WeRead Powered by ReaderPub
Η Γυφτοπούλα cover

Η Γυφτοπούλα

Chapter 33: ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΓ'.
Open in WeRead

About This Book

The narrative interweaves rural episodes on an island, following a shepherd who uncovers a hidden cave with ancient statues and other villagers whose small losses and quests—most notably the loss and retrieval of a treasured cloak—set in motion journeys, bargaining, and raiding. Portraits of worn lives, local customs, and encounters with thieves and veterans thread together to explore fate, poverty, and the hold of tradition. Scenes shift between lyric descriptions of landscape, ritual memory of antiquity, and gritty everyday struggles, producing a mosaic of communal life where personal misfortune and chance discoveries reveal deeper tensions between past and present.

— Κάμνεις ψιλή δουλειά;

— Κάμνω βέβαια, απήντησεν φιλοτιμούμενος ο νεαρός Γύφτος.

 — Ειμπορείς· να μου φτιάσης ένα κλειδί, όπου μου έπεσε 'στόν
δρόμο και το έχασα;

Ο Μάχτος εδίστασεν. Είνε αληθές ότι ποτέ δεν είχε κατασκευάσει κλειδίον. Αλλ' όμως η φιλαυτία του υπερίσχυσε, και είπε·

— Σαν να 'μπορώ, μου φαίνεται.

— Σου φαίνεται;

— Ειμπορώ χωρίς άλλο, απήντησεν οριστικώς ο νέος.

— Τότε λάβε αυτό.

Ο Τρανταχτής μετά τινος ενδοιασμού τω έδωκε τύπον πεπλασμένον εκ κηρού, παριστώντα το σχήμα του πτερυγίου της κλειδός. Όπως δε μη διαπορήση ο Μάχτος, έσπευσε να προσθέση·

— Δεν είχα σύνεργα διά να ξεκαρφώσω την κλειδωνιά, να σου την φέρω, και το σπίτι μου είνε μακρυά απ' εδώ, και δεν θέλω να σου δώσω κόπον να έλθης ο ίδιος. Δι' αυτό επήρα μοναχός μου τον τύπον με το κερί. Και όποιος με ιδή, προσέθηκε μειδιών βεβιασμένως, θα νομίση ότι θέλω να κάμω κανένα αντικλείδι.

— Ο τεχνίτης δεν ανακανόνεται σ' αυτά, απήντησεν υπερηφάνως ο Μάχτος. Μου δίδεις εργασίαν, θα σου την κάμω· δεν ξεύρω εγώ τίποτε πλειότερο.

— Ευχαριστώ, είπεν ο Τρανταχτής δάκνων τα χείλη. Και τι θα σου δώσω διά τον κόπον σου;

— Ό,τι ευχαριστείσαι, απήντησεν ο Μάχτος.

— Και πότε θα είνε έτοιμο;

— Αύριον το μεσημέρι χωρίς άλλο.

Ο Μάχτος συνέλαβε κατ' αρχάς ιδέαν εγκληματικήν. Εφαντάσθη να κατασκευάση δυο κλείδας, και την μεν να δώση εις τον εντολέα, την δε να κρατήση δι' εαυτόν. Αλλ' όμως προς τι τούτο; Πόθεν ηδύνατο να υποπτεύση ότι προύκειτο περί της Αϊμάς;

Ο Τρανταχτής αποχαιρετίσας αυτόν απήλθε.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΑ'.

Φίλος αντί φίλου.

Την εσπέραν της επιούσης ο Σκούντας και ο Τρανταχτής συνηντήθησαν εις το καπηλείον του μπάρμπα Κατούνα, παρά τον γραφικόν εκείνον αιγιαλόν, όπου ο εμβάτης έπνεεν εισκομίζων εις τους ηδυπαθώς κινουμένους ρώθωνας των δύο φιλοποτών τα θαλάσσια αρώματα, τα τόσον προσφιλή εις τους κατοίκους της παραλίας.

Οι δύο ούτοι αξιέραστοι φίλοι δεν έπασχον εκ ναυτίας, και ηγάπων την υγρότητα του στομάχου και την θαλασσίαν άλμην. Ομολογητέον δε ότι τούτο δεν συνιστά κακώς αυτούς. Ουδέν ευαρεστότερον ουδέ ηδυπαθέστερον της μετακομίσεως δι' ερρύθμως κινουμένου και αρμονικώς έρποντος φορείου, καθ' ον χρόνον ο αστερισμός του Σειρίου, ως λέγει ο θείος Όμηρος, «φέρει πολλόν πυρετόν δειλοίσι βροτοίσιν»· τότε λικνιζόμενός τις υπό του αρμονικού τούτου ρόχθου, ριπιζόμενος υπό της διαπνεούσης αύρας, ουδέν ηδυπαθέστερον του να μετακομίζηται ούτως εις δροσερόν αιγιαλόν, όπου το ευρύ του ορίζοντος, το κυανούν της θαλάσσης και το προκλητικόν της ξένης αηδόνος προσδοκώσι τους απλήστους οφθαλμούς και τας ακορέστους ακοάς, χωρίς μηδεμία τύρβη μηδέ μέριμνα ναντιπερισπά τα αισθητήρια του ψυχαγωγουμένου, χωρίς μηδ' αυτή η σεπτή ανάμνησις της παραχρήμα οιχομένης γενεάς να παρενοχλή την φαντασίαν, μήτε οι τύμβοι των ηρώων ναναπέμπωσι μυστηριώδες παράπονον, μήτε τα αίματα των μαρτύρων να βοώσι. Αλλά προς τι ταύτα;

Ο Τρανταχτής και ο Σκούντας, μηδέν τούτων έχοντες εν νω, εκάθισαν παρά την τράπεζαν του μπάρμπα Κατούνα, και ήρχισαν να πίνωσι και να συνομιλώσιν. Ανεκοίνωσαν δε προς αλλήλους πολλά διαφέροντα άλλως πράγματα, αλλ' ημείς θα παραλείπωμέν τινα χάριν των αναγνωστών, και θα έλθωμεν εις το τέλος της συνδιαλέξεώς των.

— … Ω διάβολε, είπεν ο Σκούντας, κάτι σα συλλογισμένος φαίνεσαι απόψε.

— Τίποτε, απήντησεν ο Τρανταχτής.

— Δεν είσαι φίλος, είπεν ο Σκούντας (είχε δε κενώσει ήδη πέντε ποτήρια επιστεφή). Αν ήσουν φίλος, έπρεπε να μου πης την καρδιά σου, καθώς κάμνω εγώ.

— Διάβολε, αύριον έχω δουλειά.

— Ε, και τι;

— Και δεν αδειάζω.

Ο Σκούντας ουδέν ενόησε.

— Φίλε μου, αυτό πρώτον το είξευρα, μου το είχες ειπεί. Έπειτα, αφού έχεις δουλειά, το ξεύρω πως δεν αδειάζεις, και αφού δεν αδειάζεις, θα πη πως έχεις δουλειά· ώστε δεν μου λες τίποτε νεώτερον.

— Και νυστάζω, είπεν ο Τρανταχτής τρίβων τους οφθαλμούς.

— Αυτό κάθε μέρα συμβαίνει, ώστε και αυτό δεν είνε νεώτερον.

— Δεν είνε που έχω δουλειά, αλλά είχα δώσει μίαν υπόσχεσιν, και δεν ειμπορώ να φυλάξω τον λόγον μου.

— Ψυχή μου, αυτό είνε μεγάλο δυστύχημα, παρετήρησεν ο Σκούντας.

