτού επανορθωθεισών ειδωλολατρικών εορτών. Εις τας τοιαύτας περιστάσεις, δις ή τρις του έτους, ο Πλήθων προσεκάλει εκτάκτως πολλαχόθεν της Πελοποννήσου τινάς των οπαδών του, εις ους είχε κατορθώσει να μεταδώση τας ειδωλολατρικάς αυτού δοξασίας.

— Αυτό εννοείται. [Άσχετη φράση εντός του κειμένου]

Κατωρθώθη προς τούτοις να ευρεθώσι τρεις νεανίδες χωρικαί, τρεις ωραίαι ποιμενίδες, αίτινες επί μισθώ εδέχοντο να εκτελέσωσιν έργα κανηφόρου εις την εορτήν. Τούτο ήτο θαύμα, διότι η επικρατούσα πρόληψις παρά τοις χωρικοίς κατά του Πλήθωνος ήτο ισχυροτάτη. Και όμως το γόητρον του χρυσίου είνε πάντοτε ισχυρότερον, και ο Πλήθων αντήμειβε γενναίως πάσαν τοιαύτην υπηρεσίαν.

Δώδεκα παίδες δεκαετείς λίαν καθαρίως ενδεδυμένοι απετέλουν χορόν, και είχον διδαχθή ν' απαγγέλλωσι ψιττακίζοντες παρόδους και στάσιμα εκ των αρχαίων δραμάτων, ουδεμίαν σχέσιν έχοντα άλλως κατά την έννοιαν προς τα τότε πράγματα, οίον το εξής τεμάχιον·

    Ω Διός αδυεπές φάτι, τις ποτε τας πολυχρύσου
    Πυθώνος αγλαάς έβας
    Θήβας; εκτέταμαι φοβεράν φρένα, δείματι πάλλων
    Ιήτε, Δάλιε Παιάν,
    Αμφί σοι αζόμενος τι μοι ή νέον
    Ή περιτελλομέναις ώραις πάλιν εξανύσεις χρέος.
    Ειπέ μοι, ω χρυσέας τέκνον Ελπίδος, άμβροτε φάμα.
    Πρώτα σε κεκλόμενος, θύγατερ Διός, άμβροτ' Αθάνα,
    Γαιάοχόν τ' αδελφεάν
    Άρτεμιν, ά κυκλόεντ' αγοράς θρόνον ευκλέα θάσσει.

Ή το εξής.

    Ακτίς αελίου, το κάλλιστον επταπύλω φανέν
    Θήβα των προτέρων φάος,
    Εφάνθης ποτ', ω χρυσέας αμέρας βλέφαρον,
    Διρκαίων υπέρ ρεέθρων μολούσα,
    Τον λεύκασπιν Αργόθεν φώτα βάντα πανσαγία
    Φυγάδα πρόδρομον οξυτέρω κινήσασα χαλινώ·
    Ον εφ' ημετέρα γα Πολυνείκης
    Αρθείς νεικέων εξ αμφιλόγων
    Οξέα κλάζων
    Αιετός ες γαν ως υπερέπτα
    Λευκής χιόνος πτέρυγι στεγανός, κτλ. κτλ.

Και είτα τους ομηρικούς ύμνους των θεών, και άλλα.

Οι δέκα ή δεκαπέντε οπαδοί του Πλήθωνος, όσοι ήρχοντο εις τας τελετάς ταύτας, εφόρουν χιτώνας και ιμάτια κατά τον αρχαίον τρόπον, εν καιρώ της τελετής. Αι τρεις κανηφόροι και οι δώδεκα παίδες έφερον στεφάνους. Ο δε Πλήθων εφόρει εφεστρίδα και εξετέλη έργα ιερέως. Ο Θεόδωρος, όστις δεν ενόει ουδέν εξ όλων τούτων, δεν ηδύνατο να πλησιάση, ήτο απηγορευμένον αυτώ.

Είς των παίδων ανήπτε το πυρ επί του βωμού, και ο Πλήθων έσφαζεν αμνόν ή τράγον και έκαιεν αυτόν ενώπιον των ειδώλων των θεών. Είτα εξήταζε τα σπλάγχνα, και έλεγεν εις τους κεκλημένους αν εσήμαινον ευτυχίαν ή δυστυχίαν. Την ημέραν εκείνην η τελετή προηγγέλλετο πομπωδεστέρα του συνήθους. Οι ελθόντες εις την εορτήν ήσαν πλείονες, περί τους είκοσιν. Ο δε Πλήθων αυτός εφαίνετο φαιδρός, ως να είχε κερδήσει τι. Αρτίως είχε κλεισθή η θύρα του σπηλαίου και οι μεμυημένοι είχον αποχωρήσει εις τα έσω αυτού. Ο δε Θεόδωρος εκάθητο έξωθεν, θεωρών μακρόθεν την θύραν. Ήτο δε ώρα περί δυσμάς ηλίου.

Ο Θεόδωρος εσκέπτετο ότι δεν έπρεπε να είνε ευχαριστημένος παρά του αυθέντου του, διότι ενώ αυτός τον υπηρέτει τόσον πιστώς, και εμπιστευτικάς παραγγελίας ελάμβανε πολλάκις παρ' αυτού, άς επιτυχώς εξετέλει, εκείνος τον απέκλειε, και δεν τον άφηνε να ίδη τα συμβαίνοντα, έστω και χάριν τέρψεως. Την στιγμήν ταύτην ο Θεόδωρος ουδεμίαν είχε πρόληψιν κατά των τελουμένων, και ησθάνετο παράδοξον επιθυμίαν να προσκυνήση και αυτός τα είδωλα, όπως τα προσεκύνει ο κύριός του. Βεβαίως ουδέν το σατανικόν θα είχον ταύτα, όπως ισχυρίζοντο οι άνθρωποι του λαού, τουναντίον εφαίνοντο λίαν φαιδρά και ωραία. Διατί λοιπόν και ο Θεόδωρος να μη δύναται ν' απολαύση του καλού εκείνου θεάματος, αλλά να κάθηται έξωθεν της θύρας εν αποκλεισμώ, ως να έπασχεν εκ λώβης; Δεν ήτο τούτο άδικον; Τας σκέψεις του Θεοδώρου ή Θευδά (διότι ούτω τον εκάλει ενίοτε υποκοριζόμενος ο Πλήθων), διέκοψε κύων τις, όστις προσέδραμεν ελαφρώς υλακτών, και έχων την γλώσσαν κρεμαμένην έξω των οδόντων. Εφαίνετο ως να ήρχετο μακρόθεν.

Προσήλθε παρά τους πόδας του Θεοδώρου σείων την ουράν. Ο Θεόδωρος τον παρετήρει έκπληκτος.

