— Δεν ειξεύρω, είπεν η νέα.
— Η εξαγόρευσις είνε μυστήριον της αγίας καθολικής Εκκλησίας μας, είπε δογματικώς η Σιξτίνα, και είνε ανάγκη ο κάθε χριστιανός να εξομολογήται τακτικά. Άλλως, θα υπάγης εις την κόλασιν.
— Πού;
— Εις την κόλασιν, επανέλαβεν η Σιξτίνα.
— Και πού είνε αυτή η κόλασις; ηρώτησεν η Αϊμά.
— Η κόλασις είνε εις τα καταχθόνια του Άδου, είπε μετά πεποιθήσεως η Σιξτίνα.
Η Αϊμά εσιώπα.
Εν τούτοις ενόησεν η Σιξτίνα ότι είχεν εκλέξει κακήν μέθοδον. Ο σκοπός αυτής κατ' αρχάς ήτο να πείση την νέαν ότι οφείλει να εξομολογηθή, και να εκτελέση αυτή χρέη πνευματικού. Αλλ' ησθάνθη διττήν τύψιν συνειδήσεως, ένθεν μεν επί τη φυσική απάτη, ένθεν δε επί τη παραβάσει των ηθικών παραγγελμάτων. Όθεν έστη ενταύθα και μετέβαλε τακτικήν. Εσκέφθη ότι το καλλίτερον ήτο να έλθη αποτόμως εις το προκείμενον, και να υποβοηθήση την μνήμην της νέας, αν ήτο δυνατόν να ενθυμηθή τι αύτη, ει δ' άλλως να πεισθή αυτή ότι ηπατάτο. Αλλά δεν εφαντάζετο ότι έμελλεν από ανακριτρίας να περιέλθη εις την θέσιν της εξεταζομένης. Αιφνιδίως λοιπόν λέγει προς την Αϊμάν·
— Ενθυμείσαι, κόρη μου, αν έζησες ποτε εις την Ρόδον;
— Εις την Ρόδον; επανέλαβεν ενδοιάζουσα η Αϊμά.
— Εις την νήσον Ρόδον, επέμεινεν η Σιξτίνα. Είνε ωραία νήσος.
— Όχι, δε έζησα εκεί, είπεν η Αϊμά.
— Για θυμήσου καλά, είπεν ισχυρογνωμόνως η Σιξτίνα.
— Δεν θυμούμαι τίποτε.
— Ήσουν πολύ μικρή τότε.
— Δεν θυμούμαι.
— Και όμως, είπε βιάζουσα την γλώσσαν η Σιξτίνα, διότι ησθάνετο δυσκολίαν όπως κινή αυτήν, αν και ήσουν μικρή, έπρεπε να θυμάσαι.
— Διατί;
— Διότι έκαμες εις τα χέρια μου.
— Πώς;
— Έζησες καμπόσους μήνας σιμά μου.
— Εγώ;
— Ναι.
— Πότε;
— Εις εκείνον τον καιρόν.
— Πού;
— Σοι το είπα, εις την Ρόδον.
Η νεάνις εκίνησε τους ώμους.
— Βίασε το μνημονικόν σου να ενθυμηθής, είπεν η Σιξτίνα. Δεν ενθυμείσαι την Ρόδον;
— Σας είπα όχι.
— Δεν ενθυμείσαι τέλος πάντων τίποτε εκ της παιδικής σου ηλικίας;
Η νέα έκαμεν αμφίβολον κίνημα.
— Προτού να έλθης εις τον Μωρέαν, πού ήσουν;
— Δεν ειξεύρω.
— Δεν έζης έως τώρα με τους Γύφτους, καθώς έμαθα;
— Ναι.
— Και είνε αυτοί οι γονείς σου;
— Ποιος ξεύρει;
— Μέσα σου τι πιστεύεις; ότι είσαι θυγάτηρ των;
Η κόρη έκαμε μορφασμόν.
— Ειμπορεί να είμαι, είπεν.
— Ειμπορεί. Αλλά δεν έχεις βεβαιότητα, καθώς φαίνεται.
— Δεν έχω, είπεν η Αϊμά.
— Τότε, εις την κεφαλήν σου δεν κατέβη ποτέ καμμία ιδέα; δεν σ' εφώτισεν η φαντασία σου;
— Εις τι πράγμα;
— Ότι αυτοί δεν είνε γονείς σου.
— Τι ωφελεί αυτό; Αφού δεν γνωρίζω ποίοι είνε.
— Ειμπορείς να τους μάθης.
— Αλήθεια; είπεν η Αϊμά, και οι οφθαλμοί της ήστραψαν.
— Όλα γίνονται.
— Πώς; ειξεύρεις λοιπόν να μ' ειπής; έκραξεν η Αϊμά.
— Ειμπορεί και να ειξεύρω, είπε πανούργως η Σιξτίνα. Αλλά πρέπει
να έχης υπομονήν.
— Ω, είπεν η Αϊμά μετ' ατονίας, και τούτο εσήμαινεν: Αλλ' έχω
παραπολλήν. Έως τώρα τίποτε άλλο δεν είχα.
— Δεν σου λέγω με βεβαιότητα τίποτε, κόρη μου, είπε θωπευτικώς η
Σιξτίνα. Εν τούτοις, αν με βοηθήσης…
— Τι να σε βοηθήσω; είπεν αφελώς η Αϊμά.
— Αλλά συ, φαίνεται, δεν ενθυμείσαι τίποτε. Αλλ' είνε δυνατόν να μην ενθυμήσαι αληθώς;
— Τι θέλεις να ενθυμούμαι;
— Την παιδικήν σου ηλικίαν.
— Εγώ τω όντι δεν ενθυμούμαι, είπεν η Αϊμά. Το μόνον, οπού…
— Λέγε, είπεν η Σιξτίνα, ιδούσα την νέαν διστάζουσαν.
— Το μόνον οπού ενθυμούμαι είνε, ότι δεν πρέπει να είμαι παιδί των.
— Ποίων; Των Γύφτων;
— Ναι.
— Και πού στηρίζεσαι, διά να συμπεραίνης τούτο;
— Αλλά…, είπεν ενδοιάζουσα η Αϊμά, δεν ενθυμούμαι κ' εγώ ουδέ το πιστεύω με βεβαιότητα. Ως όνειρον έρχεται εις την ενθύμησίν μου, ότι μίαν ημέραν ήμουν εις τον δρόμον, και δεν είχα ούτε πατέρα, ούτε μητέρα. Την άλλην ημέραν ευρέθην έξαφνα εις την καλύβην των ανθρώπων αυτών.
— Ιδού οπού ενθυμείσαι. Και τι άλλο ακόμη;
— Και… ενθυμούμαι και ένα πέλαγο οπού αρμένισα, προτού να
ευρεθώ εκεί.
— Να, οπού δεν ήσουν πάντοτε εις αυτήν την χώραν. Διά να
αρμενίσης πέλαγο, θα πη ότι ήλθες απ' αλλού …
— Βέβαια, είπεν η Αϊμά μειδιάσασα. Απ' αλλού θα ήλθα.
— Και αφού απ' αλλού ήλθες, θα ήλθες από την Ρόδον.