— Τω όντι, είπεν ο Τρανταχτής. Και πρώτη φορά μου συμβαίνει.

— Τι κρίμα, είπεν ειρωνικώς ο Σκούντας.

— Και δεν ξεύρεις πόσο κακό είνε να γελάση κανείς δικούς του ανθρώπους.

— Φίλοι σου λοιπόν είνε αυτοί που θα γελάσης;

— Είνε κάτι περισσότερο, είνε φιλενάδες μου.

— Φιλενάδες σου! μεγάλο θαύμα!

— Βέβαια. Δι' αυτό είμαι λυπημένος

— Και δεν γίνεναι άλλος τρόπος;

— Σαν τι τρόπος;

— Να με διορίσης εμένα αντιπρόσωπό σου, διά να φυλάξω εγώ τον λόγο σου, αφού δεν ειμπορείς να τον φυλάξης εσύ;

Ο Τρανταχτής εκάγχασεν.

— Έχεις βλέπω μεγάλας απαιτήσεις, είπε.

— Χάριν αν θέλης να σου κάμω, είπεν απαθώς ο Σκούντας, άλλως δεν ανακατόνομαι.

— Καλά.

— Και θα μου πης τέλος πάντων τι φιλενάδες είνε αυταίς, και ποίου είδους υπόσχεσιν ταις είχες δώσει;

— Παραιτείσαι από την άλλη απαίτησί σου;

— Ποιάν άλλη;

— Διά να με αντιπροσωπεύσης;

— Ω, αυτό το είπα χωρατά, είπεν ο Σκούντας.

— Να, διάβολε, τι είνε, είπεν ο Τρανταχτής. Αυτό είνε όλο όλο.

Και εκβαλών εκ του θυλακίου του κλείδα νεωστί κατασκευασμένην την έδειξε προς τον ομιλητήν του.

— Αυτό; Και τι είνε αυτό;

— Το βλέπεις, κλειδί είνε.

— Το βλέπω ότι είνε κλειδί, αλλά με αυτό δεν εννοώ τίποτε.

Ο Τρανταχτής έσεισε τους ώμους.

— Διά ποίον σκοπόν είνε αυτό το κλειδί; επανέλαβεν ο Σκούντας.

— Δι' αυτό δεν ξεύρω ούτ' εγώ.

— Αλλ' όμως ξεύρεις ποιος σου το έδωκε και διά ποίον είνε.

— Α, όσον δι' αυτό, μάλιστα.

— Αυτό σ' ερωτώ κ' εγώ.

— Λοιπόν επιμένεις να το μάθης;

— Αν θέλης να μου το πης.

— Ξεύρεις την γνωριμία μου, την αδελφή Βεάτη;

Ο Σκούντας έκαμε κίνημά τι, ελέγχον συγκίνησιν. Αλλ' όμως προσεποιήθη απάθειαν.

— Πού να την ξεύρω;

— Ξεύρεις το μοναστήρι των γυναικών;

Νέον κίνημα έκαμεν ακουσίως ο Σκούντας.

— Το έχω ακουστά, αλλά δεν υπήγα ποτέ.

 — Λοιπόν η Βεάτη, μου είνε γνωστή από τον υποκριτήν εκείνον τον
Δερμίνην, οπού σου είχα διαβάσει το γράμμα του.

— Ποίον Δερμίνην;

— Τον θαλαμηπόλον του καρδιναλίου.

— Ενθυμούμαι.

— Λοιπόν αυτή η Βεάτη μου παρήγγειλε να της κάμω ένα κλειδί.

— Α!

— Και μου έστειλε τον τύπον.

— Εννοώ.

— Λοιπόν το κλειδί είνε αυτό.

— Καλά.

— Και της υποσχέθηκα να της το φέρω αύριον.

— Λοιπόν;

— Λοιπόν, επειδή αύριον έχω εργασίαν, δεν έχω καιρόν να της το φέρω, και είνε αρκετά μακράν.

Ο Σκούντας εφαίνετο σύννους.

— Τι συλλογίζεσαι; τω είπεν ο Τρανταχτής.

— Τίποτε.

— Πώς σου φαίνεται αυτό το κλειδί; Δεν είνε παράξενο;

— Τι παράξενο; είπεν ο Σκούντας υποκρινόμενος άγνοιαν.

— Πρώτον, διατί να μου το παραγγείλη, εις εμένα, να της το κάμω;

— Αφού είνε γνώριμη, υπέλαβε μετ' επιπλάστου αφελείας ο Σκούντας.

— Και από πότε εις το μοναστήριον έχουν ανάγκην των γνωρίμων του διά να προμηθευθώσι κλειδιά;

— Δεν ειξεύρω, είπεν ο Σκούντας.

— Δεύτερον, διατί να μου στείλη κήρινον τύπον διά το κλειδί;

— Ποιος ξεύρει, είπε μετ' αδιαφορίας ο Σκούντας.

— Δεν σου φαίνεται παράξενο;

— Τι να πω κ' εγώ; εσύ μπορεί τα ξεύρης,

Αφότου ήκουσε περί της κλειδός και περί του μοναστηρίου ο Σκούντας, είχε πέσει εις βαθείαν σύννοιαν, ην μάτην προσεπάθει να συγκαλύψη. Φαίνεται ότι εγίνωσκεν ούτος ότι η Αϊμά ευρίσκετο εν τω ειρημένω μοναστηρίω, ο δε Τρανταχτής ηγνόει το πράγμα.

— Και τώρα τι να κάμω εγώ; είπεν ο Τρανταχτής. Έχω εκείνην την δουλειά όπου ξεύρεις αύριο, και δεν ειμπορώ να πάγω εκεί.

— Τι να σε κάμω! είπεν ο Σκούντας μετ' άκρας απαθείας.

— Δεν θα ήτο άσχημον να εύρισκα μέσον να το στείλω.

— Ειμπορεί να εύρης.

— Ειξεύρεις κανένα;

— Εγώ; όχι, Μα το Ναι.

— Και τι έλεγες πρωτήτερα;

— Διά να πάγω εγώ; Εχωράτευα, είπεν ο Σκούντας.

— Ώστε έχεις και συ δουλειά;

— Δεν πιστεύω, αλλά τι με μέλει;

— Δεν σε μέλει λοιπόν διά την δυσκολίαν του φίλου σου;

— Ποίαν δυσκολίαν;

— Είνε μία δυσκολία αυτό δι' εμέ, είπεν ο Τρανταχτής. Δεν θέλω να δυσαρεστήσω την Βεάτην.

Ο Σκούντας έσεισε τους ώμους.

— Λοιπόν δεν γίνεται; είπεν ο Τρανταχτής.

— Τι πράγμα;

— Δεν μπορείς να πάγης;

— Πού;

— Εις το μοναστήρι.

— Με τα σωστά σου το λες;

— Δεν είνε τρόπος;

— Ω διάβολε, τρόπος.

— Ώστε θα μ' αφήσης εις την στενοχωρίαν;

— Να ήτο στενοχωρία, ναι. Αλλ' αυτό δεν μου φαίνεται σπουδαίον.

— Δεν σου φαίνεται; Νόστιμον.

— Ας είνε όσον νόστιμον θέλει.

— Ας αφήσωμε τα λόγια, είπεν ο Τρανταχτής. Θα υπάγης;

— Διάβολε! επιμένεις, βλέπω.