 — Σαν να τον γνωρίζω, μου φαίνεται, αυτόν τον σκύλο, είπε. Τίνος
είνε; Τίνος είνε;

Και επροσπάθει ν' αναμνησθή. Αλλ' εδυσκολεύετο.

— Κάποιου φίλου μου θα είνε βέβαια, έλεγε. Μπα! και θέλει θεολογία πως είνε φίλου μου; Αφού έρχεται και μου σει την ουρά. Μεγάλο πράγμα πώς το κατάλαβα! Αλλά τίνος να είνε;

Και εβίαζε την μνήμην του να τω είπη το όνομα του κυρίου του κυνός.

— Έλα, σκύλε, είπε θωπεύων αυτόν, δεν ειξεύρω πώς σε λένε· να είξευρα το δικό σου όνομα, θα εύρισκα εύκολα και του αυθέντου σου. Ή να είξευρα καν της κυράς σου;…

Και εμειδίασεν εις την λέξιν ταύτην ο Θευδάς.

— Της κυράς σου; επανέλαβε· να είχες τουλάχιστον κυρίαν;…

Ω, διάβολε, διάβολε! είπε κρούων το μέτωπον αυτού. Το ηύρα το ηύρα!…

Και εθώπευε τον κύνα.

— Ω διάβολε, και φαίνεσαι, είσαι καλοθρεμμένο σκυλί. Έπρεπε να το καταλάβω. Ναι, ναι. Φαίνεσαι όπου ζης από μοναστηριακά κομμάτια. Και μάλιστα από καλόγρηαις! Και τι καλόγρηαις!

Ο Θευδάς εστέναξε.

Την αυτήν στιγμήν ηκούσθη βήμα όπισθεν των θάμνων και φύσημα ανθρώπου ερχομένου εκ μακράς οδοιπορίας, κεκμηκότος. Εφάνη δε άνθρωπος ραιβοσκελής, δυσκόλως βαδίζων, σύρων επιπόνως τον αριστερόν πόδα παρά τον δεξιόν. Ο Θευδάς τον ανεγνώρισε.

— Τρέκλα, φίλε μου, είπε, συ είσαι λοιπόν;

— Εγώ, απήντησε πνευστιών ο έχων το όνομα Τρέκλας.

— Πώς ευρέθης εδώ;

— Μ' εστείλανε.

— Ποιος;

— Αυταίς η καλογρηαίς, είπε μυκτηρίζων ο Τρέκλας. Η φωνή του δε ήτο έρρινος.

— Σένα βρέθηκαν να στείλουν; είπε μετ' οίκτου ο Θευδάς.

— Τι να γείνη!

— Και θα έχης ώραις εις τον δρόμο.

— Είμαι περήφανος 'στά πόδια, είπεν ο Τρέκλας δεικνύων τους στρεβλούς πόδας του.

— Το ξεύρω.

— Μ' εστείλανε διά δουλειά.

— Διά τι δουλειά;

— Τώρα θα σου πω. Άφησέ με να ξαποστάσω, είπε καθίσας.

— Ξαπόστασε, καϋμένε Τρέκλα. Και αυτός ο σκύλος πώς ευρέθη;

— Με ακολούθησε.

— Σε ακολούθησε; είπεν ο Θευδάς. Θέλεις να πης, σου έδειχνε το δρόμο.

— Όταν είνε κανείς υπερήφανος 'στά πόδια… είπεν ο Τρέκλας.

— Βέβαια, έχεις δίκηο.

— Τότε έχει ανάγκη από ένα σκυλί διά να του δείχνη το δρόμο.

— Σωστά.

— Και δι' αυτό μου το δίνουν η καλόγρηαις, αυτό το σκυλί, διά οδηγόν.

— Κατάλαβα.

— Αλλοιώς δεν ειμπορούσα να τα καταφέρω.

— Αυτό εννοείται.

— Μα αυταίς η καλόγρηαις!…

— Τι;

— Σκύλιασαν.

— Σκύλιασαν;

— Βέβαια. Κοντεύουν να λυσσάξουν.

— Όχι δα!

— Στην τιμή μου.

— Η καϋμέναις!

— Ε, δεν ταις λυπάσαι;

— Αλήθεια.

— Μα είνε αξιολύπηταις.

— Διατί;

— Έχει πολλά &διατί&.

— Ως πόσα;

— Όσα θέλεις.

— Ειπέ ένα.

— Πρώτον αυταίς είνε…

— Τι είνε;

— Είνε όλαις θηλυκαίς.

— Αυτό θα πης;

— Ναι.

— Το είξευρα.

— Κ' εγώ γι' αυτό σου το λέγω.

— Διά ποιο &αυτό&;

— Διατί το είξευρες.

— Α, ενόησα.

— Θα ήσουν πολύ βαρυκέφαλος…

— Εγώ;

— Ναι.

— Πώς;

— Αν δεν το εννοούσες.

— Εμπήκα μέσα. Δεύτερο;

— Δεύτερος

— Ναι. Δεν έχει και άλλο;

— Έχει.

— Λέγε.

— Η γυναίκαις αυταίς είνε…

— Τι;

— Είνε όλαις σπαναίς.

— Μπα! αυτό;

— Ναι.

— Τόσον καλλίτερα.

— Διατί;

— Διατί δεν χρειάζονται και ξυράφισμα.

— Α, έτσι;

— Βέβαια. Και ύστερα;

— Ε;

— Και τι άλλο ακόμα;

— Τι άλλο;

— Ναι. Τρίτο;

— Τρίτο, είνε όλαις μακρυμαλλούσαις.

— Α! αυτό λοιπόν είνε το τρίτο; είπεν ο Θευδάς.

— Μάλιστα, το τρίτο το καλλίτερο.

— Το καλλίτερο;

— Και αν θέλης, και κάτι άλλο· είνε αυτό το τρίτο.

— Τι άλλο;

— Δεν το λέγω αυτό.

— Γιατί;

— Γιατί σκιάζομαι.

— Τι σκιάζεσαι;

— Μήπως σε τρομάξη.

— Να με τρομάξη εμέ;

— Ναι.

— Γιατί;

— Γιατί είνε πράγμα που τρομάζει.

— Δεν βαρυέσαι!

— Φαντάσου γυναίκα με μακρυά μαλλιά.

— Και λίγη γνώσι;

— Δεν θα φαίνεται σαν νεράιδα;

— Μες σε κανένα ρέμα;

— Μα δεν πειράζει, είνε το μόνο.