— Πώς το ειξεύρεις αυτό; παρετήρησεν η Αϊμά. Ειμπορεί να ήλθα από
άλλο μέρος και όχι από την Ρόδον.
— Σωστά, γίνεται και τούτο, είπεν η Σιξτίνα. Αλλ' όμως, αφού εγώ
σ' ενθυμούμαι από την Ρόδον.
— Λοιπόν ειπέτε μοι τούτο, είπεν ικετευτικώς η Αϊμά. Αφού μ'
εγνωρίσατε, διηγηθήτέ μοι· ίσως ενθυμηθώ κεγώ.
— Μη βιάζεσαι, απήντησεν η Σιξτίνα. Ειπέ μοι ακόμη, δεν
ενθυμείσαι τίποτε πλειότερον, απ' αυτά που μοι είπες;
— Τι άλλο;
— Προτού να σε πάρουν οι Γύφτοι ψυχοκόρην.
Και η Σιξτίνα διεκόπη, περιμένουσα ίνα συμπληρώση η Αϊμά την φράσιν. Αλλ' αύτη εσίγα.
Η Σιξτίνα επανέλαβε·
— Και προτού ν' αρμενίσης το μεγάλο πέλαγο, που ήλθες από την
Ρόδον…
Και πάλιν η Σιξτίνα επέσχε τον λόγον. Αλλ' η Αϊμά ήκουε μόνον.
— Προτού να συμβούν όλα αυτά, δεν ενθυμείσαι άλλο τίποτε;
Η Σιξτίνα επέμενεν, ως να είξευρε τους λόγους, δι' ους η Αϊμά εδίσταζεν. Αλλ' αν είχε καταμετρήσει το βάθος του δισταγμού της κόρης, δεν θα ετόλμα, όσον και αν ήτο σκληρόκαρδος, να κινήση την νευράν ταύτην. Η ισχυρογνώμων επιμονή της μοναχής προεκάλει ακριβώς εν τη καρδία της νέας ανάμνησιν, ης η εξέγερσις έκαμνεν αυτήν να φρίττη. Εις τα ενδόμυχα της ψυχής ταύτης υπήρχε τι ως βάραθρον βαθύ ορωρυγμένον, ζοφερόν, ερεβώδες, απαίσιον, αλλ' εσφραγισμένον διά της σφραγίδος του χρόνου. Όστις παρεκινδύνευε να αποσπάση αποτόμως το επίπωμα τούτο, ώφειλε να ιλιγγιά προς το βάθος της αβύσσου, εξετέλει δ' εξ ανάγκης έργον βάρβαρον.
Η Αϊμά επίεσε με την χείρα το στήθος, εδίστασεν επί μακρόν, και είπεν
— Ενθυμούμαι… και κάτι άλλο … αλλ' είνε όνειρον.
— Όνειρον; επανέλαβεν η Σιξτίνα.
— Πολύ κακόν, πολύ φρικτόν όνειρον, είπεν επιμόνως η νέα.
— Και δεν θέλεις να το είπης;
— Ω, δεν ειμπορώ. Δεν ειμπορώ ουδέ να το ενθυμηθώ.
— Δοκίμασε, κόρη μου.
— Είνε ανάγκη; είπεν η Αϊμά φρικιώσα.
— Είνε ανάγκη. Χωρίς να ειξεύρω όσα ενθυμείσαι εκ του βίου σου, δεν ειμπορώ να σε βοηθήσω εις τίποτε.
— Ω, Θεέ μου, Θεέ μου!
— Διατί φοβείσαι τόσον; Μήπως τα παρελθόντα επανέρχονται;
— Ω, επανέρχονται είπεν η Αϊμά. Τω όντι, αυτός, αυτός είνε.
— Ποίος αυτός; ηρώτησεν η Σιξτίνα, διεγερθείσης της περιεργείας της εκ της τελευταίας φράσεως.
— Τίποτε, είπεν η Αϊμά, μεταμεληθείσα. Τίποτε.
— Αλλ' ομιλείς μυστηριωδώς, τέκνον μου. Δεν εννοώ.
— Ω, όχι.
— Θα μοι είπης λοιπόν;
— Ω, ποτέ! ποτέ! είπεν η Αϊμά μετά φρίκης.
Η κατατρύχουσα την νεανίδα ανάμνησις απετέλει δι' αυτήν συναίσθημα όλως αυτόματον και νευρικόν. Ο τρόμος αυτής προήρχετο εκ της σφοδροτάτης και σπαρακτικής εκείνης εντυπώσεως, ήτις εκφράζεται παρ' ημίν διά της φράσεως: &επήρε φρίξι!& Υπό την εντύπωσιν ταύτην, η κόρη ήσπαιρε κατά γράμμα ως ιχθύς. Και όμως είχον παρέλθει μακρά έτη, και η εντύπωσις αυτής εσώζετο εισέτι, και διηγείρετο εκάστοτε ακμαία εις πάσαν πρόκλησιν. Εντεύθεν εξηγείται ο τρόμος αυτής ενώπιον της δεσποτικής απαιτήσεως της Σιξτίνης.
Αύτη πάλιν βλέπουσα τον ακατανόητον τούτον φόβον της νέας ησθάνετο την περιέργειάν της ερεθιζομένην. Εν τούτοις φοβηθείσα μη απολέση τα πάντα, ενόησεν ορμεμφύτως ότι ώφειλε να υποχωρήση προς καιρόν. Αλλ' η Αϊμά κατείχετο και αυτή υπό υψίστου διαφέροντος. Ήλπιζε ν' ακούση τι παρά της Σιξτίνης περί της τύχης της. Επάλαιε δε μεταξύ διττών αισθημάτων. Η Σιξτίνα τη είπεν·
— Ας αναβάλωμεν, κόρη μου, αφού δυσκολεύεσαι να το είπης.
— Όχι, είπεν η Αϊμά, υπερνικώσα την φρίκην αυτής· θα μοι είπετε διά τους γονείς μου;
— Θα σοι είπω όσα ειξεύρω διά σε, απήντησεν η μοναχή.
— Διά τους γονείς μου; επανέλαβεν η Αϊμά.
— Και διά τους γονείς σου, αν ειξεύρω.
— Λοιπόν ακούσατε, μήτερ μου, είπεν η νέα, και συνέσφιγγε πάντοτε
την καρδίαν της με την αριστεράν χείρα.
Όταν ήμουν μικρή, ενθυμούμαι οπού μ' έφερεν εις την αγκάλην του ένας άνθρωπος . ..
— Και τι άνθρωπος ήτον αυτός; ηρώτησεν η μοναχή.
— Αυτόν μοι φαίνεται ότι τον ανεγνώρισα αυτάς τας ημέρας, αλλά δεν ειξεύρω. Αργότερα σας λέγω τούτο.
— Εξακολούθει, κόρη μου.
— Πόσον καιρόν μ' έφερεν εις την αγκάλην του, δεν ειξεύρω, αλλά με ηγάπα και μ' επροστάτευεν.
— Έπειτα;
— Ενθυμούμαι οπού επεριπάτει πάντοτε την νύκτα εις τα δάση· την ημέραν εφοβείτο να παρουσιασθή εις τας πόλεις, διότι τον κατεδίωκον, ως φαίνεται.