— Βέβαια επιμένω. Τόσο χατήρι δεν έχω;

— Τι να σου πω;

— Θα πάγης;

— Εσύ πρέπει να έχης λόγον να επιμένης τόσον, είπε μετά προσποιήτου ευηθείας ο Σκούντας.

— Λόγον; Ειμπορεί να έχω.

— Και δεν επιμένω να μου τον πης.

— Και να επιμείνης δεν σου λέγω τίποτε τώρα. Άλλην φοράν, μάλιστα.

— Λοιπόν απαιτείς να πάγω;

— Απαιτώ.

— Θα πάγω τότε, τι να γένη.

— Εύγε, είσαι φίλος, είπεν ο Τρανταχτής. Φίλος διά φίλου σώζεται.

Και τω έδωκε την κλείδα. Ο Σκούντας την έλαβε και την έκρυψεν εις την ζώνην του.

Και ιδού πώς ο Τρανταχτής ενόμισεν ότι &κατάφερε& τον Σκούνταν να τω κάμη την χάριν ταύτην, ενώ ούτος επίστευε πάλιν εν συνειδήσει, ότι αυτός ήτο ο πείσας τον Τρανταχτήν να τον πέμψη εις την αποστολήν ταύτην, και να τω είπη και &ευχαριστώ&.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΒ'.

Μαθήματα συλλαβισμού.

Όσον ασύστατοι και αν ήσαν αι επαγγελίαι του Τρέκλα, ας ο Μάχτος εξεβίασε παρ' αυτού, ουχ ήττον κατώρθωσεν ο δίπους σύντροφος του Χόμο να τύχη πληροφοριών τινων περί της Αϊμάς και περί του κελλίου εν ώ ευρίσκετο εγκαθειργμένη αύτη. Έμαθε δε τούτο παρά της αδελφής Βεάτης, ήτις δεν ήτο φειδωλή λόγων, ουδ' απέφευγεν ουδεμίαν αφορμήν συνδιαλέξεως ή εξηγήσεως, προκειμένου περί πραγμάτων κινούντων την ιδίαν αυτής φιλοπραγμοσύνην. Ο Τρέκλας μαθών άπαξ ό,τι επεθύμει, περιέμεινε μεθ' υπομονής την στιγμήν καθ' ην απεμακρύνθη η Βεάτη εκ του μαγειρείου, και τότε έσπευσε ν' αναβή τας λιθίνας και ευρωτιώσας βαθμίδας της κλίμακος, ήτις ανήγεν εις το πρώτον πάτωμα, και εκείθεν ανήλθεν εις το δεύτερον και εις το τρίτον. Τέλος έφθασεν εις το υπερώον, όπου ήτο κεκλεισμένη η Αϊμά.

Ο Τρέκλας είχεν εκλέξει την στιγμήν καθ' ην αι μοναχαί έμελλον να καθίσωσιν εις την τράπεζαν, ώστε αναβαίνων χανδόν και μετά του συνήθους αυτώ υποσκασμού τας τρεις κλίμακας, δεν εφοβείτο μη συναντήση μοναχήν τινα δυναμένην να ενοχλήση αυτόν, και να τον ερωτήση πού διηυθύνετο.

Ότε έφθασεν ενώπιον της κλειστής θύρας του δευτέρου δωματίου, ο Τρέκλας υπέστη συναίσθημά τι αόριστον. Τω εφάνη ότι ησθάνετο παρουσίαν ανθρώπου όπισθεν της κεκλεισμένης θύρας.

— Εδώ πρέπει να είνε, εψιθύρισεν.

Επλησίασε και έκρουσε δειλώς. Παραχρήμα φωνή ηκούσθη έσωθεν.

— Ποίος είνε;

— Εδώ μέσα είσαι; ηρώτησεν ο Τρέκλας.

— Εδώ, απήντησεν η φωνή.

— Χαιρετίσματα απ' τον αδελφό σου, είπεν ο Τρέκλας.

— Τον αδελφό μου;

— Τον Μάχτο. Έτσι δεν τον λένε;

— Τον είδες;

— Τον είδα, και έχει σκοπόν να έλθη.

— Ο Μάχτος! εξεφώνησε περιχαρής η Αϊμά.

— Ο Μάχτος, βέβαια, είπε παρωδών ο Τρέκλας, συναισθανθείς ότι δεν ηδύνατο να βεβαιώση το πράγμα.

— Ω Μάχτο! είπεν η Αϊμά.

— Να είσαι έτοιμη, είπεν ο Τρέκλας.

— Έτοιμη;

— Θα έλθη να σε πάρη.

— Ω, πότε; είπεν η Αϊμά.

— Σε λίγο, είπε διφορουμένως ο Τρέκλας.

— Καλώς να έλθη. Ω Μάχτο!

— Μου έδωκε κ' ένα γράμμα, είπεν ο Τρέκλας.

— Γράμμα;

— Ναι. Αλλά πώς να σου το δώσω;

— Δεν ειμπορείς απ' την κλειδότρυπα; είπεν η Αϊμά.

— Να δοκιμάσω, απήντησεν ο Τρέκλας.

Και σχηματίσας τον φάκελλον εις λεπτόν κύλινδρον, επειράθη να εισαγάγη αυτόν διά της οπής. Μετά πολλούς αγώνας, ουδέν κατώρθωσεν.

— Είνε μπατάλικο το γράμμα, είπεν ο Τρέκλας. Πολύ χονδρό χαρτί.

— Τώρα πώς να γείνη;

— Θέλεις να το ξεβουλλώσω, και να το κόψω εις δύο;

— Κάμε όπως θέλεις, είπεν η Αϊμά.

Ο Τρέκλας απεσφράγισε τον φάκελλον, και έκοψε τον χάρτην εις δύο. Είτα εσχημάτισε δύο μικρούς κυλίνδρους. Εν τω μεταξύ δε το βλέμμα του έπεσεν εις το περιεχόμενον της επιστολής, και καλέσας εις βοήθειαν τα ολίγα μαθήματα αναγνώσεως, άτινα είχε διδαχθή κατά την παιδικήν του ηλικίαν εις την Οκτώηχον παρά του ψάλτου της ενορίας του, ανέγνω τα εξής:

«Αδελφή μου Αϊμά. Αφότου έφυγες, νύκτα και ημέραν σε ζητώ. Έμαθα πού ευρίσκεσαι. Όσον υψηλοί και αν είνε οι τοίχοι, θα τους υπερβώ, όσον στερεοί και αν είνε οι μοχλοί θα τους παραβιάσω. Θα έλθω να σ' εύρω, αδελφή μου· αισθάνομαι την δύναμιν ότι θα το κατορθώσω. Θα σ' εύρω, και θα έλθης μαζή μου, και θα ζήσωμεν μαζή εις μίαν άκρην της γης. Μακράν οι γονείς και οι αδελφοί, μακράν οι εχθροί και οι φίλοι. Ημείς οι δύο αρκούμεν εις ημάς. Κανένα μη ακούης, κανένα μη εμπιστεύησαι, κανείς άλλος δεν σε αγαπά, μόνος εγώ. Είνε ανάγκη να έλθης πλησίον μου, και εγώ δύναμαι να υπάγω διά σε εις την άκρην του κόσμου. Και αν δεν σ' εύρω, αν δεν σε ίδω πλέον, αν σε χάσω διά πάντοτε, Αϊμά, είξευρε ότι δεν δύναμαι πλέον να ζω και ότι ο κόσμος είνε μαύρος δι' εμέ, μαύρος ο ουρανός, ο οποίος με σκεπάζει, Αϊμά, μαύρη η γη, οπού πατώ, μαύρον το φως που με φωτίζει, όλα μαύρα, κατάμαυρα. Από σε περιμένω το φως, από σε την δρόσον, από σε τον αέρα, Αϊμά, και χωρίς εσέ όλα είνε σκότος, όλα βάσανος, και όλα κόλασις. Από σε ελπίζω να με συντροφεύσης εις τον έρημον τούτον κόσμον, και να με βοηθήσης να ζήσω την ζωήν μου, Αϊμά, και αν αποθάνω, να αποθάνω εις τους πόδας σου. Ο αδελφός σου, Μάχτος».