— Ποιο μόνο;

Ο Τρέκλας κατέπαυσεν ενταύθα τον λόγον και δεν ηθέλησε πλέον ν' απαντήση. Είχε στηριχθή επί του στελέχους δένδρου τινός και εφαίνετο ονειροπολών. Ήτο άνθρωπος τεσσαρακοντούτης με ηλιοκαή την όψιν και οι χαρακτήρες του εξέφραζον πολλήν πανουργίαν. Ο Θευδάς εγίνωσκεν ότι ματαίως θα επέμενε, και απέσχε πάσης περαιτέρω ερωτήσεως. Αν είχον έννοιάν τινα οι ανωτέρω παιγνιώδεις λόγοι, μόνος ο Τρέκλας είξευρε τούτο, ο δε Θευθάς επώπτευε μόνον, αλλ' ουδέν βέβαιον εγίνωσκεν. Αλλ' όμως ευτυχέστερος ήτο ούτος του χρονογράφου, διατελούντος εν ζοφερά αγνοία περί του πράγματος.

Αφού ανεπαύθη επ' ολίγας στιγμάς ο Τρέκλας, εσηκώθη και είπε προς τον Θεόδωρον·

— Ειξεύρεις διατί ήλθα;

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Δ'.

Τα ψεύδη του Τρέκλα.

Ο Θεόδωρος τον εθεώρησε μετ' απορίας και απήντησε·

— Πώς θέλεις να ειξεύρω διατί ήλθες;

— Μήπως έμαθες τίποτε;

— Τι να μάθω;

— Επειδή εγώ δεν είμαι τόσον γρήγορος εις τον δρόμον…

— Έλα δα!

— Ειμπορεί να έφθασε το μαντάτον πρωτήτερα από εμέ, αν και εγώ εστάλθηκα διά να το φέρω.

— Να μου φέρης εμέ μαντάτο;

— Όχι εις εσέ, εις τον αυθέντην σου.

— Εις τον αυθέντην μου;

— Ναι. Πού είνε τος;

Ο Θευδάς έδειξε την κλειστήν θύραν του άντρου.

— Είνε εκεί μέσα; ηρώτησεν ο Τρέκλας.

— Ναι.

— Και τι κάμνει;

Ο Θευδάς εκίνησε τους ώμους.

— Νόστιμο. Δεν ειξεύρεις;

— Δεν ειξεύρω, είπεν ο Θευδάς.

— Τότε λοιπόν τι είσαι εδώ;

— Διά να φυλάγω την πόρτα.

— Και είνε μοναχός ο αυθέντης σου;

— Όχι

— Είνε και άλλοι;

— Πολλοί.

— Ποιος και ποιος;

— Δεν τους γνωρίζω.

— Θα πάγης όμως να του πης…

— Εγώ;

— Θα πης ότι ήλθα διά σπουδαίαν υπόθεσιν.

— Όχι δα.

— Και έχω ανάγκην να του μιλήσω.

— Δεν γίνεται.

— Σου λέγω, είμαι σταλμένος.

— Ας πα να είσαι.

— Δεν το κουνάς, βλέπω.

— Αφού μέρωσε και δεν κλαίει…

— Θα πας να του πης;

— Δεν πάγω.

— Διατί;

— Είμαι εμποδισμένος.

— Τότε θέλεις ξαμπόδεμα.

— Χρειάζονται μαγικά.

— Ο αφέντης σου τα ξέρει

— Και δεν μας το έλεγες;

— Σύρε να του πης.

— Σου λέγω δεν πηγαίνω.

— Θα πας και θα τραγουδήσης.

— Δεν ξέρω τραγούδια.

— Να μάθης.

— Δεν παίρνω.

— Σαν δεν παίρνεις, δίνε.

— Δεν έχω.

— Άμε στο διάβολο.

— Δεν ξέρω το δρόμο.

— Να αυτός είνε, είπεν ο Τρέκλας δεικνύων το σπήλαιον.

— Οδήγησέ με συ, που έχεις γερά πόδια.

— Θ' αναγκασθώ της αλήθειας να σε οδηγήσω, είπεν ο Τρέκλας.

Και ορθωθείς, προσεποιήθη ότι βαδίζει προς την θύραν του άντρου. Ο Θευδάς έσπευσε να κωλύση αυτόν.

— Ε, πού πας; πίσω!

— Σύρε λοιπόν να πης του αυθέντου σου· είμαι σταλμένος από ταις καλογρηαίς.

— Πε μου τουλάχιστον τι τον θέλεις, και τότε μπορώ ναποφασίσω.

— Αν σου το πω, θα πας;

— Θα πάω.

— Κάνεις όρκο;

— Κάνω.

— Λοιπόν άκουσε, είπεν ο Τρέκλας.

Και αναλαβών αιφνιδίως ήθος κωμικής σοβαρότητας, είπε·

— Το βέβαιον είνε ότι συμβαίνουν σπουδαία πράγματα, και ημείς οι παραμικροί δεν τα καταλαβαίνομε καλά. Η ηγουμένισσα μ' έστειλε να ειδοποιήσω τον &άρχοντα&.

— Και να του πης τι; είπεν ο Θευδάς, εξαφθείσης της περιεργείας αυτού.

— Να του πω τα συμβάντα, είπεν ο Τρέκλας.

 — Και ποια είνε τέλος πάντων αυτά τα συμβάντα, διάβολε! έκραξεν
ανυπομονήσας ο Θευδάς.

 — Πολλά και σπουδαία. Έχε υπομονήν, είπε μετά της αυτής
σοβαρότητος ο Τρέκλας. Πρώτον φωτιά άναψεν εις το μοναστήρι.

— Φωτιά; και τι έχει να κάμη ο αφέντης μου;

 — Δεύτερον, μια αρμάδα άραξεν αντικρύ, εις το γιαλό μας, είπεν ο
Τρέκλας.

 — Αρμάδα! και τι αρμάδα είνε αυτή; βενετική, γενοβέζικη,
τούρκικη;

— Γύφτικη, είπε σοβαρώς ο Τρέκλας.

— Γύφτικη! ω διάβολε, με περιπαίζεις τόσην ώρα κ' εγώ δεν τώξερα!

— Δεν σε περιπαίζω διόλου, είπε μετ' αγωνιώδους τόνου φωνής ο Τρέκλας. Γύφτικη, από την Αίγυπτο. Και μήπως η Αίγυπτος, το Μισήρι που λένε, δεν είνε βασίλειο, καθώς τα άλλα;

— Δεν ξέρω, είπεν ο Θευδάς εν αμηχανία.

— Αν δεν το ξέρης να πας να το μάθης. Κρίμα που συναναστρέφεσαι τόσον καιρό ένα φιλόσοφο άνθρωπο, σαν τον αφέντη σου! Και να μη ξέρης ότι η Αίγυπτος είνε βασίλειο, και έχει και αρμάδαις!