— Τίνες;
— Οι εχθροί του. Δεν ειξεύρω ποίοι ήσαν. Την ημέραν ανεπαυόμεθα εις παράμερα μέρη· την νύκτα μ' εσήκωνε εις τους βραχίονάς του και εβαδίζομεν μεγάλα διαστήματα.
— Και ποίος ήτον ο σκοπός του;
— Δεν ειξεύρω εγώ. Μόνον ειξεύρω ότι εύρισκε πάντοτε καλήν τροφήν δι' εμέ, και όταν εκοιμώμην μ' εσκέπαζε με τον επενδύτην του. Υποκάτω εις πυκνά φυλλώματα, μέσα εις τους θάμνους, όπου εκοιμώμεθα, μου ετοίμαζε πάντοτε την καλλιτέραν θέσιν διά κλίνην, και ενώ εκοιμώμην, πολλαίς φοραίς μοι εφαίνετο ότι έβλεπα την σκιάν του να με φυλάττη ορθία εις το πλάγι μου. Διότι αυτός είχε λογισμούς και αγρυπνούσε πάντοτε.
— Και διατί σε αγαπούσε τόσον; Μήπως ήτο συγγενής σου;
— Δεν ειξεύρω. Με ωνόμαζε παιδί του, τον ωνόμαζα πατέρα μου. Και όμως…
Η Αϊμά διεκόπη.
— Τι έχεις πάλιν; είπεν η μοναχή.
— Τίποτε, είπεν αναλαμβάνουσα η Αϊμά. Κόμβος γίνεται εις τα στήθη μου.
— Κόμβος; Διατί;
— Όταν έλθω διά να είπω αυτό, αρχίζω να τρέμω όλη.
— Θάρρος, τέκνον…
Η Αϊμά εδίστασεν επί μικρόν, και είπε·
— Και όμως, ενώ με αγαπούσε τόσον, μ' έρριψεν εις τον κρημνόν διά να με φονεύση.
— Εκείνος;
— Εκείνος ο ίδιος, είπε τρέμουσα η Αϊμά και συσπώσα τους βραχίονας. Τα χείλη της δε είχον καταστή ωχρά. Οι οφθαλμοί της είχον στυλωθή εις αόρατόν τι φάσμα, ιστάμενον ενώπιόν της.
— Σ' έρριψε λοιπόν από τον κρημνόν; επανέλαβεν η Σιξτίνα.
— Μ' έρριψε διά να με φονεύση. Αλλ' έπεσα εις τον ποταμόν, και πάγωσα. Ω Θεέ μου! ακόμη είμαι παγωμένη, είπε ψυλαφώσα το σώμα με τας χείρας αυτής.
— Δεν γίνεται να είσαι παγωμένη, είπε μειδιώσα η Σιξτίνα. Εδώ κάμνει ζέστην, και ο χειμώνας μας πέρασεν. Έτσι σου φαίνεται.
— Ω Θεέ μου!
— Και έπεσες εις το νερόν;
— Ναι.
— Ήτο βαθύ;
— Πρέπει να ήτο πολύ βαθύ.
— Και πώς δεν επνίγης;
— Αυτό δεν ειμπορώ ακόμη να εννοήσω, είπεν η Αϊμά. Τι έγεινε δεν ειξεύρω. Αλλά φαίνεται ότι έμεινα πολύν καιρόν αναίσθητη. Εις αυτό το διάστημα μου εφαίνετο ως να ήμουν νεκρά, προσέθηκε παραλογιζομένη.
— Αλλ' αφού ήσουν αναίσθητη, πώς γίνεται να είχες αυτήν την ιδέαν; παρετήρησεν η Σιξτίνα· και αν ήσουν νεκρά, πώς θα το είξευρες;
— Έχεις δίκαιον, είπεν η Αϊμά. Δεν είξευρα πού ευρισκόμουν, ήμουν
εις ένα χαμένον κόσμον.
— Και όταν ήλθες εις τον εαυτόν σου, πού ευρέθης; ηρώτησεν η
μοναχή.
— Όταν άνοιξα τα όμματά μου, μου εφάνη ότι ήμουν επάνω εις μίαν κλίνην ζεστήν, και φωτία αναμμένη έκαιε πλησίον μου. Ένας αγνώριστος άνθρωπος έστεκεν επάνωθέν μου και μ' εκύτταζε με συμπάθειαν.
— Και έπειτα;
— Έπειτα δεν ενθυμούμαι πλέον. Εδώ σταματά η μνήμη μου. Ως φαίνεται έπεσα εις αρρώστιαν, η οποία διήρκεσε πολύν καιρόν.
— Είνε αληθές, είπεν η Σιξτίνα.
— Ειξεύρεις λοιπόν;
— Έκαμα την νοσοκόμον διά σε, κόρη μου, είπε μετ' ειλικρινούς συμπαθείας η Σιξτίνα.
— Λοιπόν είνε η σειρά σας να μου διηγηθήτε, μήτερ μου.
— Θα σοι διηγηθώ όσα ειξεύρω, απήντησεν η Σιξτίνα. Αλλά ποίους λόγους να είχεν ο άνθρωπος εκείνος διά να θελήση τον θάνατόν σου;
— Αυτό δεν ειξεύρω, είπεν η Αϊμά.
— Και όμως ήθελα να το μάθωμεν.
— Ποίος το ειξεύρει; είπε μετ' αμφιβολίας η Αϊμά.
— Θα υπάρχουν άνθρωποι να το ειξεύρουν, πιστεύω.
— Και πού να τους εύρωμεν;
— Αυτό πρέπει να το φροντίσωμεν χωρίς άλλο. Πιστεύεις ότι αισθάνομαι συμπάθειαν διά σε;
— Ευχαριστώ, μήτερ μου.
— Και επιθυμώ να μάθω ποία είσαι, προσέθηκεν η Σιξτίνα μη ευρίσκουσα άλλην ερμηνείαν της λέξεως συμπάθεια.
— Κ' εγώ επιθυμώ το ίδιον, είπεν η Αϊμά.
— Άκουσε λοιπόν.
Η Αϊμά ετοποθετήθη καλλίτερον επί του σκίμποδος εφ' ου εκάθητο, και ητοιμάσθη ν' ακούση απλήστως τας τοσούτον πομπωδώς προαγγελλομένας αποκαλύψεις της αδελφής Σιξτίνης.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Η'.
Ιππόται και πειραταί.
Η Σιξτίνα ήρχισεν ως εξής·
— Προ δέκα ετών ήμην εν Ρόδω περιποιουμένη τους ασθενείς και τους πληγωμένους. Οι ιππόται μας επολέμουν τότε προς τους πειρατάς, και πάσαν εβδομάδα μας έστελλον ανά μίαν καραβιάν πληγωμένων, εδικών μας ή αιχμαλώτων. Οι τελευταίοι ούτοι ήσαν άνθρωποι χωρίς ώτα, χωρίς ρίνας, και χωρίς όμματα πολλάκις. Δεν δύναμαι να πιστεύσω, ότι φύσει εστερούντο τοιούτων. Ως φαίνεται, τα βέλη των ιπποτών μας ήσαν επιτηδειότατα και μετέβαινον ακριβώς εκείσε, όπου η χειρ τα διεύθυνε.
