WeRead Powered by ReaderPub
Η Γυφτοπούλα cover

Η Γυφτοπούλα

Chapter 27: ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ζ'.
Open in WeRead

About This Book

The narrative interweaves rural episodes on an island, following a shepherd who uncovers a hidden cave with ancient statues and other villagers whose small losses and quests—most notably the loss and retrieval of a treasured cloak—set in motion journeys, bargaining, and raiding. Portraits of worn lives, local customs, and encounters with thieves and veterans thread together to explore fate, poverty, and the hold of tradition. Scenes shift between lyric descriptions of landscape, ritual memory of antiquity, and gritty everyday struggles, producing a mosaic of communal life where personal misfortune and chance discoveries reveal deeper tensions between past and present.

Είνε άξιαι πολλού διαφέροντος αι ανθρωποκυνικαί σχέσεις μεταξύ των δύο τούτων όντων. Αύται εποίκιλλον εφ' απάσης της διατονικής κλίμακος των αισθημάτων, από της σκληροτάτης τραχύτητος μέχρι της μαλακωτάτης τρυφερότητος. Ως χαρακτήρ ο Χόμο ήξιζεν αναμφιβόλως κάτι πλειότερον του Τρέκλα, αλλ' όμως δεν εξετιμάτο κατά την αξίαν του. Ο Χόμο ησθάνετο άκραν αφοσίωσιν προς πάντας τους κυρίους του, και είχε πολλούς και πολλάς, έλειχε δε τας ποδιάς όλων. Αλλ' η διαγωγή του Τρέκλα προς τον Χόμο ηδύνατο ου μόνον παρά τοις κυσί, αλλά και παρά τοις ανθρώποις να χαρακτηρισθή ως επίμεμπτος. Σπανίως τω έρριπτε κόκκαλόν τι, συχνότατα όμως τω επεδαψίλευε μαστιγώσεις. Και όμως ο Χόμο δεν απέκαμνε να υπομένη τας δυστροπίας του, εκάθητο δε παρά τους πόδας αυτού μετά παραδειγματικής εγκαρτερήσεως. Οι δε μεταξύ των δύο συναπτόμενοι διάλογοι είνε άξιοι ιδιαιτέρας περιγραφής. Εάν ο Χόμο, βαρυνόμενος την αργίαν, και μη έχων εκδρομήν τινα να εκτελέση, ήρχιζε να σκαλίζη χάριν ασκήσεως το έδαφος με τους πόδας του, ο Τρέκλας τω έλεγε·

— Ησύχασε, Χόμο.

— Γαυ! απήντα ο κύων, και εξηκολούθει να σκαλίζη.

— Μη σκαλίζης, σου λέγω.

— Γαυ! Γαυ!

— Θα σε δείρω, Χόμο.

Ενταύθα ο Χόμο μετέβαλλε τον συνήθη αυτώ γρυσμόν επί το βαθυφωνότερον, από &Γαυ& εις &Γωύ&. Τότε ο Τρέκλας ήρπαζε λεπτήν ράβδον και έτυπτε τον Χόμο.

Ο Χόμο εξέπεμπεν ωρυγμόν, και μετά την πρώτην πληγήν απεμακρύνετο. Το ευτύχημα ήτο ότι ο Τρέκλας και εβαρύνετο να τον καταδιώκη και δεν ίσχυε με τους στρεβλούς πόδας του να τον φθάση. Άπαξ όμως είχεν οργισθή πολύ, και απεφάσισεν αντί πάσης θυσίας να τον φθάση. Έρριψε ρόπαλόν τι κατόπιν του, αλλ' ο Χόμο υπερεπήδησε τον ρύακα και έφυγεν. Ο Τρέκλας έτρεχε κατόπιν του, και προσεποιείτο ότι έχει να τω δώση έν κόκκαλον. Αλλ' ο Χόμο δεν ηπατάτο ευκόλως. Ενόει καλώς ότι ο σκοπός του Τρέκλα ήτο εχθρικός. Εν τούτοις ο Τρέκλας, βλέπων το ανωφελές της καταδιώξεως, μετέβαλε τακτικήν, και επανελθών εις τον μύλον εκάθισε και ήρχισε να πλέκη το καλάθιον. Ο Χόμο, μη ων πανούργος, ενόμισεν ότι ο θυμός του παρήλθε, και επέστρεψε προς αυτόν σείων την ουράν. Αλλά τότε ο Τρέκλας αρπάζει αιφνιδίως τον Χόμο από του λαιμού και τον έτυπτεν ασπλάγχνως. Και όμως ο κύων δεν εμνησικάκει.

Αξία ιδιαιτέρας προσοχής είνε η συνήθως επαναλαμβανομένη περιπαθής εκείνη σκηνή, καθ' ην ο Τρέκλας διηγείτο εμπιστευτικώς τους καϋμούς του εις τον Χόμο. Τότε ο Χόμο τον επαρηγόρει, ως ηδύνατο.

— Χόμο, φίλε μου, νηστικούς θα μας αφήσουν σήμερα.

— Γαυ! έκαμνεν ο Χόμο. Το επιφώνημα τούτο ίσως εσήμαινεν «Εμέ με αφήνεις πολλαίς φοραίς νηστικόν, και δεν παραπονούμαι».

— Αυταίς η διαβολοκαλόγρηαις, η ψεύτραις, η παληοβρώμες….

— Γαυ! Γαυ!

— Αυταίς η υποκρίτριαις, η άνοσταις….

— Γαυ!

— Θα μας αφήσουν να ψοφήσωμε της πείνας και οι δυο.

— Γαυ! Γωύ!

— Αταίς τους ξέρουν να τρώνε, και έχουν πολλά για να φάνε, που να βγάλουν τη φάγουσα.

Ο κύων έσεισε την ουράν.

— Για μένα και για σένα είνε η νηστεία.

Ο κύων κατεβίβασε τα ώτα.

— Εμάς τους δύο θέλουν και καλά να μας πάνε στον παράδεισο.

— Γωύ! έκαμνεν αρνητικώς ο κύων.

— Με το στανιό θέλουν να μας αγιάσουνε.

— Γωύ!

— Δεν μας σώνουν τα άλλα τα βάσανά μας, μας αφήνουν και νηστικούς.

— Γαυ! έκαμεν ο κύων καταφατικώς.

— Να είχα τουλάχιστον ένα κόκκαλο να σου ρίξω εσένα, και μένα δεν με μέλει, ειμπορώ να μείνω και νηστικός.

— Γουβ! το επιφώνημα τούτο εξέφραζεν ίσως απορίαν, πού τα εύρεν ο Τρέκλας τόσα αγαθά αισθήματα. Βεβαίως θα ήτο η πρώτη φορά, καθ' ην θα έκαμνε τοιαύτην θυσίαν.

— Πόσον ευχαριστούμαι, καλέ μου Χόμο, που σ' έχω συντροφιά.

Του κυνός η μορφή εξέφραζεν έκπληξιν.

— Είνε καλό να έχη κανείς ένα φίλον εις αυτόν τον κόσμο. Και εμέ τα βάσανά μου είνε πολλά.

Ο κύων δεν μετείχε πλέον του διαλόγου. Ο Τρέκλας εμονολόγει.

— Φαντάσου να σ' αφήση έξαφνα η γυναίκα σου, Χόμο. Το έπαθα εγώ αυτό. Μ' επαράτησεν η άπιστη. Και τι τα θέλεις, είνε άσχημο να σε παρατήση η γυναίκα σου. Ας λέγουν ότι θέλουν, μοναχός του δεν ειμπορεί να ζήση κανείς. Τραβά τον διάβολο του, Χόμο. Ξαλαφρόνω που σου τα λέγω, και είνε το καλό οπού έχω βεβαιότητα πως δεν θα πας να τα πης αλλού. Αλλ' ως τόσο, καλλίτερα είχα να μη σου τα 'λεγα και να μην είχαν συμβή. Να κοιμηθής μια βραδειά με την αγκαλιά ζεστή, Χόμο, και την άλλη να μείνης μάρμαρο, δεν είνε καλή δουλειά, Εσείς οι σκύλοι τώχετε ως τόσο καλά. Κάνετε όλαις ταις δουλειαίς σας με μεγάλη ελευθερία, χωρίς να σας μέλη τέσσερα. Εμείς είμεθα αναγκασμένοι να κλειδομανταλόνωμε ταις πόρταις, και πάλι οι μουσαφεραίοι μας έρχονται απ' τα παράθυρα.