— Δεν τώξερα τόσον καιρό, και να με συγχωρής, είπεν ο Θευδάς.

— Πολλά έχεις να μάθης ακόμα, είπεν ο Τρέκλας. Όσο γηράζεις, τόσο θα μαθαίνης.

— Ε, ύστερα, τι άλλο;

— Τρίτον, επανέλαβεν ο Τρέκλας, καβαλλαρία ήρθεν εις το μοναστήρι.

— Καβαλλαρία;

— Είνε πεντακόσιοι, χίλιοι, αμέτρητοι και εγώ δεν ξέρω πόσοι. Και μας πολιορκούν, είπεν ο Τρέκλας μετ' ελεγειακού τόνου.

— Σας πολιορκούν!

— Και μας χρειάζεται βοήθεια. Εγώ εβγήκα από την παραπόρτα, έγεινα ίσωμα κάτω εις την γη, και έτσι εβγήκα. Πώς δεν μ' επήραν οι καβαλλάρηδες διά λαγόν, να με ρίξουν κάτω με καμμιά σαγιττιά!

— Διά λαγόν, δεν έχεις τα πόδιά του, είπεν ειλικρινώς ο Θευδάς.

— Ας είνε, ειμπορούσαν να με πάρουν διά χελώναν. Ξέρεις αυτοί οι παληόφραγκοι τρώνε και ταις χελώναις.

— Φράγκοι λοιπόν είνε αυτοί οι καβαλλαρέοι που σας πολιορκούν;

— Φράγκοι, και τι θέλεις να είνε;

— Αλλά πώς οι φράγκοι κατατρέχουν τους φράγκους;

— Δεν κατατρέχουν τους φράγκους, αλλά ταις φράγκισσαις.

Ο Θευδάς ηναγκάσθη να πεισθή, μη έχων άλλο επιχείρημα να προτείνη. Επί δυο ώρας συνομιλών με τον Τρέκλαν είχεν εξαντλήσει πάσαν την προμήθειαν αυτού. Εν τούτοις τελευταίος τις δισταγμός τω απέμεινε.

— Αλήθεια, εις την ψυχή σου μου τα λες αυτά; είπε.

— Αλήθεια, εις την ψυχήν μου, απήντησεν απαθώς ο Τρέκλας.

— Αλλά πώς δεν μου τάλεγες πρωτήτερα, όταν ήλθες, αλλ' εφαίνεσο να είχες τόσην όρεξι.

— Δεν ήθελα να σε τρομάξω από μιας αρχής, είπεν ο Τρέκλας.

 — Τι διάβολε! Και θα μας έλθουν κ' εδώ αυτοί οι καβαλλαρέοι; είπε
μετ' αφελούς τρόμου ο Θευδάς.

 — Δεν ξέρω, δεν μου είπαν ακόμα τα σχέδιά των, είπεν ο Τρέκλας.
Αργότερα, ειμπορώ να τους κάμω φίλους.

— Το έχεις σκοπόν; είπε μετά θαυμασμού ο Θευδάς.

— Βέβαια, αν τύχη.

Ο Θευδάς εσιώπησε. Παρήλθαν στιγμαί τινες, και ο Τρέκλας ηναγκάσθη να τω είπη·

— Ε, δεν πας τώρα;

— Πού;

— Εις τον κύριόν σου.

— Να κάμω τι;

— Να του πης ότι τον ζητούν.

— Εγώ;

— Ποίος άλλος;

— Δεν πάγω, είπεν ο Θευδάς μεταμεληθείς.

— Είσαι ψεύτης λοιπόν, τω είπεν ο Τρέκλας.

— Να μαζώξης τα λόγια σου, είπεν οργίλως ο Θευδάς.

— Ο διάβολε! και τι σου χρεωστούσα να με γελάσης μες τα μάτια;

— Εγώ σε γέλασα;

— Δεν μου υποσχέθηκες να πας;

— Δεν σου το υπεσχέθην επισήμως, είπεν ο γεννάδας.

— Και τι θα πη &επισήμως&; Δεν καταλαβαίνω εγώ απ' αυτά, να σε χαρώ.

— Σαν δεν καταλαβαίνης, κατάλαβε, είπεν ο Θευδάς.

— Μη χειρότερα.

— Δεν θα τα πης του αφέντη μου αυτά που μου είπες;

— Βέβαια.

— Τότε περίμενε να έβγη έξω απ' εκεί.

— Και πότε θα έβγη;

— Όποτε θέλη.

— Την πάθαμε, είπε μετά κωμικής χειρονομίας ο Τρέκλας.

— Υπομονή.

— Μα είσαι ψεύτης τέλος πάντων. Δεν το πίστευα να λες τέτοια ψέμματα.

— Αφού ειμπορείς να του τα πης ο ίδιος του αφέντη μου…

— Ε;…

— Διατί δεν έχεις υπομονήν;

— Έτσι;

— Αλλά με βιάζεις να του πω εγώ αυτά οπού συνέβησαν;

— Ποία;

— Ταις φωτιαίς, ταις αρμάδαις και τους καβαλλαρέους οπού ήλθαν!

— Εγώ; Σοι είπα εγώ να τα διηγηθής αυτά εις τον αφέντη σου;

— Αμμή τι;

— Έχεις λάθος.

— Μη τα έχασες;

— Ο ένας από τους δυο.

— Τι λες εκεί;

— Σου είπα εγώ να διηγηθής εις τον αφέντη σου τέτοια πράγματα;

— Τι άλλο;

— Εγώ σου είπα μόνον να του πης ότι τον ζητώ.

— Έτσι ε;

— Τα άλλα αυτά τα είπαμεν μεταξύ μας, είπεν ο Τρέκλας.

— Μπράβο σου! Λοιπόν είνε όλα ψέμματα;

— Αμμέ; Θάρρεψες πως ήσαν αλήθεια;

— Είσαι τρομερός ψεύτης.

— Είσαι ψεύτης με δίπλωμα.

— Είσαι αδιάντροπος.

— Είσαι ξετσίπωτος.

— Είσαι…

— Είσαι…

Ο Τρέκλας, αφού εσκέφθη επ' ολίγας στιγμάς, εψιθύρισεν ως να ωμίλει καθ' εαυτόν·

— Ξεύρω εγώ τι θα κάμω. Είνε ανάγκη να καταφύγη κανείς εις τα μεγάλα μέσα. Τα καταφέρνω εγώ καλά. Δεν είμαι ζώον, καθώς ο Θευδάς. θα τον καταφέρω εγώ τον Γεμιστόν να πεταχθή εξω έξαφνα. Δεν θέλει και πολλή φιλοσοφία. Φτάνει να μην είνε κανείς κουτός, και πολλά γράμματα δεν χρειάζονται. Χόμο! Χόμο! έκραξε· κουτ, κουτ!