Δύσκολον ήτο να δώσω ρίνας, ώτα και οφθαλμούς εις όσους δεν είχον. Αλλ' όσοι είχον μόνον πληγάς ανοικτάς, εξ ων έρρεε το αίμα, χωρίς να τους λείπη κανέν μέλος του σώματος, τούτους, ομολογώ, τους επεριποιούμην θαυμάσια. Καμμία νοσοκόμος δεν έκαμνε καλλίτερον εμού το ξαντόν, καμμία δεν επέδενε δεξιώτερον τα τραύματα.
Εγώ ήμην υπό τας διαταγάς του ανδρείου Ρολάνδου Μαλλεόρβη ενός των αρχηγών, όστις πολύ μ' ευνόει. Ο άνθρωπος ούτος είχε πολλά σχέδια. Δυστυχώς δεν επέζησεν, όπως τα εκτελέση. Αλλά και ούτω πρέπει να απέθανεν ευχαριστημένος, διότι αφήκε διαδόχους αξίους αυτού. Τις είδε ποτε τα σχέδιά του εκτελούμενα εις τον κόσμον τούτον; Ο Μωυσής αυτός δεν ηξιώθη να ίδη την γην της επαγγελίας. Ο θάνατος επέρχεται ή πολύ γρήγορα ή πολύ αργά. Ή κλείει τις τα όμματα προτού να ίδη τον σκοπόν του κατωρθωμένον, ή απέρχεται εις τας αιωνίους μονάς αφού τον ίδη ναυαγήσαντα, ή επιτυχόντα προς στιγμήν και καταστραφέντα διά πάντοτε, όπερ είνε το αυτό και κάτι χειρότερον. Διά τούτο ο Σολομών λέγει, ότι αυτός μακαρίζει τους αποθαμένους πλειότερον παρά τους ζωντανούς. Και εγώ το ίδιον λέγω. Αλλά συ δεν τα ειξεύρεις αυτά, κόρη μου. Στοιχηματίζω ότι αγνοείς και αν υπήρξε ποτε Σολομών. Τόσον καλλίτερον αγνόει, κόρη μου, αγνόει, επέφερε με αλλόκοτον μειδίαμα η μοναχή. Όσον πλειότερον αγνοείς, τόσον ευτυχεστέρα είσαι. Τι εκέρδησαν οι φιλόσοφοι και οι αστρολόγοι, οίτινες είξευρον τα πάντα; Το αυτό χώμα θα σκεπάση τους σοφούς και τους αμαθείς, η αυτή φωτία θα καύση τους πλουσίους και τους πτωχούς, τους ισχυρούς και τους αδυνάτους. Διότι παραπολύ λησμονούμεν, τέκνον μου, το πυρ της αιωνίου κολάσεως, ενόσω ζώμεν εις τον πρόσκαιρον κόσμον. Έπρεπε δε πάντοτε να το ενθυμώμεθα, διότι η κόλασις μας έδωκε προς ανάμνησίν της το πυρ των παθών, όπερ είνε μικρόν μέρος του αιωνίου πυρός της γεέννης· το πυρ τούτο μας καίει το σώμα και την ψυχήν κατά την νεότητα ημών, και ουδεμία δρόσος δύναται να το σβέση ειμή η της προσευχής και της εγκρατείας. Αλλά πολύ εμάκρυνα, κόρη μου. Τι έλεγον; Προ πολλού χρόνου δεν είχον ειπεί τας σκέψεις μου. Επειδή είσαι νέα, έχεις ανάγκην συμβουλών. Έλεγον λοιπόν ότι ο Ρολάνδος Μαλλεόρβης είχε σχέδια. Τον ήκουον πολλάκις μονολογούντα, αλλ' ουδέν ενόουν εκ των ασυναρτήτων φράσεων, αίτινες εξέφευγον εκ του στόματός του. Αλλ' ημέραν τινά ήκουσα συνδιάλεξιν αυτού πρός τινα άλλον ιππότην, εξ ης μικρόν τι ενόησα. Ο ιππότης ούτος ήτο είς εκ των τολμηροτέρων και παραβολωτέρων πολεμιστών, απέλαυε δε της εμπιστοσύνης του αρχηγού. Την πρωίαν ήλθε και τον εύρεν, εφαίνετο δ' εκ του ήθους του ότι ήθελε να τω ανακοινώση τι. Προς εμέ ουδεμίαν είχον δυσπιστίαν. Μ' ενόμιζον σχεδόν βωβήν, διότι είχον ασκηθή να μη ομιλώ. Έπειτα δεν ηδυνάμην να επέμβω εις τα σχέδια των ανδρών. Ήρχισαν λοιπόν να συνομιλώσι, χωρίς μηδέ να λάβωσιν υπ' όψιν την παρουσίαν μου. Μ' εθεώρουν σχεδόν ως απούσαν, εκείνο δε το ανθρώπινον σχήμα, όπερ έβλεπον εκεί, τοις εφαίνετο ότι ήτο η σκιά μου και ουχί εγώ αυτή. Ο αρχηγός τω είπε·
— Ποίας ειδήσεις μοι φέρεις, ιππότα; Προ πολλού δεν ευτύχησα να σε ίδω εκ του πλησίον, ώστε τώρα μοι φαίνεται, ότι αφορμή τις σε κάμνει να έρχησαι πλησίον μου.
— Έχω πληροφορίας, αρχηγέ, απήντησεν ο ιππότης.
— Ποίας πληροφορίας; ηρώτησεν ο αρχηγός.
Ο ιππότης απήντησε ταύτα·
— Ανεκαλύφθη υφ' ενός κατασκόπου μου είς παράδοξος άνθρωπος,
όστις πρέπει να είνε ο ζητούμενος υφ' ημών.
— Και τι άλλο; είπεν ο αρχηγός, δείξας ότι επερίμενε και άλλο τι
προς συμπλήρωσιν της πληροφορίας ταύτης.
Ο ιππότης απήντησε·
— Και ο άνθρωπος εκείνος φέρει μαζή του μίαν πενταετή ή εξαετή κόρην, ήτις πρέπει να είνε μικρά…
Ο αρχηγός κατέστη σύννους.
— Πού είνε ο κατάσκοπός σου, είπε προς τον ιππότην, όστις ανεκάλυψε ταύτα; Επεθύμουν να τον εξετάσω εγώ ο ίδιος.
— Το είχα προβλέψει, αρχηγέ, απήντησεν ο ιππότης, και διά τούτο τον έφερα μαζή μου. Διαταγήν μόνον της γενναιότητός σας περιμένει διά να παρουσιασθή.
— Λάβε τον κόπον να του είπης να έλθη, είπεν ο αρχηγός.
Ο ιππότης έκαμε σημείον προσκυνήσεως και εξήλθεν, όπως εκτελέση την διαταγήν ταύτην. Εγώ είχον ορθώσει τα ώτα, πρότερον δε δεν επίστευον ότι ήμην επιδεκτική του εγκοσμίου τούτου αισθήματος, της κούφης περιεργείας, διότι είχον φαντασθή ότι ενέκρωσα τα πάθη και δεν μ' έμελε πλέον περί ουδενός των επιγείων πραγμάτων. Αλλ' όμως η συνδιάλεξις αύτη μοι εφάνη αλλόκοτος και εκέντησε την περιέργειάν μου.