Ο Χόμο εφαίνετο ότι ηκροάτο την παθητικήν ταύτην εξομολόγησιν, αλλά δεν ήτο διατεθειμένος να δώση απάντησιν. Άλλως δε δεν ηγάπα να συζητή περί ανέμων και υδάτων. Είνε αληθές ότι δεν είχεν ανάγκην να λάβη μαθήματα ηθικής παρά του Τρέκλα, όπως δεν είχεν ανάγκην ουδέ τροφήν να λάβη παρ' αυτού. Αν ήτο να περιμένη ο Χόμο την τροφήν του εκ της χειρός του Τρέκλα, θα ήτο άξιος οίκτου. Το καλόν ήτο ότι ο Χόμο περιήρχετο δις και τρις της ημέρας περί τα μαγειρεία των καλογραιών, και εκείθεν τακτικώς εψωμίζετο. Εκείσε δε διηυθύνθη και σήμερον, αφού ήκουσε την εποικοδομητικήν ταύτην διδαχήν του Τρέκλα.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΣΤ'.

Ο μοναστικός βίος.

Εν τω περιβόλω του μοναστηρίου συνέβαινον καθ' εκάστην τρομεραί μάχαι μεταξύ του επιδρομέως Χόμο και πολυαρίθμων αμυνομένων. Δύο δωδεκάδες γαλών ετρέφοντο εν τω περιβόλω τούτω, αίτινες θα ήσαν ικαναί να καταδιώκωσι τελεσφόρως τους μυς, αν δεν επαχύνοντο υπερμέτρως. Αλλ' όσον διά τον Χόμο, ούτος δεν ηδύνατο ο δυστυχής να εισχωρήση αποινεί εις το ιερόν οίκημα. Διά την τύχην αυτού η τοσαύτη πιμελή εχρησίμευεν οιονεί προς λίπανσιν των σωμάτων και όξυνσιν των ονύχων των εχθρών του. Αλλ' όμως ο φόβος δεν εκώλυεν αυτόν του να εισχωρή εις το μοναστήριον, βιαζόμενος υπό του ενστίκτου της ζωής. Είνε βέβαιον ότι μεταξύ των μοναζουσών είχε και προστάτιδας. Μία αυτών, η αδελφή Βεάτη, εδεικνύετο εξόχως ευμενής προς τον κύνα. Η ευμένεια δε ήτο το κυριώτατον γνώρισμα της γυναικός ταύτης. Αύτη εμειδία τόσον προθύμως και περιχαρώς προς πάντα τα περί αυτήν, ώστε ουδείς ηδύνατο να την μεμφθή ούτε διά το υψηλόν της ανάστημα ούτε διά την άπλυτον εμπροσθέλλαν ην εφόρει. Η αδελφή Βεάτη ήτο η επιτηδειοτάτη των μαγείρων και η αμελεστάτη των καλογραιών. Εις μάτην οι κώδωνες εκώφαινον νυχθημερόν τα ώτα της. Εις την εκκλησίαν δεν επάτει. Δεν ενόει να καταλίπη ουδέ στιγμήν το μαγειρείον. Ήτο δ' ευχαριστημένη με το επάγγελμά της, όπερ εδικαιολόγει αποχρώντως την εκ του ναού απουσίαν. Εδήλωσε δε εις την ηγουμένην, ότι αν εις το μέλλον τυχόν επαύετο από του διακονήματος τούτου, η προτιμώμενη παρ' αυτής θέσις ήτο η της κωδωνοκρουστρίας.

Η Βεάτη εύρισκε καιρόν να συμβιβάζη τα χρέη της με τας αδυναμίας της και τούτο ήτο επίσης αξιόλογον προτέρημα. Μία των αδυναμιών της συνίστατο εις το να περιέρχηται νύκτωρ τα δωμάτια των μοναζουσών, και ν' αρχίζη μετ' αυτών συνδιαλέξεις σχοινοτενείς περί παντός πράγματος. Θέμα αυτών συνήθως ήτο, ως εννοείται, η κακολογία. Η αδελφή Βεάτη είχε την καλήν συνήθειαν να λοιδορή αδυσωπήτως πάσας τας μοναχάς, όσαι είχον την ευτυχίαν να συζώσι μετ' αυτής υπό την αυτήν στέγην. Η αδελφή Βεάτη ήτο φιλοπράγμων και ανυπόμονος εις το έπακρον. Δεν ηνείχετο να υπάρχωσι μυστικά δι' αυτήν. Τω όντι εσκέπτετο ότι, αφού παν μυστικόν ήτο προωρισμένον να είνε γνωστόν εις δύο τουλάχιστον πρόσωπα, διατί να μη είνε και εις τρίτον, και διατί το τρίτον τούτο να μη είνε αυτή αντί πάσης άλλης; Ησθάνετο δε τοσούτον γαργαλισμόν περιεργείας, οσάκις εδίδετο αφορμή προς ανίχνευσιν μυστικού τινος, ώστε δεν ηδύνατο ούτε να κοιμηθή ούτε να φάγη. Εάν δεν κατώρθου νανακαλύψη τι συνέβαινε, κατέφευγεν εις εικασίας, εις συνδυασμούς, εις πλάσματα, και τέλος έλυεν οπωσδήποτε την απορίαν της. Σπανίως δε ηστόχει ολοσχερώς του επιδιωκομένου παρ' αυτής αξιεπαίνου σκοπού.

Μία τοιαύτη περίστασις απαιτούσα θηρευτικήν και ανιχνευτικήν όσφρησιν είχε παρουσιασθή αρτίως εις το μοναστήριον και διήγειρε σκανδαλωδώς ορθήν και άγρυπνον την προσοχήν της Βεάτης. Νέα τις άγνωστος εις πάσας τας μοναχάς είχεν έλθει εις το μοναστήριον και την είχον κλείσει εις δωμάτιόν τι χωρίς μηδεμία των μοναζουσών να ίδη αυτήν. Εψιθυρίσθη μόνον το πράγμα, και τις των αδελφών, ονομαζομένη Πογκία, ισχυρίζετο ότι την είδεν, αλλ' ήσαν συνειθισμέναι να μη πιστεύωσιν εις τας διαβεβαιώσεις της Πογκίας, καθόσον αύτη ήτο γνωστή ως ελαφρόσκιος, και είχε τόσας δράσεις όσους και οφθαλμούς. Οι οφθαλμοί της δ' έβλεπον προς τα εντός μάλλον ή προς τα εκτός, και υπείκον αποκλειστικώς εις την φαντασίαν της. Ήτο γνωστόν μόνον ότι η εν λόγω νέα είχεν έλθει διά νυκτός, αλλ' ουδεμία των μοναχών είξευρεν ούτε τις την έφερεν ούτε διατί ήλθε. Περιέμενον την επιούσαν και την μεθεπομένην, ελπίζουσαι να την ίδωσιν εξερχομένην του κελλίου, όπου είχε κλεισθή τη διαταγή της ηγουμένης. Αλλ' η προσδοκία αύτη υπήρξε ματαία. Ουδεμία των καλογραιών ηξιώθη να ίδη το πρόσωπόν της. Τις άρα ήτο η ξένη αύτη; Ήτο δόκιμος; Ήτο νεοφώτιστος; Ήτο κατηχουμένη; Ήτο μετανοούσα; Ήτο κατάδικος; Άγνωστον.

Η αδελφή Βεάτη ετριγυρίσθη. Αύτη μόνη είχε τόσην περιέργειαν, όσην αι άλλαι μοναχαί όλαι ομού. Τι να κάμη; Ανάγκη πάσα νανακαλύψη το μυστικόν. Ν' αποθάνη τις εκ σκληραγωγίας, υπομονή. Ν' αποθάνη εκ γήρατος, χάρισμα. Ν' αποθάνη εκ νόσου, υποφέρεται. Ν' αποθάνη εκ βιαίου θανάτου, τι να γείνη; Αλλά ν' αποθάνη εκ περιεργείας; Τούτο θα ήτο πρωτάκουστον. Και όμως η αδελφή Βεάτη θα ήτο ικανή να δώση εις τον κόσμον το τοιούτον παράδειγμα.