Χόμο ήτο το όνομα του κυνός. Το ζώον τούτο, ακούσαν το όνομά του, έσπευσε προς τον καλούντα αυτό.

Ο Τρέκλας τον εθώπευσε, τον έλαβεν από των δυο προσθίων ποδών, ένυξε τους πόδας του, είτα την ουράν, κατ' ιδιάζοντα τινα τρόπον γνωστόν εις μόνον τον Τρέκλαν.

Το ζώον αισθανθέν δριμείαν οδύνην, ήρχισε να εκπέμπη τρομερούς και παρατεταμένους ολολυγμούς, και οι πέριξ βράχοι αντήχησαν. Ο Θευδάς κατεπτοήθη.

— Τι είνε; Τι είνε; έκραξεν.

Ο Τρέκλας, κρατών τον Χόμο από του λαιμού, εξηκολούθησεν απτόητος την μέθοδόν του. Ο Χόμο εξηκολούθησε να ολολύζη φρικωδώς.

 — Τι έπαθε το σκυλί; έκραξεν ο Θευδάς, αλλ' εφοβείτο να πλησιάση,
βλέπων εξαγριούμενον τον κύνα.

 — Σκάσε! είπε μετά περιφρονήσεως ο Τρέκλας. Έχει και αυτός την
σειράν του, καθώς συ.

— Μην ελύσσαξε; είπεν ο Θευδάς.

 — Αυτό δεν είνε παράξενο να λυσσάξη, είνε σκυλί. Κοντεύεις εσύ να
το πάθης, που είσαι άλλης λογής ζωντίμι.

Εν τούτοις ο κύων εξακολουθεί να ολολύζη. Ολίγος χρόνος παρήλθεν εισέτι, και η θύρα του σπηλαίου ηνοίχθη αιφνιδίως.

— Τι είνε, Θεόδωρε; έκραξε μετά μεμπτικού τόνου ο Πλήθων.

Αι θρηνώδεις φωναί του κυνός ήσαν τόσον διάτοροι, ώστε αντήχησαν έσω του άντρου, και ο Πλήθων δεν ηδυνήθη να υπομείνη. Εξήλθεν εις την θύραν όπως μάθη τι συνέβανε, φορών έτι τα εμβλήματα της ιερωσύνης, ά περιεβάλλετο κατά τας τελετάς, ή κατά τας παρωδίας εκείνας.

Ο Θεόδωρος πλήρης φόβου και ανησυχίας έσπευσε προς αυτόν.

— Δεν ειξεύρω. Δεν είνε τίποτε. Ένα σκυλί φωνάζει. Ησυχάσατε, κύριέ μου. Φταίγει αυτός ο κούτσαυλος, οπού μου έφερεν εδώ αυτό το μανδρόσκυλο.

Συγχρόνως ο Τρέκλας, ως είδε τον Πλήθωνα εξελθόντα, αφήκε τον κύνα ήσυχον, και ήρχισε να πηδά και να τρέχη διά κωμικών σκιρτημάτων, με τους ραιβούς πόδας του, όπως φθάση εις την θύραν του σπηλαίου.

 — Άρχων! Άρχων! μην ακούς αυτόν. Στάσου να σου πω. Περίμενε. Είνε
ανάγκη. Ξεύρεις από πόσον δρόμον ήρθα με τα στραβά πόδια μου;

 — Τι θέλεις; είπε μετ' ολιγωρίας ο Πλήθων, και ητοιμάζετο να
κλείση την θύραν και ν' αποσυρθή.

 — Περίμενε, αφέντη, μίαν στιγμήν. Εγώ δεν φταίγω τίποτε. Δεν ήρθα
εγώ μοναχός μου. Άλλος μ' έστειλε.

— Ποίος άλλος;

— Η καλόγρηαις.

— Και τι θέλεις;

— Να σου πω ένα πράγμα.

— Τι;

— Μου είπαν να σου το πω κρυφά εις τ' αυτί σου.

— Έλα εδώ.

Ο Τρέκλας επλησίασε δειλώς προς τον Πλήθωνα με το εγκάρσιον κίνημα εκείνο του σώματος, το ομοιάζον τόσον καλώς προς τον κλυδωνισμόν της νηός εν σάλω, και τω είπε μίαν λέξιν μυστικά.

Οι χαρακτήρες του Πλήθωνος ηλλοιώθησαν.

— Τι λέγεις; είπε.

— Είνε αλήθεια, αυθέντα.

— Και πώς έγεινε αυτό;

— Δεν ειξεύρω.

— Ποίος ήλθεν εκεί;

— Κανείς.

— Πώς έφυγε;

— Έφυγε.

— Μόνη της;

— Δεν ξεύρω.

— Πόθεν εξήλθε;

— Δεν ξεύρω.

— Ω θεοί, θεοί, εψιθύρισεν ο Πλήθων συνάπτων τας χείρας.

— Ω θεοί, είπε και ο Θεόδωρος, κρίνας καλόν να μιμηθή το κίνημα και την επίκλησιν του κυρίου του.

— Και ήδη, τι ποιητέον; είπεν ο Πλήθων.

— Τι ποιητέον; επανέλαβεν ο Θεόδωρος χωρίς να ειξεύρη τι είχε συμβή.

— Είνε ανάγκη ενεργείας, είπε μεγαλοφώνως, σκεπτόμενος ο Πλήθων.

— Ενεργείας, επανέλαβε ψιττακίζων ο Θεόδωρος.

— Ειξεύρεις, φίλε, είπεν ο Πλήθων προς τον Τρέκλαν, ειξεύρεις ποιον δρόμον έλαβεν η φυγάς;

— Πού να το ξεύρω; είπε μιμικώς ο Τρέκλας, αφού δεν την είδα;

— Και είνε πολλαί ώραι αφότου έγεινεν άφαντος;

 — Δεν το ξέρομε αυτό, αφέντη, είπε μετ' εκτάκτου σοβαρότητος ο
Τρέκλας· ένα μόνο ξέρομε, ότι έφυγε.

— Αυτό μας το είπες.

— Σωστά σας το είπα.

— Αλλά τέλος, δεν ευρέθη το δωμάτιον κενόν;

— Βέβαια, αφέντη· αφού το πουλί επέταξε, επόμενον ήτο να ευρέθη το κλουβί άδειο.