Η ανάγνωσις αύτη ενεποίησεν αλλόκοτον εντύπωσιν εις τον Τρέκλαν, και άκων εψιθύρισεν·

 — Αδελφή του! Με πόσον πόνον γράφει!… Και είνε αδελφή του. Α!
ειξεύρω τι αδελφή του είνε!

Προσέτι ο Τρέκλας εξέφερεν άκων και έν επιφώνημα, το εξής·

— Α! κ' εγώ κ' εγώ το έπαθα! Μην εμπιστεύεσαι, πτωχέ νέε! Είνε όλαις άπισταις, όλαις!

Εφαίνετο δε ότι η ανάγνωσις της επιστολής ταύτης ήνοιξε πληγήν εις το στήθος του Τρέκλα. Τούτο ήτο αναμφιβόλως τιμωρία του εγκλήματος, όπερ εξετέλεσε παραβιάσας την αλλοτρίαν επιστολήν και καταχρασθείς την εμπιστοσύνην.

Εν τούτοις κατώρθωσε τώρα να εισαγάγη διά της οπής τα δύο τεμάχια.
Η Αϊμά τα ήρπασεν.

— Έχεις τίποτε να παραγγείλης διά τον Μάχτον; ηρώτησεν ο Τρέκλας.

Η Αϊμά δεν ήκουσεν. Έρριψε το βλέμμα επί της επιστολής. Αλλά δεν ηδύνατο να την αναγνώση.

 — Έχεις τίποτε να παραγγείλης; επανέλαβεν η φωνή του Τρέκλα. Εγώ
θα φύγω τώρα.

Η Αϊμά διετέλει εν αμηχανία, σκεπτομένη τι ηδύνατο να παραγγείλη χωρίς ναναγνώση την επιστολήν.

— Περίμενε, σε παρακαλώ, μίαν στιγμήν, είπε.

— Θα μ' εύρουν εδώ, και θα την έχω κακά. Κρυφά ήλθα.

Η Αϊμά προσεπάθει εις μάτην να συλλαβίση τα γράμματα.

Μία των λίαν μεμακρυσμένων και τεθαμμένων εν τη μνήμη αναμνήσεών της ήτο και αύτη. Ενεθυμείτο ότι είχε διδαχθή ανάγνωσιν, εν βρεφική σχεδόν ηλικία. Αλλ' επί μακρά έτη ουδέν βιβλίον είχεν αναγνώσει, και ελησμόνησε τα στοιχειώδη εκείνα μαθήματα. Τη ήλθε προς στιγμήν η ιδέα να ερωτήση τον Τρέκλαν αν είξευρεν ανάγνωσιν και να διαβιβάση διά του αυτού μέσου το γράμμα προς αυτόν, όπως τη το αναγνώση. Αλλ' απετράπη το μεν ένεκα της ανυπομονησίας του Τρέκλα όπως απέλθη, το δε εκ της επιθυμίας ην είχε ναναγνώση μόνη της την επιστολήν. Έπειτα η Αϊμά, κατά τας μακράς εκείνας ώρας της αυχμηράς μοναξιάς, ας διήγεν εν τη ειρκτή, έμελλε να εύρη έργον και ψυχαγωγίαν τινά εις την προσπάθειαν ταύτην. Απήντησε λοιπόν εις την ερώτησιν του Τρέκλα·

— Ειπέ του Μάχτου ότι είμαι καλά, και τον περιμένω.

— Άλλο τίποτε;

— Και ότι το γράμμα του δεν το διάβασα ακόμα.

— Καλά.

— Και τον ευχαριστώ.

— Πολύ καλά, είπε μορφάσας ο Τρέκλας.

— Και σ' ευχαριστώ διά τον κόπον οπού έλαβες.

— Έλα δα!

Και ο Τρέκλας απήλθε μυρμυρίζων·

— Α! αδελφή του. Κ' εγώ είχα τέτοιας λογής αδελφήν. Τώρα δεν έχω πλέον, μου έφυγε. Μα να σου πω, μου έκαμε και τη χάρι.

Απελθόντος τούτου, η Αϊμά ενέκυψεν εις το υπερφυές τούτο έργον, του να δυνηθή ναναγνώση το χειρόγραφον εκείνο χωρίς να έχη βεβαιότητα ότι είξευρε γράμματα. Μετά μακρούς αγώνας, τινών γραμμάτων η προφορά επανήρχετο εις την μνήμην της, άλλα δε τινα δεν τα ενεθυμείτο. Κατήντησε δε να κάμνη επί του χάρτου εκείνου μαθηματικούς υπολογισμούς, συγκρίνουσα το σχήμα των ομοίων, και ζητούσα να φθάση εκ των γνωστών εις τα άγνωστα. Αλλά μάτην.

Μετά πολύωρον και επίμοχθον εργασίαν, είχε φθάσει εις ατελέστατον πόρισμα, και ανεγίνωσκε τας πρώτας γραμμάς ως εξής «Αδελφή μου Αϊμά». Την πρώτην ταύτην φράσιν έλαβεν ως δεδομένον. Κατ' αρχάς ανεγίνωσκεν &Αϊμά& την πρώτην λέξιν. Αλλ' ακολούθως ηρίθμησε τα γράμματα της λέξεως &αδελφή&, και τη εφάνησαν παραπολλά. Η λέξις &Αϊμά& είχε τέσσαρα μόνον γράμματα, περί τούτου είχε βεβαιότητα. Μεταβάσα λοιπόν εις τας επομένας λέξεις, είδεν ότι η τρίτη είχε τω όντι τέσσαρα γράμματα. Αυτή άρα έπρεπε να λέγη &Αϊμά&. Όθεν κατά συμπερασμόν παρεδέχθη, &αδελφή μου Αϊμά&. Είτα παρέβαλε το πρώτον γράμμα της λέξεως &αδελφή& και το πρώτον και τελευταίον της λέξεως &Αϊμά&, και ανεγνώρισε την γραπτήν μορφήν του φθόγγου &Άλφα&. Ακολούθως παρέβαλε την του &Μυ&. Τέλος μετά πολλούς κόπους ανεγίνωσκεν ούτω: Αδελφή μου Αϊμά,.. Αφ… εφ… ε……. αι ημέ. α..έ. η… Εμα. ου.. ε.. αι. Οίον.. ηλο.. αι ά…. αι ο. .ο. ο .ά..ου… Και ούτω καθεξής.

Ύστερον όμως προχωρούσης της παραβολής, κατώρθωσε να εξακριβώση και άλλων στοιχείων το σχήμα και την φωνήν, και ανεγίνωσκεν:

Αδελφή μου Αϊμά, Αφότου έφυγες, ν., τα καΐ ημέραν σε ζητώ. Έμαθα πού ε. ρίσ. εσαϊ. Όσον υ.ηλοί καΐ αν εϊναϊ οι τοϊ — χοϊ θα τους… Και τα λοιπά.