Η Βεάτη, ιδούσα ότι δεν έμελλε να κατορθώση τι διά των συνήθων μέσων, ήρχισε να σκέπτηται ήδη ότι ήτο ανάγκη εκτάκτου τινός διαβήματος. Εν τω μεταξύ δ' εξέφαζε διαφόρους αλλήλας αναιρούσας εικασίας. Κατά την αδελφήν Πογκίαν, η νέα ήτις είχεν έλθει είχεν όλως φανταστικά χρώματα. Ήτο υψηλή ως ανήρ και ωμοίαζε κατά την φυσιογνωμίαν με την Αγίαν Περπέτουαν, την προστάτιν του μοναστηρίου, ήτις είχε την έκτακτον όλως χάριν να δαμάζη τα άγρια θηρία. Τοιαύτην την είχεν ιδεί η αδελφή Πογκία εις τας οπτασίας της.

Η Βεάτη ουδέν εκ πάντων τούτων παρεδέχετο. Τα συμπεράσματα αυτής ήσαν άλλα, έμελλε δε να πλάση ολόκληρον ιστορίαν περί του πράγματος, αν δεν επροτίμα να κάμη μίαν αληθή. Προς τούτο ήρχισε να κατασκοπεύη περί την εσπέραν τα κατατόπια, όπου είχε μάθει ότι κατώκει η ξένη. Αύτη ήτο έγκλειστος εις το υψηλότερον δώμα, κτίριόν τι πυργοειδές, μέρος έρημον, οπού σπανίως ανέβαινον αι μοναχαί. Άλλως δε η θύρα του χωρίσματος τούτου ήτο από αμνημονεύτων χρόνων ερμητικώς κεκλεισμένη.

Περί την δευτέραν ώραν της νυκτός, ενώ αι μοναχαί ανεγίνωσκον εν τω καθολικώ το απόδειπνον, η αδελφή Βεάτη εσκέφθη ότι δεν έπρεπε να χάση καιρόν, έλαβεν εκ του μαγειρείου δάδα ανημμένην και ανήλθε τα τρία πατώματα της &κόρδας&. Έφθασεν εις την θύραν του πυργοειδούς δώματος. Ώθησεν αυτήν, και εξεπλάγη ιδούσα ότι ήτο ανοικτή. Στενή κλίμαξ ήτο ενώπιόν της άγουσα προς το δώμα, όπου έπρεπε να κατοική η ξένη, αν υπήρχε τοιαύτη και δεν ήτο πλάσμα της φαντασίας. Η Βεάτη έθηκεν αποφασιστικώς τον πόδα επί της πρώτης βαθμίδος, και αι σεσαθρωμέναι σανίδες έτρεμον υπό τα γόνατά της. Ευρώς και υγρασία διέπνεε διά των χωρισμάτων τούτων. Η δας ην εκράτει η μοναχή επλησίαζε να σβεσθή. Έφθασεν εις το ύψος της κλίμακος. Η θύρα του πρώτου χωρίσματος ενέδωκεν επίσης. Ήτο τούτο είδος προθαλάμου, μετ' αυτόν δε είπετο ο κύριος θάλαμος, εν ώ έπρεπε να κατοική το μυστηριώδες πρόσωπον. Περί των δύο τούτων θαλάμων υπήρχεν αρχαία τις παράδοσις. Η Βεάτη ήθελεν αισθανθή φόβον, αν δεν κατείχετο υπό μεγίστης πολυπραγμοσύνης και έμενε χώρος δι' άλλο αίσθημα εν τη καρδία της.

Η παράδοσις αύτη έλεγεν ότι μοναχός τις κατοικών το πάλαι εις τα δώματα ταύτα, ασκήσας μεγίστην εγκράτειαν, είχεν αγιάσει. Κατ' άλλους δεν είχεν αγιάσει, αλλά τουναντίον εβρυκολάκιασε, και κατά την συνήθειαν των ομοίων του ηρέσκετο να επανέρχηται νύκτωρ εις το έρημον τούτο δώμα, όπως επισκέπτηται μετά θάνατον την πάλαι κατοικίαν του. Την τελευταίαν ταύτην γνώμην παρεδέχετο και η ηγουμένη του μοναστηρίου, η μήτηρ Πία, καθότι δεν εδέχετο αύτη ότι ήτο δυνατόν να αγιάση σχισματικός μη πρεσβεύων τα δόγματα του Πάπα. Αγνοώ ποτέρα των δύο γνωμών είνε η ορθή.

Ο προθάλαμος, εν ώ ευρίσκετο η αδελφή Βεάτη, κάθυγρος, με τους τοίχους μαύρους και αραχνιώντας, ήτο θλιβερώτατος. Εφ' ενός των τοίχων, σώζοντος εισέτι ολίγην κονίαν, εφαίνετο κεχαραγμένος μέλας Σταυρός μετά της λόγχης και του σπογγοφόρου καλάμου. Υπό το σημείον τούτο υπήρχεν ελληνική τις επιγραφή λέγουσα: «Ίδε, έφθασε, ταλαίπωρε ψυχή, ο απόστολος ο ερχόμενος οπίσω μας. Τι καθήμεθα; Αποδημία εστίν αιώνιος, μη έχουσα πάλιν επάνοδον». Την επιγραφήν ταύτην εχάραξε πιθανώς αυτός ο πάλαι ποτέ ζήσας αναχωρητής, όστις δεν εφαντάσθη, φαίνεται, ότι έμελλε να βρυκολακιάση και να επανέρχηται ενταύθα και μετά την αιώνιον αποδημίαν.

Όπως και αν έχη τούτο, η Βεάτη δεν κατείχετο την στιγμήν ταύτην υπό ουδενός δεισιδαίμονος αισθήματος. Επλησίασε θαρραλέως και έκρουσε την θύραν. Αλλ' αύτη ανθίστατο. Ήτο στερρώς κεκλεισμένη. Η Βεάτη επανέλαβε την κρούσιν. Έκρουσε δε ηρέμα και συνεχώς. Ουδεμία φωνή ηκούσθη.

— Ποία είσαι αυτού μέσα; ηρώτησεν η Βεάτη.

Ουδεμία απάντησις.

— Ποία είσαι; επανέλαβεν η Βεάτη. Δεν ομιλείς δι' αγάπην Θεού;

Τη στιγμή ταύτη εφάνη εις την Βεάτην ότι ήκουσεν ως πνοήν ή στεναγμόν τινα, κίνημά τι ανθρώπου αφυπνιζομένου. Ηκροάσθη. Δεν ήκουσε πλέον τίποτε. Ενόμισεν ότι ηπατήθη την πρώτην φοράν.

Ητοιμάζετο να κρούση και εκ τρίτου. Αλλά συγχρόνως ήκουσε βήματα εκ του αντιθέτου μέρους. Διά της κλίμακος ην είχεν αρτίως αναβή, ανέβαινέ τις.

Η Βεάτη μόλις επρόφθασε να κρυφθή όπισθεν της θύρας, δι' ης είχεν εισέλθει, και είχεν αφήσει αυτήν ανοικτήν. Διενοήθη ότι πρέπει να ήτο η ηγουμένη αυτή ήτις ήρχετο.

— Ποίος ήνοιξε αυτήν την πόρτα; ηκούσθη μορμυρίζουσα φωνή τις. Εγώ την άφησα ανοικτή; Παναγία μου! Μη χειρότερα! Μη ήρθεν ο βρυκόλακας;

Η Βεάτη ανεγνώρισε την γυναίκα ταύτην. Δεν ήτο η ηγουμένη. Ήτο η αδελφή Σιξτίνα, ήτις εξετέλει χρέη νοσοκόμου εν τη μονή. Η Βεάτη διενοήθη ότι αύτη βεβαίως θα ανέλαβε να υπηρετή την έγκλειστον εις τα προς τροφήν και πάσαν άλλην διακονίαν του σώματος, και διά τούτο ήρχετο ενταύθα.