— Και δεν ήτο κανέν παράθυρον ανοικτόν, δι' ου να εξήλθε;

— Δεν ξέρω αν ήτον ανοιχτό ή κλειστό, αφέντη. Αυτό μονάχα ξέρω, ότι αυτή θα εβγήκεν από κάπου.

— Και ποίαν ώραν εύρετε το δωμάτιον κενόν;

— Το κελλί ευρέθη άδειο σήμερα.

— Ποίαν ώραν;

— Είνε κάμποσαις ώραις.

— Ως πόσαι ώραι; είπεν ο Πλήθων.

— Δεν σέρνω ρωλόγι απάνω μου, απήντησεν ο Τρέκλας.

— Και δεν ενήργησε τι η ηγουμένη, όπως καταδιώξη την φυγάδα; ηρώτησεν αύθις ο Πλήθων.

— Ήθελε να στείλη εμέ κατόπιν της, απήντησεν ο Τρέκλας, και εκίνησεν άμα τους δυο πόδας, ώστε παρήχθη εντύπωσις ως θάμνου σειομένου υπό του βορρά.

— Εύγε, είπεν ο Γεμιστός, μη δυνηθείς να μη υπομειδιάση.

— Εύγε, επανέλαβεν ο Θευδάς.

Ο Πλήθων εσκέφθη επ' ολίγας στιγμάς, και είτα, αποταθείς προς τον υπηρέτην του·

— Κάλεσόν μοι ενταύθα τον οδηγούντα τους στρατιώτας, είπεν.

Ο Θευδάς απήλθεν εν τω άμα εις τον στρατιωτικόν σταθμόν, όπως καλέση τον διοικητήν της φρουράς.

Εν τω μεταξύ ο Πλήθων εξήταζε τον Τρέκλαν περί τινων άλλων περιστάσεων της αποδράσεως. Αλλ' ουδεμίαν πληροφορίαν κατώρθωσε παρ' αυτού να λάβη.

Ο Θεόδωρος επανήλθε μετά του επί της κεφαλής του σταθμού, και τότε ο Γεμιστός έδωκε παραγγελίας προς τον άνθρωπον τούτον, όπως καταδιώξη μετά των υπ' αυτών στρατιωτών εκείνην ήτις είχε δραπετεύσει.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ε'.

Τα εν τω Μοναστηρίω.

Επί τινος απορρώγος ακτής της Λακωνικής έκειτο Μοναστήριόν τι, όπερ πάλαι μεν κατωκείτο υπό ανδρών μοναζόντων και ωνομάζετο η Μονή του Αγίου Αθανασίου, σήμερον δε κατωκείτο υπό γυναικών και εκαλείτο η Μονή της Αγίας Περπετούας.

Αι δύο αύται χρονικαί μεταβολαί δεν ήσαν αι μόναι, αίτινες είχον επέλθει εις το ερημικόν τούτο ενδιαίτημα. Και τρίτη αλλοίωσις πολλώ σπουδαιοτέρα είχε συμβή. Ήτο δε αύτη η αλλαγή της πνευματικής υπηκοότητος του μοναστηρίου, υποταχθέντος εις τους δυτικούς κατά τα τελευταία έτη.

Το εκκλησιαστικόν τούτο ίδρυμα έφερεν όλον και ακέραιον τον τελειότατον βυζαντιακόν τύπον προκύπτοντα εφ' απάσης αυτού της απόψεως. Θόλοι, νάρθηκες, αχιβάδες, στέγαι, πύργοι, άνδηρα, φατνώματα, τα πάντα απέπνεον το σεμνόν εκείνο και επιβάλλον του ρυθμού, όπερ και μέχρι των ημερών ημών διεγείρει τοσαύτας συγκινήσεις, εις όσους δύνανται εισέτι να συγκινώνται. Ο ναός του μοναστηρίου έφερεν επί της πύλης του νάρθηκος χρονολογίαν ωπς' και επιγραφήν τοιαύτην «Θεοδώρας και Μιχαήλ των ευσεβάστων βασιλέων αιωνία η μνήμη τρις». Τα ένδον του ναού ήσαν ευπρεπέστατα. Το εικονοστάσιον, όπερ δεν ήρθη και μετά τον εκλατινισμόν του μοναστηρίου, ήτο έργον λεπτοτάτης ξυλογραφίας και όλον κεχρυσωμένον. Οι τοίχοι κατάμεστοι εκ των γενειοφόρων μορφών των αγίων, ενέπνεον πολλήν κατάνυξιν εις τους μοναστάς.

Εν τούτοις αι σειραί των κελλίων, υψηλαί και τριώροφοι αι πλείσται, εφαίνοντο ουχί εν ακμή διατελούσαι. Αλλεπάληλοι δηώσεις και εμπρησμοί είχον συμβή από αμνημονεύτων χρόνων. Μετά τους Αβάρους είχον επέλθει οι Άραβες, μετά τους Ενετούς οι Φράγκοι. Τα τριώροφα ταύτα δώματα έτρεμον επί των βάθρων των, ως να εκάμπτοντο υπό το βήμα τοσούτων παρελθόντων αιώνων. Αι γλαύκες εγόγγυζον την νύκτα επί των στεγών, οι κώδωνες αντήχουν περί μέσας νύκτας καλούντες τας μοναχάς εις την προσευχήν. Η βαρεία δόνησις των σιδηρών σημάντρων διεκλόνει τας γηραιάς δοκούς και τας σαπράς σανίδας, αι ήχοι των κρότων τούτων με τους μυστηριώδεις νυκτερινούς ψιθύρους της φύσεως συμφυρόμεναι απετέλουν εναρμόνιον αντήχησιν βυθίζουσαν την ψυχήν εις υπερφυά ρέμβην. Εν τοις τοιούτοις ερημικοίς ενδιαιτήμασιν, εις ά ιδιάζουσιν οι ανεκλάλητοι εκείνοι ψίθυροι, φαίνονται συμψιθυρίζοντες μετ' αυτών και οι στίχοι ούτοι του ποιητού της Αλβιώνος·

    Του ίυγγος ο γογγυσμός ο πένθιμος ηκούσθη,
    ο κώδων ο ερημικός της προσευχής εκρούσθη.
    Χαίρε Μαρία! έρωτος και προσευχής η ώρα.
    Χαίρε Μαρία! δέχθητι τα δάκρυα ως δώρα.