Τέλος μετά μακρούς και απιστεύτους αγώνας, κατώρθωσε να εννοή μέρος τι του περιεχομένου της επιστολής. Η ημέρα δε είχε κλίνει προς την δύσιν, και η Αϊμά ησχολείτο εισέτι εις το επίπονον τούτο έργον. Αίφνης ήκουσε την περιστροφήν της κλειδός εις το κλείθρον. Έκρυψε ταχέως τα δύο τεμάχια του χάρτου εις τον κόλπον της, και ανωρθώθη όπως δεχθή την συνήθη επίσκεψιν της Σιξτίνης.

Ήλπισεν ότι την φοράν ταύτην θα ετύγχανεν η μοναχή ευκαιρίας όπως τη διηγηθή την ιστορίαν εκείνην, ην είχε διακόψει την προλαβούσαν νύκτα η απότομος της ηγουμένης είσοδος. Αλλ' ότε η θύρα ηνοίχθη, εξεπλάγη η Αϊμά.

Η εισελθούσα δεν ήτο η αδελφή Σιξτίνα. Ήτο γραία τις μοναχή, ην πρώτην φοράν έβλεπεν η έγκλειστος. Εχαιρέτισε την Αϊμάν και εκάθισεν.

— Είμαι η αδελφή Καρμήλη, είπε, και έλαβον ευχήν από την ηγουμένην να αντικαταστήσω τακτικώς την αδελφήν Σιξτίναν εις την διακονίαν ταύτην.

Η Αϊμά υπεκλίθη.

— Τούτο εφρόντισεν η ηγουμένη διά την σωτηρίαν σου, διά να μη αμαρτήσης. Τα βιβλία λέγουν· &βαριτάτεμ δίξιτ λίγγουα μέα&.

— Και η αδελφή Σιξτίνα; ηρώτησε μετά λύπης η Αϊμά.

— Δεν θα έλθη πλέον, απήντησεν η Καρμήλη. Η ηγουμένη, της ώρισεν άλλο διακόνημα.

Η Αϊμά εσιώπησεν.

— Εκ του στόματός μου, επανέλαβεν η μοναχή, δεν θα εξέλθη λόγος ψευδής, ουδέ δόλον θα μελετήση η καρδία μου. &Λαβάμπο ιν ιννοτσέντιμπονς μάνους μέας&.

Η Αϊμά ουδέ λέξιν ενόει εκ των λεγομένων υπό της αδελφής Καρμήλης.

— Ελπίζω ότι έχεις αγίους λογισμούς εις τον νουν σου, κόρη μου, και δεν επιθυμείς τα μάταια του κόσμου. &Νόλι ιντροδούτσερε νος ιν τεντατσιόνεμ.&

Η νεάνις εθεώρει μετ' εκπλήξεως και αλλόκοτος της εφαίνετο η γλώσσα της γυναικός ταύτης.

Η αδελφή Καρμήλη είχεν από μακρού χρόνου την έξιν ταύτην, να μη δύναται ουδέ λέξιν να προφέρη χωρίς να παραθέτη, συγχρόνως λατινικά κείμενα εκ της Βουλγάτας, ων δεν ενόει μεν την έννοιαν, αλλ' ενίοτε συνέπιπτεν ώστε η σημασία αυτών να συμφωνή τυχαίως προς τα υπ' αυτής λεγόμενα. Τούτο δε προήρχετο εκ του ότι αι συνδιαλέξεις της δεν εξήρχοντο ποτέ εκ του κύκλου των ρητών, όσα είχεν αποστηθίσει. Ο λόγος της ήτο πάντοτε ψηφιδωτόν εκ τεμαχίων διδαχών, και ουδεμίαν εξεστόμιζε φράσιν χωρίς να αποβλέπη προς ψυχικήν οικοδομήν των ακροατών. Παρακατιόντες δε θα ίδωσιν οι αναγνώσται πόσον εκήδετο υπέρ της ψυχικής σωτηρίας του πλησίον.

— Λοιπόν, τέκνον μου, επανέλαβε, μη περιφέρης τον νουν σου εδώ και εκεί, και φύλαττε τας αισθήσεις σου καθαράς από παντός ρύπου. Μη επαφήνης ραθύμως τας χείρας σου εις τα μέλη της σαρκός σου, και μη δίδης χώραν εις σαρκικούς γαργαλισμούς και ακαθάρτους επιθυμίας, αίτινες θα καταστήσωσι τα μέλη σου σκεύος άχρηστον εις την άσκησιν της αρετής. Φύλαττε τον νουν σου και την καρδίαν σου άσπιλον, και μη συλλάβης μεμολυσμένην φαντασίαν, ήτις θα κάμη την σάρκα σου να ασπαίρη εκ της επιθυμίας. &Κουινόν εξ σαγγούιμπους νέκουε ας βολουντάτε κάρνις νάτι σουντ.&

Η Καρμήλη εθεώρει ατενώς την Αϊμάν. Αλλ' αύτη δεν έδειξεν επί της όψεως ουδέν σημείον ότι είχεν εννοήσει τους λόγους της μοναχής. Εν τούτοις αύτη εξηκολούθησε να λέγη αναλυτικώτερον·

— Φύλαττε τον νουν σου, φύλαττε την καρδίαν σου, φύλαττε το μέλη του σώματός σου από παντός μολυσμού. Μη σχηματίσης ίνδαλμα σατανικού έρωτος και παχυλήν εικόνα γεώδους και ενύλου πάθους εντός της φαντασίας σου. Μη γαργαλισθής υπό σαρκικού ερεθισμού, διότι τάχιστα θα πέσης εις την αμαρτίαν. Η φαντασία γεννά την επιθυμίαν, και η επιθυμία την έμπρακτον πείραν της αμαρτίας. Τα είδη της αμαρτίας είνε πολλά και πολλαχώς διαιρούνται. Προκλήσεις εις ασέλγειαν, βλέμματα, νεύματα πορνικά, ένθερμοι πνοαί, στεναγμοί, αφαί, ερείσματα, εμπαθείς ασπασμοί, κνίσματα, εναγκαλισμοί, προστρίψεις, περισφίγξεις, συγκυλισμοί, εκμυζήσεις, δακτυλισμοί, καταγλλωττίσματα, λεσβιασμοί, ασέλγειαι κατά φύσιν, ασέλγειαι παρά φύσιν, αιμομιξίαι, κτηνοβασίαι και άλλα. Πας άνθρωπος δεν υπόκειται εις όλα ταύτα, αλλά πίπτει άλλος εις άλλα. Αλλ' όμως καλόν είνε να φυλάττηται, κόρη μου, εξ όλων τούτων. &Έκτσε ένιμ ιν ινικουιτάτιμπους κοντσέπτους σουμ ετ ιν πεκκάτις με γκένουιτ μάτερ μέα&.

Η ατυχής Αϊμά ήκουεν έκπληκτος τας αγνώστους ταύτας λέξεις, χωρίς να εννοή τι εσήμαινον. Εν τούτοις ενόμισε χρέος της ναπαντήση δι' ολίγων εις τας παρακελεύσεις ταύτας, διότι άλλως ήθελε φανή ψυχρά και αγνώμων εις την προθυμίαν της αδελφής Καρμήλης.

— Σ' ευχαριστώ, μήτερ μου, είπεν, όπου μου δίδεις αυτάς τας καλάς συμβουλάς. Θα τας ακολουθήσω και ελπίζω να ωφεληθώ.