Η Βεάτη εκόλλησεν όπως ηδυνήθη εις την κόγχην της θύρας. Άλλως θα ήτο ήδη σκότος, διότι είχε σβέσει την δάδα. Η αδελφή Σιξτίνα, φοβουμένη μη την κατασκοπεύωσι μακρόθεν, έφερεν ένα εκ των ετεροπλεύρων εκείνων φανών, των φωτιζόντων τα έμπροσθεν του βαστάζοντος, καθιστώντων δε βαθύτερον το όπισθεν σκότος. Δεν εστράφη να ίδη οπίσω της θύρας, ήτο δε και αδύνατον να φαντασθή, ότι ήτο τις ενταύθα. Αν και δεν ηρκέσθη βεβαίως εις την υπόνοιαν ότι ήλθεν ο βρυκόλαξ, δεν συνέλαβεν όμως αλλοίαν υποψίαν. Μη έχουσα πεποίθησιν εις την μνήμην της, δεν είξευρε μετά βεβαιότητος ότι είχε κλείσει πράγματι την θύραν, την τελευταίαν φοράν καθ' ην ήλθεν ενταύθα. Δυνατόν να την άφησε και ανοικτήν και να μη ενεθυμείτο. Εν τούτοις προυχώρησεν αύτη προς τον κλειστόν θάλαμον.

Ανέσυρεν εκ της ζώνης της βαρείαν κλείδα και έθηκεν αυτήν εις το κλείθρον. Η προστριβή και ο κρότος του σιδηρού εργαλείου αντήχησε βραχνώς υπό τον λίθινον θόλον. Η θύρα ηνοίχθη μετά βαρέος τριγμού.

Η Βεάτη προέβαλε γοργώς την κεφαλήν όπισθεν της Σιξτίνης και προσεπάθησε να ίδη τα εντός του ανοιχθέντος θαλάμου. Αλλ' όσον άπληστον και αν ήτο το βλέμμα της ουδέν προέλαβε να ίδη. Η αδελφή Σιξτίνα έκλεισεν αύθις την θύραν και σκότος βαθύ αποκατέστη.

Τότε η Βεάτη εσκέφθη ότι, αφού δεν είχεν ικανοποιήσει την όρασιν, ώφειλε τουλάχιστον να ευχαριστήση την ακοήν. Πατούσα επ' άκρων των ονύχων επλησίασεν εις την θύραν, και έτεινε τα ώτα. Αλλ' ουδέν ήκουεν. Έμεινε χρόνον τινά αυτόθι. Ουδέν.

Η Βεάτη εσκέφθη ότι ίσως η ξένη εκοιμάτο, και αφού το πράγμα ούτως είχεν, η Σιξτίνα μη έχουσα ν' αποτείνη τον λόγον πρός τινα, δεν ήτο ανόητος να ομιλή μόνη της, και ούτω συνέβαινεν ώστε αυτή, η Βεάτη, καίπερ τείνουσα υπερμέτρως τα ώτα, ουδέν όμως ήκουεν. Η εικασία αύτη εφάνη εις την Βεάτην η λογικωτάτη, εξ όσων είχε κάμει ποτέ.

Εν τούτοις ηκροάτο εισέτι. Έμελλε δε να μείνη επί μακρόν χρόνον ορθία ενταύθα, αν δεν επήρχετο εις αυτήν η προφυλακτική πρόνοια, ότι ήτο επόμενον η Σιξτίνα να εξέλθη όθεν εισήλθε, και τότε η Βεάτη έμελλε να καταληφθή επ' αυτοφώρω ωτακουστούσα. Η σκέψεις αύτη την έκαμε να τραπή εις φυγήν. Αλλ' ενταύθα πάλιν άλλη δυσκολία. Είπομεν ότι ήτο σκότος. Η Βεάτη ήτο ηναγκασμένη να βαδίση ψηλαφίνδα, να καταβή την σεσαθραιμένην κλίμακα, να διέλθη τους σκοτεινούς εκείνους διαδρόμους δι' ων από μακρού χρόνου δεν είχε διαβή.

Εν τη αμηχανία της εσκέφθη να κρυβή εις την κόγχην την όπισθεν της θύρας του προθαλάμου, και να περιμείνη μέχρις ου εξέλθη η Σιξτίνα, αφού, ως επίστευεν, έμελλε να εξέλθη αύτη. Αλλ' αν δεν εξήρχετο; Αν έμελλε να μείνη εις τον θάλαμον της ξένης και να διανυκτερεύση μετ' αυτής, όπερ δεν ήτο απίθανον; Τότε ουδέν έμελλε να χάση η Βεάτη. Διότι μετά δύο ή τρεις ώρας δεν έμελλε να πυκνωθή πλειότερον το σκότος, τουναντίον περί το μεσονύκτιον θ' ανέτελλεν η σελήνη, ης το φέγγος θα διήρχετο διά τινος φεγγίτου, και θα ωδηγείτο να βαδίση ευχερέστερον. Πλην τούτου οι οφθαλμοί της, οίτινες έβλεπον καλώς, ήθελον συνειθίσει εις το σκότος, και θα υπηρέτουν αυτήν καλλίτερον. Αν τουναντίον, παρά πάσαν πιθανήν εικασίαν, εξήρχετο εκ του θαλάμου η Σιξτίνα, τότε η Βεάτη δεν ηδύνατο να φοβηθή το τεχνητόν σκότος, όπερ προεκάλει όπισθεν της νυκτοβάτιδος το ημιφαές δέλετρον, και η ανιχνεύτρια έμελλε να οδηγηθή διά της αντιλαμπής του φωτός πλειότερον ή η Σιξτίνα διά της ορθής αυτού λάμψεως.

Ταύτα διανοηθείσα η Βεάτη, απεφάσισε να παραμείνη. Εκάθισεν αναπαυτικώς επί της κόνεως της σεσωρευμένης όπισθεν της θύρας, και περιμένουσα μετ' άκρας υπομονής. Οφείλομεν προς τιμήν της να είπωμεν, ότι ουχί ο φόβος και το σκότος εκώλυσαν αυτήν να επανέλθη. Αν και είχε σβέσει εξ ανάγκης την δάδα, ην είχε φέρει, εν τούτοις ηδύνατο να καταβή και άνευ φωτός, και τούτο τη συνέφερε καλλίτερον. Αν είχεν ανάγκην φωτός, δεν ήθελε λησμονήσει να λάβη εκ του μαγειρείου μεθ' εαυτής πυρίτην λίθον και χάλυβα. Ουχί η επιλησμόνυση, αλλ' η ολιγωρία ήτο η αιτία της παραλείψεως ταύτης. Εν τοσούτω η αγαθή αύτη γυνή προυτίμησε να μείνη μάλλον ή ν' απέλθη, εκείνο δε όπερ έπεισεν αυτήν ν' αποφασίση τούτο, δεν ήτο ουδέν των προειρημένων αιτίων, αλλ' εκείνο όπερ προείπομεν, η πολυπραγμοσύνη υφ' ης κατείχετο. Και βεβαίως, αφού το αξιόλογον τούτο προτέρημα την έκαμνε ν' αναβή τρία ή τέσσαρα πατώματα εν καιρώ νυκτός, καθ' ον χρόνον αι άλλαι έψαλλον το &Χαίρε Μαρία&, δεν ηδύνατο άρα να την βιάση να μείνη δύο ή τρεις ώρας ενεδρεύουσα εις τον υψηλόν τούτον όροφον; Τι το κωλύον αυτήν;

Δεν περιέμενεν όμως πολύ. Εξαίφνης η θύρα του κελλίου ηνοίχθη. Η Βεάτη συνεμαζεύθη όπως καλλίτερον ηδύνατο παρά την γωνίαν της, αλλ' η αδελφή Σιξτίνα, ήτις εξήλθε βαστάζουσα το δέλετρον, δεν διηύθυνε το βλέμμα μακράν. Εστράφη ευθύς οπίσω, εισήγαγε την κλείδα εις το κλείθρον, αντήχησεν εκ νέου ο πένθιμος εκείνος τριγμός, έθηκε την κλείδα εις το θυλάκιόν της, και στραφείσα διηυθύνθη εις την κλίμακα.