Το μοναστήριον ήτο ιδρυμένον εντός βαθείας φάραγγος, χωρούσης κατωφερώς προς την θάλασσαν, και αποληγούσης εις όρμον. Από των μικρών παραθύρων εφαίνοντο τα κυανά κύματα εξαπλούμενα ως άπειρος υγρά άρουρα, ην ο βορράς ώργονε διά της ισχυράς πνοής του. Η αντίπνους ριπή του ορμητικού τούτου ανέμου έφθανε μέχρι του γηραιού κτιρίου, και οι τοίχοι αυτού εσείοντο υπό τον ισχυρόν κτύπον της πνοής του. Η φύσις ηγωνία υπό την ακάματον ταύτην μάστιγα, δένδρα και φυτά ελάμβανον καχεκτικόν τύπον, καμπτόμενα υπό το άχθος της παραφόρου ορμής. Η παμπάλαιος οικοδομή, πλήρης ρωγάδων και χασμάτων, εφαίνετο ασθμαίνουσα και αντέδιδε μελαγχολικόν ψόφον διά των κενών κοιλωμάτων της, των ιχνών τούτων του διαβάντος χρόνου. Τα ανθρώπινα σώματα επάγωνον υπό τα τρίχηνα περιβλήματα αυτών και ουδεμία ηδύνατο να υπάρχη εστία πυρός πλην της καρδίας. Και όμως το ψύχος έφθανε και μέχρις αυτής. Το τραχύ του κλίματος υπέσκαπτε κατά μικρόν πάσαν ζωτικήν δύναμιν, και ουδείς των κατοικούντων ήλαυνεν εις βαθύ γήρας. Υπεράνω του μοναστηρίου εκρέματο υψηλόν όρος, το κτίριον δ' έκειτο ακριβώς παρά την ρίζαν αυτού. Η ψυχή του θεατού ανεπτερούτο, και ώρμα ως στρουθίον προς το επιβάλλον εκείνο ύψος. Το όρος ήτο βραχώδες και παρείχε θέαν σοβαράν και μεγαλοπρεπή. Άγρια δένδρα προσείρπον μεταξύ των υψηρεφών βράχων, και απετέλουν ποικίλον και αρμονικόν το σύνολον. Θεώμενός τις, εφαντάζετο ότι πατεί από κλώνος εις κλώνα και από βράχου εις βράχον, και συναναβαίνει με την ανάντη εκείνην κλιτύν την αιθερίαν ανάβασιν.

Άξιον σημειώσεως είνε, ότι οι ιδρυταί των μονών κατά τον μέσον αιώνα εγίνωσκον να εκλέγωσι τοποθεσίας αναλογούσας προς τα αισθήματα υφ' ων ενεπνέοντο και προσφυείς προς τους σκοπούς του θεωρητικού βίου, ον ήσκουν. Εάν οι αρχαίοι, ως πλεονάκις παρετηρήθη, είχον την υπερτάτην τέχνην να εκλέγωσι τας θέσεις των ναών των, αξίους στυλοβάτας των φαιδρών θεοτήτων ας ελάτρευον, εάν τα μνημεία της Αττικής είνε το συμπλήρωμα του ουρανού της, ως είπον νεώτεροι τινες φιλάρχαιοι, ωσαύτως αληθεύει ότι και οι ζηλωταί των μέσων αιώνων εζήτουν τας προσφιλείς αυτοίς εμπνεύσεις του χριστιανικού αισθήματος εν μέσω γραφικωτάτων τοποθεσιών. Ως προς τούτο δ' επεκράτησαν δύο σχολαί. Οι μεν πραότεροι και ανθρωπινώτεροι εθήρευον τας ημέρους και χλοεράς θέσεις, οι δε άγαν ζηλωταί ήσαν αυτόχρημα «κρημνοποιοί», κατά την λέξιν του αρχαίου κωμικού. Ούτοι δεν ανεπαύοντο εκ των μειλιχίων και ηρέμα μελαγχολικών θέσεων, αλλ' επεδίωκον απορρώγας βράχους, αβάτους κρημνούς και τραχείας φάραγγας.

Η εν λόγω μονή του Αγίου Αθανασίου ήτο κράμα αμφοτέρων των σχολών τούτων. Ο ιδρυτής αυτής, ακμάσας κατά τον θ' αιώνα, ήτο ευπαίδευτος μοναχός, πιστός οπαδός των αυταδέλφων Γραπτών και του Θεοδώρου του Στουδίτου, ακολουθήσας τα ίχνη αυτών εις τον κατά των εικονομάχων πόλεμον. Εκαλείτο Δαυίδ Παργολάς, και η θέσις εν η έκειτο το υπ' αυτού κτισθέν ησυχαστήριον ωνομάζετο εκ του ονόματος αυτού μέχρι του χρόνου καθ' ον συμβαίνουσι τα ενταύθα ιστορούμενα. Περί του ανδρός τούτου εσώζετο παράδοσις ότι είχε καταφρονήσει το αξίωμα του οικουμενικού πατριάρχου, όπερ προσέφερεν αυτώ είς των εικονοκλαστών βασιλέων, υπό τον όρον να μεταστή προς το εναντίον στρατόπεδον, προτιμήσας να είνε απλούς μοναχός και να μένη εν τη ορθοδοξία. Μετά δε την αναστήλωσιν των εικόνων, έκτισε το μοναστήριον τη συνδρομή της βασιλίδος Θεοδώρας. Εν τη βιβλιοθήκη εσώζετο χειρόγραφόν τι, περιέχον ακριβή καταγραφήν των τε προνομίων και της προικοδοτήσεως της σταυροπηγιακής ταύτης μονής, και αναφέρον ότι η οικοδομή δεν συνεπληρώθη ευθύς υπό του Δαυίδ, αλλά παρήλθον πολλά έτη μετά τον θάνατόν του και επερατώθη αύτη. Έφερε δε τω όντι καταφανή τα ίχνη των επιπτυχών και του πολλαπλού σχεδίου. Πάντα τα μέρη της οικοδομής ούτε το αυτό ύψος και εύρος είχον, ούτε τον αυτόν ρυθμόν. Η βόρειος πλευρά ήτο μονώροφος κατά τα τρία τέταρτα και μέρος της δυτικής πλευράς. Αι λοιπαί ήσαν τριώροφοι. Εν τούτοις η ανωμαλία αύτη δεν εζημίου την πρόσοψιν του κτιρίου, διότι συνετέλει εις το να φαίνονται εκ του μέρους της θαλάσσης οι θόλοι και οι όροφοι του ναού, η άποψις δε αύτη ήτο όντως γεραρά και σεβασμία. Τινές των πλευρών έφερον ίχνη εμπρησμού και καταστροφής, διερχόμενος δέ τις διά νυκτός υπό τους παλαιοκτίστους εκείνους ορόφους, ησθάνετο διπλούν ρίγος, το ρίγος της υγρασίας και του ευρώτος, και το ρίγος του φόβου. Ευτυχής δε θα ήτο αν ο φόβος δεν προέβαινε μέχρι δεισιδαιμονίας. Ανθρώπινον πλάσμα, μονάζουσά τις, εκ των τότε διαιτωμένων εν τη μονή, ή μοναχός εκ των πάλαι ακμασάντων βαστάζων δέλετρον, εκ των μονοπλεύρων εκείνων και ετεροφαών και διαβαίνων εν νυκτί διά των θλιβερών τούτων διαδρόμων, θα παρείχεν όψιν φάσματος εξελθόντος αρτίως εκ της τελευταίας του κατοικίας όπως επισκεφθή άπαξ έτι τα δώματα ταύτα, εν οις έζησέ ποτε τον πρόσκαιρον βίον. Βήμα αντηχούν υπό τους θόλους τούτους, μη όντος ορατού του βαδίζοντος, ήθελεν εκληφθή ως ηχώ υπάρξεως πάλαι εκλιπούσης. Πνοή τυχαία ακουομένη περί τα υγρά ταύτα τείχη ήθελε νομισθή ως ύστατος αποχαιρετισμός ψυχής απελθούσης εις την αιωνιότητα, και μυστικόν παράπονον νεκρού, εις ον είνε λίαν στενή η ορισθείσα αυτώ κατοικία. Ενταύθα δεν ηκούοντο φαιδραί λαλιαί, δεν αντήχουν άσματα, δεν ωπτάνοντο πρόσωπα μειδιώντα, δεν ηκούοντο φιλήματα. Το μόνον ερύθημα όπερ ενεφανίζετο, ήτο το ερύθημα της Ηούς, προκυπτούσης καθ' εκάστην εκ του ορίζοντος, και ο μόνος ερωτικός στεναγμός, όστις αντήχει, ήτο ο του άνεμου, όστις ενίοτε καθίστατο ηπιώτερος, αλλά συνήθως εβρυχάτο απειλητικώς. Η μόνη θωπεία επί των παρθενικών παρειών ήτο η της αύρας και το μόνον φίλημα ήτο το φλοισβίζον ρεύμα του ρύακος το προσπαίζον στιγμιαίως επί της χλόης, και είτα χυνόμενον εις τον βαθύν χείμαρον.