Σημειωτέον ότι η Αϊμά κατά τας ολίγας ημέρας, καθ' ας διέμενεν εν τω μοναστηρίω, είχε συνηθίσει να επιτηδεύηται οπωσούν την γλώσσαν της, και έμαθε να ομιλή άλλως, ή ως ήτο πρότερον συνειθισμένη. Επτά ή οκτώ συνεντεύξεις μετά της Σιξτίνης και μία ή δύο μετά της ηγουμένης ήρκεσαν να μεταδώσωσιν αυτή χροιάν τινα σεμνοτυφίας, ην ουδέ κατ' όψιν εγίνωσκε πρότερον.

Μετά τινας άλλας παρατηρήσεις προσέτι, ας ο χρονογράφος δεν απεμνημόνεσε μετ' ίσης ακριβείας, η Καρμήλη απεχαιρέτισε την Αϊμάν. Αλλά πριν ή εξέλθη, ενεθυμήθη ν' απευθύνη προς αυτήν τελευταίαν τινά συμβουλήν, ην ενόμιζε λίαν επείγουσαν. Εστάθη κρατούσα ημίκλειστον την θύραν, και στραφείσα προς την νέαν τη είπε·

— Μη λησμονήσης να είπης την προσευχήν σου πριν να κοιμηθής. Η νυξ είνε το μέγα κράτος της αμαρτίας, είνε η κονίστρα του πονηρού δαίμονος. Οι πονηροί λογισμοί ενδύονται σχήμα ελκυστικών ονείρων και παρουσιάζονται καθ' ύπνον εις την ακρατή νεότητα, ψιθυρίζοντες εις τα ώτα αυτής λόγους διεγερτικούς προς την φιληδονίαν. Κλείσον τους οφθαλμούς σου εις τας απατηλάς όψεις, κλείσον τα ώτα σου εις τους ακολάστους ψιθυρισμούς. Ο ύπνος κοιμίζει το πνεύμα και διεγείρει την σάρκα εις την ακάθαρτον επιθυμίαν της ηδονής. Φυλάξου, κόρη μου. &Δεζιδέριουμ γένουιτ πεκκάτουμ, ετ πεκκάτονμ γένουιτ μόρτεμ&. Και απήλθε κλειδώσασα επιμελώς την θύραν. Η Αϊμά έμεινε μόνη εν τη νυκτερινή μοναξία, προς ην είχεν εξοικειωθή, μόνη μετά του νυσταλέου λύχνου, και της επιστολής του Μάχτου, ην δεν ηδύνατο ναναγνώση.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΓ'.

Γραφή καθ' υπαγόρευσιν.

Ίσως διηπόρησεν ήδη ο αναγνώστης πώς κατώρθωσεν ο Μάχτος να γράψη την περίφημον ταύτην επιστολήν. Θα απαντήσωμεν εις την ερώτησιν ταύτην, τοσούτω μάλλον, όσω και άλλο κενόν συμπληρούται διά της απαντήσεως ταύτης, το εξής: Πόθεν εγίνωσκεν ο Σκούντας ότι η Αϊμά ευρίσκετο εν τω μοναστηρίω;

Και ηδύνατο μεν ο Σκούντας είτε κατά συγκυρίαν είτε εξ ερεύνης να μάθη πού ευρίσκετο η Αϊμά, όπως το είχε μάθει και ο Μάχτος. Αλλ' η τύχη, η ειρωνεία αύτη του Θεού, η καταγελώσα ασπλάγχνως πάσαν ελπίδα και ματαιούσα πάντα αγώνα, η τύχη, ηθέλησεν ώστε ο Σκούντας να μάθη τούτο παρ' αυτού του Μάχτου.

Δύο ή τρεις ημέρας μετά την εξαφάνισιν της Αϊμάς, ευρέθη ο Μάχτος περιπατών παρά τον αιγιαλόν, ονειροπολών, στενάζων και νομίζων εαυτόν άξιον οίκτου, υπέρ παν ανθρώπινον πλάσμα. Τότε περιφέρων εική το βλέμμα τήδε κακείσε, είδε μακρόθεν το καπηλείον του Κατούνα, όπερ αναπαρίστα εις τας όψεις αυτού την προχθές συμβάσαν αξιοθρήνητον σκηνήν. Προέβη δε ακουσίως σχεδόν προς το μέρος εκείνο, και δεν ηδυνήθη να μη εισέλθη.

Την προτεραίαν είχε μάθει παρά του φρουρού πού είχον μεταφέρει την Αϊμάν, και προς τοις άλλοις σχεδίοις άτινα ανεκύκλου εν τω νω, ήτο και το σχέδιον μιας επιστολής, ην ώφειλεν αντί πάσης θυσίας να πέμψη προς την έγκλειστον. Ησθάνετο δε παράδοξον θάρρος, όπως εκχύση εις τον χάρτην μέρος του υπερχειλούς αισθήματος, όπερ κατέκλυζε την καρδίαν του. Και ταύτα μεν καλώς, αλλά πώς να γράψη, αφού δεν εγίνωσκε γράμματα; Ήλπιζε να συναντήση αγαθόν τινα άνθρωπον, εις ον να υπαγορεύση τα αισθήματά του. Ότε εισήλθεν εις το παράπηγμα του Κατούνα, ήτο μεστός της ιδέας ταύτης.

Ο Μάχτος εκάθισεν επί σκίμποδος εγγύς της θύρας, και έβλεπε μελαγχολικώς το πέλαγος. Παρήγγειλεν εις τον κάπηλον να τω φέρη ποτήριον οίνου και ύδατος. Ο Κατούνας τον αναγνώρισεν, αλλ' ουδέν είπεν αυτώ.

Δύο ή τρεις θαμώνες ευρίσκοντο εν τω καπηλείω. Είς τούτων ήτο ο Σκούντας. Ο Μάχτος αν και εγνώριζεν αυτόν, δεν είχεν αφορμήν ίνα συλλάβη κακήν ιδέαν. Εν τούτοις ο Σκούντας εθεώρει αυτόν λοξώς.

Ο Μάχτος καλέσας τον κάπηλον τω είπε κρυφίως·

— Ειξεύρεις γράμματα;

— Δεν ειξεύρω, απήντησεν ο Κατούνας.

— Δεν είνε κανείς άλλος εδώ να ειξεύρη; ηρώτησεν ο νέος.

Ο Κατούνας τω έδειξε διά της χειρός τον Σκούνταν. Το βλέμμα του Μάχτου εστράφη προς αυτόν.

 — Τι τρέχει; ηρώτησεν ο Σκούντας παρατηρήσας ότι ωμίλουν περί
αυτού.

— Τίποτε, απήντησεν ο Κατούνας. Ο φίλος εδώ κάτι μ' ερωτά.

— Και τι σ' ερωτά; είπεν ο Σκούντας μετ' αυξομένης περιεργείας.

Και καταλιπών την θέσιν του, διευθύνθη προς το μέρος του Μάχτου.

— Μ' ερωτά αν ξεύρης γράμματα.

— Ξεύρω, είπε μετά προθυμίας ο Σκούντας.

— Φίλε μου, είπε συσταλείς ο Μάχτος, ερωτούσα εδώ τον ταβερνάρη αν ειμπορή να μου κάμη ένα γράμμα….

— Εγώ ειμπορώ, είπεν ο Σκούντας.

— Τότε….

— Σώνει να θέλης, είπεν ο Σκούντας, ειμπορώ να σου κάμω.

— Ευχαριστώ, είπεν ο Μάχτος. Αυτό ήθελα κ' εγώ.