Τότε η Βεάτη έμεινεν επί τινας στιγμάς αναποφάσιστος, διστάζουσα αν έπρεπε να την ακολουθήση ή να μείνη. Αλλ' όμως διελογίσθη ότι την κατόπτευσιν ην εξετέλεσεν απόψε ηδύνατο να την εκτελέση και την εσπέραν της αύριον, και μάλιστα μετ' ελπίδων μείζονος επιτυχίας. Όθεν ώρμησε κατόπιν της προπορευομέης Σιξτίνης.

Ότε αύτη είχε καταβή επτά βαθμίδας της κλίμακος, τότε και η Βεάτη εκινήθη. Αλλά περιέμεινε μέχρις ου η Σιξτίνα καταβή και την τελευταίαν βαθμίδα, και επειδή έμελλε τότε αύτη να στραφή επικάρσια όπως εύρη την θύραν, η Βεάτη ήθελεν ελλαμφθή υπό του φωτός του δελέτρου, όπως καταβή αφόβως την κλίμακα.

Τούτο και έπραξεν. Αλλά δυστυχώς καθ' ην στιγμήν η Βεάτη επάτει εις την δευτέραν εκ των άνω βαθμίδα, η σανίς έτριξε, και η αδελφή Σιξτίνα εκπλαγείσα εστράφη να ίδη.

Η Βεάτη παρεκάλει τον ουρανόν, ή εν ελλείψει αυτού την γην και τας υποχθονίους θεότητας, να τυφλώσωσι τα όμματα της Σιξτίνης, να αναπετάσωσι πυκνόν πέπλον προ των οφθαλμών αυτής, όπως μη δυνηθή να την ίδη. Ευτυχώς θαύμα συνέβη. Η Σιξτίνα εστράφη μεν, αλλ' ουδέν είδεν. Είτε διότι η ακτίς του οφθαλμού της δεν διηυθύνθη προσφυώς, είτε διότι η ακοή δεν ωδήγησεν αρκούντως την όρασιν, είτε διότι δεν έστρεψεν επαρκώς το δέλετρόν της, είτε τέλος διότι δεν αντελήφθη καλώς τον τριγμόν ον ήκουσεν ουδ' έδωκε πολλήν σημασίαν εις την αντίληψιν ταύτην, το βλέμμα της μόλις εστράφη και απεστράφη πάλιν, και εξηκολούθησε να βαδίζη διά του διαδρόμου. Η Βεάτη, ήτις είχε προσπαθήσει να ενωθή ει δυνατόν με τον μέλανα τοίχον, περιέμεινε στιγμάς τινας μέχρις ου απομακρυνθή, προτιμώσα να μείνη αυτή εις το σκότος ή να κινδυνεύση αύθις τον αυτόν κίνδυνον.

Η αδελφή Σιξτίνα προέβη. Η Βεάτη την ηκολούθησεν χωρις ν' ανησυχή πλέον.

Η Σιξτίνα προεπορεύετο, μηδαμώς υποπτεύουσα εις τι εχρησίμευεν η νυκτερινή αύτη περιοδεία της και ο φανός ον εκράτει. Αν είξευρεν ότι τα πάντα εγίνοντο όπως φωτίση τα βήματα της νυκτοπόλου Βεάτης, βεβαίως η Σιξτίνα ήθελε προτιμήσει να μείνη εις το πενιχρόν κελλίον της, να δαπανήση τα βήματα όσα έκαμεν εις τας γονυκλισίας, και να καύση το έλαιον προ της εικόνος της Αγίας Περπετούας μάλλον, ή προ των οφθαλμών της Βεάτης. Αλλά πάσαν την οσιότητα ην ήσκει, δεν είχε φθάσει ακόμη εις υψηλά μέτρα αρετής και δεν είχεν αποκτήσει το προορατικόν χάρισμα. Άλλως δε ο στέφανος αυτής προήρχετο εκ της υπακοής, διότι έπραττε τα πάντα όπως υπακούση εις την δέσποινάν της την ηγουμένην.

Η δυστυχής Βεάτη είχε και αυτή άλλην δέσποιναν, τοσούτω δεσποτικωτέραν όσω δεν είχε σάρκα και οστά, και εις αυτήν μόνην υπήκουεν. Ήτο δε αύτη η αδυναμία της, ήτις ώθει αυτήν να επιχειρή παραβόλους εκστρατείας, όπως ανακαλύψη πράγματα, περί ων ουσιωδώς δεν διεφέρετο. Αλλ' η πρώτη αποτυχία τη ενέπνευσεν ισχυρογνωμοσύνην και ωρκίσθη ν' ανακαλύψη το πράγμα ως τάχιστα.

Όλην την νύκτα η Βεάτη ωνειρεύετο ότι είχε παραβιάσει την θύραν του κλειστού θαλάμου, και συνδιελέγετο μετά της ξένης. Είνε αληθές ότι το όνειρόν της ήτο ατελές. Ωμίλει μεν μετ' αυτής, αλλά δεν την έβλεπε. Την πρωίαν, ότε αφυπνίσθη, δεν ανεπόλει τους χαρακτήρας του προσώπου της. Και αυταί δε αι λέξεις ας αντήλλαξε μετ' αυτής ήχουν μόνον ως βόμβος συγκεχυμένος εντός της κεφαλής της.

Όλην την επομένην ημέραν η αδελφή Βεάτη κατείχετο υπό νευρικής ανυπομονησίας. Περιέμενεν ανυπομόνως την νύκτα, όπως δυνηθή να εκτελέση το σχέδιόν της. Ήτο αφηρημένη όλην την ημέραν. Αι μοναχαί παρεπονούντο ότι το παρατεθέν αυταίς γεύμα ήτο άβραστον και ανάλατον. Η αδελφή Κλάρα, μία των φρονιμοτέρων καλογραιών, ελθούσα όπως τη μεταβιβάση παραγγελίαν τινά της ηγουμένης, ηναγκάσθη να επιστρέψη άπρακτος. Η Βεάτη δεν είχε την δύναμιν ν' ακούση, ουδέ να εννοήση τι.

— Λοιπόν τι να της είπω; ηρώτησεν η αδελφή Κλάρα.

— Ποίας; είπεν αλλόφρων η Βεάτη.

— Ποίας; Της ηγουμένης που μ' έστειλε.

— Ό,τι θέλεις, είπε μειδιώσα η Βεάτη.

— Πώς ό,τι θέλω;

— Πε της ότι δεν με ηύρες.

— Δεν σε ηύρα; Πώς γίνεται;

— Πώς δεν γίνεται; επανέλαβε φαιδρά η Βεάτη.

— Τότε θα μου πη, μην έφυγε το μαγειρείο από τον τόπον του;

— Ειμπορεί και να έφυγε, απήντησεν απροσέκτως η Βεάτη.

— Και τότε;

— Τότε;

— Η ηγουμένη θα μου πη πως ετρελλάθηκα.

— Ας σου πη.

— Και πως θέλω διάβασμα.

— Ας θέλης, είπεν η Βεάτη εξακολουθούσα να μειδιά προσηνώς.

— Αλλά τότε ο αββάς Βικέντιος Δεκρόττας….

— Ποίος Βικέντιος Δεκρόττας;

— Ο ιερεύς μας.

— Την ευχή του, είπεν η Βεάτη.

— Θα γυρεύη ν' ανοίξη την Σύνοψιν.

— Ας την ανοίξη.

— Και να με διαβάση.

— Ας σε διαβάση.

— Αλλά τούτο δεν θα με γλυτώση από την κατάραν της ηγουμένης, είπε μετά τρόμου η Κλάρα.

— Ποίας ηγουμένης; είπεν αλλοφρονούσα η Βεάτη.

— Ποίας ηγουμένης; Είσαι 'στά καλά σου;

— Στα καλά μου;

— Ναι. Είνε άλλη ηγουμένη;

— Άλλη ηγουμένη;

— Βέβαια.

— Δεν ξεύρω, είπεν αφελώς η Βεάτη.

— Δεν ξεύρεις; επανέλαβεν η Κλάρα.

— Βέβαια, απήντησεν η Βεάτη.