Καθημένη επί τινος ξυλίνου σκίμποδος, με τας χείρας κατεσκεύαζον το ξαντόν, με τα ώτα δε ηκροώμην, και με τους οφθαλμούς έβλεπον εις την θύραν, δι' ης έμελλε να εισέλθη ο κατάσκοπος.
Τέλος εισήλθεν ούτος. Ήτο γέρων βοσκός εκ των αγροικοτέρων, όστις εκ του βήματος και του ήθους του εφαίνετο ότι δεν είχε καταβή ποτέ εκ της σκοπιάς, όθεν επετήρει τα σκιρτήματα των αιγών ανά τους βράχους. Επέμενε πολύ να εκβάλη πριν εισέλθη τα πέδιλά του, δεδεμένα δι' ιμάντων περί τους ταρσούς των ποδών, και μετά δυσκολίας τον έπεισεν ο ιππότης να παραιτηθή το σχέδιον τούτο. Άμα εισελθών, εστράφη προς εκατέραν των παραστάδων της θύρας, όπως ίδη μη είνε τις κεκρυμμένος όπισθεν των θυρωμάτων, είτα εχαιρέτισεν έπιπλόν τι εκλαβών αυτό εν τη ταραχή του ως έμψυχον ον. Μετά τούτο εχαιρέτισεν εμέ και τελευταίον έκαμε πολλάς προσκυνήσεις ενώπιον του αρχηγού. Έτρεμε δε τα γόνατα, και μετέφερεν αδιαλείπτως τον σκούφον ον εκράτει από της μιας εις την ετέραν χείρα. Το βλέμμα του δε προσηλώθη εις σημείον τι του δαπέδου, εξ ου δεν ηδύνατο να το αποσπάση, ως να ήτο διά μαγγανείας κεκολλημένον εκεί.
— Πώς σε λέγουν, φίλε μου; τω είπεν ο αρχηγός.
— Νικόλα, απήντησεν ο αγρότης.
— Έχεις γυναίκα;
— Έχω, αφέντη.
— Και παιδιά;
— Έχω.
— Πόσα;
— Τρία, με συμπάθειο.
— Και τι τέχνην κάμνεις;
— Βοσκός, αφέντη.
Ηπόρουν εγώ διατί απηύθυνεν ο αρχηγός τας ερωτήσεις ταύτας προς τον αγρότην, αλλά φαίνεται ότι είχεν έξιν να προβαίνη πάντοτε κατά τάξιν. Ίσως δε είχε σκοπόν, διά της προκαταρκτικής ταύτης εξετάσεως, να εμπνεύση ολίγον θάρρος εις τον αγροδίαιτον.
— Είσαι κάθε μέρα έξω εις τα βουνά; εξηκολούθησε να ερωτά ο αρχηγός.
— Κάθε μέρα, απήντησεν ο αιπόλος.
— Και βόσκεις βώδια;
— Γίδια, να σε χαρώ, αφέντη.
— Και είνε εδικά σου;
— Να είχα εγώ αυτήν την τύχη, αφέντη!
— Ανήκουν εις άλλον λοιπόν;
— Εις άλλον, αφέντη.
— Και πόσα σε πληρόνει;
— Τίποτε, διά ψωμί, απήντησεν ο βοσκός.
— Διά ψωμί; φτωχέ! Και δεν κοπιάζεις;
— Κοπιάζω, αφέντη.
— Είνε πολλά τα πρόβατα που φυλάγεις;
— Τα γίδια, αφέντη. Είνε κάμποσα.
— Ως πόσα;
— Καμμιά εκατοστύ.
— Εις εκείνα τα μέρη όπου βόσκεις είνε πολύ παράμερα; Δεν πατούν άνθρωποι εκεί;
— Δεν πατούν, αφέντη.
— Λοιπόν αυτάς τας ημέρας εύρες κανένα άνθρωπον εκεί;
— Ναι.
— Και τι άνθρωπος ήτον;
— Αν ήτον άνθρωπος, μου εφάνη πολύ άγριος, αφέντη.
— Τον είδες μίαν φοράν μόνον;
— Τον είδα δύο φοραίς.
— Ημέραν ή νύκτα;
— Νύχτα και μέρα.
— Και ήτον μόνος του;
— Ολομόναχος θα ήτον, αν δεν εβαστούσε στην αγκαλιά του μία μικρή κορασίδα.
— Τον είδες από σιμά;
— Όπως σας βλέπω, αφέντη.
— Εκείνος σε είδε;
— Θα με είδε.
— Και δεν του ωμίλησες;
— Εφοβήθηκα, αφέντη.
— Τι εφοβήθηκες;
— Μου φάνηκε σαν έξω απ' εδώ, αφέντη.
— Και έφυγεν απ' εκεί;
— Έφυγε.
— Τον είδες πού διευθύνετο;
— Τον είδα.
— Ώστε ειξεύρεις τώρα πού είνε;
— Δεν ξέρω, αφέντη.
— Τι λέγεις λοιπόν;
— Δεν τον είδα πού πήγε. Τον είδα μόνον ποίον δρόμον επήρε.
— Και δεν τον ακολούθησες;
Ο βοσκός εκύτταξε τον ιππότην, ως να εζήτει παρ' αυτού δικαιολογίαν. Εφαίνετο λέγων αυτώ: Δεν μοι έδωκες παραγγελλίαν να τον ακολουθήσω.
Ο ιππότης λαβών τον λόγον είπε·
— Δεν φταίγει αυτός, αρχηγέ.
— Ποίος λοιπόν;
— Δεν τω είπα εγώ να τον ακολουθήση.
— Αλλά τι τω είπες;
— Τω είπα να έλθη να με πληροφορήση.
Ο αρχηγός σκεφθείς επ' ολίγον είπε προς τον ορεσίβιον·
— Τώρα, ειξεύρεις τα κατατόπια όλα του βουνού;
— Τα ξεύρω, αφέντη.
— Ειμπορείς να οδηγήσης έν απόσπασμα;
— Ειμπορώ.
— Δεν ειμπορείς να εύρης και τα ίχνη ενός οδοιπόρου, εις ένα τόπον απάτητον;
— Δι' αυτό δεν αποκρίνομαι, είπε σύννους ο βοσκός.
— Δεν έχεις κανένα σκύλον;
— Έχω ένα.
— Λαγωνικόν;
— Μανδρόσκυλον.
— Είνε μεγάλος;
— Είνε τόσος, είπεν ο χωρικός, σημειώσας ύψος τι από του εδάφους διά της χειρός.
— Δεν γνωρίζει ο σκύλος σου τα ίχνη; επανέλαβεν ο αρχηγός.
— Δεν ξέρω αν τα γνωρίζη.
— Δεν έκαμε αυτήν την τέχνην ποτέ;
— Είνε μανδρόσκυλος, επανέλαβεν υπερηφάνως ο βοσκός.
— Τέλος ειμπορείς, συ ή ο σκύλος σου, να οδηγήσητε αυτό το απόσπασμα;
— Ειμπορούμεν, αφέντη.
Ο αρχηγός, στραφείς προς τον ιππότην, είπεν·
— Ετοίμασε τους ανθρώπους σου. Ιππεύσατε και υπάγετε με τον καλόν τούτον άνθρωπον, όπου σας οδηγήση.