Και όμως η φύσις ήτο ουχ' ήττον φαιδρά, αλλ' η τύχη είχεν επιζητήσει να καταστρέψη πάσαν αυτής την ευεργετικήν χάριν. Το σεβάσμιον τούτο ίδρυμα εφαίνετο ως πολιός γέρων κατακεκλιμένος επί της χλόης, και απολαύων εκ περισσού άπας έτι των ευεργετημάτων της φύσεως. Η κοιλάς διερρέετο υπό χειμάρρου αρδεύοντος πλουσίως τας φυτείας και τους κήπους. Σύσκια και χλοερά άσυλα εσχηματίζοντο παρά τας εκατέρωθεν κλιτύς, εις ά αι ακτίνες του ηλίου δυσκόλως εισεχώρουν. Κλήματα άγρια, έρποντες κισσοί και περιπλοκάδες περιεπτύσσοντο τα στελέχη των πλατάνων και αρκεύθων. Ίχνη αρχαίας φιλοπονίας εσώζοντο περί τους διατηρουμένους εισέτι κήπους, αλλά καθ' ον χρόνον υπόκειται η παρούσα ιστορία, η καλλιέργεια αυτών είχε παραμεληθή. Βάτοι και άκανθαι απέφραττον τας κανονικώς άλλοτε τμηθείσας διόδους μεταξύ των πρασιών, και αι αμαδρυάδες αι κατοικούσαι τα άλση ταύτα βαδίζουσαι, θα ηναγκάζοντο βεβαίως να ανασηκόνωσι τα κράσπεδα των εσθήτων αυτών, αν ήθελον να μη σχισθώσιν αύται υπό των βάτων. Λέγομεν τούτο φανταζόμενοι, ότι κατά τους χριστιανικούς αιώνας και αύται αι μυθολογικαί νύμφαι, όσαι επέζων εισέτι, ενεδύθησαν πάντως εσθήτας, και δεν ετόλμων πλέον να εμφανίζωνται γυμναί, όπως κατά την ειδωλολατρικήν αρχαιότητα. Αν όμως η εικασία ημών είνε εσφαλμένη, αιτούμεν ταπεινώς συγγνώμην παρά των εγκρατών της αρχαίας και νεωτέρας μυθολογίας.

Εν τούτοις κηπουρός τις υπήρχεν, αλλά και ούτος, αν είχε τινα ικανότητα, ήτο αύτη διά παν άλλο έργον πλην του έργου του κηπουρού. Ο άνθρωπος ούτος, γνωστός ήδη εις τον αναγνώστην, κατώκει παρά το ρεύμα, εντός καλύβης τινός, ήτις άλλοτε ήτο αχυροσκεπής, ως εφαίνετο εκ της ολίγης καλάμης, ήτις εσώζετο έτι επί της στέγης της. Μύλος τις εφαίνετο υποκάτω δεξαμενής, όστις άλλοτε πρέπει να είχε και τροχόν, ως ηδύνατό τις να συμπεράνη εκ της ρωγμής δι' ης εχύνετο το ύδωρ. Παρά το ερείπιον τούτο έβλεπέ τις κειμένας δέσμας καλάμων και ράβδους αιγοκλήματος, και ο κηπουρός εκάθητο, ή μάλλον έκειτο βλέπων μετά ζηλοτύπου οφθαλμού κύνα τινά, όστις ήτο εξηπλωμένος μακαρίως επί της πεπατημένης χλόης. Προφανώς τον εζήλευε διότι δεν ήτο υποχρεωμένος να εργάζηται, ενώ αυτός ήτο ηναγκασμένος να πλέκη καλάθια διά να ζήση. Από καιρού εις καιρόν ο κηπουρός, διακόπτων την εργασίαν ταύτην εχασμάτο βλέπων τον κύνα. Ούτος δε απήντα διά νωθρού γαυγισμού εις τον προκλητικόν τούτον τρόπον του κυρίου του. Περιττήν θεωρούμεν πάσαν περαιτέρω σύστασιν προς τον αναγνώστην. Αμφότερα τα όντα ταύτα είνε ήδη αυτοσύστατα, και ο μεν κύων εκαλείτο Χόμο, ο δε άνθρωπος ωνομάζετο Τρέκλας. Διά να είνε όμως σωστή η ανταλλαγή των ονομάτων έπρεπε και ούτος να καλήται &Κάνις&. Αλλ' αν θέλη ο αναγνώστης, είνε ελεύθερος να τω δώση και το όνομα τούτο, ή και οιονδήποτε άλλο.