— Να ξεραθής, είπε ξηρώς η Κλάρα.

— Να μαραθής, απήντησε μεμαραμμένως η Βεάτη.

Και η αδελφή Κλάρα, αισθανθείσα ακατανίκητον αγανάκτησιν έκαμε το σημείον του Σταυρού, και εξήλθεν εκ του μαγειρείου χωρίς να στραφή να ίδη οπίσω της.

Ήτο ήδη περί εσπέραν. Η αδελφή Βεάτη ουδόλως ηνησύχησεν εκ του μικρού τούτου συμβάντος, αλλ' ελησμόνησεν ήδη αυτό πριν ή συμβή. Ότε ο αραχνώδης πέπλος του σκότους ήρχισε να καταπετάννυται περί τα ζοφερά τείχη του μοναστηρίου, και οι κώδωνες κατά το σύνηθες βραδέως κρουόμενοι αντήχησαν ανά το ύψος του κωδωνοστασίου καλούντες θορυβωδώς τας καλογραίας εις την επιλύχνιον προσευχήν, τότε η αδελφή Βεάτη έλαβε δύο κηρία, έθηκε το έν αυτών εις το θυλάκιόν της, ήναψε το έτερον και ανέβη ανά μίαν τας βαθμίδας της λιθίνης κλίμακος, της αγούοης από του μαγειρείου εις το πρώτον πάτωμα της μεσημβρινής πλευράς. Την φοράν ταύτην η Βεάτη ησθάνετο εν εαυτή διπλούν θάρρος ή την προλαβούσαν εσπέραν, είχε δε απόφασιν να εξαγάγη κέρδος τι, όπως ηδύνατο, εκ της δευτέρας ταύτης κατοπτεύσεως.

Αφού ανέβη και τας τεσσάρας κλίμακας, έστη επί στιγμήν όπως αναπνεύση, επλησίασεν εις την θύραν του κλειστού θαλάμου και ηκροάσθη. Ουδέ πνοή ηκούετο. Η Βεάτη ήθελε να βεβαιωθή μόνον, ότι η Σιξτίνα δεν ήτο εν επισκέψει παρά τη εγκλείστω. Είτα έκρουσε θαρραλέως την θύραν. Την φοράν ταύτην η Βεάτη υπήρξεν ευτυχεστέρα. Μετά την δευτέραν κρούσιν, στεναγμός ηκούσθη λίαν ευκρινώς. Η μοναχή εξέλαβε τούτο ως ευοίωνον σημείον και έκραξε·

— Κόρη μου! Είσαι μέσα;

— Ποίος είνε; ηρώτησεν ασθενής φωνή ένδοθεν του θαλάμου.

— Μία φίλη, απήντησεν η Βεάτη.

— Αχ, είπεν η έσωθεν φωνή.

— Διατί σ' έχουν εδώ; επανέλαβεν η Βεάτη.

— Δεν ειξεύρω.

— Ποίος σ' έφερεν;

— Άνθρωποι άγνωστοι.

— Πόθεν είσαι;

— Από τα περίχωρα.

— Και θα σε κρατήσουν πολύν καιρόν εδώ;

— Δεν ειξεύρω.

— Τι κακόν έπραξες διά να σε φυλακίσουν ούτω;

— Δεν ειξεύρω, αλλά…

— Αλλά; επανέλαβεν η Βεάτη.

— Έχω αμαρτίας, ως φαίνεται, είπεν η φωνή μετά στεναγμού.

— Και είσαι μόνη εδώ μέσα;

— Μόνη.

Η Βεάτη εσκέφθη επί μικρόν.

— Ποία είσαι; την ηρώτησε το αόριστον πρόσωπον.

— Είμαι καλογραία. Ησθάνθην συμπάθειαν, όταν έμαθα διά σε. Αν ειμπορούσα να σε σώσω…

— Αλλοίμονον, είπεν η φωνή.

— Μην απελπίζεσαι. Έχε θάρρος.

— Θάρρος…

— Και σ' έχουν κλεισμένην απ' έξω;

— Ναι.

— Είνε οι στροφείς στερεοί; Δοκίμασε την θύραν.

— Είνε πολύ βαρεία.

— Και αυτή η γυναίκα που έρχεται κάθε μέρα δεν σε περιποιείται;

— Ναι.

— Σοι φέρει τροφήν;

— Μοι φέρει.

— Και τι σοι λέγει;

— Δεν ειξεύρει και αυτή τίποτε.

— Μη την πιστεύης, είπε σχετλιαστικώς η Βεάτη. Είνε γεμάτη πονηρίαν.

— Αυτή!

— Ναι! Μη την εμπιστεύεσαι.

— Ω!…

— Αν ζητή να της ειπής τίποτε, μη της το λέγης.

 — Τι να της είπω; είπεν η φωνή, ήτις εφαίνετο όλως καταβεβλημένη
και ο διάλογος τη επροξένει κάματον.

 — Μη καταβάλλεσαι, είπεν η Βεάτη, εννοήσασα το αίσθημα της ξένης·
έχε θάρρος, σοι λέγω.

— Ναι, βέβαια.

— Εγώ θα πάρω τον τύπον του κλείθρου τώρα.

— Του κλείθρου;

— Ναι, θα κάμω αντικλείδι.

— Α! είπεν η φωνή και εφάνη ότι η λέξις αύτη τη επανέφερε ζοφεράν ανάμνησιν.

— Και θα την ανοίξω διά να σ' ελευθερώσω, είπεν η Βεάτη.

— Ω, Θεέ μου! είπε μετ' ελπίδος η άγνωστος.

— Δύο ή τρεις ημέρας υπομονήν.

— Αλλ' ειξεύρω αν θα μείνω εδώ;

— Πώς; Θα σε μεταφέρουν αλλού;

— Δεν ειξεύρω τίποτε.

— Αν σ' εβγάλουν ή ημέραν ή νύκτα, εγώ θα τρέξω κατόπιν.

— Ω, ευχαριστώ, είπεν η άγνωστος.

— Μη σε μέλη, είπεν η Βεάτη. Έλπιζε.

— Ελπίζω.

— Και κάθε βράδυ θα έρχωμαι να σ' επισκέπτωμαι, καθώς τώρα.

— Ω, ναι, παρακαλώ.

— Θα συνομιλώμεν χωρίς να βλεπώμεθα.

— Καλά.

— Έχεις φως μέσα;

— Έχω.

— Απομάκρυνε το σώμα σου, μη σκιάζης την οπήν του κλείθρου.

Ηκούσθη θρους τις εκ κινήματος, όπερ έκαμεν η άγνωστος.

— Καλώς, είπεν η Βεάτη.

Και προσεκόλλησε το όμμα της εις την οπήν του κλείθρου.

— Σκύψε με τρόπον, ώστε το πρόσωπόν σου να μη φράττη την οπήν. Στάσου δύο σπιθαμάς μακράν της θύρας. Αντίκρυσε το πρόσωπόν σου εις το κλείθρον.

Η άγνωστος εξετέλεσε τας οδηγίας ταύτας της Βεάτης. Αλλ' αύτη σχεδόν δεν διέκρινε την μορφήν της.

— Ο λύχνος σου είνε κινητός; ηρώτησεν η Βεάτη.

— Κινητός.

— Λάβε τον εις την χείρα και έλα να ιδώ το πρόσωπόν σου.

Η ξένη υπήκουσε και εις τούτο. Η Βεάτη προσήρμοσεν αύθις τον οφθαλμόν εις το κλείθρον και τότε κατώρθωσε να διακρίνη πρόσωπόν τι νεάνιδος ωχρόν και ισχνόν, περιβαλλόμενον υπό ατάκτου καστανής κόμης. Η Βεάτη ευηρεστήθη εκ της εξετάσεως ταύτης.

— Είσαι ωραία, είπε.

— Κ' εγώ δεν θα σε ίδω; είπεν η ξένη.

— Ιδέ με, αν ειμπορέσης, είπεν η Βεάτη πλησιάζουσα το ανημμένον κηρίον εις το πρόσωπον και τοποθετουμένη εις τρόπον ώστε ν' αντικρύση το βλέμμα της ξένης.