— Ορισμός σας, αρχηγέ, απήντησεν ευπειθώς ο ιππότης.
Και στραφείς απήλθεν, ακολουθούμενος υπό του βοσκού.
Τρεις ημέραι παρήλθον. Κατειχόμην υπό μεγίστης ανυπομονησίας, όπως μάθω το αποτέλεσμα της εκστρατείας ταύτης. Περί δε των αιτίων ουδέν κατώρθωσα να ανακαλύψω, αγνοώ δε και μέχρι της στιγμής ταύτης, διατί οι ιππόται διεφέροντο υπέρ της συλλήψεως του αγνώστου εκείνου, του φέροντος την τρυφεράν κόρην εις τους βραχίονας. Κατά τον χρόνον τούτον ο Μαλλεόρβης εισήρχετο, εξήρχετο, έμενε σύννους και σιγών.
Την τετάρτην ημέραν είς των ιπποτών ήλθε και μοι έφερε την μικράν κόρην, πάσχουσαν δεινώς, όπως την περιθάλψω. Ότε την είδον, δεν ηδυνήθην να κρατηθώ και είπον απροσέκτως·
— Και πού είνε ο άνθρωπος, όστις την είχε μαζή του; Τον συνελάβετε και αυτόν;
Ήτο η πρώτη φορά, καθ' ην είς των ιπποτών ηναγκάσθη να ρίψη επ' εμέ άγριον βλέμμα. Μ' έκαμε δε να μετανοήσω και εδάγκασα σφοδρώς τα χείλη μου. Ουδεμίαν άλλην απάντησιν μοι έδωκεν. Ελυπήθην διότι μετά πολυετή άσκησιν δεν είχον μάθει ακόμη εντελώς την τέχνην της σιωπής, και εξηλεγχόμην όλως αδόκιμος, ως παιδίον.
Εν τούτοις, όπως εξαγοράσω το αμάρτημα τούτο, ήρχισα να σε νοσηλεύω μετά ζήλου, κόρη μου. Όσα μέσα είχον, τα έθεσα εις ενέργειαν και μετήλθον πάσαν επιμέλειαν. Είνε ευτύχημα ότι σε βλέπω την στιγμήν ταύτην ηλικιωθείσαν και ακμαίαν νεανίδα. Σεμνύνομαι διά το έργον μου. Η χαρά μου μετέχει, αν δύναμαι άνευ βλασφημίας να είπω τούτο, της χαράς του Θεού, όστις αγάλλεται βλέπων πάντα αυτού τα κτίσματα εν αρμονία, ή μετέχει τουλάχιστον της χαράς της μητρός, ήτις αναπολούσα τους πόνους, ους υπέστη, αισθάνεται την φιλοστοργίαν της αυξανομένην. Καγώ δύναμαι να είπω ότι σε ανεγέννησα εκ της νόσου, όπως η μήτηρ σου σ' εγέννησεν εκ του μη όντος, ή εξ ελαχίστου ωού, όπερ μικρόν διαφέρει του μηδενός. Αλλ' εύρον φευ! πολλάς φιλοφρονήσεις υπό την γλώσσαν μου σήμερον. Εις τι χρησιμεύουσι ταύτα πάντα; Από αμνημονεύτων χρόνων η κολακεία υπεδύθη το πρόσωπον της φιλίας, αύτη δε εξ ανάγκης παριστά βωβόν πρόσωπον εις το δράμα του βίου. Ο φίλος αναγκάζεται να σιωπά, μη δυνάμενος ν' αμιλλάται προς τον κόλακα κατά την εύροιαν του λόγου, καθώς ενώπιον της κακίας ταπεινοί το βλέμμα η δυστυχής αρετή, και ερύθημα φλέγει τας παρειάς της, όταν αναλογίζηται ότι είχε σχηματίσει ίσως εσφαλμένην ιδέαν περί εαυτής. Διότι η αντίζηλος αυτής ματαιοί πάντας τους υπολογισμούς της. Αλλ' όμως ας επανέλθω εις το προκείμενον.
Μετά τρεις μήνας, μόλις είχες αναρρώσει και σ' εχώρισαν απ' εμού. Η διαταγή του αρχηγού ήτο ανέκκλητος και ουδέν ετόλμουν να είπω. Αλλ' αδύνατον να εκφράσω πόσον ελυπήθην διά το σκληρόν τούτο μέτρον. Δεν ηδυνάμην να μάθω πού σε μετέφεραν. Γνωρίζεις μέχρι πόσου υπόκειται ο άνθρωπος εις την συνήθειαν. Γνωρίζεις δε πόσον ανθρώπινον το στέλεχος, καταδικασθέν βιαίως εις το να μένη αμέτοχον πάσης παρηγόρου στοργής, παντός αισθήματος όπερ ο Θεός διά της αθανάτου πνοής του ενεφύσησεν εις την καρδίαν, γνωρίζεις πόσον ρέπει υπέρ παν άλλο πλάσμα εις την ανάγκην ταύτην του βίου; Πάσαν σημαντικήν κάκωσιν δύναται η φύσις να υπομείνη, την πείναν, το ψύχος, την οδύνην και την ένδειαν. Αλλ' η ένδεια της καρδίας, ω, αύτη μαραίνει το σώμα και την ψυχήν. Επί της γης δεν δύναται να υπάρξη τιμωρία σκληροτέρα της αστοργίας και του μονήρους βίου. Καγώ προσεκολλήθην τότε εις την ύπαρξίν σου, τέκνον μου. Ήσο τόσον μικρόν, τόσον τρυφερόν και συμπαθές πλάσμα, ώστε δεν ηδυνάμην να μη αισθανθώ ηδονήν εκ της προς σε επαφής. Οίμοι! Και τούτο παρήλθεν ως όνειρον. Σήμερον δεν έχω πλέον δύναμιν να αισθανθώ ό,τι ησθανόμην τότε. Ήδη ο κορμός εξηράνθη, αι ρίζαι εκόπησαν. Ουδέν δύναται να με συνδέση πλέον προς τα εγκόσμια αισθήματα. Όσα σοι είπον αρτίως, είνε αναμνήσεις. Εκπλήττομαι πώς είχον τότε δύναμιν να αισθάνωμαι τόσον βαθέως, ενώ σήμερον ουδ' εξ επιπολής μ' επιψαύουσι πλέον τοιαύται αυτόματοι ορμαί.
Είπον ότι μας απεχώρισαν. Αλλά πριν μας αποχωρίσωσι είχε συμβή τι, όπερ μοι επροξένησε πολλήν εντύπωσιν. Ήτο η τετάρτη ώρα της νυκτός. Είχες αποκοιμηθή. Διετέλεις ήδη εν αναρρώσει. Εγώ είχον κλείσει την θύραν και ετοιμαζόμην να κατακλιθώ πλησίον σου. Αίφνης ακούω ότι έκρουον έξωθεν την θύραν σιγανώς. Ηπόρησα. Οι ιππόται δεν ήρχοντο την νύκτα εις το νοσοκομείον, και ουδείς άλλος πλην αυτών επλησίαζεν εις τα τείχη, φρουρούμενα άλλως έξωθεν υπό στρατιωτών. Τις ήτο ο κρούων την θύραν; Επλησίασα ακροποδητί και ηκροάσθην. Δυνατόν να ηπατώμην. Ο κτύπος ήτο ασθενής και άτολμος, και ήλεγχε τους δισταγμούς του κρούοντος. Εν τούτοις μετά τινας στιγμάς επανελήφθη.