 — Ύπαγε να εύρης χαρτί, Κατούνα, είπε προστακτικώς ο Σκούντας.
Βλέπεις ότι θέλομεν να κάμωμεν γράμμα.

Και ο Κατούνας υπήκουσεν.

Ο Μάχτος υπηγόρευσε μετ' εμπιστοσύνης την γνωστήν επιστολήν, και ο Σκούντας εχάραττεν ανελλιπώς τα υπαγορευόμενα. Μεταξύ δε, γράφων, ετόλμησε να ερωτήση τον Μάχτον·

— Και πού ευρίσκεται τώρα η αδελφή σου;

Ο Μάχτος ουδεμίαν είχεν αφορμήν ίνα ψευσθή, και απήντησεν ότι ευρίσκετο εις το γυναικείον μοναστήριον.

Εντεύθεν λοιπόν εγίνωσκεν ο Σκούντας το καταφύγιον της Αϊμάς, καθ' ον χρόνον ο Τρανταχτής τω ανέθηκεν την απροσδόκητον εκείνην αποστολήν, ίνα κομίση προς την Βεάτην την αντικλείδα, ην αυτός ο Μάχτος είχε πάλιν κατασκευάσει.

Και έπειτα λέγει ο Ρωμαίος σατυρικός, ότι ημείς οι άνθρωποι θεοποιούμεν την τύχην.

Περί όρθρον της επιούσης εγερθείς ο Σκούντας ήρχισε την οδοιπορίαν, και μικρόν μετά την ανατολήν του ηλίου έφθασεν εις το μοναστήριον. Ο πυλωρός τω προέτεινε δυσκολίας. Αλλ' ο Σκούντας εζήτησε θαρραλέως την Βεάτην, και μετ' ολίγον ήλθεν αύτη εις τον Πυλώνα. Ο Σκούντας τη εσύριξε μακρόθεν το όνομα του Τρανταχτή και η μοναχή έσπευσε να διατάξη να τον εισαγάγωσιν.

Ο Σκούντας δι' ολίγων λέξεων εξήγησεν ότι ο φίλος του Τρανταχτής, τυρβάζων περί σπουδαίας υποθέσεις, δεν εσχόλαζε να έλθη, και έπεμψεν αυτόν προς την Βεάτην. Η μοναχή ευηρεστήθη εκ της προθυμίας και εκ των φιλοφρόνων τρόπων του Σκούντα, και τον προσεκάλεσεν εις το μαγειρείον.

— Λοιπόν έφερες το κλειδί; τω είπε μυστηριωδώς.

— Ποιο κλειδί; ηρώτησε μετ' άκρας φυσικότητος ο Σκούντας.

— Το κλειδί που του παρήγγειλα να μου φτειάση, απήντησεν η Βεάτη.

Ο Σκούντας εκαμώθη ότι ανακαλεί τας αναμνήσεις του, και είπεν·

— Α! τώρα ενθυμούμαι. Μου είπεν ο Τρανταχτής για ένα κλειδί.

— Και δεν σου τώδωσεν; ηρώτησεν αποθσρρυνθείσα η Βεάτη.

— Είπεν ότι θα το φέρη ο ίδιος αύριον, είπεν ο Σκούντας.

— Α, έκαμεν η Βεάτη.

— Και αν δεν ειμπορέση, θα υπάγω ο ίδιος αύριον να σας το φέρω.

— Έτσι;

— Τώρα μ' έστειλε διά να σας αναγγείλω ότι αύριον το πρωί έρχεται το κλειδί.

— Πολύ καλά.

— Και κάτι άλλας παραγγελίας ακόμα, είπεν ο Σκούντας.

— Τι παραγγελίας;

Ο Σκούντας περιέβλεψε κύκλω.

— Δεν μας ακούει κανείς; είπεν.

— Είμεθα μόνοι. Λέγε.

 — Ο φίλος μου, είπε σιγανή τη φωνή ο Σκούντας, ο φίλος μας ο
Τρανταχτής έχει συμφέρον εις μίαν υπόθεσιν.

 — Τι υπόθεσιν; ηρώτησεν η Βεάτη αισθανομένη άφατον ευδαιμονίαν,
διότι εύρε νέαν φορβήν διά την ακόρεστον αυτής περιέργειαν.

— Δεν ήλθεν εδώ κάποιος; είπεν ο Σκούντας.

— Ποιος κάποιος;

— Μία νέα… μία Γυφτοπούλα…

— Α! έκαμεν η Βεάτη, μεθ' ηδονικής εκπλήξεως.

— Δεν είνε εδώ; επανέλαβεν ο Σκούντας.

— Ο Τρανταχτής έχει λοιπόν συμφέρον διά την νέαν ταύτην;

— Βέβαια, έχει συμφέρον.

— Και ποίον συμφέρον έχει; επέμεινεν η Βεάτη.

— Δεν είνε εδώ πρώτα; ηρώτησε κατ' επανάληψιν ο Σκούντας.

— Ποίον συμφέρον έχει; είπεν αύθις η Βεάτη.

— Συμφέρον… και πολύ μεγάλο συμφέρον. Αλλά δεν μ' είπατε αν είνε εδώ αυτή.

— Την γνωρίζει λοιπόν ο Τρανταχτής; εξηκολούθησεν η Βεάτη

— Βέβαια την γνωρίζει….

— Και ποίαν σχέσιν έχει μαζή της; επανέλαβεν η Βεάτη.

 — Βέβαια πρέπει να έχη κάποιαν σχέσιν, είπε σοβαρώς ο Σκούντας.
Αλλά δεν μοι λέγετε, ευρίσκεται αυτή εδώ;

— Και διά ποίον σκοπόν ο Τρανταχτής θέλει να μάθη δι' αυτήν;

 — Έχει σκοπόν βέβαια, είπεν ανυπομόνως ο Σκούντας. Αλλ' είνε εδώ
αυτή ακόμη;

 — Εδώ είνε, είπε τέλος η Βεάτη. Αλλ' ειπέ μοι, διατί ο Τρανταχτής
ενδιαφέρεται;

— Αυτή είνε πτωχή νέα αξιολύπητη, και φαίνεται ότι ο Τρανταχτής είνε φίλος της οικογενείας της, είπεν ο Σκούντας. Και εις ποίον μέρος, παρακαλώ, κατοικεί αυτή;

 — Παντού ανακατόνεται αυτός ο ευλογημένος ο Τρανταχτής, είπεν η
Βεάτη. Και πόθεν έμαθεν ότι ευρίσκεται αυτή εδώ;

 — Το έμαθεν από τον αδελφόν της, είπεν ο Σκούντας. Αλλ' ειπέτε
μοι, εις ποίον δωμάτιον κατοικεί αυτή;

 — Έχει λοιπόν και αδελφόν; επανέλαβεν η Βεάτη. Και πώς την άφησε
να την πάρουν;

 — Είνε ανόητος, ως φαίνεται, είπεν ο Σκούντας. Εις ποίον μέρος
του μοναστηρίου ευρίσκεται το δωμάτιόν της;

 — Και ειξεύρει ο Τρανταχτής με ποίον σκοπόν την έφεραν εδώ;
εξηκολούθησε να ερωτά η Βεάτη.

 — Δεν πιστεύω να το ειξεύρη, απήντησεν ο Σκούντας. Αλλά δείξατε
μοι, παρακαλώ, το δωμάτιόν της.