— Είσαι αγαθή, είπεν αύτη.

— Τώρα θα σε αφήσω, κόρη μου.

— Διατί; είπε παραπονετικώς η νέα.

— Δεν είνε καιρός να έλθη εκείνη η γυνή;

— Ναι, είπεν η ξένη.

— Θα λάβω μόνον τον τύπον του κλείθρου.

Και εξαγαγούσα εκ του θυλακίου της το κηρίον, όπερ είχε φέρει επίτηδες μεθ' εαυτής, απετύπωσε δι' αυτού το σχήμα του κλειδίου.

— Καλήν νύκτα, κόρη μου, είπεν αποσυρομένη.

 — Καλήν νύκτα, απήντησεν η νέα μη δυναμένη ν' αποσυρθή εκ της
θύρας, ης όπισθεν ίστατο.

Αλλά μακρυνθείσα δύο ή τρία βήματα η Βεάτη, επέστρεψεν αιφνιδίως πάλιν.

— Ελησμόνησα να σ' ερωτήσω πώς ονομάζεσαι, είπε.

— Αϊμά, απήντησεν η φωνή.

— Αϊμά; Αυτό είνε το όνομά σου;

— Αυτό.

— Ευχαριστώ.

Και η Βεάτη απεμακρύνθη.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ζ'.

Η Σιξτίνα.

Ότε η Βεάτη έφθασεν εις το κατώτερον πάτωμα, ήκουσεν όπισθέν της το βήμα της Σιξτίνης, ήτις ανέβαινε διά της κλίμακος με το σοβαρόν βήμα της, κρατούσα τη ετέρα των χειρών το περίφημον μονόφωτον δέλετρόν της. Ο τρόπος δε μεθ' ου, εβάδιζε και πάντα τα κινήματα αυτής ενέφαινον γυναίκα έχουσαν την συναίσθησιν της ιδίας αξιοπρεπείας και μηδ' υποπτεύουσαν ότι είνε δυνατόν να σφάλη ή να παρεκκλίνη κατά κεραίαν εκ των χρεών της.

Η αδελφή Σιξτίνα ήτο μία εκ των γυναικών εκείνων, αίτινες ομοιάζουσι καθ' όλα με την χελώνην, αν υποθέσωμεν ότι το κολόβιον δύναται προσφυώς να παραβληθή με το καυκίον, όπερ δεν είνε απίθανον. Όλην την ζωήν της είχε προσπαθήσει να μάθη την τέχνην του να κρύπτη τους λογισμούς της, όπως κρύπτει η χελώνη την κεφαλήν και τα κώλα. Οφείλομεν δε να ομολογήσωμεν ότι είχε κατορθώσει να τελειοποιηθή εις την τέχνην ταύτην, τόσας δε προόδους είχε κάμει εις το επάγγελμα τούτο, ώστε κατήντησε να μη δύναται πλέον, και αν ήθελε, να εκφράση, ή να επιδείξη αφελές αίσθημα ή αληθή ιδέαν. Αν ενεφανίζετο αίφνης υπερφυής τις δύναμις, ήτις να τη επιβάλη ως απαραίτητον χρέος το να φανή εφάπαξ ειλικρινής, η Σιξτίνα και αν επεθύμει, δεν ηδύνατο να κατορθώση τούτο. Το ψεύδος και η υπόκρισις είχον καταστή παρ' αυτή δευτέρα φύσις, θάττον δε ηδύνατό τις να αποσπάση απ' αυτής την ψυχήν ή την μακροχρόνιον ταύτην έξιν. Ήθελε προτιμήσει δε να μείνη επί ένα όλον αιώνα εις το Καθαρτήριον πυρ, ή να εκστομίση έστω και μίαν λέξιν μη προλελογισμένην ή υπηγορευμένην πρός τινα απόρρητον πάντοτε σκοπόν.

Η αδελφή Σιξτίνα επρωταγωνίστει εις την τέχνην του να λέγη άλλα αντ' άλλων. Ηρίστευεν εις την τέχνην του να σιγά. Το στόμα της ήτο τόσον ερμητικώς κεκλεισμένον, ώστε εφαίνετο ότι εγεννήθη κωφάλαλος. Εκ της μακράς και κατηναγκασμένης συσφίγξεως των οδόντων, είχον σχηματισθή περί τας άκρας των χειλέων της δύο ελικοειδείς ρυτίδες, ήσαν δε αύται, ούτως ειπείν, η σκιά των λέξεων, αίτινες διήρχοντο αλλά δεν εξεφωνούντο. Το στόμα διέπνεεν αντί να λαλή. Αι σκέψεις της εξητμίζοντο εις αορίστους φθόγγους και εις ανάρθρους ψιθυρισμούς, αλλ' ουδέποτε εξεφράζοντο. Ηδύνατό τις ανατέμνων τον εγκέφαλόν της να εύρη μόρια εννοιών, αλλ' ουχί ακεραίας εννοίας. Τόσον εκ της πολυχρονίου έξεως του να συστέλλη τας λέξεις είχε μεταβή κατ' αντανάκλασιν ο τοιούτος περιορισμός και μέχρι της σκέψεως, ώστε μη δυναμένη να ομιλή, δεν ηδύνατο πλέον μηδέ να σκέπτηται.

Η αδελφή Σιξτίνα είχεν ασκήσει την πρώτην δοκιμασίαν της έν τινι σεμιναρίω θηλειών ιδρυμένω παρά τον Τίβεριν, ονόματι «Άκουα Σιλέντσιι», περιφήμω επί μοναστική πειθαρχία κατ' εκείνον τον χρόνον. Η αρχή και το τέλος της δοκιμασίας εν τω ειρημένω μοναχικώ παιδαγωγείω συνίστατο εις το να υποχρεώσι τας δοκίμους να κρατώσιν επί πολλάς καθ' εκάστην ώρας εντός του στόματος σταγόνας τινάς ύδατος χωρίς να τας καταπίνωσιν, εξ ου και το όνομα του σεμιναρίου. Σκοπός δε του πειράματος τούτου ήτο να γυμνάσωσι τας τροφίμους εις την σιωπήν. Φρονώ ότι η μέθοδος αύτη δεν εστερείτο επιβολής, απήτει δε τοσαύτας σταγόνας ευφυίας όσας και ύδατος. Φαίνεται δε ότι, πλην του ότι ώξυνε την έξιν, επενήργει αντιδραστικώς επί του λάρυγγος η τοιαύτη άσκησις, ώστε εκ της συνεχούς παρουσίας της υπερμέτρου υγρότητος επέφερεν αντιπεπονθότως την ξηρότητα, και εντεύθεν μάλλον προήρχετο η έξις της σιγής. Άλλως δεν τολμώ να υποβάλω εις τους φυσιολόγους την τοιαύτην εξ απειρίας προερχομένην εικασίαν.

Όπως και αν έχη τούτο, η αδελφή Σιξτίνα είχεν επαρθή εις τοιούτον υπεράνθρωπον σημείον εις την τέχνην ταύτην της σιωπής, ώστε καθ' ην στιγμήν ανένηψε και ενεθυμήθη ότι ήτο ανθρωπόμορφον πλάσμα και ώφειλε να απαντά τουλάχιστον εις τας απευθυνομένας αυτή ερωτήσεις, τότε μόνον παρετήρησεν ότι ο λάρυγξ αυτής ετραύλιζεν, η γλώσσα είχε καταστή ψελλή, τα δε χείλη εστρεβλώθησαν. Την στρεβλότητα δε ταύτην των αισθητηρίων είχε παρακολουθήσει και η στρέβλωσις του πνεύματος, ώστε κατ' αρχάς μόνον κολοβάς φράσεις κατώρθου να προφέρη, εδέησε δε να παρέλθη πολύς χρόνος μέχρις ου μάθη ν' απαγγέλλη αύθις περιόδους, και τότε εψεύδετο πλέον άνευ συνειδήσεως. Είχε καταστή αυτόματον, και αι απαιτήσεις της νέας αυτής θέσεως, επιβάλλουσαι αυτή την τυφλήν υπακοήν, την ηνάγκαζον να ψεύδηται κατά κόρον διά λογαριασμόν άλλων.