— Ποίος είνε; έκραξα.
— Άνοιξε, απήντησεν έξωθεν.
Εδίστασα. Κατ' αρχάς έκρινα συμφορώτερον να μην υπακούσω. Είτα μεταμεληθείσα εφρόντισα να κλείσω τα δύο θυρόφυλλα του θαλάμου, εν ώ εκοιμάσο, κόρη μου, μη θέλουσα να σε ίδη, όστις και αν ήτο, και ήνοιξα την έξω θύραν του προθαλάμου. Εισήλθεν άνθρωπος τις άγνωστος. Εξεπλάγην διά την ωχρότητα της μορφής του. Εφόρει δε αλλόκοτα ενδύματα. Εν τούτοις δεν εφοβήθην. Ησθανόμην ότι ήμην εν τω οίκω μου, και η αόριστος παρουσία του φύλακος Αγγέλου μ' επροστάτευε.
— Ποίος είσαι; είπον προς τον άγνωστον.
— Ξένος, απήντησεν ούτος.
— Τι θέλεις;
— Θέλω να σ' ερωτήσω κάτι.
— Και πώς ευρέθης εδώ;
Ο άγνωστος δεν απήντησε.
— Σ' ερωτώ πώς ευρέθης εδώ, επανέλαβον οργίλως. Και διά ποίας
θύρας εισήλθες;
— Μη με ερωτάς, απήντησε θρασύς ο άγνωστος. Δεν ήλθον διά να μ'
ερωτήσης, ήλθον διά να σ' ερωτήσω.
Ενόμισα ότι ήτο παράφρων, και δεν επέμεινα. Και όμως ευλόγως ηδύνατο να παραξενευθή τις, διότι αι θύραι του οικήματος ήσαν κλεισταί, η δε κυρία πύλη εφυλάττετο, ως σοι είπον ήδη.
— Τι θέλεις να μ' ερωτήσης; είπον.
— Σου έφεραν εδώ μίαν μικράν κόρην; είπεν ο άγνωστος.
Εδίστασα πάλιν. Ηγνόουν αν έπραττον καλλίτερον να είπω την αλήθειαν ή να ψευσθώ μάλλον. Τέλος απεφάσισα το δεύτερον.
— Δεν είδα καμμίαν μικράν κόρην, απήντησα.
Ο άγνωστος έδειξε διά του βλέμματος ότι δεν μ' επίστευε.
— Και πού είνε τώρα αυτή; είπε· πού την έχεις;
— Ποίαν;
— Η μικρή κόρη, οπού σου έφεραν.
Εξεπλάγην διά την επιμονήν του ανθρώπου. Ενώ εγώ τω έλεγον ότι δεν μοι έφεραν καμμίαν μικράν κόρην, αυτός πάλιν εξηκολούθει να μ' ερωτά πού την είχα θέσει.
— Σου λέγω δεν έχω καμμίαν μικράν, επανέλαβον εντόνως.
— Ζη αυτή ή απέθανεν; είπεν ο άγνωστος.
— Δεν ειξεύρω.
— Είνε ασθενής, καθώς έμαθα;
— Τι μου λέγεις εκεί;
— Και τι κάμνει τώρα; κοιμάται;
— Δεν είδα καμμίαν μικράν, σοι λέγω.
Ή ώφειλον να τον εκλάβω ως παράφρονα, ή έμελλον εγώ να παραφρονήσω. Τόσον αλλόκοτος μοι εφαίνετο η ισχυρογνωμοσύνη του.
— Μήπως είν' εκεί; ηρώτησε, δείξας μοι τα θυρόφυλλα του κοιτώνος
σου, δι' ων εφαίνετο φως.
— Μη ονειρεύεσαι; Δεν είνε κανείς, σου είπα.
Εκ της αλλοκότου θρασύτητος του αγνώστου είχον εξαφθή εις το έπακρον. Ο άνθρωπος ούτος υπήρξεν ο μόνος όστις μοι απέδειξεν ότι το ψεύδος στομούται ενίοτε και καθίσταται ανίσχυρον όπλον. Μέχρι του καιρού εκείνου είχον καλλιτέραν ιδέαν περί της χρηστότητος του μέσου τούτου.
— Εκεί είνε; επανέλαβεν ο άγνωστος.
Και τούτο λέγων, ώρμησε διά ν' ανοίξη την θύραν, ην μοι εδείκνυε, την θύραν του θαλάμου, εν ώ ευρίσκεσο, κόρη μου. Ησθάνθην την κεφαλήν μου ιλιγγιώσαν εκ της απιστεύτου αυθαδείας του ξένου. Ώρμησα κατόπιν αυτού, και τον συνέλαβον από της χειρίδος.
— Πού πας; ανέκραξα. Πίσω! Μην ετρελλάθης χριστιανέ!
— Κοιμάται ή έξυπνη είνε; μοι απήντησεν απαθώς.
— Πού είσαι; Εδώ είνε μέρος ιερόν, είνε άσυλον!
— Μην κάμνης θόρυβον, μη την εξυπνήσης, μοι είπεν ησύχως.
Δεν ηδυνήθην να τον εμποδίσω και ήνοιξεν ήδη την θύραν.
— Ιδού αυτή, κοιμάται, είπε.
— Δεν είνε αυτή που ζητείς, είπον εγώ απηλπισμένη.
— Μη την εξυπνήσης, είπεν αύθις ο ξένος.
Και πατών επ' άκρων των ποδών επλησίασεν εις την κλίνην σου.
— Δυστυχής κόρη, εψιθύρισεν, ως είδε το πρόσωπόν σου. Εκοιμάσο ύπνον ήσυχον και η αναπνοή σου δεν ηκούετο.
Ομοίαζες με αρνίον αναπαυόμενον, μικρά μου κόρη. Ο ξένος σ' εθεώρησεν επί πολλήν ώραν. Εγώ διετέλουν εν αμηχανία και δεν είξευρον πλέον τι να πράξω. Είχον μετανοήσει πικρώς, διότι ήνοιξα την θύραν του προθαλάμου εις τον ξένον. Τώρα δε μοι επήλθεν επί μίαν στιγμήν η ιδέα να καλέσω εις βοήθειαν και να εκδιώξω διά της βίας τον άνθρωπον τούτον. Ομολογώ ότι η έμπνευσις αύτη ήτο του πείσματος, όπερ μ' εκυρίευσεν, ηττηθείσαν υπό του ξένου, διότι άλλως δεν εφαίνετο ούτος έχων κακούς σκοπούς. Εν τούτοις δεν ενέδωκα εις την ορμήν ταύτην του πάθους, και υπέμεινα.
— Είνε πολλαί ημέραι, αφότου είνε εις τας χείρας σου αυτή η μικρά; με ηρώτησεν ο άγνωστος.