 — Αυτή είνε κλεισμένη μέσα, είπεν η Βεάτη. Τι την θέλεις; Πώς την
ζητείς;

— Είνε κλεισμένη; επανέλαβεν ο Σκούντας. Και δεν εξέρχεται ποτέ;

— Εγώ δεν την έχω ιδεί ακόμα, είπεν η Βεάτη.

— Δεν την έχεις ιδεί; Λοιπόν είνε φυλακωμένη;

— Την είδα από την κλειδότρυπα μόνον, είπε μηχανικώς η Βεάτη.

 — Από την κλειδότρυπα; επανέλαβεν ο Σκούντας ενθυμηθείς την
κλείδα ην είχεν εις το θυλάκιον.

 — Και διατί θέλεις να την ιδής; είπεν η Βεάτη. Ο Τρανταχτής σου
παρήγγειλε τίποτε να της πης;

— Ο Τρανταχτής… όχι μόνον ο Τρανταχτής.

— Αλλά και ποίος άλλος;

— Ο αδελφός της, είπε σκοπίμως ο Σκούντας.

— Ο αδελφός της; Και τι της παραγγέλλει ο αδελφός της;

 — Δεν ειμπορώ να της ομιλήσω κ' εγώ από την κλειδότρυπα; είπεν ο
Σκούντας.

— Δύσκολον πράγμα ζητείς… Και τι θα της είπης;

 — Θα της είπω… ασπασμούς από την οικογένειάν της, είπεν ο
Σκούντας.

 — Της τους λέγω εγώ, είπεν η Βεάτη. Δεν ειμπορώ να σ' ανεβάσω
εκεί επάνω χωρίς σκάνδαλον.

 — Και πού είνε το δωμάτιόν της; ηρώτησεν εκ νέου ο Σκούντας,
νεύων σηγχρόνως διά των οφθαλμών.

— Εκεί επάνω, είπεν η Βεάτη, και έκαμεν αόριστον χειρονομίαν.

— Πού; εκεί; επέμεινεν ο Σκούντας δεικνύων διά της χειρός.

Η Βεάτη ηναγκάσθη να δείξη το υπερώον.

 — Ας έβλεπα μόνον το δωμάτιόν της, είπεν ο Σκούντας, και δεν
επιμένω να της ομιλήσω.

 — Υπομονή, είπεν η Βεάτη· όταν νυχτώση, ειμπορούμεν ναναβώμεν
μαζή, προσέθηκε ταπεινή τη φωνή.

— Α, σας παρακαλώ, είπεν ικετικώς ο Σκούντας.

 — Αλλά δεν μ' είπες τι συμφέρον έχει ο Τρανταχτής εις την
υπόθεσιν αυτήν.

Ο Σκούντας ηναγκάσθη ν' αυτοσχεδιάση ιστορίαν τινά, και να διηγηθή αυτήν προς την Βεάτην.

— Ο Τρανταχτής ήλπιζεν ότι την βλέπεις καθ' ημέραν, και διά τούτο ήθελε να σου την συστήση να την περιποιήσαι. Ο Τρανταχτής είνε φίλος της οικογενείας της. Η οικογένειά της σύγκειται εξ εργατικών οι οποίοι, αν και Γύφτοι, είνε καλοί άνθρωποι. Μίαν εσπέραν ήρπασαν έξαφνα την Αϊμάν, και το πρωί δεν ευρέθη εις την κλίνην της. Και αν δεν ήτον ο Τρανταχτής, όστις έχει σχέσεις με όλον τον κόσμον και μανθάνει όλα τα νέα, η οικογένειά της ποτέ δεν ήθελε μάθει πού ευρίσκεται η Αϊμά. Όταν εξύπνησαν το πρωί και ηύραν την κλίνην της Αϊμάς αδειανήν, ηπόρησαν, και ήρχισαν να σταυροκοπούνται. Την επερίμεναν έως το μεσημέρι, αλλά πούποτε δεν εφάνη. Τότε ο γέρο Γύφτος έστειλε τους δυο υιούς του δεξιά και αριστερά, αλλά δεν ειμπόρεσαν νανακαλύψουν τίποτε. Ο Τρανταχτής, όστις ειξεύρει όλα τα μυστικά των, τους ελυπήθη και ανέλαβε να φροντίση. Το συμφέρον λοιπόν του φίλου μου του Τρανταχτή εις αυτήν την υπόθεσιν είνε όλως ηθικόν. Και τω όντι ο Τρανταχτής είνε χρυσή καρδιά και θυσιάζεται διά τους φίλους του. Εγώ αν ήμην, να σου πω, το κάτω κάτω, δεν θα μ' έμελεν εμέ να σκοτίζωμαι, διά μίαν Γυφτοπούλαν. Αλλά τι να γείνη; όταν εμπλέξη κανείς, ας είνε και με Γυφτοπούλαν, δεν ξεμπλέκει εύκολα. Ούτε τον διάβολο ναπαντήσης, ούτε τον σταυρόν σου να κάμης.

Ενταύθα η Βεάτη διέκοψε τον αφηγητήν.

— Πώς είπες; έμπλεξεν ο Τρανταχτής με την Γυφτοπούλαν;

— Όχι, δεν εννοούσα αυτό… Τάχα θέλω να πω ότι ανεκατώθη εις την υπόθεσιν.

— Αλλ' αντ' άλλων μοι λέγεις, είπεν η Βεάτη. Ησθάνετο δε αδημονίαν ότι δεν εκορέννυτο επαρκώς η πολυπραγμοσύνη της εκ των αυτοσχεδίων διηγημάτων του Σκούντα.

— Όχι, Μα τον Θεόν, απήντησεν ούτος, την αλήθειαν σας λέγω, έτσι να χαρώ, να έχης και καλήν ψυχήν. Αυτή είνε η αλήθεια.

Η Βεάτη ήτο έτοιμος να διηγηθή προς αυτόν τα περί της κλειδός, ην είχε παραγγείλει διά του Τρανταχτή, ότι ήτο ακριβώς προωρισμένη διά τον αυτόν σκοπόν, υπέρ ου και εκείνος διεφέρετο, κατά την αφήγησιν τουλάχιστον του Σκούντα. Αλλ' επέσχε μετ' αγώνος την γλώσσαν της, και απεφάσισε να φανή εχέμυθος. Βαρυνθείσα δε τέλος τον απέπεμψεν, ειπούσα αυτώ να περιέλθη τα πέριξ του μοναστηρίου, και την εσπέραν να επανέλθη, όπως αναβώσιν ομού εις το υπερώον.

Ο καλός Σκούντας έσπευσε να υπακούση, και καταβαίνων την κλίμακα του μαγειρείου, περιειργάζετο λίαν προσεκτικώς τα πάντα.

Ότε κατήλθεν εις την αυλήν, εστράφη προς τα αριστερά, ως να μη είξευρεν ότι η πύλη έκειτο προς τα δεξιά, και φθάσας παρά τινα γωνίαν του περιβόλου, έβλεπεν επιμόνως κάτω. Εφαίνετο ότι κατώπτευε τα θέμεθλα της οικοδομής. Αλλά μετ' ολίγον φοβηθείς μήπως παρατηρηθή παρά τινος των καλογραιών, ή μήπως επιπληχθή και παρ' αυτής της Βεάτης, μετέβαλε διεύθυνσιν, και απήλθεν εις την πύλην. Εξήλθε δ' εκ του περιβόλου.

Περιήλθε τα τείχη του κτιρίου έξωθεν, και εφαίνετο ως να ηρίθμει τας γωνίας και τας αντηρίδας του πολυσυνθέτου τούτου σχεδίου.