Επί τοσούτον δε προέβη το αξιόλογον τούτο προτέρημα, ώστε θαύμα θα ήτο αν η αδελφή Σιξτίνα κατώρθου ποτέ να είπη μίαν λέξιν αληθή, από αμνημονεύτων δε χρόνων δεν ηξιώθη να διαπράξη το σφάλμα τούτο. Εν τούτοις έμελλε να παρουσιασθή περίστασις, καθ' ην ήθελον ανατραπή πάσαι αι μεθοδείαι και αι τέχναι αύται, και η αδελφή Σιξτίνα έμελλε να χάση και αυτή την πυξίδα της.

Ότε εξήλθε τελεία εκ του σεμιναρίου του «Ύδατος της σιωπής», η αδελφή Σιξτίνα είχεν ακολουθήσει απόσπασμά τι του τάγματός της εις την Ανατολήν, των ιπποτών του Αγίου Ιωάννου. Μετ' αυτών είχε μεταβή εις την νήσον Ρόδον, την κτήσιν ταύτην των ειρημένων ιπποτών. Ταύτα συνέβησαν προ δέκα ετών και επέκεινα. Η Σιξτίνα είχε διατρίψει επί τινα έτη εν Ρόδω. Σήμερον δε, ότε διέμενεν εν τη Μονή της Αγίας Περπετούας, έτυχεν αφορμής ν' αναμνησθή γεγονότα τινά από μακρού χρόνου τεθαμμένα εν τη διανοία αυτής. Τα γεγονότα ταύτα δεν επίστευεν η Σιξτίνα ότι έμελλόν ποτε ν' αναζήσωσιν εν τη μνήμη της, και διά τούτο εξεπλάγη ότε ησθάνθη εν εαυτή νυγμόν τινα, ως ωδίνας εγκυμοσύνης, τας μόνας ας ποτε υπέστη. Η αφορμή δε της αναμνήσεως ταύτης εδόθη εκ της παρουσίας ξένου τινός προσώπου εις το μοναστήριον. Οι χαρακτήρες του προσώπου τούτου, ους επιμελώς ηδυνήθη να παρατηρήση, ενεποίησαν αυτή παράδοξον εντύπωσιν. Προ δέκα ετών είχε γνωρίσει νεαρώτατόν τι πρόσωπον, παιδίον ως όλα τα παιδία, το οποίον με τους χαρακτήρας μεταβεβλημένους εκ της ηλικίας, ενεφανίζετο σήμερον εις τους οφθαλμούς αυτής. Δυνατόν να ηπατάτο η Σιξτίνα, αλλά πιθανόν να έβλεπεν ορθώς. Η στομακάκη ης την βάσανον είχεν υποστή κατά την νεαράν αυτής ηλικίαν, δεν ηδύνατο να παραβλάψη και την όρασιν αυτής, αι αισθήσεις της δε ωξύνθησαν τοσούτω μάλλον, όσω τα φωνητήρια όργανα είχον αμβλυνθή. Η Σιξτίνα ησθάνθη κατ' αρχάς ασθενή παλμόν υποσείοντα το στήθος της, ότε είδε το πρόσωπον τούτο. Τη επαύριον ο παλμός μετεβλήθη εις σκίρτημα. Όσον μάλλον εθεώρει την μορφήν ταύτην, τόσον μάλλον επείθετο περί της ομοιότητος, και περί της πιθανής ταυτότητος του προσώπου. Την τρίτην ημέραν η Σιξτίνα ήλθεν εις πειρασμόν να εκστομίση προς το εν λόγω πρόσωπον τα αισθήματα υφ' ων κατείχετο. Αλλ' οίμοι! Η μακροχρόνιος έξις του να ψεύδηται, είτε διά του λόγου είτε διά της σιγής, καθότι και η σιγή ήτο είδος σιωπηλού ψεύδους, δεν τη επέτρεπε να έλθη εις τοιαύτην διάχυσιν. Πριν ή πέση εις το ολίσθημα τούτο, ώφειλε κατά τους κανόνας να εξομολογηθή εις την ηγουμένην ή εις τον αββάν Βικέντιον. Αλλά τούτο θα ισοδυνάμει προς άρνησιν της επιθυμίας της, και προς παντελή αποχήν.

Τέλος αφού επί πέντε ημέρας η αδελφή Σιξτίνα διήλθεν όλους τους σταθμούς της αμαρτίας, από της &προσβολής& και του &συνδυασμού& μέχρι της &συγκαταθέσεως& και της &πάλης&, έμελλε πιθανώς να φθάση εις το πέμπτον και τελευταίον στάδιον, εις το &πάθος&. Την εσπέραν καθ' ην επέστρεφεν η Βεάτη εκ της συνδιαλέξεως, ην είχε συνάψει διά της οπής του κλείθρου προς την έγκλειστον, η Σιξτίνα ανέβαινε μετά την κατάβασιν αυτής, απόφασιν έχουσα να μη οπισθοδρομήση, αλλά να παραβή εφάπαξ τους κανόνας της και να ικανοποιήση τέλος την εύλογον περιέργειαν ην ησθάνετο από τοσούτων ημερών. Προς ανάπαυσιν δε της συνειδήσεώς της εφαντάζετο ότι ίσως η θεία Πρόνοια εκάλει αυτήν να εκτελέση αγαθήν τινα πράξιν, και διά τούτο ησθάνετο τον ασυνήθη τούτον γαργαλισμόν μεταξύ της γλώσσης και του λάρυγγος.

Η Σιξτίνα κύπτουσα όλη υπό την ροπήν της απηγορευμένης ταύτης παραβάσεως των κανόνων ανέβαινεν ανά δύο, όσον ηδύνατο να εκταθώσι τα σκέλη της, τας λιθίνας βαθμίδας της κλίμακος. Φθάσασα εις το υπερώον, ήνοιξε την θύραν, και εύρε την ξένην ορθίαν εισέτι, και διατελούσαν προφανώς υπό την εντύπωσιν της συνδιαλέξεως αυτής μετά της Βεάτης. Αλλ' η Σιξτίνα ουδεμίαν είχεν αφορμήν να παρατηρήση τούτο.

— Ε, πώς πέρασες, κόρη μου; την ηρώτησεν η Σιξτίνα.

 — Καλά, μητέρα μου, απήντησεν η Αϊμά, αναμιμνησκομένη την
σύστασιν της Βεάτης, όπως μη εμπιστεύηται εις την Σιξτίναν.

 — Σου έφερα φαγί, είπεν η Σιξτίνα, αποθέτουσα επί της τραπέζης
πινάκιον.

— Ευχαριστώ, είπεν η Αϊμά.

— Η ηγουμένη επιτρέπει να τρώγης λάδι, είπεν η Σιξτίνα.

— Δεν με μέλει δι' αυτό, απήντησεν η Αϊμά.

— Τούτο το εκάμεν επειδή ήσουν αδύνατη. Άλλως πως οι κανόνες του μοναστηρίου δεν το επιτρέπουν, επειδή είνε σαρακοστή.

Η Αϊμά εσίγα.

— Φάγε, κόρη μου, είπεν η Σιξτίνα.

— Δεν πεινώ.

— Περιμένεις να φύγω, είπεν η Σιξτίνα.

Η Αϊμά την παρετήρει έκπληκτος. Ήτο η πρώτη φορά καθ' ην έλεγε τοσούτους λόγους η μοναχή.

— Μήπως σ' ενοχλώ; επανέλαβεν αύτη.

— Όχι, μήτερ μου.

— Διατί δεν γευματίζεις;

— Δεν έχω όρεξιν, είπεν η Αϊμά απορούσα διά την φιλοφροσύνην ταύτην, και δυσπιτούσα έτι μάλλον, επί τη αναμνήσει των νουθεσιών της Βεάτης.

Η Σιξτίνα έμεινεν επί τινας στιγμάς σιωπηλή και ήτο σύννους. Τέλος είπεν·

— Η ηγουμένη επιθυμούσε να εξαγορευθής, αν ήθελες.

— Να εξαγορευθώ;

— Ναι, βέβαια.

— Και τι θα πη αυτό; ηρώτησεν αμαθώς η Αϊμά.

— Δεν ειξεύρεις;