Τότε ευρέθην εις νέαν αδημονίαν. Δεν είξευρον αν έπρεπε να μεταβάλω τακτικήν και ναπαντήσω μετ' ευθύτητος ή να εξακολουθήσω την πολεμικήν τέχνην του ψεύδους μετερχομένη και νυν ότε αύτη κατέστη ήδη όλως περιττή και ανωφελής. Επροτίμησα να μη απαντήσω το παράπαν εις την ερώτησιν του αγνώστου, και τούτο εύρον κάλλιστον μέσον προς εκδίκησιν. Αλλ' εκείνος εν ανάγκη είξευρε ν' απαντά και μόνος εις τας ιδίας αυτού ερωτήσεις, και τούτο πάλιν ήτο άλλη τέχνη, ης ουδέ την ύπαρξιν τέως υπώπτευον. Ιδών λοιπόν ότι δεν απήντων είπε·
— Πολλαί ημέραι είνε, διότι αυτή η μικρά φαίνεται να ήτον βαρειά άρρωστη, και τώρα είνε εις ανάρρωσιν.
Εγώ ουδέν είπον. Αλλ' ο ξένος μοι απηύθυνε και δευτέρα ερώτησιν·
— Εκείνοι που σου παρέδωκαν αυτήν την μικράν, ποίας συστάσεις σου έκαμαν; Ποίας παραγγελίας σοι άφησαν περί αυτής;
Δεν απήντησα. Αλλ' ο ξένος επανέλαβε μετ' ολίγον·
— Σπουδαίας συστάσεις σοι έκαμαν περί αυτής, διότι εκείνοι έχουν σκοπούς. Συ όμως δεν τους ειξεύρεις.
Εκ της τελευταίας φράσεως εκινήθη άκρως η περιέργειά μου. Η φράσις αύτη ένυξε πάσας τας απορίας μου, ανεκάλεσε πάσας τας υπονοίας, ας είχον συλλάβει από πολλών ημερών. Παραχρήμα η εκφρασις του προσώπου μου μετεβλήθη, και λαβούσα σκίμποδα έθηκα αυτόν παρά τον τοίχον και παρεκάλεσα τον ξένον να καθίση. Εκείνος υπήκουσε.
— Λοιπόν έχουν σκοπούς; είπον χωρίς να κρατηθώ· έχουν σκοπούς, είπες; Και τι σκοπούς έχουν δι' αυτήν την μικράν, παρακαλώ;
Ο άγνωστος εμειδίασε.
— Μήπως ξεύρω κ' εγώ; είπε.
— Δεν ειξεύρεις λοιπόν; Και όμως φαίνεσαι εν γνώσει των
πραγμάτων.
Τότε εφάνη ότι έκαμεν απόφασίν τινα. Η μορφή του έδειξε συγκίνησιν. Εστέναξε και μοι είπε·
— Δύναμαι να εύρω συνδρομήν εκ μέρους σου, ω γύναι;
— Εξ όλης της ψυχής μου υπόσχομαι να σε συνδράμω, απήντησα εγώ.
Αρκεί να είνε νόμιμος ο σκοπός σου.
— Αλλοίμονον, είπεν ο άγνωστος, και μήπως είνε εύκολον να κρίνη τις τι είνε νόμιμον και τι δεν είνε εις τας ημέρας μας; Το μόνον υπέρ ου εγγυώμαι είνε, ότι η υπόθεσις αύτη δεν είνε ιδιοτελής· δεν είνε, επανέλαβεν ενθέρμως.
— Κ' εγώ ησθάνθην συμπάθειαν διά την μικράν αυτήν, είπον. Αλλά σοι ομολογώ ότι η περιέργειά μου είνε μεγαλειτέρα και της συμπαθείας μου.
— Γυναίκες! γυναίκες! είπεν εκείνος· τω όντι διά τα μικρά πράγματα φροντίζετε πάντοτε μέχρι πάθους.
Εγώ δεν απήντησα. Ο ξένος μοι είπε μετά μικράν παύσιν·
— Μοι ορκίζεσαι ότι δεν θα εξέλθη εξ ακριτομυθίας λόγος εκ του στόματός σου, αν σοι είπω τι;
— Σοι ορκίζομαι, απήντησα προθύμως, τείνουσα την χείρα.
— Άκουσε λοιπόν. Άμποτε όσα μέλλω να σοι είπω να αποβώσι προς ευτυχίαν της μικράς ταύτης κόρης.
— Άμποτε, επανέλαβον.
Ο ξένος διετέθη κάλλιον επί του εδωλίου, εφ' ου εκάθητο. Εγώ δε προσήγγισα το εμόν όπως εγγύτερον ακούω, και ήρχισε να μοι λέγη ταύτα.
Η Αϊμά, ως να έπραττε καθ' υπαγόρευσιν της Σιξτίνης, έκαμε αυτά.
Ήλθεν εγγύτερον προς αυτήν και ήκουε μετ' εντεταμένης προσοχής.
— Διά τον αυτόν λόγον, μοι είπεν ο ξένος (ήρχισεν η Σιξτίνα), δι' ον εγώ ήθελον να σώσω ή και να &απολέσω& την κόρην ταύτην, διά τον αυτόν οι ιππόται (την λέξιν ταύτην απήγγειλε μετ' αλλοκότου πικρίας) ηθέλησαν να την αποκτήσωσιν. Η παιδίσκη αύτη δεν δύναμαι να σοι είπω πόθεν κατάγεται, ουδέ πώς ήλθεν εις την θέσιν, εν η ευρίσκεται σήμερον. Τόσον μόνον μάθε, ότι ευθύς ως εγεννήθη, έδωκαν περί αυτής χρησμόν &οι θεοί&…..
Ενταύθα του λόγου είχε φθάσει η αδελφή Σιξτίνα και αίφνης ηκούσθη έξωθεν της θύρας του υπερώου φωνή καλούσα αυτήν ονομαστί·
— Σιξτίνα! Σιξτίνα!
Η μοναχή διέκοψεν αποτόμως την σειράν της διηγήσεώς της και ηγέρθη.
— Ποίος να είνε; είπεν έμφοβος.
Η νέα κόρη επτοήθη και αυτή, και συνεστάλη άκουσα παρά την γωνίαν της. Αι ώραι είχον παρέλθει, ήτο ήδη μεσονύκτιον. Η φωνή εκείνη εξεκάλεσεν αποτόμως τας δύο γυναίκας εκ του φανταστού κόσμου, εν ώ έπλεον, και επανήγαγεν αυτάς εις τον πραγματικόν κόσμον.
— Σιξτίνα! επανέλαβεν η φωνή.
— Ω Θεέ μου! είνε η ηγουμένη, είπεν η Σιξτίνα, αναγνωρίσασα την φωνήν εκείνην. Τι να με θέλη;
— Ανοίξατε την θύραν, επανέλαβεν η φωνή.
Η αδελφή Σιξτίνα ουδ' εφαντάσθη να παραβή την διαταγήν ταύτην. Κατ' αρχάς εσκέφθη να κρυβή υπό την κλίνην της Αϊμάς, αλλ' είτα ενόησεν ότι τούτο θα ήτο ανωφελές διότι, αφού η ηγουμένη είχεν υποψίας, ευκόλως έμελλε να την ανακαλύψη, και τούτο θα ήτο το χείριστον. Όθεν έσπευσεν ανδρείως εις την θύραν και ήνοιξεν.